Θεοφάνης ο Όσιος Πατήρ ημών ο Νέος εγεννήθη εις Ιωάννινα περί τας αρχάς της ΙΣΤ΄ εκατονταετηρίδος μ.Χ. εκ γονέων ευσεβών, υφ ων και ανετράφη εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Υπό θείου δε εμπνεόμενος ζήλου, κατά την ενηλικίωσιν αυτού αποχαιρετήσας τα φθαρτά και γήϊνα μετέβη εις το αγιώνυμον Όρος του Άθωνος, περιελθών δε τας εν αυτώ Ιεράς Μονάς και Σκήτας των Πατέρων εξέλεξε την Μονήν του Δοχειαρίου, ένθα γενόμενος Μοναχός διήγεν οσίως και εναρέτως τον βίον του, φιλαδέλφως δε αγαπών τους συνασκουμένους πατέρας και αδελφούς της Μονής, και υπ’ αυτών αμοιβαίως ανταγαπώμενος εξελέγη μετ’ ολίγον Ηγούμενος αυτών και της ιεράς Μονής επιστάτης.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021
Τη ΙΘ΄ (19η) του Αυγούστου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΤΙΜΟΘΕΟΥ, ΑΓΑΠΙΟΥ και ΘΕΚΛΗΣ.
Τιμόθεος ο ένδοξος ούτος του Χριστού Μάρτυς κατήγετο εκ της Παλαιστίνης, ων δε τέλειος κατά τον λόγον και την ζωήν, εγένετο της ευσεβείας διδάσκαλος. Συλληφθείς δε παρέστη εις τον άρχοντα της Γάζης, Ουρβανόν ονόματι, και ερωτηθείς παρ’ αυτού ωμολόγησεν, ότι ανήκει εις την τάξιν των Χριστιανών, εθεολόγησε δε πάσαν την του Χριστού ένσαρκον οικονομίαν· όθεν δαρείς δυνατά και παν είδος βασάνων δοκιμάσας, επειδή ουδόλως εκάμφθη, αλλ’ έμεινεν αμετάθετος εις την ευσέβειαν, ερρίφθη ύστερον εις πυράν, και ούτω παρέδωκε το πνεύμα του τω Θεώ και έλαβε του μαρτυρίου τον άφθαρτον στέφανον. Εν τη ιδία δε πόλει της Γάζης ευρισκόμενοι ο τε Άγιος Αγάπιος και η Θέκλα, η εκ της Βιζύης καταγομένη, εβασανίσθησαν πολύ δια την του Χριστού πίστιν, και επειδή έτι μάλλον εις αυτήν εστερεώνοντο, δια τούτο παρεδόθησαν εις τα θηρία και υπ’ αυτών κατασπαραχθέντες έλαβον τον στέφανον του μαρτυρίου.
Τη ΙΘ΄ (19η) του Αυγούστου, μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΑΝΔΡΕΟΥ του Στρατηλάτου, και των συν αυτώ τελειωθέντων Δισχιλίων Πεντακοσίων Ενενήκοντα Τριών.
Ανδρέας ο ένδοξος Μάρτυς και Στρατηλάτης ήκμασε κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου Μαξιμιανού, εν έτει σπθ΄ (289), στρατιώτης ων εν τη Ανατολή, υπό τον Αντίοχον αρχιστράτηγον του βασιλικού στρατού. Αποσταλείς δε υπ’ αυτού μετ’ άλλων συστρατιωτών, ίνα πολεμήση τους Πέρσας, οίτινες, διαβάντες τα όριά των και ελθόντες εις τα όρια των Ρωμαίων, ελεηλάτουν αυτά και ηφάνιζον, επεκαλέσθη τον Χριστόν, πείσας δε και τους συντρόφους του να επικαλεσθώσιν Αυτόν, ενίκησε τους Πέρσας και τους κατετρόπωσεν. Όθεν ένεκα της ανελπίστου ταύτης νίκης προσείλκυσεν εις την πίστιν του Χριστού τους στρατιώτας του. Διαβληθέντες λοιπόν ο τε Άγιος και οι τούτου σύντροφοι προς τον αρχιστράτηγον αυτών Αντίοχον, παρεστάθησαν όλοι προς αυτόν και ωμολόγησαν την του Χριστού πίστιν· διο τον μεν Άγιον Ανδρέαν ήπλωσαν επί σιδηράς πεπυρωμένης κλίνης, των δε συντρόφων του τας χείρας εκάρφωσαν επί τετραγώνων ξύλων. Είτα κατά προσταγήν του Αντιόχου εδίωξαν τους Αγίους εκ των ορίων της χώρας εκείνης χίλιοι άλλοι στρατιώται, τους οποίους κατηχήσας ο Άγιος Ανδρέας ωδήγησε και τούτους εις την πίστιν του Χριστού. Τούτο δε μαθών ο Αντίοχος κατεδίωξεν όλους, προστάξας να θανατώσωσιν αυτούς τε και τους εξ αρχής όντας συντρόφους του Αγίου, ως και αυτόν τον ίδιον πανένδοξον Ανδρέαν και ούτως έλαβον όλοι τους στεφάνους της αθλήσεως.
Τρίτη 17 Αυγούστου 2021
Τη ΙΗ΄ (18η) Αυγούστου, μνήμη του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, του εν τη Σκήτη της αγίας Άννης, τη ούση εν τω αγιωνύμω Όρει του Άθω, ασκητικώς διαλάμψαντος.
Σωφρόνιος ο Όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών, ο υιός του φωτός και της άνω βασιλείας κληρονόμος, κατήγετο εκ της Ηπείρου, γεννηθείς από γονείς ευσεβείς, κατά τον δέκατον όγδοον αιώνα. Εκ νεότητος διεκρίνετο επί σεμνότητι βίου και ευκοσμία ηθών και φόβω Θεού, αποφεύγων όση δύναμις τα βλάπτοντα το της ψυχής ευγενές και εγκολπούμενος τα αγνά και θεοφιλή. Ελθών εις ηλικίαν γάμου, συνέζευξαν αυτόν οι γονείς αυτού μετά σεμνής γυναικός και μη βουλόμενον, αλλ’ ούτος τα άνω φρονών και ζητών, παραπλήσιος ων του Αγίου Αλεξίου του ανθρώπου του Θεού, καθ’ ην ώραν εισήλθεν εις τον θάλαμον προς κατάκλισιν μετά της νύμφης, προσποιηθείς ανάγκην τινά, εξήλθεν ως άλλη δαβιτική διψώσα έλαφος εις τον αγιώνυμον Άθω, αγαπήσας την μοναχικήν και ισάγγελον ζωήν.
Τη ΙΗ΄ (18η) του Αυγούστου, μνήμη των Οσίων και θεοφόρων πατέρων ημών ΒΑΡΝΑΒΑ και ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ του ανεψιού αυτού των Αθηναίων και ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ του Τραπεζουντίου των εν τω όρει του Μελά ασκησάντων και εν ειρήνη τελειωθέντων.
Από τας αγράφους παραδόσεις, όσας οι Άγιοι Απόστολοι παρέδωσαν εις τους ακολούθους των και αλληλοδιαδόχως παρέπεμψαν εις ημάς, είναι και η σχετική με την προσκύνησιν των θείων Εικόνων, την οποίαν οι μεν άλλοι αγράφως, ως είπον, παρέδωσαν, ο δε ιερός Λουκάς και εμπράκτως την παρέδωσεν, επειδή ιστόρισε με χρώματα, καθώς ομολογεί η κοινή παράδοσις, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, βασταζόμενον ως βρέφος μέσα εις τας αγκάλας της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Από δε τας πολλάς εικόνας, όσας θα ιστόρησε, βεβαίως τρεις μόνον, άδεται λόγος, ότι έδειξεν εις την Θεοτόκον, τας οποίας αποδεξαμένη είπεν εκείνο το περίφημον ρήμα: «Η χάρις του εξ εμού τεχθέντος δι’ εμού είη μετ’ αυτών». Από δε τας τρεις, καθώς αποδεικνύουσιν οι ιστορικοί και μαρτυρούν τα βασιλικά χρυσόβουλλα και τα Πατριαρχικά σιγγιλλιώδη γράμματα, μία μεν είναι εκείνη ήτις ευρίσκεται εις το Μέγα Σπήλαιον της Πελοποννήσου, Δευτέρα δε η του Κύκκου εις την Κύπρον, και Τρίτη η εις το όρος του Σουμελά ευρισκομένη, κοντά εις την Τραπεζούντα, ήτις ονομάζεται και Οδηγήτρια.
Τη ΙΗ΄ (18η) του Αυγούστου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΡΜΟΥ, ΣΕΡΑΠΙΩΝΟΣ και ΠΟΛΥΑΙΝΟΥ.
Έρμος, Σεραπίων και Πολύαινος οι Μάρτυρες, Ρωμαίοι όντες, διεβλήθησαν υπό των απίστων, ότι σέβονται μεν τον Χριστόν, μισούσι δε και αποστρέφονται τα είδωλα. Όθεν παρεστάθησαν εις τον έπαρχον της Ρώμης και ομολογήσαντες παρρησία την εις Χριστόν πίστιν, πρώτον μεν εγκαθείρχθησαν εντός σκοτεινής και δυσώδους φυλακής, είτα δε εκβληθέντες εκείθεν, αλλά μη θελήσαντες να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, εσύρθησαν εις πετρώδεις και δυσβάτους τόπους, ούτω δε εν τη βασάνω ταύτη παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, παρ’ ου έλαβον της αθλήσεως τους αμαράντους στεφάνους.
Τη ΙΗ΄ (18η) του Αυγούστου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΦΛΩΡΟΥ και ΛΑΥΡΟΥ.
Φλώρος και Λαύρος οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν μεν αδελφοί δίδυμοι, λιθοξόοι την τέχνην, εκμαθόντες αυτήν παρά του Αγίου Πατρόκλου και του Αγίου Μαξίμου, μαρτυρησάντων και αυτών δια τον Χριστόν. Αφού δε οι διδάσκαλοι ούτοι εμαρτύρησαν, αφήκαν την εν Βυζαντίω διατριβήν και απήλθον εις το Ιλλυρικόν (την Σλαβονίαν), εις την χώραν της Δαρδανίας και εις πόλιν Ουλπιανά καλουμένην· εκεί δε ευρισκόμενοι ηρεύνων ίνα εύρωσι μεταλλικάς πέτρας, παρά τω ηγεμόνι Λουκίωνι, όπου και ειργάζοντο την τέχνην των. Είτα αστάλησαν παρ’ αυτού εις τον Λικίνιον, ο οποίος ήτο υιός της βασιλίσσης Ελπιδίας· ο δε, δώσας χρήματα εις τους Αγίους, διέταξεν αυτούς να κτίσωσι ναόν των ειδώλων, τον οποίον εσχεδίασεν επί διαγράμματος και χάρτου.