Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015
Η Προσευχή έκχυσις της ψυχής -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.
Στην ιστορία πολλών προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης βρίσκουμε διδακτικές εικόνες και ορισμούς της προσευχής. Ο Ιακώβ π.χ. μας διδάσκει ότι η προσευχή είναι πάλη με τον Θεό. Ο Μωϋσής και ο Ηλίας μας δείχνουν ότι προσευχή είναι μία συνεχής συνομιλία και ένας ζωντανός διάλογος μαζί του. Ο Δαβίδ νιώθει την προσευχή ως θυμίαμα, που αναδίδεται από την φλογισμένη ευγνώμονη καρδιά. Αλλά το άρθρο αυτό θα σταθεί στην ωραιότατη εικόνα της προσευχής, που μας δίνει η Άννα, η μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. Είχε ΄ρθεί με κατώδυνη ψυχή και δάκρυα στα μάτια προς τον Κύριο, να του ζητήσει μέσα απ΄ τα στείρα σπλάγχνα της ένα παιδί γι΄ Αυτόν. Ανάβλυζαν από την καρδιά της τα λόγια της προσευχής και κινούσαν τα χείλη της, αλλά χωρίς φωνή· φώναζε και βοούσε η ψυχή της.
Μια έκχυση της ψυχής στον Θεό είναι η προσευχή. Ένα ξεχείλισμα αγάπης στο πρόσωπό του. Όταν η πίστη, μας γνωρίζει και μας συνδέει με τον Θεό, τότε η γνώση και η επαφή μαζί του μας κάνει να τον αγαπούμε με μια αγάπη υψικάμινο. Το είναι μας δεν αντέχει σε τέτοια φωτιά, λειώνει και ξεχύνεται προς τον Αγαπητό, καίγεται και γίνεται ολοκαύτωμα μπροστά του. Να, το νόημα της προσευχής της Άννας· θυσία και προσφορά του εαυτού μας στον Θεό, που μόνον η αγάπη του μπορεί να εμπνεύσει. Έτσι το έζησαν και άλλοι άνθρωποι προσευχής, που επανέλαβαν στις ώρες της αγωνίας τους· «Εκχεώ ενώπιόν αυτού την δέησίν μου, την θλίψιν μου ενώπιον αυτού απαγγελώ» (Ψαλμ. 141: 3). Έτσι οφείλει να βιώνει την προσευχή ο κάθε χριστιανός. Αλλά πως θα φλέξει τα σπλάγχνα του η θεία αγάπη; Η πίστη είναι μια σπίθα, που ανάβει μέσα μας ο Θεός, έχει, όμως, τόση παγωνιά εκεί βαθιά μας, έχει τόσο πολύ σκληρύνει η καρδιά μας, ώστε δύσκολα η σπίθα απλώνεται και καίει· χρειάζεται συνδαύλισμα, χρειάζεται τσιμπίδα πυρωμένη. Στην Άννα, εκείνο, που την φλόγισε και την έκανε να λειώσει, ήταν απ΄ τη μια η λαχτάρα της για παιδί, μια φυσική λαχτάρα, και απ΄ την άλλη ο πόθος της, ένας θείος πόθος, να προσφέρει στον Θεό ό,τι πολυτιμότερο μπορούσε τότε μια γυναίκα· αυτό το παιδί. Στη δική μας ζωή τον ένα και πρώτο λόγο έχει το Άγιο Πνεύμα, τον άλλο οι θλίψεις. Όπως σπάζουμε ένα σκεύος χτυπώντας πάνω του το σφυρί, όπως ανοίγουμε ένα αμύγδαλο πιέζοντάς το στον καρυοθραύστη, όπως βγάζουμε το λάδι και το κρασί συνθλίβοντας τους καρπούς και για να μεταχειρισθούμε ένα παράδειγμα του αγίου Χρυσοστόμου, όπως στενεύουμε την οπή του σωλήνα, για να εκτιναχθεί ψηλότερα το νερό, έτσι ανοίγει και εκτινάσσεται η καρδιά μας προς τα ύψη με τις θλίψεις. Συνθλίβεται ο εαυτός μας μέσα στην αγωνία και τον πόνο, σπάζει το σκεύος μας κάτω από τα χτυπήματα της ζωής και το περιεχόμενό μας ξεχύνεται. Εκείνη την ώρα δεν μπορείς τίποτε να κρατήσεις για τον εαυτό σου κι ούτε μπορείς να είσαι μέτριος και ψύχραιμος. Είναι η ώρα, που αναπόφευκτα θα κραυγάσεις στο Θεό. Αλλά για να επιτύχεις, πράγματι, μια συνομιλία μαζί του, χρειάζεται πρώτα απ΄ όλα η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα σου. Για να εκχύσεις την ψυχή σου ενώπιον του Κυρίου, πρέπει πρώτα ο Κύριος να εκχύσει στην ψυχή σου τον εαυτό του. Αλλιώς, οι θλίψεις γίνονται «ύδωρ» (Ψαλμ. 87: 18), που μας κυκλώνει και πνίγει κάθε φλόγα θεϊκή στο χείμαρρό του, σβήνει την πίστη, παγώνει την αγάπη, καταργεί την προσευχή. Έπειτα, ποιος θα σου δώσει τη γλώσσα να μιλήσεις με τον Θεό, ποιος θα βάλει τον ήχο σου στο δικό του κανάλι, ποιος θα σου μεταφράσει την απόκρισή του; Χωρίς Άγιο Πνεύμα δεν υπάρχει συνεννόηση, ο άνθρωπος ασφυκτιά και όταν ξεχύνεται, χύνει στο χώμα και στη λάσπη την ψυχή του. Αντίθετα, όταν η καρδιά μας είναι πλημμυρισμένη από Άγιο Πνεύμα, αβίαστα αναφέρεται στον Θεό. Και μόνη η ανάμνηση της αγάπης του Θεού, του ελέους του και των ευλογιών του, αρκεί για να μας αναλύσει σε προσευχή. Ένας έρωτας θείος γεννιέται μέσα μας και η σπίθα της πίστεως γίνεται φωτιά, που φουντώνει και ψηλώνει μέχρι τον ουρανό. Επείγεται ο πιστός και βιάζεται να πέσει στην αγκαλιά του Θεού. Συντετριμμένος από τη θλίψη και πυρωμένος από το Πνεύμα προσεύχεται. Σαν να περνά από κάποιον μετασχηματιστή η ύπαρξή του, μετασχηματίζεται και γίνεται όλη μια φωνή, ένα δάκρυ, που κυλά με εμπιστοσύνη στη χούφτα του Θεού. Έτσι μεταρσιώνεται ο άνθρωπος, έτσι αλλοιώνεται στην προσευχή και επανέρχεται στον εαυτό του αλλοιωμένος και καλύτερος.
–Κύριε, είναι πολύ οδυνηρός ο τρόπος, που διαλέγεις μερικές φορές, για να μας επισκεφθείς, κι εμείς είμαστε τόσο αφιλόξενοι για το Πνεύμα σου το Άγιο! Εσύ, που ζητάς τη συντροφιά μας, άναψε μέσα μας τη φωτιά της δικής σου αναζήτησης! Πυρπόλησε την καρδιά μας με την αγάπη σου, φλόγισέ την με την παρουσία σου και μάθε μας να ξεχύνουμε την ψυχή μας μπροστά σου όχι μόνο όταν οι θλίψεις μας συντρίβουν, αλλά πάντοτε, καθώς η λαχτάρα της συνάντησής σου και η αγωνία της σωτηρίας μας θα κάμπτει τα γόνατά μας.
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015
ΦΩΤΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝ
Όσοι μελετούν τα αίτια του σχίσματος, βλέπουν τον Μ. Φώτιον ως πρωταγωνιστήν, ως δογματικόν διδάσκαλον, αντιτεθέντα εις τας καινοτομίας της Ρώμης. Και πολλοί μένουν με την εντύπωσιν ότι επειδή ο παπισμός παρουσιάζει τάσεις καταδυναστείας εφ’ ολοκλήρου της Εκκλησίας και εισήγε νέαν διδασκαλίαν επί της κυρίως Θεολογίας της Αγίας Τριάδος, ο Μ. Φώτιος, κατά ένα τρόπον εντελώς δογματικόν, αντέδρασε προετοιμάσας το σχίσμα, το οποίον τόσον εταλαιπώρησε την Εκκλησίαν.
Η ερμηνεία αύτη εις την στάσιν του Μ. Φωτίου έναντι της πρεσβυτέρας Ρώμης, δεν στερείται βεβαίως ποιάς τινος αληθείας. Αλλά δεν εξαντλείται η αλήθεια. Θα πρέπει να μελετήση κανείς βαθύτατα την ζωήν και τα φρονήματα του θειοτάτου και σοφωτάτου Φωτίου, δια να αντιληφθή, ότι τα αίτια του σχίσματος, το οποίον επεδίωξεν ο άγιος Φώτιος, ευρίσκοντο πολύ βαθύτερα από τα φαινόμενα, τα οποία απατούν και ενίοτε αδικούν.
Η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία κατά τον δέκατον αιώνα, είχε δημιουργήσει μίαν μακράν πνευματικήν παράδοσιν. Είχε βιώσει την δογματικήν της διδασκαλίαν. Έζη εν Αγίω Πνεύματι. Ετρύγα τους καρπούς της μυστικής εν Χριστώ ζωής. Ήτο προσανατολισμένη προς το πνεύμα της ακριβείας των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Και ο Μ. Φώτιος, ευρεθείς μέσα εις το πνευματικόν κλίμα της Εκκλησίας, ζων με συνέπειαν, με μέθεξιν, με σεβασμόν, τον βίον, των προ αυτού αγίων Πατέρων, είδεν εις τας καινοτομίας των Λατίνων, ένα πνεύμα ξένον προς την Εκκλησίαν του Χριστού. Έβλεπε κοσμικότητα, υπερηφάνειαν, κενοδοξίαν, αντί του ταπεινού και ουρανίου φρονήματος της Ανατολής. Αι καινοτομίαι τον εθορύβησαν, όχι τόσον καθ’ εαυτάς, όσον ως πνευματική παρέκκλισις, η οποία θα ωδήγει την Δυτικήν Εκκλησίαν κατά κρημνών. Αν δε σημειωθεί ότι κατά την εποχήν του, ήρχισεν εις την Δύσιν να εμφανίζεται ένα ρεύμα απιστίας, υπό τον μανδύαν του ανθρωπισμού, εύκολον είναι να αντιληφθή κανείς την ανησυχίαν, του Μ. Φωτίου…
Με πνεύμα προφητικόν, επεσήμανεν, εις την προοπτικήν του μέλλοντος, μίαν τοπικήν Εκκλησίαν ταλαιπωρουμένην ταις αντιπνοίαις του Σατανά, οτέ μεν οιστρηλατουμένην από φαντασιώσεις κοσμοκρατορικάς, οτέ δε ναυτιώσαν τω της απιστίας κλύδωνι, δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης…
Και εντεύθεν ανέλαβε τας ευθύνας διασώσεως της Ορθοδοξίας εν τη Εκκλησία, αποκόπτων ως σεσηπός μέλος τον υπερφίαλον λατινισμόν. Και μόνον δια τούτο, ο σοφώτατος Φώτιος ήξιζε να καθιερωθή υπό της Εκκλησίας ως Μέγας. Παρά τας κατά του Φωτίου κραυγάς της Ρωμάνας Εκκλησίας, το γεγονός ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία ανήγαγεν εις τόσην περιωπήν την θείαν μορφήν του Θεοφόρου τούτου Πατρός, αποδεικνύει ότι η στάσις του, ήτο και στάσις της καθόλου Εκκλησίας έναντι της αφηνιασάσης «Δυτικής οφρύος», κατά τον Μ. Βασίλειον. Και αι προφητείαι, περί του Λατινισμού, του Μ. Φωτίου εξεπληρώθησαν. Ουδέν άφησεν άθικτον, εις την ταλαίπωρον αυτήν Εκκλησίαν ο Σατανάς της πλάνης.
Αιώνες τώρα ακούονται αι φωναί των Αγίων Πατέρων, ελέγχουσαι τας καινοτομίας, τας υπερβασίας, τα αλάθητα, το «ο Χριστός εις τον ουρανόν και ο Πάπας εις την γην», την αντιδογματικήν διδασκαλίαν, την μείξιν μετά του κόσμου, τας «Τραπέζας του Αγίου Πνεύματος», την θεατροποίησιν των ναών, την ρίψιν των αγίων τοις κυσί, τας μοναζούσας ασέμνως επιβαινούσας δικύκλων, το δημοσιευόμενον πλουσιώτατον καθημερινόν μενού του Πάπα, υπηρετουμένου υπό τριών νεαρών μοναζουσών, την άρσιν, τέλος, παντός ορίου μεταξύ Εκκλησίας, Θεού και κόσμου, τόσον, ώστε να κάμνη τον αγιώτατον Νικόδημον τον Αγιορείτην να περιπίπτη εις μελαγχολίαν, δια το κατάντημα της αδελφής Εκκλησίας της πρεσβυτέρας Ρώμης, της πάλαι ποτέ «προκαθημένης της αγάπης»…
Και τώρα; Αν υπήρχε σήμερον πάλιν ένας Μ. Φώτιος; Τι τάχα θα έκαμνεν εις την εποχήν των διαλόγων, των ενώσεων, της «αγάπης», της τάσεως του κόσμου να γίνη ένα, εν αδιαφορία προς τας αληθείας του Θεού; Δεν θα εφρόντιζε να ενώση τα πριν διεστώτα; Δεν θα ηγωνίζετο χάριν αγάπης και αμύνης του Χριστιανισμού, να επιτύχη τουλάχιστον την ενότητα; Τι θα έκαμνεν ο Μ. Φώτιος εις τον εικοστόν αιώνα; Απλούστατα. Αδιστάκτως φρονούμεν ότι, εάν έβλεπε την κατακόρυφον κατολίσθησιν της Λατινικής εκκλησίας, το οικτρόν θέαμα, που παρουσιάζει σήμερον, τα σαθρά δόγματα, την αντιπνευματικότητα, την εγκατάλειψιν του Θεού, αδιστάκτως φρονούμεν ότι ο Μ. Φώτιος δεν θα διέψευδεν εαυτόν. Και αν ακόμη έβλεπεν Ορθοδόξους και Λατίνους ηνωμένους, θα ανελάμβανε την ευθύνην δι’ ένα δεύτερον χωρισμόν, που είναι η μόνη ελπίς του κόσμου. Ο Μ. Φώτιος θα έκοπτε πάλιν την Δυτικήν Εκκλησίαν, δια να σώση την Εκκλησίαν…
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015
Η ΑΓΙΑ ΗΜΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ.
«Έλαμψεν η χάρις
σου Κύριε· έλαμψεν ο φωτισμός των ψυχών ημών· ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού
καιρός μετανοίας· αποθώμεθα τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του
φωτός…». Από την Υμνολ. Του Τριωδίου.
Ουδεμία άλλη
περίοδος ευρίσκεται εγγύτερον προς τον χαρακτήρα και την φύσιν της αγιωτάτης
ημών Εκκλησίας, όσον η περίοδος της αγίας και Μ. Τεσσαρακοστής. Διότι ο κύκλος
της περιόδου αυτής, αποτελεί την επί το αυστηρότερον ανακεφαλαίωσιν των σκοπών
της Εκκλησίας, οίτινες συμπυκνούμενοι εν τη αγία Τεσσαρακοστή, εκφράζονται
δυναμικώς εις την πρακτικήν των πιστών ζωήν. Η φύσις της Εκκλησίας είναι
πολεμική, και χωρίς την διαρκή στρατείαν, χωρίς τους πνευματικούς αγώνας, χωρίς
τον προς πάσαν μορφήν Κακού πόλεμον, Εκκλησία δεν νοείται. Ο αγωνιστικός
χαρακτήρ της, είναι εκείνο εις το οποίον ευρίσκει δικαίωσιν η ύπαρξίς της,
εκείνο, δια του οποίου εκφράζει το περιεχόμενόν της, εκείνο, όπερ εξηγεί και
δικαιολογεί την ίδρυσίν της. Ο πόλεμος ο αδιάλειπτος της Εκκλησίας προς το
ποικίλον Κακόν, ουδέν άλλο σημαίνει ή, ότι γνωρίζει το έκδηλον ή το λανθάνον
Κακόν, ότι οφείλει να το πολεμή και ότι, δια τούτο ανεδύθη εκ του παγετού της
ανυπαρξίας της πορφυρούσα και ακατανίκητος την αγίαν Πεντηκοστήν. Άρα ο πόλεμός
της, η εν Κυρίω άθλησίς της, εκφράζουν την βαθυτέραν ουσίαν της, το
περιεχόμενόν της, τους θείους σκοπούς της. Η Εκκλησία εγένετο όχι δια να
εξαφανίση το Κακόν, αλλά δια του αγώνος της να το νικά, διότι γνωρίζει, ότι του
Κακού η ύπαρξις είναι συνυφασμένη με την ύπαρξιν του κόσμου, είναι εντός του
κόσμου. Το Κακόν ευρίσκεται εν τη οικονομία του Θεού. όχι ότι ο Θεός εποίησε το
Κακόν, αλλά, φθόνω διαβόλου εισαχθέν εις τον κόσμον, το χρησιμοποιεί ο Θεός ως
στοιχείον θεμελιώδες της πανσόφου οικονομίας του. η Εκκλησία, λοιπόν, είναι
αγωνιστική και δια της κατά του Κακού νίκης της, όχι του αφανισμού του – «επεί
οφείλομεν άρα εκ του κόσμου εξελθείν» -- δικαιώνει την εν Χριστώ τω Θεώ ύπαρξίν
της.
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015
Aνακοίνωση : Η Ορθόδοξη ιστοσελίδα «Ορθόδοξη Φωνή» ίσταται στο πλευρό του αγωνιζόμενου υπέρ της Φιλτάτης Ορθοδοξίας, σεβαστού μας πατέρα Νικολάου Μανώλη!
«Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω»
«Μηδέν υμίν και τοις δικαίοις τούτοις» (Ματθ. κζ: 19). Νυν του αγωνιζομένου υπέρ πατρώας ευσεβείας, θείων δογμάτων και ιερών κανόνων, αγωνιστού πατέρα μας Νικολάου Mανώλη!
Φοβηθώμεν μήπως θεομάχοι ευρεθώμεν (Γαμαλιήλ, Πράξεις ε: 39) και ισχύση ο λόγος του θείου Παύλου «ο ταράσσων αυτούς βαστάσει το κρίμα, όστις αν η» (Γαλ. ε: 10).
Αδύνατον Ορθόδοξος Χριστιανός έχων πίστιν εις τον Χριστόν, γνωρίζων την διδασκαλίαν της Εκκλησίας και τους βίους των Αγίων Πατέρων και βιών κατά το δυνατόν με ακρίβειαν, να μη εξεγείρεται, από την αναφανδόν υποστηριζομένην καθολικήν αίρεσιν της συμφωνίας του Σαμπεζύ ή της συμφωνίας του Μπαλαμάντ ή του Φαναρίου το : Κωνσταντίνου η πόλις, Πρωτοκλήτου λυχνία τε άγει εορτήν λαμπροφόρον δεχομένη τον Πρόεδρον, Ρωμαίων Εκκλησίας της σεπτής. Ή το : Ναυς, η πάντιμος Ορθοδοξίας αγλαΐζεται νυν δεχομένη, εκ Δυσμών σεπτόν Ποιμένα και Πρόεδρον. Ή το : Έτι δεόμεθα υπέρ του Αγιωτάτου Επισκόπου και Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου και τώρα Φραγκίσκου. Ή το : Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου και άλλα συναφή!!!
Κινδυνεύει να εξαφανισθή η ευσέβεια των Αποστόλων και των Πατέρων μέσα εις τα θολά ρεύματα του Οικουμενισμού, των Αιρεσιολογιών, των Μωαμεθανισμών με την «ευλογίαν» (φρίξον Ήλιε!) Επισκόπων, Αρχιεπισκόπων, Πατριαρχών!
Αδελφοί, ευχαίς και πρεσβείαις του Παμμεγίστου Ταξιάρχου Μιχαήλ, στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου!
Τα φωτόμορφα τέκνα της Ορθοδοξίας ως άλλοι επί Βέκκου Ζωγραφίται καλούμεθα πλέον πριν είναι αργά να δώσουμε την ομολογίαν της πίστεως και να αντισταθούμε στην οικουμενιστικομασονική λαίλαπα. «Όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. ι: 32). «Τοις δε δειλοίς το μέρος αυτών εν τη λίμνη τη καιομένη εν πυρί και θείω» (Απ. κα: 8).
Η ενεργός συμμετοχή μας στην αγωνιζομένη Ορθοδοξία, στο «μικρό ποίμνιο», τώρα εν τω προσώπω του διωκομένου αγαπητού και σεβαστού πατρός μας Νικολάου Μανώλη, είναι θέμα πίστης και σωτηρίας. Και εις τα της πίστεως δεν χωρεί συγκατάβαση, υποχωρητικότητα!
Εκ της «Ορθοδόξου Φωνής»
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015
Aφιέρωση -- Του αείμνηστου Στεργίου Σάκκου, Ομοτ. Καθηγητού Α.Π.Θ.
Σαν πίδακες ζωντανού νερού ξεπηδούν μέσα από τα γεγονότα της ιστορίας του Θεού, που έγιναν γιορτές της Εκκλησίας, οι αλήθειες, που λυτρώνουν και δροσίζουν την ψυχή μας. Φθάνει εμείς να σκύψουμε με την αγωνία της σωτηρίας και να σκάψουμε με τη λαχτάρα του ουρανού μέσα στην ιστορία τους, να γονατίσουμε μπροστά τους με ανοιχτό το Ευαγγέλιο και να τα γιορτάσουμε με το Πνεύμα το Άγιο μέσα στην Εκκλησία. Κι ο Θεός, που ήλθε στην ιστορία μας και μπήκε στη ζωή μας, μας ελκύει στην ιστορία Του και μας ενώνει με τη ζωή Του, με μια θεία δύναμη μας εντάσσει μέσα στο σωτήριο σχέδιό Του. Μια τέτοια φλέβα χαρίτων είναι η γιορτή της Υπαπαντής, με την οποία τιμούμε τη Θεομήτορα, αλλά και τον Δεσπότη· την Παναγία Μητέρα, που προσάγει στο ναό τον Ιησού, σαραντάμερο βρέφος και τον Θεάνθρωπο Κύριό μας, που προσφέρεται στον Θεό ως πρωτότοκος. Μας παρασύρει συνήθως η πρώτη όψη της γιορτής, η εικόνα της Θεοτόκου, που κρατώντας στην αγκαλιά Της τον Ιησού μπαίνει στο ναό – καθώς ανταποκρίνεται στο πολύ γνωστό μας ανθρώπινο και συγκινητικό γεγονός του σαραντισμού — και καλύπτει αυτή όλη τη γιορτή. Αλλά ο σαραντισμός της Θεοτόκου είναι εντελώς τυπικός, εφόσον η παρθένος Μαρία δεν έχει ανάγκη από καθαρισμό. Αποτελεί, βέβαια, οπωσδήποτε γεγονός σωτηρίας και λόγω εορτής, για μας ότι «νηπιάζει ο Παλαιός των ημερών και καθαρσίων κοινωνεί ο καθαρώτατος Θεός», διότι έτσι πιστοποιεί ότι έγινε άνθρωπος για χάρη μας και πήρε πάνω Του την ανθρώπινη φύση, για να τη λυτρώσει. Μέσα όμως από τα σπλάγχνα της γιορτής, από την ουσία της κι όχι από τον τύπο της, ξεπηδά ένα άλλο εξίσου μεγάλο και συνάμα ιδιαίτερο, για τη γιορτή και μοναδικό σ΄ αυτήν μήνυμα: Η αφιέρωση. Είχε ορίσει ο Θεός, όταν έσωσε το λαό Του από τη σκλαβιά των Φαραώ μ΄ εκείνη τη φοβερή σφαγή όλων των πρωτοτόκων των Αιγυπτίων, να του προσφέρουν οι Ισραηλίτες σε ανάμνηση και για ευγνωμοσύνη κάθε πρωτότοκο αρσενικό, δηλαδή το πρώτο αρσενικό που γεννιόταν. Και τα μεν ζώα τα πρόσφεραν θυσία στο ναό, τους δε πρωτότοκους υιούς τούς απήλασσαν από την προσφορά πληρώνοντας γι΄ αυτούς ένα συμβολικό ποσό στους Λευϊτες (Εξ. 13, 12-16· Αρ. 18, 15-18). Σύμφωνα μ΄ αυτό το νόμο η Παναγία παρουσίασε τον Ιησού στο ναό και ο Ιησούς αφιέρωσε ως άνθρωπος τον εαυτό Του στον Θεό. Και είναι αξιοσημείωτο ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς, που περιγράφει το περιστατικό, δεν αναφέρει ότι καταβλήθηκαν τα καθορισμένα, για τον πρωτότοκο λύτρα. Η αφιέρωση του Ιησού δεν εξαγοράσθηκε· υπήρξε τέλεια, ολοκληρωτική ζωντανή. Το γεγονός αυτό, που αποτελεί την ουσία της γιορτής της Υπαπαντής, σημειώνει ένα νέο καθεστώς, για τον νέο Ισραήλ, τον καινούργιο λαό του Θεού, τους πιστούς της Καινής Διαθήκης. Όλοι όσοι πιστεύουμε πλέον στον Υιό του Θεού και γινόμαστε μέλη στο σώμα Του και συνιστούμε την Εκκλησία Του, όλοι θεωρούμαστε πρωτότοκοι και ανήκουμε στον Κύριο. Η αφιέρωσή μας συντελείται την ιερή ώρα του βαπτίσματος, αφού δηλώσουμε με την ελεύθερη θέλησή μας ότι αποτασσόμαστε το σατανά και συντασσόμαστε τον Χριστό και η σφραγίδα, που δείχνει πάνω μας ότι είμαστε ιδιοκτησία του Θεού, είναι το χρίσμα, που παίρνουμε από το Πνεύμα το Άγιο. Με τα μυστήρια αυτά μετέχουμε στη ζωή του Χριστού και συμμετέχουμε στην αφιέρωσή Του προσφέροντας κι εμείς τον εαυτό μας με την υποταγή του θελήματός μας. Έτσι, όλοι οι χριστιανοί είναι αφιερωμένοι, «άγιοι τω Κυρίω», κτήμα και περιουσία του Θεού. Αλλά, βέβαια, ο Θεός, που ζητά την αφιέρωσή μας, δεν την ζητά από κάποια ανάγκη· «ανενδεές γαρ το θείον». Την ζητά, για να δώσει σε μας το δικαίωμα, το προνόμιο, την ευλογία και την εξουσία να γίνουμε συνεργάτες Του στο μεγάλο έργο της σωτηρίας και του αγιασμού μας, να γίνουμε συνεταίροι στην ευλογημένη εταιρεία Του, την Εκκλησία, με την οποία δωρεάν φωταγωγεί τον κόσμο με το φως της αλήθειας, υδρεύει την πλάση με το νερό της χαράς, χορηγεί στην ανθρωπότητα αιώνια ζωή. Αφιερώνοντας ο άνθρωπος τον εαυτό του στον Θεό, δίνει ένα παλιό κι άσχημο σκεύος και παίρνει ένα καινούργιο κι ωραίο. Μέσα στη ύπαρξή του αρχίζουν να κυλούν οι χυμοί της θεότητος, που του χαρίζουν ειρήνη και την ώρα της πιο φρικτής δοκιμασίας. Και αφιερώνω τον εαυτό μου στον Θεό δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά υπακούω στο νόμο Του, αγωνίζομαι για τη βασιλεία Του, δοξάζω με τη ζωή μου το άγιο όνομά Του. Μ΄ αυτόν τον τρόπο γίνομαι συνεργάτης και συνεταίρος Του και παίρνω την τιμή και τη δόξα να Του μοιάζω όλο και περισσότερο, μέχρις ότου αξιωθώ να γίνω τέλεια και ολοκληρωμένα κοινωνός της θείας δόξης. Εν τούτοις, εκτός από τη γενική αφιέρωση των πιστών, που είναι ο κανόνας μέσα στην Εκκλησία, υπάρχει και η ειδική των ψυχών, που παρουσιάζεται σαν έκτακτο χάρισμα. Όπως παράλληλα με τη γενική ιερωσύνη, που έχουν όλοι οι πιστοί, το «βασίλειον ιεράτευμα» του Κυρίου, υπάρχει η ειδική ιερωσύνη των ιερέων, που λαμβάνουν τη χάρη να τελούν τα μυστήρια, έτσι ορισμένες ψυχές δέχονται την κλήση και παίρνουν το χάρισμα, για μια ειδική αφιέρωση. Θέτουν τον εαυτό τους άνευ όρων και άνευ διεκδικήσεων στο έργο του Θεού, αφοσιώνονται ολοτελώς στην υπόθεσή Του και κάνουν μοναδικό μέλημά τους τον ευαγγελισμό και τον αγιασμό του κόσμου. Και ενώ η γενική αφιέρωση είναι θέμα της σωτηρίας μας και αποτελεί παράγγελμα του Κυρίου για όλους μας, η ειδική αφιέρωση είναι θέμα της εκλογής του Θεού και το μόνο, που απαιτεί είναι, για μεν τον ίδιο τον άνθρωπο να διακρίνει και να καταλάβει τι ο Θεός θέλει από αυτόν, για τους άλλους δε γύρω του να μη αποδοκιμάσουν και καταφρονήσουν την κλήση του. Διότι το χάρισμα της αφιερώσεως όχι απλώς δεν είναι αποτυχία, όπως το θεωρούν οι κοσμικοί άνθρωποι, που ξέρουν να κρίνουν μόνο με τα ψεύτικα μέτρα αυτού του κόσμου, αλλά είναι το πιο επιτυχημένο έργο, με το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να υπηρετήσει τον συνάνθρωπο και την κοινωνία. Ο κόσμος, πράγματι, δεν είναι δυνατόν να σωθεί ούτε από τους μηχανικούς, ούτε από τους γιατρούς, ούτε από τους δικηγόρους. Άλλα είναι εκείνα, που του σφίγγουν το λαιμό, άλλα εκείνα, που του μαχαιρώνουν την καρδιά, άλλα εκείνα, που του σκοτεινιάζουν τη ζωή. Ο κόσμος έχει ανάγκη από αποστόλους και ιεραποστόλους, από ιερουργούς και διδασκάλους, που θα του φέρουν το μήνυμα της αληθινής ειρήνης, θα τον αναστήσουν και θα τον αναγεννήσουν εν Χριστώ. Αυτοί σαν μηχανικοί και αρχιτέκτονες της χάριτος κατασκευάζουν το δρόμο για τη βασιλεία του Θεού και στήνουν τη γέφυρα, για τον ουρανό· σαν γιατροί και θεραπευτές φέρνουν τα φάρμακα της σωτηρίας και ασχολούνται με την ιατρεία όχι των σωμάτων, αλλά των ψυχών· σαν δικηγόροι και πολιτικοί βοηθούν στη συνδιαλλαγή ανθρώπων του Θεού και εξηγούν το νόμο Του, που μας δικαιώνει. Σε σύγκριση με όλα τα επαγγέλματα του κόσμου, το χάρισμα της αφιερώσεως υπερέχει όσο ο ουρανός από τη γη κι όσο η αιωνιότητα από την προσωρινότητα, διότι αυτό επαγγέλλεται στην ανθρωπότητα αγαθά αιώνια και άφθαρτα. Αλλά για να μπορέσουμε να δεχθούμε αυτή την αλήθεια, πρέπει προηγουμένως να καταλάβουμε την άλλη βασική αλήθεια, που μας αποκαλύπτει η γιορτή της Υπαπαντής· ότι όλοι οι πιστοί, εφόσον βαπτισθήκαμε στο όνομα του τριαδικού Θεού, είμαστε αφιερωμένοι στον Κύριο και οφείλουμε να Του δώσουμε την πρώτη θέση στην καρδιά μας. Είμαστε οι «πρωτότοκοι» της ανθρωπότητος, που μέσα στη στρατευομένη Εκκλησία αγωνιζόμαστε να μιμηθούμε τον Κύριό μας, για να συνταχθούμε μία ημέρα με τη θριαμβεύουσα Εκκλησία, την οποία ο Απ. Παύλος ονομάζει «εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» (Εβρ. 12: 23). «Μας διάλεξε ο Αθάνατος μεσ΄ απ΄ τα πλήθη των γενιών και των καιρών», κι εμείς δεχθήκαμε την κλήση Του και γίναμε δικοί Του. Μας εξαγόρασε από το θάνατο και τη φθορά με το πολύτιμο αίμα του Υιού Του, και δεν ανήκουμε στον κόσμο ούτε στον εαυτό μας. Μας έσωσε από τη σκλαβιά των παθών και της αμαρτίας και είμαστε απελεύθεροι και δούλοι Του. Προσφέρουμε, λοιπόν, τον εαυτό μας μια θυσία ζωντανή ενώπιόν Του, θυσία της ελευθερίας μας στην αγάπη Του, για να μένουμε αληθινά ελεύθεροι και αιώνια χορτασμένοι στη αγκαλιά Του.
Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015
Γέροντας Σάββας ο Λαυριώτης:
-Ὁ παπισμός εἶναι ἕνα κοσμικό κράτος. Τό σκιαγραφεῖ πάρα πολύ ὡραῖα ὁ Ντοστογιέφσκυ στό: «ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής". Δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν Χριστιανισμό. Διδάσκει ἕναν Χριστό ἀλλότριο, ἕναν Χριστό ὁ ὁποῖος δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν Οὐρανό ἀλλά μόνον μέ τή γῆ καί δέν μπορεῖ νά μιλάει γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Λοιπόν, εἶναι ντροπή μας καί ντροπή τοῦ Πατριάρχη μας νά ἀνέχεται νά λέει αὐτά καί μετά νά τόν φιλάει στό Φανάρι. Νά βρίζει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού ἔχει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Χάριτος. Καί μόνο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος καί μπορεῖ νά σωθεῖ κι αὐτό ἔπρεπε νά ὁμολογοῦνε ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι κι ὄχι νά λένε πώς "ἡ Ἐκκλησία εἶναι διαιρεμένη". Ἡ Ἐκκλησία δέν διαιρέθηκε ποτέ, δέν ὑπάρχει διαίρεση. "Ἰησοῦς Χριστός χθές, σήμερον καί Αύτός εἰς τούς αἰῶνας". Στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλο ἄν ἀποκόβονται κάποιοι, ἀλλά δέν διαιρεῖται. Ὁ Χριστός δέν διαιρεῖται. Ἁπλῶς κάποιοι ὅπως οἱ παπικοί, ὅπως οἱ προτεστάντες, κάθε ἕνας πού φρονεῖ αἱρετικά, ἀποκόβεται ἀπό μόνος του ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ "νέα ἐκκλησιολογία" τοῦ Πατριάρχη εἶναι ἐντελῶς αἰρετική καί πρέπει νά καταδικαστεῖ πρῶτα ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ λαός εἶναι αὐτός πού ἔχει τό κριτήριο. Ἄν χάσει ὁ λαός τό κριτήριο τό ὀρθόδοξο, τότε ποιός θά προβάλλει τήν ἀντίδραση; Καί φυσικά καί οἱ μοναχοί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)