Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Τη Ζ΄ (7η) του αυτού μηνός Αυγούστου, ο Όσιος ΩΡ εν ειρήνη τελειούται.

Ωρ ο Όσιος και θαυμάσιος Πατήρ ημών εχρημάτισεν εις το όρος της Νιτρίας προεστώς χιλίων αδελφών, οι οποίοι επολιτεύοντο ζωήν αγγελικήν. Είχε φθάσει εις ηλικίαν ενενήκοντα ετών, και παρ’ όλα ταύτα ήτο όρθιος, υγιής, λαμπρός εις το πρόσωπον, έχων τας αισθήσεις, την σοφίαν και σύνεσιν ανελλιπή, και μάλιστα πληρέστατα, ως να ηύξανεν ομού με την ηλικίαν η αρετή και η σύνεσις. Είχε δε χωριστήν χάριν Θεού, ώστε τον ηυλαβούντο και οι άπιστοι και οι βάρβαροι. Ούτος ο τρισμακάριος Πατήρ, αφού έκαμεν εις την βαθυτάτην  έρημον μεγάλην άσκησιν και πολλούς αγώνας μόνος, ήλθεν ύστερον εις την εδώθεν έρημον, και επεμελήθη και έγιναν ιερά Μοναστήρια, εις τα οποία έκαμε κόπους υπερβολικούς, φυτεύων με τας ιδίας του χείρας αμπελώνας και κήπους και διάφορα δένδρα, ώστε έγινε και δάσος πυκνότατον. Έλεγον δε οι Πατέρες, ότι πριν να έλθη ο αββάς Ωρ εις εκείνην την έρημον, ουδέν φυτόν εφύετο. Το έργον του ήτο να προσεύχεται συχνά και δια την σωτηρίαν των αδελφών και δια την ειρήνην και ομόνοιαν αυτών, όπως έχωσι μεταξύ των αγάπην αδελφικήν. Ούτος ο θείος ανήρ, όταν ησύχαζε πρότερον εις την έρημον, έτρωγε μόνον βότανα και έπινε νερόν όταν εύρισκε, και όλον του το έργον ήτο η προσευχή. Όταν ήλθεν εις ηλικίαν γηραλέαν, εφάνη προς αυτόν Άγγελος Κυρίου λέγων· «Ο Κύριος σε κατέστησεν Ηγούμενον και Προεστώτα εις πλήθος Μοναχών, έως δέκα χιλιάδας. Έχε λοιπόν βεβαίας ελπίδας, ότι θέλεις τους ποιμάνει εις νομήν σωτήριον. Και ό,τι ζητήσης από τον Θεόν, δεν θα αποτύχης, αλλ’ ούτε από τους μετά σου αδελφούς θέλουν λείψει ποτέ όσα χρειάζονται δια την παρούσαν ζωήν». Ταύτα ακούων ο Όσιος ώρμησεν εις την έρημον εκεί πλησίον, και πρώτον κατώκησε κατά μόνας, κατασκευάσας μικράν καλύβην. Η τροφή του απετελείτο από ωμά λάχανα, και μετελάμβανε κατά πάσαν εβδομάδα. Και πρώτον επειδή είχεν ανάγκην από την έρημον να πηγαίνη ενίοτε εις την χώραν, του εδόθη χάρις παρά Θεού και χωρίς να μάθη γράμματα, εγίνωσκεν όλην την θείαν Γραφήν. Οι δε αδελφοί του έδιδαν βιβλίον, και το ανεγίνωσκεν εν ευκολία, και το εξηγούσεν ορθότατα. Έλαβεν ακόμη και άλλην χάριν παρά Θεού, να διώκη τους δαίμονας από τα πλάσματα του Θεού, και άλλα χαρίσματα ιαμάτων, ώστε εξήλθεν η φήμη του εις διάφορα μέρη, και εσυνάχθησαν εκεί εις την έρημον, όπου κατώκει, έως τρεις χιλιάδες αδελφοί. Όταν δε μετέβημεν ημείς (λέγει ο Επίσκοπος Ηρακλείδης) και μας είδεν ο Όσιος, εχάρη και με τας χείρας του έπλυνε τους πόδας μας. Μετά ταύτα ήρχισε σοφωτάτην και θεολογικωτάτην διδασκαλίαν από την θείαν Γραφήν δια τα ορθόδοξα δόγματα. Έπειτα μας παρεκίνησεν εις προσευχήν και δοξολογίαν Θεού, επειδή τοιαύτη τάξις ετηρείτο εις τους Αγίους Πατέρας. Ότι και εις κάθε καιρόν και κάθε υπόθεσιν, πάντοτε είχον την δοξολογίαν και την προσευχήν οδηγόν εις τον Θεόν· και μετά την πνευματικήν τροφήν, ήτοι την προσευχήν, μας εκάλεσεν εις την σωματικήν, και καθήμενος εις την τράπεζαν, δεν έλειπαν από εκείνο το αγιώτατον στόμα τα ψυχωφελή διηγήματα. Εξήλθε λοιπόν, ως είπομεν, η φήμητου Οσίου εις πολλά μέρη. Όθεν έτρεχον πανταχόθεν οι Μοναχοί· ευθύς δε ως ήρχοντο, εσύναζεν όλους τους αδελφούς, και άλλος έφερε λίθους, άλλος ξύλα, και άλλος νερόν, και την αυτήν ημέραν τους έκτιζε κελλία και εκατοικούσαν εις αυτά αγωνιζόμενοι θεαρέστως. Ήλθέ ποτε προς αυτόν ψευδοκαλόγηρός τις χωρίς ενδύματα, δια να τον ενδύση τάχα ο Όσιος. Όμως αυτός (από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, ήτις κατώκει εις αυτόν) εγνώρισε τον δόλον και του λέγει· «Έχεις, αδελφέ, το δείνα εξωτερικόν ένδυμα και τα τάδε εσώρρουχα κεκρυμμένα εις το δείνα μέρος. Φόρεσον αυτά και μη ψεύδεσαι το επάγγελμά σου». Με τούτο το παράδοξον ουδείς ετόλμα να είπη ψεύδος ποτέ εις τον Όσιον. Ήτο δε παράδοξον να βλέπη τις εις τούτον τον Όσιον το πλήθος των αδελφών, τους οποίους επεστάτει, πως εστέκοντο εις την Εκκλησίαν με τόσην ευλάβειαν και ευταξίαν, ώστε εφαίνοντο ως χοροί των Αγγέλων εις τον ουρανόν. Δια τούτον τον Όσιον εμαρτυρούσαν οι αδελφοί όλοι εκ συμφώνου, ότι ήτο μέγας εις την αρετήν· και μάλιστα η Οσία Μελάνη η Ρωμαία, ήτις τον αντάμωσεν εις το όρος, εθαύμασε την αγίαν πολιτείαν του. Έλεγον δε ότι ομού με τα πολλά του μεγάλα κατορθώματα, ούτε ελάλησε ποτέ εις όλην του την ζωήν ψεύδος, ούτε ώμοσεν, ούτε κατηράσθη άνθρωπον, ούτε χωρίς ανάγκην ωμίλησεν. 

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

Την Ζ΄ (7η) του Αυγούστου, μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος ΔΟΜΕΤΙΟΥ του Πέρσου και των δύο μαθητών αυτού.

Δομέτιος ο εκ Περσίας Όσιος και Μάρτυς έζη κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου του Μεγάλου, εν έτει τιη΄ (318). Ούτος κατηχήθη υπό τινος Χριστιανού, Αβάρου ονομαζομένου, διδαχθείς δε την του Χριστού πίστιν εγκατέλειψε συν τη πατρική ασεβεία και παν άλλο συγγενικόν φίλτρον και ούτως απήλθε εις την πόλιν Νίσιβιν, κειμένην εις τα σύνορα τα μεταξύ των τόπων των Ρωμαίων και των τόπων των Περσών. Εκεί λοιπόν εισήλθεν ο Όσιος εις Μοναστήριον, βαπτισθείς δε ενεδύθη το σχήμα των Μοναχών και μετήρχετο πολυειδείς αγώνας και σκληράν άσκησιν. Επειδή όμως, κατά συνεργίαν του πονηρού δαίμονος, εφθόνησαν αυτόν οι εκεί Μοναχοί, δια τούτο ανεχώρησε και μετέβη εις το Μοναστήριον των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, εις πόλιν λεγομένην του Θεοδοσίου, όπου ηκολούθει την ενάρετον πολιτείαν του Ηγουμένου και Αρχιμανδρίτου Ουρβίλ, ο οποίος λέγεται ότι εις διάστημα εξήκοντα όλων ετών δεν έφαγε φαγητόν μαγειρευμένον, ούτε εκοιμήθη εις κλίνην, ούτε εκάθισεν. Όθεν  υπ’ αυτού ο Δομέτιος ψηφισθείς εχειροτονήθη Διάκονος, αλλά μαθών ότι ο Ηγούμενος εμελέτα να προβιβάση αυτόν εις το αξίωμα του Πρεσβυτέρου ανεχώρησε, και αναβάς επί τινος όρους υπέμεινεν ο αοίδιμος το καύμα του θέρους και το ψύχος του χειμώνος, ως και τας άλλας κακοπαθείας τας προερχομένας εκ των αλλεπαλλήλων μεταβολών της ατμοσφαίρας. Έπειτα εισήλθεν εις τι σπήλαιον, κατεσκευασμένον υπό των ανθρώπων, ένθα διαμείνας εφ’ ικανόν χρόνον, τους μεν προσερχομένους εις αυτόν ευηργέτει με θαύματα και ιατρείας, τας οποίας ενήργει εν τω ονόματι του Κυρίου, τους δε απίστους και Έλληνας εκ της πλάνης των ειδώλων επέστρεφεν εις την πίστιν του Χριστού. Μαθών ταύτα ο Παραβάτης Ιουλιανός, όταν εστράτευσεν εις την Περσίαν, προσέταξε να λιθοβολήσουν τον Άγιον· ελθόντες δε οι μέλλοντες να λιθοβολήσουν αυτόν, τον εύρον ψάλλοντα μετά των δύο Μαθητών του την τρίτην ώραν, δια της πυκνότητος δε των λίθων κατέχωσαν οι μιαροί τον του Χριστού αθλητήν και τους Μαθητάς του, ούτω λαβόντας ομού τους στεφάνους της αθλήσεως. Τελείται δε η αυτών σύναξις και εορτή εις τον άγιον αυτών Ναόν, όστις ευρίσκεται πέραν εις τας Ιουστινιανάς. 

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Ανάμνησις οπτασίας φοβεράς γυναικός τινος ευσεβούς, Σοφιανής καλουμένης, της δια του θείου Αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Σωφρονίας Μοναχής, ην είδε κατ’ Αύγουστον του έτους 1607.

Εις χώραν τινα κειμένην πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως και ονομαζομένην Άβυδον, ήτο Χριστιανός τις ορθόδοξος και ευλαβής, ονομαζόμενος Χρήστος. Ούτος είχε γυναίκα ενάρετον και θεοφιλή, θυγατέρα ιερέως τινός, ήτις ήτο φύσεως δεξιάς, σπουδάσασα και μαθούσα παρά του πατρός της τα ιερά γράμματα, ειργάζετο δε τας εντολάς του Θεού προθύμως. Ταύτην ο ιερεύς και πατήρ της, αφ’ ου ήλθεν εις νόμιμον ηλικίαν, την υπάνδρευσε, μη θέλουσαν, μετά του ρηθέντος Χρήστου. Μετά ταύτα ο πατήρ αυτής εγέννησε άλλην θυγατέρα, την οποίαν υπάνδρευσε και αυτήν. Μετ’ ολίγον χρόνον ετελεύτησαν ο πατήρ και η μήτηρ αυτής, αφήσαντες τον οίκον και τα χρήματα της θυγατρός αυτών Σοφιανής, από τα οποία αύτη άλλα μεν εμοίρασεν εις ελεημοσύνας και εις διαφόρους άλλας καλάς εργασίας, τον δε οίκον αφιέρωσεν εις υμνωδίαν Θεού, ποιήσασα αυτόν Ναόν των Τριών Ιεραρχών. Συνάξαντες δε ούτοι ολίγα χρήματα προς αυτάρκειαν της ζωή των, απήλθον μετά του ανδρός της εις την Κωνσταντινούπολιν εις την ενορίαν του Αγίου Νικολάου και κατώκησαν εις ένα οίκον με ενοίκιον. Μετ’ ολίγον η Σοφιανή ησθένησε βαρέως, παραμείνασα επί είκοσιν ημερονύκτια εις την κλίνην της, χωρίς να δύναται να εγείρη ούτε την κεφαλήν της, ητόνησαν δε τα μέλη της όλα και σχεδόν επλησίασεν εις τον θάνατον. Εις δε τας τρεις του Αυγούστου προς την εσπέραν, βασιλεύοντος του ηλίου, εζήτησε να την βοηθήσουν δια να ανακαθήση ολίγον και να παρηγορηθή. Ευθύς όμως ως ανεκάθισεν εις την στρωμνήν της και ενώ συνωμιλούσεν, απλώσασα αιφνιδίως τας χείρας προς τον ουρανόν ελιποθύμησε και εφάνη ότι εξέπνευσε ως νεκρά, αι δε παριστάμεναι γυναίκες, ιδούσαι το αιφνίδιον του θανάτου, εθρήνουν απαρηγόρητοι κατά την συνήθειαν. Οι γείτονες ακούοντες τους θρήνους συνέτρεχον και ο οίκος επληρώθη από του προσελθόντος πλήθους, ο δε ταλαίπωρος ανήρ της αφ’ ενός μεν είχεν θλίψιν απαρηγόρητον, αφ’ ετέρου δε εφρόντιζε δια τα προς ταφήν αρμόδια, απέστειλε δε και ταχυδρόμον δια να φέρουν την αδελφήν της από το χωρίον όπου ευρίσκετο. Γυμνώσαντες λοιπόν αυτήν δια να πλύνουν το σώμα της, είδον εν μέρος του σώματος κάτωθεν του αριστερού αυτής μαστού να αναπνέη και το αίμα ήτο ολίγον θερμόν, η δε θερμότης ανήρχετο εις τον λάρυγγα. Αφήκαν όθεν αυτήν ασαβάνωτον, έως ου έλθη η αδελφή της. Εις την κατάστασιν ταύτην ευρίσκετο η γυνή επί τρία συνεχή ημερονύκτια, την δε έκτην Αυγούστου, εορτήν της Μεταμορφώσεως, περί ώραν δευτέραν της ημέρας, ήλθε και η αδελφή της από το χωρίον. Ως δε εισήλθεν εις τον οίκον ήρχισε να θρηνή σφοδρώς, από δε τας φωνάς της συνήχθη πλήθος ανδρών και γυναικών, αύτη δε λαβούσα με τας παλάμας της ύδωρ ψυχρόν ερράντισε το πρόσωπον της Σοφιανής, από δε το ράντισμα του ψυχρού ύδατος αισθανθείσα η νομιζομένη νεκρά ήλθεν εις εαυτήν και ήκουσε την αδελφήν της Άνναν να λέγη· «Η αδελφή μου δεν απέθανε». Συνελθούσα δε ηγέρθη ευθύς από την κλίνην της και καθίσασα είπεν εις την αδελφήν της πεπληρωμένη απελπισίας· «Ω γύναι, άμποτε μην ήθελες έλθει εδώ, διότι περισσοτέραν ζημίαν και θάνατον μου επροξένησες παρά ζωήν πρόσκαιρον, επειδή αι φωναί σου με εξέβαλον από τον φωτεινόν εκείνον Παράδεισον και την δόξαν του Θεού την ανέκφραστον. Σου έπρεπεν, αθλία, όταν με είδες νεκράν, να χαίρεσαι περισσότερον και να ευχαριστής τον Θεόν παρά τώρα όπου με βλέπεις πως ανέζησα». Ταύτα και άλλα παρόμοια έλεγεν η Σοφιανή προς την αδελφήν της, οι δε εκεί παρευρισκόμενοι μεγάλως θαυμάζοντες την παρεκάλουν να τους διηγηθή τα όσα είδε και ήκουσε μυστήρια του Παραδείσου· η δε Σοφιανή είπε προς αυτούς· «Αφήσατέ με ολίγον, αδελφοί, να έλθω εις αίσθησιν και να ενθυμηθώ όσα είδον και ήκουσα, και τότε θέλω σας τα διηγηθή, πλην πρέπει πρώτον να μου φέρετε πνευματικόν ενάρετον, εις τον οποίον να τα εξομολογηθώ· αν δε εκείνος το κρίνη εύλογον, τότε θέλετε τα μάθει και σεις». Προσκληθείς όθεν ο ελλογιμώτατος ιερομόναχος και πνευματικός Κύριος Ιερόθεος, τουπίκλην Κουκουζέλης, ανήρ Κύπριος και Προηγούμενος της εν Κύπρω Μονής Σταυρονικήτα, προερχόμενος εκ του αγιωνύμου όρους του Άθωνος, ευλαβής και θεοφοβούμενος, ήλθε δια πατριαρχικής προσταγής να γράψη όσα ακούση επακριβώς, δια να κηρυχθώσι μετέπειτα εις άπαντα τον λαόν, εις δόξαν και φόβον του Θεού. Πορευθείς ο πνευματικός εις τον οίκον της Σοφιανής εκάθισε και ήρχισε να την ερωτά περί της ασθενείας της, ως και περί του τι έπαθε και τι είδεν εις την οπτασίαν της. Τότε ήρχισεν εκείνη με δάκρυα να διηγήται και να λέγη ταύτα. «Εγώ η δούλη σου, άγιε Πνευματικέ, καθώς εζήτησα, ηγέρθην και ανεκάθισα εις την κλίνην μου στηριζομένη από τας γυναίκας, αίτινες με εκράτουν, είχε δε η καρδία μου λιποθυμίαν και φλόγα μεγάλην. Τότε είδον εις σχήμα ευνούχου βασιλικού έναν νεανίαν ευπρόσωπον, το δε είδος του προσώπου του ήστραπτεν από διαφόρους λάμψεις φωτός και χάριτος και το σώμα του ήτο κατεστολισμένον με ποικίλας όψεις, εξήρχοντο δε εξ αυτού ακτίνες φωτός. Το εσωτερικόν του ένδυμα ήτο ερυθροπόρφυρον και το εξωτερικόν ήτο χιτών λαμπρός, έχων επ’ αυτού υφασμένα κρίνα και άνθη διάφορα, εφαίνετο δε ως αστραπή φωτός. Εις τας χείρας του εκράτει δοχείον χρυσούν καθαρόν και διαυγές ως ήλεκτρον, πλήρες ύδατος καθαρού και ψυχροτάτου και λέγει μοι· «Σοφιανή, γνωρίζω ότι έχεις μεγάλην δίψαν και η καρδία σου φλέγεται από την ασθένειαν· αν όμως δυνηθής να πίης από το ζωοπάροχον τούτο ύδωρ, όπερ κρατώ, θέλεις υγιάνει ψυχή τε και σώματι, θα έχης δε και χαράν παντοτεινήν». Ευθύς ως ήκουσα ταύτα εσκίρτησεν η ψυχή μου και πλέον περί του κόσμου τούτου δεν εφρόντιζα, αλλ’ έβλεπον προς τον φαινόμενον. Τότε έτεινεν εκείνος το δοχείον δια να μου το δώση, απλώσασα δε εγώ τας χείρας μου δια να το λάβω, δεν γνωρίζω πως, ηρπάγην από την παρούσαν ζωήν και έλειπον τρία ημερονύκτια από το σώμα μου, η δε ψυχή μου ηκολούθησεν αυτόν, μου εφαίνετο δε ότι ανηρχόμεθα εις τον ουρανόν. Διήλθομεν ούτως επτά σφαιροειδείς κύκλους, οίτινες λέγουν ότι είναι αι επτά βαθμίδες του ουρανού, εν μέσω δε αέρος πεπηγμένου ήτο σκότος βαθύ και θόρυβος μέγας· αφού δε ανήλθομεν άνωθεν αυτών εφθάσαμεν εις τόπον φωτεινόν, πανευώδη και πάντερπνον, προ  του οποίου ευρίσκοντο δύο πύλαι υψηλαί και πανθαύμαστοι. Εκ τούτων η μεν μία, η δεξιά, ήτο κατεσκευασμένη από χρυσόν καθαρόν και λίθους πολυτίμους και μαργαρίτας, εις τρόπον ώστε γλώσσα ανθρώπου να μη δύναται να διηγηθή την ωραιότητά της, η δε ετέρα, η αριστερά, ομοία εις το ύψος και πλάτος της πρώτης, ήτο κατασκευασμένη από χαλκόν και σίδηρον ανημμένους ως άνθρακες φλογεροί. Πέριξ τούτων ίσταντο πλήθος γιγάντων φρικωδεστάτων ωπλισμένων, φυλαττόντων τας πύλας ασφαλώς, εγώ δε από τον πολύν μου φόβον έμεινα άφωνος. Λέγει μοι δε ο οδηγός μου· «Βλέπεις, ω γύναι, αυτάς τας πύλας; Αύταί εισιν αι πύλαι της δικαιοσύνης, περί ων ακούεις από την γραφήν· και η μεν χρυσή είναι της Βασιλείας των ουρανών, η δε σιδηρά είναι της κολάσεως των αμαρτωλών». Αφήσαντες τας πύλας εκείνας ανήλθομεν υψηλότερον, εις τόπον πλέον φωτεινόν, εις τον οποίον ίσταντο πλήθη άπειρα λευκοφόρων ανδρών, των οποίων η στάσις δεν ήτο όλων ομοία, αλλά άλλων ήτο υψηλοτέρα, εξ ων μόνον ψαλμωδίαι ηκούοντο και άσματα μυριοπληθή και άλλων ήτο κατωτέρα. Άλλοι παλιν ίσταντο εκεί όπου ήμην και εγώ βλέπουσα. Τότε ο οδηγός μου με έστησεν εν μέσω των Αγγέλων και λέγει μοι· «Σοφιανή, εδώ κύψον και προσκύνησον». Παρευθύς δε εγώ έκλινα τα γόνατά μου και προσεκύνησα με φόβον πολύν, ποίον όμως προσεκύνησα δεν είδον· και πάλιν με ήγειρεν ο οδηγός μου Άγγελος λέγων μοι· «Στήθι εδώ και πρόσεχε καλώς δια να πληροφορηθής τα τεράστια της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου». Ευθύς δε με τον λόγον είδον θρόνον πύρινον, λαμπρόν, βασιλικόν, κάτωθεν δε του θρόνου ήτο χειρ ανθρώπου κρατούσα ζυγαριάν, ήτις δεν έκλινεν εδώ και εκεί. Πέριξ του φοβερού θρόνου εκείνου ίσταντο Άγγελοι αναρίθμητοι, εξ ων άλλοι ανήρχοντο και άλλοι κατήρχοντο από τον δρόμον από τον οποίον ήλθον και εγώ, έφερον δε ούτοι ψυχάς ανθρώπων πολλών ανδρών, γυναικών και παιδίων, και ως τας έφερον έλεγον προς αυτούς· «Προσκυνήσατε». Ευθύς δε έπιπτον ούτοι και προσεκύνουν καθώς εποίησα και εγώ. Έμπροσθεν δε του φοβερού θρόνου του δικαστού και υπαράνω αυτού εκάθητο υψηλά ο Δεσπότης Χριστός εν μέσω των φωτεινών νεφελών, έχων ένδυμα γαλαζοπόρφυρον· από δε την φοβεράν υψηλήν λάμψιν, δεν ηδυνήθην να ίδω το φοβερόν του πρόσωπον. Οι Άγιοι Άγγελοι, οι υπεράνω ιστάμενοι, έψαλλον ασιγήτοις στόμασι το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου», έτεροι δε χοροί έψαλλον· «Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος ο ων και προών και φανείς ως άνθρωπος Θεός, ελέησον το πλάσμα σου». Εκείνοι δε οίτινες ήσαν μεθ’ ημών, οι μεν έλεγον· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία»· οι δε έτεροι έψαλλον· «Αλληλούϊα, Αλληλούϊα, Αλληλούϊα»· και άλλοι πάλιν έλεγον· «Αμήν, Αμήν, Αμήν»· και ουδέποτε έπαυεν η δοξολογία των. Δεξιόθεν  του Δεσπότου Χριστού μου εφαίνετο, ότι ίστατο η Υπεραγία Θεοτόκος, αριστερά δε ο Τίμιος Πρόδρομος, καθώς τους εικονίζουν οι ζωγράφοι. Και οι μεν Άγγελοι, όταν ετελείωνον την δοξολογίαν των, κλίνοντες τας κεφαλάς αυτών προσεκύνουν τον Κύριον, ο δε Κύριος άνωθεν, υψών τας αχράντους χείρας του, ηυλόγει αυτούς. Έρρεον δε από τους Δεσποτικούς δακτύλους Αυτού, εκ μεν της δεξιάς χειρός λίθοι πολύτιμοι και μαργαρίται ποταμηδόν κατερχόμενοι εις την γην, από δε της αριστεράς κόμβοι πύρινοι φλογοειδείς. Βλέπουσα εγώ τα τοιαύτα έφριττον και από τον πολύν φόβον έτρεμον ως κάλαμος και ήθελον να ερωτήσω τον οδηγόν μου τι ήτο το φοβερόν τούτο μυστήριον του Δεσπότου, αυτός δε προφθάνει την ερώτησιν και λέγει· «Βλέπεις, Σοφιανή, τους μαργαρίτας και τους πολυτίμους λίθους, οίτινες ρέουσιν εκ της δεξιάς του Δεσπότου και κατέρχονται εις την γην; Ούτοι είναι το άφατον έλεος, η άπειρος ευσπλαγχνία και η ανυπέρβλητος αγάπη, την οποίαν έχει προς το γένος των ανθρώπων, των Ορθοδόξων Χριστιανών, δια τούτο δε πέμπει τας ευλογίας του και δωρεάς εις τους οίκους των αγαθών Ορθοδόξων Χριστιανών, τους φυλάττοντας απαρασάλευτον την πίστιν προς Αυτόν· και όσοι εξομολογούνται καθαρά τας αμαρτίας αυτών και απάχουν από τα θελήματα του διαβόλου και φυλάττουν τας εντολάς Του, τους ευλογεί και τους λυτρώνει από κάθε κακόν. Οι ελεήμονες και οι αγαπώντες τον πλησίον των, τοιαύτας ευλογίας απολαμβάνουν ζώντες, μετά θάνατον δε κληρονομούσι την ενταύθα διαμονήν και μακαριότητα. Οι δε φλογοειδείς κόμβοι της αριστεράς του χειρός σημαίνουν τον θυμόν, την οργήν και την αγανάκτησιν Αυτού, αίτινες κατέρχονται εις τους οίκους των αμαρτωλών και των αδικούντων τους πλησίον των, δι’ ο και κατακαίονται ψυχή τε και σώματι, αφανίζονται οι οίκοι αυτών και εξολοθρεύονται από το πρόσωπον της γης· όχι δε μόνον ότι στερούνται την πρόσκαιρον ζωήν, αλλά και παραπέμπονται εις το αιώνιον πυρ δια να κολάζωνται αιωνίως με τους ακαθάρτους δαίμονας». Αριστερά του θρόνου και της ζυγαριάς, περί ης προείπομεν, διεκρίνετο χάσμα μέγα, εκ του οποίου ανεδίδετο δυσωδία αφόρητος· ομού δε με την δυσώδη και θειαφώδη αύραν του καπνού, ηκούετο βοή μεγάλη, φανερούσα την οδύνην αναριθμήτων ανθρώπων, οίτινες εφώναζον το ουαί! Και το οίμοι! Το δε χάσμα τούτο διένευε προς την αριστεράν χείρα του Δεσπότου Χριστού, αναπέμπον φλόγα πυρός. Οι δε Άγγελοι έφερον τας ψυχάς των ανθρώπων από την γην και αφ’ ου προσεκύνουν τας ωδήγουν εις εξέτασιν, παρευθύς δε τότε βίβλοι ηνοίγοντο και ηρευνώντο τα έργα αυτών, είτε δικαίως είτε αδίκως επολιτεύθησαν· και τας μεν καλάς πράξεις αυτών έθεταν εις την δεξιάν πλάστιγγα της ζυγαριάς, τας δε κακάς εις την αριστεράν. Πολλών δε ψυχών αι πράξεις εφαίνοντο παρρησία άνευ τινός εξετάσεως, επειδή ήσαν αναγεγραμμέναι επί των ενδυμάτων αυτών, τόσον αι καλαί όσον και αι κακαί. Τότε δια μεν τας ψυχάς, αίτινες εκρίνοντο δίκαιαι από την ζυγαριάν και από τας βίβλους, ένευεν ο Δεσπότης με την αγίαν του δεξιάν  και τας ωδήγουν οι Άγιοι Άγγελοι εις τον τόπον εκείνον εις τον οποίον ευρίσκοντο αι θαυμασταί πύλαι και τας έθετον έμπροσθεν της χρυσής πύλης. Δια δε πάλιν τας ψυχάς, αίτινες εκρίνοντο αμαρτωλαί, ένευε με την αριστεράν του χείρα, και ευθύς τας έρριπτον οι Άγγελοι εις εκείνο το χάος. Οι δε Άγιοι Άγγελοι έχαιρον μεν και ηυφραίνοντο δια τας σεσωσμένας ψυχάς, ελυπούντο δε και εσκυθρώπαζον δια τας κολαζομένας. Μεταξύ τούτων έφεραν και μίαν ψυχήν, ήτις, αφού προσεκύνησε, παρέστη εις εξέτασιν, επλεόναζον δε αι αμαρτίαι της από τας δικαιοσύνας, έμελλε δε να νεύση η αριστερά χειρ του Κυρίου δια να ριφθή εις το χάος. Τότε όμως ενεφανίσθη η Κυρία Θεοτόκος και ο Τίμιος Πρόδρομος και επρέσβευον υπέρ αυτής προς τον Κύριον λέγοντες· «Οι οικτιρμοί Σου, μακρόθυμε, νικούν την οργήν Σου· αν και αμαρτωλός τυγχάνει η ψυχή αύτη, όμως εφύλαξε την εις Σε πίστιν βεβαίαν, δια τούτο δεόμεθά Σου συγχώρησον αυτήν». Ενώ δε ούτοι εμεσίτευον, ήλθον και οι Άγγελοι φέροντες τας ελεημοσύνας, τας λειτουργίας, τα κηρία, το έλαιον, τας προσφοράς και τα μνημόσυνα, τα οποία τελούνται συνήθως δια τους νεκρούς. Προσέτι ανήλθον οι προσευχαί των ιερέων, οίτινες ελειτουργούσαν δια την ψυχήν εκείνην και αι αγαθοεργίαι των γονέων και συγγενών αυτής, αίτινες ετελέσθησαν δι’ αυτήν, και παρέστησαν πέριξ της ψυχής. Επί πλέον ηκούσθησαν αι δεήσεις των πτωχών, οίτινες έλαβον ελεημοσύνην, λέγουσαι· «Ο Θεός συγχωρήσοι σοι». Τότε ηκούσθη η φωνή του Δεσπότου λέγουσα· «Ιδού δια την δέησιν των Ιερέων μου και των αδελφών μου των πτωχών, δίδω συγχώρησιν εις αυτήν». Ενώ δε έμελλε να νεύση η δεξιά χειρ δια να την υπάγουν οι Άγγελοι με τους δικαίους, έφθασαν εκεί και οι οδυρμοί, αι φωναί, οι κλαυθμοί, τα μοιρολογήματα, αι αγανακτήσεις των γονέων της και αι βλασφημίαι κατά του Θεού, τας οποίας από την λύπην των ανεπιγνώτως λέγουσιν εις τους αποθνήσκοντας, με τας οποίας εκδηλούν την απιστίαν των προς το ενδέκατον άρθρον της πίστεως, το: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» απελπιζόμενοι δια τον νεκρόν και ούτω αθετούντες την ανάστασιν. Ως δε ηκούσθησαν αύται, οργισθείς μεγάλως ο Κύριος είπεν· «Επειδή δεν ηρκέσθησαν εις τας δεήσεις των Ιερέων μου, όπως η Εκκλησία παρέλαβεν, αλλά αντιμάχονται κατ’ εμού, άρατε αυτήν και απορρίψατέ την εις το σκότος το εξώτερον». Παρευθύς τότε οι Άγγελοι μεγάλως λυπηθέντες έρριψαν αυτήν εις το αχανές εκείνο βάραθρον της κολάσεως. Τότε ετόλμησα και εγώ η ταλαίπωρος να ερωτήσω μυστικώς τον οδηγόν μου λέγουσα· «Διατί, κύριέ μου, λυπούνται τόσον οι Άγγελοι, όταν ρίπτεται ψυχή τις εις εκείνο το βάραθρον»; Αποκριθείς δε εκείνος λέγει μοι· «Αυτό το χάος είναι εκείνο το οποίον χωρίζει τους δικαίους από τους αμαρτωλούς και βυθίζει όσους πέσουν εις τον αφεγγή τόπον του Άδου, εις τον οποίον κολάζονται αιωνίως· εάν δε έχωμεν όλοι οι Άγγελοι χαράν δια τους σεσωσμένους, πολύ περισσότερον θλιβόμεθα δια τους κολαζομένους». Ενώ μοι έλεγε ταύτα ο Άγγελος, ακούω αίφνης θόρυβον μέγαν, διότι ήρχοντο Άγγελοι φέροντες ψυχήν με ψαλμωδίας, θυμιάματα, λαμπάδας και φωτοχυσίας και την συνώδευον με άπειρον λαμπαδηφορίαν, ήρχετο δε αύτη με μεγάλην χαράν και παρρησίαν, αι δε ψυχαί των δικαίων ήλθον εις απάντησίν της. Είχε δε η μακαρία εκείνη ψυχή το ένδυμά της λευκόν και καθαρόν ως τον ήλιον και δεν έφερεν επ’ αυτού ουδένα ρύπον ή σημείον αμαρτίας, όπως είχον αι άλλαι ψυχαί. Το ένδυμα τούτο υπολαμβάνω ότι ήτο η στολή του αγίου Βαπτίσματος, όπερ εφύλαξεν αμόλυντον και δια τον λόγον αυτόν έλαμπεν· όμως δεν ηδυνήθην να γνωρίσω από ποίον τάγμα ήτο. Ήλθεν όθεν η ψυχή αύτη και προσεκύνησεν όπως και αι άλλαι ψυχαί, άπαντες δε οι Άγγελοι εβόησαν τότε μεγαλοφώνως λέγοντες· «Ευχαριστούμεν Σοι, Παντοκράτορ Δέσποτα, ότι είδομεν ψυχήν δικαίου καθαράν και αρρύπωτον από αμαρτίας». Ηκούσθη δε πάλιν φωνή βροντώδης εκ του Δεσπότου λέγουσα· «Λάβετε αυτήν και αναπαύσατε μετά των Αγίων». Είτα δεικνύων εμέ με την αγίαν του χείρα είπεν· «Οδηγήσατε και την Σοφιανήν αυτήν εις τας κατοικίας και τας μονάς των Αγίων μου, δια να ίδη αυτάς· επειδή δε την αναζητούν εις τον κόσμον, επιστρέψατε αυτήν εις το σώμα της δια να σωθούν και άλλοι εξ αυτής με την διήγησιν της οράσεώς της ταύτης· αν δε αγωνισθή δια να αποκτήση και άλλας αρετάς, και ευδοκιμήση τελείως, τότε θέλει αξιωθή μετά τρεις χρόνους μεγαλυτέρας τιμής». Με τον λόγον τούτον του Δεσπότου με ήρπασεν ευθύς ο Άγγελος και ηκολουθήσαμεν την δικαίαν εκείνην ψυχήν, ενωθέντες με τας ψυχάς των λοιπών σεσωσμένων, έμπροσθεν της χρυσής εκείνης πύλης του Παραδείσου. Θεωρούσα το αμήχανον εκείνο κάλλος, βλέπω εξαίφνης την Κυρίαν Θεοτόκον με δόξαν ανέκφραστον, έχουσαν μεθ’ εαυτής ιεροπρεπή τινα άνδρα, όστις καθώς υπονοώ από τας αγίας εικόνας θα ήτο ο Απόστολος Πέτρος, κρατούνα εις τας χείρας του κλείδας, με τας οποίας ήνοιξε την θαυμαστήν πύλην, εισήλθε δε πρώτη η Κυρία Θεοτόκος, είτα ο θείος Πέτρος και κατόπιν οι Άγγελοι με την δικαίαν εκείνην ψυχήν και τας υπολοίπους τοιαύτας. Μετά τούτους εισήλθον και εγώ βαδίδουσα ταχέως δια να φθάσω την Υπεραγίαν Θεοτόκον· είχε δε τοσούτον άπειρον φως, τοιαύτην ευωδίαν και τοσαύτην χαράν ανεκλάλητον ο τόπος εκείνος, ώστε εθαύμαζα και εχαιρόμην· έβλεπα δε το έδαφος εκείνο, ότι δεν ωμοίαζε τελείως με γην στερεάν ως την ιδικήν μας, ήτις έχει ανήφορον, κατήφορον, πέτρας, ποταμούς και όσα ενταύθα βλέπομεν· αλλά η γη εκείνη ήτο ως βαμβάκιον καθαρόν λευκόν, ή ύφασμα χρυσούν συνυφασμένον ποικίλως και πεποικιλμένον με λίθους πολυτίμους και μαργαρίτας. Είδον εισέτι δένδρα υψηλά, ευώδη, κατάφορτα από άνθη και καρπούς ωραιοτάτους, άτινα ωμοίαζον με ρόδα και κρίνα. Κάτωθεν δε των δένδρων εφαίνοντο ότι ήσαν στρωμναί χρυσοπόρφυροι, επ’ αυτών δε ήσαν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μεταξύ των οποίων εγνώρισα και πολλούς, τόσον από την χώραν μου Άβυδον όσον και από την πόλιν ταύτην, οίτινες είχον αποθάνει προ πολλού. Εκεί είδον τον πατέρα μου Ιερέα Ιωάννην και την μητέρα μου Αναστασίαν, ως και μίαν αδελφήν μου, ήτις είχεν αποθάνει προγενεστέρως, πλην όμως δεν ηδυνήθην να πλησιάσω και να τους ομιλήσω. Αι κατοικίαι δε όλων δεν ήσαν όμοιαι, όπως δεν ήσαν όμοια τα έργα αυτών. Βαδίζουσα λοιπόν με βίαν προς τα εμπρός είδον και τους Αγίους, οίτινες ήσαν εις τόπον υψηλόν και κατά πολύ περισσότερον φωτεινόν από τον κάτω, επεριπάτουν δε άπαντες λευκοφορεμένοι και ενδεδυμένοι με φως άπειρον. Ενώ δε διηρωτώμην καθ’ εαυτήν, ποίοι να ήσαν άραγε εκείνοι, στραφείσα η Δέσποινα Θεοτόκος μοι είπε· «Σοφιανή, βλέπεις τας αναπαύσεις των Αγίων»; Εγώ δε ως ήκουσα την φωνήν της Θεοτόκου, πεσούσα ευθύς προσεκύνησα και ως ηγέρθην λέγει μοι η Θεοτόκος· «Βάδιζε ταχέως δια να προφθάσης να ίδης τον δίκαιον Αβραάμ, διότι δεν θέλεις τον ιδεί καθώς ποθείς». Τρέχουσα όθεν εγώ είδον μακρόθεν τον Αβραάμ καθήμενον επί θρόνου χρυσού ωραιοτάτου, πέριξ δε τούτου ίσταντο ψυχαί αναρίθμητοι με πολλήν ευφροσύνην και χαράν. Ενώ δε έσπευδον δια να τον απολαύσω, με είδεν εκείνος και μου ένευσε να πλησιάσω προς αυτόν· λαβούσα όθεν περισσότερον θάρρος έτρεχον δια να τον φθάσω, ότε ήκουσα τας ατάκτους φωνάς της αδελφής μου, από δε την ψυχρότητα του ύδατος, με το οποίον με ερράντισεν, ήλθον εις εαυτήν και ησθάνθην μέγα βάρος και ψυχρότητα εις το σώμα μου, τόσον ώστε ενόμιζον ότι ευρισκόμην εις πάγον· ολίγον όμως κατ’ ολίγον ήρχισε να εμψυχώνεται το σώμα μου έως ότου συνήλθον τελείως». Αφού ήκουσε ταύτα μετά προσοχής ο πνευματικός, της λέγει· «Είδες άλλο τίποτε μυστήριον, τέκνον μου; Είδες τελώνια δαιμόνων ή κολάσεις αμαρτωλών καθώς και άλλοι πολλοί είδον»; Η δε Σοφιανή απεκρίθη· «Δεν είδα τίποτε περισσότερον, πάτερ μου, εκτός εκείνων τα οποία είπον». Λέγει πάλιν ο πνευματικός· «Γνωρίζεις κανέν αγαθόν έργον, το οποίον να έπραξες εις την ζωήν σου»; Απεκρίθη η Σοφιανή· «Τι καλόν ζητείς από εμέ την αμαρτωλήν, πάτερ μου; Πλην επειδή με αναγκάζεις θα σου ειπώ εκείνο, το οποίον γνωρίζω. Προ τριών ετών, εκεί όπου εκαθήμην και έγνεθα εις τον πατρικόν μου οίκον, μίαν ημέραν περί την μεσημβρίαν ήκουσα βοήν μεγάλην και ταραχήν ως να εσείετο ο οίκος μας, μου εφάνη δε ότι εσυννέφιασεν ο ουρανός αιφνιδίως και τότε βλέπω οφθαλμοφανώς τρεις ιεροπρεπείς άνδρας με αρχιερατικάς στολάς, τους οποίους από τας αγίας εικόνας εγνώρισα ότι ήσαν οι Τρεις Μεγάλοι Ιεράρχαι Βασίλειος, Γρηγόριος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος». Παρευθύς τότε εγερθείσα έκαμα τον σταυρόν μου και τους προσεκύνησα με φόβον μέγαν, μου λέγουσι δε εκείνοι· «Μη φοβείσαι, Σοφιανή, ημείς είμεθα οι τρεις Ιεράρχαι και θέλομεν να αφιερώσης εις τον Θεόν τον οίκον σου τούτον δια να γίνη Εκκλησία εις το όνομα μας, ημείς δε θα πρεσβεύωμεν υπέρ της σωτηρίας σου». Τολμήσασα δε εγώ λέγω· «Δεσπόται μου Άγιοι! Είναι ο οίκος ούτος άξιος δια δοξολογίαν Θεού και κατοικίαν ιδικήν σας, αφού μάλιστα είμεθα πτωχοί και δεν έχομεν τον τρόπον να τον κάμωμεν Εκκλησίαν ως ορίζετε; Εκτός δε τούτου, δεν γνωρίζω και την θέλησιν του ανδρός μου, αν συμφωνή, είναι δε και πολύ δύσκολον να λάβωμεν άδειαν βασιλικήν». Εκείνοι δε μου είπον· «Μη στενοχωρείσαι, διότι είναι ακάθερτος και κοπρώδης ούτε να φοβήσαι δια την βασιλικήν άδειαν, μόνον φρόντισε συ να μας τον αφιερώσης και ημείς όλα αυτά θα τα τακτοποιήσωμεν. Διότι και κατά την παλαιάν εποχήν ο αχυρών αυτός ήτο Ναός ιδικός μας. Αν όμως αμελήσης και δεν κάμης, καθώς σου λέγομεν, θέλομεν δεηθή του Παντοκράτορος Θεού να σου αφαιρέση την ζωήν ως παρηκόου». Ταύτα ειπόντες οι Άγιοι εγένοντο άφαντοι, όταν δε συνήλθον ήλθε και ο ανήρ μου, εις τον οποίον ανήγγειλα πάντα τα γενόμενα. Μετά τρεις ημέρας, αφ’ ου είπομεν το απόδειπνον και την μικράν προσευχήν μας, εφάνησαν πάλιν οι Άγιοι με σεισμόν και λέγουσι μεγαλοφώνως· «Σοφιανή, διατί δεν έκαμες εκείνο το οποίον σου ωρίσαμεν και μέλλεις να αποθάνης με αιφνίδιον θάνατον»; Λέγω τότε του ανδρός μου· «Ακούεις τι προστάζουσιν οι Άγιοι»; Αυτός δε αποκριθείς είπε· «Δεσπόται μου Άγιοι, η Σοφιανή μου τα είπεν όλα, αλλ’ επειδή είμεθα πτωχοί και δεν έχομεν τον τρόπον, φοβούμεθα δε και την βασιλείαν, δια τούτο εσιώπησα. Όμως, επειδή ορίζετε, να τον αφιερώσω εις τον Θεόν και εις την αγιωσύνην σας, από δε την σήμερον ας είναι ιδικός σας». Οι δε Άγιοι είπον· «Αύριον το πρωϊ σκάψον εντός του αχυρώνος και θέλεις εύρει μάρμαρα και σταυρούς, ως και την αγίαν Τράπεζαν και τότε θα πεισθής εις τους λόγους μας· ύπαγε δε και εις τον σουλτάνον και ζήτησον άδειαν, ημείς δε τον καταπείθομεν να σου δώση αυτήν». Ταύτα ειπόντες οι Άγιοι ανεχώρησαν· καθ’ όλην δε την νύκτα εκείνην ηγρυπνήσαμεν δοξολογούντες τον Θεόν, την δε πρωϊαν ανέφερεν ο ανήρ μου εις τους Γέροντας του χωρίου άπαντα τα λαληθέντα από τους Αγίους, οι δε φιλόθεοι εκείνοι γέροντες της Αβύδου, ακούσαντες ταύτα, ήρπασαν ευθύς άλλοι μεν σκαπάνας, άλλοι δε πτυάρια και απήλθον εις τον αχυρώνα και ω του θαύματος! Ευθύς ως ήρχισαν να σκάπτουν, εφάνη η αγία Τράπεζα εξ ωραιοτάτου λευκού μαρμάρου, όπως επίσης και άλλα μάρμαρα και σημεία εκκλησιαστικά, τα οποία ήσαν εκεί κατακεχωσμένα. Εγνώρισαν όθεν ότι ήτο εκεί παλαιόθεν Εκκλησία, αφού δε εκαθάρισαν τον τόπον, μετέβησάν τινες με τον άνδρα μου εις το Διβάνιον του βασιλέως και εζήτησαν άδειαν δι’ ανακαινισμόν Εκκλησίας, ούτω δε Θεού συνεργεία και βοηθεία των Αγίων εδόθη η άδεια δια να γίνη Εκκλησία των Χριστιανών. Πωλήσαντες τότε μίαν άμπελον, ένα λιβάδιον ως και έτερά τινα πράγματα, τα οποία είχομεν, τα εδαπανήσαμεν εις οικοδομήν Ναού, ιστορήσαμεν αγίας εικόνας, ηγοράσαμεν σκεύη ιερά, βιβλία εκκλησιαστικά και όλα εν γένει όσα απαιτούνται δια μίαν Εκκλησίαν και εζητήσαμεν άδειαν πατριαρχικήν· ήλθεν όθεν ο Άγιος Κίτρων, όστις ενεκαινίασεν τον Ναόν ως έπρεπε και με την χάριν του Θεού λειτουργείται έως την σήμερον, ημείς δε ανεχωρήσαμεν από την χώραν μας και ήλθομεν εδώ εις την Κωνσταντινούπολιν. Πλην παρακαλώ σε, Άγιε πνευματικέ, όπως πείσης τον άνδρα μου και μου επιτρέψη να γίνω Μοναχή δια να κλαύσω τας αμαρτίας μου κατά τα τρία αυτά έτη, τα οποία μέλλω να ζήσω ακόμη, καθώς ήκουσα τον Δεσπότην Χριστόν να μου λέγη. Ο δε πνευματικός, ως ήκουσεν αυτά από την Σοφιανήν, λέγει προς τον άνδρα της· «Ακούεις, ω άνθρωπε, τα φοβερά και παράδοξα πράγματα, τα οποία εφανέρωσεν ο Θεός εις την σύζυγόν σου; Λοιπόν μη την εμποδίσης εις αυτό που σε παρακαλεί, αλλ’ επίτρεψον εις αυτήν να μονάση, διότι είναι τούτο καλόν και δια σε, διότι μετά τρεις χρόνους αποθνήσκει πάλιν. Σε παρακαλώ όθεν και εγώ να της το επιτρέψης». Ο δε Χρήστος, ακούσας την καλήν συμβουλήν, υπεσχέθη ότι μετά δύο έτη θα μεταβή με την Σοφιανήν εις τα Ιεροσόλυμα και θα μονάσουν εκεί αμφότεροι.                    
Ούτω και εγένετο· πωλήσαντες κατά την υπόσχεσιν τα υπάρχοντά των, απήλθον εις την αγίαν πόλιν, προσεκύνησαν τους αγίους Τόπους, εξωμολογήθησαν τα συμβάντα εις αυτούς εις τον αγιώτατον Πατριάρχην Σωφρόνιον και κοινωνήσαντες των Αχράντων Μυστηρίων από τας αγίας του χείρας επλήρωσαν την επιθυμίαν των, καθώς επόθουν, γενόμενοι Μοναχοί. Η Σοφιανή λαβούσα το άγιον σχήμα μετωνομάσθη Σωφρονία Μοναχή, ησυχάσασα εις εν των Μοναστηρίων της Αγίας Πόλεως. Ότε δε μετ’ ολίγον συνεπληρώθη το τρίτον έτος από την ημέραν όπου είδε την οπτασίαν, ασθενήσασα ολίγον εκοιμήθη εν Κυρίω, κληρονομήσασα τον φωτεινόν εκείνον Παράδεισον με περισσοτέραν δόξαν παρά το πρότερον· το δε τίμιόν της λείψανον ενεταφιάσθη εντίμως και ευλαβώς ως έπρεπεν εις την ταφήν των ξένων. Ο ανήρ αυτής Χρήστος απήλθεν ίνα προσκυνήση εις το Σίναιον Όρος, ένθα καρείς μετωνομάσθη Χαρίτων Μοναχός, ευφράνας δε εν τοις θεαρέστοις έργοις τον Θεόν απήλθε προς Κύριον. Η οπτασία αύτη έλαβε χώραν κατά το σωτήριον έτος 1607 από γεννήσεως Χριστού, έγραψε δε ταύτην ο πνευματικός αφ’ ου διεπίστωσε την ακρίβειαν των γεγονότων προς ωφέλειαν των αναγινωσκόντων. Όθεν άπαντες οι ακούοντες ταύτα ας παραδειγματισθούν και ας διορθώσουν την πολιτείαν αυτών, ίνα αξιωθώσι να κατοικήσωσι μετά της Σοφιανής εις τον φωτεινόν εκείνον και πάντερπνον Παράδεισον, μετά πάντων των δικαίων και Αγίων. Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, ω πρέπει δόξα, τιμή και κράτος πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

ΛΟΓΟΣ Γ΄ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ Εις την Μεταμόρφωσιν του Σωτήρος.

«Παραλαμβάνει ο Ιησούς τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού και αναφέρει αυτούς εις όρος υψηλόν κατ’ ιδίαν· και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών». (Ματθ. ιζ, 1 – 2)                                      


Όταν εκείνος ο γαληνότατος οφθαλμός του ουρανού, ο πατήρ των αστέρων και της οικουμένης όλης ο αειλαμπέστατος λύχνος, ο αισθητός, λέγω, και λαμπρότατος ήλιος, με τας χρυσοειδείς και πορφυροχρώμους ακτίνας του στολίζη την κυκλοτερή αυτού και χαριεστάτην ουσίαν, ευθύς ζωγραφίζει με τας παγχρύσους ανταυγείας του εις το πρόσωπον της οικουμένης πανευφρόσυνον αγαλλίασιν και υπερβολικήν χαράν· διότι με το εξαστράπτον αυτού φως και τας αγλαοπυρσεύτους ακτίνάς του κλαμνει να κρύπτεται με την παρουσίαν του το ζοφωμένον σκότος της νυκτός, και ανατέλλει το χαριέστατον φως της ημέρας· σβένει τους ανημμένους άνθρακας των λοιπών αστέρων του ουρανού με την ανυπέρβλητον λάμψιν του, και μόνος αναδείκνυται βασιλεύς με την φεγγοβόλον αλουργίδα του, στολίζει τα φυτά όλα με πρασινοποικιλόχρουν μορφήν, και χαρίζει επί τας κορυφάς των δένδρων ανθοποικιλόμορφον στέφανον· καθαρίζει τα δάκρυα από τους οφθαλμούς των τρυφερωτάτων βλασταρίων, τα οποία έσταξεν η κρυσταλλώδης αυγή της νυκτός, και ευθύς ενθερμαίνει τα σπλάγχα των, ίνα δώσωσι γλυκυτάτους και ωρίμους καρπούς, εις τροφήν και αγαλλίασιν των ανθρώπων· διώκει με τας αστραπάς των ακτίνων του όλα τα άγρια θηρία, έως ότου να τα αποκρύψη μέσα εις τα σκότη της ερημίας· εγείρει τα ωδικά των ορνέων εις μουσικόλαλον φωνήν, δια να αναστήσουν τα λογικά ζώα από την στρωμνήν· λάμπει παρευθύς με την αργυροχρυσοσύνθετον εικόνα του προσώπου του, δια να διώξη από αυτά κάθε αμέλειαν και οκνηρίαν, δια να εγείρη τους ανθρώπους και να τους αποδείξη προθυμοτέρους εις την εργασίαν. Το ψάλλει μεγαλοφώνως η πολύφθογγος λύρα του Δαβίδ· «Ανέτειλεν ο ήλιος και συνήχθησαν, και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται· εξελεύσεται άνθρωπος επί το έργον αυτού και επί την εργασίαν αυτού έως εσπέρας». Αν όμως προξενή τόσην αγαλλίασιν και χαράν εις το πρόσωπον της οικουμένης το λαμπρότατον φως του ηλίου, πολύ περισσότερον μάλιστα και ασύγκριτον προξενεί σήμερον εις τον σύμπαντα κόσμον το παμπόθητον και ανέσπερον φως του μεταμορφουμένου Ιησού, του μυστικού Ηλίου, όστις λάμπει από το Θαβώριον όρος. Αν ο ήλιος, όστις είναι κτίσμα και ποίημα του μεγάλου φωστήρος Θεού, παρέχη τόσην ευφροσύνην και χαράν εις όλον το υπ’ αυτού πλασθέν ενδιαίτημα, πόσην χαράν νομίζετε ότι παρέχει σήμερον ο Υιός του Θεού εις όλην την κτίσιν; Εκρύβη μάλιστα ο ήλιος όταν απήστραψαν αι ακτίνες της Θεότητος επάνω εις το Θαβώριον όρος· διότι, αν ο ήλιος με την παρουσίαν του κρύπτη τους άλλους πλανήτας του ουρανού, μη δυναμένους αντοφθαλμήσαι εις το πρόσωπον αυτού, πόσον μάλλον αυτός δεν θα εκρύπτετο όταν είδε μεταμορφούμενον τον Ιησούν μου; Το ψάλλει χαρμοσύνως η Εκκλησία· «υπεκρύβη ακτίσι θεότητος αισθητός ήλιος, ως εν όρει Θαβωρίω είδέ σε μεταμορφούμενον, Ιησού μου». Αυτός λοιπόν όστις είναι ο παντέφορος οφθαλμός του παντός, ο δημιουργός της ορατής και αοράτου φύσεως, η ανεξάντλητος πηγή του φωτός, ο κτίστης του ηλίου και των αστέρων, δεν χαρίζει σήμερον ασύγκριτον ευφροσύνην και χαράν εις όλην την δημιουργίαν του; Σήμερον, ότε αμφιέννυται με τας πυρφόρους λάμψεις της θείας του δόξης, με τας χρυσοειδείς ακτίνας της θείας του μορφής, και με το ανεκλάλητον φως της παντοδυναμίας του, δεν κρύπτει το εζοφωμένον σκότος των απίστων αιρετικών, και ανατέλλει το αγλαότατον φως της ορθοδόξου πίστεως; Δεν σβένει τους πεπυρωμένους άνθρακας των πολυθέων ειδώλων με την λάμψιν της Μεταμορφώσεώς του, και μόνος αναδείκνυται Βασιλεύς του ουρανού και της γης με τας χρυσολαμπροπολυφώτους αστραπάς των ιματίων του, κάμνων να τον προσκυνή όλον το πλάσμα του, ένα Θεόν κατά την ουσίαν, και τρεις κατά τας υποστάσεις; Δεν καταδιώκει με τας φλόγας, αι οποίαι αστράπτουν από την θείαν του μορφήν, όλα τα άγρια θηρία, τους απίστους, όσα δεν τον πιστεύουν ως Θεόν αληθινόν, έως ότου τους κλείση μέσα εις τα βαθύτατα σπήλαια της κολάσεως; Και δεν εγείρει τα ωδικά των ορνέων, τους πολυφθόγγους ρήτορας και διδασκάλους με την σάλπιγγα το Ευαγγελίου του, δια να αναστήσουν τα λογικά ζώα, τους ανθρώπους, από τον ύπνον της αμαρτίας, δια να ίδωσι τον μεταμορφωθέντα Ιησούν με τους νοητούς οφθαλμούς της ψυχής, και να τον δοξολογούν ως Θεόν αληθινόν, ένα τη υποστάσει και δύο ταις φύσεσι και ενεργείαις; Ω ανεκλάλητος δόξα της σημερινής μας εορτής! Ω πάντερπνος ευφροσύνη, ήτις χαρίζεται εις τους ανθρώπους από τον μεταμορφούμενον Χριστόν! Ω αγλαότατον φως του μυστικού Ηλίου, του Θεού, το οποίον επιποθούντες και οι Απόστολοι να ίδωσιν, έλεγον εις αυτόν· «Κύριε, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι». Αυτήν την υπερβάλλουσαν δόξαν και χαράν, την οποίαν απηλαύσαμεν, ακροαταί, από την Μεταμόρφωσιν του Χριστού, έρχομαι σήμερον να αποδείξω πόσον είναι μεγάλη και υψηλή, και δια τούτο, όποιος δεν την πιστεύει, είναι ασεβής και παράνομος. Πρώτον όμως παρακαλώ εσέ τον μυστικόν Ήλιον της δικαιοσύνης, τον ακτινοβολούντα τοις Μαθηταίς την θείαν σου δόξαν, το ανέσπερον φως του αναιτίου φωτός, το απαύγασμα του συναϊδίου Πατρός, όπως αναβιβάσης και ημάς από τας περιπλοκάς των γηϊνων φροντίδων επάνω εις το όρος της Μεταμορφώσεώς σου, δια να λαμπρυνθώμεν με την δόξαν της θεϊκής σου μορφής, δια να φωταγωγηθώμεν με την αίγλην του θείου σου χαρακτήρος, και να οδηγηθώμεν εις τας εντολάς Σου του Θεού και Σωτήρος· έγειρον και ημάς από τας του κόσμου ιδέας εις την του προανάρχου σου Πατρός, και συναϊδίου Σου του μεταμορφωθέντος Υιού, και του παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος, της μακαρίας και αδιαιρέτου Τριάδος, του ενός και μόνου Θεού θεωρίαν· ναι, ω Υιέ και Λόγε του Θεού, λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς το φως σου το αϊδιον, και χύσον εις την αμαρτωλήν μου ψυχήν μίαν ακτίνα της θείας σου ελλάμψεως, δια να ανοίξω το ρυπαρόν στόμα μου εν αινέσει του τιμίου σου ονόματος· εξαπόστειλον το πανάγιόν σου Πνεύμα, την πηγήν της σοφίας και της χάριτος, όπως χαρίση μοι λόγον σοφίας, λόγον γνώσεως, λόγον πίστεως και λόγον θεολογίας, δια να κηρύξω σήμερον εις τους ακροατάς μου την άμετρον δόξαν και χαράν, την οποίαν απηλαύσαμεν από την θείαν σου Μεταμόρφωσιν· ιδού γαρ θαρρών σοι προσέρχομαι τω ειπόντι· «ο αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και τω κρούοντι ανοιγήσεται»· άνοιξον και ημίν την θύραν του ελέους σου. Πρώτη, ανείκαστος και υπερβάλλουσα δόξα, την οποίαν προξενεί σήμερον εις τους ευσεβείς Χριστιανούς η Μεταμόρφωσις του Χριστού, είναι το να πιστεύωμεν αυτό το μυστήριον της ομοουσίου και αδιαιρέτου και μακαρίας Τριάδος, ως εμφαίνει τηλαυγώς ημίν πάσι τοις ορθοδόκοις, αυτήν την Αγίαν Τριάδα. Πατέρα, «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός· αυτού ακούετε». Υιόν, αυτόν τον μεταμορφούμενον Λόγον του Θεού· Πνεύμα, «και ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς». Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, τον ένα και μόνον Θεόν, καθώς μας διδάσκει και ο θεολόγος Ιωάννης εις την καθολικήν του επιστολήν (κεφ. ε:7) «Τρεις εισιν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα· και ούτοι οι τρεις εν εισι»· τοιαύτην δόξαν απηλαύσαμεν σήμερον οι Ορθόδοξοι από την Μεταμόρφωσιν του Χριστού· διότι μας φωτίζει με το θείον του φως, ίνα πιστεύωμεν και ομολογώμεν αυτήν την Αγίαν Τριάδα, μίαν παντελείαν αρχήν, μίαν υπερτελεστάτην ουσίαν, μίαν δύναμιν, μίαν θέλησιν, μίαν ενέργειαν, μίαν εξουσίαν, μίαν κυριότητα, μίαν Βασιλείαν, εις τρεις τελείας υποστάσεις γνωριζομένην και προσκυνουμένην με μίαν προσκύνησιν, πιστευομένην και λατρευομένην υπό πάσης λογικής κτίσεως, ασυγχύτως ηνωμένην, και αδιστάκτως διαιρουμένην· το οποίον και φαίνεται μυστήριον των μυστηρίων, ακατανόητον και ανερμήνευτον βάθος της πίστεως. Τοιαύτην δόξαν απηλαύσαμεν οι Ορθόδοξοι από την Μεταμόρφωσιν του Χριστού, διότι μας λαμπρύνει την διάνοιαν ο ακτινολαμπροπολύφωτος ούτος ήλιος με το θείον του φως, το οποίον φέγγει από την κορυφήν του Θαβωρίου όρους, ίνα καταλαμβάνωμεν αυτήν την Αγίαν Τριάδα, άναρχον, ατελεύτητον, αιώνιον, αϊδιον, άκτιστον, άτρεπτον, αναλλοίωτον, απλήν, ασύνθετον, ασώματον, αόρατον, αναφή, απερίγραπτον, άπειρον, απειροδύναμον, απερινόητον, ακατάληπτον, αγέννητον, άρρευστον, απαθή και αθάνατον. Τοιαύτην δόξαν απηλαύσαμεν οι Ορθόδοξοι από την Μεταμόρφωσιν του Χριστού, διότι φωταγωγεί τας ψυχάς μας με το άκτιστον και ανέσπερον φως, όπερ αστράπτει από τον σεβάσμιον χαρακτήρα του προσώπου του, ίνα κηρύττωμεν αυτήν την Αγίαν Τριάδα, πηγήν πάσης αγαθότητος και δικαιοσύνης, φως νοερόν, απρόσιτον παντοδυναμίαν, πάντων κτισμάτων ορατών τε και αοράτων ποιητικήν, πάντων συνεκτικήν και συντηρητικήν, πάντων προνοητικήν, πάντων κρατούσαν και άρχουσαν και βασιλεύουσαν με ατελεύτητον και αθάνατον Βασιλείαν, πάντα πληρούσαν και υπ’ ουδενός περιεχομένην, αλλά μάλλον αυτήν περιέχουσαν τα σύμπαντα, και συνέχουσαν και προέχουσαν πάντων των αϋλων και υλικών ουσιών. Τοιαύτην δόξαν απηλαύσαμεν οι Ορθόδοξοι από την Μεταμόρφωσιν του Χριστού, διότι μας αυγάζει τον νουν με το απρόσιτον φως ο μεταμορφούμενος Ιησούς, ίνα πιστεύωμεν εις ένα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων, αρχήν και αιτίαν πάντων των όντων, αναίτιον, αγέννητον, Πατέρα άναρχον και προαιώνιον του μονογενούς Υιού αυτού του μεταμορφουμένου, Κυρίου δε και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και προβολέα του Αγίου Πνεύματος. Τοιαύτην δόξαν απηλαύσαμεν οι Ορθόδοξοι από την Μευαμόρφωσιν του Χριστού, διότι μας λαμπαδουχεί με το άπλετον φως ο αυγαζόμενος θείος Λόγος, ίνα πιστεύωμεν και εις ένα Υιόν του Θεού, τον μονογενή, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο· τον Υιόν του Θεού προ των αιώνων, και Υιόν της Παρθένου επ’ εσχάτων των χρόνων, των απαθώς και αρρεύστως δι’ ημάς σαρκωθέντα, ευδοκία του Πατρός, και συνεργεία του Αγίου Πνεύματος· το συναϊδιον απαύγασμα της θείας δόξης, τον χαρακτήρα του ουρανίου Πατρός, την ζώσαν σοφίαν και δύναμιν, τον ενυπόστατον Λόγον τον φέροντα μίαν την υπόστασιν και δύο τας φύσεις και ενεργείας, τον απαθή μεν τη θεότητι, παθητόν δε τη ανθρωπότητι. Τοιαύτην δόξαν απηλαύσαμεν οι Ορθόδοξοι από την Μεταμόρφωσιν του Χριστού, διότι μας ζωγραφίζει εις τας ψυχάς και καρδίας με το σημερινόν φως, όπερ απαστράπτει εν τω Θαβωρίω ο γλυκύς Ιησούς, ίνα πιστεύωμεν και εις εν Άγιον Πνεύμα, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, και εν Υιώ αναπαυόμενον, το λαλήσαν δια των Προφητών, τω Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, ως ομοούσιον τε και συναϊδιον· το του Θεού Πνεύμα, το ευθές, το ηγεμονικόν, την πηγήν της σοφίας και της ζωής και του αγιασμού· Θεόν συν Πατρί και Υιώ υπάρχον και προσαγορευόμενον, άκτιστον, πλήρες, δημιουργόν, παντοκρατορικόν, παντουργόν, παντοδύναμον, απειροδύναμον, δεσπόζον πάσης της κτίσεως, ου δεσποζόμενον· θεούν, ου θεούμενον· μετέχον, ου μετεχόμενον· αγιάζον, ουχ αγιαζόμενον· παράκλητον, ως τας παρακλήσεις των όλων δεχόμενον· ενυπόστατον, κατά πάντα όμοιον Θεόν τω Πατρί και τω Υιώ τη φύσει και τη ουσία, αλλ’ τη υποστάσει. Πατήρ γαρ αγέννητος, Υιός δε γεννητός, Πνεύμα δε το Άγιον εκ μόνου του Πατρός εκπορευτόν. Τοιαύτη είναι η δόξα και η χαρά, χαροποιοί μου αδελφοί, την οποίαν απηλαύσαμεν από την Μεταμόρφωσιν του Χριστού, τοιούτον το μεγαλώτατον φως της Μεταμορφώσεως του Χριστού εφωταγώγησε τας ψυχάς μας, ώστε εγνωρίσαμεν το μυστήριον της Αγίας Τριάδος, ίνα προσκυνώμεν Πατέρα αγέννητον, Υιόν γεννητόν, και Πνεύμα Άγιον εκπορευτόν εκ του Πατρός, ένα και μόνον Θεόν του παντός εν τρισίν προσώποις. Και λοιπόν, αν απηλαύσαμεν τοιαύτην δόξαν της θεογνωσίας, αν εδιδάχθημεν τοιαύτα μυστήρια της πίστεως, ώστε ανέβημεν με τον νουν επάνω εις την δόξαν της μακαρίας Τριάδος, καθώς ηκούσαμεν, ημπορούμεν τάχα να είπωμεν ότι ελαμπρύναμεν την ψυχήν μας από κανένα άλλο φως, παρά από την Μεταμόρφωσιν του Χριστού; Εδιδάχθημεν τάχα τοιαύτην διδασκαλίαν, τοιαύτην μύησιν της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος από άλλον τινά παρά από εκείνον τον πάμφωτον Ήλιον, όστις εξαπλώνει τας ακτίνας του σήμερον επάνω εις το Θαβώριον όρος, και φωταγωγεί όλον τον κυκλοτετραπέρατον κόσμον; Ειπέ μοι· αν ο Ιησούς Χριστός, όστις μεταμορφώνεται σήμερον και δεικνύει την δόξαν της θείας αυτού μορφής έμπροσθεν των Αγίων του Μαθητών, έμπροσθεν των Αγίων του Προφητών, δεν ήθελε σαρκωθή δια την σωτηρίαν μας, και να λάμψη την δόξαν του εις το Θαβώριον όρος, εφωταγωγούσαμεν τάχα ημείς την ψυχήν μας με τοιούτον τιμαλφέστατον φως της Αγίας Τριάδος; Ελαμβάνομεν τοιαύτην δόξαν, τοιαύτην χαράν όσην έχομεν τώρα, καθώς εκείνην την οποίαν είχον και οι Απόστολοι σήμερον; Όχι βέβαια· ουδείς αντερεί μου τον λόγον· έχω μάρτυρα αληθέστατον τον θεολογικώτατον Κοσμάν εν τη έκτη ωδή της σημερινής εορτής, όστις λέγει· «Λαμπηδόνος πλέον, ηλίου φως τρανότερον, εν Θαβώρ εκλάμψαν· ο Χριστός ημάς εφώτισεν». Ο Χριστός λοιπόν, όστις μεταμορφώνεται σήμερον, πλέον από τας λαμπηδόνας του ηλίου μας εφώτισε με το ίδιον φως, όπερ έδειξεν εις τους Αγίους του Μαθητάς, ίνα έλθωμεν εις τοιαύτην δόξαν της ακαταλήπτου Τριάδος, και όχι άλλος τις· εις τοιαύτην δόξαν ανεβιβάσθημεν, Χριστιανοί, με την λάμψιν του μεταμορφουμένου Ιησού, ώστε εγείναμεν, από εκεί όπου είμεθα πρώτον άνθρωποι θνητοί, ύστερον κατά χάριν θεοί αθάνατοι. Και ακούσατε πάλιν την αυτήν θεολόγον γλώτταν χαρμοσύνως βοώσαν· «Εν τη απροσίτω δόξη κατ’ όρος εκφανθέν απορρήτως Θαβώρ, το άσχετον και άδυτον φως, του Πατρός το απαύγασμα, το την κτίσιν φαιδρύναν, τους ανθρώπους εθέωσε μέλποντας». Ω λοιπόν αγία ημέρα της Μεταμορφώσεως του Χριστού μας, και πως να σε ονομάσωμεν, όταν μας εχάρισες την απέραντον δόξαν της θεώσεώς μας; Ω χαρμόσυνον τούτο φως, όπερ λάμπεις από το Θαβώριον, πως να σε εγκωμιάσωμεν; Διατί εφώτισας τας ψυχάς μας, ίνα γνωρίσωμεν το μυστήριον της Αγίας Τριάδος. Ω λαμπρότατε Ήλιε της δικαιοσύνης, ποίαν ευχαριστίαν να σου προσφέρωμεν οι αμαρτωλοί, διότι ήστραψας σήμερον τόσον υπερβολικήν χαράν εις τας τεθλιμμένας καρδίας μας; Ποίαν δόξαν να σου προσφέρωμεν σήμερον, λαμπρότατε Χριστέ, διότι μας έκαμες κατά χάριν από ανθρώπους θεούς, από θνητούς αθανάτους, από αιχμαλώτους αυθέντας και από δούλους βασιλείς; Ποίαν δόξαν, ποίαν προσκύνησιν, ποίαν λατρείαν να σου δώσωμεν σήμερον, γλυκύτατε Ιησού, διότι μας έκαμες από απίστους πιστούς, από ασεβείς ορθοδόξους, από αδόξους δεδοξασμένους και από αμαθείς σοφούς; Αγλαώτατε Ήλιε, όστις φέγγεις το χαρμόσυνον φως πάσι τοις ορθοδόξοις, ποίαν δοξολογίαν και ύμνον να σου προσφέρωμεν οι δούλοι σου, διότι μας ήγειρας από τα γήϊνα εις τα ουράνια, από το σκότος της ασεβείας εις το φως της ορθοδοξίας, από την πολυθεϊαν εις την τρισυπόστατον Θεότητα και από την κόλασιν εις την Βασιλείαν σου; Ημείς δεν ηξεύρομεν ποίον ύμνον να σου προσφέρωμεν, διότι βλέπομεν ταύτη τη ώρα Μωϋσήν και Ηλίαν, των προφητών τους ακρέμονας, να σε προσκυνώσι με φόβον και τρόμον· δεν ηξεύρομεν ποίαν δόξαν να σου δώσωμεν, διότι βλέπομεν Πέτρον και Ιωάννην και Ιάκωβον, των Μαθητών τους προκρίτους, πίπτοντες έως εδάφους της γης, να προσκυνώσι την δόξαν της Βασιλείας σου· όθεν φοβούμενοι πλέον ημείς δια την αναξιότητά μας, δια τα πλήθη των αμαρτιών μας, να εγγίσωμεν πλησίον, να προσφέρωμεν λατρείας και δεήσεις, αφήνομεν προς ώραν την προσκύνησιν, και αρχόμεθα πάλιν δια να ίδωμεν τους τύπους και τα παραδείγματα δια των οποίων μας εζωγράφησας, με την ανερμήνευτον σοφίαν σου, την μακαρίαν Τριάδα. Αυτήν την μακαρίαν και ζωοποιόν και αδιαίρετον Τριάδα, θέλων να μας εντυπώση σαφέστερον ο μεταμορφούμενος θείος Λόγος δια να έλθωμεν εις την δόξαν της τοιαύτης ακαταλήπτου θεωρίας πλέον εμφαντικώτερον, την εζωγράφησεν εις πολλούς τόπους της δημιουργίας του· όμως εμείς, δια να μη πνιγώμεν εις το πέλαγος των παραδειγμάτων, δύο ή τρία μόνον θέλομεν σας παραστήσει δια περισσοτέραν κατάληψιν της δόξης την οποίαν απηλαύσαμεν από την θείαν του Μεταμόρφωσιν, και τα άλλα θα τα αφήσωμεν εις τους πλέον θεοσόφους διδασκάλους και θεολόγους της Εκκλησίας μας να τα θεολογήσωσι. Πρώτον λοιπόν της Αγίας Τριάδος παράδειγμα έχομεν την φύσιν των αϋλων Αγγέλων· διότι είναι εννέα τάγματα (κατά τον ιερομύστην Διονύσιον) και εις τρεις τάξεις διηρημένα. Αναγκαίως κάθε μία τάξις, έχουσα τρεις χορούς, μας φανερώνει τον τύπον της μακαρίας Τριάδος· πάλιν κάθε ένας από αυτούς τους Αγίους Αγγέλους εντυποί την Αγίαν Τριάδα· διότι ως νοερόν πράγμα μας κηρύττει τον άναρχον Νουν και υπερούσιον Πατέρα· πάλιν ως λογικός και σοφός μας φανερώνει τον ενυπόστατον Λόγον και την ζωντανήν σοφίαν, ήτις ευρίσκεται εις τον μεγάλον Νουν, τον Πατέρα· έχων πάλιν ο Άγγελος την ζωήν, και διάφορα χαρίσματα φωτισμού, μας φανερώνει την ενυπόστατον δύναμιν, το Πανάγιον Πνεύμα, την ζωοποιόν και αγιαστικήν, την βρύσιν όλων των χαρισμάτων. Καθώς λοιπόν, ακροατά, λέγεις τον Άγγελον, ότι είναι ένας και μόνος κατά την ουσίαν, αλλ’ έχει τρία πρόσωπα κατά τας υποστάσεις, Νουν, Λόγον και ζωήν, έτσι λέγεις και τον Θεόν ότι είναι και μόνος κατά την ουσίαν, αλλ’ έχει τρία πρόσωπα κατά τας υποστάσεις. Νουν, Λόγον και Πνεύμα· ον τρόπον λοιπόν δεν ημπορείς να ονομάσης τον Άγγελον τρεις Αγγέλους, μολονότι έχει τρία πρόσωπα, αλλ’ ένα μόνον, ούτω και τον Θεόν, δεν ημπορείς να τον ονομάσης τρεις Θεούς, διότι έχει τρία πρόσωπα, αλλ’ ένα και μόνον· και πάλιν, καθώς ονομάζεις ένα Άγγελον, αλλά δεν αρνείσαι τα τρία πρόσωπα τα οποία έχει, ούτω ονομάζεις και ένα Θεόν, αλλά δεν αρνείσαι τα τρία πρόσωπα, τα οποία είπομεν ότι έχει. Τέτοιας λογής είναι η Αγία Τριάς εις την οποίαν πιστεύεις, Χριστιανέ, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, εις Θεός αληθινός, αύτη είναι η υπερθαύμαστος δόξα, την οποίαν έλαβες από τον μεταμορφούμενον Χριστόν, να γνωρίζης με το παράδειγμα των Αγίων Αγγέλων τον ακατάληπτον Θεόν. Δεύτερον παράδειγμα της Αγίας Τριάδος είσαι συ, Χριστιανέ, όστις επλάσθης από τον Θεόν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν αυτού· διότι, καθώς συ είσαι και λέγεσαι ένας άνθρωπος κατά την ουσίαν και φύσιν, αλλά έχεις Νουν, Λόγον και Πνοήν, τοιουτοτρόπως και ο Θεός είναι ένας και μόνος κατά την θείαν του φύσιν, αλλά έχει Νουν, Λόγον και Πνεύμα· ο Νους λοιπόν της ψυχής σου, όστις δεν εγεννήθη από άλλον, σημειοί τον αγέννητον Πατέρα· ο Λόγος πάλιν της ψυχής σου, όστις γεννάται από αυτήν, σημαίνει τον Υιόν και Λόγον του Πατρός, όστις γεννάται από αυτόν· πάλιν η Πνοή, ήτις εκπορεύεται από την ψυχήν σου, σημαίνει το Πανάγιον Πνεύμα, όπερ εκπορεύεται από τον Πατέρα. Πηγή και αρχή και ρίζα μόνη η ψυχή του λόγου και της πνοής σου, πηγή τον αυτόν τρόπον και αρχή και ρίζα του Λόγου και Αγίου Πνεύματος, ο Πατήρ· και πάλιν λέγω, ψυχή και λόγος και πνοή, εν και ου πολλά κατά την ουσίαν και φύσιν, διότι δεν χωρίζεται το ένα από το άλλο, αλλ’ όπου είναι, λόγου χάριν, η ψυχή, είναι και ο λόγος και η πνοή, κατά τον ίδιον τρόπον, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, εν και ου πολλά κατά την ουσίαν και φύσιν, διότι δεν χωρίζεται ούτε ο Πατήρ από τον Υιόν και το Πνεύμα, ούτε ο Υιός από τον Πατέρα και το Πνεύμα, ούτε πάλιν το Πνεύμα από τον Πατέρα και από τον Υιόν. Τώρα ημπορώ εγώ, Χριστιανέ μου, μολονότι έχεις νουν, λόγον και πνοήν, τρία πρόσωπα, να σε ονομάσω τρεις ανθρώπους; Ή μολονότι είσαι ένας άνθρωπος, ημπορώ να είπω ότι δεν έχεις τρία πρόσωπα, νουν, λόγον και πνοήν; Όχι βέβαια· αλλά σε λέγω ένα άνθρωπον, όστις έχεις τρία πρόσωπα, νουν, λόγον και πνοήν· έτσι λέγω και τον Θεόν ένα και μόνον, αλλά έχει τρία πρόσωπα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα· και ούτε διότι έχει τρία πρόσωπα, τον ονομάζω τρεις Θεούς, ούτε με το να λέγω ένα μόνον Θεόν, αρνούμαι τα τρία πρόσωπα. Αν λοιπόν, Χριστιανέ, και η ψυχή σου, ήτις εκτίσθη από τον Θεόν, είναι μία και τριμερής, πολλώ μάλλον ο κτίστης και Θεός είναι ένας και τρισυπόστατος· αυτή είναι πάλιν η δόξα, την οποίαν έλαβες από τον μεταμορφούμενον Χριστόν, να γνωρίζης με το παράδειγμα της ψυχής σου τον τρισυπόστατον Θεόν όστις σε έπλασε. Τρίτον παράδειγμα της Αγίας Τριάδος είναι ο αισθητός ήλιος με τον οποίον ο νοητός Ήλιος της δικαιοσύνης εφωταγώγησε τον ουρανόν· διότι, καθώς αυτός ο ήλιος είναι ένας κατά την ουσίαν, όμως έχει τρία πρόσωπα, δίσκον, ακτίνα και φως, κατά τον ίδιον τρόπον και ο Θεός είναι ένας κατά την φύσιν, αλλά είναι τρισυπόστατος· λοιπόν τύπον του Πατρός, Χριστιανέ, γνώριζε τον δίσκον του ηλίου, την δε ακτίνα τύπον του Υιού, το δε φως τύπον του Αγίου Πνεύματος· και καθώς εις τον ήλιον δεν ήθελες ειπή ποτέ τρεις ηλίους, διότι έχει τρία πρόσωπα, τοιουτοτρόπως και επί Θεού δεν ημπορείς να είπης τρεις Θεούς, διότι έχει τρεις υποστάσεις· και πάλιν, καθώς από τον ήλιον είναι αχώριστος ο δίσκος και η ακτίς και το φως, όθεν και τα τρία εις λέγεται ήλιος, κατά τον ίδιον τρόπον και εις τον Θεόν, εις Θεός η Αγία Τριάς, διότι δεν χωρίζονται μεταξύ των τα τρία πρόσωπα. Πάλιν, καθώς ο ηλιακός δίσκος γεννά την ακτίνα και εκπορεύει το φως, κατά τον ίδιον τρόπον και ο Πατήρ γεννά τον Υιόν, και εκπορεύει το Άγιον Πνεύμα. Πάλιν, καθώς η ακτίς του ηλίου καταβαίνει από τον ουρανόν εις την γην, αλλά από τον ηλιακόν δίσκον δεν χωρίζεται, επειδή όλη είναι και εις τον δίσκον και εις την γην, κατά τον όμοιον τρόπον και ο Υιός του Θεού, γενόμενος άνθρωπος, δεν εχωρίσθη από το Πνεύμα, αλλά ολόκληρος ήτο και εις τον Πατέρα και εις το Πνεύμα, και εις την γην, και εις τον Άδην, και εις τον Παράδεισον, και πανταχού ως Θεός· όθεν ψάλλει η Εκκλησία μας· «Εν τάφω σωματικώς, εν Άδη δε μετά ψυχής ως Θεός, εν Παραδείσω δε μετά ληστού, και εν θρόνω υπήρχες, Χριστέ, μετά Πατρός και Πνεύματος, πάντα πληρών ο απερίγραπτος». Πάλιν, καθώς καταβαίνει από τον δίσκον το φως του ηλίου επάνω εις την γην, και λάμπει εις όλον τον κόσμον, ζωογονούν και ζώα και ανθρώπους και φυτά, αλλά από τον ήλιον είναι αχώριστον, έτσι και το Πανάγιον Πνεύμα καταβαίνει από τον ουρανόν εις την γην, και φωτίζει όλους τους ευσεβείς, εξαπλώνον και διαμοιράζον τα χαρίσματα εις βασιλείς, Αρχιερείς, Ιερείς, Προφήτας, Διδασκάλους, Θεολόγους, Αποστόλους, πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, αλλά ολόκληρον είναι και εις τον Πατέρα, και εις τον Υιόν, και εις την γην, και απανταχού ως Θεός· όθεν πάλιν χαρμοσύνως η Εκκλησία ψάλλει· «Βασιλεύ ουράνιε, παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ο πανταχού παρών, και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών, και ζωής χορηγός». Αυτό είναι το μυστήριον της Αγίας Τριάδος, με το οποίον εφωτίσθημεν από την λάμψιν του μεταμορφουμένου Ιησού· αυτή είναι η μεγαλωτάτη δόξα και χαρά, την οποίαν απηλαύσαμεν από την δόξαν της σημερινής εορτής, ακροαταί, διότι μας ανεβίβασεν έως τον ουρανόν, ίνα θεωρήσωμεν το μυστήριον της Αγίας Τριάδος με το παράδειγμα του ηλίου. Αλλά ποίος είναι εκείνος, ευσεβέστατοι ακροαταί μου, όστις αμφιβάλλει, ότι εδιδάχθημεν τοιαύτην διδασκαλίαν περί της Αγίας Τριάδος από τον μεταμορφούμενον Χριστόν; Ότι ελάβομεν τοιαύτην δόξαν της πίστεως, ως και οι Απόστολοι, από τον μεταμορφούμενον Χριστόν; Ο Χριστός δεν λέγει, «ο εωρακός εμέ, εώρακε τον Πατέρα; Και ει εγνώκειτέ με, εγνώκειτε αν τον αποστείλαντά με; Και ο αθετών εμέ, αθετεί τον αποστείλαντά με»; Πως λοιπόν να μη πιστεύωμεν, ότι εδιδάχθημεν τοιαύτην πίστιν από τον μεταμορφούμενον Χριστόν; «έθελξας ημάς (λέγει και ο Άγιος Μητροφάνης εις τα Τριαδικά του) εις αγάπην σην πολυέλεε, Λόγε του Θεού, δι’ ημάς σωματωθείς ατρέπτως, και τρίφωτον την μίαν Θεότητα μυσταγωγήσας, όθεν σε δοξάζομεν». Εμυσταγωγήθημεν όντως την Αγίαν Τριάδα από τον Υιόν του Θεού, όστις μεταμορφώνεται σήμερον, και διότι εγνωρίσαμεν τον Πατέρα δια του Υιού και διότι εγνωρίσαμεν το Πνεύμα το Άγιον πάλιν δια του Υιού. Λοιπόν, Χριστιανοί, αν ημείς εφωτίσθημεν τόσον από την Μεταμόρφωσιν του Ιησού, αν απηλαύσαμεν τοιαύτην δόξαν της μακαρίας Τριάδος, αν εμισήσαμεν την ασέβειαν, προστρέχοντες όλη ψυχή εις την ευσέβειαν, δεν πρέπει να αγαλλώμεθα; Δεν πρέπει να σκιρτώμεν, διότι εδιδάχθημεν τοιαύτην Αγίαν Ορθοδοξίαν; Διότι επιστεύσαμεν τοιαύτην Αγίαν Τριάδα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, τον ένα και μόνον Θεόν, εις του οποίου το όνομα εβαπτίσθημεν και ηγιάσθημεν; Εις του οποίου το Ευαγγέλιον πιστεύομεν; Του οποίου το σώμα και το αίμα μεταλαμβάνομεν; Εις του οποίου την βασιλείαν ελπίζομεν να σωθώμεν; Βέβαια· δια τούτο, χαίρετε, χαίρετε, ευσεβέστατοι Χριστιανοί, χαίρετε διότι ηξιώθητε τοιαύτης δόξης, να γνωρίσητε την μακαρίαν και ζωοποιόν Τριάδα· χαίρετε, διότι πιστεύετε την σάρκωσιν του Χριστού, και την θείαν του Μεταμόρφωσιν, και δια τούτο θα σας φωταγωγήση και εις την Βασιλείαν του με το φως όπερ αστράπτει ενώπιον των Μαθητών του· χαίρετε, διότι ομολογείτε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, γεννηθέντα εκ της Αγίας Θεοτόκου δια την σωτηρίαν μας, και δια τούτο είσθε από τον Θεόν, και εις τον Θεόν θέλετε υπάγει· το ευαγγελίζει ο Θεολόγος Ιωάννης· «Παν πνεύμα, ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστι· και παν πνεύμα, ο μη ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού ουκ έστι». Αλλά ποία πνεύματα είναι αυτά, τα οποία δεν πιστεύουν τον Υιόν του Θεού εν σαρκί εληλυθότα, Χριστιανοί; Ποίοι δεν πιστεύουν ότι εγεννήθη, ότι μετεμορφώθη, αλλά μόνον κατά φαντασίαν τοιαύτα μυστήρια ασυνέτως ομολογούσιν; Οι άθλιοι Εβραίοι, οι τρισάθλιοι Αγαρηνοί, οι τετυφλωμένοι Αρμένιοι, οι ασεβείς εκείνοι, οίτινες λέγουν το σημερινόν Φως του Χριστού φάντασμα, και όχι θείον και αληθινόν Φως, και έτερα διάφορα έθνη, τα οποία διαφόρως βλασφημούσιν εις την Αγίαν Τριάδα, και εις την σάρκωσιν του Χριστού· αυτοί οι οποίοι αρνούνται τα μυστήρια, οι οποίοι δεν πιστεύουν Θεόν αληθινόν, αλλά πιστεύουν εις τον Αντίχριστον· αυτοί λοιπόν είναι άπιστοι, αυτοί ασεβείς, αυτοί αιρετικοί, αυτοί λατρευταί του δοαβόλου, και δια τούτο θέλουν γίνει και κληρονόμοι του εις την αιώνιον κόλασιν. Διότι όστις δεν πιστεύει την Σάρκωσιν του Χριστού, την θείαν του Μεταμόρφωσιν, και όλα τα θεία αυτού Πάθη, ούτε τον ουράνιον αυτού Πατέρα πιστεύει, ούτε και γνωρίζει ποίον Θεόν λατρεύει· το λέγει και τούτο εις το πέμπτον κεφάλαιον ο Θεολόγος Ιωάννης· «Ίνα πάντες τιμώσι τον Υιόν, καθώς τιμώσι τον Πατέρα. Ο μη τιμών τον Υιόν, ου τιμά τον Πατέρα τον πέμψαντα αυτόν». (Ιωάν. Ε΄ ,  23). Ο δε θείος Παύλος λέγει δια τους τοιούτους· «Ει τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ήτω ανάθεμα· μαράν αθά». (Α΄ Κορ. ιστ: 22). Αλλ’ ω ευσεβέστατοι Χριστιανοί, όσοι εφωταγωγήθητε σήμερον από την Μεταμόρφωσιν του Κυρίου μου, και εδιδάχθητε την δόξαν της Ορθοδοξίας, όσοι ελάβετε αυτόν τον Υιόν του Θεού, και πιστεύετε την θείαν του Σάρκωσιν και την θείαν αυτού Μεταμόρφωσιν, και δια τούτο σας έδωκεν εξουσίαν να γίνετε τέκνα Θεού, καθώς σας φανερώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, πιστεύετε και λατρεύετε αυτόν τον μεταμορφούμενον θείον Λόγον, δια να σας αξιώση να ίδητε την αστραπηφόρον μορφήν του εις την Βασιλείαν του, καθώς την είδον και σήμερον οι Απόστολοι επί το Θαβώριον όρος· όσοι εβαπτίσθητε και ηγιάσθητε με το θείον του Βάπτισμα, όσοι εθρέψατε και εποτίσατε την ψυχήν σας με το άχραντον Σώμα και Αίμα του, όσοι εδιδάχθητε το μυστήριον της Αγίας Τριάδος με το παράδειγμα των Αγίων Αγγέλων, με την λογικήν σας ψυχήν, και με τον λαμπρότατον ήλιον του ουρανού, πιστεύετε και προσκυνείτε αυτόν τον τρισυπόστατον Θεόν, δια να σας αξιώση να απολαύσητε και την Βασιλείαν του. Αμήν. 

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

ΛΟΓΟΣ Β΄ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΝ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

 (του Οσίου Πατρός Εφραίμ του Σύρου)          

Εκ της χώρας, θέρους χαρμονή· εκ του αμπελώνος, καρποί εδεσμάτων· και εκ των θείων Γραφών, διδαχή ζωοποιός. Η χώρα εις ένα καιρόν έχει το θέρος, και η άμπελος εις ένα καιρόν έχει τον τρυγητόν, η Γραφή δε πάντοτε αναγινωσκομένη αναβλύζει διδαχήν ζωοποιόν. Η χώρα, όταν θερισθή, απέσχε· και η άμπελος, όταν τρυγηθή, ταπεινούται· η Γραφή δε καθ’ ημέραν θερίζεται, και οι στάχυες των ερμηνευόντων εν αυτή ουκ εκλείπουσι· και καθ’ ημέραν τρυγείται, και οι βότρυες της εν αυτή ελπίδος ου δαπανώνται. Εγγίσωμεν τοίνυν ταύτη τη χώρα, και των αυλάκων αυτής των ζωοποιών απολαύσωμεν· και θερίσωμεν εξ αυτής στάχυας ζωής, τους λόγους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του ειπόντος προς τους εαυτού Μαθητάς· «Εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσονται θανάτου, έως αν ίδωσι τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη δόξη αυτού». «Και μεθ’ ημέρας εξ παραλαμβάνει τον Σίμωνα Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εις όρος υψηλόν λίαν· και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και το πρόσωπον αυτού έλαμψεν ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένοντο λευκά ως το φως». Άνδρες, ους είπεν, ίνα μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι τον τύπον της ελεύσεως αυτού, ούτοί εισιν ους παραλαβών ανήγαγεν εις το όρος, και έδειξεν αυτοίς πως μέλλει έρχεσθαι εν τη ημέρα τη εσχάτη εν τη δόξη της θεότητος αυτού, και εν τω σώματι της ανθρωπότητος αυτού. Ανήγαγε δε αυτούς εις το όρος, ίνα δείξη αυτοίς, τις ο Υιός, και τίνος. Όταν γαρ ηρώτησεν αυτούς, τίνα λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν του ανθρώπου, λέγουσιν αυτώ· οι μεν Ηλίαν, οι δε Ιερεμίαν, ή ένα των Προφητών. Δια τούτο αναφέρει αυτούς εις το όρος, και δείκνυσιν αυτοίς, ότι ουκ έστιν Ηλίας, αλλά Θεός του Ηλία· ουδέ πάλιν Ιερεμίας, αλλ’ ο αγιάσας Ιερεμίαν εν τη κοιλία της μητρός· ουδέ εις των Προφητών, αλλ’ ο Κύριος των Προφητών, ο και πέμψας αυτούς· και δείκνυσιν αυτοίς, ότι αυτός εστιν ο ποιητής ουρανού και γης, και αυτός εστι Κύριος ζώντων και νεκρών. Εκέλευσε γαρ τω ουρανώ, και κατήγαγε τον Ηλίαν· και ένευσε τη γη, και επέστησε τον Μωσήν· ανήγαγεν αυτούς εις το όρος, ίνα δείξη αυτοίς, ότι αυτός εστιν ο Υιός του Θεού, ο προ αιώνων εκ Πατρός γεννηθείς, και επ’ εσχάτων εκ της Παρθένου σαρκωθείς, ως οίδεν αυτός, ασπόρως τεχθείς και αφράστως, άφθορον διατηρήσας την παρθενίαν. Όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις. Ενώκησε γαρ τη αυτή μήτρα της Παρθένου ο Θεός Λόγος, και ου κατέφλεξε το πυρ της θεότητος αυτού τα μέλη του σώματος της Παρθένου, αλλά και παρεφύλαξεν αυτή του εννεαμηνιαίου χρόνου παρεκτάσει. Ενώκησεν  εν τη μήτρα της Παρθένου, μη βδελυξάμενος το δυσώδες της φύσεως· και εξ αυτής προήλθε Θεός σεσαρκωμένος, ίνα ημάς σώση. Ανήγαγεν αυτούς εις το όρος ίνα δείξη αυτοίς την δόξαν της θεότητος, και να γνωρίση αυτοίς, ότι αυτός εστιν ο λυτρούμενος τον Ισραήλ, καθώς δια των Προφητών εδήλωσε, και να μη σκανδαλισθώσιν εν αυτώ, βλέποντες αυτού τα εκούσια πάθη, α έμελλε πάσχειν δι’ ημάς ανθρωπίνως. Εγνώριζον γαρ αυτόν άνθρωπον, και ουκ ήδεισαν ότι εστί Θεός. Εγνώριζον αυτόν υιόν Μαρίας άνθρωπον, συναναστρεφόμενον αυτοίς εν τω κόσμω· και εγνώρισεν αυτοίς εν τω όρει, ότι αυτός εστιν Υιός του Θεού. Είδον αυτόν, ότι ήσθιε και έπινε και εκοπία και ανεπαύετο, και ενύσταζε και εκοιμάτο και εφοβείτο και ίδρου, α τη φύσει της θεότητος αυτού ουχ ήρμοζον, ει μη μόνον τη ανθρωπότητι. Και δια τούτο αναφέρει αυτούς εις όρος, ίνα ο Πατήρ φωνήση τον Υιόν, και δείξη αυτοίς, ότι Υιός αυτού εστιν εν αληθεία και Θεός. Ανήγαγεν αυτούς εις όρος, και έδειξεν αυτοίς την Βασιλείαν αυτού προ του πάθους αυτού, και την δύναμιν αυτού προ του θανάτου αυτού, και την δόξαν αυτού προ της ύβρεως αυτού, και την τιμήν αυτού προ της ατιμίας αυτού, ίνα, όταν κρατηθή και σταυρωθή υπό των Ιουδαίων, γνώσωνται, ότι ου δι’ ασθένειαν εσταυρώθη, αλλ’ ότι ευδοκία αυτού, εκουσίως εις σωτηρίαν του κόσμου. Αναγαγών αυτούς εις το όρος δείκνυσιν αυτοίς την δόξαν της θεότητος αυτού προ της αναστάσεως, ίνα, όταν εκ νεκρών αναστή εν τη δόξη της φύσεως της θεότητος αυτού, γνώσωνται ότι ουχ υπέρ του κόπου αυτού έλαβε την δόξαν, ως ενδεής, αλλ’ ην αυτού προ αιώνων συν τω Πατρί και μετά του Πατρός, καθώς είπεν ερχόμενος επί το εκούσιον πάθος· «Πάτερ, δόξασόν με τη δόξη η είχον προ του τον κόσμον είναι παρά σοι». Αυτήν ουν την δόξαν της θεότητος αυτού, άδηλον δε και κεκρυμμένην εν τη ανθρωπότητι, απέδειξε τοις Αποστόλοις εν τω όρει· είδον γαρ το πρόσωπον αυτού ως αστραπήν λάμπον· και τα ιμάτια αυτού λευκά ως το φως. Δύο ηλίους οι μαθηταί έβλεπον· ένα εν τω ουρανώ κατά το έθος· και ένα παρά το έθος· ένα τον φαίνοντα αυτοίς, και τον κόσμον καταυγάζοντα εν τω στερεώματι· και ένα αυτοίς μόνοις φαίνοντα το πρόσωπον αυτού εις αυτούς. «Τα δε ιμάτια αυτού λευκά ως το φως»· έδειξεν ότι εξ όλου του σώματος αυτού έβρυεν η δόξα της θεότητος αυτού, και εξ όλων των μελών αυτού έλαμπε το φως αυτού. Ου γαρ ως Μωσής έξωθεν η σαρξ αυτού έλαμψεν εν ευπρεπεία, αλλ’ εξ αυτού έβρυεν η δόξα της θεότητος αυτού. Ανέτειλε το φως αυτού, και εν αυτώ συνήχθη. Ούτε γαρ εις άλλο μέρος απήλθε και είασεν αυτόν, ότι ουκ ήλθεν εκ πλαγίου ετέρου και εκόσμησεν αυτόν, ουκ αν εν χρήσει αυτού ην. Και ουχ όλην την άβυσσον της δόξης αυτού παρέδειξεν, αλλ’ όσον εχώρησε το μέτρον των κορών των οφθαλμών αυτών. Και ώφθησαν αυτοίς Μωσής και Ηλίας λαλούντες μετ’ αυτού. Και οι λόγοι αυτών οι μετ’ αυτού τοιούτοι ήσαν. Χάριν ωμολόγουν αυτώ, ότι οι λόγοι αυτών επληρώθησαν, και πάντων των συν αυτοίς Προφητών, εν τη παρουσία αυτού. Προσκύνησιν αυτώ προσέφερον υπέρ της σωτηρίας, ης εποίησε τω κόσμω, τω γένει των ανθρώπων, και το μυστήριον ο εζωγράφησαν αυτοί, αυτός έργω επλήρωσε. Χαρά τοις Προφήταις και τοις Αποστόλοις εν αυτή τη αναβάσει του όρους εγένετο. Εχάρησαν δε και οι Απόστολοι ιδόντες την δόξαν της θεότητος αυτού, ην ουκ έγνωσαν, και ακούσαντες της φωνής του Πατρός, μαρτυρούσης τω Υιώ και δι’ αυτής έγνωσαν την ανθρωπότητα αυτού, ήτις ην άδηλος παρ’ αυτοίς. Και επίστωσεν αυτούς μετά της φωνής του Πατρός η φανείσα δόξα του σώματος αυτού, εκ της εν αυτώ ενωθείσης ατρέπτως και ασυγχύτως θεότητος. Και εσφραγίσθη η μαρτυρία των τριών εν τη πατρική φωνή, και τω Μωσή και τω Ηλία, οίτινες παρειστήκεισαν αυτώ ως δούλοι· και ο εις τον έτερον έβλεπον· οι Προφήται τους Αποστόλους· και οι Απόστολοι τους Προφήτας· είδον εκεί αλλήλους οι αρχηγοί της Παλαιάς Διαθήκης, τους αρχηγούς της Νέας, είδε Μωσής ο Άγιος τον Σίμωνα αγιασθέντα· είδεν ο οικονόμος του Πατρός τον επίτροπον του Υιού. Ο μεν έσχισε θάλασσαν του περιπατείν λαόν εν μέσω κυμάτων, ο δε ήγειρε σκηνήν του οικοδομήσαι την Εκκλησίαν. Είδεν ο παρθένος της Παλαιάς Διαθήκης, τον παρθένον της Νέας· Ηλίας τον Ιωάννην. Ο αναβάς επί το άρμα του πυρός, τον αναπεσόντα επί το στήθος της φλογός. Και εγένετο το όρος εις τόπον της Εκκλησίας· και ήνωσεν εν αυτώ ο Ιησούς τας δύο Διαθήκας, ας απεδέξατο η Εκκλησία, και εγνώρισεν ημίν, ότι αυτού η ετέρα εφανέρωσε την δόξαν των έργων αυτού. Είπε Σίμων· «Καλόν ημίν εστιν ώδε είναι, Κύριε». Ω Σίμων, τι λέγεις; Εάν ώδε μένωμεν, τον λόγον των Προφητών τις πληροί; Τα ρήματα των κηρύκων τις σφραγίζει; Τα μυστήρια των δικαίων τις τελειοί; Ει ώδε μένομεν, το ώρυξαν χείρας μου και πόδας μου επί τίνι πληρούται; Το διεμερίσατο τα ιμάτιά μου εαυτοίς, και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον, τίνι αρμόζει; Το έδωκαν εις το βρώμα μου χολήν, και εις την δίψαν μου επότισάν με όξος, τίνι συμβήσεται; Το εν νεκροίς ελεύθερον, τις βεβαιοί; Εάν ώδε μένωμεν, το χειρόγραφον του Αδάμ τις σχίσει; Και το χρέος αυτού τις αποτίσει; Και το ένδυμα της δόξης αυτώ τις αποκαθιστά; Εάν ώδε μένωμεν, α είπόν σοι πως γενήσονται; Η Εκκλησία πως οικοδομηθήσεται; Τας κλεις της Βασιλείας των ουρανών πως λήψη παρ’ εμού; Τίνα δήσεις; Τίνα λύσεις; Εάν ώδε μένωμεν, αργούσι πάντα τα ρηθέντα δια των Αγίων Προφητών. Είπε πάλιν· «Ποιήσωμεν ώδε τρεις σκηνάς, Σοι μίαν, και Μωσή μίαν, και Ηλία μίαν». Ο Σίμων επέμφθη οικοδομήσαι την Εκκλησίαν εν τω κόσμω· και αυτός θέλει, ίνα μένη ώδε, όπως ποιή σκηνάς εν τω όρει· ακμήν γαρ ανθρωπίνως προσείχε τω Ιησού, και μετά Μωσέως και Ηλία κατέστησεν αυτόν. Και παρ’ αυτά έδειξεν αυτώ, ότι ου χρήζει της σκηνής αυτού. Αυτός γαρ ην ο ποιήσας τοις πατράσιν αυτού σκηνήν νεφέλης εν τη ερήμω. «Έτι γαρ αυτών λαλούντων, ιδού νεφέλη φωτός επεσκίασεν αυτούς». Βλέπεις, Σίμων, σκηνήν άνευ κόπου; Σκηνήν κωλύουσαν καύμα, και μη έχουσαν σκότος; Σκηνήν απαστράπτουσαν και φαίνουσαν; Και των μαθητών θαυμαζόντων, ιδού, φωνή ηκούσθη εκ της νεφέλης, παρά Πατρός, λέγουσα· «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα· αυτού ακουετε». Μετά της φωνής του Πατρός, Μωσής υπέστρεψεν εις τον τόπον αυτού· και Ηλίας υπέστρεψεν εις την χώραν αυτού, και οι Απόστολοι επί πρόσωπον έπεσον επί την γην και ο Ιησούς ειστήκει μόνος, ότι η φωνή εκείνη επ’ αυτώ μόνω επληρούτο. Έφυγον οι Προφήται και οι Απόστολοι επί την γην έπεσον· ότι επ’ αυτούς ουκ επληρούτο η φωνή του Πατρός μαρτυρούσα· ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα· αυτού ακούετε. Εδίδαξεν αυτούς ο Πατήρ, ότι επληρώθη η οικονομία του Μωσέως, και ίνα νυν του Υιού ακούσωσιν. Εκείνος γαρ, ως δούλος, α εκελεύσθη ελάλησε, και α ερρέθη αυτώ εκήρυξε· και πάντες οι Προφήται, έως ου ήλθεν ω απόκειται, τουτ’ έστιν Ιησούς· ος εστιν Υιός και ουκ οικογενής· Κύριος, και ου δούλος· δεσπόζων, και ου δεσποζόμενος· τη φύσει τη θεϊκή, ούτος ο Υιός μου ο αγαπητός. Τοις δε Αποστόλοις, ο ην παρ’ αυτοίς άδηλον, ο Πατήρ εφανέρωσεν εν τω όρει. Ο ων μηνύει τον όντα· ο Πατήρ φανεροί τον Υιόν· εν αυτή τη φωνή, οι Απόστολοι έπεσον επί πρόσωπον επί την γην. Βροντή γαρ ην φοβερά, ώστε εκ της φωνής αυτού η γη ετρόμαξε, και ούτοι έπεσον επί την γην. Έδειξεν αυτοίς, ότι ο Πατήρ ήγγισε και εκάλεσεν αυτούς ο Υιός αυτή φωνή αυτού, και ήγειρεν αυτούς. Ώσπερ γαρ η φωνή του Πατρός έρριψεν αυτούς, ούτω και η φωνή του Υιού εν τη ισχύϊ της θεότητος αυτού ήγειρεν αυτούς, ήτις ενοικήσασα αυτή σαρκί αυτού και ενωθείσα εν αυτή ατρέπτως, αμφότερα εν μια υποστάσει και ενί προσώπω αδιαιρέτως διαμένουσιν ασυγχύτως. Ουχ ως Μωσής έξωθεν ευπρεπής εγένετο, αλλ’ ως Θεός εν δόξη ήστραπτε. Μωσής γαρ τη επιφανεία του προσώπου αυτού εχρίσθη εν ευπρεπεία. Ιησούς δε όλω τω σώματι αυτού, ως ο ήλιος εν ταις ακτίσιν αυτού, ούτως ήστραπτε τη δόξη της θεότητος αυτού. Και ο Πατήρ έκραξεν· «ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα· αυτού ακούετε». Ου κεχωρισμένον της δόξης του Υιού της θεότητος. Μία γαρ φύσις, ο Πατήρ, και ο Υιός συν τω Αγίω Πνεύματι, μία δύναμις και μία ουσία, και μία Βασιλεία, και εις ένα έκραξε την φωνήν εν ονόματι εντελεί και εν δόξη φοβερά. Και η Μαρία Υιόν αυτόν εκάλει, ου κεχωρισμένον τω σώματι τω ανθρωπίνω εκ της δόξης αυτού της θεότητος· εις γαρ εστι Θεός εν σώματι φανείς εις τον κόσμον. Η δόξα αυτού εμήνυσε την δόξαν την θεϊκήν την εκ του Πατρός· και το σώμα αυτού εμήνυσε την ανθρωπίνην την εκ της Μαρίας· αμφοτέρας τας φύσεις συνελθούσας και ενωθείσας εν μια υποστάσει. Μονογενής εκ Πατρός, και εκ Μαρίας μονογενής· και ο μερίζων μερισθήσεται εκ της Βασιλείας αυτού, και ο συγχέων αυτού τας φύσεις απολείται εκ ζωής αυτού· ο αρνούμενος ότι ουκ εγέννησε Θεόν η Μαρία, μη ίδοι την δόξαν της Θεότητος αυτού· και ο αρνούμενος ότι ουκ εφόρεσε σάρκα αναμάρτητον, έσται ερριμμένος εκ της σωτηρίας, και εκ της ζωής της δια του σώματος αυτού διδομένης. Αυτά τα πράγματα μαρτυρούσι, και αι δυνάμεις αυτού αι θεϊκαί διδάσκουσι τους διακριτικούς, ότι εστί Θεός αληθινός· και τα πάθη αυτού δηλούσιν, ότι εστίν άνθρωπος αληθινός· και εάν ου πληροφορούνται οι ασθενείς τη διανοία αποτίσουσι δίκην εν τη ημέρα αυτού τη φοβερά.  Ει ουκ ην σάρξ, Μαρία εν τω μέσω, τι παρήχθη; Και ει μη ην Θεός, Γαβριήλ Κύριον τίνα εκάλει; Ει ουκ ην σάρξ, εν τη φάτνη τις ανέκειτο; Και ει μη ην Θεός, άγγελοι καταβάντες τίνα εδόξαζον; Ει ουκ ην σαρξ, σπαργάνοις τις ειλίσσετο; Και ει μη ην Θεός, οι ποιμένες τίνα προσεκύνουν; Ει ουκ ην σάρξ, Ιωσήφ τίνα περιέτεμε; Και ει μη ην Θεός, ο αστήρ εν ουρανώ εις τιμήν τίνος έτρεχεν; Ει ουκ ην σάρξ, Μαρία τίνα εθήλαζε; Και ει μη ην Θεός, οι μάγοι δώρα τίνι προσέφερον; Ει ουκ ην σάρξ, Συμεών εν αγκάλαις τίνα εβάσταζε; Και ει μη ην Θεός, τίνι έλεγεν, απόλυσόν με μετ’ ειρήνης; Ει ουκ ην σάρξ, Ιωσήφ τίνα λαβών εις Αίγυπτον έφυγε; Και ει μη ην Θεός, το εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον Υιόν, επί τίνι επληρώθη; Ει ουκ ην σάρξ, Ιωάννης τίνα εβάπτισε; Και ει μη ην Θεός, ο Πατήρ εξ ουρανού τίνι έλεγεν, «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα»; Ει ουκ ην σάρξ, τις ενήστευσε και επείνασεν εν τη ερήμω; Και ει μη ην Θεός, οι άγγελοι καταβάντες τίνι διηκόνουν; Ει ουκ ην σάρξ, τις εκλήθη εις τους γάμους εν Κανά της Γαλιλαίας; Και ει μη ην Θεός, το ύδωρ εις οίνον τις μετέβαλεν; Ει ουκ ην σάρξ, οι άρτοι εις χείρας τίνος έκειντο; Και ει μη ην Θεός, όχλους και χιλιάδας εκτός γυναικών και παιδίων εν τη ερήμω τις εχόρτασεν εκ πέντε άρτων και δύο ιχθύων; Ει ουκ ην σάρξ, εν τω πλοίω τις εκάθευδε; Και ει μη ην Θεός, τοις ανέμοις και τη θαλάσση τις επετίμα; Ει ουκ ην σάρξ, Σίμων ο Φαρισαίος μετά τινος ήσθιε; Και ει μη ην Θεός, τα πλημμελήματα της αμαρτωλού τις συνεχώρει; Ει ουκ ην σάρξ, επάνω του φρέατος κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας τις εκάθητο; Και ει μη ην Θεός, ύδωρ ζων τη Σαμαρείτιδι τις εδίδου, και ήλεγχεν επεί πέντε άνδρας έσχεν; Ει μη ην σάρξ, ενδύματα ανθρώπου τις εφόρει; Και ει μη ην Θεός, δυνάμεις τις εποίει και θαύματα; Ει μη ην σάρξ, εις την γην τις έπτυσε και πηλόν εποίησε; Και ει μη ην Θεός, εκ του πηλού οφθαλμούς τις αναβλέπειν ηνάγκαζεν; Ει μη ην σάρξ, εν τω μνημείω του Λαζάρου τις έκλαιε; Και ει μη ην Θεός, νεκρόν όντα τετραήμερον κελευστικώς τις εξέβαλεν; Ει μη ην σάρξ, επί του πώλου τις εκάθισε; Και ει μη Θεός, οι όχλοι μετά δόξης εις απάντησιν τίνος εξήρχοντο; Ει μη ην σάρξ, οι Ιουδαίοι τίνα εκράτησαν; Και ει μη ην Θεός, τις εκέλευσε τη γη, και επί πρόσωπον αυτούς έρριψεν; Ει ουκ ην σάρξ, ραπισμώ τις ερραπίζετο; Και ει μη ην Θεός, το ωτίον το αποτμηθέν δια του Πέτρου τις εθεράπευσε και αποκατέστησεν εις τον τόπον αυτού; Ει ουκ ην σάρξ, το πρόσωπον τίνος εμπτύσματα εδέχετο; Και ει μη ην Θεός, Πνεύμα άγιον εις τα πρόσωπα των Αποστόλων τις ενεφύσησε; Ει ουκ ην σάρξ, έμπροσθεν του Πιλάτου εν τω κριτηρίω τις παρίστατο; Και ει μη ην Θεός, την γυναίκα του Πιλάτου κατ’ όναρ τις εφόβει; Ει ουκ ην σάρξ, ιμάτια τίνος απέδυσαν και εμερίσαντο οι στρατιώται; Και ει μη ην Θεός, ο ήλιος πως εσκοτίσθη επί του σταυρού; Ει ουκ ην σάρξ, εν τω σταυρώ τις εκρέματο; Και ει μη ην Θεός, την γην εκ θεμελίων τις έσεισεν; Ει ουκ ην σάρξ, ήλοις τίνος χείρες και πόδες καθηλώθησαν; Και ει μη ην Θεός, το καταπέτασμα του Ναού πως εσχίσθη και αι πέτραι ερράγησαν και οι τάφοι ηνεώχθησαν; Ει ουκ ην σάρξ, «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες», τις έκραξε; Και ει μη ην Θεός, «Πάτερ, συγχώρησον αυτοίς», τις είπεν; Ει ουκ ην σάρξ , εν τω σταυρώ μετά των ληστών τις εκρέματο; Και ει μη ην Θεός, τω ληστή πως έλεγε, «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω»; Ει μη ην σάρξ, όξος και χολήν τίνι προσήνεγκαν; Και ει ουκ ην Θεός, ο άδης τίνος φωνήν ακούσας ετρόμησεν; Ει μη ην σάρξ, η λόγχη πλευράν τίνος ένυξε και εξήλθεν αίμα και ύδωρ; Και ει μη ην Θεός, πύλας άδου τις συνέτριψε και δεσμά διέρρηξε και κελεύσει τίνος νεκροί αποκεκλεισμένοι εξήρχοντο; Ει μη ην σάρξ, οι Απόστολοι εν τω υπερώω τίνα είδον; Και ει ουκ ην Θεός, των θυρών κεκλεισμένων πως εισήλθεν; Ει ουκ ην σάρξ, τίνος εν χερσί πληγάς ήλων και λόγχης εν πλευρά εψηλάφησε Θωμάς; Και ει μη ην Θεός, τίνι ανέκραξεν· «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»; Ει ουκ ην σάρξ, επί της θαλάσσης της Τιβεριάδος τις έφαγε; Και ει μη ην Θεός, εν κελεύσματι τίνος επληρώθη το δίκτυον ιχθύων; Ει ουκ ην σάρξ, οι Απόστολοι και οι Άγγελοι τίνα εθεάσαντο αναλαμβανόμενον εις τον ουρανόν; Και ει μη ην Θεός, ο ουρανός τίνι ηνοίχθη, και αι δυνάμεις τίνι προσεκύνησαν τρόμω; Και Πατήρ τίνα προετρέπετο, κάθου εκ δεξιών μου και τα εξής; Ει ουκ ην Θεός και άνθρωπος, ψευδής η σωτηρία ημών λοιπόν· ψευδείς και αι φωναί των Προφητών. Αλλ’ ηλήθευσαν οι Προφήται, και αψευδείς αυτών αι μαρτυρίαι. Α εκελεύσθησαν, το Πνεύμα το Άγιον δι’ αυτών ελάλει· διο και Ιωάννης, ο αγνός και παρθένος, επί τω στήθει της φλογός αναπεσών, επικυρών τας των Προφητών φωνάς, θεολογών εν Ευαγγελίοις εδίδαξεν ημάς λέγων· «Εν αρχή ην ο Λόγος. Πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονε· και ο Λόγος σάρξ εγένετο, και εσκήνωσεν εν ημίν». Ο εκ Θεού Θεός Λόγος, και εκ Πατρός Υιός μονογενής, ομοούσιος τω Πατρί ο ων εκ του όντος προαιώνιος Λόγος· εκ Πατρός γεννηθείς άνευ μητρός προ πάντων των αιώνων αρρήτως· ο αυτός επ’ εσχάτων τίκτεται εκ θυγατρός ανθρώπου, εκ Μαρίας της Παρθένου, άνευ πατρός, Θεός σεσαρκωμένος, φορέσας εξ αυτής σάρκα, και γενόμενος άνθρωπος, όπερ ουκ ην, ίνα τον κόσμον σώση. Και αυτός εστιν ο Χριστός, ο Υιός του Θεού ο μονογενής εκ Πατρός, και εκ μητρός μονογενής. Ομολογώ τον αυτόν, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον, εν δύο ταις φύσεσι καθ’ υπόστασιν, ήτοι πρόσωπον, ηνωμέναις γνωριζόμενον αδιαιρέτως τε και ασυγχύτως και ατρέπτως, σάρκα ενδυσάμενον την εμψυχωμένην, ψυχή λογική τε και νοερά κατά πάντα γενόμενον ημίν ομοιοπαθή, δίχα μόνον της αμαρτίας. Ο αυτός επίγειος και ουράνιος, πρόσκαιρος και αϊδιος, ηργμένος και άναρχος, άχρονος και υπό χρόνον, κτιστός και άκτιστος, παθητός και απαθής, Θεός και άνθρωπος, κατ’ άμφω τέλειος, εν δύο και εν δυσίν εις. Εν πρόσωπον του Πατρός, και εν πρόσωπον του Υιού, και εν πρόσωπον του Αγίου Πνεύματος. Μία Θεότης, μία δύναμις, μία Βασιλεία εν τρισί προσώποις, ήτοι υποστάσεσιν. Ούτω δοξάζομεν την Αγίαν Μονάδα εν Τριάδι, και την Αγίαν Τριάδα εν Μονάδι. Εν ω έκραξεν ο Πατήρ εξ ουρανού, «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός· αυτού ακούετε». Ταύτα εδέξατο η Αγία του Θεού Καθολική Εκκλησία· εν αυτή τη Αγία Τριάδι βαπτίζει εις ζωήν αιώνιον, εις αυτήν ομολογεί αμερίστως, αχωρίστως, και αυτή προσκυνεί μη σφαλλομένη και ομολογεί και δοξάζει. Αυτή τη τρισυποστάτω Μονάδι πρέπει δόξα, ευχαριστία, τιμή, κράτος, μεγαλωσύνη, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

ΛΟΓΟΣ Α΄ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΝ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

 (Εκ του Θησαυρού του Δαμασκηνού).            

Η υπόθεσις της σημερινής εορτής της του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού θείας Μεταμορφώσεως, ευλογημένοι Χριστιανοί, γνώρισμα και σημείον της Θεότητος Αυτού είναι, διότι το φως, όπερ έδειξε σήμερον ο Χριστός, ως Θεός το έδειξεν, επειδή το φως εκείνο δεν ήτο κτιστόν ή επίγειον φως ή ανθρώπινον, αλλά φως άϋλον και άκτιστον, και δια τούτο ως Θεός μαρτυρείται παρά πάντων, δια το γνώρισμα αυτό της Θεότητος· όχι δε μόνον από ανθρώπους, αλλά και αυτός ο Πατήρ τον εμαρτύρησεν Υιόν του ηγαπημένον, καθώς τον εμαρτύρησε και εις τον Ιορδάνην ποταμόν βαπτιζόμενον. Αλλά, ω χριστιανοί θεόσωστοι, επειδή δεσποτική είναι η εορτή μας και επειδή θεϊκής φύσεως γνώρισμα είναι η υπόθεσίς μας, αθροίσθητε μετά χαράς και δεσποτικώς, ως ο Θεός θέλει, ας εορτάσωμεν την αγίαν ταύτην εορτήν, ας αφήσωμεν παν νόημα γεώδες και υλικόν και μόνον τα άϋλα και ουράνια ας φανταζώμεθα· ας μισήσωμεν τα κοσμικά και ας ποθήσωμεν τα ουράνια· μη επιθυμώμεν τα επί της γης, και τα των ουρανών καταφρονώμεν· μη αγαπώμεν τα φθαρτά και πρόσκαιρα, αλλά τα έφθαρτα και αιώνια· ας καθαρίσωμεν τον νουν μας· ας ετοιμασθώμεν προς ακρόασιν ουρανίων πραγμάτων και προς το Θαβώριον όρος ας ανέλθωμεν, δια να ίδωμεν καθαρώς την Παναγίαν Τριάδα. Εκεί θέλομεν ιδεί Υιόν μεταμορφούμενον, Πατέρα προσμαρτυρούντα και Πνεύμα ως νεφέλην επισκιάζουσαν. Εκεί προφήτας μεν θέλομεν ιδείν προσκυνούντας δουλικώς. Αποστόλους δε από το άστεκτον εκείνο φως κάτω εις την γην πίπτοντας· εκεί ο Δεσπότης Χριστός την κεκρυμμένην θεότητα σήμερον κατ’ ολίγον αποκαλύπτει· δεικνύει μεν ολίγον φως, δια να γνωρισθή ως Θεός αληθινός· καλύπτει δε το πολύ δια να μη αποθάνωσιν οι Μαθηταί από το περισσόν φως της θεότητος. Εκεί ο Μωϋσής βλέπει τον νομοθέτην Χριστόν, και ο Ηλίας τον κηρυχθέντα υπ’ αυτού· εκεί όθεν και ημείς με τον νουν αναβώμεν, δια να φωτισθώμεν ως οι Απόστολοι· και εάν μη τοσούτον, αλλ’ έστω μερικώς και ολιγοστώς. Εάν λοιπόν καθαρισθώμεν και ετοιμασθώμεν, θέλομεν φωτισθή· και εάν φωτισθώμεν, θέλομεν ακούσει την υπόθεσιν της εορτής μας, καθώς είναι πρέπον και δίκαιον, και θέλομεν κατανοήσει τα λεγόμενα. Άρχομαι λοιπόν απ’ εδώ την υπόθεσιν της εορτής με τους λόγους του Ευαγγελίου. Και οι μεν Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς, οι τρεις Ευαγγελισταί, λέγουσιν ούτω· και πρώτος ο Ματθαίος· «Ελθών ο Ιησούς εις τα μέρη Καισαρείας της Φιλίππου, ηρώτα τους Μαθητάς αυτού, λέγων. Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν του ανθρώπου; Οι δε είπον· «Οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν, ή ένα των Προφητών». Λέγει αυτοίς· «Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι»; Αποκριθείς δε Σίμων Πέτρος είπε· «Συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Περιπατών ο Κύριος εις την γην σωματικώς, μετέβη και έως τα μέρη της Καισαρείας του Φιλίππου. Επειδή δε πέντε Καισάρειαι υπάρχουν, την δε Καισάρειαν, την οποίαν αναφέρει το Ευαγγέλιον, την έκτισεν ο Φίλιππος ο Μακεδών, δια τούτο ωνομάζετο του Φιλίππου· εις αυτής λοιπόν της Καισαρείας τα μέρη ελθών ο Ιησούς ηρώτησε τους Μαθητάς του· «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι»; Εγνώριζεν ο Χριστός τίνα τον λέγουσιν, αλλ’ ήθελε να ακούσουν και οι άλλοι Μαθηταί από του Πέτρου το στόμα τις είναι ο Χριστός· τους ηρώτησε λοιπόν και απεκρίθησαν, ότι άλλοι λέγουσιν ότι είσαι ο Βαπτιστής Ιωάννης. Αλλά πως ο Βαπτιστής Ιωάννης ήτο ο Χριστός, αφού ο Ιωάννης ήτο αποκεφαλισμένος; Ενόμιζον οι άνθρωποι, ότι ο Βαπτιστής Ιωάννης ανεστήθη, καθώς το λέγει και το Ευαγγέλιον του αυτού Ματθαίου, ως από στόματος του τετράρχου Ηρώδου· «Ούτος εστιν Ιωάννης ο Βαπτιστής· αυτός ηγέρθη από νεκρών, και δια τούτο αι δυνάμεις ενεργούσιν εν αυτώ». Υπελάμβανον όθεν οι άνθρωποι ότι ανεστήθη ο Ιωάννης· δια τούτο έλεγον τον Χριστόν Ιωάννην. Άλλοι πάλιν τον έλεγον Ηλίαν· άλλοι Ιερεμίαν· άλλοι ως ένα από τους θαυμαστούς Προφήτας. Κακώς όμως υπελάμβανον οι άνθρωποι τον Χριστόν ούτω. Διότι πότε ο Ιωάννης ανέστησε νεκρόν ως ο Χριστός; Πότε ο Ηλίας ιάτρευσε τυφλούς; Πότε ο Ιερεμίας εθεράπευσε τους χωλούς και ασθενείς; Βλέπεις ότι κακώς υπελάμβανον οι άνθρωποι δια τον Χριστόν; Τους λέγει ο Χριστός· «αλλ’ εσείς τι λέγετε δι’ εμέ»; Αποκριθείς ο Πέτρος λέγει· «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος». Ο δε Ιησούς είπεν αυτώ· «Μακάριος ει Σίμων βαρ Ιωνά»· ήτοι μακάριος είσαι συ Σίμων υιέ του Ιωνά. (Εβραϊστί υιός ονομάζεται Βαρ, Ιωνάς δε ερμηνεύεται περιστερά). Του είπε λοιπόν ο Χριστός· μακάριος είσαι εσύ Σίμων, υιέ του Ιωνά, «ότι σάρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις Ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω, ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλεις της Βασιλείας των ουρανών· και ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς· και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς». Αλλού πάλιν λέγει, ότι όποιος θέλει να με ακολουθήση, ας αρνηθή τον εαυτόν του, ήτοι τας αμαρτίας του, και ας λάβη τον σταυρόν του, ήτοι ας ενθυμήται καθ’ ημέραν τον θάνατόν του· και τότε ας με ακολουθήση. Ακολούθως λέγει ο Ευαγγελιστής, ότι είπεν ο Χριστός: «Αμήν λέγω υμίν, ότι εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσονται θανάτου, έως αν ίδωσι τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη Βασιλεία αυτού». Ήτοι τον Υιόν του ανθρώπου, δηλαδή τον Χριστόν, όπου μέλει να δείξη την δόξαν του· αυτό λέγεται Βασιλεία. Αυτά, όπου είπομεν, δεν είναι υπόθεσις της εορτής, αλλά δια τούτο μόνον τα είπομεν, δια να εννοήσητε ποίοι ήσαν αυτοί, όπου δεν εγεύθησαν τον θάνατον έως ου είδον τον Χριστόν μεταμορφωθέντα· ήτο δε Πέτρος και Ιωάννης και ο αδελφός του Ιάκωβος, οίτινες κατηξιώθησαν και είδον την δόξαν του Κυρίου εις το Θαβώριον όρος· πως δε την είδον; Ακούσατε πάλιν του Ευαγγελιστού Ματθαίου. «Και μεθ’ ημέρας εξ παραλαμβάνει ο Ιησούς τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, και αναφέρει αυτούς εις όρος υψηλόν κατ’ ιδίαν, και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών». Ήτοι,αφ’ ου είπεν ο Χριστός τους λόγους αυτούς όπου προείπομεν, παρήλθον εξ ημέραι, και λαμβάνει τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην τον αδελφόν του Ιακώβου, και τους ανεβίβασεν εις εν όρος υψηλόν χωριστά από τους άλλους, και μετεμορφώθη έμπροσθέν των. Και ο Μάρκος δε ο Ευαγγελιστής και αυτός έξ ημέρας λέγει· ο δε Λουκάς λέγει· και μεθ’ ημέρας οκτώ. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγει και την ημέραν εκείνην όπου ηρώτησε τους Μαθητάς του ο Χριστός· «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι», λέγει και την ημέραν εκείνην όπου μετεμορφώθη· οι δε άλλοι Ευαγγελισταί μόνον τας εν μέσω ημέρας λέγουσιν· εκείνην δε όπου τους ηρώτησε δεν την λέγουσι· δια τούτο δε εξ ημέρας λέγει ο Ματθαίος και ο Μάρκος, ο δε Λουκάς λέγει οκτώ. Διατί δε λέγει τον Ιάκωβον τον αδελφόν Ιωάννου; Δια να μη ακούης Ιάκωβον και νομίζεις ότι δι’ άλλον Ιάκωβον λέγει· ότι είναι και άλλος Ιάκωβος, όστις ωνομάζετο του Αλφαίου· οι δύο δε αυτοί ήσαν υιοί του Ζεβεδαίου και Σαλώμης, η οποία Σαλώμη αυτή ήτο θυγάτηρ της Μαρίας της γυναικός του Ματθάν. Αυτούς τους τρεις έλαβεν ο Κύριος και τους ανεβίβασεν εις όρος υψηλόν. Και πως τους ανεβίβασεν; Ο Ευαγγελιστής λέγει, ότι τους ανεβίβασε με την δύναμιν και την αγάπην των λόγων του· τους ανεβίβασεν, διότι οι Μαθηταί, ακούοντες τους λόγους του Κυρίου δεν εδειλίασαν δια το μήκος και τον κόπον της οδού. Πως όμως θα γνωρίσωμεν, ότι όρος υψηλόν, όπως λέγουν οι Ευαγγελισταί, το Θαβώριον όρος ήτο; Ο Ματθαίος δεν το λέγει, ο Μάρκος δεν το ονομάζει, ο Λουκάς δεν το λέγει, ουδέ ο Ιωάννης το αναφέρει· πως θα εννοήσωμεν λοιπόν ότι δια το Θαβώρ όρος λέγει; Άλλως πως δεν δυνάμεθα να το εννοήσωμεν, ειμή από την προφητείαν του προφητάνακτος Δαβίδ, όστις λέγει· «Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματί σου αγαλλιάσονται». Και ότι μεν θέλουσιν αγαλλιασθή, το λέγει ο Δαβίδ· πότε όμως και με ποίον τρόπον δεν το αναφέρει. Λέγουσί τινες· διατί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δεν αναφέρει τίποτε δια την Μεταμόρφωσιν του Χριστού; Και λέγομεν, ότι δια να μη φανή ότι δια χάριν του εαυτού του το λέγει, δια τον λόγον αυτόν αφήκε να διακηρύττουν άλλοι την αλήθειαν, την οποίαν είδεν αυτός ο ίδιος. Τι δε σημαίνει το μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών; Τούτο θέλει να είπη, ότι ο Κύριος, εφ’ όσον ευρίσκετο κάτω με τους άλλους Μαθητάς και τους ανθρώπους, ήτο ταπεινός τω σχήματι· ήτο τη αληθεία κατηφής και σκυθρωπός, εφαίνετο ως πτωχός και πένης· πτωχός μεν, διότι από Θεός έγινεν άνθρωπος, από Βασιλεύς δούλος και από πλούσιος πένης· πένης δε διότι δεν είχεν ούτε την καθημερινήν τροφήν να φάγη. Επειδή λοιπόν τοιούτος εφαίνετο και ήτο και περιεπάτει εις την γην, εις δε το όρος, όταν ανέβη, εφάνη Θεός, εξουσιαστής, Βασιλεύς, όλος φως, όλος λαμπρότης, δια τούτο λέγει ο Ευαγγελιστής, ότι μετεμορφώθη, ήτοι ήλλαξεν η μορφή του, έμπροσθεν των Μαθητών, ως λέγει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος: «Και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένοντο λευκά ως το φως. Και ιδού, ώφθησαν αυτοίς Μωϋσής και Ηλίας μετ’ αυτού συλλαλούντες». Αλλά αυτός είναι ο ποιητής του ηλίου, αυτός είναι ο Θεός και κτίστης του φωτός· πως λοιπόν έφθανεν η λάμψις του ηλίου την λαμπρότητα των ιματίων του Χριστού; Διατί λέγει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ότι ως τον ήλιον έλαμψε; Τούτο λέγει, διότι δεν έχει με τι άλλο λαμπρότερον να τον παρομοιάση. Ο δε Μάρκος λέγει· λευκά ως χιών· και ο Λουκάς λέγει· εγένετο ο ιματισμός αυτού λευκός εξαστράπτων. Όταν έλαμψε το πρόσωπον του Χριστού εφάνησαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας συλλαλούντες μετ’ αυτού· «Αποκριθείς δε ο Πέτρος λέγει τω Ιησού· ραββί, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι· και ποιήσωμεν σκηνάς τρεις, σοι μίαν και Μωϋσεί μίαν και Ηλία μίαν». Εφοβείτο ο Πέτρος δια τον Χριστόν μήπως τον φονεύσουν οι Ιουδαίοι· διότι ήκουσεν από το στόμα του Χριστού όστις έλεγε· μέλλει ο Υιός του ανθρώπου να παραδοθή εις χείρας ανθρώπων αμαρτωλών, να σταυρωθή και να αποθάνη· αυτός δε, επειδή είχε περισσοτέραν αγάπην εις τον Χριστόν, δεν ήθελε να καταβούν κάτω εις το πλήθος των ανθρώπων, αλλ’ ηγάπα την ησυχίαν εις το όρος· δια τούτο και πρότερον έλεγεν ο Ευαγγελιστής Ματθαίος· «Και προσλαβόμενος αυτόν ο Πέτρος, ήρξατο επιτιμάν αυτώ, λέγων· Ίλεως σοι, Κύριε, ου μη σοι έσται τούτο. Ο δε στραφείς είπε τω Πέτρω: «Ύπαγε οπίσω μου Σατανά, σκάνδαλόν μου ει· ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων». Πως λοιπόν εσύ μέχρι τούδε με έλεγες Υιόν Θεού, μέχρι τούδε με ωμολόγεις Χριστόν και ήδη φοβείσαι μήπως αποθάνω; Μάλιστα δια τούτο έλεγεν ο Πέτρος, καλόν είναι να είμεθα εδώ· αν όμως δεν θέλης, δεν εναντιούμεθα· δεν σε βιάζομεν· Αλλά ειπέ ημίν, ω Πέτρε, δι’ εσάς δεν θέλετε να κάμνετε καλύβας; Ούτε προτιμάτε να μένετε ασκεπείς εις το όρος δια την αγάπην του Χριστού; Βλέπετε το μέγεθος της αγάπης, την οποίαν είχεν εις τον Χριστόν; Δεν τον ενδιέφερε δι’ εαυτόν· πρώτον είπε δια τον Χριστόν, διότι δι’ αυτόν ενδιεφέρετο περισσότερον· δεύτερον δια τον Μωϋσήν, διότι αυτός ήτο νομοθέτης του παλαιού νόμου, αυτός επρωτόδειξε προφητείαν και λόγους Θεού και αυτόν εγνώριζεν ως μεγαλύτερον από όλους τους Προφήτας τους παλαιούς· τρίτον δε είπε τον Ηλίαν, ως κατώτερον του Μωϋσέως, διότι και οι δύο των είναι εκδικηταί καλοί· ο μεν Μωϋσής επρόσταξε και εφόνευσαν όσους προσεκύνησαν τον γλυπτόν Βεελφεγώρ, ότε κατήλθε του όρους Σινά με τον νόμον εις τας χείρας· ο δε Ηλίας ο ίδιος εφόνευσε τους τετρακοσίους πεντήκοντα ιερείς της αισχύνης του Βάαλ· δια τούτο τους θέλομεν, ώστε όταν έλθη ο καιρός να ζητήσουν τον Χριστόν οι Εβραίοι, δια να τον φονεύσουν, να έχωμεν καλούς εκδικητάς, οίτινες θα εναντιωθούν. Ούτως ο μεν Μωϋσής θέλει τους οργισθή να αποθάνουν ως τα πρωτότοκα της Αιγύπτου, ο δε Ηλίας θα καταβιβάση πυρ από τους ουρανούς και θα τους κατακαύση, όπως κατέκαυσε τους εκατόν στρατιώτας τον παλαιόν καιρόν, ομού με τους δύο παντηκοντάρχους· αυτοί είναι οι λόγοι δια τους οποίους ο Πέτρος τους ήθελεν. Αλλ’ ω θείοι Απόστολοι, υμείς έχετε μεθ’ υμών τον Χριστόν, όστις είναι Θεός, τι θέλετε αυτούς; Αληθώς τον έχομεν· αλλά δεν τον πιστεύουσιν οι άνθρωποι και θέλουν να τον φονεύσουν. Όταν όμως ίδουν τον Μωϋσήν και τον Ηλίαν και τους γνωρίσουν, ίσως τότε να εμποδισθούν· αν όμως θα θελήση ο Χριστός μόνος του να παραδοθή εις θάνατον, δύνανται αυτοί οίτινες είναι δούλοι του να τον εμποδίσουν και να μη ποιήση ως βούλεται; Δεν δύνανται· τι λοιπόν τους θέλετε τους Προφήτας; Βλέπετε ότι είναι λανθασμένοι οι λόγοι του Πέτρου; Δι’ ο και λέγει ο Ευαγγελιστής Μάρκος· «Ου γαρ ήδει τι ελάλει»· και πάλιν ο Λουκάς λέγει· «Μη ειδώς ο λέγει». «Έτι αυτού λαλούντος, ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς· και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα: Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα· αυτού ακούετε». Και η μεν φωνή ήτο του Πατρός, όστις εμαρτύρει αοράτως την θεότητα του Ιησού, η δε νεφέλη ήτο το Πνεύμα το άγιον. «Και ακούσαντες οι μαθηταί έπεσον επί πρόσωπον αυτών, και εφοβήθησαν σφόδρα. Και προσελθών ο Ιησούς ήψατο αυτών, και είπεν· εγέρθητε και μη φοβείσθε. Επάραντες δε τους οφθαλμούς αυτών, ουδένα είδον ειμή τον Ιησούν μόνον. Και καταβαινόντων αυτών από του όρους, ενετείλατο αυτοίς ο Ιησούς λέγων· «Μηδενί είπητε το όραμα, έως ου ο Υιός του ανθρώπου εκ νεκρών αναστή». Δια ποίον δε λόγον τους παρήγγειλε να μη είπουν τίποτε; Δια να μη ακούσουν οι άλλοι Μαθηταί και φθονήσουν, μάλιστα δε ο προδότης Ιούδας, όστις εζήτει πρόφασιν κατά του Ιησού να τον παραδώση. Υιόν δε του ανθρώπου ο Χριστός τον εαυτόν του ονομάζει, διότι έλαβε σάρκα ως άνθρωπος, και διότι, όπως κατά την θεότητα ήτο υιός του Θεού, ούτω και κατά την ανθρωπότητα ήτο υιός του ανθρώπου. Ηκούσατε, ευλογημένοι Χριστιανοί, την υπόθεσιν της εορτής μας, και την εξήγησιν του θείου και ιερού Ευαγγελίου, αν όχι και λεπτομερώς, αλλά έστω μερικώς, διότι τα νοήματα του ιερού Ευαγγελίου, τολμώ ειπείν, ουδέ οι Άγγελοι δεν δύνανται να τα ερμηνεύσωσι καταλεπτώς. Ως εκ τούτου και ημείς, αφού κατά την δύναμίν μας, ως εν συντόμω, ηρμηνεύσαμεν, ας έλθωμεν τώρα και εις την λύσιν των ζητημάτων εκείνων, άτινα απορρέουν εκ της θείας ταύτης εορτής. Και πρώτον ζήτημα είναι να μάθωμεν δια ποίον λόγον έγινεν η Μεταμόρφωσις του Κυρίου· δεύτερον, δια ποίον λόγον ο Χριστός μετεμορφώθη προ του πάθους· τρίτον, διατί δεν μετεμορφώθη ενώπιον πολλών, καθώς έκαμνε και εις άλλα θαύματα· τέταρτον, διατί δεν επήρεν όλους τους Μαθητάς, αλλά αφήκε τους εννέα, και επήρε μόνον τους τρεις· πέμπτον, διατί δεν αφήκε τον Ιούδαν και να πάρη τους άλλους ένδεκα; Έκτον, διατί δεν επήρεν άλλους Μαθητάς, αλλά τον Πέτρον, τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην· όγδοον, διατί δεν εγένετο εις πεδιάδα η Μεταμόρφωσις, αλλ’ εις το όρος· ένατον, διατί δεν μετεμορφώθη εις το Σιγώρ όρος ή εις το της Σαμαρείας ή το Καρμήλιον όρος ή εις το της Γαλιλαίας, αλλά μετεμορφώθη εις το Θαβώριον όρος· δέκατον, διατί παρέστησαν εκεί οι Προφήται· ενδέκατον, διατί δεν παρέστησαν έτεροι Προφήται, αλλά ο Μωϋσής και ο Ηλίας· δωδέκατον, πόθεν εγνώρισαν οι Απόστολοι, ότι ήσαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας, εφ’ όσον ουδέποτε τους είδον· δέκατον τρίτον, διατί ήσαν από τους ουρανούς ο Ηλίας, από τον Άδην ο Μωϋσής και από την γην οι Απόστολοι· δέκατον τέταρτον, διατί από τους ουρανούς εις, από τον Άδην εις και από την γην ήσαν τρεις· δέκατον πέμπτον, διατί δεν λέγουσιν εις κανέν μέρος ότι και το Άγιον Πνεύμα εφάνη εις την Μεταμόρφωσιν, καθώς και εις την Βάπτισιν, όπου εφάνη εν είδει περιστεράς· αν η Αγία Τριάς είναι αχώριστος, και ο μεν Πατήρ εμαρτύρει, ο δε Υιός μετεμορφούτο, που ευρίσκετο το Άγιον Πνεύμα; Αυτά τα δεκαπέντε ζητήματα έχομεν να λύσωμεν· παρ’ όλον δε ότι απαιτείται χρόνος ικανός δια τον σκοπόν αυτόν, ημείς όμως θα προσπαθήσωμεν εν συντομία να τα επιλύσωμεν. Ας αρχίσωμεν όθεν να επιλύσωμεν το πρώτον ζήτημα, ήτοι δια ποίον λόγον εγένετο η Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Και λέγομεν· δια τρεις αιτίας μετεμορφώθη· και πρώτον, διότι οι Μαθηταί απ’ αρχής ήσαν άνθρωποι αλιείς, και βάναυσοι εις πάντα τα σωματικά· όταν δε  Κύριος εσαρκώθη εκ της Αγίας Παρθένου Μαρίας και εις ηλικίαν τριάκοντα ετών εβαπτίσθη και ήρχισε το κήρυγμα εις τον κόσμον διδάσκων, εκάλεσε και τους Μαθητάς, αγροίκους εις την αρχήν και αγραμμάτους, ίνα βεβαιωθή το κήρυγμα των Αποστόλων εις τον κόσμον, και να μη έχωσιν οι εχθροί της πίστεώς μας να λέγωσιν, ότι από την σοφίαν των εκέρδησαν οι Απόστολοι τους ανθρώπους. Επειδή λοιπόν απλοί άνθρωποι ήσαν απ’ αρχής οι θείοι Απόστολοι, εχρειάζοντο και την τελείωσιν από τους ουρανούς· ήτοι να καταβή το Πνεύμα το Άγιον να τους φωτίση και να τους τελειώση, όπερ εγένετο πεντήκοντα ημέρας μετά την Ανάστασιν του Χριστού, ήτοι την Πεντηκοστήν. Προ της Αναστάσεως όμως ήσαν εισέτι ατελείς οι Απόστολοι. Ο δε Χριστός, επειδή επρόκειτο να σταυρωθή, να υβρισθή, να εμπαιχθή, να καταφρονηθή και να ταφή, δια τούτο μετεμορφώθη ενώπιον αυτών, ίνα, όταν τον ίδωσιν να υβρίζεται, να κρίνεται και να σταυρώνεται, να μη νομίσουν ότι δεν είναι Θεός αληθινός, αλλά να ενθυμούνται το φως εκείνο όπερ έλαμψε προ των οφθαλμών των, και την λαμπρότητα εκείνην την περισσήν, την οποίαν είδον και να εννοήσωσιν ότι εκουσίως θα αποθάνη χάριν της σωτηρίας των ανθρώπων και να μη λέγωσι και αυτοί όπως οι λησταί: «Ουά, ο καταλύων τον Ναόν, και εν τρισίν ημέραις οικοδομών, σώσον σεαυτόν και ημάς και κατάβηθι από του Σταυρού, όπως ίδωμεν και πιστεύσωμεν». Και πάλιν ως άλλους, οίτινες έλεγον: «Ει Υιός ει του Θεού, κατάβα από του Σταυρού». Και πάλιν: «Άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι». Επειδή λοιπόν οι Εβραίοι θα έβλεπον τον Χριστόν εσταυρωμένον και δεν θα επίστευον ότι είναι Θεός, αλλά θα εβλασφήμουν, και θα έλεγον τους λόγους αυτούς, δια τούτο και δια να μη πάθωσι και οι Απόστολοι ως έπαθον οι Ιουδαίοι, δι’ αυτό μετεμορφώθη ενώπιον αυτών, δια να εννοήσωσιν ότι είναι Θεός αληθινός· αύτη είναι η πρώτη αιτία. Δευτέρα αιτία είναι η εξής: Ο Χριστός απ’ αρχής έλεγεν εις τους Μαθητάς του· «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Ήτοι όστις θέλει να με ακολουθήση πρέπει να αρνηθή τον εαυτόν του, και να λάβη τον Σταυρόν του, ήτοι να ενθυμήται τον θάνατόν του καθ’ ημέραν· ανέφερε δε περί θανάτου εις τους Αποστόλους, δια να δείξη με τούτο, ότι όσοι αποθάνωσι δια την αγάπην Του, εις μεγάλας τιμάς θέλουν αξιωθή. Τρίτη αιτία είναι, ότι η λάμψις του προσώπου του Κυρίου ήτο προμήνυμα της μελλούσης αναστάσεως των νεκρών, της Δευτέρας του Κυρίου παρουσίας και της ελλάμψεως με την οποίαν μέλλουσιν οι δίκαιοι να τιμηθούν εις την Βασιλείαν των ουρανών. Δια τους λόγους αυτούς μετεμορφώθη ο Κύριος. Ακούσατε τώρα και το δεύτερον ζήτημα· αυτό είναι δια ποίον λόγον ο Χριστός μεταμορφώθη εγγύς του πάθους του. Και λέγομεν ότι έγινε τούτο δια δύο αιτίας· πρώτον μεν, διότι εις την αρχήν οι Απόστολοι ήσαν εισέτι ατελείς, και δεν ηδύναντο τότε να ίδωσιν όσα είδον μετέπειτα· δεύτερον δε, δια να μη λησμονήσωσιν όσα είδον, αλλά να τα ενθυμούνται εις τον καιρόν της σταυρώσεως του Χριστού· μαρτυρούσι δε τούτο και οι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, οίτινες λέγουσιν ότι ο Χριστός τεσσαράκοντα ημέρας προ του πάθους του μετεμορφώθη. Τρίτον ζήτημα είναι διατί δεν μετεμορφώθη ενώπιον πολλών, όπως έπραξε και εις άλλα πολλά θαύματα. Και λέγομεν εις αυτό: Ο Μωϋσής, όταν ήθελε να ανέλθη εις το όρος Σινά δια να δεχθή τας πλάκας τας γεγραμμένας με τον θεόγραφον Νόμον, δεν έλαβε κανένα μαζί του, διότι δεν ήσαν άξιοι να ίδωσιν εκείνα, τα οποία είδεν ο Μωϋσής, επειδή ήσαν αμαρτωλοί και ακάθαρτοι. Ομοίως και ο Χριστός δεν μετεμορφώθη ενώπιον πολλών, επειδή δεν ήσαν άξιοι οι οφθαλμοί των μιαρών Ιουδαίων να ίδωσι τοιούτον θαύμα και τόσον φως της θεότητος, το οποίον οι Μαθηταί το είδον ολίγον, και πάλιν έπεσαν κάτω από τον φόβον των. Τέταρτον ζήτημα είναι, διατί δεν έλαβεν όλους του Μαθητάς, αλλ’ αφήκε τους εννέα και έλαβε μόνον τους τρεις. Και λέγομεν εις αυτό, ότι αν ελάμβανεν όλους τους Μαθητάς ήτο ανάγκη να λάβη και τον προδότην Ιούδαν· αν δε ελάμβανε τους ένδεκα και άφηνεν αυτόν, τότε αυτός θα έλεγεν ότι, επειδή δεν έλαβε και εμέ εις την Μεταμόρφωσίν του, δια τούτο τον επρόδωσα. Εις εμέ έδωκε χάριν και έκαμνα θαύματα καθώς και εις όλους τους Μαθητάς, εις εμέ είχεν εμπιστοσύνην περισσοτέραν από τους άλλους, εμέ ηγάπα πλέον των άλλων Μαθητών. Διατί λοιπόν δεν έλαβε και εμέ να ίδω πως θέλει μεταμορφωθή; Διατί δεν με ηξίωσε να ίδω και εγώ την λαμπρότητα του προσώπου του; Δια τούτο και εγώ τον παρέδωκα εις άτιμον και κακόν θάνατον. Δια να μη έχη όθεν τοιαύτην αιτίαν ο Ιούδας, δια τούτο δεν αφήκεν αυτόν μοναχόν. Αυτό όπερ είπον τώρα είναι λύσις και του τετάρτου και του πέμπτου ζητήματος. Έκτον ζήτημα είναι διατί δεν έλαβε και τον Ιούδαν. Και λέγομεν εις αυτό, ότι δεν ήτο άξιος ο μιαρός Ιούδας να ίδη τοιαύτην  λάμψιν Θεού, διότι η ψυχή του ήτο όλως διόλου πεπωρωμένη, και δεν ηδύνατο να εννοήση τοιούτον θαύμα. Eάν οι Απόστολοι, οίτινες ήσαν άξιοι και καθαροί και πάλιν δεν ηδυνήθησαν να ίδωσι το φως εκείνο, πόσον μάλλον εκείνος ο κακός προδότης και φονεύς του Κυρίου, ο ανάξιος του ουρανού και της γης, όστις δεν ήτο άξιος ούτε την γην να πατή, ούτε τον ουρανόν να βλέπη ή έστω να ζη καν εις την γην, τον οποίον και ο Κύριος δια να γνωρίζη ότι είναι φθονερός, καμμίαν αιτίαν δεν του έδωκεν· αλλ’ όσα χαρίσματα έδωκεν εις τους Μαθητάς του, έδωκε και εις αυτόν, δια να μη έχη αιτίαν της προδοσίας του· αλλ’ αυτός, ως μιαρός και κατοικητήριον όπου ήτο του διαβόλου, πάντοτε εφθόνει, πάντοτε εζήτει τρόπον και καιρόν δια να τον παραδώση εις θάνατον· πως λοιπόν ήτο άξιος ο τοιούτος ανάξιος και ακάθαρτος να ίδη φως και λαμπρότητα Θεού; Δια τούτο ουδέ ο Χριστός τον έλαβεν εις το όρος να ίδη την Μεταμόρφωσίν του. Έβδομον ζήτημα είναι, διατί δεν έλαβεν άλλους Μαθητάς, αλλά τον Πέτρον, τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην. Και λέγομεν εις αυτό, ότι τον μεν Πέτρον προσέλαβε, διότι ήτο εκ των προτέρων θερμότερος από όλους τους άλλους Μαθητάς προς τον Χριστόν, και αυτός ωμολόγησε τον Ιησούν Υιόν του Θεού, καθώς το ηκούσατε εις την αρχήν του Ευαγγελίου· τον δε Ιωάννην, διότι τον ηγάπα ο Χριστός περισσότερον από τους άλλους Μαθητάς, επειδή ήτος παρθένος και φρόνιμος και Θεολόγος, και τον Ιάκωβον επειδή ήτο αδελφός του Ιωάννου, ως διηγείται το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, όπερ λέγει ότι επήγαν εις τον Χριστόν και του λέγουν· «Διδάσκαλε, σε παρακαλούμεν να μας κάμης μίαν χάριν». Τους λέγει: «Τι ζητείτε»; Του λέγουν οι αδελφοί: «Θέλομεν, όταν βασιλεύσης, να βάλης τον ένα εξ αριστερών και τον άλλον εκ δεξιών». Τους λέγει ο Χριστός: «Δύνασθε να πίετε το ποτήριον, όπερ θέλω πίει εγώ»; Ήτοι δύνασθε να αποθάνητε δια την αγάπην μου, ως και εγώ θέλω αποθάνει δια την σωτηρίαν σας; Απεκρίθη ο Ιάκωβος και λέγει· «Δυνάμεθα, Κύριε». Τότε τους λέγει ο Χριστός· «Τον μεν θάνατον θέλετε λάβει δια την αγάπην μου, το δε χάρισμα όπερ ζητείτε δεν είναι ιδικόν σας». Επειδή ήτο τόσον πρόθυμος ο Ιάκωβος να αποθάνη δια την αγάπην του Χριστού, δια τούτο τον προσέλαβε και ο Χριστός εις την Μεταμόρφωσιν. Ότε δε πάλιν έμελλε ο Χριστός να παραδοθή, αυτούς θα προσελάμβανεν εις το όρος δια να προσευχηθή, καθώς το λέγει ο αυτός Ευαγγελιστής Μάρκος· «Και έρχονται εις χωρίον ου το όνομα Γεθσημανή, και λέγει τοις μαθηταίς αυτού· Καθήσατε ώδε έως απελθών προσεύξωμαι· και παραλαμβάνει τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην μετ’ αυτού, και ήρξατο εκθαμβείσθαι και αδημονείν». Επειδή λοιπόν έμελλε να πάρη αυτούς εις την προσευχήν του, δια τούτο τους επήρε και εις την Μεταμόρφωσίν του, ώστε όταν τον βλέπουν ότι λυπείται και προσεύχεται, να ενθυμούνται την Μεταμόρφωσίν του, και να εννοήσωσιν ότι εθελουσίως και καθό άνθρωπος λυπείται και προσεύχεται. Έτι δε και διότι αυτοί οι τρεις επρόκειτο να τον ακολουθήσουν έως εις την αυλήν του Καϊάφα και να τον ίδωσι να κρίνεται ως κατάδικος· και ο μεν Πέτρος μετέβη τότε ακολουθών δια να ίδη τι θέλει ακολουθήσει. Οι δε Ιάκωβος και Ιωάννης οι αδελφοί μετέβησαν ως γνώριμοι και συγγενείς του Καϊάφα, καθώς το λέγει ο Ευαγγελιστής Μάρκος· «Και αφέντες αυτόν έφυγαν πάντες· και εις τις νεανίσκος ηκολούθησεν αυτώ, περιβεβλημένος σινδόνα επί γυμνού». Ταύτα δε λέγει δια τον Ιωάννην. Επειδή λοιπόν έμελλον αυτοί οι τρεις να τον ίδωσι πως κρίνεται, δια τούτο τους έλαβεν, ώστε όταν τον ίδωσιν ότι κρίνεται, ότι υβρίζεται, ότι καταδικάζεται, να μη απιστήσωσιν. Αυτή είναι η λύσις του εβδόμου ζητήματος. Ας έλθωμεν ήδη εις το όγδοον ζήτημα· ενθυμείσθε ποίον είναι; Εζητούσαμεν να μάθωμεν διατί δεν έγινεν εις πεδιάδα η Μεταμόρφωσις, αλλ’ εις όρος. Και λέγομεν εις αυτό· δια δύο αιτίας· πρώτον μεν διότι η Μεταμόρφωσις του Κυρίου ήτο σημείον ότι θα παύσουν αι θυσίαι των Ελλήνων, αίτινες εγίνοντο εις τα όρη δια τους δαίμονας· δεύτερον δε, επειδή όλα τα παλαιά μυστήρια του Θεού εις όρος εγένοντο, και υπό τα πολλά ας είπω δύο. Γράφει η Παλαιά Διαθήκη εις το Βιβλίον της Γενέσεως, ότι ο Αβραάμ εγέννησεν ένα υιόν μονογενή εις το γήρας του εξ επαγγελίας, το όνομα Ισαάκ, και ο Θεός, θέλων να δοκιμάση τον Αβραάμ, εάν έχη αγάπην προς τον Θεόν, του είπεν: «Ύπαγε εις το όρος επάνω και σφάξε τον υιόν σου τον Ισαάκ δια την αγάπην μου». Ούτω δε ήθελε πράξει ο Αβραάμ, αλλά Άγγελος Κυρίου δεν τον αφήκεν. Επίσης ο Μωϋσής, ο παλαιός Προφήτης, επάνω εις το όρος εδέχθη τον θεόγραφον Νόμον, όπως και άλλα πολλά μυστήρια εις τα όρη εγένοντο. Ο Μωϋσής αυτός εις το όρος Σινά είδε την καιομένην και μη καταφλεγομένην βάτον, εις όρος ετελεύτησεν, εις όρος είδε την δόξαν του Θεού εν γνόφω και θυέλλη· και δια τούτο λοιπόν εις όρος εγένετο και η Μεταμόρφωσις του Κυρίου. Ένατον ζήτημα είναι διατί δεν μετεμορφώθη εις ένα από τα άλλα όρη, όπως το όρος Σιγώρ, το Καρμήλιον, το της Σαμαρείας, το της Γαλιλαίας και το των Ελαιών, αλλά μετεμορφώθη εις το Θαβώριον. Και λέγομεν πρώτον δια ποίον λόγον δεν μετεμορφώθη εις το όρος Σιγώρ. Τα Σόδομα και Γόμορρα ήσαν πόλεις μεγάλαι, αίτινες ήσαν εις την εξουσίαν του Λωτ ανεψιού του Αβραάμ. Οι άνθρωποι, οίτινες κατοικούσαν εκεί, ήσαν αμαρτωλοί και αρσενοκοίται. Ο Θεός ιδών τας αμαρτίας των εβδελύχθη και απεφάσισε να κατακαύση τας πόλεις αυτάς· αποστέλλει λοιπόν δύο Αγγέλους δια να είπωσιν εις τον Λωτ να αναχωρήση απ’ εκεί δια να μη κατακαή και αυτός με τους αμαρτωλούς· μόλις ανήγγειλαν οι Άγγελοι την απόφασιν του Θεού εις τον Λωτ μετέβη ούτος εις τους συγγενείς του και τους συνέστησε να αναχωρήσουν, δια να μη κατακαούν, αυτοί όμως δεν τον επίστευον και τον εμυκτήρισαν λέγοντες· «Γνωρίζεις συ τι θα κάμη ο Θεός»; Όταν είδεν ο Λωτ ότι δεν τον ήκουον, επέστρεψεν εις τον οίκον του, και του λέγουν οι Άγγελοι· «Επειδή αυτοί δεν ακούουσιν, λάβε συ την γυναίκα σου, και τας θυγατέρας σου, και αναχώρησον, πρόσεχε δε να μη επιστραφή ουδείς οπίσω δια να ίδη· σπεύσατε δε να αναβήτε εις το όρος Σιγώρ και μείνατε εκεί». Εξήλθεν όθεν ο Λωτ από τα Σόδομα· η δε γυνή του ελυπήθη τους συγγενείς της, και εστράφη οπίσω να ίδη, πάραυτα όμως εγένετο στήλη άλατος. Ο δε Λωτ έλαβε τας θυγατέρας του και ανέβη εις το Σιγώρ. Εκεί αι θυγατέρες του είπον μεταξύ των· «Ολόκληρος ο κόσμος κατεκάη. Όπως δε γνωρίζομεν, εις τον παλαιόν καιρόν, όταν κατεπόντισεν ο Θεός τον κόσμον, ο Νώε εκείνος εφύλαξε σπέρμα των ανθρώπων εις την Κιβωτόν· ας αφήσωμεν λοιπόν και ημείς διαδόχους». Και την νύκτα εκείνην έδωκαν εις τον πατέρα των οίνον πολύν, εκοιμήθη δε η μεγαλυτέρα μετ’ αυτού· ο δε Λωτ συνευρέθη εκ της μέθης με την θυγατέρα του. Την δευτέραν νύκτα εποίησαν ομοίως με την μικροτέραν, αμφότεραι δε ευρέθησαν εν γαστρί έχουσαι και η μεν μεγαλυτέρα εγέννησεν υιόν και τον ωνόμασε Μωάβ, ήτοι υιόν του πατρός μου· η δε μικροτέρα έτεκε και αυτή υιόν και τον ωνόμασεν Αμμάν, ήτοι υιόν του γένους μου. Εκ ταύτης της αιτίας το Σιγώρ ήτο μεμιασμένον και δι’ αυτό δεν μετεμορφώθη εκεί ο Χριστός. Εις της Σαμαρείας το όρος δεν μετεμορφώθη, διότι ο Ιακώβ, ο υιός του Ισαάκ, αναχωρών από τον αδελφόν του τον Ησαύ δια την ευλογίαν όπου έλαβε δια δόλου, μετέβη εις την Συρίαν εις τον θείον του τον Λάβαν, αδελφόν της μητρός του Ρεβέκκας· εκεί υπηρέτησεν επτά έτη δια να λάβη την Ραχήλ· ο δε Λάβαν του έδωσε την Λείαν την μεγαλυτέραν· όθεν υπηρέτησεν άλλα επτά έτη και του έδωκε και την Ραχήλ. Αφού τας έλαβε, παρέμεινεν επί εξ εισέτι έτη εις τον οίκον του πενθερού του, ζητών τον κατάλληλον καιρόν δια να αναχωρήση και να υπάγη εις τον οίκον του πατρός του, αλλά δεν το κατώρθωνε. Μίαν ημέραν, όταν απουσίαζεν ο Λάβαν δια να κουρεύση τα πρόβατά του, εγερθείς ο Ιακώβ έλαβε τας δύο γυναίκας του και τα ένδεκα παιδιά του, διότι τον Βενιαμίν δεν τον είχε γεννήσει, και φεύγει από την Συρίαν δια να υπάγη εις την Παλαιστίνην, την πατρίδα του. Τότε η Ραχήλ, η μικροτέρα του γυνή, έκλεψε τα είδωλα του πατρός της Λάβαν, όστις ήτο ειδωλολάτρης και επροσκύνει τα είδωλα, και τα έκρυψεν εις τα ιμάτιά της και ανεχώρησαν. Μετά τρεις ημέρας, επιστρέψας ο Λάβαν εις τον οίκον του και μη ευρών τον γαμβρόν του, παρευθύς ιππεύσας έτρεξε να τον φθάση· μετά δε επτά ημέρας τον έφθασε και πολύ παρωργισμένος εναντίον του γαμβρού του Ιακώβ, του λέγει· «Διατί έφυγες ως κλέπτης από τον οίκον μου, και δεν επερίμενες να σε κατευοδώσω, να σε αποχαιρετήσω, και να φιλήσω τα παιδιά μου, αλλά έκλεψες και τους θεούς μου και έφυγες»; Ο δε Ιακώβ του λέγει· «Ανάγκην είχον και ανεχώρησα, χωρίς να σε ερωτήσω, αλλά τους θεούς σου εγώ δεν τους έλαβον». Τούτο δε είπεν, διότι δεν εγνώριζεν ο Ιακώβ ότι τους είχε λάβει η γυνή του. Ο δε πενθερός του λέγει· «Να ερευνήσω τα ιμάτιά σου, και αν δεν τους εύρω, δεν θα σου είπω τίποτε». Όταν ο Λάβαν ήρχισε να ερευνά δια τα είδωλα, η Ραχήλ τα έβαλεν υποκάτω εις ένα σαμάρι καμήλας, κατόπιν εκάθισε και αυτή επάνω, όταν δε είδε τον πατέρα της του λέγει· «Συγχώρησόν με πάτερ μου, διότι δεν σε υπεδέχθην, επειδή είμαι ταύτην την ώραν ασθενής και δεν δύναμαι να κατέλθω και να σε χαιρετήσω». Τοιουτοτρόπως ο Λάβαν δεν ηδυνήθη να τα ανεύρη. Ο δε Ιακώβ του λέγει· «Επειδή με εσυκοφάντησες και με έκαμες κλέπτην, κάμε όρκον ότι πλέον δεν θα συναντηθώμεν οι δύο μας». Αναχωρήσας εκείθεν ο Ιακώβ μετέβη εις το όρος Βαιθήλ της Σαμαρείας. Έπαθεν όμως και άλλα περισσότερα εις τον δρόμον ο Ιακώβ, αλλ’ εγώ συντέμνω τον λόγον μου και λέγω, ότι εκεί είπεν ο Θεός εις τον Ιακώβ· «Κάμε μου εδώ ένα ναόν, δια να με προσκυνήτε, διότι εγώ σας ηλευθέρωσα από τας πολλάς σας δυστυχίας». Το πρωϊ λέγει ο Ιακώβ εις την συνοδείαν του· «Προσέξατε, όστις εξ υμών έχει κλέψει τι από τον οίκον του πενθερού μου, να το κρύψη εις την γην ή να το ρίψη μακράν». Τότε η Ραχήλ έσκαψεν εις την ρίζαν του όρους και κατέχωσε τα είδωλα του πατρός της. Από τότε επεκράτησε συνήθεια εις τους Σαμαρείτας να προσκυνούν εις το όρος εκείνο, το Βαιθήλ, όχι δια τα είδωλα, αλλά δια τον ναόν, όστις ήτο επάνω. Δια τούτο έλεγε και η Σαμαρείτις προς τον Χριστόν· «Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν». Επειδή λοιπόν υπήρχον είδωλα κάτωθεν του όρους της Σαμαρείας, δια τούτο δεν ηθέλησεν ο Κύριος να μεταμορφωθή εκεί. Το Καρμήλιον όρος από της παλαιάς εποχής ωνομάζετο του Προφήτου Ηλιού, και δια να μη είπουν οι άνθρωποι ότι ο Προφήτης Ηλίας ήτο εκείνος όστις μετεμορφώθη, δια τούτο δεν ήλθεν εις το Καρμήλιον όρος. Εις της Γαλιλαίας πάλιν το όρος δεν μετέβη, διότι εκεί έμελλε να φανή μετά την Ανάστασιν, ως το λέγει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον· «Οι δε ένδεκα Μαθηταί επορεύθησαν εις την Γαλιλαίαν εις το όρος ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς». Εις το όρος δε των Ελαιών δεν μετεμορφώθη, διότι έμελλεν απ’ εκεί να αναληφθή εις τους ουρανούς. Εις δε το Θαβώρ μετεμορφώθη, διότι αυτό ήτο εκ των προτέρων προωρισμένον· επειδή Θαβώρ, έλευσις φωτός ερμηνεύεται. Μαρτυρεί δε την εις αυτό Μεταμόρφωσιν και ο Δαβίδ λέγων· «Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματί σου αγαλλιάσονται». Ας έλθωμεν τώρα και εις το δέκατον ζήτημα· είναι δε τούτο· Τίνος ένεκεν εις την Μεταμόρφωσιν του Χριστού ευρέθησαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας, οι δύο αυτού Προφήται. Λέγομεν όθεν εις αυτό· ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δια την άκραν αυτού φιλανθρωπίαν έλαβε σάρκα εκ της Αγίας Παρθένου και ως εκ τούτου και έτρωγε και έπινεν ως άνθρωπος· όχι δε μόνον τούτο, αλλά και με τελώνας αμαρτωλούς και εθνικούς συνέτρωγε, μόνον δια να κερδήση τας ψυχάς των. Οι δε μιαροί Ιουδαίοι, ως φθονεροί και επίβουλοι, τον εφθόνουν πάντοτε, όχι μόνον δια τούτο, αλλά και δια τα θαύματα τα οποία έκαμνε και τον κατηγόρουν, ότι επειδή τα έκαμε Σάββατον ήτο ως εκ τούτου παραβάτης του νόμου· επειδή λοιπόν τοιουτοτρόπως τον κατηγόρουν, δι’ αυτό έφερε τους δύο αυτούς Προφήτας να τον προσκυνήσωσι, δια να γνωρίσουν ότι δεν είναι παραβάτης, αλλά μάλιστα ποιητής του νόμου· και τον μεν Μωϋσήν έλαβε διότι ήτο νομοθέτης των Εβραίων· τον δε Ηλίαν, διότι ούτος εκοπίασε πολύ δια τον νόμον· απ’ αυτού δε να εννοήσωσιν ότι, αν ήτο ο Χριστός παραβάτης, δεν θα τον επροσκύνουν οι δύο ούτοι Προφήται. Είναι όμως και άλλη αιτία. Οι άνθρωποι, άλλοι μεν τον ωνόμαζον Ηλίαν, άλλοι δε Μωϋσήν και άλλοι Ιωάννην. Δια τούτο φέρει αυτούς τους ιδίους, δια να εννοήσωσιν, ότι δεν είναι ο Μωϋσής, ουδέ ο Ηλίας, αλλ’ αυτός ο ποιητής και Θεός αυτών. Ιδού τώρα και το ενδέκατον ζήτημα· αυτό δε είναι διατί δεν παρέστησαν άλλοι Προφήται, αλλά ο Μωϋσής και ο Ηλίας. Και λέγομεν εις αυτό. Η Βίβλος του Μωϋσέως, ήτις ονομάζεται της Εξόδου, γράφει ότι ο Μωϋσής εζήτησεν από τον Θεόν να ίδη το πρόσωπόν του, ο δε Θεός του είπε· «Δεν δύνασαι τώρα να με ίδης, αλλ’ εγώ θέλω υπάγει πρότερόν σου και θέλω σε βάλει εις μίαν πέτρα και θέλεις ιδεί μόνον τα οπίσθιά μου, αλλά το πρόσωπόν μου δεν θα δυνηθής να ίδης». Επειδή λοιπόν του το υπεσχέθη, δια τούτο τον έφερε. Ομοίως υπεσχέθη και εις τον Ηλίαν την δωρεάν αυτήν, ως γράφει η Βίβλος των Βασιλειών. Όθεν επειδή υπεσχέθη τούτο εις αυτούς, δια τούτο και τους έφερεν. Εκτός όμως τούτου, ο Χριστός, ως προείπον, παρήγγειλεν εις τους Μαθητάς του λέγων· «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Ήτοι όστις θέλει να έλθη μαζί μου, ας αφήση τας κακίας του και ας με ακολουθήση. Δια να δείξη δε ο Κύριος εις ποίαν δόξαν θέλουν αξιωθή όσοι τον ακολουθήσουν, δια τούτο παρέστησε τον Μωϋσήν και τον Ηλίαν, διότι αμφότεροι πολλούς κινδύνους υπέμειναν δια την αγάπην του Κυρίου και δια την τήρησιν του Νόμου, ο μεν Μωϋσής όταν ήλεγχε τον Φαραώ, ο δε Ηλίας όταν ήλεγχε τον Αχαάβ. Όθεν δια τούτο έφθασαν και εις τοιαύτην τιμήν. Έτι δε και διότι πάντοτε έλεγεν ο Κύριος εις τους Μαθητάς του, να μη έχωσι τίποτε ιδικόν τους· δια τούτο όθεν έφερε τους δύο τούτους ακτήμονας, οίτινες ουδεμίαν είχον περιουσίαν, δια να δείξη πόσον θέλουσι τιμηθή και οι Απόστολοι, εάν γίνωσι και αυτοί ακτήμονες. Έλεγε δε πάλιν ο Κύριος εις τους Αποστόλους: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων». Δηλαδή σας αποστέλλω εις τα έθνη ως πρόβατα εν μέσω λύκων να κηρύξετε τον λόγον του Θεού. «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Δια να ενδυναμώση όθεν αυτούς και δια να μη σκέπτωνται λέγοντες, πως ημείς αγράμματοι και ιδιώται θα δυνηθώμεν να νικήσωμεν βασιλείς και φιλοσόφους, δι’ αυτό έφερεν εις το μέσον τούτους τους δύο, διότι ο μεν Μωϋσής ήτο βραδύγλωσσος, ο δε Ηλίας αγράμματος και απλούς και εν τούτοις τους βασιλείς απεστόμωσαν. Δωδέκατον ζήτημα είναι πόθεν εγνώρισαν οι Απόστολοι ότι ήσαν ο Μωϋσής και Ηλίας. Και λέγομεν εις αυτό, ότι από τους λόγους των τους εγνώρισαν, τους οποίους έλεγον προς τον Χριστόν. Τι δε έλεγον; Ο μεν Μωϋσής έλεγεν ούτω· «Δοξάζω σε, Χριστέ μου, ότι καθώς μου υπεσχέθης ούτω και επλήρωσας. Συ είσαι το τέλος της προφητείας μου· Συ μου έδωκας τας γεγραμμένας πλάκας, Συ με έστειλες να ελέγξω τον Φαραώ, Συ έκαμες τα θαύματα εις την Αίγυπτον, Συ, Κύριέ μου, μας έθρεψας τεσσαράκοντα έτη εις την έρημον με το μάννα· Συ μας επότισες το ύδωρ της Μεράς, Συ τώρα μετεμορφώθης ως Θεός αληθινός». Ο δε Ηλίας έλεγεν ούτω· «Δοξάζω σε, Χριστέ μου, ότι καθώς μου υπεσχέθης, ούτω και επλήρωσας· Συ είσαι Θεός αληθινός και δια το όνομά σου εγώ ήλεγξα τον παράνομον Αχαάβ. Συ υπήκουσες την προσευχήν μου και δεν έβρεξες τρία έτη και εξ μήνας· Συ με το πρόσταγμά σου με έστειλες να κατασφάξω τους πεντήκοντα ιερείς της αισχύνης· η δική σου δύναμις, Κύριε, διέσχισε τον Ιορδάνην και διέβην αυτόν αβρόχως· Συ και εις τους ουρανούς με ανέλαβες με άρμα πύρινον· δια τούτο ευχαριστώ σοι και δοξολογώ σε, Χριστέ Βασιλεύ». Από τους λόγους τούτους και από τας προφητείας ηννόησαν οι Απόστολοι, ότι ήσαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας. Όθεν έχομεν και το δωδέκατον ζήτημα. Δέκατον τρίτον ζήτημα είναι διατί ο μεν Ηλίας ήλθεν από τους ουρανούς, ο Μωϋσής από τον Άδην και οι Απόστολοι από την γην. Και λέγομεν· δια να φανή ο Χριστός ότι είναι Βασιλεύς του ουρανού, του Άδου και της γης, καθώς λέγει ο Απόστολος Παύλος· «Ίνα εν τω ονόματι Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων». Ως επίσης και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός επιμαρτυρεί εις ένα του τροπάριον της ογδόης ωδής της σημερινής εορτής λέγων: «Ως ουρανού δεσπόζοντι, και της γης βασιλεύοντι, καταχθονίων την κυρίαν έχοντι, Χριστέ σοι παρέστησαν, εκ μεν της γης Απόστολοι, ως εξ ουρανού δε ο Θεσβίτης Ηλίας, Μωϋσής δε εκ νεκάδων». Ήτοι, Χριστέ, επειδή άρχεις εις τον ουρανόν, και βασιλεύεις εις την γην, και επειδή είσαι Κύριος του Άδου, δια τούτο παρέστησαν εις σε ο μεν Ηλίας από τους ουρανούς, ο δε Μωϋσής από τα καταχθόνια, και οι Απόστολοι από την γην. Ακούσατε και το δέκατον τέταρτον ζήτημα· αυτό είναι διατί από τους ουρανούς ήτο εις, από τον Άδην εις και από την γην τρεις. Και λέγομεν εις αυτό· τα επίγεια σώματα οι φιλόσοφοι τα ονομάζουν τριχή διαστατά· λέγονται δε τριχή διαστατά, διότι έχουσι τρεις διαστάσεις, ήτοι μήκος, πλάτος και βάθος, όπως εν σώμα ανθρώπου, ή μία πέτρα, εν ξύλον έχει μάκρος, πλάτος και βάθος. Τα ουράνια όμως και τα καταχθόνια, επειδή δεν έχουν ούτε μάκρος, ούτε πλάτος, ούτε βάθος, δια τούτο τα ονομάζουν απλά και μονοειδή. Επειδή λοιπόν ο ουρανός και ο Άδης δεν δέχονται σώματα τριχή διαστατά, αλλά μόνον ψυχάς απλάς και ασυνθέτους, η δε γη δέχεται τα σώματα τα τριχή διαστατά, δια τούτο έλαβεν ο Χριστός από την γην τρεις, από δε τον ουρανόν ένα και από τον Άδην ομοίως ένα. Δέκατον πέμπτον και τελευταίον ζήτημα είναι το πως δεν αναφέρεται ουδαμού ότι εφάνη και το Άγιον Πνεύμα εις την Μεταμόρφωσιν. Επειδή δε έχει και θεολογίαν το ζήτημα, προσέξατε αυτό, διότι είναι και τελευταίον. Εάν η Αγία Τριάς είναι αχώριστος και αδιαίρετος κατά την φύσιν, και ο μεν Υιός μετεμορφούτο, ο Πατήρ εμαρτύρει, το Πνεύμα που ήτο; Και λέγει εις αυτό ο Άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης Αρχιεπίσκοπος Κρήτης εις τον λόγον του δια την σημερινήν εορτήν· «Νεφέλη τοιγαρούν εστι φωτεινή κατά τον ημέτερον λόγον, εξ ης και του Πατρός η φωνή πρόεισι, τις και πόθεν ο μεταμορφούμενος διαπρυσίως κηρύττουσα, η επί τον Ιορδάνην μικρόν έμπροσθεν καταπτάσα περιστερά, το Πνεύμα το άγιον το κατιόν άνωθεν εν είδει περιστεράς, και ελθόν επ’ αυτόν εκείνον τον βαπτιζόμενον», ήτοι, εκείνη η νεφέλη η φωτεινή, ήτις εφάνη, και από την οποίαν νεφέλην εξήλθεν η φωνή η μαρτυρήσασα τον μεταμορφούμενον Χριστόν, ήτο αύτη η ιδία περιστερά ήτις εφάνη εις την βάπτισιν, και έμεινεν εις τον Χριστόν, όταν εβαπτίζετο, δηλαδή το Πνεύμα το άγιον ήτο η νεφέλη. Εάν δε θέλης μαρτυρίαν βεβαιοτέραν, άκουε του Αποστόλου Παύλου λέγοντος εν τη Α΄ προς Κορινθίους επιστολή· «Ου θέλω υμάς αγνοείν, αδελφοί, ότι οι πατέρες ημών πάντες υπό την νεφέλην ήσαν, και πάντες δια της θαλάσσης διήλθον, και πάντες εις τον Μωϋσήν εβαπτίσαντο εν τη νεφέλη και εν τη θαλάσση» (Α΄ Κορ. ι: 1). Εκ τούτου δηλοί ο Απόστολος Παύλος, ότι η μεν θάλασσα ήτο τύπος του ύδατος, η δε νεφέλη τύπος του Αγίου Πνεύματος. Αλλά και ο θείος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τους λόγους τούτους του Αποστόλου μεταφράζων εις εν του τροπάριον της σήμερον ψαλλομένης έκτης ωδής λέγει· «Ο στύλος ο του πυρός, Χριστόν τον μεταμορφούμενον, η δε νεφέλη σαφώς την χάριν του Πνεύματος την επισκιάσασαν εν τω Θαβωρίω προεδήλου εμφανέστατα». Περί του φωτός της Αγίας Μεταμορφώσεως πολύ εβλασφήμησεν ο μιαρώτατος και ασεβής εκείνος Βαρλαάμ ο Καλαβρός λέγων, ότι το φως εκείνο ήτο ουσία Θεού· άλλοτε δε έλεγεν, ότι ήτο κτιστόν· αλλ’ εις αμφότερα εβλασφήμει ο θεήλατος· διότι αν ήτο το φως εκείνο ουσία Θεού, πως θα το έβλεπον οι Απόστολοι. Ουσίαν Θεού δεν δύνανται να ίδωσιν ουδέ οι Άγγελοι, οφθαλμοί δε ανθρώπων πως την είδον; Και εάν εφαίνετο η ουσία του Θεού, τότε ο Θεός θα ήτο ορατός. Τούτο όμως είναι βλασφημία ως των αιρετικών Μασαλιανών, οίτινες έλεγον, ότι δύναται ο άνθρωπος να ιδή τον Θεόν καθώς είναι. Ότε δε πάλιν έλεγεν ότι ήτο κτιστόν, εβλασφήμει ως οι Αρειανοί, οίτινες έλεγον τον Χριστόν κτιστόν εις την θεότητα, διότι κτιστή ουσία έχει και κτιστήν ενέργειαν και ορατόν σώμα έχει και ορατήν δύναμιν· η δε άκτιστος ουσία έχει και άκτιστον ενέργειαν. Ήτοι ο ήλιος, όστις είναι κτιστός, έχει και κτιστήν ενέργειαν, ήτοι την θερμότητα και την λαμπρότητα· ο δε Θεός, όστις είναι άκτιστος, έχει και άκτιστον ενέργειαν. Όθεν ως εν συντόμω λέγομεν, η νεφέλη εκείνη η φωτεινή, ήτις εφάνη εις το όρος Θαβώρ, ήτο το Πνεύμα το Άγιον. Ιδού, ευλογημένοι Χριστιανοί, ότι βοηθεία Θεού ελύσαμεν όλα μας τα ζητήματα· όθεν ορθόν είναι να δώσωμεν τέλος εις τον λόγον μας, διότι παρήλθεν η ώρα, μόνον να ενθυμήσθε καλώς όσα είπομεν, και να τα μελετάτε συχνά δια να τα κατανοήτε, επειδή είναι μυστήρια της Εκκλησίας μας, και επειδή με την τιμήν και προσκύνησιν των τοιούτων μυστηρίων ελπίζομεν να σωθώμεν άπαντες οι ευσεβείς Χριστιανοί· με την ευσέβειαν δε επιβάλλεται να εκτελώμεν και τας εντολάς του Χριστού, να έχωμεν φιλαδελφίαν εις πάντας, αγάπην εις τους εχθρούς μας, εγκράτειαν των παθών και αποχήν των κακών. Ας εξαγοράσωμεν τας αμαρτίας μας, ας επιμεληθώμεν της σωτηρίας μας, ας αγωνισθώμεν δια την ψυχήν μας, ίνα μας καταξιώση ο Κύριος της αιωνίου Βασιλείας. Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι του αγεννήτου Πατρός, του γεννητού Υιού και του εκπορευτού Πνεύματος· ω η δόξα πρέπει εις τους ατελευτήτους αιώνας των απεράντων αιώνων. Αμήν.