Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Α΄) - Αλεξανδρεύς

Ό,τι ξέρετε από τη ζωή μου κράτησε λίγες στιγμές. 

Για ό,τι προηγήθηκε κάνετε απλές υποθέσεις. 
Το τι ακολούθησε μοιάζει συχνά να μη σας ενδιαφέρει καν.
 
Μοιάζετε σαν τα μικρά εκείνα παιδιά που κρατιούνται σ΄όλη τη διάρκεια του παραμυθιού από τη βεβαιότητα του “έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”.
 
Σ' όλες τις δυσκολίες του ήρωα, σ' όλα τα βάσανα και τις κακοτυχιές του, σ' όλα τα λάθη και τις πτώσεις του σφιχταγκαλιάζετε την σιγουριά της αγαθής έκβασης των πραγμάτων (αρχιτεκτόνημα κάθε καλού παραμυθά) και διώχνετε σαν ενοχλητική λεπτομέρεια όσα διαμείφθηκαν ενδιαμέσως. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κι εγώ το ίδιο.
 
Μα τα υλικά της ζωής μου δύσκολα με έπειθαν πως η συνταγή της θα οδηγούσε σε αγαθή έκβαση.
 

Σε μια κοινωνία κλειστή και συντηρητική το να είσαι πόρνη σε οδηγούσε πάντα στη σκέψη πως η ιστορία σου δεν θα μπορούσε να έχει καλό τέλος.
 
Εντάξει, η παρουσία των Ρωμαίων έδινε την ανακούφιση της σύγκρισης με τα δικά τους ήθη, ωστόσο εγώ δεν ανήκα σε εκείνους.
 
Είχα το “χάρισμα” και την κατάρα να ανήκω στον εκλεκτό λαό του Θεού.
 
Ξεχώριζα.
 
Εμείς οι πόρνες και οι τελώνες έχουμε το προσόν να αισθητοποιούμε μέσα στο σώμα της κοινωνίας την αμαρτία.
 
Εκείνοι με την παμφάγα, ακόρεστη πλεονεξία, εμείς με την σωματική ηδονή.
 
Εκείνοι με τα χέρια, εμείς με το υπόλοιπο κορμί.
 
Είναι χρήσιμο σε μια κοινωνία να μπορεί να εξεικονίζει την αμαρτία σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
 
Επιτρέπει εύκολα σε όλους τους υπόλοιπους να ζουν τη βεβαιότητα της αναμαρτησίας τους.
 
Δε θέλω απόψε να σας μιλήσω για το τι προηγήθηκε, για το πώς έγινα η Πόρνη.
 

Η ιστορία μου δεν περιέχει τίποτε εξόχως συγκλονιστικό, αφήστε που κάθε φορά πρέπει να ακροβατώ στην παρουσίαση των γεγονότων, στην ερμηνεία τους που με προφανή ή αδιόρατο τρόπο θα σας υποβάλω έτσι που να επιτρέψω να φανεί ή να εξαφανίσω πλήρως την προσωπική μου ευθύνη. Ξέρω, από τις συζητήσεις μου με τις συναδέλφους μου αλλά φαντάζομαι κι όλας, πως η ιστορία μου είναι παράλληλη με κάθε μιας άλλης πόρνης.
 
Εντάξει, διαφορές υπάρχουν, ωστόσο πάνω-κάτω οι ιστορίες είναι ίδιες.
 

Τώρα, μετά από τόσα χρόνια μπορώ άνετα να παραδεχτώ πως η συνταγή είχε κι απ΄ τα δυο συστατικά: και προσωπική ευθύνη και κοινωνικό εξαναγκασμό.
 

Κείνο που καίγομαι να σας πω είναι τι έγινε μετά.
 

Όταν το μύρο τέλειωσε.
 

Όταν τα μαλλιά μου ξαναδέθηκαν, όταν η συζήτηση του Ραββί με τον Ιούδα έλαβε τέλος.
 

(Αλήθεια εκείνος ο Ιούδας πολύ μου θύμιζε τα πρόσωπα κάποιων από τους Φαρισαίους δασκάλους μας. Κάθε φορά που μίλαγαν για τους φτωχούς και την ανάγκη να τους βοηθήσουμε αποδεκατώντας τα υπάρχοντά μας σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, το βλέμμα τους ήταν περίεργο και μερικές φορές είχα την αίσθηση πως θέλουν να χαϊδέψουν τις χοντρές κοιλιές τους. Κάτι από το βλέμμα τους μου θύμιζε το βλέμμα των αντρών που με πλησίαζαν στο πορνικό μου κρεββάτι).
 

Όλοι έφυγαν κι εγώ απέμεινα σε μια γωνιά. Δεν είχα πια πού να πάω. Τριγύριζα στους δρόμους. Μια δυο φορές κινδύνεψα από τη ρωμαϊκή περίπολο. Με έσωσε ο επικεφαλής που με ήξερε καλά.
 

Δεν είχα από πού να πιαστώ κείνο το βράδυ.
 

Η ζωή μου, το “σπίτι” μου, το κρεββάτι μου, δεν με κρατούσαν πια.
 

Ήξερα πως είχα πουλήσει τη σιγουριά της ρουτίνας.
 

Εκείνο το βράδυ είχα απολέσει τη δυνατότητα να μείνω όπως ήμουν.
 

Έτρεμα όταν τον συνάντησα.
 
Οι δάσκαλοι σε τούτον τον τόπο, σε τούτο το λαό πιάνουν τα άκρα. Συνήθως τα άκρα της απόλυτης αυστηρότητας.
 
Μα τούτος ήταν γλυκύς και πράος.
 
Είχα ακούσει πως μίλησε καλά για μας, τις πόρνες.
 
Το σχολίαζαν κοροϊδευτικά δύο πελάτες μου που περίμεναν στην αίθουσα αναμονής.
 
(Συνήθως οι πελάτες μου περιμένουν αμίλητοι και νευρικοί σαν τύχει να συναντηθούν.
 
Μα κείνοι είχαν χάσει κάθε αίσθηση ηθικής και ξένοιαστοι για το τι περίμεναν να κάνουν σχολίαζαν την φράση του Ραββί:
 

”Οι τελώνες κι οι πόρνες τραβάνε πρώτοι, οδηγοί για τη βασιλεία των Ουρανών”.
 

Πέταξαν ένα-δυό υπονοούμενα για το ποιόν ενός τέτοιου δασκάλου.
 

Ο ένας έκοβε κι ο άλλος έραβε.
 

Μίλησαν και για έναν τελώνη που ο δάσκαλος πήγε σπίτι του κι έφαγε.
 

“Ωρα να τον δούμε και σε δημόσιο χώρο με καμμιά πόρνη ”απάντησε ο άλλος.
 

Τούτη τη φράση την άκουσα καθαρά, μιας κι εκείνη ακριβώς την ώρα άνοιξα την πόρτα μου για να δεχθώ τον ένα απ΄ αυτούς.)
 

Έτσι μου μπήκε η ιδέα να πάω να τον συναντήσω.
 

Είχα σκοπό να μετρήσω την αντοχή του.
 

Εννοούσε όσα έλεγε ή ήταν απλώς λόγια;
 

Η “δουλειά” μου με είχε κάνει να μην πιστεύω τα λόγια των ανθρώπων.
 

Άκουσα πως θα έτρωγε στο σπίτι ενός Φαρισαίου.
 
Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω.
 

Είχαν μάθει για την ανάσταση του Λαζάρου και το γεγονός είχε εξάψει τη φαντασία τους.
 

Άλλοι έβλεπαν στο πρόσωπό του το βασιλιά που θα διώξει τους μισητούς Ρωμαίους άλλοι τον γιατρό που νικά τον έσχατο εχθρό, το θάνατο.
 
Ζωηρές συζητήσεις είχαν ανάψει στον περίβολο.
 
Εγώ περπατούσα βιαστικά και ταυτόχρονα προσεκτικά.
 

Κρατούσα στα χέρια μου το δώρο μου.
 
Η αλήθεια ήταν πως η ιδέα δεν ήταν δική μου.
 

Πριν τέσσερις ημέρες η Μαρία, η αδελφή του αναστημένου Λαζάρου αγόρασε μύρο και του το έχυσε στο κεφάλι. Σκέφτηκα να κάνω κι εγώ το ίδιο. Βέβαια εκείνη ήταν η αδελφή του φίλου του.
 
Μια καθωσπρέπει γυναίκα με άμεμπτη συμπεριφορά που μάλιστα καθώς άκουσα την είχε ο ίδιος επαινέσει.
 

Ενώ εγώ;
 

Θα δεχόταν μύρο από εμένα;
 

Εγώ ήμουν πόρνη.
 

“Πώς μπορείς και συγκρίνεις τον εαυτό σου με τη Μαρία;” άκουγα μια φωνή μέσα μου.
 

“Τι κοινό έχετε εσείς οι δυο; Εκείνη είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Στο κάτω κάτω ανέστησε τον αδερφό της.
 
Εσύ τι δικαιολογία έχεις;
 
Για ποιο λόγο να του προσφέρεις μύρο;
 
Ύστερα λες πώς τον εκτιμάς.
 
Δεν καταλαβαίνεις σε τι δύσκολη θέση θα τον φέρεις;
 
Τον εκθέτεις.
 

Τι θα σκεφτεί ο κόσμος; Θα σας θεωρήσουν... Κάποιοι το λένε κιόλας ανοικτά.
 
Μην πας, δε χωράς εκεί.
 
Κι έπειτα τι θα κάνεις αν σε αποπάρει;
 
Αν σου φερθεί σκληρά; Θα το αντέξεις;
 
Σε μια Χαναναία γυναίκα μίλησε πολύ σκληρά κάποτε.
 
Κι εκείνη τι ζητούσε; Τη γιατρειά της κόρης της.
 
Ενώ εσύ ... Αλήθεια τι ζητάς εσύ; Τι ακριβώς θέλεις από το Ραββί;”
 

Τούτη η τελευταία ερώτηση με ζάλισε περισσότερο από όλες.
 
Τι θέλω;
 
Γιατί πηγαίνω εκεί; παραλίγο να με σταματήσει.
 

Μα τότε ήταν που την έκανα στην άκρη και όρμησα.
 
Σαν τρελή πήρα το κομπόδεμά μου, το χρήμα που μάζευα όλα τα χρόνια για τα γερατειά μου, το χρήμα που μάζεψα με αγωνία και αμαρτία, το χρήμα που εισέπραττα πουλώντας το κορμί και την ψυχή μου και όρμηξα στον μυρεψό.
 
Είχα ξαναμπεί εκεί πολλές φορές μα τούτη τη φορά πήγα στο μέρος που είχε τα ακριβά αρώματα, στο βάθος του μαγαζιού.
 
Προσπέρασα τα φτηνά αρώματα που συνήθως ψώνιζα για τις καθημερινές μου ανάγκες οι άνθρωποι -οι πελάτες μου θέλουν να μυρίζω ωραία για να ξεχνούν την κάθε είδους δυσωδία της ψυχής τους- και πλησίασα στο άρωμα της νάρδου.
 
Έπειτα έκανα μεταβολή και γύρισα στη βιτρίνα του μαγαζιού.
 
Εκεί βρίσκονταν δοχεία, αληθινά κομψοτεχνήματα.
 
Τα έβαζαν στη βιτρίνα οι μυρεψοί για να τραβούν το μάτι. Τα αρώματα δεν ελκύουν σ' όποια βιτρίνα κι αν τα τοποθετήσεις.
 
Διάλεξα το ωραιότερο, αλάβαστρο.
 
Πέρναγε από μέσα του το φως κι άφηνε τις ραβδώσεις του να αντιφεγγίζουν.
 
Ο μυρεψός κόντεψε να πεθάνει από το φόβο του όταν με είδε να το πιάνω.
 
Του το δωσα και του 'πα να το γεμίσει νάρδο ολοκάθαρη.
 
Με κοίταξε με το βλέμμα που κοιτούν έναν τρελό.
 
Έμεινε για λίγο ακίνητος κι αμίλητος κι ύστερα είπε:
 

“Σ' όλες τις δουλειές ο έρωτας τυφλώνει, μα στη δική σου είναι ολέθριος”.
 

Με κοίταξε ξανά σαν να ήθελε να με αποτρέψει.
 
Μέσα του πάλευαν το εμπορικό του δαιμόνιο με τη λύπηση για κάποιον που σε μια στιγμή ξεπούλαγε τη ζωή του.
 
Το δικό μου βλέμμα ήταν τόσο αποφασιστικό που ξανάγινε ο απλός έμπορος.
 
“΄Εχεις να το πληρώσεις” ρώτησε, με στεγνή φωνή τώρα. “Κοστίζει μια περιουσία”.
 
Τράβηξα το πουγγί μου και το άνοιξα. Το άδειασα επάνω στον μαρμάρινο πάγκο του.
 

Τα χρυσά νομίσματα κάνουν ένα μουντό θόρυβο, καθόλου χαρούμενο ή καμπανιστό.
 
Ίσως να φταίει το αίμα που 'χει χυθεί για το χρυσάφι.
 
Δεν τα άγγιξε. Τα μέτρησε με τα μάτια. Γιατί άραγε; Τα λεφτά τα χρειαζόταν, σε δυο μέρες ήταν Πάσχα.
 
Μου γέμισε το δοχείο κι έφυγα.
 

Τα ρέστα τού τα χάρισα.
 

Σε μια τέτοια σπατάλη, το να πάρει κανείς ρέστα καταντούσε σχεδόν αναίδεια.
 

Τα ρέστα της ζωής μου.
 

Μπήκα αμίλητη στο σπίτι. Ένιωσα όλα τα βλέμματα να με καρφώνουν. Δεν έλειψαν ούτε τα βλέμματα των μαθητών του. Είχαν καθήσει δεξιά και αριστερά του και με κοιτούσαν.
 

Δεν σήκωσα τα μάτια παρά για να κοιτάξω Εκείνον.
 

Τον είχα ξαναδεί πίσω από το μισόκλειστο παράθυρό μου, καιρό πριν, να περπατά στο δρόμο.
 
Μα τώρα τον έβλεπα πρόσωπο με πρόσωπο.
 
Ήθελα να κατεβάσω το βλέμμα γρήγορα, μην πάρει την ενέργειά μου για αναίδεια, μα κάτι μέσα στο δικό του βλέμμα με εμψύχωσε.
 

Ένιωσα πως το να κοιτάζω εκείνο το σταθερό, ήρεμο βλέμμα θα μπορούσε να αποτελέσει το ευτυχές υπόλοιπο της ζωής μου.
 

Τι λέω;
 

Το να τον κοιτάζω, έφτανε για να γεμίσει μια αιωνιότητα.
 

Ένας σεισμός με συντάραξε.
 

Μέσα σε μια στιγμή μονάχα ένιωσα να περνάει εμπρός στα μάτια μου όλη η ζωή μου.
 

Ένιωσα πως εκεί μπροστά του μπορούσα να την ξαναπαίξω.
 

Να την ξανακερδίσω ή να την χάσω για πάντα.
 

Δεν ήξερα γιατί, δεν ήξερα πώς, ήξερα μόνο ότι γινόταν.
 

Τα όσα ακολούθησαν τα ξέρετε.
 
Τα ξέρουν όλοι εδώ στα Ιεροσόλυμα. Φορές φορές νιώθω πως τα ξέρει όλος ο κόσμος.
 

Σαν να πραγματοποιήθηκαν τα λόγια Του πως τούτη η πράξη μου θα μολογιέται στους αιώνες.
 

Τα πόδια μου λίγησαν, τα δάχτυλά μου έλυσαν τα μαλιά μου, με ένα απαλό ήχο, σαν το αυγό που σπάει, ο αλάβαστρος άνοιξε και γέμισε το σπίτι από τη μυρωδιά.
 

Δεν ξέρω αν ήταν η μυρωδιά που έκανε το κορμί μου να θέλει να λιποθυμίσει.
 

Δεν τόλμησα να αγγίξω σαν τη Μαρία την κεφαλή του.
 

Στα πόδια Του το 'χυσα ...
 

Αλεξανδρεύς
 
Αναρτήθηκε από Αναστάσιος στις 11:35 μ.μ.
 
Ετικέτες Αλεξανδρεύς
 

Όποιος πέσει στα μικρά, αναμφίβολα θα πέσει και στα μαγάλα.

Σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες, όποιος πέσει στα μικρά, αναμφίβολα θα πέσει και στα μαγάλα. Και ενώ τότε, η ημερολογιακή αλλαγή της Εγκυκλίου του 1920, φαινόταν ως κάτι μικρό και ασήμαντο (δεδομένου ότι η Εγκύκλιος δεν είχε γνωστοποιηθεί ακόμα στον κόσμο), οδήγησε σιγά-σιγά σε ολοένα και μεγαλύτερες προδοσίες, σε σημείο που να μπορούμε να πούμε ότι η Εγκύκλιος (η οποία, κατά τους σύγχρονους Πατέρες, θεωρείται και ως ο καταστατικός χάρτης του Οικουμενισμού) έχει εφαρμοστεί πλήρως από όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία. Αυτό σημαίνει ότι ο Οικουμενισμός και η Εγκύκλιός του, έχει επικρατήσει παντού.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης :

...Τὸ μοντέλο αὐτὸ τῆς ἑνότητος τὸ ἔχει ἐφαρμόσει ἤδη ὁ Παπισμὸς μὲ τὴν περιβόητη Οὐνία,  ποὺ σημαίνει ἕνωση (Οὐνία = ἕνωση), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὅσοι ἑνώνονται μὲ τὸν πάπα  δὲν χρειάζεται νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς λατρείας τους, ἀρκεῖ νὰ δεχθοῦν  τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα καὶ νὰ τὸν μνημονεύουν στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Δὲν ἐνδιαφέρει, δηλαδή, τὸν Παπισμὸ ἡ ἀλήθεια στὴν πίστη, στὰ δόγματα, ἀλλὰ μόνο ἡ ἐξουσία. Μήπως θὰ ἐνδιαφέρει τὸν Ἀντίχριστο ἡ πίστη τῶν λαῶν; Ἀρκεῖ νὰ πέσουν καὶ νὰ τὸν προσκυνήσουν. Τὸ ἴδιο μοντέλο ἑνότητος, ἐπεκτεινόμενο καὶ στὶς θρησκεῖες, προβάλλει καὶ ἡ Μασονία, ἡ ὁποία δέχεται στοὺς κόλπους της ὀπαδοὺς ὅλων τῶν θρησκειῶν, τὶς ὁποῖες ἐξισώνει, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν δική της θεότητα, ὄχι βέβαια τὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεό, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ τὸν δικό τους κατασκευασμένο θεό, ψευδῆ καὶ ἀνύπαρκτο, ἢ μᾶλλον τὸν ὑπαρκτὸ καὶ ὑψωμένο εἰς Θεό Ἑωσφόρο, τὸν «Μέγα Ἀρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος», ὁ ὁποῖος ἀνθίσταται, ἀντιστέκεται, ἀντιμάχεται τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι ὁ μοναδικὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτής, εἶναι τὸ φῶς, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή. Κατὰ τοὺς Μασόνους φῶς καὶ ἀλήθεια ὑπάρχουν σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες καὶ περισσότερο βέβαια στὴν δική τους μυστικὴ καὶ ἀπόκρυφη θρησκεία. Ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ προωθεῖ τὰ δύο αὐτὰ μοντέλα ἑνότητος σὲ διαχριστιανικὸ καὶ διαθρησκειακὸ ἐπίπεδο, εἶναι τέκνο τῆς Μασονίας.  Ὅπως διακηρύξαμε τελευταῖα ἡ ἄτυπη «Σύναξη Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» σὲ κείμενό μας γιὰ τὴν Μασονία «Ὁ Μασονισμὸς εἶναι ἡ μήτρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

H Ανάστασις είναι η αρχή, το κέντρον και η ανακεφαλαίωσις όλου του απολυτρωτικού έργου της θείας ευδοκίας.



 Όλαι αι εορταί της Εκκλησίας υπομνηματίζουν τα γεγονότα, που αποτελούν τας διακεκριμένας φάσεις του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Η τελική φάσις είναι η Ανάστασίς Του, την οποίαν ολοκληρώνουν η θεία Ανάληψις και η αγία Πεντηκοστή, καθ’ ην ιδρύεται η Εκκλησία. Αλλ’ η Ανάστασις είναι η αρχή, το κέντρον και η ανακεφαλαίωσις όλου του απολυτρωτικού έργου της θείας ευδοκίας. Η Ανάστασις καθορίζει τι ήμεθα πρότερον, τι εγίναμεν μετά την συνανάστασίν μας και τι οφείλομεν να είμαθα. Είναι τόσον θεμελιώδους σημασίας η Ανάστασις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δια την ζωήν μας, ώστε εις τον κύκλον του ενιαυτού να την εορτάζωμεν πεντήκοντα δύο φοράς κατά τον λαμπρότερον τρόπον. Εκτός του ότι, οσάκις κοινωνούμεν του τεθεωμένου Σώματος και Αίματος του Χριστού, μυστηριωδώς Πάσχα επιτελούμεν. Η σημασία της Αναστάσεως δεν εξαντλείται εις την αρνητικήν άποψιν, που διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος, καθ’ ην «εάν ο Χριστός δεν ανέστη, άρα ματαία ημών η πίστις». Δεν εξαντλείται εις το γεγονός, ότι ο Χριστιανισμός πίπτει ή ίσταται δια της Αναστάσεως ή όχι του Χριστού. Η Ανάστασις αποτελεί τόσον μέγα γεγονός, ώστε χωρίς αυτήν να μη δυνάμεθα να εννοήσωμεν τίποτε από την Ενσάρκωσιν του Θεού Λόγου, ούτε από την χριστιανικήν καθ’ όλου διδασκαλίαν, ούτε από το Πάθος και τον Σταυρόν.
Η Ανάστασις του Κυρίου Ιησού ενοποιεί όλας τας επί μέρους φάσεις της επί γης παρουσίας Του και συμπυκνώνει όλας τας συνεπείας της ενανθρωπήσεώς Του, ως τελικόν σκοπόν και ως θρίαμβον της πνευματικής και ηθικής δυνάμεως. Δια της Αναστάσεως φανερούται τι είναι Θεός και τι άνθρωπος. Μόνον υπό του φωτός της Αναστάσεως δυνάμεθα να αντιληφθώμεν το μεγαλείον του Θεού και το μεγαλείον του ανθρώπου. Προσλαμβάνει ο Θεός την ανθρωπίνην φύσιν, την πεπτωκυίαν και εμπαθή και την θεώνει. Εντεύθεν ο άνθρωπος δεν είναι πλέον «σαρξ και αίμα», αλλά θεός κατά χάριν, είναι «θείας φύσεως κοινωνός». Δεν γίνεται θεός κατά χάριν μετά θάνατον, αλλ’ είναι απ’ εδώ θεός. Ζων εν σαρκί, συμπεριφέρεται ως θεός, ως λέγει Κλήμης ο Αλεξανδρεύς. Ο χρόνος της παρούσης ζωής, μεθ’ όλων των παρακολουθημάτων αυτής, εισέρχεται μεταποιημένος πνευματικώς εντός της αχρόνου αιωνιότητος, προς την οποίαν κατευθυνόμεθα. Η παρούσα ζωή, δια της Αναστάσεως του Χριστού, κατέστη απλούν κλάσμα χρονικόν της μελλούσης, όπου, των «εσόπτρων λυθέντων», θα μετέχωμεν «εκτυπώτερον», δηλ. ουσιαστικώτερον, της ζωής του Χριστού και πληρέστερον θα απολαμβάνωμεν της χορηγηθείσης εντεύθεν μακαριότητος.
Η μακαριότης είναι η εν Θεώ ζωή, που ανέτειλεν από τον Όλβιον Τάφον του Χριστού, ως χαρά, ως ειρήνη, ως φως, ως αγάπη, που αποτελούν όχι απλώς θεία δωρήματα, αλλά χορηγίας ενυποστάτων θείων ενεργειών, αι οποίαι διήκουν εις ολόκληρον την ψυχήν και το πνεύμα και τον νουν. 

Ορθόδοξος Τύπος :

...Και οι άγιοι Ιερομόναχοι και Μοναχοί του Αγίου Όρους, της Πάτμου, της Κρήτης ας υψώσουν το κέρας της διαμαρτυρίας αυτών έως άνω ουρανού και ας είπουν εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην το ιστορικόν ¨Ουκ έξεστί Σοι» , δηλαδή το μέγα «ΟΧΙ» της Ορθοδοξίας δια τας σαφώς προς το Δόγμα και  τας διαγορεύσεις των Πατέρων και της Ιεράς Παραδόσεως, παραδόξους και αλλοκότους και ασυγχόρδους πράξεις του. Οι Μοναχοί ούτοι δεν δύνανται πλέον  να μετέχουν της κακοφώνου, κακοδόξου και αιρετικής συναυλίας, την οποίαν διευθύνει ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μικρόν λογιζόμενος το βαρύ και ένδοξον παρελθόν του οποίου τυγχάνει εφ΄ όρκω συνεχιστής. Θα ευαρεστήσουν  τω Θεώ οι Επιστάται και Μοναχοί του Αγίου Όρους, εάν, συνολικώς παύοντες την μνημόνευσιν του Οικουμενικού, αποτάξωσιν εαυτούς της μερίδος των Νέο-Αιρετικών του Φαναρίου, σώζοντες τας ψυχάς των και περιφυλάσσοντες την Ορθοδοξίαν.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΙ

Ο ευσεβής και φιλόθεος Ορθόδοξος χριστιανός πουθενά δεν θα εύρισκε τόσον πλήρη ερμηνείαν του νοήματος της Αναστάσεως του Κυρίου Ιησού, ως και των άλλων Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, από το «Εορτοδρόμιον» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Το βιβλίον αυτό έχει ιδιαιτέραν χάριν, όχι μόνον διότι εγράφη δια χειρός ηγιασμένης, αλλά και διότι εις τας σελίδας του συγκεντρούνται αι άκτιστοι ακτίνες του Αγίου Πνεύματος, ως Υμνολογία, ως ηθική φιλοσοφία, ως δογματική έκθεσις, ως Μυστική Θεολογία, ως πλούτος Πατερικής Γραμματολογίας. Ο ακάματος και θεοφώτιστος συγγραφεύς του συνεπύκνωσεν ό,τι θειότερον παρήγαγεν η ένθεος καρδία και ο θεόληπτος νους των αγίων Πατέρων, εν τη ερμηνεία όλων των φάσεων της θείας Οικονομίας, της Σταυρικής Θυσίας και της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου, και ό,τι ευηχέστερον ως μουσουργικόν και αιθέριον Υμνολόγημα μας έδωσεν η πνευματοκίνητος λύρα των μελωδών και καλλικελάδων αηδόνων της αγιωτάτης Εκκλησίας μας. Μέσα σε είκοσι πέντε σελίδας του «Εορτοδρομίου», μαθαίνει ο ορθόδοξος Χριστιανός το μέγα μυστήριον της Αναστάσεως του Χριστού μας, όπως το συνέλαβον οι θείοι Πατερικοί νόες και μυσταγωγείται εις τα υψηλά νοήματα της «εορτής των εορτών». Αλλά και δονείται την καρδίαν από τα θεία απηχήματα της μελωδικής κιθάρας του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ο οποίος—δια να μεταχειρισθώ την ιδίαν φράσιν του αγίου Νικοδήμου—«ελάμπρυνε την Λαμπράν ο λαμπρός Μελωδός με τας λαμπράς ρήσεις του λαμπροτάτου πανηγυριστού Γρηγορίου του Θεολόγου, ίνα εκ λαμπρού πανηγυριστού, υπό λαμπρού Μελωδού, δια λαμπρού ήχου, με λαμπράς ρήσεις, λαμπρώς το λαμπρόν της λαμπράς ημέρας συγκροτήται μέλος κατά την δις δια  πασών συμφωνίαν…».


Ανοίγω το «Εορτοδρόμιον» εις τον Κανόνα του Αγίου Πάσχα. Ο Κανών εμελουργήθη υπό του αγίου Ιωάννου, «του λαμπρού τον βίον, λαμπροτέρου τον λόγον και λαμπροτάτου την ψυχήν». Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος κατανοήσεως του βάθους, των κινήσεων και βιωμάτων μιας ψυχής, από το άσμα που γράφει η ιδία και αναμέλπει η ιδία. Λέγουν οι σοφοί ότι η ψυχολογία ενός λαού καθρεπτίζεται εις τα τραγούδια του. Δεν υπάρχει ασφαλέστερος τρόπος κατανοήσεως ενός θείου και υπερφυούς γεγονότος, όπως είναι η Ανάστασις του Κυρίου, από το πώς την συνέλαβεν ένας μέγας και πεφωτισμένος νους και ποίας «αντιδράσεις» εξεδήλωσε. Τι σημασίαν έχει αν ημείς, ατελέστατοι και εμπαθέστατοι και μικρόνοες και αφώτιστοι, αντιλαμβανώμεθα κατά τον ένα ή άλλον τρόπον, μέχρι του βαθμού τούτου ή του άλλου, την υπερφυσικήν και ανέκφραστον εις μεγαλείον Ανάστασιν του Θεανθρώπου Χριστού; Σημασίαν έχει πως το συνέλαβον οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες. Και το πνεύμα αυτό των αγίων Πατέρων το παίρνει η αγία Εκκλησία μας και το δίδει εις τα τέκνα της, προς διδαχήν και προς ψυχικήν συμμετοχήν εις την χαράν της. Ο κανών της Αναστάσεως, που ψάλλεται εις τους ιερούς Ναούς μας, αποτελεί το καθρέπτισμα της ψυχής του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ισταμένου εκθάμβου και εκστατικού ενώπιον του εν θείω και ακτίστω φωτί εξαστράπτοντος Χριστού. Και το πνευματικόν αυτό καθρέπτισμα γίνεται εις ημάς διδαχή, γίνεται σκίρτημα καρδίας, γίνεται αγάπη, γίνεται κατάνυξις, ταπείνωσις, θαυμασμός, ευγνωμοσύνη. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ως δέκτης καλός, παίρνει τα νοήματα των αγίων Πατέρων, εξαιρέτως του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, και τα μεταποιεί εις τα ποιητικά του μέτρα και εις τα υμνολογικά μέλη, όπως ο σοφός αρχιτέκνων κάνει ορθήν χρήσιν των υλικών που διαθέτει, δια να ανεγείρη ένα καλλιτεχνικόν οικοδόμημα. Τοιούτον οικοδόμημα είναι ο κανών του αγίου Πάσχα. Μικραί και λιταί φράσεις διακρίνουν τα τροπάρια και τους ειρμούς όλου του κανόνος. Αλλά πόσον βάθος; Τι έξαρσις ψυχής, τι ενθουσιασμός, ποία χαρά πνευματική, ποία λαμπρότης φωτός! Ιδού τι λέγει: Λαοί λαμπρυνθώμεν. Ηημέρα είναι ημέρα αναστάσεως. Είναι Πάσχα Κυρίου. Ο Χριστός μας διεβίβασεν από του θανάτου εις την ζωήν και από την γην προς τον ουρανόν! Ω, πόσον αναίσθητος πρέπει να είναι κανείς, ίνα μη συγκλονίζεται από την είδησιν, ότι από τον θάνατον ήλθομεν εις την ζωήν και από την γην την αμαρτωλήν και θλιβεράν ανέβημεν εις τον ουρανόν της αιωνίου χαράς και του ανεσπέρου φωτός! Ο ίδιος μουσουργός όμως παραγγέλει ότι δια να ίδωμεν εξαστράπτοντα μέσα εις το φως το απρόσιτον της Αναστάσεως τον Χριστόν, τον χαιρετώντα πάσαν την κτίσιν, πρέπει να καθαρθώμεν κατά τας αισθήσεις της ψυχής και του σώματος. Και όπως λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Καθαρτέον πρώτον εαυτόν είτα τω καθαρώ προσομιλητέον». Και εκείνος που δεν είναι καθαρός εις την πνευματικήν όρασιν και ακοήν είναι νεκρός. Ύστερα, ένθους ο μουσουργός Ιωάννης, συγκαλεί τους ουρανούς να ευφρανθούν επαξίως του μεγίστου τούτου γεγονότος της Αναστάσεως. Καλεί την γην εις αγαλλίασιν. Και συγκαλεί τον ορατόν και αόρατον κόσμον εις θείον εορτασμόν. Ο Χριστός ανέστη και η ευφροσύνη είναι αιώνιος. «Έστω κοινή πανήγυρις ουρανίων και επιγείων Δυνάμεων· πείθομαι γαρ κακείνας συναγάλλεσθαι και συμπανηγυρίζειν σήμερον, είπερ εισί φιλάνθρωποι και φιλόθεοι», λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος.                                                                                                      
Ο θείος Ιωάννης βλέπει κατόπιν τον όλβιον Τάφον του Χριστού, ως αφθαρσίας πηγήν και καλεί τους πιστούς να πίωμεν πόμα καινόν, με το οποίον στερεούμεθα εις την πίστιν και την αγάπην του Σωτήρος μας. Αλλ’ εις μίαν στιγμήν των εμπνεύσεών του ο ποιητής βλέπει πάντα να πληρούνται φωτός, ο ουρανός, η γη και αυτά τα καταχθόνια. Και εντεύθεν καλεί πάσαν την κτίσιν να εορτάση την έγερσιν του Χριστού, εν τη πίστει του οποίου εστερεώθη!                                                               
Έτσι, λοιπόν, ο ιερός μελωδός συνεχίζει την συγγραφήν και δομήν του Αναστασίμου Κανόνος, πότε βλέπων τον εαυτόν του ως μονάδα του ανθρωπίνου γένους, του πιστεύσαντος εις τον Χριστόν, συνθαπτόμενον με τον Χριστόν χθες, συνεγειρόμενον σήμερον δια της Αναστάσεως, συσταυρούμενον και συνδοξαζόμενον εν τη βασιλεία του· πότε μετά του Αββακούμ ιστάμενος και βλέπων τον άγιον Άγγελον ευαγγελιζόμενον την ανάστασιν και την σωτηρίαν του κόσμου, και πότε οραματίζεται τον Χριστόν ως «άρσεν διανοίξαν την παρθενεύουσαν νηδύν», άμωμον δε αμνόν και άγευστον κηλίδος, ως Πάσχα και ως Θεόν αληθινόν. Άλλοτε τον βλέπει ως αμνόν, θυσιαζόμενον εκουσίως υπέρ πάντων, ως Πάσχα καθαρτήριον των αμαρτιών και ως ωραίον ήλιον της δικαιοσύνης εξερχόμενον του τάφου. Και άλλοτε ενορά τον προφήτην και Θεοπάτορα Δαβίδ προ της σκιώδους Κιβωτού, αναπηδώντα και σκιρτώντα από χαράν, και συμβολίζοντα την ευφροσύνην την ένθεον του αγίου λαού του Θεού, των χριστιανών ομολογούντων την ανάστασιν του Ιησού.                                                                                                                                                       
Η ψυχή του θείου Ιωάννου διαγράφει μίαν πνευματικωτάτην κίνησιν, θεόληπτος και εκδημούσα προς τον Σωτήρα και πάσχουσα το θείον του έρωτος πάθος και μαζί του «συγκινείται» και σύμπασα η Εκκλησία των ευσεβών, την οποίαν καλεί να ορθρίση όρθρου βαθέος, ωσάν τας μυροφόρους γυναίκας και αντί μύρου, να προσφέρη ύμνους λατρείας προς τον Ήλιον της δικαιοσύνης Χριστόν, που ανατέλλει και χαρίζει εις τον κόσμον ζωήν αληθή. Εδώ πάλιν καλεί την Εκκλησίαν, δια να ίδη τον Χριστόν κατερχόμενον εις τον Άδην. Και να ίδη, πως αι ψυχαί μέσα στο σκότος βλέπουσαι το φως του Χριστού έσπευδον προς αυτόν, και αισθανόμεναι την άμετρόν του ευσπλαχνίαν, αγαλλόμεναι εκρότουν εν χαρά την απελευθέρωσίν των, το Πάσχα το αιώνιον. Έτσι, λοιπόν, συνεχίζεται η ιερά μελωδία του Αναστασίμου Κανόνος και αι ψυχαί των χριστιανών, όλης της Εκκλησίας, ακολουθούσα τα σκιρτήματα της καθαράς και τετρωμένης τω θείω έρωτι ψυχής του Δαμασκηνού, προσέρχονται λαμπαδηφόροι προς τον εξελθόντα εκ του μνημείου Χριστόν και συνεορτάζουν ταις αγγελικαίς και φιλεόρτοις τάξεσι το Πάσχα του Θεού το σωτήριον του κόσμου. Και δια μέσου υψηλών νοημάτων περί την ένδοξον Ανάστασιν και των υπερφυών συνεπειών της και από άσματος εις άσμα, ο θείος χρυσορρόας Ιωάννης καταντά εις την ενάτην ωδήν, το άσμα των ασμάτων της ασματικής του θεολογικής σάλπιγγος. Μόνον τρία τροπάρια είναι. Αλλά πόσον φως, πόση χαρά, πόση τέρψις της Θεοτόκου! Φωτίζου, φωτίζου, αγία Εκκλησία μας που είσαι η νέα Ιερουσαλήμ. Η δόξα του Κυρίου σε σένα ανέτειλε. Ψάλλε και αγάλλου, Σιών πνευματική. Και συ, Αγνή Θεοτόκε, η υπεραλγήσασα, τέρπου εις την έγερσιν του τόκου σου! Το δεύτερον τροπάριον είναι η φωνή της Εκκλησίας προς τον Νυμφίον της Χριστόν. Ω θείας! Ω φίλης! Ω γλυκυτάτης σου φωνής! Εν πόθω η Εκκλησία και εν μυστική μεταρσιώσει λέγει προς τον ποθούμενον Χριστόν—τον Νυμφίον της. Συ επηγγείλω ότι θα είσαι πάντοτε, μέχρι τερμάτων αιώνων, θα είσαι μαζί μας. Αυτήν την υπόσχεσίν σου ημείς οι πιστοί την έχομεν ως άγκυραν ελπίδος, δια τούτο και ζώμεν εν αγαλλιάσει. Αλλ’ ο εκστατικός ιεροψάλτης Δαμασκηνός, εκφράζων τους πόθους της Εκκλησίας, δεν αρκείται εις την εντρύφησιν του Κυρίου Ιησού, αλλά ζητεί ζωντανωτέραν επαφήν, θέλει «εκτυπωτέραν» κοινωνίαν. Και εις το τρίτον τροπάριον εν επιθυμία πολλή και ακορέστω αγάπη η Εκκλησία, βλέπουσα ως πανευδαίμων Νύμφη προς τον Νυμφίον της Χριστόν λέγει: Ω Πάσχα το μέγα και ιερώτατον Χριστέ! Συ που είσαι Σοφία και Λόγος και Δύναμις Θεού, αξίωσέ με με όλα τα τέκνα μου να ευρεθώ εις την χωρίς εσπέραν ημέραν της βασιλείας σου και να ζω εν Σοι και Συ εν εμοί, χωρίς τους τύπους του παρόντος αιώνος…

Ας παρακαλέσωμεν, αγαπητοί αδελφοί, τον Αναστάντα Χριστόν να νεκρώση μεν—ως λέγει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης—τους εν τη καρδία μας παρακαθημένους λογισμούς και Δαίμονας, να αναστηθή δε αυτός μέσα μας, υπερβαίνων ως σφραγίδας τους εν τη ψυχή μας ευρισκομένους εμπαθείς τύπους και προλήψεις της αμαρτίας. Αμήν.

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Φώτης Κόντογλου -- Οἱ Νεομάρτυρες, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας

Τὸ νὰ μιλᾷ κανένας σήμερα καὶ νὰ γράφει γιὰ κάποια πράγματα τῆς θρησκείας, ὁ πολὺς κόσμος τὸ νομίζει γιὰ ἀνοησία. Καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνοησία ἔχει τὴν ἰδέα πῶς εἶναι τὸ νὰ γράφει γιὰ τοὺς ἅγιους μάρτυρες, καὶ μάλιστα γιὰ κείνους ποὺ μαρτυρήσανε κατὰ τὰ νεότερα χρόνια ποὺ βασιλεύανε οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὴ χριστιανοσύνη, ἐπειδὴς ὁ λίγος καιρὸς ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπ᾿ αὐτοὺς κάνει ὦστε νὰ τοὺς νοιώθουμε πολὺ κοντά μας, ἀνθρώπους σὰν κ᾿ ἐμᾶς, ἐνῷ τοὺς ἀρχαίους μάρτυρες τοὺς βλέπουμε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ποὺ περάσανε ἀπὸ τότε ποὺ μαρτυρήσανε καὶ στὴ φαντασία μας παρουσιάζονται εὐκολότερά με τὸν φωτοστέφανο τοῦ ἁγίου.

Κανένας λαὸς δὲν ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ἔχυσε ὁ δικός μας, ἀπὸ καταβολὴ τοῦ χριστιανισμοῦ ἴσαμε σήμερα. Κι αὐτὸς ὁ ματωμένος ποταμὸς εἶναι μια πορφύρα ποὺ φόρεσε ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, καὶ ποὺ Θά ῾πρεπε νὰ τὴν ἔχουμε γιὰ τὸ μεγαλύτερο καύχημα, κι ὄχι νὰ τὴν καταφρονοῦμε καὶ νὰ μὴ μιλοῦμε ποτὲ γι᾿ αὐτή, καὶ μάλιστα νὰ ντρεπόμαστε νὰ μιλήσουμε γι᾿ αὐτή, σὲ καιρὸ ποὺ δὲ ντρεπόμαστε γιὰ τὶς πιὸ ντροπιασμένες καὶ σιχαμερὲς παραλυσίες ποὺ κάνουνε οἱ ἄνθρωποι στὸν ἀδιάντροπο καιρό μας.
Ἑμεῖς οἱ σημερινοὶ πονηρεμένοι ἄνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιὰ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας, καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν εὐαισθησία της, μ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ γιατρικὰ ποὺ λέμε πῶς ἔχουμε. Καὶ γι᾿ αὐτὸ περιφρονοῦμε καὶ τοὺς λέμε ἀνόητους ἐκείνους ποὺ δὲν κοιτάζουνες τὸ ὑλικὸ συμφέρο τους, ἀλλὰ κάνουνε κάποιες θυσίες. Κατὰ πολὺ ἀνόητους καὶ μικρόμυαλους θεωροῦμε ἐκείνους ποὺ θυσιάσανε τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τους, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἁμαρτωλὴ κρίση μας, δὲν κοιτάξανε νὰ χαροῦνε τὰ νιάτα τους καὶ ν᾿ ἀπολάψουνε τοῦτον τὸν κόσμο, ποὺ εἶναι χειροπιαστὸς καὶ σίγουρος, ἀλλὰ βασανιστήκανε, φυλακωθήκανε, δαρθήκανε καί, στὸ τέλος, σφαχτήκανε ἢ κρεμαστήκανε, οἱ ἄμυαλοι, γιὰ κάποιους ἴσκιους ποὺ λέγουνται ἀθάνατη ζωὴ καὶ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...
... Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια βροντοφωνεῖ πῶς ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὰ μαρτύρια ποὺ τραβᾷ ἀπὸ αἰῶνες, εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ βλογημένη ἀπὸ τὸν Κύριο, κι ὄχι ἡ Δυτική, ἡ καλοπερασμένη ἡ ὑπερήφανη ἀφέντρα, ποὺ ὄχι μονάχα τὸ αἷμα της δὲν ἔχυσε γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἔκαιγε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν τῆς ἤτανε ὑπάκουοι.
 Οἱ δικοί μας οἱ ἅγιοι, ποὺ μαρτυρήσανε στὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε σκλάβοι στοὺς Τούρκους, ἤτανε ταπεινοί, ἁπλοί, λιγομίλητοι, μὲ τὴ φωτιὰ τῆς πίστης στὰ στήθιά τους, ἀπονήρευτοι κι ἀγράμματοι, ἀφοῦ τὸ μόνο ποὺ γνωρίζανε νὰ λένε μπροστὰ στὸν ἀγριεμένο τὸν κριτὴ ἤτανε «Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θ᾿ ἀποθάνω!» Νέοι ἄνθρωποι, παλικάρια ἀπάνω στ᾿ ἄνθος τῆς νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερὰ νὰ παραδοθοῦνε γιὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, κι ἀντὶς ἀρραβωνιάσματα καὶ σφαζόντανε σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ἡ κρεμαζόντανε μὲ τὴ θελιά, στὸν λαιμό τους καί, γιὰ νὰ τοὺς τυραγνᾶνε περισσότερο οἱ ἄπιστοι, κόβανε τὸν λαιμό τους σιγὰ-σιγὰ μὲ στομωμένα μαχαίρια ἢ τοὺς χωρίζανε μὲ σάπια σχοινιὰ ποὺ κοβόντανε, γιὰ νὰ τοὺς ξανακρεμάσουνε. Καὶ τὰ μόνα ποὺ ξέρανε ἀπὸ τὴ Θρησκεία μας οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἤτανε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «Ὅποιος μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στους ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κὶ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό, κι ὅποιος μ᾿ ἀρνηθεῖ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ κ᾿ εγώ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό». Καθὼς καὶ τὰ λόγια, τοῦτα, ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: «Μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ κείνους ποὺ σκοτώνουνε τὸ σῶμα, μὰ ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ σκοτώσουνε τὴν ψυχή», καί: «Ὅποιος χάσει τὴ ζωή του γιὰ τ᾿ ὄνομά μου, αὐτός θὰ ζήσει στην αἰώνια ζωή».

 Ὤ! Τι ὕψος καὶ πόση πνευματικὴ εὐπρέπεια εἶχε ἡ φυλή μας, τὸν καιρὸ ποὺ θαρροῦμε ἐμεῖς πὼς ἤτανε ἀγράμματη καὶ βάρβαρη. Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί, εἴμαστε βάρβαροι, ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε ὅσο πρέπει την εὐγένεια καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θυσίας γιὰ τ᾿ ὄνομα του Χριστοῦ, ποὺ τὴν προσφέρανε μὲ τὰ κορμιά τους ἐκείνοι οἱ λεονταρόψυχοι, ποὺ γι᾿ αὐτούς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, μήτε ἀπὸ θέλημα της σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀντρός, ἀλλὰ πὼς γεννηθήκανε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ γενεὰ ἡ δική μας, «ἡ μοιχαλὶς καὶ ἁμαρτωλός», ἂς κάνει τὸν ἔξυπνον ἐκεῖ ποὺ δὲν χωρᾷ καμιὰ ἐξυπνάδα, ἂς περιπαίζει ἐκείνους ποὺ δώσανε τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Θὰ ἔρθει μέρα ποὺ θὰ δώσει ἀπολογία καὶ σὲ τοῦτο τον κόσμο καὶ στὸν ἄλλον, καὶ τότε θὰ καταλάβει σὲ τί σκοτάδι βρισκότανε...