Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Γ΄)

 
Χαμένη καθώς τριγυρνούσα μέσα στους δρόμους πέρασα το πρώτο κύμα, τον πρώτο πειρασμό. Τότε δεν ήξερα πως θα ακολουθούσαν κι άλλοι. Ξεκίνησε σαν μια επίμονη φωνή. Την έδιωχνα, ερχόταν πάλι.
 
-Καλά να πάθεις! Τι δουλειά είχες εσύ μ' αυτόν; Τι ζήταγες στο σπίτι του Φαρισαίου; Κάνεις λάθη! Έκανες ένα ακόμα. Το μεγαλύτερο ίσως. Γιατί δεν γυρίζεις πίσω; Είσαι πόρνη. Φαντάστηκες πως με τα νομίσματά σου θα ξεπληρώσεις το βίο σου;
 
Κι εκείνος που πίστεψες ποιος ήταν;
 
Ένας αγύρτης!
 
Ένας χαμένος! Σε λίγο θα χάσει τη ζωή του. Κι εσύ; Εσύ τι θα κάνεις; Πάλι με τους χαμένους; Είχες κάτι. Μια σταθερή δουλειά. Εντάξει όχι την καλύτερη. Εντάξει, εντάξει τη χειρότερη. Αλλά τώρα, τι έχεις;
 
Τώρα δεν έχεις τίποτε.
 
Τα έχασες όλα.
 
Βούιζαν οι φωνές σα σφήκες μέσα στο κεφάλι μου, τόσο δυνατά, τόσο επίμονα που άρχισα ασυναίσθητα να κουνάω τα χέρια, να κουνάω το κεφάλι για να τις διώξω.
 
Έκλαιγα. Τα μάτια μου πλημμύριζαν δάκρυα με μια ένταση που ποτέ δεν είχα ξαναζήσει. Πονούσα.
 
Τον αγαπούσα και θα τα περνούσα όλα αγόγγυστα για χάρη του φτάνει μόνο να είχα τη βεβαιότητα της ύπαρξής του.
 
Σε λίγο λυγμοί ανατάραζαν το κορμί μου ολάκερο, ένιωθα να συντρίβομαι από το πελώριο “γιατί” που μου εξακόντιζε κείνος που μου ψιθύριζε -λάθος που κραύγαζε και κάγχαζε και επαιρόταν μέσα στο μυαλό μου.
 
Ήθελα να φωνάξω μα ήταν ξημέρωμα. Θα με μάζευε η περίπολος κι εγώ θα χανα οριστικά την ελπίδα να τον ξαναδώ. Δάγκωσα τα χείλη με δύναμη και μούγκρισα από τον πόνο ως τα κατάβαθά μου. Όχι από τον πόνο των χειλιών. Από τον άλλο...
 
Ύστερα σωριάστηκα στο χώμα, υγρό από την πρωινή πάχνη, μη θέλοντας να συνεχίσω τη ζωή μου. Τότε τον άκουσα ξανά.
 
¨Η αγάπη σου είναι το κλειδί σου” ξανά 'πε.
 
Τον είδα να χαμογελά και να χάνεται μέσα στην αχλύ του πρωινού, εκείνου του πρωινού, παραμονή Πάσχα.
 
Έξω από την αυλή του πραιτωρίου στάθηκα με τις ώρες. Δεν με ένοιαζε το να μη μπω μέσα. Σιγά το μίασμα. Τι σημασία είχε πια το Πάσχα; Έχανα ό,τι είχα και μια γιορτή θα με έκανε να σταματήσω; Μα οι άλλοι;
 
Α! Οι άλλοι έμειναν απέξω. Ήτανε μίασμα λέει να μπουν μέσα στο πραιτώριο, να βρεθούν μαζί με τους Ρωμαίους παραμονή τέτοιας γιορτής.
 
Μα την πίστη μου είμαστε περίεργος λαός.
 
Μας νοιάζει το Πάσχα και το Σάββατο, μετράμε τα βήματά μας και το μήκος του φορέματός μας και σκοτώνουμε αλύπητα ό,τι πιο ευγενικό έβγαλε η φυλή μας.
 
Δεν τρώμε χοιρινά, μα τρέχουμε να κυλιστούμε σα γουρούνια στα κρεβάτια του αγορασμένου έρωτα.
 

Είμαστε ικανοί να σταματήσουμε την άνοιξη αν τύχει κι έρθει λάθος μέρα.
 
Είμαστε ξεχωριστοί, τάχα, και μας αξίζει κάθε εύνοια του ουρανού μόνο και μόνο γιατί το λέει το αίμα μας.
 
Κουνάμε στον αγέρα το όνομα του Μωυσή και του Αβραάμ για να ξορκίσουμε κάθε υποψία ότι μοιάζουμε με τους υπόλοιπους ανθρώπους.
 
Δουλωθήκαμε στους Ρωμαίους και περιμένουμε πάντα ένα βασιλιά για να μας σώσει. Κι ωστόσο οι άρχοντές μας γίνανε ένα με τους κατακτητές.
 
Πίνουν και τρώνε μαζί -δεν εννοώ φυσικά πως κάθονται στο ίδιο τραπέζι, όχι- απλά τρώνε και πίνουνε μαζί το αίμα του λαού.
 
Κι ο λαός; Ο λαός καταπίνει ό,τι του σερβίρουν. Του αρέσει το δόλωμα του “ξεχωριστού”. Τσιμπάει πάντα. Είμαστε λέει ξεχωριστοί. Εγώ βέβαια στο επάγγελμά μου πάντα τους ξεχωρίζω τους συμπατριώτες μου πελάτες...
 
..........................................................................................................................................................
 
Όπως απλώνει το λάδι πάνω στο νερό της θάλασσας. Έτσι άπλωσε στο πλήθος που μαζεύτηκε έξω από το πραιτώριο το μίσος κι η κακία. Δεν χρειάστηκαν πάνω από πεντέξι ακροβολισμένους φαρισαίους για να απλωθεί το δηλητήριο. Κοίταγα το πρόσωπο μιας μεσόκοπης γυναίκας πως άλλαξε σιγά-σιγά.
 
Όταν ήρθε ήταν κουρασμένη, ξενυχτισμένη. Φαινόταν καθαρά πως την τραβούσε μια περιέργεια. Μια περιέργεια σχεδόν παθολογική που έχουμε όλοι μας σαν πρόκειται να δούμε να αλλάζει η μοίρα ενός ανθρώπου προς το χειρότερο. Ένας πελάτης μου, Έλληνας, που του άρεσε να μου κάνει μάθημα κάθε φορά που ερχότανε μαζί μου (ίσως να νόμιζε πως έτσι ησύχαζε λίγο τις ενοχές του) έλεγε πως κι ο δικός του λαός είχε αυτό το ενδιαφέρον.
 
Είδα εκείνη τη γυναίκα να ξυπνά σιγά σιγά, το πρόσωπό της να χάνει την περιέργεια που μεταβαλλόταν σε μίσος. Σε λίγο με στριγγή φωνή κραύγαζε: “Πάρτον, πάρτον και σταύρωσέ τον”. Το πλήθος την ακολούθησε και σε λίγο το ρυθμικό “πάρτον-πάρτον” έμοιαζε με τον ήχο των καρφιών που καρφώνονταν στα χέρια και τα πόδια εκείνου.
 
Την έβλεπα να φωνάζει και μόλο που δεν την ήξερα πίστευα πως κάπου την έχω ξαναδεί. Και τότε... Τότε θυμήθηκα! Τι βάσανο είναι στον άνθρωπο η μνήμη! Ήταν εκείνη η ίδια γυναίκα.... Στάθηκα δίπλα της και ψιθύρισα: “Ωσανά, ωσανά υιός Δαυίδ”!
 
Πώς άκουσε τη φωνή μου; Θα ταν η ψυχή της που την ακούμπησε στα αυτιά της. Με κοίταξε με βλέμμα τρομαγμένο. Ύστερα πήρε δύναμη από τα “άρον, άρον” που άκουγε γύρω της. Με κοίταξε μ' οργή.
 
“Οι άνθρωποι κάνουν λάθη, είπε. Καλό είναι που το καταλάβαμε. Που καταλάβαμε την αλήθεια!”
 

Εγώ την αλήθεια την έβλεπα μπροστά μου.
 
Στεκόταν εκεί στο μπαλκόνι του Πιλάτου. Ματωμένος, με το χιτώνα να χει κολλήσει πάνω στο κορμί, με το μέτωπο γεμάτο πηγμένα αίματα, με δυο μάτια γεμάτα πόνο αλλά και βεβαιότητα. Κρατούσε το κορμί τεντωμένο με την αρχοντιά ενός πρίγκιπα κι ωστόσο είχε το βλέμμα του στοργικού πατέρα. Μας κοίταζε όπως ένας πατέρας κοιτάζει ένα παιδί που ατακτεί, που δεν ξέρει τι ζητά.
 

Ήταν εκεί, θύμα της κακίας μας και μαζί ελεγκτής μας.
 

Ήταν υπέροχος και άθλιος, ήταν αξιολύπητος κι αξιοζήλευτος.
 

Ήταν άνθρωπος στην ομορφιά και στην κατάντια του.
 

Αλεξανδρεύς
 
Αναρτήθηκε από Αναστάσιος στις 1:06 π.μ.
 
Ετικέτες Αλεξανδρεύς
 

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ(Β΄)

Ό,τι ακολούθησε θέλω να σου πω. 
Αυτά που δε γράφτηκαν σε κανένα βιβλίο.
 
Γύριζα σαν την τρελλή στους δρόμους.
 
Δεν είχα τίποτε από την προηγούμενη ζωή μου.
 
Δεν είχα ούτε σπίτι, δεν ήθελα πλέον να ζω σε εκείνο το σπίτι -αλλά και ποιος να ρθει πια, ακόμα κι αν το ήθελα- δεν είχα κομπόδεμα, δεν είχα ούτε ρουτίνα να φωλιάσω μέσα σ’ αυτή.
 

Έπρεπε να τα ξαναχτίσω όλα από την αρχή.
 

Περπατούσα στους δρόμους κι έβλεπα να με δείχνουν. Μουρμούριζαν κάποιοι, κάποιοι άλλοι έβριζαν φανερά.
 

Μέσα μου κρατούσα άγκυρα το πρόσωπό του.
 

Ξεδιψούσα με τα λόγια του.
 

Κάθε μορφή ανθρώπου νέου, γέρου αλλοιωνόταν για να γίνει τελικά η μορφή εκείνου.
 

Κείνο το βράδυ πίστεψα ότι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν.
 

Όχι μεταξύ τους.
 

Αλλά γιατί όλοι μοιάζουν σε κείνον.
 

Είχα ξεχάσει την πείνα, τη δίψα, την κούραση.
 

Έμοιαζε ο χρόνος να χει σταματήσει.
 
Τα πόδια μου ήταν ελαφρά κι η καρδιά μου γεμάτη δύναμη.
 
Είχε μιλήσει για μένα.
 
Είχε διαφωνήσει με έναν από τους μαθητές του για χάρη μου.
 
Είχε δεχθεί την προσφορά μου.
 
Ένας μόνο λόγος του έμενε σκοτεινός στο μυαλό μου.
 
Είχε μιλήσει για τον ενταφιασμό του.
 
Λόγος σκοτεινός για έναν νέο άντρα με σφρίγος και ζωντάνια.
 
Λόγος περίεργος για κάποιον που τόσο αγαπούσε ο λαός ώστε να τον υποδεχθεί όχι απλώς σαν βασιλιά αλλά σαν μεσσία στην πόλη μας.
 

Λόγος ακατανόητος για τον μόνο που όχι μια αλλά τρεις φορές είχε νικήσει το θάνατο.
 

Στην δωδεκάχρονη κόρη του αρχισυνάγωγου, στο μικρό γιο της χήρας και τέλος στον τριήμερο νεκρό φίλο του είχε αντιπαλέσει με τον ανίκητο εχθρό και τον είχε κατατροπώσει.
 

Γιατί λοιπόν μιλούσε για θάνατο; Για ενταφιασμό;
 
Όταν πια τα πόδια μου δεν άντεχαν άλλο κάθισα σε μια γωνιά του δρόμου και περίμενα.
 
Έκλεισα τα μάτια και τον ένιωσα πλάι μου, είχε ανοίξει την αγκαλιά του και με περίμενε. Τρόμαξα. έδιωξα τη σκέψη γρήγορα απ’ το μυαλό μου. Το κάκισα που γεννούσε τέτοιες ιδέες. Όμως εκείνος ξαναγύριζε. Με ένα βλέμμα καθαρό, μια όψη λαμπερή, απαστράπτουσα κράταγε την αγκαλιά του ανοικτή και με περίμενε.
 

Δεν ένιωθα πια η πόρνη. Δεν ένιωθα καν γυναίκα.
 
Ένιωθα σαν το μικρό παιδί που θέλει να τρέξει πίσω στην αγκαλιά του πατέρα, στην μόνη αγκαλιά που του πρόσφερε ασφάλεια, σιγουριά, συγχώρεση.
 
Τον άκουσα να μιλάει.
 
“Μη φοβάσαι την αγάπη μου, μη φοβάσαι την αγάπη σου, μου είπε. Ούτε εγώ τη φοβάμαι. Η τέλεια αγάπη πετάει έξω κάθε φόβο. Αυτό είναι το δικό σου κλειδί για τον Παράδεισο: η αγάπη. Μην το πετάξεις.”
 
Κάπου εκεί αποκοιμήθηκα.
 
Δεν θυμάμαι πως κύλησε η επόμενη μέρα.
 
Εκείνο που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι η επόμενη νύχτα. Ήταν αργά, ξημέρωνε. Γύριζα τα βήματά μου στην πόλη ψάχνοντας να τον δω έστω κι από μακριά. Τα πρώτα κοκόρια είχαν λαλήσει, όταν άκουσα λυγμούς. Λυγμούς αντρίκιους, βαριούς μαζί μ' ένα αναφιλητό.
 
Μέσα στο φεγγαρόφωτο είδα έναν άντρα να κλαίει.
 
Ένας άντρας που κλαίει είναι πάντα κάτι πολύ ξεχωριστό έστω κι αν είναι μόνος, στο σκοτάδι. Τον κοίταξα και τον γνώρισα. Ήταν μαθητής του. Ήταν αυτός που στεκόταν πάντα δίπλα του, ο πιο δυναμικός, εκείνος που θύμωσε με τον Ιούδα που τσιγγουνεύτηκε το δικό μου μύρο. Το κορμί του συνταραζόταν από τους λυγμούς κι ολότελα παράξενα για μένα το λάλημα ενός δεύτερου πετεινού έφερε νέο κύμα θλίψης στην ψυχή του. Ήθελα να τον πλησιάσω, να τον παρηγορήσω και ταυτόχρονα να τον ρωτήσω τι τον πόναγε τόσο. Μα τον φοβόμουν. Τόσα χρόνια είχα μάθει να φοβάμαι τους άντρες. Κοίταξα γύρω μου να δω πού βρίσκομαι. Είχα φτάσει έξω από την αυλή του Καϊάφα.
 
Κόσμος μπαινόβγαινε μέσα στη νύχτα, μα εκείνο που πάγωσε το κορμί μου ήταν όταν τον είδα. Δεν ήταν όπως εχθές. Τα χέρια του ήταν δεμένα και στο δεξί του μάγουλο φαινόταν καθαρά το αποτύπωμα μιας παλάμης. Ήταν κουρασμένος. Ήταν θλιμμένος, μα δυνατός. Γύρισε το βλέμμα και με κοίταξε. Όρκο παίρνω πως εκεί που στεκόμουν δεν φαινόμουν, κανενός δαυλού το φως δεν έφτανε ως το μέρος μου. Ωστόσο είμαι σίγουρη πως με κοίταξε και πως -μη με πάρετε για τρελλή- μου χαμογέλασε.
 
Ένα χαμόγελο πικρό, μα ήρεμο.
 
Ένα χαμόγελο που μου έφτανε για μια ζωή.
 
Όταν τον πήραν τόλμησα να προβάλλω από το σκοτάδι. Ρώτησα:
 
-Πού τον πηγαίνουν;
 
-Σαν ξημερώσει θα τον πάνε στον Πιλάτο, ήταν η απάντηση μαζί με ένα περιφρονητικό βλέμμα.
 
Ο άντρας με είχε αναγνωρίσει. Ο ανόητος δεν σκέφτηκε ποτέ ότι κι εγώ τον είχα αναγνωρίσει...
 

Αλεξανδρεύς
 
Αναρτήθηκε από Αναστάσιος στις 12:31 π.μ.
 
Ετικέτες Αλεξανδρεύς
 


Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Α΄) - Αλεξανδρεύς

Ό,τι ξέρετε από τη ζωή μου κράτησε λίγες στιγμές. 

Για ό,τι προηγήθηκε κάνετε απλές υποθέσεις. 
Το τι ακολούθησε μοιάζει συχνά να μη σας ενδιαφέρει καν.
 
Μοιάζετε σαν τα μικρά εκείνα παιδιά που κρατιούνται σ΄όλη τη διάρκεια του παραμυθιού από τη βεβαιότητα του “έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”.
 
Σ' όλες τις δυσκολίες του ήρωα, σ' όλα τα βάσανα και τις κακοτυχιές του, σ' όλα τα λάθη και τις πτώσεις του σφιχταγκαλιάζετε την σιγουριά της αγαθής έκβασης των πραγμάτων (αρχιτεκτόνημα κάθε καλού παραμυθά) και διώχνετε σαν ενοχλητική λεπτομέρεια όσα διαμείφθηκαν ενδιαμέσως. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κι εγώ το ίδιο.
 
Μα τα υλικά της ζωής μου δύσκολα με έπειθαν πως η συνταγή της θα οδηγούσε σε αγαθή έκβαση.
 

Σε μια κοινωνία κλειστή και συντηρητική το να είσαι πόρνη σε οδηγούσε πάντα στη σκέψη πως η ιστορία σου δεν θα μπορούσε να έχει καλό τέλος.
 
Εντάξει, η παρουσία των Ρωμαίων έδινε την ανακούφιση της σύγκρισης με τα δικά τους ήθη, ωστόσο εγώ δεν ανήκα σε εκείνους.
 
Είχα το “χάρισμα” και την κατάρα να ανήκω στον εκλεκτό λαό του Θεού.
 
Ξεχώριζα.
 
Εμείς οι πόρνες και οι τελώνες έχουμε το προσόν να αισθητοποιούμε μέσα στο σώμα της κοινωνίας την αμαρτία.
 
Εκείνοι με την παμφάγα, ακόρεστη πλεονεξία, εμείς με την σωματική ηδονή.
 
Εκείνοι με τα χέρια, εμείς με το υπόλοιπο κορμί.
 
Είναι χρήσιμο σε μια κοινωνία να μπορεί να εξεικονίζει την αμαρτία σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
 
Επιτρέπει εύκολα σε όλους τους υπόλοιπους να ζουν τη βεβαιότητα της αναμαρτησίας τους.
 
Δε θέλω απόψε να σας μιλήσω για το τι προηγήθηκε, για το πώς έγινα η Πόρνη.
 

Η ιστορία μου δεν περιέχει τίποτε εξόχως συγκλονιστικό, αφήστε που κάθε φορά πρέπει να ακροβατώ στην παρουσίαση των γεγονότων, στην ερμηνεία τους που με προφανή ή αδιόρατο τρόπο θα σας υποβάλω έτσι που να επιτρέψω να φανεί ή να εξαφανίσω πλήρως την προσωπική μου ευθύνη. Ξέρω, από τις συζητήσεις μου με τις συναδέλφους μου αλλά φαντάζομαι κι όλας, πως η ιστορία μου είναι παράλληλη με κάθε μιας άλλης πόρνης.
 
Εντάξει, διαφορές υπάρχουν, ωστόσο πάνω-κάτω οι ιστορίες είναι ίδιες.
 

Τώρα, μετά από τόσα χρόνια μπορώ άνετα να παραδεχτώ πως η συνταγή είχε κι απ΄ τα δυο συστατικά: και προσωπική ευθύνη και κοινωνικό εξαναγκασμό.
 

Κείνο που καίγομαι να σας πω είναι τι έγινε μετά.
 

Όταν το μύρο τέλειωσε.
 

Όταν τα μαλλιά μου ξαναδέθηκαν, όταν η συζήτηση του Ραββί με τον Ιούδα έλαβε τέλος.
 

(Αλήθεια εκείνος ο Ιούδας πολύ μου θύμιζε τα πρόσωπα κάποιων από τους Φαρισαίους δασκάλους μας. Κάθε φορά που μίλαγαν για τους φτωχούς και την ανάγκη να τους βοηθήσουμε αποδεκατώντας τα υπάρχοντά μας σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, το βλέμμα τους ήταν περίεργο και μερικές φορές είχα την αίσθηση πως θέλουν να χαϊδέψουν τις χοντρές κοιλιές τους. Κάτι από το βλέμμα τους μου θύμιζε το βλέμμα των αντρών που με πλησίαζαν στο πορνικό μου κρεββάτι).
 

Όλοι έφυγαν κι εγώ απέμεινα σε μια γωνιά. Δεν είχα πια πού να πάω. Τριγύριζα στους δρόμους. Μια δυο φορές κινδύνεψα από τη ρωμαϊκή περίπολο. Με έσωσε ο επικεφαλής που με ήξερε καλά.
 

Δεν είχα από πού να πιαστώ κείνο το βράδυ.
 

Η ζωή μου, το “σπίτι” μου, το κρεββάτι μου, δεν με κρατούσαν πια.
 

Ήξερα πως είχα πουλήσει τη σιγουριά της ρουτίνας.
 

Εκείνο το βράδυ είχα απολέσει τη δυνατότητα να μείνω όπως ήμουν.
 

Έτρεμα όταν τον συνάντησα.
 
Οι δάσκαλοι σε τούτον τον τόπο, σε τούτο το λαό πιάνουν τα άκρα. Συνήθως τα άκρα της απόλυτης αυστηρότητας.
 
Μα τούτος ήταν γλυκύς και πράος.
 
Είχα ακούσει πως μίλησε καλά για μας, τις πόρνες.
 
Το σχολίαζαν κοροϊδευτικά δύο πελάτες μου που περίμεναν στην αίθουσα αναμονής.
 
(Συνήθως οι πελάτες μου περιμένουν αμίλητοι και νευρικοί σαν τύχει να συναντηθούν.
 
Μα κείνοι είχαν χάσει κάθε αίσθηση ηθικής και ξένοιαστοι για το τι περίμεναν να κάνουν σχολίαζαν την φράση του Ραββί:
 

”Οι τελώνες κι οι πόρνες τραβάνε πρώτοι, οδηγοί για τη βασιλεία των Ουρανών”.
 

Πέταξαν ένα-δυό υπονοούμενα για το ποιόν ενός τέτοιου δασκάλου.
 

Ο ένας έκοβε κι ο άλλος έραβε.
 

Μίλησαν και για έναν τελώνη που ο δάσκαλος πήγε σπίτι του κι έφαγε.
 

“Ωρα να τον δούμε και σε δημόσιο χώρο με καμμιά πόρνη ”απάντησε ο άλλος.
 

Τούτη τη φράση την άκουσα καθαρά, μιας κι εκείνη ακριβώς την ώρα άνοιξα την πόρτα μου για να δεχθώ τον ένα απ΄ αυτούς.)
 

Έτσι μου μπήκε η ιδέα να πάω να τον συναντήσω.
 

Είχα σκοπό να μετρήσω την αντοχή του.
 

Εννοούσε όσα έλεγε ή ήταν απλώς λόγια;
 

Η “δουλειά” μου με είχε κάνει να μην πιστεύω τα λόγια των ανθρώπων.
 

Άκουσα πως θα έτρωγε στο σπίτι ενός Φαρισαίου.
 
Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω.
 

Είχαν μάθει για την ανάσταση του Λαζάρου και το γεγονός είχε εξάψει τη φαντασία τους.
 

Άλλοι έβλεπαν στο πρόσωπό του το βασιλιά που θα διώξει τους μισητούς Ρωμαίους άλλοι τον γιατρό που νικά τον έσχατο εχθρό, το θάνατο.
 
Ζωηρές συζητήσεις είχαν ανάψει στον περίβολο.
 
Εγώ περπατούσα βιαστικά και ταυτόχρονα προσεκτικά.
 

Κρατούσα στα χέρια μου το δώρο μου.
 
Η αλήθεια ήταν πως η ιδέα δεν ήταν δική μου.
 

Πριν τέσσερις ημέρες η Μαρία, η αδελφή του αναστημένου Λαζάρου αγόρασε μύρο και του το έχυσε στο κεφάλι. Σκέφτηκα να κάνω κι εγώ το ίδιο. Βέβαια εκείνη ήταν η αδελφή του φίλου του.
 
Μια καθωσπρέπει γυναίκα με άμεμπτη συμπεριφορά που μάλιστα καθώς άκουσα την είχε ο ίδιος επαινέσει.
 

Ενώ εγώ;
 

Θα δεχόταν μύρο από εμένα;
 

Εγώ ήμουν πόρνη.
 

“Πώς μπορείς και συγκρίνεις τον εαυτό σου με τη Μαρία;” άκουγα μια φωνή μέσα μου.
 

“Τι κοινό έχετε εσείς οι δυο; Εκείνη είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Στο κάτω κάτω ανέστησε τον αδερφό της.
 
Εσύ τι δικαιολογία έχεις;
 
Για ποιο λόγο να του προσφέρεις μύρο;
 
Ύστερα λες πώς τον εκτιμάς.
 
Δεν καταλαβαίνεις σε τι δύσκολη θέση θα τον φέρεις;
 
Τον εκθέτεις.
 

Τι θα σκεφτεί ο κόσμος; Θα σας θεωρήσουν... Κάποιοι το λένε κιόλας ανοικτά.
 
Μην πας, δε χωράς εκεί.
 
Κι έπειτα τι θα κάνεις αν σε αποπάρει;
 
Αν σου φερθεί σκληρά; Θα το αντέξεις;
 
Σε μια Χαναναία γυναίκα μίλησε πολύ σκληρά κάποτε.
 
Κι εκείνη τι ζητούσε; Τη γιατρειά της κόρης της.
 
Ενώ εσύ ... Αλήθεια τι ζητάς εσύ; Τι ακριβώς θέλεις από το Ραββί;”
 

Τούτη η τελευταία ερώτηση με ζάλισε περισσότερο από όλες.
 
Τι θέλω;
 
Γιατί πηγαίνω εκεί; παραλίγο να με σταματήσει.
 

Μα τότε ήταν που την έκανα στην άκρη και όρμησα.
 
Σαν τρελή πήρα το κομπόδεμά μου, το χρήμα που μάζευα όλα τα χρόνια για τα γερατειά μου, το χρήμα που μάζεψα με αγωνία και αμαρτία, το χρήμα που εισέπραττα πουλώντας το κορμί και την ψυχή μου και όρμηξα στον μυρεψό.
 
Είχα ξαναμπεί εκεί πολλές φορές μα τούτη τη φορά πήγα στο μέρος που είχε τα ακριβά αρώματα, στο βάθος του μαγαζιού.
 
Προσπέρασα τα φτηνά αρώματα που συνήθως ψώνιζα για τις καθημερινές μου ανάγκες οι άνθρωποι -οι πελάτες μου θέλουν να μυρίζω ωραία για να ξεχνούν την κάθε είδους δυσωδία της ψυχής τους- και πλησίασα στο άρωμα της νάρδου.
 
Έπειτα έκανα μεταβολή και γύρισα στη βιτρίνα του μαγαζιού.
 
Εκεί βρίσκονταν δοχεία, αληθινά κομψοτεχνήματα.
 
Τα έβαζαν στη βιτρίνα οι μυρεψοί για να τραβούν το μάτι. Τα αρώματα δεν ελκύουν σ' όποια βιτρίνα κι αν τα τοποθετήσεις.
 
Διάλεξα το ωραιότερο, αλάβαστρο.
 
Πέρναγε από μέσα του το φως κι άφηνε τις ραβδώσεις του να αντιφεγγίζουν.
 
Ο μυρεψός κόντεψε να πεθάνει από το φόβο του όταν με είδε να το πιάνω.
 
Του το δωσα και του 'πα να το γεμίσει νάρδο ολοκάθαρη.
 
Με κοίταξε με το βλέμμα που κοιτούν έναν τρελό.
 
Έμεινε για λίγο ακίνητος κι αμίλητος κι ύστερα είπε:
 

“Σ' όλες τις δουλειές ο έρωτας τυφλώνει, μα στη δική σου είναι ολέθριος”.
 

Με κοίταξε ξανά σαν να ήθελε να με αποτρέψει.
 
Μέσα του πάλευαν το εμπορικό του δαιμόνιο με τη λύπηση για κάποιον που σε μια στιγμή ξεπούλαγε τη ζωή του.
 
Το δικό μου βλέμμα ήταν τόσο αποφασιστικό που ξανάγινε ο απλός έμπορος.
 
“΄Εχεις να το πληρώσεις” ρώτησε, με στεγνή φωνή τώρα. “Κοστίζει μια περιουσία”.
 
Τράβηξα το πουγγί μου και το άνοιξα. Το άδειασα επάνω στον μαρμάρινο πάγκο του.
 

Τα χρυσά νομίσματα κάνουν ένα μουντό θόρυβο, καθόλου χαρούμενο ή καμπανιστό.
 
Ίσως να φταίει το αίμα που 'χει χυθεί για το χρυσάφι.
 
Δεν τα άγγιξε. Τα μέτρησε με τα μάτια. Γιατί άραγε; Τα λεφτά τα χρειαζόταν, σε δυο μέρες ήταν Πάσχα.
 
Μου γέμισε το δοχείο κι έφυγα.
 

Τα ρέστα τού τα χάρισα.
 

Σε μια τέτοια σπατάλη, το να πάρει κανείς ρέστα καταντούσε σχεδόν αναίδεια.
 

Τα ρέστα της ζωής μου.
 

Μπήκα αμίλητη στο σπίτι. Ένιωσα όλα τα βλέμματα να με καρφώνουν. Δεν έλειψαν ούτε τα βλέμματα των μαθητών του. Είχαν καθήσει δεξιά και αριστερά του και με κοιτούσαν.
 

Δεν σήκωσα τα μάτια παρά για να κοιτάξω Εκείνον.
 

Τον είχα ξαναδεί πίσω από το μισόκλειστο παράθυρό μου, καιρό πριν, να περπατά στο δρόμο.
 
Μα τώρα τον έβλεπα πρόσωπο με πρόσωπο.
 
Ήθελα να κατεβάσω το βλέμμα γρήγορα, μην πάρει την ενέργειά μου για αναίδεια, μα κάτι μέσα στο δικό του βλέμμα με εμψύχωσε.
 

Ένιωσα πως το να κοιτάζω εκείνο το σταθερό, ήρεμο βλέμμα θα μπορούσε να αποτελέσει το ευτυχές υπόλοιπο της ζωής μου.
 

Τι λέω;
 

Το να τον κοιτάζω, έφτανε για να γεμίσει μια αιωνιότητα.
 

Ένας σεισμός με συντάραξε.
 

Μέσα σε μια στιγμή μονάχα ένιωσα να περνάει εμπρός στα μάτια μου όλη η ζωή μου.
 

Ένιωσα πως εκεί μπροστά του μπορούσα να την ξαναπαίξω.
 

Να την ξανακερδίσω ή να την χάσω για πάντα.
 

Δεν ήξερα γιατί, δεν ήξερα πώς, ήξερα μόνο ότι γινόταν.
 

Τα όσα ακολούθησαν τα ξέρετε.
 
Τα ξέρουν όλοι εδώ στα Ιεροσόλυμα. Φορές φορές νιώθω πως τα ξέρει όλος ο κόσμος.
 

Σαν να πραγματοποιήθηκαν τα λόγια Του πως τούτη η πράξη μου θα μολογιέται στους αιώνες.
 

Τα πόδια μου λίγησαν, τα δάχτυλά μου έλυσαν τα μαλιά μου, με ένα απαλό ήχο, σαν το αυγό που σπάει, ο αλάβαστρος άνοιξε και γέμισε το σπίτι από τη μυρωδιά.
 

Δεν ξέρω αν ήταν η μυρωδιά που έκανε το κορμί μου να θέλει να λιποθυμίσει.
 

Δεν τόλμησα να αγγίξω σαν τη Μαρία την κεφαλή του.
 

Στα πόδια Του το 'χυσα ...
 

Αλεξανδρεύς
 
Αναρτήθηκε από Αναστάσιος στις 11:35 μ.μ.
 
Ετικέτες Αλεξανδρεύς
 

Όποιος πέσει στα μικρά, αναμφίβολα θα πέσει και στα μαγάλα.

Σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες, όποιος πέσει στα μικρά, αναμφίβολα θα πέσει και στα μαγάλα. Και ενώ τότε, η ημερολογιακή αλλαγή της Εγκυκλίου του 1920, φαινόταν ως κάτι μικρό και ασήμαντο (δεδομένου ότι η Εγκύκλιος δεν είχε γνωστοποιηθεί ακόμα στον κόσμο), οδήγησε σιγά-σιγά σε ολοένα και μεγαλύτερες προδοσίες, σε σημείο που να μπορούμε να πούμε ότι η Εγκύκλιος (η οποία, κατά τους σύγχρονους Πατέρες, θεωρείται και ως ο καταστατικός χάρτης του Οικουμενισμού) έχει εφαρμοστεί πλήρως από όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία. Αυτό σημαίνει ότι ο Οικουμενισμός και η Εγκύκλιός του, έχει επικρατήσει παντού.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης :

...Τὸ μοντέλο αὐτὸ τῆς ἑνότητος τὸ ἔχει ἐφαρμόσει ἤδη ὁ Παπισμὸς μὲ τὴν περιβόητη Οὐνία,  ποὺ σημαίνει ἕνωση (Οὐνία = ἕνωση), σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὅσοι ἑνώνονται μὲ τὸν πάπα  δὲν χρειάζεται νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς λατρείας τους, ἀρκεῖ νὰ δεχθοῦν  τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα καὶ νὰ τὸν μνημονεύουν στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Δὲν ἐνδιαφέρει, δηλαδή, τὸν Παπισμὸ ἡ ἀλήθεια στὴν πίστη, στὰ δόγματα, ἀλλὰ μόνο ἡ ἐξουσία. Μήπως θὰ ἐνδιαφέρει τὸν Ἀντίχριστο ἡ πίστη τῶν λαῶν; Ἀρκεῖ νὰ πέσουν καὶ νὰ τὸν προσκυνήσουν. Τὸ ἴδιο μοντέλο ἑνότητος, ἐπεκτεινόμενο καὶ στὶς θρησκεῖες, προβάλλει καὶ ἡ Μασονία, ἡ ὁποία δέχεται στοὺς κόλπους της ὀπαδοὺς ὅλων τῶν θρησκειῶν, τὶς ὁποῖες ἐξισώνει, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν δική της θεότητα, ὄχι βέβαια τὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεό, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ τὸν δικό τους κατασκευασμένο θεό, ψευδῆ καὶ ἀνύπαρκτο, ἢ μᾶλλον τὸν ὑπαρκτὸ καὶ ὑψωμένο εἰς Θεό Ἑωσφόρο, τὸν «Μέγα Ἀρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος», ὁ ὁποῖος ἀνθίσταται, ἀντιστέκεται, ἀντιμάχεται τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι ὁ μοναδικὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτής, εἶναι τὸ φῶς, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή. Κατὰ τοὺς Μασόνους φῶς καὶ ἀλήθεια ὑπάρχουν σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες καὶ περισσότερο βέβαια στὴν δική τους μυστικὴ καὶ ἀπόκρυφη θρησκεία. Ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ προωθεῖ τὰ δύο αὐτὰ μοντέλα ἑνότητος σὲ διαχριστιανικὸ καὶ διαθρησκειακὸ ἐπίπεδο, εἶναι τέκνο τῆς Μασονίας.  Ὅπως διακηρύξαμε τελευταῖα ἡ ἄτυπη «Σύναξη Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» σὲ κείμενό μας γιὰ τὴν Μασονία «Ὁ Μασονισμὸς εἶναι ἡ μήτρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

H Ανάστασις είναι η αρχή, το κέντρον και η ανακεφαλαίωσις όλου του απολυτρωτικού έργου της θείας ευδοκίας.



 Όλαι αι εορταί της Εκκλησίας υπομνηματίζουν τα γεγονότα, που αποτελούν τας διακεκριμένας φάσεις του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Η τελική φάσις είναι η Ανάστασίς Του, την οποίαν ολοκληρώνουν η θεία Ανάληψις και η αγία Πεντηκοστή, καθ’ ην ιδρύεται η Εκκλησία. Αλλ’ η Ανάστασις είναι η αρχή, το κέντρον και η ανακεφαλαίωσις όλου του απολυτρωτικού έργου της θείας ευδοκίας. Η Ανάστασις καθορίζει τι ήμεθα πρότερον, τι εγίναμεν μετά την συνανάστασίν μας και τι οφείλομεν να είμαθα. Είναι τόσον θεμελιώδους σημασίας η Ανάστασις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δια την ζωήν μας, ώστε εις τον κύκλον του ενιαυτού να την εορτάζωμεν πεντήκοντα δύο φοράς κατά τον λαμπρότερον τρόπον. Εκτός του ότι, οσάκις κοινωνούμεν του τεθεωμένου Σώματος και Αίματος του Χριστού, μυστηριωδώς Πάσχα επιτελούμεν. Η σημασία της Αναστάσεως δεν εξαντλείται εις την αρνητικήν άποψιν, που διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος, καθ’ ην «εάν ο Χριστός δεν ανέστη, άρα ματαία ημών η πίστις». Δεν εξαντλείται εις το γεγονός, ότι ο Χριστιανισμός πίπτει ή ίσταται δια της Αναστάσεως ή όχι του Χριστού. Η Ανάστασις αποτελεί τόσον μέγα γεγονός, ώστε χωρίς αυτήν να μη δυνάμεθα να εννοήσωμεν τίποτε από την Ενσάρκωσιν του Θεού Λόγου, ούτε από την χριστιανικήν καθ’ όλου διδασκαλίαν, ούτε από το Πάθος και τον Σταυρόν.
Η Ανάστασις του Κυρίου Ιησού ενοποιεί όλας τας επί μέρους φάσεις της επί γης παρουσίας Του και συμπυκνώνει όλας τας συνεπείας της ενανθρωπήσεώς Του, ως τελικόν σκοπόν και ως θρίαμβον της πνευματικής και ηθικής δυνάμεως. Δια της Αναστάσεως φανερούται τι είναι Θεός και τι άνθρωπος. Μόνον υπό του φωτός της Αναστάσεως δυνάμεθα να αντιληφθώμεν το μεγαλείον του Θεού και το μεγαλείον του ανθρώπου. Προσλαμβάνει ο Θεός την ανθρωπίνην φύσιν, την πεπτωκυίαν και εμπαθή και την θεώνει. Εντεύθεν ο άνθρωπος δεν είναι πλέον «σαρξ και αίμα», αλλά θεός κατά χάριν, είναι «θείας φύσεως κοινωνός». Δεν γίνεται θεός κατά χάριν μετά θάνατον, αλλ’ είναι απ’ εδώ θεός. Ζων εν σαρκί, συμπεριφέρεται ως θεός, ως λέγει Κλήμης ο Αλεξανδρεύς. Ο χρόνος της παρούσης ζωής, μεθ’ όλων των παρακολουθημάτων αυτής, εισέρχεται μεταποιημένος πνευματικώς εντός της αχρόνου αιωνιότητος, προς την οποίαν κατευθυνόμεθα. Η παρούσα ζωή, δια της Αναστάσεως του Χριστού, κατέστη απλούν κλάσμα χρονικόν της μελλούσης, όπου, των «εσόπτρων λυθέντων», θα μετέχωμεν «εκτυπώτερον», δηλ. ουσιαστικώτερον, της ζωής του Χριστού και πληρέστερον θα απολαμβάνωμεν της χορηγηθείσης εντεύθεν μακαριότητος.
Η μακαριότης είναι η εν Θεώ ζωή, που ανέτειλεν από τον Όλβιον Τάφον του Χριστού, ως χαρά, ως ειρήνη, ως φως, ως αγάπη, που αποτελούν όχι απλώς θεία δωρήματα, αλλά χορηγίας ενυποστάτων θείων ενεργειών, αι οποίαι διήκουν εις ολόκληρον την ψυχήν και το πνεύμα και τον νουν. 

Ορθόδοξος Τύπος :

...Και οι άγιοι Ιερομόναχοι και Μοναχοί του Αγίου Όρους, της Πάτμου, της Κρήτης ας υψώσουν το κέρας της διαμαρτυρίας αυτών έως άνω ουρανού και ας είπουν εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην το ιστορικόν ¨Ουκ έξεστί Σοι» , δηλαδή το μέγα «ΟΧΙ» της Ορθοδοξίας δια τας σαφώς προς το Δόγμα και  τας διαγορεύσεις των Πατέρων και της Ιεράς Παραδόσεως, παραδόξους και αλλοκότους και ασυγχόρδους πράξεις του. Οι Μοναχοί ούτοι δεν δύνανται πλέον  να μετέχουν της κακοφώνου, κακοδόξου και αιρετικής συναυλίας, την οποίαν διευθύνει ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μικρόν λογιζόμενος το βαρύ και ένδοξον παρελθόν του οποίου τυγχάνει εφ΄ όρκω συνεχιστής. Θα ευαρεστήσουν  τω Θεώ οι Επιστάται και Μοναχοί του Αγίου Όρους, εάν, συνολικώς παύοντες την μνημόνευσιν του Οικουμενικού, αποτάξωσιν εαυτούς της μερίδος των Νέο-Αιρετικών του Φαναρίου, σώζοντες τας ψυχάς των και περιφυλάσσοντες την Ορθοδοξίαν.