Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

«Ἁγία καὶ Μεγάλη» μόνον μία Σύνοδος σύμφωνος μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρας

Το κ. ωάννη Τάτση, Θεολόγου 

ΣΤΗ ΣΥΝΑΞΗ τν Προκαθημένων ρθοδόξων κκλησιν πο συνλθε στ Φανάρι κα λοκληρώθηκε τν Κυριακ τς ρθοδοξίας ποφασίστηκε λεγόμενη «γία κα Μεγάλη Σύνοδος τν ρθοδόξων κκλησιν» ν συγκληθε στν Κωνσταντινούπολη τ 2016. σχέτως το ἐὰν μέχρι τότε θ προκύψουν μπόδια πο θ δηγήσουν σ ναβολ τς σύγκλησης, εναι σαφς τι τ Φανάρι πιδιώκει μ κάθε τρόπο Σύνοδος ατ ν συγκληθε μεσα κα σίγουρα π μερν Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Εναι μάλιστα μφανς προσπάθεια ν δοθε στ Σύνοδο ατ πολ μεγάλη βαρύτητα κα στορικ σημασία μολονότι χει πλέον γκαταλειφθε ρχικός της χαρακτηρισμς ς γδόης Οκουμενικς Συνόδου.

Γι τ σύγκληση τς Συνόδου ατς πάρχουν πολλ ρωτήματα πως, γιατί δν γνωστοποιονται στν ερύτερο θεολογικ κα κκλησιαστικ κόσμο τ θέματα πο πρόκειται ν συζητηθον κα μέχρι σήμερα προετοιμασία τους. Ο εράρχες τν ρθοδόξων κκλησιν θ ποφασίσουν δηλαδ γι τν πιστ κλρο κα λα χωρς ατόν;

Μεζον θέμα εναι τ ποιο εράρχες θ συμμετέχουν στν λήψη τν ποφάσεων ατς τς «Μεγάλης Συνόδου». Ο Οκουμενικς Σύνοδοι δν συγκλήθηκαν οτε ς «Οκουμενικς» οτε ς «Μεγάλες» λλ ναγνωρίστηκαν κ τν στέρων ς «Οκουμενικς» λόγ τς γκυρότητας τν ποφάσεών τους. Ο γιοι Πατέρες πο συμμετεχαν σ ατς ταν πραγματικ θεοφόροι, σκεύη κλογς το γίου Πνεύματος κα γι τοτο λαβαν ποφάσεις γιοπνευματικές. ποιαδήποτε σύγκριση τν μεγάλων Πατέρων πο συμμετεχαν στς Οκουμενικς Συνόδους μ κάποιους π τος εράρχες πο κπροσωπον σήμερα τς ρθόδοξες κκλησίας στς συνάξεις Προκαθημένων ρθοδόξων κκλησιν δημιουργε ελογη νησυχία στος παρακολουθοντες μ γωνία τς ξελίξεις. εράρχες πο διακρίνονται γι τν πιστότητά τους στν γιοπατερικ Παράδοση τς κκλησίας μας κα γι τος ντιοικουμενιστικούς τους γνες ποκλείονται μεθοδικ π τέτοιες πανορθόδοξες συναντήσεις, γι ν μ προκαλέσουν τριγμος στ φαναριώτικα –κα χι μόνοσχέδια προώθησης το οκουμενισμο κα μίας κκοσμικευμένης «ρθοδοξίας».

Τ κρος τς λεγόμενης «Μεγάλης κα γίας Συνόδου τν ρθοδόξων κκλησιν» ποτε κα ἐὰν συγκληθε, δν θ κριθε οτε π τ πλθος τν εραρχν, πο θ συμμετέχουν σ ατν οτε π τν πλειονότητα τν ψήφων μ τς ποες θ ληφθον ο σχετικς ποφάσεις. Τ κρος της θ κριθε π τ συμφωνία τν ποφάσεών της μ τν παραδοθεσα π τος γίους Πατέρες Πίστη τς κκλησίας μας. «Μεταπατερικς» ναθεωρήσεις τς Πίστης, τν ερν Κανόνων κα τς πνευματικς ζως δν μπορον ν γίνουν ποδεκτς κόμη κι ν κάποιοι πιχειρήσουν ν τς περιβάλλουν μ τ «κρος» μίας «γίας κα Μεγάλης Συνόδου».


Ορθόδοξος Τύπος, α.φ. 2016, 28 Μαρτίου 2014

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Αλέξ. Παπαδιαμάντης : ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ


Ὅπως τὸ διηγοῦνται, ὅσοι τὸ ἔφθασαν, ἐν ἠλικίᾳ ὄντες εἰς Ἀθήνας τῷ 1870, ὁ νεκρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν ληστῶν τοῦ Δηλεσίου, κομισθέντων εἰς Ἀθήνας κατὰ Μάιον, εἶχε τὸ πρόσωπον παραδόξως φαιδρὸν καὶ γελαστόν. Τὴν ὥραν ποὺ τοὺς ἐτουφεκοβολοῦσαν τ᾿ ἀποσπάσματα, ἐλλοχεῦον ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων καὶ βράχων τὸ παλληκάρι ἐκεῖνο τῆς Ρούμελης, ἴσως διότι τὸ ταμπούρι του τοῦ ἐφαίνετο πολὺ ἀσφαλές, τίς οἶδε τί εἶχε σκεφθῆ, ἢ τί σοβαρὸν εἶδεν, ἢ τί ἀστεῖον ἤκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ᾿ ἐγέλασεν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι γελοῦν. Συγχρόνως, ἐν ἀκαρεῖ, τοῦ ἦλθε τὸ βόλι. Τὸν ηὗρε καίριον εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον.
Μετὰ δύο ἡμέρας οἱ σκοτωμένοι, πέντε ἢ ἓξ τὸν ἀριθμόν, ἐκομίζοντο εἰς Ἀθήνας. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ νέου ἐκείνου ὅλοι οἱ φρικώδεις περίεργοι εἶδον ἐντυπωμένον, πιστωμένον τὸν γέλωτα. Οὔτ᾿ ἐπρόφθασεν, ὁ εὐτυχὴς ἄνθρωπος, νὰ αἰσθανθῇ τὴν πικρίαν τοῦ βέλους, ἀλλ᾿ ὁ θάνατος τοῦ ἦλθε μυστηριώδης, γλυκύς, πρὸ τῆς ἀλγηδόνος.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

«ΧΡΙΣΤΩ ΣΥΝΕΣΤΑΥΡΩΜΑΙ»


Ο άγιος  Απόστολος Παύλος έδωκε με σαφήνειαν όλον το πνευματικόν βάθος του Σταυρού του Κυρίου, όλην την σημασίαν του δια τον βίον των πιστών: «Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Τα λόγια αυτά του αγίου Αποστόλου ακτινοβολούν τον χριστοκεντρισμόν της αγιωτάτης του ψυχής. Σταυρωμένος με τον Χριστόν, συλλυτρωμένος με τον Χριστόν, συμπάσχων με τον Χριστόν και μη ζων την ιδικήν του ζωήν, αλλά την ζωήν του Χριστού. Και η ζωή του Χριστού, ως θυσία, ως αγάπη, ως έλεος, ως άκτιστος θεία ενέργεια, ενοικεί εις την ηγιασμένην ψυχήν του. Λέγει ένας μεγάλος θεολόγος, ότι «ο φιλών τον Χριστόν μεταμορφούται εις τον Χριστόν». Και ο ιερός Αυγουστίνος συμπληρώνει: «Επειδή η αγάπη μεταστοιχειοί τον φιλούντα εις το φιλούμενον», και συμπεραίνει: «Όθεν, ει φιλείς Θεόν, θεός έση, ει δε φιλείς διάβολον, διάβολος έση, ει δε σάρκα, σάρξ».
Ουδέν ηγαπήθη υπό αγίων ψυχών τόσον, όσον ο Σταυρός του Κυρίου. και καμμία επιθυμία αγίας ψυχής δεν υπήρξε τόσον έντονος, όσον η συσταύρωσις μετά του Χριστού. Διότι το πρώτον έργον του θείου έρωτος, κατά τον άγιον Νικόδημον τον Αγιορείτην, είναι «να ενώνη τον φιλούντα μετά του φιλουμένου». Ως λέγει και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «το όνομα του θείου έρωτος, δυνάμεώς εστιν ενοποιού και συνδετικής και διαφερόντως συγκριτικής εν τω καλώ και αγαθώ». Δεύτερον  έργον του θείου έρωτος είναι το «αμοιβαίον». Όπως ακριβώς συνέβη εις τον Απόστολον Παύλον, ο οποίος λέγει, καθώς ο Χριστός εσταυρώθη δι’ εμέ, ούτω και εγώ αμοιβαίως «Χριστώ συνεσταύρωμαι». Το δε τρίτον έργον του θείου έρωτος είναι «το να κάμνη τον φιλούμενον να φιλή τον φιλούντα και να εντυπώνη αυτόν εις όλα τα ορώμενα και νοούμενα». Και το τέταρτον έργον του θείου έρωτος είναι «να προξενή έκστασιν εις τους εραστάς». Δηλαδή οι ερασταί να μη ζουν την ιδικήν των ζωήν, αλλά την ζωήν των ερωμένων των, κατά τον θείον Διονύσιον. «έστι δε και εκστατικός ο θείος έρως, ουκ εών εαυτών είναι τους εραστάς, αλλά των ερωμένων». Αυτή λοιπόν η διπλή ζωή του Αποστόλου Παύλου, ή μάλλον η απλή «εν Χριστώ» ζωή, εις όλην την έντασίν της και εις όλας τας παραλλαγάς των θείων βιώσεών της, τον έκαμνε να μη αισθάνεται ούτε φόβους ούτε ηδονάς ούτε κόπους ούτε ανθρωπίνην δόξαν να επιθυμή ούτε να ζη εις την γην. Αντιθέτως, έχαιρε δι’ όλας τας καταδρομάς και τας θλίψεις του μέχρι σημείου, να καυχάται εις αυτάς και να αισθάνεται άρρητον αγαλλίασιν πάσχων δια τον Χριστόν και το μυστικόν σώμα του, την Εκκλησίαν. Διότι είχε μεταβληθή εις Χριστόν, εγένετο ένα μετά του Χριστού. Αυτό παρατηρούμεν και εις τα πλήθη των πιστών, που ετρώθησαν τω θείω έρωτι του Χριστού και εμαρτύρησαν χαίροντα δια την αγάπην του. Από την αγάπην προς τον εσταυρωμένον Χριστόν, έγραφεν ο άγιος Ιγνάτιος προς Ρωμαίους, «ο εμός έρως εσταύρωται», και όλα εκείνα τα ερωτικά, πορευόμενος προς το μαρτύριον. Από την αγάπην προς τον εσταυρωμένον Κύριον, έλεγεν ο θείος Απόστολος Ανδρέας μετά την καταδίκην του εις τον δια σταυρού θάνατον, «ω Σταυρέ, τον οποίον πάλαι επόθουν, ιδού τώρα απολαμβάνω την τελείωσιν του πόθου μου». Ο πανάγιος του Κυρίου Σταυρός εγένετο σύμβολον αγάπης και έρωτος προς τον επ’ αυτού καθηλωθέντα και το μέτρον της προς τον Ιησούν αφοσιώσεως. Εις την Ανατολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ο Σταυρός του Κυρίου δεν προσέλαβε, ως εις την δυτικήν Εκκλησίαν, την σημασίαν οργάνου δικανικής υφής. Δια τους Ανατολικούς Πατέρας και τους Δυτικούς ακόμη, μέχρι του Ανσέλμου Κανταβριγίας, ο Σταυρός του Σωτήρος δεν εδόθη εις ημάς προς ικανοποίησιν της δήθεν θιγομένης θείας Δικαιοσύνης δια των αμαρτιών μας, αλλ’ ως μέσον παιδαγωγίας και «σταυρώσεως των μελών των επί της γης». Ο Απόστολος Παύλος καυχάται εν τω Σταυρώ, κατά τον Κορέσσιον, «δια πίστεως και χάριτος, ενθυμούμενος την ευεργεσίαν και δικαίωσιν, όπου έλαβεν από τον Σταυρόν». Δια τούτο έλεγε και ο θείος Χρυσόστομος: «Δια του Σταυρού και το μέγεθος της αμαρτίας και το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας γνωρίζεται». Εις την πρακτικήν και πνευματικήν μας ζωήν, κατά τον Ομολογητήν άγιον Μάξιμον, «ο φόβος του Θεού, Σταυρός εστι και η μνήμη των άνω, και η κυριότης κατά των παθών, ήτοι του θυμού και της επιθυμίας, και η αλλοτρίωσις από της αγάπης των συγγενών και φίλων δια τον προς Θεόν έρωτα». Κατά μεν τον Αββάν Ησαϊαν, «Σταυρός κατάργησίς εστι πάσης αμαρτίας», κατά δε τον όσιον Μάρκον τον Ερημίτην, «πάσα αρετή Σταυρός εστιν». «Η πράξις του Σταυρού, λέγει ο θείος Ησυχαστής Ισαάκ, διπλή εστι, και τούτο προς το διπλούν της φύσεως… και η μεν, προς το υπομείναι τας θλίψεις της σαρκός… και καλείται πράξις. Η δε, εν τη λεπτή εργασία του νου και εν τη θεία ευρίσκεται αδολεσχία, έτι και εν τη διαμονή της προσευχής, και καλείται θεωρία, και η μεν πράξις, το παθητικόν μέρος της ψυχής καθαρίζει εν τη δυνάμει του ζήλου, η δ’ άλλη, την ενέργειαν της αγάπης της ψυχής».

Ας προσευχώμεθα, αδελφοί εν Χριστώ, ας προσευχώμεθα αδιαλείπτως, όπως καθαρθώμεν «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος», δια να είπωμεν μετά του Αποστόλου Παύλου: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός, ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού, του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού». Ας αγωνιζώμεθα «τον καλόν αγώνα», δια να γίνωμεν άκτιστοι, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του Θεού, ως λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Κτιστός ην ο Παύλος μέχρις αν έζη την προστάγματι Θεού εξ ουκ όντων γεγονυίαν ζωήν, ότε δε μηκέτι ταύτην έζη, αλλά την ενοικήσει του Θεού προσγενομένην, άκτιστος γέγονε τη χάριτι, και πας ο ζώντα και ενεργούντα μόνον τον του Θεού λόγον κτησάμενος». Ας αγαπήσωμεν και ημείς τον Σταυρόν του Κυρίου, όπως ο θεοφόρος Ιγνάτιος, ο οποίος υπό του ιδίου έρωτος με τον Απόστολον Παύλον πυρπολούμενος, έγραφε προς Ρωμαίους, «…άρτον του Θεού θέλω, άρτον ουράνιον, άρτον ζωής… και πόμα θέλω το πόμα αυτού, ο εστιν αγάπη άφθαρτος και αέναος ζωή, ουκ έτι θέλω κατά άνθρωπον ζην. Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, επειδή περ ζη εν εμοί Χριστός». Και ας ψάλλωμεν εν κατανύξει και πόθω, «Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου, τον Σταυρόν σου ημίν δέδωκας, φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν…». 

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

O Συναξαριστής της ημέρας.

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014


Δ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, Ιωάννη της Κλίμακος. Ιωάννου του οσίου, συγγραφέως της Κλίμακος, Εύβουλης μητρός Αγ. 
Παντελεήμονος, Ζαχαρίου ιερομάρτυρος του νέου, επισκόπου Κορίνθου (1684).

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 525 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβοῦς καὶ εὔπορης οἰκογένειας. Ἔλαβε πλούσια μόρφωση, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «σχολαστικό», ἀλλὰ σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, παραδόθηκε στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Γέροντος Μαρτυρίου, στὸ ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ θάνατό του.
Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε μοναχικὲς κοινότητες στὴ Σκήτη καὶ Ταβέννιση τῆς Αἰγύπτου, ἀργότερα δὲ ἐγκαταστάθηκε σὲ κελὶ τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ, ποὺ ἀπεῖχε δύο ὧρες ἀπὸ τὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης.

Ὁ βιογράφος τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, Δανιὴλ ὁ Ραϊθηνός, μᾶς δίνει μερικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν βίο του, κυρίως ὅμως μᾶς παρουσιάζει τὸ πῶς ἀναδείχθηκε δεύτερος Μωϋσῆς καθοδηγώντας τοὺς νέους Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν γῆ τῆς δουλείας στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Μὲ τὴν λίγη τροφὴ νίκησε τὸ κέρας τοῦ τύφου τῆς οἰήσεως καὶ τῆς κενοδοξίας, πάθη πολὺ λεπτὰ καὶ δυσδιάκριτα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐμπλέκονται στὶς κοσμικὲς ἐνασχολήσεις. Μὲ τὴν ἡσυχία, νοερὰ καὶ σωματική, ἔσβησε τὴν φλόγα τῆς καμίνου τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν δικό του ἀγώνα ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὴν δουλεία στὰ εἴδωλα. Ἀνέστησε τὴν ψυχή του ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ τὴν ἀπειλοῦσε. Μὲ τὴν ἀπονέκρωση τῆς προσπάθειας καὶ μὲ τὴν αἴσθηση τῶν ἀΰλων καὶ οὐρανίων ἔκοψε τὰ δεσμὰ τῆς λύπης. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγινε ὁ κατεξοχὴν ἄνθρωπος, ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πλασμένος καὶ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἀνακαινισμένος. Καὶ μὲ ὅσα ἔγραψε δὲν μετέφερε σὲ ἐμᾶς μόνο τὶς ἀνθρώπινες γνώσεις ἀλλὰ τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη, γι’ αὐτὸ ὁ λόγος του εἶναι ἀφοπλιστικὸς καὶ θεραπευτικός.
Μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἄσκηση στὴν ἔρημο, σὲ προχωρημένη πλέον ἡλικία, ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς Σινᾶ, ἐνῷ πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου του ἀποσύρθηκε πάλι στὴν ἔρημο, ὅπου κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἐτῶν, κατὰ τὸ ἔτος 600 μ.Χ.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἐπίσης, τὴν Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγραψε δύο περίφημα συγγράμματα: τὴν «Κλίμακα»καὶ τὸ «Λόγο πρὸς τὸν Ποιμένα». Ἡ «Κλίμακα» εἶναι συνέχεια τῶν ἡσυχαστικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης παρουσιάζει τὰ στάδια τῆς τελειώσεως σὲ τριάντα κεφάλαια. Τὴν ἰδέα τῆς κλίμακος ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἰακώβ, τὸν δὲ ἀριθμὸ τριάντα ἀπὸ τὴν ἡλικία τῆς ὡριμότητας κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄρχισε τὴν δημόσια δράση Του.
Κατ’ ἀρχὰς περιγράφει τὸ πρῶτο στάδιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ποὺ συνίσταται στὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπὸ καθετὶ ποὺ ὑπενθυμίζει τὸν κόσμο, τὴν ξενιτεία. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ περιγραφὴ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἀσκητοῦ, μεταξὺ τῶν ἀρετῶν καὶ κακιῶν, οἱ ὁποῖες περιγράφονται ἀνάμεικτες: λύπη, ὑπακοή, μετάνοια, μνήμη θανάτου, κατὰ Θεὸν πένθος, ἀοργησία, μνησικακία, καταλαλιά, σιωπή. Τὰ τελευταία κεφάλαια ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἐν ἀγάπῃ τελείωση, τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἐσωτερικὴ προσευχή.