Στις μέρες μας,
που, όπως το διαπιστώνουμε, καταργούνται τα αυτονόητα και αμφισβητούνται τα
αυθεντικά, δεν είναι ίσως άνευ σημασίας η επισήμανση, που επιχειρεί το παρόν
σημείωμα. Πολλοί από μας, μεθυσμένοι από την αχανή αίσθηση του παγκοσμίου,
υποτιμούμε και ίσως κάποτε περιφρονούμε και τσαλαπατούμε την σαφώς ορισμένη
έννοια της περιορισμένης πατρίδας. Και άλλοτε πάλι, τρομοκρατημένοι από την
ισοπεδωτική ορμή της παγκοσμιοποίησης επιζητούμε μία ένοχη περιχαράκωση στα
στεγανά της πατρίδας, που την εκφυλίζουμε σε αντικείμενο του εθνικιστικού μας
οίστρου. Κι όμως, ανάμεσα σ΄ αυτά τα δύο υπάρχει η χρυσή τομή, η μέση οδός, που
επιτρέπει την αξιοπρεπή παρουσία μας στην ευρωπαϊκή και στη παγκόσμια κοινότητα
και την αρμονική συμπόρευσή μας με τα άλλα έθνη, χωρίς το υποχρεωτικό γδύσιμό
μας από την εθνική μας ταυτότητα. Καταρχήν, ως χριστιανοί δεν λησμονούμε ότι
«ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν» (Εβρ. 13: 14), διότι «ημών το πολίτευμα εν
ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. 3: 20). Όσο, όμως, βρισκόμαστε σ΄ αυτή τη γη, «πάροικοι
και παρεπίδημοι» (Α΄ Πέτρ. 2: 11) αγαπούμε και πονούμε τον τόπο, που μας
φιλοξενεί. Βεβαίως, ο λόγος του Θεού διδάσκει ότι «του Κυρίου η γη και το
πλήρωμα αυτής» (Ψαλμ. 23: 1). Και συμφωνεί μ΄ αυτό, έστω και ανεπίγνωστα, το καθάριο
πνεύμα των Ελλήνων προγόνων μας, που διακήρυτταν ότι «πάσα γη πατρίς».
Συγχρόνως, όμως, οι πρόγονοί μας από τα χρόνια του Ομήρου ακόμη αναγνώριζαν
έναν «οιωνό» (=σημάδι) άριστο, το «αμύνεσθαι περί πάτρης» (=την υπεράσπιση της
πατρίδας) και προέτασσαν οποιουδήποτε άλλου δεσμού το καθήκον προς την πατρίδα.
«Φιλώ (=αγαπώ) τέκνα αλλ΄ εμήν πατρίδα μάλλον φιλώ», γράφει ο Πλούταρχος. Ο
λόγος του Θεού, όπως τον αποκαλύπτει στους αρχαίους Αθηναίους ο απόστολος
Παύλος, διευκρινίζει ότι ο Δημιουργός του ανθρώπινου γένους όρισε «παν έθνος
ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης, ορίσας προστεταγμένους καιρούς
και τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών» (Πράξ. 17: 26). Όρισε, δηλαδή, ο Θεός να
΄χει κάθε λαός την πατρίδα του, να την αγαπά, να την νοιάζεται, να την
υπερασπίζεται. Και παράλληλα να αναγνωρίζει στους άλλους το δικαίωμα να
αγαπούν, να νοιάζονται, να υπερασπίζονται τις δικές τους πατρίδες. Εξάλλου, ο
Θεάνθρωπος Κύριος κατά την επί γης ζωή του με τρυφερότητα και στοργή
απευθύνεται στην πατρίδα του την Ιερουσαλήμ, για να της θυμίσει την ιδιαίτερη
μέριμνά Του, για την σωτηρία της· «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτέννουσα τους
προφήτας… ποσάκις ηθέλησα επισυνάξαι τα τέκνα σου ον τρόπον όρνις την εαυτής
νοσσιάν υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε!» (Λουκ. 13: 34). Η αγάπη του
καθενός προς την πατρίδα του, δεν τον εμποδίζει ν΄ αγαπά όλες τις πατρίδες, να
θέλει όλων την προκοπή και την ευημερία. Ίσα-ίσα, αυτή η αγάπη τίθεται ως μέτρο
συγκρίσεως για την αγάπη και τον σεβασμό προς τις άλλες πατρίδες. Τα διεθνιστικά
κηρύγματα, όσο κι αν εντυπωσιάζουν, δεν προσφέρουν τα εχέγγυα της ειλικρίνειας
και της αγάπης. Είμαστε ήδη – και το δηλώνουμε – μέλη της Ενωμένης Ευρώπης. Δεν
αρνούμαστε την συνεισφορά μας στην παγκόσμια κοινότητα. Μεγάλο και άγιο πράγμα
η ένωση, ει δυνατόν, του κόσμου. Ποίος την αρνείται; Αλλά, όπως μέσα στο
σύνολο, δεν χάνεις την αίσθηση της οντότητας και προσωπικότητάς σου, όπως η
κοινή πατρίδα, δεν αντικαθιστά την ιδιαίτερη, την δική σου οικογένεια, έτσι
μέσα στο παγκόσμιο σύνολο, ο καθένας δικαιούται και οφείλει να διατηρήσει την
εθνική του ταυτότητα. Να το κάνει, όμως, αυτό με την αξιοπρέπεια και ευγένεια
του πατριωτισμού, που υποβάλλει την θυσία των προσωπικών συμφερόντων. Όχι με
τον σωβινισμό και την βιαιότητα του εθνικισμού, που εξοντώνει τους άλλους χάριν
της πατρίδος, δήθεν. Στο αναπεπταμένο πεδίο της Ευρώπης και του κόσμου έχουμε
χρέος οι σημερινοί Έλληνες να προχωρούμε ανεπιφύλακτα μπροστά, χωρίς, όμως, να
διαγράψουμε τα πίσω. Διότι εκεί, στο παρελθόν του γένους μας βρίσκονται οι
ρίζες, η πηγή της δύναμης, για να πάμε μπροστά. Η μνήμη της παλιγγενεσίας μας
το μήνα αυτό μας υπενθυμίζει την ευθύνη: Να μη σβήσουμε τα ιδανικά, για τα
οποία αγωνίσθηκαν οι πατέρες μας. Να μη απεμπολήσουμε την πίστη στον Θεό, που
εκείνοι μας κληροδότησαν. «Όταν επήραμε τα όπλα», εξομολογείται ο Κολοκοτρώνης «είπαμε
πρώτα υπέρ πίστεως κι έπειτα υπέρ πατρίδος». Αυτή η ιεράρχηση των αξιών μέσα
τους ήταν η πηγή της αισιοδοξίας και της εμπιστοσύνης τους ότι «ο Θεός υπέγραψε
την ελευθερία μας και την υπογραφή του δεν την παίρνει πίσω». Έχουμε αυτήν την
πίστη; Είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να συνεισφέρουμε για το καλό της Ευρώπης
και του κόσμου.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015
«Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία»
Στα θέματα της πίστεως και της αγιοπνευματικής εκκλησιαστικής διοργανώσεως ουδεμία αξία ή σημασία έχουν αποφάσεις, που λαμβάνονται κατά πλειονοψηφία ή ακόμη και παμψηφία, εάν έρχωνται σε αντίθεση και σύγκρουση με τα δόγματα και τους κανόνες της Εκκλησίας. Στις περιπτώσεις αυτές έχει απόλυτη εφαρμογή η αρχή: «Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία». Με βάση την αρχή αυτή διασφαλίσθηκε η Ορθοδοξία δια μέσου των αιώνων και συνετρίβησαν οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Αρκεί να θυμηθούμε τι συνέβη κατά την επί δεκαετίες κυριαρχία των Αρειανών κατά τον Δ’ αιώνα, ότε η πλειονοψηφία ή και η παμψηφία πολυαρίθμων Συνόδων, που αποδείχθηκαν ληστρικές ή ψευδοσύνοδοι, ετάχθησαν υπέρ της αιρέσεως του Αρείου και εναντίον της Ορθοδοξίας. Οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας όχι μόνο δεν υπετάχθησαν στις αποφάσεις αυτές των ψευδοσυνόδων, αλλά όρθωσαν το ανάστημά τους επί των επάλξεων της Ορθοδοξίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος. Είναι ίσως η συγκλονιστικώτερη περίπτωση στην εκκλησιαστική ιστορία, που επιβεβαιώθηκε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, ότι «Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία». Εάν ο Μέγας Αθανάσιος συνεμορφώνετο με την αρχή της πλειονοψηφίας και υπετάσσετο εις τις αντικανονικές και αντορθόδοξες αποφάσεις της, θα επρόδιδε την ιδιότητά του, ως αληθινού ορθοδόξου Ιεράρχου και Επισκόπου, που έχει σαν ύψιστη αποστολή την προάσπιση μέχρι θανάτου της εμπιστευθείσης σε κάθε αληθινό επίσκοπο Ιεράς Παρακαταθήκης, της αποκαλυφθείσης από τον Εσταυρωμένο Θεό της Αγάπης, Αληθείας και τότε αντί της Κυριακής της Ορθοδοξίας θα εορτάζετο ο θρίαμβος της Αιρέσεως και στη θέση του Μεγάλου Αθανασίου θα δοξολογείτο ο Άρειος!
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015
«Εμίσησα Εκκλησίαν Πονηρευομένων»
Το στυγερώτερον έγκλημα εις βάρος της αγίας μας Ορθοδοξίας είναι η ανοχή των Αιρέσεων και των Αιρετικών. Ασεβέστατα κηρύσσονται από Ορθοδόξους (;) ποιμένας αιρέσεις φοβεραί, και ανεμπόδιστα κινούνται Αιρεσιόφρονες Ποιμένες (;) μεταξύ της Ποίμνης του Χριστού! Έπαυσε, φαίνεται, εις ωρισμένους να λειτουργή το αισθητήριον της Ορθοδοξίας και η Εκκλησιαστική συνείδησις έχει επικινδύνως αμβλυνθή, ώστε να μη διακρίνωνται τα Αγιοπνευματοχάρακτα σύνορα της Ορθοδοξίας από την πλάνην και την Αίρεσιν. Ποίοι άραγε ευθύνονται δια την τραγικήν αυτήν ψυχικήν τύφλωσιν; Κατ΄ αρχήν όλοι· προ παντός όμως οι Ποιμένες! «Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου, εμόλυναν την μερίδα μου…» (Ιερ. 12, 10), θρηνωδεί ο προφήτης Ιερεμίας· και προσθέτει: «Ω οι ποιμένες (…) Υμείς διεσκορπίσατε τα πρόβατά μου και εξώσατε αυτά…» (Ιερ. 23, 1-3). Δυστυχώς Πατριάρχαι, Αρχιερείς, Επίσκοποι, Ηγούμενοι, με έναν λόγον Ποιμένες εμολύνθησαν από τον Οικουμενισμόν, ώστε να έχουν συνηθίσει εις τας Οικουμενιστικάς βλασφημίας και να μη ενοχλούνται από τα κηρύγματα των Αιρέσεων, δια των οποίων βάλλεται, εξοντωτικώς η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία. Φαίνεται, ότι εις την εποχήν του Υλιστικού Ευδαιμονισμού δεν θεωρείται πλέον υπέρτατος σκοπός της Εκκλησίας η αγιότης, αλλά η κοσμική σκοπιμότης.
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015
Ο Όσιος Υπάτιος : Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του, δεν είναι πια επίσκοπος.
Ένας από αυτούς που διέκοψαν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν του Νεστορίου μόλις αυτός άρχισε να διακηρύττη την αίρεσιν του, ήταν και ο όσιος πατήρ ημών Υπάτιος που εορτάζει την 17ην Ιουνίου. Αναφέρει η βιογραφία του: «Όταν πληροφορήθηκε ο όσιος τα αιρετικά φρονήματα του Νεστορίου, αμέσως έσβησε το όνομά του από τα δίπτυχα δια να μη μνημονεύεται εις τις Λειτουργίες. Ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ευλάλιος είπε προς τον Υπάτιον: Γιατί έσβεσες το όναμά του πριν να ιδής τι θα γίνη; Ο όσιος απάντησε: Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του, δεν είναι πια επίσκοπος». Τότε ο Ευλάλιος του είπε με οργή: «Πήγαινε και διόρθωσε αυτό που έκανες, διότι μπορώ και να σε τιμωρήσω». Και ο Υπάτιος αποκρίθηκε: «Ό,τι θέλεις κάμε, διότι εγώ απεφάσισα τα πάντα να πάθω και με αυτήν την απόφασιν το έκανα αυτό».
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.
Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.
Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολὺ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τὸν ἴδιο χρόνο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ τὰ 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τὴν ἐπαρχία του, μετέβη στὴ Θηβαΐδα, τὴν Πεντάπολη, τὴν Κάτω Αἴγυπτο γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τὸ ὁποῖο τὸν ὑποδεχόταν παντοῦ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στὶς διάφορες πόλεις ἄξιους καὶ ἱκανοὺς Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.
Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλὲς ταραχὲς καὶ ὀχλήσεις στὸν Ἅγιο, τὸν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορὲς καὶ διῆλθε περισσότερα ἀπὸ δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ἀρειανοὺς ἐνώπιον Συνόδων καὶ καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καὶ στερήσεις, εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συνεργάτες του νὰ ὑποκύπτουν στὶς πιέσεις καὶ τὴν βία τῶν Ἀρειανῶν καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νὰ ὑπογράψει ἀρειανικὸ ὅρο πίστεως, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χριστιανικὸς κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Ἅγιο, ἀλλὰ αὐτὸς ποτὲ δὲν κάμφθηκε καὶ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀλήθεια.
Ἀφορμὴ γιὰ τὶς διώξεις κατὰ τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νὰ ἀποκαταστήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τὸν ὑπὸ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικὰ ὡς ἀποδεχόμενος τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία ὑπέβαλε τὸ 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στὴν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νὰ ἀναφέρει τὶς ἀρειανικὲς ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τὴν ἀπάτη καὶ τὸ δόλο τοῦ Ἀρείου καὶ ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ δεχθεῖ σὲ κοινωνία τὸν Ἄρειο παρὰ τὴ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νὰ ὀργανώνουν συστηματικὰ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καὶ τιμοῦσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ θάρρος του, παρασύρθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καὶ διέταξε τὴ σύγκλιση Συνόδου στὴν Καισάρεια, τὸ 335 μ.Χ., μὲ σκοπὸ τὴν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικὰ συγκλήθηκε στὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοὶ Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταθοῦν παρὰ τὰ ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τὴν τήρηση τῆς τάξεως καὶ τῆς εἰρήνης, τὸν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ ἀκρόαση καὶ διέταξε τὴν ἐξορία του στὴ Γαλατία. Ἐπανῆλθε στὴν ἕδρα του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στὶς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλὴν ὅμως καὶ πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τὶς κατ’ αὐτοῦ διαβολὲς καὶ συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 339 μ.Χ στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανικὴ Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τὸν καθαίρεσε καὶ ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τὸν Εὐσέβιο τὸν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή, τὸν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια διὰ τῆς βίας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴ Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καὶ ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τὸν δέχθηκαν ὅλοι μὲ τιμὴ καὶ ἀναγνώρισαν τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τὸ ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν κήρυξε ἀθῶο ἀπὸ ὅλες τὶς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του.
Ὅταν τὸ 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτὸς θριαμβευτικὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ μόνο γιὰ λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στὴν ἕδρα του, διότι μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τὸ ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθεὶς σὲ νέες διαβολὲς καὶ πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν τὴν νύκτα τῆς 9ηςΦεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μὲ πλῆθος πιστῶν στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στὴν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τὶς κινήσεις καὶ ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καὶ στηρίζοντας τοὺς κλονιζόμενους Χριστιανούς.
Τέλος, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ νὰ συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμὸ στὴν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Οἱ διωγμοὶ συνεχίστηκαν καὶ ἐπὶ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ποὺ ἐξόρισε τὸν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀνακαλέσει τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὴν ἐξορία.
Ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρὸς αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ διαισθάνθηκε καὶ ἀντιλήφθηκε ἄριστα τὶς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπὶ μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στὴ σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περὶ τὴν μία ἐπὶ μέρους ἀλήθεια, νὰ συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τὴν ἀνατροπὴ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τὴν δημιουργία αἱρέσεως.
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος καὶ μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά του νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος καὶ μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά του νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.
Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015
Ζωντανό Μυστήριο --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.
Ο ερχομός του Μεσσία, όπως αναμένεται από το λαό του Θεού και προφητεύεται στην Παλαιά Διαθήκη, συνδέεται χαρακτηριστικά με δύο μεγάλα πνευματικά μεγέθη· το ένα αναφέρεται στην προσφορά του Θεού, το άλλο στην ανταπόκριση του ανθρώπου: Είναι το έλεος αφ΄ ενός και η αγαλλίαση αφ΄ ετέρου. Ο Κύριος ελεεί και σώζει, ο άνθρωπος σώζεται και αγαλλιάται. Ψάλλει ο ψαλμωδός όλος πίστη και ευγνωμοσύνη· «Εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα, αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου» (Ψαλ. 12: 6). Ελπίδα μόνη, που μπορεί να στερεώσει την καρδιά μας στη βαθιά ανησυχία της, για την ακεραιότητα της υπάρξεώς μας, η οποία απειλείται συνεχώς από ποικίλους κινδύνους, είναι η αγάπη του Θεού. Μία αγάπη, η οποία προσφέρεται δωρεάν, χωρίς ανταλλάγματα, άφθονα, χωρίς κρατούμενα και προ πάντων μεγαλόψυχα, χωρίς συνερισμούς «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. 5: 8). Μέσα σε μία τέτοια αγκαλιά μπορεί η ψυχή μας να απαλλαγεί από τους υποχθόνιους φόβους της και να γεμίσει ουράνια ειρήνη. Είναι η αγκαλιά, που άνοιξαν τα χέρια του Χριστού πάνω στο ξύλο του σταυρού δίνοντας τις άπειρες διαστάσεις της αγάπης του Θεού.
Από εκεί έσταξε πάνω μας το Αίμα και το Ύδωρ, που μας κάνει καινούργιους, από εκεί σταλάζει στη ζωή μας το έλεος που μας σώζει. Δεν είναι λοιπόν, λάθος να πούμε ότι στον Μεσσία Χριστό, που περίμενε ο κόσμος και ήλθε ως Θεάνθρωπος, ενσαρκώθηκε με τον πληρέστερο τρόπο το έλεος του Κυρίου προς την ανθρωπότητα. Όσοι δέχονται αυτό το έλεος με την πίστη ότι το προσφέρει ο Θεός για την σωτηρία τους, ένα μόνο αίσθημα μπορούν να δοκιμάζουν· αγαλλίαση, χαρά, ευφροσύνη και τέρψη πνευματική από ανακούφιση και ασφάλεια. Διότι εκείνο, που συνθλίβει τη χαρά μας είναι ο φόρτος των απειλών στη ζωή μας, η αβεβαιότητα της επιβιώσεώς μας ως όντων με ψυχή και με σώμα· είναι το άγχος της υπάρξεώς μας να μη χαθεί, αλλά να ζήσει αιώνια. Εκείνοι που ζούσαν προ Χριστού, που περίμεναν τον Μεσσία, αλλά δεν είχαν γνωρίσει το σταυρό του, ένιωθαν το έλεος ως σωτηρία από τους εχθρούς του Θεού, από τους ανθρώπους του πονηρού και του κακού και αναγάλλιαζαν προσδοκώντας την ολοκληρωμένη νίκη και δόξα του Μεσσία. Αυτοί δε που μετά Χριστόν απολαμβάνουμε το έλεος του σταυρού του, αναγαλλιάζουμε «χαρά ανεκλαλήτω και δεδοξασμένη» (Α΄ Πέτρ. 1: 8) δοξολογώντας τον αρχηγό της σωτηρίας μας, τον Κύριο Ιησού. Κορυφαία στο χορό των λυτρωμένων η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας, που υπηρέτησε το σχέδιο της θείας οικονομίας, ψάλλει· «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρί μου» (Λουκ. 1: 46-47). Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο να πούμε ότι ο Χριστός, που μας λυτρώνει, γίνεται η ίδια η αγαλλίασή μας, καθώς είναι η αιτία της χαράς μας και το περιεχόμενο της ευφροσύνης μας. Αυτός ο Θεός μας, που ενανθρώπησε, όχι μόνο πραγματώνει τέλεια στο πρόσωπό του το έλεος του Θεού και την αγαλλίαση του ανθρώπου, αλλά συνιστά επίσης αυτό τούτο το γεγονός της σωτηρίας μας. Δεν είναι απλώς ο Σωτήρας μας, αλλά είναι συγχρόνως αυτός και η σωτηρία μας. Πράγματι, ο Ιησούς Χριστός εργάσθηκε, για την σωτηρία μας, όπως όλοι οι δίκαιοι και οι άγιοι, με τη ζωή του, με το λόγο του, με τη θυσία του ακόμη, καταγγέλλοντας την αλήθεια που σώζει. Αλλά η προσφορά του ξεπερνά το έργο ενός απλού δούλου του Θεού· δεν ήταν απλώς μία υπηρεσία. Ο Χριστός κατέστησε τον ίδιο τον εαυτόν του, τη σάρκα του και το αίμά του, συστατικό της σωτηρίας μας, ώστε η λύτρωση να μη νοείται χωρίς τον Λυτρωτή. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς», είπε ο ίδιος (Ιω. 6: 53). Η πραγματικότητα αυτή εκφράζεται, μπορούμε να πούμε, λεκτικά αρκετές φορές στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και στους πατέρες της Εκκλησίας, με το ουσιαστικό «σωτήριον», που ως χαρακτηρισμός αναφέρεται στον Χριστό και περιέχει μέσα του ως ουδέτερο και την έννοια της σωτηρίας και την έννοια του σωτήρος. Είναι, λοιπόν, το σωτήριόν μας ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο οποίος επίσης είναι και το έλεος και η αγαλλίαση. Αυτός η πηγή, αυτός το νερό, αυτός η αναψυχή. Στο πρόσωπό του ανακεφαλαιώνονται όλα τα θαυμάσια και κατανοούνται όλα τα μυστήρια. Είναι το ζωντανό μυστήριο της σωτηρίας. Στο θείο Βρέφος, που γιορτάζουμε κι αυτά τα Χριστούγεννα, μπορούμε να δούμε καλλίτερα από οπουδήποτε αλλού πως μας ελέησε ο Θεός με την πολλή του αγάπη και ενανθρώπησε· πως μας έσωσε με το πολύ του έλεος και μας χάρισε τη ζωή του· πως μας ευαγγελίσθηκε χαρά μεγάλη με τη σωτηρία, που μας έφερε και μας έκανε μέλη της Εκκλησίας του. Μέσα στην Εκκλησία του τώρα αναδεύουμε στην καρδιά μας τα νοήματα των αποστόλων «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς… εις σωτηρίαν ετοίμην αποκαλυφθήναι εν καιρώ εσχάτω· εν ω αγαλλιάσθε» (Α΄ Πέτρ. 1: 3-6). «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού… προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις αυτόν…» (Εφ. 1: 3-5). Παίρνουμε στα χείλη μας τα λόγια των προφητών του· «Εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα, αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου· άσω τω Κυρίω τω ευεργετήσαντί με και ψαλώ τω ονόματι Κυρίου του Υψίστου» (Ψαλμ. 12: 6). Και κάνουμε τραγούδι λυτρωμού την ευγνωμοσύνη μας σ΄ Αυτόν, που είναι για μας Έλεος και Σωτήριον και Αγαλλίαση.
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015
Άλμα στην αιωνιότητα. Ματθαίος· ο τελώνης που έγινε απόστολος! Toυ αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομοτ. Καθηγητού του Α.Π.Θ.
Η μετάνοια είναι η πιο μεγάλη παραχώρηση του Θεού στον αμαρτωλό άνθρωπο, αλλά και η πιο γενναία και ηρωϊκή ανθρώπινη πράξη. Είναι ένα άλμα, το οποίο επιτελεί ο αμαρτωλός με τη βοήθεια της πίστεως, για να μπει έτσι στη σφαίρα της χάριτος, όπου όλα είναι τέλεια και άγια, διότι η αγάπη του Θεού γνωρίζει να λαμπρύνει και να αξιοποιεί θετικά και τα πιο μελανά και αρνητικά στοιχεία του ανθρώπου. Αυτό το γενναίο άλμα της μετανοίας, με τις ασύλληπτες συνέπειές του, μπορούμε να μελετήσουμε απλά, αλλά και πολύ καθαρά στην αγιασμένη μορφή του ευαγγελιστού Ματθαίου, του τελώνη, που έγινε απόστολος του Χριστού.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)