Μαϊωρ ο Άγιος Μάρτυς του Χριστού υπήρξεν επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των βασιλέων, εν έτει 295, στρατιώτης ων εις το τάγμα το ονομαζόμενον των Μαύρων· ότε δε ευρίσκετο εις την πόλιν της Γάζης, διεβλήθη εις τον εκεί άρχοντα, ότι ήτο Χριστιανός. Παρασταθείς λοιπόν επί του κριτηρίου και ομολογήσας εαυτόν Χριστιανόν δέρεται επί επτά συνεχείς ημέρας, μετά τοσαύτης δριμύτητος, ώστε μετηλλάγησαν τριάκοντα εξ στρατιώται δέροντες αυτόν· το δε αίμα έτρεχεν εκ του σώματός του ποταμηδόν, ώστε εκοκκίνισεν όλη εκείνη η γη. Ανδρείως λοιπόν υπομείνας την μεγάλην ταύτην τιμωρίαν ο του Χριστού γενναίος αγωνιστής, από της επιγείου στρατιωτικής δυνάμεως επορεύθη δαυϊδικώς εις την δύναμιν της ουρανίου στρατιάς, παραδούς την ψυχήν του εις χείρας Θεού και λαβών του Μαρτυρίου τον στέφανον.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021
Τη ΙΕ΄ (15ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΟΝΗΣΙΜΟΥ.
Ονήσιμος ο Άγιος Απόστολος ήτο πρότερον δούλος του Αγίου Αποστόλου Φιλήμονος, όστις κατά τον Θεοδώρητον, κατήγετο από τας Κολοσσάς, προς τον οποίον γράφει χωριστήν επιστολήν ο μακάριος Παύλος. Κλέψας δε ο Ονήσιμος ούτος χρήματα από τον οίκον του Αποστόλου Φιλήμονος, ως τούτο δηλούται από την ρηθείσαν επιστολήν του Παύλου προς τον Φιλήμονα, έφυγε και επήγεν εις την Ρώμην, εκεί δε συναντήσας τον Απόστολον Παύλον, εις τα δεσμά ευρισκόμενον, κατηχήθη από αυτόν την εις Χριστόν πίστιν και βαπτισθείς έγινε και αυτός θαυμάσιος εις την αρετήν. Επειδή δε ο θείος Παύλος δεν έκρινε δίκαιον να λυπήται ο Φιλήμων δια την κλοπήν και την φυγήν του δούλου του τούτου Ονησίμου, απέστειλεν αυτόν εις τον αυθέντην του Φιλήμονα, ομού με την προς αυτόν συστατικήν και παρακλητικήν επιστολήν.
Τη ΙΕ΄ (15ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΕΥΣΕΒΙΟΥ.
Ευσέβιος ο Όσιος Πατήρ ημών ούτος ηγωνίζετο ασκητικώς εις τα όρη και τας ερήμους της Συρίας κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη υη΄ - υν΄ (408-450). Ποίος ήτο ο τόπος της καταγωγής του και ποίοι οι γονείς αυτού δεν εφανέρωσεν η κατ’ αυτόν ιστορία. Τούτο δε μόνον γνωρίζομεν περί αυτού, το οποίον αι λέγομεν, ότι δια των ασκητικών του πόνων απέκτησε πατρίδα τον ουρανόν. Και πρώτον μεν επήγεν εις Μοναστήριον και έγινε Μοναχός, έπειτα δε ανέβη εις την ακρώρειαν όρους τινός κειμένου πλησίον του χωρίου του καλουμένου Ασιχά, εκεί δε έκτισε μικρόν περιτείχισμα εκ ξηρολίθων, εντός του οποίου εβίωσε ταλαιπωρούμενος ο αοίδιμος, άνευ στέγης και σκεπάσματος· και ένδυμα μεν είχε δερμάτινον, τροφήν δε ρεβίθια και κουκκία βρεγμένα, σπανίως δε έτρωγε και ξηρά σύκα, δια να παρηγορή την ασθένειαν του σώματος.
Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021
Ο νεομάρτυς Γεώργιος Παϊζάνος
Ἡ ἐργασία αὐτή τοῦ Ι.Μ.Φουντούλη με τίτλο ο νεομάρτυς Γεώργιος Παϊζάνος – τριακόσια χρόνια από το μαρτύριο του (1693- 1993) δημοσιεύθηκε στό περιοδικό τῆς Ι.Μ. Μυτιλήνης «Ὁ Ποιμήν», τ. ΝΘ΄(1994), σελ.18‐20. Πρὶν ἀπὸ τριακόσια ἀκριβῶς χρόνια, στὶς 14 Φεβρουαρίου 1693, μαρτύρησε διὰ ξίφους στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Λέσβιος νεομάρτυς Γεώργιος Παϊζάνος ἢ Πασγιάνος, ὁ ράπτης.Πολὺ λίγα γνωρίζουμε γιʹ αὐτόν: Τὸν μνημονεύει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον» (πρώτη ἔκδοση, Βενετία 1799, σελ. 129 καὶ δευτέρα ἔκδοση, Ἀθῆναι 1856, σελ. 104):
Τη ΙΔ΄ (14ην) Φεβρουαρίου, μνήμη της Αθλήσεως του εν Αγίοις Οσιομάρτυρος ΔΑΜΙΑΝΟΥ του νέου, του κτίτορος της κατά τον εν Δημητριάδι Κίσσαβον σεβασμίας Μονής του Τιμίου Προδρόμου, αθλήσαντος εν έτει αφξη΄ (1568).
Δαμιανός ο νέος Αθλητής του Χριστού, είχε πατρίδα την Αράχωβαν του τέως δήμου Παρακαμπυλίων της Ευρυτανίας, εις την οποίαν εγεννήθη από γονείς ευσεβείς. Ότε δε ήτο ακόμη νέος επόθησε την μοναδικήν πολιτείαν· όθεν εγκαταλείψας τον κόσμον και τα εν κόσμω, επήγεν εις το Άγιον Όρος εις την ιεράν Μονήν του Φιλοθέου και έγινε Μοναχός. Αφού δε έμεινεν ολίγον καιρόν εις το Μοναστήριον, ανεχώρησεν εις την ησυχίαν, δια να αγωνίζεται περισσότερον εις τας αρετάς· ευρών δε σημειοφόρον τινά Ασκητήν, όστις ησύχαζεν εις τόπον ερημικόν, Δομέτιον ονομαζόμενον, έμεινε μαζί του τρεις χρόνους σχεδόν, εργαζόμενος όλας τας αρετάς με τόσην προθυμίαν και ακρίβειαν, ώστε ηξιώθη να ακούση και θείαν φωνήν, η οποία του έλεγε· «Δαμιανέ, δεν πρέπει να ζητής μόνον το συμφέρον το ιδικόν σου, αλλά και το των άλλων». Όθεν ευθύς αφήσας το Άγιον Όρος επήγεν εις τα όρη του Ολύμπου, και εκήρυττεν εις τα χωριά, τα οποία ευρίσκονται εκεί, τον λόγον του Θεού λαμπρά τη φωνή διδάσκων και παρακινών τους Χριστιανούς να μετανοήσωσι και απέχωσιν από τας αδικίας και από όλας τας άλλας κακίας, να φυλάττωσι δε τας εντολάς του Θεού, εργαζόμενοι τα καλά και θεάρεστα έργα. Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος παρεκίνησε πολλούς από τους κατ’ όνομα μόνον Χριστιανούς κατά δε τα έργα ασεβείς, και κατηγόρουν τον Άγιον, λέγοντες ότι είναι πλάνος και απατεών, κατέτρεχον δε αυτόν διαφόρως, επιβουλευόμενοι την ζωήν του. Ο δε Άγιος μιμούμενος τον Χριστόν ανεχώρησεν εκείθεν δια να ειρηνεύσουν οι Χριστιανοί και επήγεν εις τα μέρη του Κισσάβου και της Λαρίσσης, εκήρυττε δε πάλιν εκεί τον λόγον του Θεού· παθών δε και εκεί τα ίδια, ανεχώρησεν εις τα υψηλά μέρη των Αγράφων, και εκεί εδίδασκε τους Χριστιανούς να μένουν στερεοί εις την πίστιν και να φυλάττουν τας εντολάς του Κυρίου. Ο διάβολος όμως δεν ησύχασεν, αλλά και εκεί ήγειρεν εναντίον του Αγίου ανευλαβείς τινας και αθεοφόβους, οι οποίοι τον κατέτρεχον, καλούντες αυτόν πλάνον και ψευδομόναχον. Όθεν αφήσας και αυτά τα μέρη ο Άγιος επέστρεψε πάλιν εις τον Κίσσαβον, δια να μένη δε ατάραχος ωκοδόμησεν εκεί Μοναστήριον, εις το οποίον έμεινε μαζί με άλλους Μοναχούς, αναπέμποντες εις τον Θεόν καθ’ εκάστην τας ευχάς των. Όμως και εκεί επήγαιναν πολλοί δια να ωφελούνται εις την ψυχήν από τας ψυχωφελείς διδασκαλίας του, επειδή ήτο κατά πολλά γνωστικός και γεμάτος από θεία χαρίσματα. Καιρόν δε τινα, μεταβάς δια τινας ανάγκας του Μοναστηρίου, και μάλιστα δια την ωφέλειαν των Χριστιανών εις εν χωρίον, Βουλγαρίνην καλούμενον, συνελήφθη υπό Αγαρηνών τινών και παρεδόθη εις τον εξουσιαστήν της Λαρίσης, εις τον οποίον ανέφερον ότι εμποδίζει τους Χριστιανούς να πωλούν και να αγοράζουν την Κυριακήν, και τους διδάσκει να μένουν στερεοί εις την πίστιν του Χριστού· όθεν ο εξουσιαστής επρόσταξε να τον δείρουν σφοδρώς, να του βάλωσι βαρείας αλύσεις εις τον τράχηλον και εις τους πόδας, και να τον ρίψωσιν εις την φυλακήν. Εκεί επί δέκα πέντε ημέρας τον εβασάνιζον με διάφορα σκληρά παιδευτήρια, και πότε με φοβερισμούς, πότε με κολακείας και υποσχέσεις τον εβίαζον να αρνηθή την πίστιν του Χριστού. Μη δυνάμενος λοιπόν ο άρχων να καταπείση τον Άγιον, αλλά βλέπων μάλιστα αυτόν να ελέγχη με γενναιότητα την θρησκείαν των και τον προφήτην των, και με πολλήν παρρησίαν κηρύττοντα τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, και ότι είναι πρόθυμος να υπομείνη δια την αγάπην του μύρια βάσανα, ήναψεν όλος από τον θυμόν, και παρευθύς προστάζει να θανατωθή πρώτον δια της αγχόνης και έπειτα να ριφθή εις το πυρ. Λαβόντες λοιπόν αυτόν οι δήμιοι τον εκρέμασαν· επειδή δε εις απ’ αυτούς εκτύπησε τον Μάρτυρα εις την κεφαλήν με πέλεκυν, εκόπη το σχοινίον και έπεσεν ο Μάρτυς εις την γην ημιθανής· εκείνοι δε λαβόντες αυτόν έτι ζώντα, τον έρριψαν εις το πυρ και τον έκαυσαν, την δε στάκτην αυτού έρριψαν εις τον ποταμόν Πηνειόν, εν έτει αφξη΄ (1568). Ούτως έλαβεν ο μακάριος Δαμιανός του Μαρτυρίου τον στέφανον. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις ρυσθείημεν και ημείς των παγίδων του εχθρού, και αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.
Τη ΙΔ΄ (14ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΝΙΚΟΛΑΟΥ του εξ Ιχθύος (Ψάρι) της Κορινθίας καταγομένου, μαρτυρήσαντος δε εν Κωνσταντινουπόλει κατά το έτος αφνδ΄ (1554).
Νικόλαος ο νεοφανής και γενναίος Μάρτυς του Χριστού κατήγετο από κάποιο ασήμαντο χωρίον, το οποίον υπό των εντοπίων ωνομάζετο Ψάρι και ευρίσκετο περίπου εις τα όρια της Κορινθίας. Οι γονείς του ωνομάζοντο Ιωάννης και Καλή, ήσαν δε και οι δύο θεοσεβείς και πιστοί εις τον Χριστόν. Ούτοι κατά το δωδέκατον έτος της ηλικίας του Μάρτυρος απήλθον του κόσμου τούτου και άφησαν αυτόν μόνον εις την οικίαν των. Ο δε παις, μη υποφέρων την στέρησιν των γονέων του, έρχεται με μερικούς νέους εις πόλιν λεγομένην Σηλύβριαν, η οποία απέχει από την Κωνσταντινούπολιν πορείαν μιας ημέρας. Εις την πόλιν αυτήν εισήλθεν εις την υπηρεσίαν τινός εκ των επισημοτέρων κατοίκων, φροντίζων δια τα πράγματα του κυρίου του.
Τη ΙΔ΄ (14ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΒΡΑΑΜΟΥ.
Αβραάμης ο Όσιος Πατήρ ημών ήκμασε κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μεγάλου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 379 – 395, κατήγετο δε εκ της πόλεως Κύρου, εις την οποίαν εγεννήθη και ανετράφη και συνέλεξε τον πλούτον της ασκητικής πολιτείας και αρετής. Διότι δια τοσαύτης αγρυπνίας και ολονυκτίου στάσεως και νηστείας κατεδαπάνησε το σώμα του ο μακάριος, ώστε έμεινεν ακίνητος επί πολλά έτη, χωρίς να δύναται να περιπατή.