Σίμων ο Όσιος Πατήρ ημών πατρίδα ή γονείς ή αδελφούς επί γης ποίους είχε δεν γνωρίζομεν. Εις ουρανούς δε πάντως πατρίδα μεν έχει την πόλιν του Θεού, την χώραν των Αγγέλων, την άνω Ιερουσαλήμ, Πατέρα τον Θεόν, μητέρα δε την Αγίαν Εκκλησίαν, πρότερον μεν την Αγωνιζομένην (την επί γης), εις ην και ανεγεννήθη, νυν δε την εν ουρανώ Θριαμβεύουσαν, την υπό του Αποστόλου καλουμένην «των Πρωτοτόκων» (Εβρ. ιβ: 23), της οποίας υιός γενόμενος έχει επομένως και αδελφούς όλους τους Αγγέλους και Μάρτυρας και Οσίους.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020
Τη ΚΗ΄ (28η) Δεκεμβρίου, μνήμη των Αγίων ΔΙΣΜΥΡΙΩΝ, ήτοι είκοσι χιλιάδων, ΜΑΡΤΥΡΩΝ, των εν Νικομηδεία καέντων.
Δισμύριοι όντες τον αριθμόν οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες έλαβον τον στέφανον του Μαρτυρίου κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του ασεβούς Μαξιμιανού, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπστ΄- τε΄ (286- 305). Τότε επιστρέφων ούτος νικητής από τον κατά των Αιθιόπων πόλεμον, ηθέλησε να θυσιάση εις τα είδωλα δια την νίκην αυτήν· επέμφθησαν λοιπόν από αυτόν γράμματα πανταχού παρακινητικά δια να έλθωσιν όλοι εις την Νικομήδειαν και να προσκυνήσωσι τους θεούς του. Εις την Νικομήδειαν ευρίσκετο τότε ενάρετός τις Επίσκοπος ονόματι Κύριλλος, όστις εκόσμει την επαρχίαν του με τον τρόπον μάλλον ή με τον θρόνον· έκτιζε Μοναστήρια, επεμελείτο τα Ασκητήρια και παν άλλο ψυχωφελές έργον ετέλει ως Ποιμήν αληθέστατος, και δεν εφοβείτο ουδόλως τυράννων ωμότητα, αλλά δια να αρπάση ψυχάς ανθρώπων από τον φάρυγγα του δαίμονος, εισήλθε πολλάκις εις κίνδυνον της ζωής του· όθεν και πολλούς εχειραγώγησε προς ευσέβειαν και από τους συγγενείς τούς εχώρισε, κατά τον δεσποτικόν λόγον τον λέγοντα· «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. ι: 34)· και πάλιν·
Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020
Τη ΚΖ’ (27η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΜΑΥΡΙΚΙΟΥ και των συν αυτώ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ Μαρτύρων.
Μαυρίκιος ο ένδοξος Ιερομάρτυς του Χριστού και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Άγιοι Εβδομήκοντα Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη (296-305), καταγόμενοι μεν από την πόλιν Απάμειαν, ήτις κείται εις την Προποντίδα, στρατιώται δε υπάρχοντες βασιλικοί κατά το επάγγελμα. Όταν λοιπόν διήλθε δια της πόλεως εκείνης ο βασιλεύς διεβλήθησαν εις αυτόν οι Άγιοι ούτοι ως Χριστιανοί· όθεν συλληφθέντες ωδηγήθησαν εις αυτόν και επειδή ωμολόγησαν παρρησία ότι είναι Χριστιανοί, τους αφήρεσαν τας στρατιωτικάς ζώνας, τας οποίας εφόρουν και τους έκλεισαν εις την φυλακήν.
Τη ΚΖ’ (27η) Δεκεμβρίου, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ΘΕΟΔΩΡΟΣ ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως εν ειρήνη τελειούται.
Θεόδωρος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ούτος ήτο γέννημα και θρέμμα της Κωνσταντινουπόλεως, ζήσας κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου Δ΄ του Πωγωνάτου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη χξη΄ - χπε΄(668- 685), δια δε την πολλήν αυτού ευλάβειαν και αρετήν εχειροτονήθη Πρεσβύτερος της αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας, γενόμενος έπειτα σύγκελλος και σκευοφύλαξ. Επειδή δε ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντίνος απέθανεν, αναγκασθείς ο αοίδιμος ούτος Θεόδωρος παρά του βασιλέως και όλης της συγκλήτου, προς τούτοις δε και από όλην την Σύνοδον των Αγίων Αρχιερέων, εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Θεαρέστως δε κυβερνήσας την Εκκλησίαν έτη δύο και μήνας τρεις, εξώσθη του θρόνου του εν έτει χοη΄ (678), είτα καλώς δινύσας το υπόλοιπον της ζωής του προς Κύριον εξεδήμησε. Την δε μνήμην αυτού εορτάζει η Μεγάλη Εκκλησία εν ημέρα Κυριακή.
Τη ΚΖ’ (27η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Γραπτού, αδελφού Θεοφάνους του Ποιητού και Γραπτού.
Θεόδωρος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο Γραπτός, ομού με τον αδελφόν του Θεοφάνη (τον εορταζόμενον ιδίως κατά την ενδεκάτην Οκτωβρίου), ήσαν κατά τους χρόνους Θεοφίλου του εικονομάχου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωκθ΄ - ωμβ΄(829 – 842), ότε μεγάλως ηγωνίσθησαν αμφότεροι δια την τιμήν και προσκύνησιν των αγίων Εικόνων· όθεν εδάρησαν ασπλάγχνως και κατά προσταγήν του Θεοφίλου εγράφησαν εις το μέτωπόν των με σίδηρον πεπυρωμένον οι ιαμβικοί στίχοι ούτοι.
Πάντων ποθούντων προστρέχειν προς την πόλιν Όπου πάναγνοι του Θεού Λόγου πόδες Έστησαν εις σύστασιν της οικουμένης, Ώφθησαν ούτοι τω σεβασμίω τόπω Σκεύη πονηρά δεισιδαίμονος πλάνης, Εκείσε πολλά λοιπόν εξ απιστίας Πράξαντες δεινά αισχρά δυσσεβοφρόνως, Εκείθεν ηλάθησαν ως αποστάται· Προς την Πόλιν δε του Κράτους πεφευγότες Ουκ εξαφήκαν τας αθέσμους μωρίας. Όθεν γραφέντες ως κακούργοι την θέαν Κατακρίνονται και διώκονται πάλιν.
Αφ’ ου δε εστιγματίσθησαν με τους στίχους τούτους, επέμφθησαν εις την εξορίαν, όπου ο μέγας αριστεύς και νικητής ούτος Θεόδωρος προς Κύριον εξεδήμησε. Λέγεται δε ότι, όταν ο Άγιος ούτος εκοιμήθη, επήγεν εις αυτόν μέγας τις Γέρων και ήκουεν Αγίους Αγγέλους, οίτινες έψαλλον πνευματικά άσματα, συνέψαλλε δε και αυτός μετ’ αυτών. Δια των τοιούτων ασμάτων έδειξεν ο Θεός πόσον ετίμα τον εαυτού θεράποντα Θεόδωρον.
Τη ΚΖ’ (27η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.
Στέφανος ο μακάριος Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος ήτο Ιουδαίος το γένος, μαθητής ως λέγουσί τινες Γαμαλιήλ του νομοδιδασκάλου, και πρώτος των επτά Διακόνων τους οποίους κατέστησαν οι Απόστολοι εν Ιεροσολύμοις εις την των πτωχών επιμέλειαν και την εις αυτούς διανομήν των ελεημοσυνών, πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου και ποιών σημεία και τέρατα εν τω λαώ (Πραξ. στ: 8). Γενομένης δε ποτέ συζητήσεως μεταξύ Ιουδαίων, Σαδδουκαίων, Φαρισαίων και Ελληνιστών περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, άλλοι μεν έλεγον περί του Κυρίου ότι είναι Προφήτης, άλλοι ότι είναι πλάνος και άλλοι ότι είναι Υιός Θεού· τότε ο αοίδιμος Στέφανος, σταθείς επί τόπου υψηλού, εκήρυξεν εις όλους τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, λέγων ούτω:
Τη 27η Δεκεμβρίου, ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων και Δικαίων ΙΩΣΗΦ του Μνήστορος, ΙΑΚΩΒΟΥ του Αδελφοθέου, και ΔΑΒΙΔ του Προφήτου και Βασιλέως.
Ιωσήφ ο Δίκαιος και Μνήστωρ της Θεοτόκου ήτο υιός του Ιακώβ (Ματθ. α: 16), γαμβρός δε και επομένως υιός πάλιν (Λουκ. γ: 23) του Ηλεί (όστις και Ελιακείμ και Ιωακείμ καλείται και είναι ο της Παρθένου Μαρίας πατήρ). Ούτος κατήγετο εκ της φυλής του Ιούδα και εκ της οικογενείας του Δαβίδ, κατώκει δε εις την Ναζαρέτ. Ήτο δε ο μακάριος Ιωσήφ τέκτων την τέχνην και γέρων την ηλικίαν, ότε κατ΄ ευδοκίαν Θεού εμνηστεύθη την Παρθένον Μαρίαν, ίνα υπηρετήση αυτήν εις το μέγα μυστήριον της ενσάρκου αυτού οικονομίας. Ετελεύτησε δε, κατά την παράδοσιν των Πατέρων, μετά το 12ον έτος από της του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Γεννήσεως.