Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΘΑ ΑΝΑΣΤΗΘΟΥΜΕ! Του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Είναι, αναμφίβολα, ο μύχιος πόθος της καρδιάς, αλλά και το μέγιστο σκάνδαλο του νου, η ομολογία της πίστεώς μας «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Δεν αφανίζει τη ζωή μας το φτυάρι του νεκροθάφτη. Δεν την οριοθετεί το πένθιμο κυπαρίσσι εκεί, στο νιόσκαφτο μνήμα. Είναι ασύνορη, αιώνια η ζωή μας. Κι όπως όλοι θα πεθάνουμε, επίσης όλοι θα αναστηθούμε! Ποιος το μαρτυρεί, ποιος το βεβαιώνει αυτό; Η ανάσταση του Ιησού Χριστού. Ας δώσουμε το λόγο στον θεόπνευστο κήρυκα της Αναστάσεως, τον Απόστολο Παύλο, που αναπτύσσει διεξοδικά το θέμα στο 15ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους Επιστολής του. Από εκείνη την αποστολική διδασκαλία μεταφέρω τη σχετική παράγραφο (Α΄ Κορ. 15, 12-20).                                                                                                                             
 Κάποιοι από τους χριστιανούς της Κορίνθου δέχονταν μεν την ανάσταση του Ιησού Χριστού, αλλά είχαν αμφιβολίες για την ανάσταση των νεκρών σωμάτων και ζητούσαν λογικές αποδείξεις, για να πεισθούν. Απευθύνοντας σ΄ αυτούς το λόγο ο απόστολος Παύλος αναφέρει μία αλυσίδα επιχειρημάτων, τα οποία μάλιστα διατυπώνει σύμφωνα με τη μαθηματική μέθοδο της «εις άτοπον απαγωγής». Όπως γνωρίζουν όσοι διδάχθηκαν μαθηματικά, η επιστημονική αυτή μέθοδος ξεκινά από μία εσφαλμένη υπόθεση, την οποία προσπαθεί να αποδείξει χρησιμοποιώντας ορθές προτάσεις. Επειδή όμως η υπόθεση δεν είναι σωστή, ο συλλογισμός καταλήγει σε συμπεράσματα αντιφατικά και «άτοπα», δηλαδή παράλογα. Αυτά τα άτοπα συμπεράσματα πείθουν ότι δεν είναι σωστή η αρχική βάση και επομένως, αναιρείται, απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, η εσφαλμένη πρόταση από την οποία ξεκινά το συλλογισμό ο απόστολος είναι· «Δεν είναι δυνατόν να αναστηθεί νεκρός, άρα ο Χριστός δεν αναστήθηκε». Αν δεχθούμε ότι ισχύει αυτή η πρόταση, όπως πολλοί και σήμερα ισχυρίζονται, θα πρέπει να δεχθούμε επίσης τις παρακάτω συνέπειες, που στηρίζονται σ΄ αυτήν·                                     
Πρώτη· Το κήρυγμα των αποστόλων, δηλαδή αυτό το ίδιο το Ευαγγέλιο, είναι κενό, κούφια λόγια χωρίς αντίκρισμα.                                                                                         
Δεύτερη· Η πίστη των χριστιανών, δηλαδή η Εκκλησία, είναι κενή, κούφια, ανυπόστατη.                                                                                                                                
Τρίτη·  Ως κήρυκες της Αναστάσεως οι απόστολοι συλλαμβάνονται και αποδεικνύονται ψευδομάρτυρες, συκοφάντες και θεομπαίκτες, διότι κηρύττουν στον κόσμο ένα μεγάλο ψέμα, ότι ο Θεός ανέστησε τον Χριστό, ενώ δεν τον ανέστησε.                                                                                                                                 
Τέταρτη·  Η πίστη των χριστιανών είναι μάταιη, ανώφελη, απατηλή και βλαβερή. Υπόσχεται τη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά τον οδηγεί στην καταστροφή, αφού τα πάντα διαλύονται και χάνονται μέσα στον τάφο.                                                             
Πέμπτη·  Οι λυτρωμένοι εν Χριστώ, οι πιστοί, παραμένουν αλύτρωτοι στη σκλαβιά της αμαρτίας και των παθών τους. Ποιος να τους λυτρώσει, αφού ο Χριστός δεν αναστήθηκε;                                                                                                         
Έκτη·  Οι κεκοιμημένοι αδελφοί, τα προσφιλή μας πρόσωπα που πέθαναν με πίστη στον Χριστό, εξαφανίσθηκαν, δεν υπάρχουν, αφού δεν υπάρχει τίποτε πέραν του τάφου.                                                                                                                
Έβδομη·  Εμείς οι πιστοί, τα μέλη της Εκκλησίας, είμαστε τα πιο δυστυχισμένα και ελεεινά πλάσματα της γης, αφού δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε άλλη ζωή, μετά τον θάνατον. Αν όντως δεν υπάρχει μεταφυσική πραγματικότητα, οι άνθρωποι είναι πιο τραγικοί από τα ζώα, διότι αυτοί ποθούν το αιώνιο, ενώ τα ζώα δεν έχουν δεν έχουν μεταφυσικές ανησυχίες. Παρόμοια, οι πιστοί είναι πολύ πιο δυστυχισμένοι από τους απίστους, οι οποίοι είναι άγευστοι της ουράνιας πραγματικότητας και αδιάφοροι για την ύπαρξή της.                                                                   
Για τους χριστιανούς, που έχουν εμπειρίες στην εν Χριστώ ζωή, είναι εντελώς παράλογες, άτοπες, οι παραπάνω επτά προτάσεις.  Άρα είναι παράλογη και απορρίπτεται και η αρχική πρόταση στην οποία στηρίζονται. Είναι λάθος ότι «δεν μπορούν να αναστηθούν οι νεκροί και ούτε ο Χριστός αναστήθηκε». Η αλήθεια δηλώνει το ακριβώς αντίθετο· Ο Χριστός αναστήθηκε και οι νεκροί θα αναστηθούν. Από αυτή την πραγματικότητα απορρέουν οι επτά συνέπειες που αναφέρονται στη συνέχεια·                                                                                                                
Πρώτη·  Το αποστολικό κήρυγμα αποτελεί αναντίρρητη πραγματικότητα και σωτήρια αλήθεια. Θεμελιώνει την ιστορική μαρτυρία στην προφητεία και μαρτυρείται από το βίωμα και την εμπειρία των πιστών. Όπως ο πεινασμένος, ο οποίος έφαγε και χόρτασε, γνωρίζει πολύ καλά ότι το πιάτο που του έδωσαν περιείχε νόστιμο και θρεπτικό φαγητό· όπως ο διψασμένος, ο οποίος ήπιε και ξεδίψασε, είναι βέβαιος ότι το ποτήρι του δεν ήταν άδειο, έτσι και οι χριστιανοί έχουν βεβαιότητα και γεύση ότι το κήρυγμα των αποστόλων δεν είναι κούφια λόγια. Οι ίδιοι οι Κορίνθιοι έχουν προσωπική εμπειρία της γλυκύτητος και του πνευματικού χορτασμού, που στάλαξε στην καρδιά τους ο λόγος του ευαγγελίου. Δεν είναι κούφια λόγια αυτά. Είναι φως και αλήθεια και ζωή!                                               
Δεύτερη·  Η πίστη των χριστιανών. Η Εκκλησία του Χριστού, είναι μία ιστορική πραγματικότητα, που συνεχίζει τη ζωή και το έργο του Χριστού. Μπορεί να τη δέχονται ή να την απορρίπτουν οι άνθρωποι. Ανεξάρτητα όμως από τη θέση που ο καθένας παίρνει απέναντί της, η Εκκλησία είναι μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Μπορεί π.χ.  κάποιος να μη εκκλησιάζεται ποτέ, αλλά δεν μπορεί για το λόγο αυτό να ισχυρισθεί ότι δεν υπάρχουν καν ναοί!                                        
Τρίτη·  Οι απόστολοι – μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο Παύλος, γνωστός και οικείος στους Κορινθίους – είναι οι αληθινοί μάρτυρες του ευαγγελίου του Χριστού· δεν είναι ψευδομάρτυρες ούτε θεομπαίκτες. Το βεβαιώνει αυτό η ίδια η ζωή τους· με τα παθήματά τους για χάρη του αναστημένου Χριστού επισφραγίζουν  όσα μαρτυρούν με το κήρυγμά τους. Θα θυσίαζαν τη ζωή τους για την Ανάσταση, αν αυτή ήταν ένα ψέμα; Θα τολμούσαν να συνδέσουν ένα ψέμα με το πρόσωπο του Θεού;                                                                                                                        
Τέταρτη·  Η πίστη των χριστιανών οδηγεί στη σωτηρία. Δεν έχει καμία σχέση με τα όργια και τις ασχημίες που χαρακτήριζαν τις ειδωλολατρικές θρησκείες, των οποίων τη διδασκαλία γνώριζαν οι πιστοί, διότι υπήρξαν κι αυτοί ειδωλολάτρες. Η χριστιανική πίστη εμπνέει την αγνότητα και καθαρότητα της ζωής, διδάσκει την αγάπη και συμπαράσταση στους ενδεείς, τη συγχώρηση στους εχθρούς. Οι ωφέλειές της δεν αφορούν μόνο στα μετά το θάνατο. Πλουτίζουν και ομορφαίνουν και την παρούσα ζωή.                                                                                                                
Πέμπτη·  Οι ίδιοι οι χριστιανοί  προς τους οποίους απευθύνεται ο Παύλος, με τη νέα εν Χριστώ ζωή τους αποδεικνύουν ότι δεν είναι άκαρπη η πίστη τους. Χάρη σ΄ αυτή μεταφέρθηκαν από το σκοτάδι στο φως, από τα δόντια του λέοντος διαβόλου στην αγκαλιά του Χριστού. Αυτοί που κάποτε υπήρξαν εμπαθείς, γεμάτοι κακίες και ηθικές ατασθαλίες, τώρα έχουν αλλάξει ζωή. Βιώνουν στην ίδια την ύπαρξή τους αυτή την υπέροχη αλλαγή, τη χαίρονται και δοξάζουν τον Θεό. Αλλά η αλλαγή τους είναι φανερή και στο περιβάλλον τους, ομολογείται από την κοινωνία όλης της πόλεως.                                                                                                        
Έκτη·  Οι χριστιανοί της Κορίνθου είχαν εμπειρία ενός εκτάκτου και χαρισματικού γεγονότος, αγνώστου σε μας, που συνέβαινε στην πρώτη Εκκλησία. Υπήρχε ζωντανή επικοινωνία μεταξύ θριαμβεύουσας και στρατευομένης Εκκλησίας. Δηλαδή, οι εν Χριστώ κεκοιμημένοι αδελφοί πληροφορούσαν με διάφορα σημεία τους ζώντες ότι κι αυτοί που έχουν πεθάνει είναι ζωντανοί· ενώ τα νεκρά σώματά τους κοιμούνται στους τάφους, οι ψυχές τους ζουν στη χώρα των ζώντων. Ήδη κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου π.χ. οι απόστολοι είδαν και άκουσαν τους προφήτες Μωυσή και Ηλία να συνομιλούν με τον Κύριο (Ματθ. 17: 3· πρβλ. Μρ. 9:4,  Λουκ. 9: 30-32), άρα δεν είχαν εξαφανισθεί κι ας είχαν πεθάνει. Εκείνη η εμπειρία μαρτυρεί ότι δεν είναι δυνατόν να εξαφανίστηκαν τόσοι άγιοι και πνευματικοί άνθρωποι, προφήτες και μάρτυρες, που για το όνομα του Χριστού βάδισαν «δια της στενής οδού» και έδωσαν τη ζωή τους γι΄ Αυτόν.                                        
Το επιχείρημα αυτό του αποστόλου Παύλου επιβεβαιώνουν ανά τους αιώνες τα ιερά λείψανα των αγίων. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη ιστορείται ότι τα οστά του προφήτη Ελισαίου ανέστησαν  έναν νεκρό στρατιώτη (Δ΄Βασ. 13: 21). Αλλά και μέχρι σήμερα τα λείψανα των αγίων, που αποπνέουν ευωδία, και τα τόσα σημεία, που με τη χάρη τους επιτελούνται, μαρτυρούν ότι οι κεκοιμημένοι άγιοι είναι ζωντανοί και οπωσδήποτε θα αναστηθούν.                                                                                   
Έβδομη·  Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος πιστοποιούν την κατάσταση της χάρης, την οποία οι χριστιανοί απολαμβάνουν ως μέλη της Εκκλησίας. Στις θλίψεις και στις τρικυμίες της ζωής μπορούν να παραμένουν χαρούμενοι και ειρηνικοί. Γράφει χαρακτηριστικά ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος· «Ζούμε εδώ με ποικίλους κινδύνους. Πιεζόμαστε από το λιμό, βασανιζόμαστε συνεχώς και αλλάζουμε τα δεσμωτήρια της οικουμένης. Ανέστιοι και μετανάστες παλεύουμε με αλλεπάλληλα κύματα. Αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα, διότι έχουμε όχημα, καλή ελπίδα και εχέγγυο της δικής μας αναστάσεως την ανάσταση του Σωτήρα μας». Η ελπίδα και η χαρά που απολαμβάνουμε στον κόσμο αυτό αποτελούν προκαταβολή και πρόγευση για τη μέλλουσα χαρά και ελπίδα μας. Η μετά θάνατον πραγματικότητα, λοιπόν, είναι συνέχεια και επέκταση της τωρινής ζωής μας μέσα στη χάρη του Χριστού. Δεν αμφιβάλλει για την ανάσταση εκείνος, που ήδη ζη την αναστημένη εν Χριστώ ζωή. Όταν χλωμιάζει και ατονεί η πίστη μας στο γεγονός της αναστάσεως, σ΄ αυτό «των αγαθών το κεφάλαιον», κατά την έκφραση του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ας προσέξουμε την ειλικρίνεια και συνέπεια της πνευματικής μας ζωής.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

«Ορθόδοξος Τύπος» : διακοπή του μνημοσύνου του Οικουμενικού και αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων μαζί του, αλλά και των σιωπώντων.

Θεραπεία  όχι μόνον διάγνωσις



Το κακό με τον Οικουμενισμό, αυτή την παναίρεσι και την πανθρησκεία της εποχής μας, παράγινε. Και πολλές δεκάδες Αγιορείτες ιερομόναχοι και μοναχοί εξηγέρθησαν και απηύθυναν ανοικτή επιστολή προς τους ηγουμένους και τους αντιπροσώπους των είκοσι Ιερών Μονών στην Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους. Στην επιστολή καταγγέλουν τις απαράδεκτες σχέσεις των οικουμενιστών ηγετών της Εκκλησίας με τους αιρετικούς, και ιδίως τους Παπικούς. Και προτείνουν τη διακοπή του μνημοσύνου του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων με αυτόν, αλλά και των σιωπώντων Επισκόπων.                                                                                 
Η εν λόγω ανοικτή επιστολή Αγιορειτών πατέρων κέντρισε την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους και με ανακοίνωσί της προέβη και αυτή σε καταγγελία των τεκταινομένων εις βάρος της Ορθοδόξου Πίστεως.                                                             
Καλά και τα δύο αγιορειτικά κείμενα. Κάνουν καλή διάγνωση της νόσου, που έχει προσβάλει τους οικουμενιστές ηγέτες της Εκκλησίας και δεν ξέρουν τι λένε και τι κάνουν προς σκανδαλισμό και απώλεια ψυχών. Αλλ΄ η διάγνωσι της νόσου, την οποία κάνουμε όλοι οι πιστοί και όχι μόνον οι Αγιορείτες, δεν είνε αρκετή. Απλώς με διάγνωσι της νόσου δεν θεραπεύεται ο ασθενής. Για να θεραπευθή ο ασθενής, χρειάζονται φάρμακα ή και χειρουργική επέμβασι. Για δε τη θεραπεία της νόσου του Οικουμενισμού, της  επικινδυνότερης και χειρότερης νόσου στο χώρο των αιρέσεων, φάρμακα και χειρουργική επέμβασι είνε ό,τι συνιστούν με την ανοικτή επιστολή τους οι θερμότεροι στην πίστι δεκάδες Αγιορείτες πατέρες, η διακοπή δηλαδή του μνημοσύνου του Οικουμενικού και αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων μαζί του, αλλά και των σιωπώντων.      
Θα εφαρμόσουν, όμως, τη θεραπευτική αγωγή κατά της νόσου του Οικουμενισμού οι Αγιορείτες πατέρες; Και, κατά πρώτον, θα παύσουν το μνημόσυνο του αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως; Στην ανακοίνωσι της Ιεράς Κοινότητος, αντί να απειλήται παύσι του μνημοσύνου του Πατριάρχου, περιέχονται γι΄ αυτόν κολακευτικοί λόγοι, που μειώνουν την αξία της ανακοινώσεως και κάνουν ευσεβείς να την χαρακτηρίζουν ως γλυκανάλατη. Αγιορείτες πατέρες! Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας πολέμησαν όχι μόνο τις αιρέσεις, αλλά και τους αιρετικούς προσωπικώς και ονομαστικώς. Γιατί σεις αποφεύγετε να ελέγξετε προσωπικώς και ονομαστικώς τους οικουμενιστές, τους προδότες της Πίστεως; Και γιατί, αντιθέτως, τους μνημονεύετε ευφήμως;                                                                                                   
Θα παύσουν τουλάχιστον το μνημόσυνο του Πατριάρχου οι ιερομόναχοι, οι οποίοι υπέγραψαν την ανοικτή επιστολή προς τους ηγουμένους και τους αντιπροσώπους των Ι. Μονών του Αγίου Όρους, και πρότειναν την παύσι του μνημοσύνου; Ακούστηκε, ότι ούτε άλλοι Αγιορείτες ούτε αυτοί θα παύσουν το μνημόσυνο του Πατριάρχου. Αλλά γιατί; Τι φοβούνται; Δεν έχουν κάψει την καλύβα τους; Όχι, είπαν μερικοί. Διότι δεν ζουν σε καλύβες, ζουν σε βασιλικά ανάκτορα με ανέσεις. Αυτή η μομφή θυμίζει ένα λόγο του Σατανά, που με το στόμα δαιμονιζομένου προσώπου φώναζε: «Εγώ διέλυσα τα μοναστήρια. Δεν είνε τα σημερινά μοναστήρια αυστηρά, όπως τα αρχαία μοναστήρια. Τα σημερινά μοναστήρια είνε της καλοπέρασης». Τα δύο κείμενα των Αγιορειτών πατέρων δεικνύουν κάποια αφύπνισι. Αλλά θα προχωρήσουν οι Αγιορείτες σε παύσι του μνημοσύνου του Πατριάρχου; Φοβούμεθα μήπως η αφύπνισι είνε στιγμιαία, μήπως οι πατέρες γυρίσουν από το άλλο πλευρό και συνεχίσουν τον ύπνο…                                                                                       
Άλλοτε το Άγιον Όρος έδωσε κραταιές μάχες για την πίστι, ανέδειξε ομολογητές και μάρτυρες, και δικαίωσε το χαρακτηρισμό του «ακρόπολις της Ορθοδοξίας». Αλλά κατά τους τελευταίους χαλεπούς καιρούς δεν έδωσε κραταιές μάχες για την Πίστι. Και γι΄ αυτό οι φόβοι, που εκφράζονται σ΄ αυτό το άρθρο, είνε δικαιολογημένοι. Και οι αναφερόμενες μομφές ανθρώπων και του Σατανά εναντίον των μοναχών και των μοναστηριών δυστυχώς ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, αλλ΄ ευτυχώς εν μέρει μόνο. Διότι και στους καιρούς τούτους της μεγάλης αποστασίας υπάρχουν και μοναχοί και μοναστήρια, που με την πνευματικότητά τους τιμούν τον μοναχισμό. Αυτοί δε οι μοναχοί και αυτά τα μοναστήρια, βλέποντας, ότι το κακό με τον Οικουμενισμό και τις προδοσίες της Πίστεως παράγινε, θα εξεγερθούν και θα δώσουν μάχη για την Πίστι και για τη σωτηρία των ψυχών τους. Ξέρουν οι καλοί μοναχοί και τα καλά μοναστήρια, ότι το πρώτο, που ζητεί ο Θεός, είνε η υπεράσπισι της Πίστεως, και θα το πράξουν. Δεν θα εκλείψουν στην Ορθοδοξία στρατιώτες. Αρχίζουν να ανάβουν φωτιές κατά της παναιρέσεως και πανθρησκείας του Οικουμενισμού. Και το Άγιο Πνεύμα θ΄ αναρριπίση τις φωτιές και θα μεγαλώσουν και θα επεκταθούν και θα κάψουν τους αμετανοήτους Οικουμενιστές και προδότες της Πίστεως. Ας μη απελπιζώμεθα λοιπόν. Μηδείς θραυέτω της ψυχής μας το εύελπι. Τελικώς νικά η Πίστις. Αυτό αποδεικνύει η Ιστορία. Οι Οικουμενιστές είνε ανιστόρητοι.

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ -- Γέροντος Αλυπίου. Αγιορείτου.

http://apotixisis.blogspot.ca/


Μυστήριον υπό προφητών κηρυχθέν και υπό Χριστού τελεσθέν. Μετά την ανάστασιν του Λαζάρου αποστέλλει δύο μαθητάς λέγων: «Πορευθέντες εις την κατέναντι κώμην, ευρήσετε όνον δεδεμένην και πώλον… λύσαντες αγάγετέ μοι… Όνον και πώλον την Εκκλησίαν των εθνών εσήμαινεν, κώμη τον περίγειον τόπον νόμιζε, η πόλις επουράνιος εστίν. Ο τα γήϊνα και αμαρτωλά φρονών εις την κώμην ζει και εν ουρανώ ουκ έχει το πολίτευμα. Πώλος είναι ο νέος όνος· ο πώλος της ανθρωπότητος είναι σύμβολον.                                                                       
Εδέσμευσε τα έθνη ο Κύριος τη αμπέλω και τη έλικι δηλαδή Παλαιά και Καινή Διαθήκη, όπως καρποφορήσουν καρπόν ευσεβείας δια της πίστεως. Λέγει ο πατριάρχης Ιακώβ: «… πλυνεί εν οίνω την στολήν αυτού», στολήν Χριστού την σάρκα λέγει. Εκουσίως δι΄ ημάς εσταυρώθη, ίνα εκπλύνη τας αμαρτίας ημών δια του Αίματός Του, ο προφήτης Ζαχαρίας λέγει: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών κηρύσσεται σοι δίκαιος και σώζων. Αυτός πραϋς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον όνου νέον». Καιρός ευδοκίας ο παρών. Έρχεται ο Κύριος να ειρηνοποιήσει τα πάντα δια του Σταυρού. «Πορευθέντες οι μαθηταί εποίησαν καθώς συνέταξεν αυτοίς και ήγαγον την όνον και τον πώλον και επέθηκαν επάνω αυτών τα ιμάτια και επεκάθισαν τον Ιησούν». Τις ου θαυμάσει το μέγεθος της Αγάπης Αυτού προς ημάς; Ο ανυμνούμενος υπό των Σεραφείμ, ευφημείται υπό νηπίων και λαού: «Ωσαννά τω υιώ Δαυϊδ, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ωσαννά εν τοις υψίστοις». Ευλογημένος ο ελθών και δι΄ ημάς πτωχεύσας πλούσιος ων, ίνα ημείς τη Αυτού πτωχεία πλουτίσωμεν· ερχόμενος μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς. Χαίρε η Εκκλησία του Θεού. Χριστός επί πώλου, ως επί θρόνου έρχεται. Έρχεται η ανάστασις των πεσόντων, των αιχμαλώτων ο ελευθερωτής, των τυφλών η ανάβλεψις, των πενθούντων η παράκλησις, των κοπιώντων η ανάπαυσις. Χθες ο Χριστός τον Λάζαρον ανέστησε, σήμερον επί τον θάνατον έρχεται. Ευλογημένος ο ερχόμενος, ο πανταχού παρών, ο των ουρανών μη χωριζόμενος. Παίδες Χριστόν ως Θεόν θεολογούσι και ιερείς αυτόν βλασφημούσι, θηλάζοντες προσκυνούσι και οι διδάσκοντες ασεβούσι. Οι παίδες ωσαννά δηλαδή σώσον ημάς Κύριε ψάλλουν και οι Εβραίοι, Σταυρωθήτω, κράζουν. Τας λαμπάδας της πίστεως μη σβέσωμεν, τον νου προς Θεόν ανυψώσωμεν, τα βάϊα ως νικηφόροι βαστάσωμεν, δοξολογούντες τον Σωτήρα, τον Ελευθερωτή, τον Αναμάρτητον, τον Θεάνθρωπον Ιησούν Χριστόν. Ότε ήγγισε πλησίον ταύτης της κώμης (παρόντος βίου), ότε σαρκωθείς γέγονε μεθ΄ ημών ο Θεός, τότε αποστέλλει τους δύο μαθητάς δηλαδή τας δύο Διαθήκας δια να φέρουν τους  δύο λαούς (τους εξ Εβραίων και εξ εθνών πιστεύσαντας).                                                    
Ευλογημένος ο ερχόμενος, πόθεν; Εξ ουρανού και εκ Παρθένου. Ο ερχόμενος επί το πάθος. Οι παίδες ως Θεόν ύμνησαν, οι πατέρες αυτών ως εχθρόν εσταύρωσαν. Οι μεν άγγελοι έψαλον, επί γης ειρήνη, οι δε άνθρωποι, ειρήνη εν ουρανώ επειδή παρών ο λέγων: «Ειρήνη υμίν». Έγιναν τα ποτέ εχθρά, νυν αδελφά· μίαν τα ουράνια και τα επίγεια θεολογίαν και προσκύνησιν προσφέρουν.                
Με την ΜΕΤΑΝΟΙΑ μας, ορθόδοξη πίστη και έργα και λόγια και λογισμούς ν΄ αναπαύουμε τον Θεόν ώστε να μας οδηγεί εις την άνω Ιερουσαλήμ. Να είμεθα ευγνόμωνες εις τον Κύριον δι΄ όλα όσα μας δώρισε και μας χαρίζει και ακόμη μας υπόσχεται εις την Βασιλεία Του. Δοξασμένο τα΄ όνομά Του, διότι ονειδιζόμεθα δια τον λόγον της Ορθοδόξου ομολογίας της πίστεώς μας. Δόξα τη μακροθυμία Σου, Κύριε. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.


Γερ. Αλύπιος                                                                                                                                           
 Ι. Κ. Αγ. Νικολάου                                                                                                                               
Καψάλα  - Άγιον Όρος

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Πρωτ. π. Γεώργιος Μεταλληνός :

…ἐπιμένουν αὐτοὶ ἀκριβῶς οἱ «κατ᾽ ὄνομα χριστιανοὶ» νὰ θέλουν, ὅπως ὁ Ἰούδας, νὰ ρυθμίσουν τὴν ζωή καὶ τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ὅσων δηλαδὴ γνήσια πιστεύουν στὸν Χριστό. Εἶναι οἱ ἐκσυγχρονιστὲς καὶ οἰκουμενιστές, ποὺ τίποτε δὲν βρίσκουν στὴ ζωή τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ὀρθό. Θέλουν τὴν Ἐκκλησία κομμένη καὶ ραμμένη στὰ μέτρα τους. Νὰ πορεύεται ὄχι κατὰ τὸ αἰώνιο θέλημα τοῦ θείου της Ἱδρυτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὶς δικὲς των ἐπιθυμίες καὶ ὀρέξεις. Καταγγέλλουν τὴν εὐσέβεια σὰν ὑπερβολή, τὴν ἐμμονὴ στὴν πίστη καὶ παράδοση τῶν Πατέρων ὡς «εὐσεβισμό», κατηγοροῦν τὴν ἐγκράτεια καὶ εὐλάβεια σὰν καλογηρισμὸ καὶ πολεμοῦν τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὸ γενναῖο φρόνημα σὰν «ταλιμπανισμὸ» καὶ ἀκρότητα. Ἰοῦδες καὶ αὐτοί, λαθρεπιβάτες τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας, θέλουν νὰ ὑποκλέψουν τὴν γνησιότητα τῶν κανονικῶν ἐπιβατῶν της. Ὁπότε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Θὰ ἀνεχθεῖ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ρυθμίζουν Ἰοῦδες τὴν ζωή του;

Του αειμνήστου Γεωργίου Ζερβού, διευθυντού «Ορθοδόξου Τύπου»:

Η πλειοψηφία των Ιεραρχών μας έχει εκπέσει εις την συνείδησιν του πιστού λαού. Όχι μόνον δια την αφωνίαν της εις ζητήματα απογαλακτισμού του Κράτους από την Ορθοδοξίαν αλλά και κυρίως δια θέματα πίστεως. Ο λαός του Θεού διερωτάται εις ποίον «Θεόν» πιστεύουν οι Επίσκοποί του; Ο λαός του Θεού διερωτάται εις ποίαν Εκκλησίαν πιστεύουν και υπηρετούν οι Επίσκοποί του, όταν ανέχωνται και σιωπούν δια την καταπάτησιν των Αποστολικών και άλλων Ιερών Κανόνων, οι οποίοι επεκυρώθησαν υπό Οικουμενικών Συνόδων; Πως υπερασπίζονται την Πίστιν, όταν ανατρέπονται τα πάντα και σιωπούν; Ο πιστός λαός διαπιστώνει ότι η πλειοψηφία των Ιεραρχών δεν υπηρετεί την Ορθοδοξίαν. Είτε ευθέως, είτε εμμέσως, είτε σιωπηλώς, εγκρίνει την προδοσίαν της Πίστεως. Υπηρετεί τον Πάπαν της Ανατολής, τον Πάπα των Αθηνών, τον Πάπαν με τα πολλά και πλούσια Εκκλησιαστικά Ιδρύματα νησιωτικής περιφερείας της Ελλάδος, τον Πάπαν της Δύσεως, τον οποίον προσκυνά και τον αναγνωρίζει πλέον ως Αγιώτατον Επίσκοπον της Πρεσβυτέρας Ρώμης, αλλά όχι την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και Πίστιν. Οι Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδος συμπεριφέρονται δουλικώς έναντι του Φαναρίου, του Αθηνών και του Πάπα της νησιωτικής Ελλάδος, χειροκροτούντες και προσυπογράφοντες την προσχώρησιν εις την αίρεσιν.  

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Ο Παπισμός δεν είναι Εκκλησία! -- Του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθ. Α.Π.Θ.

Κάτι δεν πάει καλά κι «η βάρκα μας μπάζει νερά». Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται από τα δύο γεγονότα, που συνέβησαν στα τέλη του περασμένου έτους. Τόσο η επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι και οι παρεπόμενες θριαμβολογίες των δημοσιογράφων ότι «ο πάπας θωρακίζει το Πατριαρχείο», όσο και η μετάβαση του Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου στο Βατικανό και η ενθουσιώδης επιθυμία του «να βιώσωμεν την πλήρη ενότητα και να μεταλάβωμεν του σώματος και του αίματος του Κυρίου από του αυτού Ποτηριού της Ζωής», επισημαίνουν ένα σοβαρό, καυτό για τις μέρες μας Εκκλησιολογικό ερώτημα: Είναι Εκκλησία ο παπισμός;

Παρακολουθώντας τα δρώμενα με πόνο διαπιστώνει κανείς ότι ο οικουμενισμός έχει κάνει καλά τη δουλειά του. Τονίζει τα θετικά στοιχεία, που όντως έχει ο παπισμός και, μέσα στην πανσπερμία των αιρέσεων και στο αλαλούμ των θρησκειών, τον παρουσιάζει πολύ συγγενή προς την Ορθοδοξία. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει π. χ. την αξιόλογη κοινωνική δραστηριότητα των παπικών τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ιεραποστολές της Αμερικής, Ασίας και Αφρικής, όπου ηρωικά αναστήματα ιεραποστόλων μαρτύρησαν για την πίστη τους; Ποιος αμφισβητεί ότι χάρη σ' αυτούς εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον κόσμο καλλιεργούνται στη σχέση τους με τον Θεό, ζουν με ευλάβεια και πίστη; Ποιος δεν αναγνωρίζει τις θαυμαστές επιδόσεις τους στις επιστήμες και τις τέχνες, τη δυναμική απολογία έναντι του υλισμού, της αθεΐας και της απιστίας: Μήπως, όμως, παρόμοια επιτεύγματα δεν έχουν επιδείξει και οι προτεσταντικές παραφυάδες, ακόμη κι αυτοί οι «μάρτυρες του Ιεχωβά»;
Ποιος αγνοεί, επίσης, τις εξυπηρετήσεις και εκδουλεύσεις, που προσφέρει η παπική «Εκκλησία» στους ορθοδόξους της διασποράς, τις τόσες υποτροφίες, που διαθέτει για ορθοδόξους σπουδαστές και επιστήμονες; Αλλά αρκεί η προσωπική εκτίμηση και ο θαυμασμός κάποιων ευεργετημένων, για να βαφτίσουμε «αδελφή Εκκλησία» το κοσμικό κράτος του Βατικανού και να ανταλλάσσουμε τον λειτουργικό χαιρετισμό της αγάπης με τον αιρεσιάρχη πάπα;
Όσο για το γεγονός ότι αριθμούνται χιλιάδες άγιοι της Παπικής «Εκκλησίας» εντελώς άσχετοι προς την Ορθόδοξη, όπως και της Ορθοδοξίας οι άγιοι δεν αναγνωρίζονται από τους δυτικούς, αυτό και μόνο υπογραμμίζει και τονίζει το χάσμα, που μας χωρίζει. Ενώ, δηλαδή, οι άγιοι τών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως π. χ. Της Ρωσίας, της Σερβίας κ. τ. λ., είναι κοινοί για όλους τους Ορθοδόξους, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους αγίους των δυτικών, διότι απλούστατα αυτοί δεν ανήκουν στη μία Εκκλησία.
Έπειτα, κι αν εκατομμύρια παπικοί δίδουν καλή μαρτυρία στον κόσμο, αυτό δεν αμνηστεύει την άσχημη συμπεριφορά άλλων παπικών και μάλιστα κληρικών, ούτε συνιστά τιμή για τον παπισμό. Μάλλον τον ενοχοποιεί, διότι κρατά στο σκοτάδι της αιρέσεως ψυχές καλοπροαίρετες. Γι’ αυτές τις ψυχές εύχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία δεόμενη στον θείο Δομήτορά της· «τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη άγια σου καθολική και αποστολική Εκκλησία». Προσεύχεται δε υπέρ «της των πάντων ενώσεως» και όχι «υπέρ πασών των Εκκλησιών», για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, αλλά μία, στην οποία δεόμεθα να επιστρέψουν όλοι οι πλανεμένοι.
Συνεπώς, σφάλλουν εκείνοι οι ορθόδοξοι θεολόγοι και ιεράρχες —καλοί και σεβαστοί κατά τα άλλα—, που με πολλή φυσικότητα και άνεση αποκαλούν τον παπισμό «αδελφή Εκκλησία» της Ορθοδοξίας. Με τον τρόπο αυτό ομολογούν ότι Ορθοδοξία και παπισμός συναποτελούν τη μία Εκκλησία και ότι η μόνη διαφορά, που μας χωρίζει από την παπική είναι η τοπική· εμείς είμαστε στην Ανατολή κι αυτοί στη Δύση!
Στη σκέψη μου έρχεται ένας ήδη μακαριστός ιεράρχης, που δεν διακρινόταν για τη θεολογική κατάρτιση ούτε για την αβροφροσύνη, είχε, όμως, έντονο το αίσθημα της ευθύνης ως ορθόδοξος ιεράρχης. Κάθε φορά, λοιπόν, που βρισκόταν σε συντροφιά θεολόγων, ρωτούσε: «δεν μου λέτε, ρε σεις οι θεολόγοι, είναι Εκκλησία ο παπισμός;». Κι όταν εισέπραττε την αρνητική απάντηση, ικανοποιημένος επένευε: «Είπα κι εγώ»!
Εξ αφορμής ενός συγχρόνου δημοσιεύματος θυμήθηκα με νοσταλγία εκείνη την ντόμπρα και σταράτη τοποθέτηση, που μέσα στην αγροικιά της διέσωζε την αλήθεια. Συγκεκριμένα, διάβασα σε βιβλίο πολιού Επισκόπου, τον οποίο παιδιόθεν σέβομαι και αγαπώ για τη μόρφωση και την αρετή, τα εξής «Η Δυτική Εκκλησία τελεί κανονικώς τα ιερά Μυστήρια και οι Ρωμαιοκαθολικοί πιστοί, που μετέχουν στη μυστηριακή ζωή οδηγούνται στη σωτηρία. Για λόγους, όμως, ακριβείας περί τα θέματα της πίστεως, όπως τούτο προέκυψε εξ αιτίας του Σχίσματος, διεκόπη η μυστηριακή κοινωνία (Intercommunio) μεταξύ της Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η διακοπή, βέβαια, αυτή αποτελεί το μέγα σκάνδαλο της χριστιανικής Εκκλησίας, το οποίο βαρύνει κυρίως τους θεολόγους και τους ηγέτες των δύο Εκκλησιών».
Ούτε λίγο ούτε πολύ ο σεβαστός συγγραφέας επιρρίπτει ευθύνη και στην αγία μας Εκκλησία για την απόσχιση και αποσκίρτηση των παπικών. Πρόκειται, όντως, για «μέγα σκάνδαλο», όπως το χαρακτηρίζει, το οποίο, όμως, δεν βαρύνει την Εκκλησία, αλλά αυτούς, που το δημιούργησαν διαρρηγνύοντας τον άρραφο χιτώνα του Χριστού και πληγώνοντας την ενότητα της Εκκλησίας του.
Ως υπευθύνους, μάλιστα, για την απόσχιση των παπικών από τη μία Εκκλησία, θεωρεί το εν λόγω κείμενο «τους θεολόγους και τους ηγέτες των δύο Εκκλησιών». Και όσον αφορά στους θεολόγους και ηγέτες της Δύσεως, δεν συζητώ το θέμα. Επιρρίπτεται, όμως, εξ ίσου ευθύνη και στους θεολόγους και ηγέτες της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ποιοι είναι αυτοί; Είναι προφανώς ο Μ. Φώτιος, που ασφάλισε την Εκκλησία από τη δικτατορία του πάπα και έμεινε σύμβολο Ορθοδοξίας για τον ευσεβή λαό. «Το έλεος του Θεού και η έμπνευσις αυτού τοιούτον φως διέδωκεν εις την καθαράν ψυχήν του αγιωτάτου πατριάρχου, ότι λαμπρύνει και φωτίζει πάσαν την κτίσιν» (JDMansiSacrorum Consilliorum nova et amplissima collectio, 17A, 484 - 485) ομολογούσαν και αυτοί ακόμη οι παπικοί τοποτηρητές της Ρώμης.
Είναι ο Ιωσήφ Βρυέννιος, που, ενώ στους δύσκολους καιρούς του θεωρεί την ένωση με τους παπικούς ως γεγονός πολύ σπουδαίο και σωτήριο για την ταλανιζόμενη βυζαντινή αυτοκρατορία, ως «δευτέραν οικονομίαν Θεού μετά την ένσαρκον», τονίζει, όμως, ότι, αν δεν διευθετηθούν οι διαφορές, που απομάκρυναν από την Εκκλησία τους παπικούς, οποιαδήποτε ένωση είναι «του προτέρου σχίσματος σχίσμα χείρον και διαίρεσις και κατατομή και απάτη».
Είναι ο μαθητής του Βρυεννίου Μάρκος Ευγενικός, που τοποθετώντας την ελευθερία της πίστεως πάνω από της πατρίδος την ελευθερία, διακήρυξε· «Ου μόνον εισίν οι Λατίνοι σχισματικοί, αλλά και αιρετικοί και τούτο παρεσιώπησέν το η Εκκλησία ημών, δια το, το γένος είναι εκείνων πολύ και ισχυρότερον ημών, ημείς δε ου δι' άλλο τι εσχίσθημεν αυτών, ει μη ότι εισίν αιρετικοί, δι ό ουδέ πρέπει όλως ενωθήναι αυτοίς, ει μη εκβάλλωσι την προσθήκην από του συμβόλου και ομολογήσωσι το Σύμβολον καθώς και ημείς» (JDMansiSacrorum Consilliorum nova etamplissima coilectio, 31A,885DE).
Είναι ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, κατά τον οποίο οι Λατίνοι «είναι παμπάλαιοι αιρετικοί», όπως δείχνουν «τα βιβλία του ανωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων κυρίου Δοσιθέου του παπομάστιγος» (Πηδάλιον, σ. 55), στα οποία παραπέμπει.
Είναι ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που με την απλοϊκή διδαχή του επεσήμαινε στους Χριστιανούς να φοβούνται τον πάπα, διότι αυτός ενσαρκώνει την ύπουλη μορφή του αντίχριστου (Βλ. Σ. Ν. Σάκκου, Ο απόστολος του σκλαβωμένου γένους, Θεσ/νίκη 1996, σελ. 205).
Είναι ο άγιος Νεκτάριος, που μελετώντας την ιστορία του παπικού σχίσματος σημειώνει· «Η ενότης της Εκκλησίας ουχί εν ενιαίω προσώπω ενός των Αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησου Χριστού… Εκ της Οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η Ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αυτή αντίληψις του τρόπου της ενότητος προεκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρον της εφαρμογής των αρχών της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφίκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των παπών… Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται να θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου» (Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του σχίσματος, τόμ. 1ος, Αθήναι 1911, σελ. 69).
Είναι ο Μιχαήλ Κηρουλάριος, ο Γεννάδιος Σχολάριος… Θα μάκραινε πολύ ο κατάλογος, για να αναφέρουμε όλους τους αγίους πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας, οι οποίοι μέσα στους δώδεκα αιώνες, που διέρρευσαν από την απόσχιση των παπικών μέχρι σήμερα, χωρίς εμπάθεια και κακία αλλά με σεμνότητα και παρρησία καταδικάζουν την παπική αίρεση. Θα σταθώ μόνο στο όνομα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος με σθένος ξεσκέπασε τον φιλοπαπικό εκπρόσωπο των Ορθοδόξων Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ένα είδος ουνίτη εκείνης της εποχής. Ασυμβίβαστος και ακαταγώνιστος ο άγιος Γρηγόριος καταδικάζει έντονα την «έκφυλον προσθήκην» της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος και από του Υιού κι όλες τις παπικές κακοδοξίες και καλεί όλους τους πιστούς να επαγρυπνούν στα θέματα της πίστεως. Η σιγή, λέγει, σε θέματα πίστεως είναι τρίτο είδος αθεΐας μετά από την άρνηση του Θεού και την απόρριψη του Ιησού Χριστού.
Ποια απήχηση είχε στη ζωή και παράδοση της Εκκλησίας ο αγώνας του αγίου Γρηγορίου φαίνεται από το γεγονός ότι η Εκκλησία θέσπισε να τιμάται η μνήμη του κατά τη δεύτερη Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής, μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Δεν τιμάται τότε κάποιος από τους αρχαίους μεγάλους πατέρες και θεολόγους της Εκκλησίας, όπως Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος κ. α, διότι στη δική τους εποχή δεν είχε αποσκιρτήσει ακόμη η Δύση, ανήκε στη μία Εκκλησία του Χριστού. Αργότερα στο θεμελιώδες και κυρίαρχο δόγμα περί πρωτείου του πάπα, που υψώθηκε σαν αθεμελίωτος ετοιμόρροπος μιναρές, προσκόλλησαν οι παπικοί σαν αντερείσματα έναν ολόκληρο αστερισμό αιρετικών δογμάτων. Έτσι αποστασιοποιήθηκαν και αποκόπηκαν από την Ορθοδοξία. Τιμάται, λοιπόν, ο Γρηγόριος Παλαμάς ως εκφραστής και ενσαρκωτής της Ορθοδοξίας, διότι κατατρόπωσε τον παπισμό, που εκείνη την εποχή είχε ήδη αποκρυσταλλώσει τις αιρετικές του πλάνες.
Αυτούς, τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας, που ξεκάθαρα στιγματίζουν ως αίρεση τον παπισμό, ερχόμαστε εμείς να τους αμφισβητήσουμε και να τους επιρρίψουμε ευθύνες. Ο Θεός να μας ελεήσει και να φυλάξει την Εκκλησία του από τη… θεολογία μας!

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

«Ορθόδοξος Τύπος» : διακοπή του μνημοσύνου του Οικουμενικού και αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων μαζί του, αλλά και των σιωπώντων.

Θεραπεία  όχι μόνον διάγνωσις



Το κακό με τον Οικουμενισμό, αυτή την παναίρεσι και την πανθρησκεία της εποχής μας, παράγινε. Και πολλές δεκάδες Αγιορείτες ιερομόναχοι και μοναχοί εξηγέρθησαν και απηύθυναν ανοικτή επιστολή προς τους ηγουμένους και τους αντιπροσώπους των είκοσι Ιερών Μονών στην Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους. Στην επιστολή καταγγέλουν τις απαράδεκτες σχέσεις των οικουμενιστών ηγετών της Εκκλησίας με τους αιρετικούς, και ιδίως τους Παπικούς. Και προτείνουν τη διακοπή του μνημοσύνου του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων με αυτόν, αλλά και των σιωπώντων Επισκόπων.                                                                                  
Η εν λόγω ανοικτή επιστολή Αγιορειτών πατέρων κέντρισε την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους και με ανακοίνωσί της προέβη και αυτή σε καταγγελία των τεκταινομένων εις βάρος της Ορθοδόξου Πίστεως.                                                                                                                                                                        
Καλά και τα δύο αγιορειτικά κείμενα. Κάνουν καλή διάγνωση της νόσου, που έχει προσβάλει τους οικουμενιστές ηγέτες της Εκκλησίας και δεν ξέρουν τι λένε και τι κάνουν προς σκανδαλισμό και απώλεια ψυχών. Αλλ΄ η διάγνωσι της νόσου, την οποία κάνουμε όλοι οι πιστοί και όχι μόνον οι Αγιορείτες, δεν είνε αρκετή. Απλώς με διάγνωσι της νόσου δεν θεραπεύεται ο ασθενής. Για να θεραπευθή ο ασθενής, χρειάζονται φάρμακα ή και χειρουργική επέμβασι. Για δε τη θεραπεία της νόσου του Οικουμενισμού, της  επικινδυνότερης και χειρότερης νόσου στο χώρο των αιρέσεων, φάρμακα και χειρουργική επέμβασι είνε ό,τι συνιστούν με την ανοικτή επιστολή τους οι θερμότεροι στην πίστι δεκάδες Αγιορείτες πατέρες, η διακοπή δηλαδή του μνημοσύνου του Οικουμενικού και αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των συμφωνούντων μαζί του, αλλά και των σιωπώντων.           
Θα εφαρμόσουν, όμως, τη θεραπευτική αγωγή κατά της νόσου του Οικουμενισμού οι Αγιορείτες πατέρες; Και, κατά πρώτον, θα παύσουν το μνημόσυνο του αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως; Στην ανακοίνωσι της Ιεράς Κοινότητος, αντί να απειλήται παύσι του μνημοσύνου του Πατριάρχου, περιέχονται γι΄ αυτόν κολακευτικοί λόγοι, που μειώνουν την αξία της ανακοινώσεως και κάνουν ευσεβείς να την χαρακτηρίζουν ως γλυκανάλατη. Αγιορείτες πατέρες! Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας πολέμησαν όχι μόνο τις αιρέσεις, αλλά και τους αιρετικούς προσωπικώς και ονομαστικώς. Γιατί σεις αποφεύγετε να ελέγξετε προσωπικώς και ονομαστικώς τους οικουμενιστές, τους προδότες της Πίστεως; Και γιατί, αντιθέτως, τους μνημονεύετε ευφήμως;                                                                                                           
Θα παύσουν τουλάχιστον το μνημόσυνο του Πατριάρχου οι ιερομόναχοι, οι οποίοι υπέγραψαν την ανοικτή επιστολή προς τους ηγουμένους και τους αντιπροσώπους των Ι. Μονών του Αγίου Όρους, και πρότειναν την παύσι του μνημοσύνου; Ακούστηκε, ότι ούτε άλλοι Αγιορείτες ούτε αυτοί θα παύσουν το μνημόσυνο του Πατριάρχου. Αλλά γιατί; Τι φοβούνται; Δεν έχουν κάψει την καλύβα τους; Όχι, είπαν μερικοί. Διότι δεν ζουν σε καλύβες, ζουν σε βασιλικά ανάκτορα με ανέσεις. Αυτή η μομφή θυμίζει ένα λόγο του Σατανά, που με το στόμα δαιμονιζομένου προσώπου φώναζε: «Εγώ διέλυσα τα μοναστήρια. Δεν είνε τα σημερινά μοναστήρια αυστηρά, όπως τα αρχαία μοναστήρια. Τα σημερινά μοναστήρια είνε της καλοπέρασης». Τα δύο κείμενα των Αγιορειτών πατέρων δεικνύουν κάποια αφύπνισι. Αλλά θα προχωρήσουν οι Αγιορείτες σε παύσι του μνημοσύνου του Πατριάρχου; Φοβούμεθα μήπως η αφύπνισι είνε στιγμιαία, μήπως οι πατέρες γυρίσουν από το άλλο πλευρό και συνεχίσουν τον ύπνο…                                                                                       
Άλλοτε το Άγιον Όρος έδωσε κραταιές μάχες για την πίστι, ανέδειξε ομολογητές και μάρτυρες, και δικαίωσε το χαρακτηρισμό του «ακρόπολις της Ορθοδοξίας». Αλλά κατά τους τελευταίους χαλεπούς καιρούς δεν έδωσε κραταιές μάχες για την Πίστι. Και γι΄ αυτό οι φόβοι, που εκφράζονται σ΄ αυτό το άρθρο, είνε δικαιολογημένοι. Και οι αναφερόμενες μομφές ανθρώπων και του Σατανά εναντίον των μοναχών και των μοναστηριών δυστυχώς ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, αλλ΄ ευτυχώς εν μέρει μόνο. Διότι και στους καιρούς τούτους της μεγάλης αποστασίας υπάρχουν και μοναχοί και μοναστήρια, που με την πνευματικότητά τους τιμούν τον μοναχισμό. Αυτοί δε οι μοναχοί και αυτά τα μοναστήρια, βλέποντας, ότι το κακό με τον Οικουμενισμό και τις προδοσίες της Πίστεως παράγινε, θα εξεγερθούν και θα δώσουν μάχη για την Πίστι και για τη σωτηρία των ψυχών τους. Ξέρουν οι καλοί μοναχοί και τα καλά μοναστήρια, ότι το πρώτο, που ζητεί ο Θεός, είνε η υπεράσπισι της Πίστεως, και θα το πράξουν. Δεν θα εκλείψουν στην Ορθοδοξία στρατιώτες. Αρχίζουν να ανάβουν φωτιές κατά της παναιρέσεως και πανθρησκείας του Οικουμενισμού. Και το Άγιο Πνεύμα θ΄ αναρριπίση τις φωτιές και θα μεγαλώσουν και θα επεκταθούν και θα κάψουν τους αμετανοήτους Οικουμενιστές και προδότες της Πίστεως. Ας μη απελπιζώμεθα λοιπόν. Μηδείς θραυέτω της ψυχής μας το εύελπι. Τελικώς νικά η Πίστις. Αυτό αποδεικνύει η Ιστορία. Οι Οικουμενιστές είνε ανιστόρητοι.