Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΣ ΗΜΕΡΙΔΟΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ, π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς

http://paterikiparadosi.blogspot.ca/


χουμε ἕως τώρα δημοσιεύσει τέσσερα ἄρθρα τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, ποὺ ξεσκέπασαν τὴν δολιότητα μιᾶς στημένης καὶ κατάπτυστης (ὅπως συνεχῶς ἀποδεικνύεται)Ἡμερίδας ποὺ διοργάνωσε ἡ Μητρόπολη τοῦ Πειραιῶς καὶ ποὺ τελικὰ ἦταν ὄχι περὶ ἀποτειχίσεως, ἀλλὰ ἐναντίον τῆς ἁγιοπατερικῆς αὐτῆς στάσεως τῆς Ἐκκλησίας μας σὲ περίοδο μάλιστα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Σήμερα, μῆνες μετά, δημοσιεύουμε τὸ τελευταῖο ἄρθρο, ποὺ ἀναφέρεται στὴν συζήτηση, ἡ ὁποία ἔγινε στὸ τέλος τῆς Ἡμερίδος ἐκείνης, μιᾶς καὶ οἱ ποιμαντικές-λειτουργικὲς ὑποχρεώσεις τοῦ π. Εὐθυμίου δὲν ἐπέτρεψαν νὰ τὸ ἑτοιμάσει νωρίτερα. Πιστεύουμε πὼς ἀποτελεῖ καὶ ἔμμεση ἀπάντηση στὸ ἄρθρο τοῦ κ. Λιβανοῦ.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΙΔΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 27/11/2014 ΜΕ ΘΕΜΑ:
« ΙΕ΄ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΑΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ»

Ἄν καί, ὅπως ἀναφέραμε, ἐξ ἀρχῆς φάνηκαν οἱ προθέσεις καί ὁ σκοπός τῆς διοργανώσεως τῆς ἡμερίδος αὐτῆς, στό τέλος πού διεξήχθη ἡ ἐπεισοδιακή συζήτησις ἔπεσαν τελείως οἱ μάσκες τῶν διοργανωτῶν καί ἀπεκαλύφθη ἡ δολιότης των κατά τρόπο πασιφανῆ καί ἀπροκάλυπτο, σέ σημεῖο νά χάσουν οἱ διοργανωτές τόν ἔλεγχο ὄχι μόνον τῆς συζητήσεως ἀλλά καί αὐτοῦ τοῦ ἑαυτοῦ των.
Ὅταν ἄκουσα ἐκ τῶν ὑστέρων τήν μαγνητοφωνημένη αὐτή συζήτησι,  ἐλυπήθηκα γιά τό κατάντημα αὐτό τῶν διοργανωτῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἐσεβάστηκαν ὄχι μόνο βασικές ἀρχές μιᾶς εἰλικρινοῦς καί δημοκρατικῆς συζητήσεως, ἀλλά ὑποτίμησαν καί αὐτή τήν νοημοσύνη τῶν ἀκροατῶν, καὶ χρησιμοποίησαν ἀθέμιτα μέσα γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσουν   νά ἀποδεχθοῦν ὡς ἀληθῆ καί ὀρθόδοξα ὅλα τά ψεύδη καί τίς ἀπάτες πού ἀκούστηκαν ἀπό τούς εἰσηγητές· ὅλα αὐτὰ δηλαδή, τά ὁποῖα στὶς προηγούμενες δημοσιεύσεις (ἄρθρα) ἐσχολιάσαμε κατά τό δυνατόν στά πλαίσια τῆς ἐνημερωτικῆς αὐτῆς κριτικῆς μας μελέτης.
Θά ἠδυνάμεθα μετά βεβαιότητος νά ἰσχυρισθοῦμε, καί ν’ ἀποδείξωμε ἄν χρειαστῆ, ὅτι κάθε λέξι καί πρότασι τῶν εἰσηγητῶν περιέκλειε ἕνα ψεῦδος, μία παγίδα καί μία δολιότητα σέ σημεῖο νά ὑπερτερήσουν κατά πολύ οἱ εἰσηγητές, τῶν πολιτικῶν, τῶν διπλωματῶν ἤ ἀκόμη καί τῶν διεφθαρμένων ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι μετέρχονται τά πάντα προκειμένου νά πείσουν τούς ἀνθρώπους δι’ αὐτά τά ὁποῖα πραγματεύονται.
Στήν Ἐκκλησία βέβαια, στήν ὁποία τό μόνιμο ὑποστατικό της κριτήριο εἶναι ἡ ἀλήθεια, οἱ ἐπιπτώσεις ἀπό τέτοιες διαστρεβλώσεις τῆς ἀλήθειας εἶναι ἀσυγκρίτως σοβαρότερες καί  χειρότερες ἀπό ὅτι στήν πολιτική καί στό ἐμπόριο, διότι ἐκεῖ εἶναι δεδομένη ἡ ἀπάτη καί τό ψεῦδος, ἐνῶ ἐδῶ εἶναι δεδομένη ἡ ἀλήθεια, ἡ αὐθεντικότης καί ἡ γνησιότης, σέ σημεῖο πού ἄν αὐτά ἐκλείψουν παύει καί αὐτή νά ὑφίσταται. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀπέδειξαν οἱ εἰσηγητές καί οἱ διοργανωτές ὅτι αὐτή ἡ Ἐκκλησία, στήν ὁποία ἀνήκουν, δέν εἶναι ἡ διαχρονική Ὀρθόδοξος, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενιστῶν καί τῆς Ν. Ἐποχῆς, ἡ ὁποία τό μόνο πού ἔχει κρατήσει ἀπό τήν διαχρονική καί Ὀρθόδοξο εἶναι ἡ Ἀποστολική διαδοχή καί ἡ ἐξωτερική τυπολατρεία, ἐνῶ ἔχει ἀπωλέσει πλέον τήν ἀλήθεια, ὄχι τόσο στά βασικά δόγματα, ἀλλά στήν ἀλλοίωσι καί διαστροφή τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων καί τῆς περί αἱρετικῶν Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Αὐτό τό τελευταῖο, ἡ σχέσις δηλαδή καί ἡ ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς δέν εἶναι, γιά τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, κάτι τό ἐπουσιῶδες καί ἀνούσιο, ἀλλά κάτι τό οὐσιῶδες καί συστατικό, θά λέγαμε, γνώρισμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον κοινωνία, κατά τήν θεολογική ἔννοια, σημαίνει ἐνσωμάτωσις καί ὁμοίωσις κατά τόν τύπο τῶν μελῶν τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. 
Γιά τούς Ἀντιοικουμενιστές ὅμως, ὅπως ἀποδεικνύεται, ἡ ἔννοια αὐτή τῆς κοινωνίας ἔχει διαστραφῆ καί σημαίνει ἕναν συνεταιρισμό καί μία συνεργασία κατά τήν ὁποία δύναται ἕκαστος, ἐνῶ ἔχει πλήρη κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, νά κρατῆ συγχρόνως τήν πίστι του, νά κατηγορῆ καί νά ἐλέγχη γιά θέματα πίστεως αὐτούς μέ τούς ὁποίους ἔχει αὐτή τήν πλήρη κοινωνία, νά θεωρῆ ὅτι κατέχει πλήρη τήν ἀλήθεια, ὄχι μόνον σέ προσωπικό ἐπίπεδο, ἀλλά καί σέ ἐκκλησιαστικό, παρά τήν πλήρη κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς καί παρά τό ὅτι ὄχι μόνον οἱ εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ κεφαλές εἶναι αἱρετικές, ἀλλά καί ἡ γραμμή καί πορεία τήν ὁποία συνοδικῶς ἀκολουθοῦν εἶναι ἀπολύτως αἱρετική καί προσαρμοσμένη στίς ἐπιταγές τῆς πανθρησκείας καί τῆς Ν. Ἐποχῆς.
Στήν ἔναρξι τῆς συζητήσεως ὁ π. Παῦλος Δημητρακόπουλος, ὑπεύθυνος τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἀνέφερε τά ἑξῆς: «Θά προχωρήσουμε μετά τό διάλλειμα στή συζήτησι γιά νά καταλήξουμε στή συνέχεια στά πορίσματα καί στή λῆξι τῆς Ἡμερίδος».
Μέ αὐτό τό ὁποῖο ἀνέφερε ὁ π. Παῦλος, ἐξυπακούεται ὅτι τά πορίσματα τῆς Ἡμερίδος θά ἀνακοινώνοντο καί θά ἐτύγχανον τῆς ἐγκρίσεως, τουλάχιστον κατά πλειοψηφίαν, ὅλων τῶν παρόντων εἰς τήν Ἡμερίδα. Αὐτά τά πορίσματα ὅμως οὔτε ἀκούστηκαν στήν Ἡμερίδα, οὔτε πολύ περισσότερο ἐγκρίθηκαν ἀπό τούς παρόντες, ἀπεναντίας μάλιστα, ὑπῆρξε πλήρης ἀντίδρασις τοῦ ἀκροατηρίου σέ βαθμό παροξυσμοῦ, ὀχλαγωγίας καί διαμάχης, ἐναντίον τῶν εἰσηγητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔδειχναν μέ τόν τρόπο τους ὅτι ἀπευθύνοντο σέ ἀνοήτους καί νοητικά καθυστερημένους ἤ σέ μωρά παιδιά.  Δι’ αὐτό ἐξεπλάγημεν ὅταν αὐτά τά πορίσματα τά εἴδαμε δημοσιευμένα στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» καί στό διαδίκτυο, σάν νά τά ἐγκρίναμε ὅλοι οἱ παρόντες καί κατανοήσαμε, βέβαια ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι εἶχαν καί αὐτά ἐκ τῶν προτέρων καταρτισθεῖ καί συνταχθεῖ μέσα στά πλαίσια καί τούς σκοπούς τῆς στημένης αὐτῆς Ἡμερίδος.
Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως, ὅταν ἐζήτησα νά ὁμιλήσω, ἔθεσα πάλι μεταξύ τῶν ἄλλων καί τίς δύο ἐρωτήσεις τίς ὁποῖες εἴχαμε ὑποβάλει στους ὑπευθύνους τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, ὅταν ἀπαντήσαμε στήν κριτική τους μελέτη περί τῆς διαχρονικῆς συμφωνίας τῶν Πατέρων διά τήν ἀποτείχισι. Οἱ ἐρωτήσεις αὐτές ἦσαν οἱ ἑξῆς:
«1. Ποιά εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων, ἡ ὁποία συνηγορεῖ ἤ ἔστω ταιριάζει μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος; Μέ ἄλλα λόγια πρός κατανόησι, ποῦ διδάσκεται εἰς τήν Ἁγία Γραφή καί τούς ἁγίους Πατέρες ἡ παραμονή τῶν πιστῶν εἰς τούς αἱρετικούς ποιμένες, ἡ ἀναγνώρισίς των εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, ἡ μνημόνευσίς των κλπ. μέχρι δηλαδή ἀποφάσεως τῆς Συνόδου;
2. Ποῦ διδάσκεται στήν Ἁγία Γραφή καί στούς ἁγίους Πατέρες ὅτι μέ τήν παραμονή μας εἰς τούς αἱρετικούς ποιμένες, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, δέν ταυτιζόμεθα μέ τήν πίστι των, δέν συνοδοιποροῦμε μέ τήν αἵρεσι καί δέν μολυνόμεθα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική αὐτή ἐπικοινωνία, ἔστω δηλαδή καί ἄν ἔχωμε ὀρθόδοξο φρόνημα».
Μέ αὐτές εἴχαμε ζητήσει ἀπό τούς ὑπευθύνους τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί κατ’ ἐπέκτασι ἀπό ὅλους τούς Ἀντιοικουμενιστές νά κατοχυρώσουν ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς τήν νεόδμητο καί νεοφανῆ πορεία τοῦ συναγελασμοῦ καί τῆς ἐνσωματώσεως σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές.
Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι εἶναι ἄκρως λυπηρό καί ἀπελπιστικά ἀπογοητευτικό νά ζητοῦμε ἐπί ἔτη ἁγιογραφική καί πατερική κατοχύρωσι γιά ἕνα θέμα πορείας καί γραμμῆς ἐν καιρῷ αἱρέσεως, γιά ἕνα θέμα πού ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἔχει τόση ἄμεση σχέσι μέ τήν σωτηρία τῶν πιστῶν καί οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων, καί κατ’ ἐπέκτασιν ὅλοι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, νά δηλώνουν ἐπισήμως καί ὁμοφώνως διά τῆς σιωπῆς καί ἀφωνίας των, ὅτι ἡ πορεία καί γραμμή τήν ὁποία διδάσκουν δέν στηρίζεται, οὔτε στό ἐλάχιστο, οὔτε στήν Ἁγία Γραφή, οὔτε στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, οὔτε βεβαίως στους Ἱερούς Κανόνες.
Αὐτό σημαίνει ὅτι διδάσκουν καί ἐπικροτοῦν μία θεωρία, ἡ ὁποία ταιριάζει ἀπόλυτα μέ τή Ν. Ἐποχή καί μέ αὐτή τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐφ’ ὅσον διασφαλίζει  τίς ἀποσχίσεις ἀπό τήν αἵρεσι καί ἀποκλείει τήν ἐπάνοδο στήν Ὀρθοδοξία. Ὅταν δηλαδή διαρκῶς καί κατ’ ἐπανάληψι οἱ Ἀντιοικουμενιστές δηλώνουν ὅτι ὁ μόνιμος φόβος των εἶναι ἡ δημιουργία σχισμάτων, καί ἐννοοῦν βεβαίως ὡς σχίσμα τήν ἀπόσχισι ἀπό τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί  ὅταν, αὐτούς πού ἀποσχίζονται ἀπό τήν αἵρεσι, τούς θεωροῦν ἐκτός Ἐκκλησίας, ὅταν τήν Ἐκκλησία τήν τοποθετοῦν καί τήν ὁριοθετοῦν ἐντός τῆς αἱρέσεως καί ἀναγνωρίζουν τίς ποινές πού ἐπιβάλλουν οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές στούς Ὀρθοδόξους ἀποτειχισμένους, ὅταν διακηρύσσουν τήν πρωτοφανῆ θεωρία ὅτι δέν μολύνονται ἀπό τήν κοινωνία καί ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς, ὅταν τέλος δέν ὑπάρχει ἁγιογραφική καί πατερική κατοχύρωσι τῆς πορείας των, τότε ἀσφαλῶς ἡ ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία των εἶναι αἱρετική καί ἡ προσφορά των στούς Οἰκουμενιστές μεγίστη.
Ὅταν λοιπόν ἐζητήσαμε νά μᾶς κατοχυρώσουν ἁγιογραφικά καί πατερικά τήν στάσι των κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως, ὁ συντονιστής τῆς Ἡμερίδος καί ὑπεύθυνος τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων π. Παῦλος Δημητρακόπουλος ἀνέφερε,  κατά τό δή λεγόμενο, ἄλλα ἀντί ἄλλων. Δηλαδή ἀναφέρθηκε στά χωρία αὐτά, τά ὁποῖα  διδάσκουν τήν ἀποτείχισι καί  χωρίς οὐδεμία κατοχύρωσι ἀπεφάνθη  ὅτι ἐμεῖς τά παρερμηνεύουμε.
Ἐδῶ ἀκριβῶς φαίνεται ἡ δολιότης καί ἡ πονηρία του, διότι ἐνῶ ἐμεῖς τοῦ ζητούσαμε νά κατοχυρώση ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς τήν στάσι των, αὐτός ἰσχυρίσθηκε  ὅτι ἐμεῖς διαστρέφομε καί παρερμηνεύομε τήν Ἁγία Γραφή. Βεβαίως δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων νά διδάσκουν συγχρόνως καί τήν ἀποτείχισι καί τήν παραμονή στούς αἱρετικούς ποιμένες καί ὡς ἐκ τούτου, ἐφ’ ὅσον παρουσιάζομε εἴκοσι (20) τουλάχιστον χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἑκατοντάδες  ἄλλα ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα ὁμιλοῦν καί διακελεύουν τήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς, δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχη οὔτε λέξι στήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ἡ ὁποία νά συνηγορῆ ἤ ἔστω νά ὑπαινίσσεται τό ἀντίθετο, δηλαδή τήν παραμονή καί ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς.
Αὐτήν ὅμως τήν μεγάλη ἀλήθεια δέν δύνανται  νά ὁμολογήσουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές, διότι προφανῶς καταρρίπτει ὅλες τίς νεόδμητες καί αἱρετικές θεωρίες των περί δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος καί ἐνσωματώσεως καί πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τούς αἱρετικούς, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου.
Δι’ αὐτόν τόν λόγο, λοιπόν, ὅταν τούς ζητοῦμε ἁγιογραφική καί πατερική κατοχύρωσι τῶν θεωριῶν των καί τῆς πορείας των πράττουν αὐτό τό ὁποῖο κάνει καί ἡ σουπιά, ὅταν θέλει νά ξεφύγη ἀπό κάποιο κίνδυνο, ὁ ὁποῖος δύναται νά τῆς στοιχίση τήν ἴδια της τή ζωή.  Ὅλες δέ οἱ θεωρίες τίς ὁποῖες διαδίδουν περί δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος, περί δημιουργίας σχισμάτων, περί τῆς ἄχρι καιροῦ μνημονεύσεως, περί συνοδικῆς καταδίκης τῆς αἱρέσεως κλπ., καθώς καί ὅλα τά πρός ἀποφυγήν καί ὄχι πρός μίμησι παραδείγματα, τά ὁποῖα ἀνασύρουν ἀπό τίς σκοτεινές σελίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καί αὐτά τά ὁποῖα κατ’ οἰκονομίαν ἔπραξαν οἱ Ἅγιοι λόγῳ κάποιας μεγάλης ἀνάγκης καί γιά συγκεκριμένο καί περιορισμένο χρονικό διάστημα, καί βεβαίως ἡ ἀποδοχή τῆς τακτικῆς τῶν συγχρόνων γερόντων καί ἡ νέα μέθοδος ὁμολογίας διά χαρτοπολέμου, ἀνήκουν στο ἔργο καί τήν μέθοδο τῆς ἐν κινδύνῳ εὑρισκομένης σουπιᾶς, ἐφ’ ὅσον στεροῦνται ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς κατοχυρώσεως.
Πρέπει νά σημειωθῆ εἰς τό σημεῖο αὐτό ὅτι ἡ μέθοδος καί τακτική τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ δημιουργία ἄλλης παραδόσεως γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῶν Ὀρθοδόξων, αὐτή δέ τή νέα παράδοσι ἐπιδιώκουν νά τήν ἐπιβάλλουν μέ τόν πλέον ὕπουλο καί δόλιο τρόπο καί, ἐπί πλέον, θέλουν νά παρουσιάζωνται ὡς παραδοσιακοί καί ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι καί βεβαίως ἡγέτες τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος καί ὁμολογητές, σέ σημεῖο νά μάχωνται ὁ,τιδήποτε ἀντιστρατεύεται καί ὑπονομεύει τή θέσι των, ἔστω καί ἄν εἶναι ἁγιογραφικό, πατερικό καί Ὀρθόδοξο.
Αὐτός νομίζω εἶναι καί ὁ κύριος λόγος πού τούς ἀναγκάζει νά μάχωνται τήν ἴδια τήν Ἁγία Γραφή καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί νά χρησιμοποιοῦν τήν μέθοδο καί τακτική τῆς σουπιᾶς, κάθε φορά πού τούς προκαλοῦμε νά κατοχυρώσουν ἁγιογραφικῶς καί πατερικῶς τίς θέσεις των. Συντονισμένος λοιπόν καί ὁ π. Παῦλος Δημητρακόπουλος σ’ αὐτήν τήν τακτική καί μέθοδο τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν ἀπέφυγε τεχνηέντως νά ἀπαντήση, γιά μία ἀκόμη φορά, στίς ἐρωτήσεις τίς ὁποῖες τοῦ ἐθέσαμε κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως καί τοιουτοτρόπως ἐπιβεβαίωσε τήν ἀντορθόδοξο καί ἀντιπατερική πορεία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Εἶναι ἀναγκαῖο νά τονίσωμε ὅτι στήν συζήτησι αὐτῆς τῆς Ἡμερίδος ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ προσεπάθησε μέ διάφορες κολακεῖες καί ἐπαίνους πρός τούς ἀποτειχισμένους νά γεφυρώση τό κενό τῆς διαφορετικῆς πορείας μεταξύ Ἀντιοικουμενιστῶν καί Ἀποτειχισμένων καί μάλιστα νά παρουσιάση μία δῆθεν κοινή πορεία καί ἀλληλοπεριχώρησι, καί γι’ αὐτό τόν σκοπό ἀνέφερε, ἀπευθυνόμενος πρός τούς ἀποτειχισμένους, ὅτι μᾶς θεωρεῖ ἐκλεκτά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ ἀγῶνας μας τούς βοηθᾶ κλπ. Ἐδῶ παρατηρεῖται βεβαίως καί μία ἀκόμη  ἀντίθεσι μέ ἕτερο εἰσηγητή, τόν π. Βασίλειο Παπαδάκη, ὁ ὁποῖος κατέταξε καί ταύτισε  τούς ἀποτειχισμένους μαζί μέ τούς Παλαιοημερολογίτες Ζηλωτές.
Αὐτά ὅλα βεβαίως ἀποτελοῦν θεολογικά πυροτεχνήματα καί ἄνευ ὅρων καί ὁρίων ὑποκρισία, ἐφ’ ὅσον συγχρόνως ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ θεωρεῖ τήν ἀποτείχισι πλάνη, ἔξοδο ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐκδήλωσι οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζήλου, θεωρεῖ ἔγκυρες τίς ποινές πού ἐπιβάλλουν οἱ συνάδελφοί του Οἰκουμενιστές στούς ἀποτειχισμένους γιά θέματα πίστεως κλπ. Ἴσως βεβαίως τά ἀνέφερε αὐτά γιά νά καταπραΰνη τά πνεύματα καί νά βγῆ ἀπό τό ἀδιέξοδο πού ὡδηγήθηκε ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις. Ἄλλωστε θεωρεῖται φυσικό αὐτός, ὁ ὁποῖος διέστρεψε στό ἔπακρον τήν ζωή καί τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, νά ὑποκρίνεται καί νά διαστρέφει τήν σχέσι καί πορεία μεταξύ Ἀντιοικουμενιστῶν καί Ἀποτειχισμένων.
Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως αὐτῆς ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ ἀνέφερε καί ἄλλες πλάνες καί αἱρέσεις καί ἀπεκάλυψε, μέ τόν πλέον εὔγλωττο τρόπο, τούς διαλογισμούς τῶν καρδιῶν τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
Ἡ πρώτη πλάνη καί αἵρεσις εἶναι πώς θεωρεῖ ὅτι ἡ ἰσότιμος συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων καί συνεπῶς καί αὐτοῦ τοῦ ἰδίου στο Π.Σ.Ε. δέν ἀποτελεῖ παρέκκλισι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι, δέν ἔχει τίποτε τό μεμπτόν, δέν ἔχει κἄν δογματικό ἤ θεολογικό ἤ μυστηριακό χαρακτῆρα, ἁπλῶς εἶναι μόνο μία κοινωνική ἐκδήλωσις καί προσέγγισις, χωρίς ἐκκλησιαστικές διαστάσεις. Θά πρέπει, ἀνέφερε, νά ἀποχωρήσουν οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό τό Π.Σ.Ε. μόνον γιά τόν λόγο τῆς δημιουργίας τοῦ ἄλλοθι στούς Προτεστάντες, καθώς καί τῆς ψευδαισθήσεως ὅτι βαδίζουν ὀρθῶς! Εἰς αὐτά ὅλα θά ἀφήσουμε νά ἀπαντήση ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς καί νά διδάξη τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς, τί σημαίνει ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε.
«.... Πανιερώτατε καὶ Ἅγιοι Συνοδικοὶ Πατέρες.  Ἕως πότε θὰἐξευτελίζωμεν δουλικῶς τὴν Ἁγίαν μας Ὀρθόδοξον Ἁγιοπατερικὴν καὶ Ἁγιοσαββιτικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς οἰκτρῶς καὶ φρικωδῶς ἀντιαγιοπαραδοσιακῆς στάσεώς μας ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν; ......  Ἦτο ἄραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶμα καὶ ὀργανισμὸς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ νὰ ταπεινωθεῖ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί της θεολόγοι, ἀκόμα δὲ καὶ Ἱεράρχαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ Σέρβοι, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν «ὀργανικὴν» μετοχὴν καὶ συμπερίληψιν εἰς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον, κατ’  αὐτὸν τὸν τρόπον γίνεται εἷς νέος ἐκκλησιαστικὸς «ὀργανισμός», μία «νέα Ἐκκλησία» ὑπεράνω τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ μὴ Ὀρθόδοξοι ἐκκλησίαι ἀποτελοῦν μόνο «μέλη» («ὀργανικῶς μεταξὺ τῶν συνδεδεμένα»!); Ἀλοίμονον, ἀνήκουστος προδοσία!Ἀπορρίπτομεν τὴν ὀρθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αὐτὸν τὸν ὀργανικὸν δεσμὸν μετὰ τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ καὶ τοῦ παναχράντου Τοῦ Σώματος –τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Πατέρων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων– καὶ θέλομεν νὰ γίνωμεν «ὀργανικὰ μέλη» τοῦ αἱρετικοῦ, οὐμανιστικοῦ, ἀνθρωποπαγοῦς καὶ ἀνθρωπολατρικοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ 263 αἱρέσεις, ἡ δὲ κάθε μία ἀπὸ αὐτὰς πνευματικὸς θάνατος! Ὡς Ὀρθόδοξοι, εἴμεθα «μέλη Χριστοῦ». «Ἄρα οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, ποιήσω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Καὶ ἡμεῖς τοῦτο πράττομεν διὰ τῆς «ὀργανικῆς» συνδέσεώς μας μετὰ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰ μὴ ἀναβίωσις τῆς ἀθέου ἀνθρωπολατρείας – εἰδωλολατρείας. (ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ» ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ,  ἀρχιμανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς)».
 Ὁ ἅγιος λοιπόν Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς θεωρεῖ προδοσία τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε., ἡ δέ προδοσία εἶναι ἄρνησις τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ  ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς θεωρεῖ ὅτι δέν εἶναι τίποτε.
Ἐδῶ πρέπει νά τονίσωμε ὅτι ἀποτελεῖ μέθοδο καί γραμμή τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν νά ἰσχυρίζωνται ὅτι αὐτό καί ἐκεῖνο δέν εἶναι τίποτε και, ἔτσι, νά ἀθετοῦν μία–μία τίς Ὀρθόδοξες Παραδόσεις, νά ἀμβλύνουν τό Ὀρθόδοξο κριτήριο καί νά δημιουργοῦν καινούρια παράδοσι στίς σχέσεις μέ τούς αἱρετικούς. Ἔτσι λοιπόν καί ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, ἀκολουθώντας πιστά τήν γραμμή τῶν Οἰκουμενιστῶν ἰσχυρίστηκε στήν συζήτησι ὅτι ἡ ἔνταξις τῶν Ὀρθοδόξων στό Π.Σ.Ε. δέν ἔχει τίποτε τό μεμπτόν, δέν ἔχει ἐκκλησιαστικές διαστάσεις, ἀλλά εἶναι ἁπλῶς μία συνεργασία σέ καθαρά κοινωνικό ἐπίπεδο,
Ἐδῶ εἶναι  ἀνάγκη νά προσθέσουμε ὅτι ὅλα (κυριολεκτικά ὅλα) ὅσα ὑποστηρίζουν οἱ Ἀντιοικουμενιστές, τά ὑποστηρίζουν πάντοτε μέ τό θράσος χιλίων Καρδιναλίων καί ποτέ (κυριολεκτικῶς ποτέ) δέν προσάγουν πρός στήριξι τῶν ἀπόψεων καί θέσεών των κάποιο ἁγιογραφικό χωρίο ἤ ἕναν Κανόνα ἤ κάποια διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Αὐτό συνέβη καί στίς δικαιολογίες πού  προέβαλε ὁ Μητροπολίτης  γιά τήν  ἔνταξι καί συμμετοχή  του στό Π.Σ.Ε.
Οἱ πλάνες ὅμως τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς, ὅπως ἀπεκαλύφθησαν στήν Ἡμερίδα, τήν ὁποία διοργάνωσε ὁ ἴδιος γιά νά δικαιολογήση τόν συναγελασμό του μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, ἔχουν ἀμέτρητο βάθος καί πρέπει νά τίς παρουσιάσωμε πρός ἐνημέρωσι τῶν Ὀρθοδόξων ἀνησυχούντων καί εὐαισθητοποιημένων πιστῶν.
Γιά νά ἀθετήση, ἐπί παραδείγματι, τήν διδασκαλία τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῶν Ἁγίων περί διακοπῆς μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν ποιμένων, ἀνέφερε εἰς τήν διεξαχθεῖσα συζήτησι τά ἑξῆς: «Ἐσεῖς π. Εὐθύμιε ποιόν Ἐπίσκοπο μνημονεύετε; Μνημονεύετε “πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων”. Μά τί εἶστε, ὑπερσύνοδος καί μνημονεύετε “πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων”; Ποῖος Κανόνας τό προβλέπει αὐτό, στήν Ἐκκλησία μας ἕνας πρεσβύτερος νά μνημονεύη πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων; Καί ποῖος ἅγιος Πατέρας τό ἔκανε αὐτό στήν Ἐκκλησία;».
Ἐδῶ ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ ἐνθυμήθηκε τούς ἱερούς Κανόνες καί τούς ἁγίους Πατέρες. Τώρα πιστεύω ὅτι  καθίσταται πασιφανές γιατί δέν ἐνθυμεῖται τούς ἱερούς Κανόνες καί τούς Ἁγίους, ὅταν συναγελάζεται ὡς ἰσότιμο μέλος μέ τούς αἱρετικούς τοῦ Π.Σ.Ε., ὅταν εἶναι ἐνσωματωμένος μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, τούς ὁποίους μάλιστα καί ἀνεθεμάτισε ἀπό ἄμβωνος τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν διδάσκει ὅτι δέν μολύνεται ἀπό τήν ἐνσωμάτωσι αὐτή, ὅταν μεταθέτει τά ὅρια τῆς ἀποτειχίσεως στό κοινό ποτήριο κλπ., ἤ καί ὅταν, τέλος πάντων, ὑπογράφει τά διαζύγια γιά ὁποιονδήποτε λόγο καί τίς ἄδειες γιά δεύτερους καί τρίτους μοιχικούς γάμους, σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τῆς πολιτείας.
Ἐμεῖς ὅμως, παρὰ ταῦτα, πρέπει νά ἀπαντήσωμε στήν ἔνστάσί του αὐτή, γιά νά μήν δώσωμε ἔστω τήν παραμικρή ὑποψία ὅτι αὐθαιρέτως βαδίζομε, χωρίς νά συμμορφωνώμεθα καί νά ἀκολουθοῦμε τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ὅπως πράττουν αὐτοί. Κατ’ ἀρχάς λοιπόν ἡ ἔκφρασις «ὑπέρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων» εἶναι λειτουργική ἔκφρασις καί δέν εἶναι ἐπινόησις δική μας. Στή Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου μετά τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων ὁ λειτουργῶν ἱερεύς ἀναφέρει μυστικῶς τά ἑξῆς: «Μνήσθητι Κύριε πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων τῶν ὀρθοτομούντων τόν λόγον τῆς Σῆς ἀληθείας. Μνήσθητι Κύριε κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου καί τῆς ἐμῆς ἀναξιότητος∙ συγχώρησόν μοι πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καί ἀκούσιον κλπ.».
Στήν  ἀκολουθία ἐπίσης τοῦ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ ὁ ἱερεύς, λίγο πρίν τήν εὐχή τῆς ἐπικλήσεως, ἀναφέρει πάλι τήν ἴδια μνημόνευσι: «Μνήσθητι Κύριε, πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων τῶν ὀρθοτομούντων τόν λόγον τῆς Σῆς ἀληθείας καί παντός ἱερατικοῦ και μοναχικοῦ τάγματος καί τῆς σωτηρίας αὐτῶν. Μνήσθητι Κύριε, τῶν μισούντων καί ἀγαπώντων ἡμᾶς κλπ.».
Ἀσφαλῶς ὅταν ἀναφέρει ὁ ἱερεύς τίς λειτουργικές αὐτές εὐχές δέν καθιστᾶ τόν ἑαυτόν του ὑπερσύνοδο, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς, καί πρέπει ἐδῶ, ὡς ἐν παρόδῳ, νά τονίσωμε ὅτι ἡ συγκεκριμένη εὐχή ἀποκλείει τήν μνημόνευσι οἱουδήποτε Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος δέν ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας. Ὁ ὀρθοτομῶν δέ τόν λόγον τῆς ἀληθείας Ἐπίσκοπος, κατά τόν Χρυσορρήμονα ἅγιο, εἶναι αὐτός πού τέμνει τά νόθα  (ὁμιλία Ε΄ στήν πρός Τιμόθεον ἐπιστολή P.G. 62, 626). Ἀποκλείεται, ὡς ἐκ τούτου ἡ λειτουργική μνημόνευσις τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων, διότι αὐτοί δέν τέμνουν τά νόθα, ἀλλά τά εἰσάγουν. Ἀποκλείεται ἐπίσης ἡ μνημόνευσις καί τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν Ἐπισκόπων, διότι καί αὐτοί εἰσάγουν τά νόθα, ἐπειδή συμπορεύονται μέ τούς Οἰκουμενιστές, τούς ἀναγνωρίζουν ὡς ὀρθοτομοῦντες τόν λόγον τῆς ἀληθείας, ἔχουν πολλές πλάνες καί αἱρέσεις καί τό κυριώτερο σιγοντάρουν τήν αἵρεσι καί ἐμποδίζουν ἀπό τήν σωτήριο ὁδό τῆς ἀποτειχίσεως τούς ἀνησυχοῦντας Ὀρθοδόξους.
Ὁ σκοπός ὅμως, ὅπως φαίνεται, τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ δέν εἶναι, νά μᾶς ὑποδείξη τί πρέπει, ὡς ἀποτειχισμένοι,  νά μνημονεύωμε, ἀλλά νά ἀκυρώση τήν ἴδια τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως καί, βεβαίως, τήν πατερική ὁδό τῆς ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἀποτειχίσεως. Στό Ἅγιον Ὄρος οἱ ἀποτειχισμένοι, ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, πατέρες ἀναφέρουν κανονικά τήν λειτουργική αἴτησι, χωρίς νά ἀναφέρουν τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχη. Λέγουν γιά παράδειγμα«ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν, τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας κλπ.», ὅπως ἐπίσης «Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν, ὅν χάρισαι ταῖς ἁγίαις Σου Ἐκκλησίαις σῶον, ἔντιμον κλπ.».
Ὁ μακαριστός π. Νικόδημος Μπιλάλης σέ προσωπική συζήτησι πού εἴχαμε κάποτε μοῦ εἶχε ἀναφέρει ὅτι ἀπό μελέτες πού ἔκανε διεπίστωσε ὅτι εἶναι ὀρθότερον διά τούς Ἀποτειχισμένους ἡ  ἐπίκλησις τῆς λειτουργικῆς ἐκφράσεως«ὑπέρ πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων» καί αὐτήν ἀπαιτοῦσε νά ἐκφωνῆται ἀπό τούς ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσαν στό κελί του στό Ἅγιον Ὄρος.  Τήν εἶχε μάλιστα καταγεγραμμένη καί παρατιθεμένη ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ τοῦ κελιοῦ του, γιά νά εἶναι ὁρατή στούς ἱερεῖς πού λειτουργοῦσαν.
Ἄν λοιπόν τό πρόβλημα τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς εἶναι τό τί πρέπει νά ἀναφέρουν οἱ διακόπτοντες τήν μνημόνευσι τοῦ Ἐπισκόπου λόγῳ αἱρέσεως, νά μᾶς τό ὑποδείξη καί ἄν εἶναι σύμφωνο μέ τίς Γραφές καί τούς Ἁγίους, εὐχαρίστως θά τό ἀκολουθήσωμε. Ἄν ὅμως ὁ σκοπός του εἶναι νά ἀκυρώση τήν πατερική ὁδό τῆς διακοπῆς τῆς  μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, τότε ἀποδεικνύεται μέγας ὑποκριτής καί προσπαθεῖ νά φθάση στόν ἐπιδιωκόμενο σκοπό «δι’ ἄλλης ὁδοῦ», ὅτι δῆθεν δέν εἶναι σωστή ἡ ἔκφρασις πού χρησιμοποιοῦμε. Ἄλλωστε οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι δέν στεκόμεθα στίς λέξεις, ἀλλά στά νοήματα καί στά πράγματα και, στήν προκειμένη περίπτωσι, ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὄχι τό τί θά ποῦμε, ἀλλά τί πράττομε μέ αὐτό τό ὁποῖο λέγομε.
    Ἀπό τήν διεξαχθεῖσα συζήτησι ἀποδείχθηκε αὐτό, τό ὁποῖο ἐμεῖς τό ἔχουμε κατανοήσει πλήρως, πλήν ὅμως κάποιοι θέλουν νά ἐθελοτυφλοῦν καί νομίζουν ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἀκολουθοῦν πιστά τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων. Αὐτό λοιπόν τό ὁποῖο διεπιστώσαμε εἶναι ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἔχουν δημιουργήσει δική τους παράδοσι καί δική τους θεολογία καί δι’ αὐτό ἀδιαφοροῦν πλήρως διά τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων.
   Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως ὁ π. Μάξιμος Βαρβαρής, ὁ ὁποῖος ἦτο παρών στήν Ἡμερίδα, διά νά ἀποδείξη ὅτι οἱ εἰσηγητές δέν ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ἐπαρουσίασε ἕνα θαυμάσιο χωρίο τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τό ὁποῖο ἐδίδασκε ξεκάθαρα ὅτι καί Ὀρθόδοξο φρόνημα νά ἔχη κάποιος, ἐφ’ ὅσον ἀκολουθεῖ, συνοδοιπορεῖ καί εἶναι ἐνσωματωμένος μέ τούς αἱρετικούς καταδικάζεται καί αὐτός ὅπως καί ἐκεῖνοι.  Ἡ διδασκαλία  αὐτή τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἶναι ἀπό ἐπιστολή πρός τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων καί ἀναφέρει τά ἑξῆς:
«...οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν, οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (Φατ. 276, 411,68). Τά ἴδια ἀναφέρει ὁ ὅσιος καί σέ ἐπιστολή του πρός τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας: «οἱ μέν τέλεον ναυαγήσαντες περί τήν πίστιν, οἱ δέ, εἰ καί τούς λογισμούς οὐ καταποντισθέντες, τῇ δέ αἱρετικῇ κοινωνίᾳ ἐξ ἡμισείας δέει σωματικοῦ θανάτου συγκινδυνεύοντες...» (Φατ. 275,407,42).
Οἱ Ἀντιοικουμενιστές, βέβαια, δέν πιστεύουν στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί δι’ αὐτό ἔχουν δημιουργήσει τήν νεοποχίτικη θεωρία ὅτι κάποιος δέν βλάπτεται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, ἀρκεῖ νά ἔχη ὀρθόδοξο φρόνημα καί νά μήν ἀποδέχεται τίς αἱρέσεις των. Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐτόνισε καί ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς γιά νά δικαιολογήση τήν ἰσότιμο ἔνταξι τῶν Ὀρθοδόξων (καί τοῦ ἑαυτοῦ του) στό Π.Σ.Ε. Τό παράδοξο εἶναι ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές δέν αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη νά ἀντικρούσουν τήν ἁγιογραφική καί πατερική διδασκαλία μέ ἀνάλογη διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρών καί δι’ αὐτό, ὅταν τούς παρουσιάζωμε αὐτήν τήν διδασκαλία ἤ ἀλλάζουν θέμα ἤ μᾶς λέγουν ὅτι ἐμεῖς δέν ἑρμηνεύουμε σωστά τίς Γραφές καί τούς Ἁγίους ἤ καταλήγουν στήν ἀγαπητή καί προσφιλῆ τους μέθοδο τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τήν ὁποία ἔχουν ἀναγάγει σέ ἐπιστήμη γιά νά παρουσιάσουν τούς ἑαυτούς των ὑπερμάχους τῆς πίστεως. Εἶναι λυπηρό νά ὑπάρχουν περισσότερα ἀπό εἴκοσι ἁγιογραφικά χωρία τά ὁποῖα ὁμιλοῦν γιά τήν ἀποτείχισι ἀπό τούς αἱρετικούς, καί ἑκατοντάδες πατερικά, καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές νά μισοῦν κυριολεκτικά τήν ἀποτείχισι καί νά βολεύωνται στόν συναγελασμό, στήν συνύπαρξι καί στήν ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς.
Ἕνα ἄλλο θέμα τό ὁποῖο ἐτέθη στή συζήτησι καί κατέστη καί αὐτό αἰτία νά ἀποκαλυφθοῦν πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί ἦτο καί το θέμα τῆς ἁγιότητος τοῦ π. Ἰωσήφ τοῦ Σπηλαιώτου, τοῦ Ἁγιορείτου καί ἡσυχαστοῦ. Κάποιος ἀδελφός ἀπηύθηνε στούς εἰσηγητές τήν ἐρώτησι, ἄν τόν ἀποδέχωνται γιά ἅγιο.  Τότε ὁ π. Παῦλος Δημητρακόπουλος ἔπλεξε τό ἐγκώμιο τοῦ π. Ἰωσήφ τοῦ Σπηλαιώτου καί ἡσυχαστοῦ, εἶπε ὅτι εἶναι μέγας ἅγιος, ὅτι ἐπροσκύνησε σέ ἕνα παλαιοημερολογίτικο μοναστήρι τά λείψανά του, τά ὁποῖα εὐωδίαζαν, καί ὅτι εἶναι καί ὁ ἴδιος πνευματικός ἀπόγονος τοῦ γέροντος π. Ἰωσήφ. Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἀδελφός τοῦ ἐτόνισε ὅτι ὁ π. Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης μέχρι τόν θάνατό του δέν ἐμνημόνευε ἐπίσκοπο, ὅπως ἐπίσης δέν ἐμνημόνευαν καί τά πνευματικά του παιδιά, π. Χαράλαμπος στοῦ Μπουραζέρη καί π. Ἐφραίμ  ὁ  Φιλοθεΐτης, μέχρι πού ἐπῆγαν στά μοναστήρια τῆς Φιλοθέου καί Διονυσίου. Μάλιστα ἐτονίσθη ὅτι ἐπῆγαν στά μοναστήρια ὑπό τόν ὅρο νά μνημονεύουν τόν Πατριάρχη.
Ὁ συντονιστής τῆς Ἡμερίδος π. Παῦλος Δημητρακόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔκανε καί χρέη  ὑπασπιστοῦ τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος καί κατηύθυνε τήν συζήτησι στό ποθούμενο καί ἐπιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, φυσικά ἐξεμάνη καί δέν ἐδέχθη ὅτι ὁ π. Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης δέν ἐμνημόνευε μέχρι τόν θάνατό του, ὅπως καί τά πνευματικά του τέκνα, μέχρι πού ἐπῆγαν στά προαναφερθέντα μοναστήρια. Ἐμεῖς, πρός πληροφόρησι τῶν ἀδελφῶν καί διακρίβωσι τῆς ἀληθείας, ἐρευνήσαμε ἀπό μαρτυρίες τῶν πνευματικῶν παιδιῶν τοῦ π. Ἐφραίμ στόν Βόλο, καί μάλιστα παλαιῶν μοναχῶν δικῶν του, καί μᾶς διαβεβαίωσαν ὅτι τούς συνεβούλευε τήν περίοδο αὐτή, πρίν πάει δηλαδή στήν Ἱ. Μονή τῆς Φιλοθέου, νά μήν μνημονεύουν Ἐπίσκοπο λόγῳ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Εἰς μάτην, ἐπίσης, τοῦ ἀναφέραμε ὅτι εἴμεθα παρόντες στίς Θ. Λειτουργίες στοῦ Μπουραζέρη καί στά Κατουνάκια στό κελί τοῦ π. Ἐφραίμ τοῦ Κατουνακιώτη, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί δέν ἐμνημόνευαν.
Ἀπέφυγε ἐπίσης νά ἀπαντήση στήν ἐρώτησι τοῦ ἰδίου ἀδελφοῦ, ἄν, ὅσοι ἁγιορεῖτες ἀποτειχίστηκαν κατά τήν τριετία 1970-1973 ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ἦσαν ἐκτός Ἐκκλησίας καί ἄν, ὡς ἐκ τούτου, τά μυστήριά των ἦσαν ἄκυρα. 
Ἀπό ὅλα αὐτά διαφαίνεται ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, πέραν τοῦ ὅτι μισοῦν καί πολεμοῦν τήν ἀποτείχισι καί τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως, προβάλλουν ὡς Ἁγίους αὐτούς τούς συγχρόνους γέροντες, οἱ ὁποῖοι τούς ἐξυπηρετοῦν στόν σκοπό τους και, κυριολεκτικῶς, θάβουν στήν ἀφάνεια καί λησμοσύνη ὅσους ἀποτειχίστηκαν καί διέκοψαν τήν μνημόνευσι τῶν Οἰκουμενιστῶν. Στήν προκειμένη  μάλιστα περίπτωσι ὁ π. Παῦλος ἀναγκάστηκε νά ὁμολογήση τήν ἁγιότητα τοῦ π. Ἰωσήφ, τοῦ  ἡσυχαστοῦ ἁγιορείτου καί τίς προσωπικές του ἐμπειρίες, πλήν ὅμως ποτέ δέν ὁμιλοῦν δι’ αὐτόν, οὔτε τόν προβάλλουν ὡς παράδειγμα, προφανῶς ἐπειδή ἦτο ὡς  τό τέλος τῆς ζωῆς του ἀποτειχισμένος.
Στό σημεῖο αὐτό, δεδομένης τῆς εὐκαιρίας, πρέπει νά ἀναφέρωμε καί μία ἄλλη ἀπάτη καί πονηρή μέθοδο τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν. Ὅταν διαπιστώσουν ὅτι κάποιος καταφέρεται ἐναντίον τῶν συγχρόνων γερόντων ὡς ἐκ καθέδρας καί ἀπό θέσεως ἰσχύος, ὠρύονται καί ἐξαπολύουν μύδρους καί κεραυνούς ἐναντίον του, ἀπακαλώντας τον ἁγιομάχο κλπ. Ὅταν πάλι τούς ἐγκαλοῦμε γιά τήν ἀντιπατερική καί ἀντιαγιογραφική στάσι των, ἐκεῖ ἀκολουθοῦν τήν μέθοδο τῆς σωτηρίου σιωπῆς καί τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἐνῶ, ὅταν πιέζονται πολύ καί πρέπει κάτι νά ἀναφέρουν, περιορίζονται στήν τακτική τῶν συγχρόνων γερόντων.
Δέν καταλαβαίνουν ὅμως, οἱ δυστυχεῖς, ὅτι κατ’ οὐσίαν αὐτοί εἶναι ἁγιομάχοι, διότι μάχονται τήν διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων γιά τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῶν Ὀρθοδόξων. Εἶναι  ἐπίσης ἁγιομάχοι, διότι προβάλλουν τήν λανθασμένη τακτική, στό σημεῖο αὐτό, τῶν συγχρόνων γερόντων καί διαγράφουν τοιουτοτρόπως ὅλη τήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως Ὀρθόδοξο Παράδοσι, δημιουργοῦν δέ διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἄλλη Γραφή καί ἄλλη Παράδοσι, αὐτήν δηλαδή τοῦ ἐφησυχασμοῦ, τοῦ βολέματος καί τοῦ χαρτοπολέμου.  Εἶναι  τέλος ἁγιομάχοι διότι ἀνεγνώρισαν ὡς ἅγιο τόν  ἐθνομάρτυρα Χρυσόστομο Σμύρνης τόν Μασῶνο, οἰκουμενιστή, πατριδολάτρη, ἀρχαιολάτρη, ἀντιμοναχιστή, δυτικολάτρη κλπ. κλπ. καί τόν ἐτοποθέτησαν, νά τόν προσκυνᾶ ὁ λαός, δίπλα στούς πραγματικούς Ἁγίους, πρός ἐξευτελισμό τῶν Ἁγίων καί ὁλοκλήρου τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Κατά τά ἄλλα βεβαίως ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς καταπολεμᾶ τόν Οἰκουμενισμό καί τήν Μασωνία καί θεωρεῖται ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.
Πρέπει ἀκόμη νά τονίσωμε ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι δέν θά ἀνεγνώριζαν ὡς ἅγιο κάποιον, ὁ ὁποῖος δέν ἐξυπηρετεῖ τά σχέδιά των καί ἐδῶ ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ πλάνη τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, διότι προβάλλοντας τούς συγχρόνους γέροντες δέν πράττουν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἐκμεταλλεύωνται καί αὐτούς τούς συγχρόνους γέροντες, οἱ μέν δηλαδή Οἰκουμενιστές γιά νά ἑδραιώσουν τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ δέ Ἀντιοικουμενιστές γιά νά ἑδραιώσουν τίς θεωρίες των, οἱ ὁποῖες ἀντιμάχονται τήν Ἁγ. Γραφή καί τούς Ἁγίους. Ὑπό αὐτήν τήν ἔννοια στό σημεῖο αὐτό Οἰκουμενιστές καί Ἀντιοικουμενιστές συμφωνοῦν καί συμπορεύονται ἔστω καί μέ διαφορετικό σκοπό ὁ καθένας.
Προσφάτως ἐδιάβαζα σέ ἕνα περιοδικό Παλαιοημερολογιτῶν ὅτι καί αὐτοί προτίθενται νά ἀναγνωρίσουν τρεῖς-τέσσερεις ἁγίους, μεταξύ δέ αὐτῶν καί τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο Καβουρίδη. Ἀντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς, ὅτι οἱ Ἅγιοι ἀντί νά θεραπεύσουν τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θά τήν διευρύνουν ὁ καθένας μέ τόν τρόπο του, καί βεβαίως οἱ μέν θά πολεμοῦν τούς Ἁγίους τῶν δέ, γιά νά ἀποδεικνύωμε καί ἐμπράκτως ὅτι εἴμεθα στά ἔσχατα χρόνια, στά ὁποῖα θά ἐπικρατεῖ ἡ σύγχυσις καί ὁ ἀποπροσανατολισμός, ὄχι μόνον μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί μεταξύ τῶν Ἁγίων. Ἤδη δέ οἱ Ἀντιοικουμενιστές παρουσιάζουν τούς Ἁγίους ὡς ἀντιμαχομένους, ἐφ’ ὅσον οἱ σύγχρονοι Ἅγιοι δέν συμφωνοῦν μέ τούς παλαιούς στήν ἐν καιρῷ αἱρέσεως πορεία τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ δέ Ἀντιοικουμενιστές συντάσσονται μέ τήν λανθασμένη, στό σημεῖο αὐτό, πορεία τῶν συγχρόνων Ἁγίων, ἐπειδή τούς βολεύει καί τούς ἐξυπηρετεῖ στήν δική τους πορεία.
Εἶναι ἀνάγκη νά τονίσωμε πρός ἐνημέρωσι τῶν Ὀρθοδόξων, ὅτι στήν διεξαχθεῖσα συζήτησι ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ ἀπεκάλυψε ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ θεσμός στήν Ἐκκλησία εἶναι συνοδικός, ἡ Σύνοδος ἀποφασίζει γιά ὅλα τά θέματα καί ὅλοι ὑποτάσσονται καί ἀκολουθοῦν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἔστω καί διαμαρτυρόμενοι. Εἶπε συγκεκριμένα, γιά νά δικαιολογήση τήν ἔνταξι καί συμπόρευσί του στό Π.Σ.Ε., ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν ἀποφασίζει ἕνας γιά ὅλους, ἀλλά ὅλοι γιά ὅλους.
Αὐτό βεβαίως ἀποτελεῖ πλάνη καί αἵρεσι, ἐφ’ ὅσον τό ἐπεκτείνει καί γιά τά θέματα τῆς πίστεως. Δηλαδή μέ ἄλλα λόγια ἡ Σύνοδος ἀποφασίζει, ἄν ἐγώ θά ἀνήκω στό Π.Σ.Ε., ἄν θά ἔχω ἀντιπροσώπους στούς διαλόγους καί στά «μαγειρέματα» τόν Μεσσηνίας καί τόν Δημητριάδος, ἄν θά θεωρῶ ἅγιο τόν Χρυσόστομο Σμύρνης καί ἄν τελικά θά σφραγισθῶ. Ἡ Σύνοδος λοιπόν εἶναι ὁ ρυθμιστής καί ὁ ἐκφραστής τῆς πίστεως ἑκάστου. Αὐτός εἶναι ὁ συνοδικός θεσμός τόν ὁποῖο ὑπεραμύνονται οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς καί αὐτός ὁ συνοδικός θεσμός δημιουργεῖ ἀνεύθυνα, ἄβουλα ὄντα καί κατευθυνόμενα ρομπότ. Οἱ Πατέρες ὅμως ποτέ δέν εἶδαν τόν συνοδικό θεσμό ἀνεξάρτητα ἀπό τήν Ὀρθοδοξία στήν πίστι, ἀλλά μόνο ὑπό τήν προϋπόθεσι τῆς διαφυλάξεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.
Αὐτός βεβαίως ὁ συνοδικός θεσμός, τόν ὁποῖο σθεναρῶς ὑπερασπίζονται οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ ἐπί τῶν Αἱρέσεων Γραφείου τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, εἰσάγει τούς πιστούς στήν αἵρεσι καί διασφαλίζει τήν μόνιμη παραμονή τους  εἰς αὐτήν. Αὐτός ὁ συνοδικός θεσμός διασφαλίζει τήν δεσποτοκρατία καί ἐκδιώκει τόν Χριστό μέ παπικό τρόπο ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὁμιλεῖ γιά ἄλλου εἴδους συνοδικό θεσμό, ὁ ὁποῖος σέβεται καί ἀκολουθεῖ τούς ἱερούς Κανόνες καί προστατεύει καί θωρακίζει τούς πιστούς ἀπό τήν αἵρεσι: «σύνοδος τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε καί ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσιν (κρείσσων γάρ , φησίν, εἷς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἤ μύριοι παραβαίνοντες), ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐν τῇ ἐρεύνῃ καί φυλακῇ τῶν κανόνων καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ᾿ ὡς δοκεῖ τῂ ἀληθείᾳ καί τῷ κανόνι καί τῷ γνώμονι τῆς ἀκριβείας. ἤ δείξωσιν οἱ συνελθόντες τοῦτοπεποιηκότες, καί ἡμεῖς σύν αὐτοῖς, ἤ, <εἰ> οὐ δεικνύουσιν, ἐκβαλέτωσαν τόν ἀνάξιον, ἵνα μή εἰς κατηγόρημα αὐτοῖς καί ταῖς μετέπειτα γενεαῖς παραδοθήσεται· ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ θεοῦ δεδέσθαι φύσιν οὐκ ἔχει, καί ἐξουσία τοῖς ἱεράρχαις ἐν οὐδενί δέδοται ἐπί πάσῃ παραβάσει κανόνος ἤ μόνον στοιχεῖν τά δεδογμένα καί ἕπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν» (Φατ. 24,66, 69).
Τελικά, θά εἴχαμε νά προτείνουμε στό γραφεῖο ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς νά ἀφαιρέσουν ἀπό τόν τίτλο του τήν λέξι «ἐπί», γιατί ἔτσι πιστεύουμε ὅτι θά τούς ἐκφράζει πλήρως ὁ τίτλος τοῦ γραφείου, καθόσον θά  ὑποδηλώνει  τά ἔργα καί τήν πορεία των.
Στήν συζήτησι ἐπίσης εἰπώθηκε ἀπό τόν π. Βασίλειο Παπαδάκη, μεταξύ ἄλλων, καί κάτι γιά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, τό ὁποῖο πρέπει νά σχολιάσωμε, διότι περιέχει πολύ δόλο καί ἀπάτη καί νομίζομε ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἦτο ὁ καταλληλότερος ἀπό τούς εἰσηγητές, διά τόν σκοπό καί στόχο τῆς στημένης αὐτῆς Ἡμερίδος, διότι ἀποδείχθηκε ἐπιστήμονας στήν διαστροφή καί στό ψεῦδος καί μάλιστα, ὅταν ὅλα τά ἐπενδύει μέ μία πρωτοφανῆ ἀληθοφάνεια.
Ἀνέφερε λοιπόν ὁ π. Βασίλειος τά ἑξῆς: «Ἐγώ σᾶς προκαλῶ ἐδῶ μπροστά σέ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους, νά μᾶς φέρετε μία ἐκκλησιαστική ἱστορία, μία διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ὄχι μία ἀκολουθία ἤ ἕνα τροπάριο ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν, νά μιλοῦν ὅτι ἐπαινοῦν τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, γιά τούς ἀγῶνες του κατά τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως.  Δέν ὑπάρχει, εἶναι ἀνύπαρκτη ἡ μοιχειανική αἵρεσις, ἐφεύρημα δεκαετιῶν ὀλίγων τῶν ἐνισταμένων καί τοῦ πατρός Θεοδωρήτου Μαύρου».
Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἔχει πρόβλημα μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί τό πρόβλημα νομίζομε ὅτι ἑστιάζεται εἰς τό ὅτι ὁ ὅσιος τοῦ χαλᾶ τά σχέδια καί κατακρημνίζει τίς θεωρίες του. Διότι ὁ μέν ὅσιος διδάσκει ὅτι ἡ δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις μίας καί μόνο εὐαγγελικῆς ἐντολῆς εἶναι    αἵρεσις, ὁ δέ π. Βασίλειος Παπαδάκης διδάσκει ὅτι σήμερα δέν ὑπάρχει αἵρεσις, καμμία αἵρεσις, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία ἀθετοῦνται δημοσίως καί συνοδικῶς, ὄχι μία ἀλλά πολλές εὐαγγελικές ἐντολές καί εἰδικά αὐτές πού ἀναφέρονται στήν σχέσι τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς.
Ἐδῶ ὑπενθυμίζομε τήν δήλωσι τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς Σεραφείμ, ὅτι ἡ Σύνοδος καθορίζει τήν πορεία τῶν Ὀρθοδόξων, τήν σχέσι τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς π.χ. τήν ἔνταξι στό Π.Σ.Ε., τήν ἐκλογή τῶν ἀντιπροσώπων, ὥστε νά σταλοῦν οἱ πλέον ἄχρηστοι καί ἀκατάλληλοι, τήν συμμετοχή στούς λεγομένους θεολογικούς διαλόγους, τήν ἄδεια γιά συμπροσευχές καί συνιερουργίες, τήν ἀναγνώρισι τῶν Μασώνων καί αἱρετικῶν ὡς ἁγίων, τήν ὑπογραφή τῶν διαζυγίων γιά λόγους πού δέν προβλέπονται ἀπό τό εὐαγγέλιο κλπ.
Σχολιάζοντας λοιπόν τά λόγια αὐτά τοῦ π.  Βασιλείου Παπαδάκη, πέραν τῆς ἐμπαθείας πού διαφαίνεται εἰς αὐτά ἐναντίον τοῦ ὁσίου, πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι διακρίνονται ἀπό μία ἐξωτερική ἀληθοφάνεια, ἡ ὁποία ὅμως ἔγινε γιά ἄλλο λόγο καί σκοπό καί ὁ π. Βασίλειος τό ἐκμεταλλεύεται γιά νά ἀκυρώση τήν ὁμολογία τοῦ ὁσίου, ἡ ὁποία, ὅπως προαναφέραμε, ἔρχεται σέ πλήρη καί ἐκ διαμέτρου ἀντίθεσι μέ τήν ἰδική του νεοεποχίτικη διδασκαλία.
Ἡ ἀλήθεια λοιπόν εἰς τό σημεῖο αὐτό εἶναι ὅτι οἱ ἱστορικοί καί οἱ ὑμνογράφοι, πλήν τῶν βιογράφων του, ἀποφεύγουν νά ἐπαινέσουν τήν ὁμολογία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἰς τό θέμα τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, ὄχι γιατί δέν εἶναι ὀρθή καί κατά πάντα σύμφωνη μέ τό Εὐαγγέλιο, οὔτε διότι ἐστρέφετο ἡ ὁμολογία αὐτή ἐναντίον ἱεραρχικῶς ἀνωτέρων του, ἀλλά διότι ἐστρέφετο ἐναντίον μεγάλων Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι μέ ἀγαθό σκοπό καί γιά τήν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας ἐδέχθηκαν τήν παρανομία στόν εὐαγγελικό νόμο ὡς οἰκονομία. Ἄν λοιπόν οἱ ἱστορικοί καί οἱ ὑμνογράφοι ἐπαινοῦσαν φανερά τόν ὅσιο, θά ὑποβίβαζαν ἀσφαλῶς τούς δύο μεγάλους ἁγίους, Ταράσιο καί Νικηφόρο, κατά τῶν ὁποίων ἐστρέφετο ὁ ὅσιος.
Ἐπίσης ἄν οἱ ἱστορικοί καί οἱ ὑμνογράφοι ἐκθείαζαν τόν ὅσιο γιά τήν ὁμολογία του αὐτή, θά ἐπαρουσίαζαν τούς Ἁγίους ἀντιμαχομένους, σέ σημεῖο μάλιστα διακοπῆς τῆς μεταξύ των ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Ἔτσι σήμερα  γιά παράδειγμα ἐκθειάζουν τούς συγχρόνους γέροντες οἱ ἀφελεῖς Ἀντιοικουμενιστές μέ κακό σκοπό καί πρόθεσι, πρός ἐφησυχασμό καί χαρτοπόλεμο καί δημιουργοῦν αὐτήν τήν ἀντίθεσι μεταξύ τῶν Ἁγίων,  ἄλλα, δηλαδή, νά διδάσκουν οἱ παλαιοί Ἅγιοι καί ἄλλα οἱ σύγχρονοι γέροντες.  Αὐτό τό χάος μεταξύ τῶν Ἁγίων ἐδημιούργησε καί ἡ Σύνοδος, εἰς τήν ὁποία ἀσφαλῶς ἀνήκει ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, ὅταν ἁγιοποίησαν τόν Μασῶνο καί αἱρετικό Χρυσόστομο Σμύρνης.
Ὁ ἅγιος Ταράσιος μέσα στήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο εἶπε τά ἑξῆς, τά ὁποῖα βεβαίως ἐδέχθη ὁλόκληρη ἡ Σύνοδος: «Κατ’ οὐδέν τούς Πατέρας εὑρίσκομεν διαφωνοῦντας, ἀλλ’ ἐπί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος ὄντες πάντες τό αὐτό κηρύττουσιν καί διδάσκουσιν» καί ὀλίγον κατωτέρω: «Πανταχοῦ γάρ οἱ Πατέρες ἀλλήλοις σύμφωνοι εἰσίν, ἐναντίωσις δέ οὐδεμία ἔνεστιν αὐτοῖς∙ ἀλλ’ ἐναντιοῦνται αὐτοῖς οἱ τάς οἰκονομίας καί τούς σκοπούς αὐτῶν μή ἐπιστάμενοι» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τόμ. Γ΄, σελ. 237 καί 241).
Μέσα λοιπόν σ’ αὐτό τό πνεῦμα ὄντες οἱ ἱστορικοί καί οἱ ὑμνογράφοι δέν ἐπαινοῦν τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη δι’ αὐτήν του τήν ὁμολογία, προκειμένου δηλαδή νά μήν ὑποτιμήσουν καί ὑποβαθμίσουν τούς δύο μεγάλους ἁγίους, Ταράσιο και Νικηφόρο
 Τόν ἔπαινο ὅμως διά τήν ἔνστασι καί ὁμολογία τοῦ ὁσίου ἐξ αἰτίας τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως τόν ἀπέδωσαν πρῶτοι στόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη οἱ ἴδιοι οἱ δύο αὐτοί Πατριάρχες, Ταράσιος καί Νικηφόρος, οἱ ὁποῖοι καί ὡμολόγησαν μετά τήν ἀποκατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας των μέ τόν ὅσιο, ὅτι ὁ ὅσιος καλῶς ἔπραξε καί σύμφωνα μέ τίς Γραφές καί τούς Κανόνες.
Τόν ἔπαινο ἐπίσης, τόν ἀπέδωσαν στόν ὅσιο οἱ δύο Πατριάρχες, διότι ἀκολούθησαν κατά γράμμα, θά λέγαμε, τίς ὑποδείξεις του, καθαιρώντας τόν ἱερέα Ἰωσήφ καί ἀποκλείοντας ἔτσι κάθε νέα παράβασι γιά τέλεσι μοιχειανικῶν γάμων.
Τόν ἔπαινο ἀκόμη τόν ἀπέδωσε στόν ὅσιο ὅλη ἡ Κων/πολις, διότι ὑποδέχθηκαν ἅπαντες τόν ὅσιο ἀπό τήν ἐξορία ὡς μέγα ὁμολογητή καί φύλακα τῆς πίστεως.
Τόν ἔπαινο τόν ἀπέδωσε στόν ὅσιο ὁ ἴδιος ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος τόν ἀπεκάλεσε μιμητή τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ.
Τόν ἔπαινο τόν ἀπέδωσε στόν ὅσιο ὅλη ἡ αὐτοκρατορία, στά πέρατα τῆς ὁποίας ἔφτασαν τά κατορθώματά του, οἱ δέ Θεσσαλονικεῖς, ὅταν ἐχήρευσε ὁ ἐπισκοπικός των θρόνος, ἐζήτησαν ὡς Ἐπίσκοπο καί ποιμένα των τόν ἐξορισθέντα εἰς τήν πόλι των, μαζί μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο  ἐξαιτίας τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, ἅγιο Ἰωσήφ, ἀδελφό τοῦ ὁσίου.
Τόν ἔπαινο, ἐν κατακλεῖδι, ἀπέδωσε στόν ὅσιο διά τήν μοιχειανική αἵρεσι, ἡ μετά τήν ἐπάνοδό του ἐκ τῆς ἐξορίας του διά τήν μοιχειανική αἵρεσι συρροή στή μονή του χιλίων περίπου μοναχῶν καί ἡ διά κάθε θέμα καί πρόβλημα ἐκζήτησις τῆς γνώμης του.
Θά ἀναφέρωμε δύο –τρεῖς μαρτυρίες ἀπό τούς βιογράφους τοῦ ὁσίου γιά νά δείξωμε τήν ἀλήθεια τῶν λόγων μας, ὡς πρός τήν τιμή καί τούς ἐπαίνους πού ἀπέδιδαν ἅπαντες στόν ὅσιο ἐξ αἰτίας τῆς ὁμολογίας του διά τήν μοιχειανική αἵρεσι καί τά ὑπόλοιπα πού ἀναφέραμε ἄς τά ἐρευνήσει ὁ π. Βασίλειος, χωρίς ἐμπάθεια καί προκατάληψι, γιά νά διδαχθῆ ἀπό τούς βιογράφους τοῦ ὁσίου τήν πραγματική ἀλήθεια.
«Ὁ δέ γε πατριάρχης (ὁ ἅγ. Νικηφόρος) καί πολλῷ πλέον, τήν μετά συνέσεως τοῦ ἀνδρός ἀποσεμνύνων παῤῥησίαν διαπαντός∙ καί διά τοῦτο, μηδέ τῆς πρός αὐτόν διαθέσεως καθυφέσθαι θελήσας ποτέ, μηδ’ ἐν αὐτῷ τῷ τῆς διαστάσεως καιρῷ∙ μή τήν γνώμην συνόλως μεταβαλεῖν∙ μή τήν τιμήν τήν ὑπερβαλλόντως ἐκεῖνον ἐτίμα, σμικρῦναι ἤ  καί βραχύ παραπέμψεσθαι…» (P.G. 99, 160 A).
Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου, ὅτι ὁ Πατριάρχης ἅγιος Νικηφόρος ἐπαινοῦσε τόν ὅσιο πάντοτε, ἀκόμη καί κατά τόν καιρό τῆς μεταξύ των ἐκκλησιαστικῆς διαστάσεως καί ποτέ δέν σταμάτησε νά τιμᾶ καί νά ἐπαινῆ τόν ὅσιο. Ἡ ἀναφορά αὐτή τοῦ βιογράφου εἶναι ἀπό τό σημεῖο τῆς ἐξιστορήσεως τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως.
Ἀναφέρομε ἐν συνεχείᾳ τήν διάθεσι τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ὡς πρός τόν Πατριάρχη ἅγιο Νικηφόρο γιά νά καταδείξωμε τήν μεταξύ τῶν Ἁγίων ἀχώριστον ψυχική ἑνότητα, ἔστω καί ὅταν διεφώνουν μεταξύ των, ὁ καθένας γιά θεάρεστον λόγο«Τούτοις ὁ Πατήρ  (ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης) καί γνώμης ὅπως εἶχε καί λογισμοῦ διαῤῥήδην ἐμφήνας, ἀποδιίσταται, ὡς ἔφημεν, συνόλως αὐτῶν, μηδενός τό παράπαν πεφροντικώς, μή βασιλέως τά δεινά ποιήσειν αὐτόν ἀπειλοῦντος, μή τῶν ἐκείνου συμφρόνων, μυρίαν αὐτῷ τήν βίαν ἐπαγόντων, μή τῶν ἄλλων τῇ ἀρχῇ συμπραττόντων, ἱερέων τε καί λοιπῶν τῶν ἐν τέλει. Μόνου γε μήν τοῦ πατριάρχου ἀπευκτήν ὅλως καί οὐδέ φορητήν τό παράπαν ἐνόμιζε τήν διάζευξιν∙ οἰονεί διχοτομίας ἑαυτοῦ ἐπαισθόμενος, καί ὀδύναις ἀῤῥήτοις διά ταύτην βαλλόμενος. Ἀλλ’ ἐπειδή οὐκ ἦν ἄλλως αὐτῷ τό συνοῖσον ἐλέσθαι, ἔμενε φέρων τά λυπηρά, πάντα μᾶλλον αἱρούμενος, ἤ τι πρᾶξαι τῶν μή δοκούντων Θεῷ, καί φανῆναι ἄντικρυς, ἄλλο τι πρό ἐκείνου τιμῶν» (P.G.99,157 B).
Ἐδῶ ὁ βιογράφος ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀφόρητη λύπη τοῦ ὁσίου κατά τήν δευτέρα ἀποτείχισι διά τήν μοιχειανική αἵρεσι ἦταν ὁ ἁποχωρισμός καί ἡ ἀπομάκρυνσίς του ἀπό τόν Πατριάρχη, ἅγιο Νικηφόρο. Ἔνοιωθε ὅτι ἐχώριζε τόν ἑαυτόν του στή μέση καί αἰσθανόταν ἀφόρητη ὀδύνη δι’ αὐτό, ἀλλά τό ὑπέφερε μέ πολύ πόνο διά νά μη δείξη διά τῶν πραγμάτων ὅτι προτιμᾶ κάτι ἀπό αὐτά πού δέν εἶναι ἀρεστά, οὔτε τά ἐνομοθέτησε ὁ Θεός. Αὐτή εἶναι ἡ ψυχική ἑνότης τῶν Ἁγίων, ἔστω καί ἄν κάποια φορά ἔλθουν σέ διάστασι.
Μία ἀκόμη ἀπόδειξις τῆς τιμῆς καί τοῦ ἐπαίνου πού ἀπολάμβανε ὁ ὅσιος ἀπό τόν ἅγιο Νικηφόρο: «Καί τί γάρ  ἦν ἀντιλεγόμενον ἤ πραττόμενον παρά  τῷ θεσπεσίῳ Νικηφόρῳ, ὅ μη τῇ κρίσει τοῦ Θεοδώρου ὑπήγετο καί τό ἔμπεδον αὐτόθεν ἐλάμβανεν;  εἴτε ὡς τῆς συμφερούσης μοίρας ὑπάρχον, εἴτε καί ὡς ἄλλως ἐχούσης∙  τοιούτως ἦν αὐτῷ αἰδέσιμος ὁ θεῖος Πατήρ ἡμῶν, καί τά δευτέρια μετ’ αὐτόν ἐν τῇ συνόδῳ τῶν ἐπισκόπων φέρων, σοφίᾳ τε καί τῇ περί τό θεῖον εὐσεβείᾳ πάντων ὑπειλημμένος» (P.G. 99, 284 D).
Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου ὅτι ὁ ἅγιος Νικηφόρος ὅ,τι ἔλεγε ἤ ἔπραττε τά ἔθετε ὅλα στήν κρίσι τοῦ ὁσίου γιά νά βεβαιωθῆ περί τῆς ὀρθότητός των. Ἐπίσης τοῦ εἶχε ἀποδώσει τήν δεύτερη μετά ἀπό αὐτόν θέσι μέσα στή Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων χάριν τῆς σοφίας καί εὐσεβείας του. Αὐτό εἶναι ὄντως κάτι σπάνιο καί πρωτοφανές, ἕνας ἱερέας δηλαδή καί ἡγούμενος νά ἔχη τήν δεύτερη θέσι μέσα στή Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων καί ἀσφαλῶς  ἀποδεικνύει περίτρανα τήν ἀπεριόριστον τιμή,  ἔπαινο  καί ἐκτίμησι τοῦ ἁγίου Νικηφόρου πρός τόν ὅσιο.
Καί ἕνα τελευταῖο χωρίο ἀπό τούς βιογράφους τοῦ ὁσίου, τό ὁποῖο ἀποδεικνύει τήν τιμή καί τόν ἔπαινο πού τοῦ ἀπέδωσε ὅλη ἡ οἰκουμένη διά τήν ὁμολογία του κατά τήν μοιχειανική αἵρεσι: «Διαφημίζεται δέ κατά τό μᾶλλον  ἔτι ἡ τοῦ Σακκουδίωνος προσηγορία, καί Θεόδωρος ἐν τοῖς ἁπάντων ἐμεγαλύνετο στόμασιν∙ καί τό ἔργον αὐτοῦ τῆς διά Θεόν ὑπερορίας εἰς πᾶσαν διατρέχει τήν ὑπ’ οὐρανόν» (P.G. 99, 257 C).
Καί ὀλίγο ἀνωτέρω ὁ βιογράφος σημειώνει τά ἑξῆς: «Ὅπερ ἵνα μή γένηται,(νά ἐπικρατήσουν δηλαδή στούς ἀνθρώπους τά σαρκικά πάθη, τῆς μοιχείας κλπ.)ἐν τοῖς προειρημένης ἀθληταῖς ἡ χάρις τοῦ παναγίου ἐκλάμψασα Πνεύματος, ἤλεγξεν ἀναφανδόν τῆς παρανομίας τό ἔργον∙ καί οὕτω μᾶλλον ὁ μέγας Θεόδωρος διαβοητότερος καθίσταται, μιμητής τοῦ Προδρόμου δεικνύμενος, καί Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, οὐ μόνον ἐν τοῖς περιοίκοις, ἀλλά καί πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης· ἐν γάρ τῇ Θεσσαλονικέων τόν ἅπαντα χρόνον τῆς Κωνσταντίνου βασιλείας περιφρουρούμενος πόλει, εἰς τάς ἐξωτάτω χώρας τά τῶν ἰδίων κατορθωμάτων ἀπέπεμπε  προτερήματα. Γεγράφηκε  δέ καί τῷ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης δι’ οἰκέιων αὐτοῦ μαθητῶν δῆλα ταῦτα καταστησάμενος∙ καί ἀπεδέχθη παρ’ αὐτοῦ μεγάλως, ὡς μή ὑποστειλάμενος ἀναγγεῖλαι τά φίλα Θεῷ∙ παρ’ οὗ καί ἀντίγραφα ἐδέξατο καταγεραίροντα αὐτοῦ τήν ὑπέρ τοῦ καλοῦ ἔνστασίν τε καί ἄθλησιν, ὡς ἐξισουμένην τῇ τοῦ θείου Προδρόμου ἀξιοπρεπῶς παῤῥησίᾳ» (P.G. 99, 256, B).
 πΒασίλειος Παπαδάκης δυστυχῶς ὁμολογεῖ ὅτι «εἶναι ἀνύπαρκτη μοιχειανική αἵρεσιςἐφεύρημα δεκαετιῶν ὀλίγωντῶν ἐνισταμένων καί τοῦ π.Θεοδωρήτου Μαύρου». Δηλαδή  ὁμολογία καί ἀποτείχισις τοῦ ὁσίουπού ἔγινεγνωστή σέ ὅλη τήν τότε οἰκουμένηπού ἀπεκόμισε τόν ἔπαινο καί τήν τιμή πρόςτόν ὅσιο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητοςπού ἔγινε αἰτία νά σταματήση  κατήφοροςτῶν ἀνθρώπων πρός τά σαρκικά πάθηοἱ ὁποῖοι ἔπιπταν  μάλιστα μέ τήν εὐλογίατῆς Ἐκκλησίαςαὐτή  ὁμολογία ἔμεινε ἄγνωστη στόν πΒασίλειο Παπαδάκη καίτήν ἐθεώρησε «ἐφεύρημα τῶν ἐνισταμένων καί τοῦ πΘεοδωρήτου Μαύρου».Ἐδῶ πρέπει νά ὁμολογήσωμε ὅτι ἄν κάποιος θέλει νά διαπιστώση τήν διαστροφή καί τήν πλάνη, τήν ἐθελοτυφλία καί τήν προπαγάνδα σέ ἀπεριόριστο καί ἀνεξέλεγκτο βαθμό, θά πρέπει νά μελετήση ὁπωσδήποτε τόν π. Βασίλειο.
Θά ἔλθωμε τέλος στήν ὑμνολογία πού ἀπέδωσε ἡ Ἐκκλησία πρός τόν ὅσιο γιά νά ἀποδείξωμε καί δι’ αὐτῆς ὅτι ἡ τιμή καί ὁ ἔπαινος πού τοῦ ἀπέδωσε ἀφοροῦν καί τίς δύο αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς του, γιά τίς ὁποῖες ἀγωνίστηκε. Ἁπλῶς ἀναφέραμε ἐξ ἀρχῆς ὅτι δέν τονίζουν τήν μοιχειανική αἵρεσι γιά νά μήν μειώσουν τούς δύο ἁγίους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι στήν προκειμένου περίπτωσι ἐτήρησαν τήν γραμμή τῆς οἰκονομίας.
Τό τρίτο τροπάριο τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Χάρις δαψιλὴς τοῦ Πνεύματος, ἱερομύστα σαφῶς, ἐξεχύθη σοῖς χείλεσι, καὶ πηγὴν ἀνέβλυσε, διδαγμάτων Θεόδωρε, τῆς εὐσεβείας δείξασα πρόμαχον, τῆς ἀληθείας σφοδρὸν συνήγορον, στῦλον ἑδραίωμα, ὀρθοδόξου πίστεως, μοναδικοῦ, βίου ἀκριβέστατον, κανόνα πάνσοφε».
Ἐδῶ παρατηροῦμε ὁ ὑμνογράφος νά ἀναφέρη ὅτι ὁ ὅσιος ἦτο πρόμαχος τῆς εὐσεβείας, συνήγορος σφοδρός τῆς ἀληθείας, στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Αὐτά ἀσφαλῶς χαρακτηρίζουν ὅλη τήν ζωή τοῦ ὁσίου, ἐπειδή δέν εἶναι δυνατόν ἡ δαψιλής χάρις τοῦ Πνεύματος νά ἀναδεικνύει σέ μερικές μόνο περιπτώσεις κάποιον ὡς πρόμαχος τῆς πίστεως καί σέ ἄλλες νά τόν ἀφήνη νά πλανηθῆ. Διότι ἐδῶ δέν πρόκειται γιά κάποια μικρά λάθη, στά ὁποῖα εἶχαν ὑποπέσει  καί οἱ Ἅγιοι γιά νά ταπεινώνωνται, ἀλλά γιά σοβαρά ἐκκλησιολογικά θέματα, ἀπό τά ὁποῖα ἠδύναντο νά πλανηθοῦν καί νά ἀπολεσθοῦν πολλοί ἄνθρωποι.
Στό κάθισμα τῆς τρίτης ὠδῆς ὁ ὑμνωδός ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Θεῖα δόγματα καταπλουτήσας, πίστιν ἔσωσας Ὀρθοδοξίας, προκινδυνεύσας ὑπὲρ ταύτης Θεόδωρε, ἐν ἐξορίαις ἀθλήσας καὶ μάστιξιν, ἐν φυλακαῖς καρτερήσας τὴν κάκωσιν· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».
Ἐδῶ πάλι θά ἠδυνάμεθα μετά βεβαιότητος νά ἰσχυρισθῦμε ὅτι ὁ ὑμνωδός πρωτίστως ἀναφέρεται στήν μοιχειανική αἵρεσι καί κατόπιν στήν εἰκονομαχική. Διότι στήν εἰκονομαχική δέν προεκινδύνευσε ὁ ὅσιος, ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἤδη στήν δευτέρα φάσι της, οὔτε ἦτο μόνος του, ἀλλά συναγωνίζοντο μέ αὐτόν καί πολλοί ἄλλοι ὁμολογητές, οὔτε ἔσωσε τήν πίστι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχαν καί τόσοι ἄλλοι Πατέρες πού τήν ὑπερασπίζοντο.  Ὅλα αὐτά ὅμως συνέβησαν στήν μοιχειανική αἵρεσι, διότι ἐκεῖ καί προεκινδύνευσε καί ἔσωσε τήν Ὀρθόδοξο πίστι, καθόσον ἡ οἰκονομία ἔτεινε νά καταστῆ νόμος στήν Ἐκκλησία, καί μάλιστα συνοδικῶς κατοχυρωμένος.
Στό δεύτερο τροπάριο τῆς ἕκτης ὠδῆς ὁ ὑμνωδός ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Μυρίζουσιν εὐπρεπῶς, δογμάτων οἱ θεῖοι λόγοι σου, καὶ ἐκ βυθοῦ τῶν κακῶν, αἱρέσεων ἅπαντας, ἀνάγουσι Πάνσοφε, τῆς ὀρθοδοξίας, πρὸς μετάρσιον ἀκρότητα». Ἐδῶ ὁ ὑμνωδός ὁμιλεῖ γιά αἱρέσεις καί πρέπει νά μᾶς διευκρινίση ὁ π. Βασίλειος ποιές αἱρέσεις εἶναι αὐτές, ἀπό τόν βυθό τῶν ὁποίων μᾶς ἀνάγει ὁ ὅσιος.
Στό δεύτερο τροπάριο τῆς ὀγδόης ὠδῆς ὁ ὑμνογράφος ἀναφέρει τά ἑξῆς:«Διὰ παντὸς τοῦ βίου σου, θεοφόρε Θεόδωρε, τῆς ὀρθοδοξίας, ὁδηγὸς γεγένησαι, φωστὴρ φαεινότατος, θεοειδὴς διδάσκαλος, τύπος Μοναστῶν, καὶ ἀκριβὴς νομογράφος, διδάσκων ἀναμέλπειν· Ἱερεῖς εὐλογεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας». Ἐδῶ πρέπει νά μᾶς ἐξηγήση ὁ π. Βασίλειος, πῶς ὁ ὅσιος «διά παντός τοῦ βίου του» ἦτο τῆς Ὀρθοδοξίας ὁδηγός, φωστήρ φαεινότατος, θεοειδής διδάσκαλος κλπ., τήν στιγμή κατά τήν ὁποία, ὅπως ἰσχυρίστηκε στήν εἰσήγησί του, ἔπεσε σέ πλάνη καί καταδικάστηκαν τά συγγράμματά του δῆθεν ἀπό δύο Συνόδους; Τό ἴδιο μαρτυρεῖ γιά τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου καί τό τέταρτο τροπάριο τῆς ἑνάτης ὠδῆς.
    Πρίν κλείσουμε τίς σκέψεις μας γιά τήν πονηρή αὐτή  καί ὕπουλη καί ὑστερόβουλη ἔνστασι τοῦ π. Βασιλείου Παπαδάκη, πρέπει νά ἀναφέρωμε ὅτι, ὅταν πρόκειται γιά διαφορές καί διενέξεις μεταξύ τῶν Ἁγίων, πάντοτε οἱ ἱστορικοί, οἱ Πατέρες καί οἱ ὑμνωδοί ἀφήνουν ἀσχολίαστα τά γεγονότα, ἤ καί τά παραπέμπουν κατά κάποιον τρόπο στή λήθη, διά νά μήν παρουσιάσουν τούς Ἁγίους ἀντιμαχομένους καί τοιουτοτρόπως δώσουν κακή μαρτυρία καί εἰκόνα δι’ αὐτούς στούς πιστούς.
Tέτοιες διενέξεις καί ἀντιπαλότητες ὑπῆρξαν μεταξύ τῶν Ἀποστόλων Παύλου καί Πέτρου, ὅταν ὁ Παῦλος τόν ἤλεγξε, ἐπειδή ὁ Πέτρος ἄλλοτε συμπεριφερόταν Ἰουδαϊκά καί ἄλλοτε ὄχι. Ὑπῆρξαν ἐπίσης μεταξύ τοῦ Παύλου καί τοῦ Βαρνάβα, ὅταν δημιουργήθηκε ἀνάμεσά τους παροξυσμός καί ἐχωρίστηκαν γιά νά κηρύξη ὁ καθένας σέ διαφορετικό μέρος.  Ἀκόμη ὑπῆρξαν μεταξύ τοῦ ἁγ. Κυρίλλου καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, διότι ὁ ἅγιος Κύριλλος δέν ἤθελε οὔτε κἄν νά καταγραφῆ ὁ Χρυσόστομος στά δίπτυχα τῶν Πατριαρχῶν τῆς Κων/πόλεως, ἀλλά τόν κατέτασσε μετά τοῦ Ἰούδα. Ἀκόμη ἀναμέσον τοῦ ἁγ. Φωτίου καί τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου μέ τίς μεταξύ των ἀλληλοκαθαιρέσεις. Ὅλα αὐτά προείπαμε ἔμειναν ἀσχολίαστα ἀπό τούς ἱστορικούς καί ὑμνωδούς καί τούς Πατέρες γιά τούς λόγους πού ἐξεθέσαμε. Ἡ περίπτωσις βεβαίως τῆς διενέξεως τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου μέ τούς δύο ἁγίους Πατριάρχες εἶναι ἴσως ἡ πλέον σημαντική, διότι ὁ ὅσιος ὡμιλοῦσε καθαρά γιά αἵρεσι, ἡ ὁποία καί ἐπικρατοῦσε στήν Ἐκκλησία λόγῳ τῆς στάσεως τῆς οἰκονομίας τήν ὁποίαν τηροῦσαν οἱ δύο Πατριάρχες.
 Πάντως, ὅπως συμπεράναμε,  ὁ π. Βασίλειος θέλει νά ἀθετήση τελείως τήν ὕπαρξι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως διά νά διδάσκη ἀνεμπόδιστα ὅτι καί σήμερα δέν ὑφίσταται αἵρεσις, καμμία αἵρεσις. Ἐμεῖς ὅμως τοῦ ἀντιπαραβάλλουμε ὅτι, ἄν τότε ὁ ὅσιος ἀντετάχθη σέ ἁγίους Πατριάρχες γιά τήν ἀθέτησι μίας εὐαγγελικῆς ἐντολῆς, τί θά πρέπει νά πράξωμε ἐμεῖς σήμερα πού ἔχομε αἱρετικούς καί Μασώνους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὁδηγοῦν στήν αἵρεσι, στήν ἀθέτησι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί στήν ἀκύρωσι πλείστων ὅσων εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.
Στήν διεξαχθεῖσα ἐπίσης συζήτησι ὁ τρίτος εἰσηγητής, π. Ἰωάννης Φωτόπουλος, ἀφοῦ ἔλαβε τόν λόγο,  ἀπάντησε σέ κάποιον ἀδελφό τά ἑξῆς:
«Ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τόν Οἰκουμενισμό ἐπειδή πᾶνε οἱ ἀντιπρόσωποι καί κάνουν αὐτά τά μαγειρέματα καί τίς κουταμάρες στό Π.Σ.Ε., ἀκολουθοῦμε ἐμεῖς τόν Οἰκουμενισμό;».  Φαίνεται ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Φωτόπουλος τυπικά μόνον ἀνήκει στήν Ἐκκλησία καί ὄχι οὐσιαστικά, δηλαδή δέν εἶναι ἐνσωματωμένος μέ τά ἄλλα μέλη καί συνδεδεμένος κατά τήν τάξι καί εἰκόνα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Διότι ἄν εἶναι ἐνσωματωμένος, σύμφωνα μέ τό ἐκκλησιολογικό δόγμα τῆς πίστεώς μας, τότε ὅ,τι ἀποφασίζει ἡ Σύνοδος καί ὅ,τι πράττουν οἱ ἀντιπρόσωποι πού ἡ Σύνοδος ἐκλέγει καί ἀποστέλλει, τό ἀκολουθεῖ καί τό ἀποδέχεται καί αὐτός. Ἤδη ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ  προανέφερε ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν ἀποφασίζει ὁ ἕνας γιά ὅλους, ἀλλά ὅλοι γιά ὅλους. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου λοιπόν  δέν δύναται ὁ π. Ἰωάννης Φωτόπουλος νά ἰσχυρισθῆ ὅτι αὐτός δέν ἀκολουθεῖ τόν Οἰκουμενισμό, ἐφ’ ὅσον ἀποφασίζουν δι’ αὐτόν κάποιοι ἄλλοι καί δέν μπορεῖ μόνος του π.χ. νά ἀποχωρίση ἀπό τό Π.Σ.Ε., ἀπό τούς διαλόγους, τίς συμπροσευχές κλπ. Διά νά μήν συμμετέχη στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπάρχει ἕνας καί μοναδικός τρόπος ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, τούς ἱερούς Κανόνες καί τούς ἁγίους Πατέρες παραδεδομένος, ἡ ἀποτείχισις. Οἱ Ἀντιοικουμενιστές ὅμως δυστυχῶς  ἔχουν ἐφεύρει σήμερα καί ἄλλον τρόπο, ὁ ὁποῖος διδάσκει ὅτι δύνασαι νά μήν συμμετέχης στήν αἵρεσι, ἐνῶ εἶσαι ἐνσωματωμένος ἐκκλησιαστικά μέ τούς αἱρετικούς, ἀρκεῖ νά ἔχης Ὀρθόδοξο φρόνημα.  Πρόκειται δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια γιά τήν  θεωρία τοῦ βολέματος καί τοῦ χαρτοπολέμου, τήν ὁποία πολλάκις ἔχουμε ἐπισημάνει.
Ὁ Μητροπολίτης, τέλος,  Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, κατά τήν συζήτησι διευκρίνισε ὅτι τά ὅρια διά τήν ἀποτείχισι εἶναι τό λεγόμενο κοινό ποτήριο.Αὐτή ἡ θεωρία βεβαίως ἰσχύει  μόνο καί μόνο ἐπειδή τό εἶπε ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς.  Κατά τά ἄλλα οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἰσχυρίζονται ὅτι ἀκολουθοῦν τίς Γραφές καί τούς Πατέρες, ἐνῶ στήν πραγματικότητα υἱοθετοῦν ἄλλη Γραφή καί ἄλλους Πατέρες,  ὅπως π.χ. τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἀποφαίνεται μέ τό κῦρος ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων καί στήν πράξι διδάσκει ἀντίθετα ἀπό αὐτούς. Ἔχει δέ κοινό ποτήριο μέ ὅλους τούς Οἰκουμενιστές καί περιμένει κάποιους θεοφόρους Πατέρες συγχρόνους νά καταδικάσουν τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί μάλιστα συνοδικῶς, διά νά μήν κάνη σχίσμα ἀπομακρυνόμενος ἐκκλησιαστικῶς ἀπό τούς αἱρετικούς.
Τελικῶς πιστεύομε ὅτι ὁ κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης θά κατενόησε τόν σκοπό τῆς στημένης αὐτῆς Ἡμερίδας, ἐμεῖς δέ ἀσκήσαμε κριτική σέ κάποια βασικά σημεῖα τῶν εἰσηγήσεων καί τῆς συζητήσεως πού ἐπακολούθησε, διότι πιστεύομε ὅτι ἡ κάθε πρότασις τῶν εἰσηγητῶν περιέκλειε ἕνα ψεῦδος καί μία ἀπάτη, ἦτο δέ ἀδύνατον νά κρίνωμε λεπτομερῶς ὅλες τίς εἰσηγήσεις. Ἄν δέ κάπου στήν κριτική μας μελέτη ἐσφάλαμε, παρακαλοῦμε νά μᾶς ὑποδειχθῆ ἀπό τούς εἰσηγητές καί τόν συντονιστή τῆς Ἡμερίδος, ἤ ἀπό οἱονδήποτε ἀδελφό, μέ τήν προσκόμισι τῆς ἀνάλογης ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς διδασκαλίας, ὥστε νά ἐπανορθώσωμε τό λάθος μας.
                                                            Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Πῶς δὲν ἔγινα «Καθοδηγητὴς τοῦ Ἀγαπισμοῦ» ---- Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

Ανταποκρινόμενος στὸ πάγιο αἴτημα τῆς ἱστοριογραφίας, νὰ δημοσιεύονται, γιὰ νὰ γίνουν γνωστές, ὅλες οἱ πηγὲς στὰ διάφορα εἴδη τους (κείμενα, μνημειακὲς μαρτυρίες, προφορικὲς καταθέσεις κ.λπ.), πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ δημοσιοποιήσω καὶ τὶς δικές μου ἐμπειρίες ἀπὸ τὴν γνωριμία μου μὲ τὸν πρώην Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν κυρὸν Ἱερώνυμον Α´ (Κοτσώνην, 1905 - 1988). Ἄλλωστε, συνεχίζεται ἡ κατὰ καιροὺς κατάθεση ἀπόψεων γιὰ τὸν πολυσυζητημένο καθηγητὴ καὶ κληρικό. Γράφω τὰ παρακάτω μὲ σκοπὸ ὄχι τὴν ἀντίκρουση ὁποιωνδήποτε θέσεών του, οὔτε πολὺ περισσότερο ἐπιδιώκοντας τὴν ἁγιοποίηση ἢ δαιμονοποίησή του, ἀλλὰ γιὰ νὰ παρουσιάσω κάποια «ντοκουμέντα», ποὺ μποροῦν νὰ βοηθήσουν τὸν ἀναγνώστη νὰ συναγάγει μόνος τὰ συμπεράσματά του. Σπεύδω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων δὲν ἔβαλα στὸν τίτλο τὸν ὅρο «ἰνστρούχτορας», ποὺ τὸν θεωρῶ περισσότερο κατάλληλο, γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ ρόλου, ποὺ ἤθελε νὰ ἀναλάβω, ὅπως θὰ δοῦμε, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος. Ὁ ὅρος αὐτός, γνωστὸς ἀπὸ τὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα, ἀντιστοιχεῖ στὸν ἑλληνικὸ «καθοδηγητής», καὶ τελικὰ πρόκεται γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ἡ γνωριμία Τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο Α´ γνώριζα ὡς θεολόγος ἀπὸ τὰ δημοσιεύματά του1 καὶ κυρίως τὴν μετάφραση ἀπὸ αὐτὸν (1948) τοῦ ἔργου τοῦ προτεστάντη J. HOLZNER «ΠΑΥΛΟΣ», ἀπὸ τὸ ὁποῖο μάθαμε νὰ χαρακτηρίζουμε τὸν Ἀπόστολο «Ὁ Πρῶτος μετὰ τὸν Ἕνα», ἀλλ᾽ ὁ ἀείμνηστος διδάσκαλός μας στὴν Ὀρθοδοξία, πάπα - Γιάννης Ρωμανίδης, σχολίαζε ὅτι, ἂν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὀρθόδοξα μία τέτοια φράση, μόνο ἡ Παναγία μας εἶναι «ἡ Πρώτη μετὰ τὸν Ἕνα», τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, ἡ «μετὰ Θεὸν Θεός». Δόθηκε ὅμως ἡ εὐκαιρία νὰ τὸν συναντήσω καὶ προσωπικά. Λίγο μετὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς Δικτατορίας, στὶς ἀρχὲς Μαΐου τοῦ 1967, ἐπισκέφθηκε τὴν «Ὀρθόδοξο Κατηχητικὴ Σχολή», ἵδρυμα- δημιούργημα τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νευροκοπίου Γεωργίου (1881 - 1958), ποὺ διηύθυνε ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς (ἀργότερα) τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βασίλειος Δεντάκης. Ὁ ἀκόμη ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος καὶ ὁ ἱεροκήρυκας (τότε) καὶ ἀρχιμανδρίτης, μετέπειτα Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αὐγουστίνος Καντιώτης (1907 - 2010) ἐπισκέφθηκαν τὸ Ἵδρυμα, Κυριακὴ μετὰ τὴν θεία Λειτουργία. Ἤμουν τότε λαϊκὸς καὶ ἀριστερὸς ψάλτης στὸν Ναὸ τοῦ Ἱδρύματος («Ἅγιος Ἀθανάσιος», στὴν Ἄνω Κυψέλη). Μὲ ἔκπληξη, ὅλοι μας (ἐπίτροποι καὶ συνεργάτες) ὑποδεχθήκαμε τοὺς δύο διακεκριμένους Κληρικοὺς στὴν αἴθουσα τοῦ Ἱδρύματος, καὶ ἐμεῖς οἱ νεώτεροι ἀκούαμε μὲ ἐνδιαφέρον τὴ συζήτηση, ποὺ ἀκολούθησε. Ὅταν ἔγινε λόγος γιὰ τὴν «ἐπανάσταση» τοῦ Στρατοῦ (21 Ἀπριλίου 1967), ὁ μὲν π. Ἱερώνυμος μίλησε πολὺ θετικά, διαβλέποντας σημαντικὲς ἐξελίξεις γιὰ τὸ Ἔθνος. Ὁ π. Αὐγουστίνος ὅμως, μολονότι παλαιὸς στρατιωτικὸς ἱερεύς, ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικός, περιοριζόμενος στὸ νὰ τονίσει τὴν παραδο- σιακὴ ἐντιμότητα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκφράζοντας τὴν εὐχὴ νὰ πράξουν τὸ πρὸς τὸ Ἔθνος καθῆκον τους, ἐξυγιαίνοντας τὴν Χώρα. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη ἐπαφή μου μὲ τὸν ἀρχιμανδρίτη- καθηγητὴ π. Ἱερώνυμο, ὁ ὁποῖος στὶς 14 Μαΐου 1967 ἐκλέχθηκε ἀρχιεπίσκοπος ἀπὸ τὴν «Ἀριστίνδην» Σύνοδο2 . Ἀπὸ τὸ 1969 ἕως τὸ 1975 ἐσπούδασα στὴν Δυτικὴ Γερμανία (Βόννη καὶ Κολωνία), ὅπου τὸν Μάϊο τοῦ 1971 εἰσῆλθα στὶς τάξεις τοῦ ἱ. Κλήρου, στὸ κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἀπὸ ἐκεῖ παρακολουθοῦσα τὶς πολιτικοεκκλησιαστικὲς ἐξελίξεις στὴν Ἑλλάδα καὶ παράλληλα μὲ τὸ ποιμαντικό μου ἔργο ἑτοίμαζα καὶ τὶς δύο διδακτορικὲς δια- τριβές μου, τὴν γερμανικὴ καὶ τὴν ἑλληνική. Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1975 ἐπέστρεψα μὲ τὴν οἰκογένειά μου στὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπαναπροσλήφθηκα στὴ θέση τοῦ ἐπιστημονικοῦ βοηθοῦ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχα παραιτηθεῖ τὸ 1971 μετὰ τὴν χειροτο- νία μου. Τὸ 1977 ἐγνώρισα τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Νικαίας κυρὸ Γεώργιο (Παυλίδη) (1910 - 1990), ἕνα μεγάλο ἱεροκήρυκα καὶ ἄξιο Ποιμένα. Μὲ ἐκάλεσε γιὰ μία ὁμιλία καὶ γίναμε φί- λοι, μὲ κύριο συνδετικό μας στοιχεῖο, μετὰ τὴν ἱερωσύνη, τὸν διαβήτη (σάκχαρο): Ὄχι μόνο μὲ καλοῦσε συχνὰ γιὰ ὁμιλίες καὶ διαλέξεις, ἰδιαίτερα στὸν «Κύκλο ἐπιστημόνων», ποὺ εἶχε3 , ἀλλά μοῦ ἀνέθεσε καὶ τὴν διεύθυνση τοῦ τομέα «Ἐργατικῆς Διακονίας», γιὰ νὰ ἀξιοποιήσω, ὅπως ἐτόνιζε, τὴν σχετικὴ ἐμπειρία μου ἀπὸ τὴν Γερμανία. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ θεμελιώθηκε καὶ ἡ δεύτερη - οὐσιαστικότερη - γνωριμία μου μὲ τὸν (τέως) ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1979, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος εἶχε ἱδρύσει τὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης», ὅπως ὀνόμασε τὴν Κίνησή του, ἢ τὸν «Ἀγαπισμό», ὅπως ἐπεκράτησε νὰ ὀνομάζεται, καὶ ἐργαζόταν πυρετωδῶς γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ στελέχωσή της. Ἤδη εἶχε ἐπιστρατεύσει διακεκριμένα μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας (Καθηγητὲς Πανεπιστημίου, Στρατιωτικούς, Πολιτικούς, Βιομηχάνους, Ἐπιχειρηματίες κ.λπ.), ἀναζητοῦσε ὅμως τὸν καθοδηγητή, ποὺ θὰ ἀναλάμβανε τὸ ἔργο διαφωτισμοῦ, ὡς ὁμιλητής ἐπὶ τακτῆς βάσεως καὶ «κατηχητὴς» τῶν Μελῶν καὶ ὅ,τι ἄλλο σχετικό. Ἕνα βράδυ δέχθηκα ἕνα ἀπρόσμενο γιὰ ἐμέ, τὸν ταπεινὸ Παπᾶ, τηλεφώνημα: «Ἐδῶ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος». Τὰ ἔχασα πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ ἠρέμησα μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ δέ- χθηκα τὴν πρόσκλησή του νὰ συναντηθοῦμε τὸ ταχύτερο δυνατόν. Αὐτὸ ἔγινε μετὰ ἀπὸ 2-3 ἡμέρες, στὶς 24.5.1979 σὲ ἕνα διαμέρισμα, ποὺ ὅπως μὲ πληροφόρησε, ἀνῆκε στὸν ἀείμνηστο πρ. Θηβῶν καὶ Λεβαδείας κυρὸν Νικόδημον (Γραικόν). Μὲ ὑποδέχθηκε μὲ τὴν γνωστὴ παποφράγκικη «μπέρτα», μὲ τὴν ὁποία εἶχε ἀρχίσει νὰ κυκλοφορεῖ. Ἔβαλα μετάνοια καὶ παρήγγειλε στὴν Κυρία ποὺ τὸν διακονοῦσε νὰ φτειάξει τοὺς καφέδες. Τὸν εὐχαρίστησα καὶ ἐντελῶς αὐθόρμητα τοῦ εἶπα: «Λάλει, Κύριε, ὁ δοῦλός σου ἀκούει»! Ἐκεῖνος ὅμως μοῦ ἀπάντη- σε: «Δὲν ἀναζητῶ δούλους, ἀλλὰ συνεργάτες», καὶ ἄρχισε νὰ μιλεῖ γιὰ τὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης» καὶ τὸ ρόλο ποὺ ἤθελε νὰ μοῦ ἀναθέσει. Αἰφνιδιάστηκα καὶ τότε κατάλαβα, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Γεωργίου καὶ τὴν διάθεσή του νὰ διακριθῶ, ἀφοῦ τότε περνοῦσα μία περίοδο ὄχι ὁμαλῶν σχέσεων μὲ τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπή4 , ζώντας μιὰ περιπέτεια, ποὺ δὲν γνώριζα, ποῦ θὰ κατέληγε. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁμολογῶ ὅτι ἡ «Διεθνὴς» τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ποὺ λεκτικὰ τουλάχιστον θύμιζε τὴν κομμουνιστικὴ «INTERNATIONALE», δὲν μὲ προδιέθεσε θετικά. Τὸν ἐπισκέφθηκα ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὸν Νικαίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ περιέργεια νὰ διαπιστώσω περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μὲ ἐνημέρωσε ἐκτενῶς γιὰ τὸ ἐγχείρημά του, γιὰ τὸ ὁποῖο αἰσθανόταν ὑπερήφανος, καὶ μοῦ περιέγραψε ποιὸς θὰ ἦταν ὁ ἀνατιθέμενος σὲ ἐμὲ ρόλος. Κατάλαβα ὅτι ἦταν ἕνα εὐσεβιστικὸ κατασκεύασμα, μὲ καθαρὰ δυτικὲς καὶ καθόλου ὀρθόδοξες προϋποθέσεις, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιχειρήσω τώρα μακρότερες ἀναλύσεις. Αὐτὸ ὅμως, ποὺ σφηνώθηκε μέσα μου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἦταν νὰ βρῶ τρόπο νὰ ἀποφύγω ὁποιαδήποτε δέσμευση. Ζήτησα, λοιπόν, περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴν «Διεθνῆ», γιὰ νὰ ἐνημερωθῶ πληρέστερα, πρὶν δώσω τὴν ἀπάντησή μου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μοῦ ἔδωσε ἀμέσως τὸ ὑλικό, ποὺ διένεμε, διὰ τὴν στρατολόγηση τῶν Μελῶν τῆς «Δ.τ.Α.», ἀπὸ τὸ ὁποῖο πληροφορούμεθα τὰ περὶ τῆς ταυτότητος καὶ τῶν στόχων τῆς Ὀργανώσεως5 . Ὅλα αὐτὰ - καὶ πολλὰ ἀκόμη - δημοσιεύθηκαν σὲ ἕνα βιβλίο τοῦ Μακαριωτάτου μὲ τὸν τίτλο «Ἀγαπισμός, τὸ καινούριο σύστημα ζωῆς», ἐκδ. ΤΗΝΟΣ, Ἀθήνα 19, σελ. 208. Γι᾽ αὐτὸ περιορίζομαι ἐδῶ σὲ ὅσα ἐξυπηρετοῦν τὸν σκοπὸ τοῦ παρόντος κειμένου. Τί εἶναι ἡ «Διεθνής τῆς Ἀγάπης» «Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα κίνημα, ποὺ θέλει νὰ τονίση, πὼς γιὰ νὰ καρποφορήσουν πιὸ πολὺ ὅλες οἱ ἀξιόλογες καὶ χρήσιμες προσπάθειες, ποὺ γίνονται σήμερα γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο καὶ γιὰ τὴν ἐπίτευξι τοῦ γενικοῦ ἀφοπλισμοῦ, εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο νὰ ἀξιοποιηθῆ στὶς διεθνεῖς μας σχέσεις ἡ Ἀγάπη. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα μεγάφωνο, ποὺ θέλει νὰ τονίση πὼς ἡ εἰρηνικὴ συναδέλφωσις, ἡ πρόοδος καὶ ἡ πολιτιστικὴ καὶ ἠθικὴ ἐξύψωσις ὅλων τῶν Λαῶν δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῆ οὔτε μὲ τὸ μῖσος, οὔτε μὲ τὴ βία, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν ἀπέραντη, πλατειὰ καὶ ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ εἰλικρινῆ Ἀγάπη. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα μέσο, γιὰ νὰ ἐκφρασθῆ ἡ ἀσίγαστη ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ζήση ἐλεύθερος καὶ ἀνεξάρτητος στὴ Χώρα του καί, ἐξασφαλισμένος ἀπ᾽ τὸ μῖσος καὶ τὴ βία καὶ ἀδελφωμένος μὲ ὅλους, νὰ βλέπη ὅτι ὁ ἱδρώτας του ξοδεύεται ὄχι γιὰ ὄργανα σφαγῆς καὶ ἀφανισμοῦ, ἀλλὰ γιὰ ἔργα προόδου καὶ πολιτισμοῦ, ἔργα Ἀγάπης. Ἔτσι, ὅταν ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης ἐξαπλωθῆ σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο, θὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ πάνω μας ὁριστικὰ τὸ φάσμα καὶ ἡ μαύρη σκιὰ τοῦ Πολέμου καὶ τοῦ γενικοῦ μας ἐξοπλισμοῦ, καὶ τὸ ὄνειρο τῆς ἀνθρωπότητος γιὰ τὴν συναδέλφωσι ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Γῆς θὰ γίνη ἐπὶ τέλους πραγματικότης. Γιὰ νὰ γίνη αὐτό, ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης θὰ προσπαθήση, εἴτε μὲ δημοψηφίσματα, εἴτε μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ κάθε Πολίτη στὴν Διακήρυξί της, νὰ ἀκουσθῆ σὲ κάθε Κράτος ἡ φωνὴ τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τοῦ Λαοῦ, ποὺ θέλει νὰ ζήση μὲ ἀγάπη καὶ ἀδελφωσύνη μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους Λαοὺς [......]. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης δὲν εἶναι οὔτε θρησκευτικὴ ὀργάνωσις, οὔτε πολιτικὸ κόμμα καὶ κυρίως δὲν εἶναι ἄρνησις τῆς πατρίδος. Εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἕνας συναγερμὸς συνειδήσεων, μιὰ ψυχικὴ ἐπανάστασις, ἕνα ξέσπασμα τῆς ἀγάπης ἀπ᾽ τὸν ὕπνο της καὶ ἕνα ξεσήκωμα ὅλων μας γιὰ τὴ μάχη τῆς ζωῆς [......]. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης, τέλος, δὲν ἔχει τὴν παραμικρὴ ἐξάρτησι ἀπὸ ὁπουδήποτε, οὔτε ἔχει ὁποιοδήποτε οἰκονομικὸ συμφέρον. Ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης σὲ κάθε Χώρα εἶναι ἕνα Σωματεῖο, ποὺ ἔχει συγκροτηθεῖ καὶ λειτουργεῖ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ποὺ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα Σωματεῖα [......]. Στὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης» μπορεῖ νὰ γίνη μέλος, χωρὶς καμμιὰ οἰκονομικὴ ὑποχρέωσι, κάθε ἄνδρας ἢ γυναῖκα, ἀνεξάρτητα ἀπὸ θρησκεία, καταγωγή, ἐθνικότητα, μόρφωσι, ἐπάγγελμα, ἀρκεῖ νὰ ἔχη συμπληρώσει τὰ δεκαοκτώ του χρόνια [......]. Μόνο ἡ Ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἐκπληρώση τὸ πανανθρώπινο αἴτημα γιὰ συναδέλφωσι καὶ εἰρήνη. Μόνο ἡ Ἀγάπη μπορεῖ νὰ φυλάξη καὶ νὰ ἐγγυηθῆ ἕνα εἰρηνευμένο καὶ ἐλεύθερο κόσμο. Ἕνα κόσμο πραγματικὰ εὐτυχισμένον, ὅπως ὅλοι τὸν ποθοῦμε». Ἐνδιαφέρον ἀκόμη, παρουσιάζει καὶ ἕνα ἔγγραφο μὲ τὸν τίτλο: «ΔΙΟΙ- ΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΙΣ ΤΗΣ Δ.τ.Α.». Σ᾽ αὐτὸ πληροφορούμεθα, ὅτι μετὰ τὸ «Διοικητικὸ Συμβούλιο», τὴν «Ἐκτελεστικὴ δηλαδὴ Ἐπιτροπή», ὑπάρχουν δέκα «Εἰδικαὶ Ἐπιτροπαί», δηλαδή: 1) Γραμματείας, 2) Οἰκονομική, 3) Ὀργανωτική τῆς Περιφερείας Πρωτευούσης, 4) Ὀργανωτικὴ τῆς Περιφερείας (ἐπαρχιῶν), 5) Ὀργανωτικὴ Ἐξωτερικοῦ, 6) Μελετῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως Στελεχῶν, 7) Πνευματικῆς Τροφοδοσίας τῶν Στελεχῶν, τῶν Συνεργατῶν, τῶν Μελῶν, 8) Ἐκδόσεων, 9) Διοργανώσεως μεγάλων ἐκδηλώσεων καὶ 10) Τύπου καὶ Δημοσίων Σχέσεων. Ἡ δική μου εὐθύνη καὶ δραστηριότητα θὰ ἐκινεῖτο στὶς Ἐπιτροπὲς 6 καὶ 7, καὶ περισσότερο στὴν δεύτερη(6). Στὸ «Δελτίον Μέλους» ἀναγράφονται καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ πρώτου Κεντρικοῦ Συμβουλίου (Διοικητικοῦ) τῆς Δ.τ.Α. ποὺ ἦσαν τὰ ἀκόλουθα: ΕΠΙΤΙΜΟΝ ΜΕΛΟΣ: Η Α.Μ. Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟ Δ. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ: Ο ΑΡΧΙΕ- ΠΙΣΚΟΠΟΣ τ. ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ΚΩΝ ΧΡΥΣΟΥΛΑΚΗΣ, Δικηγόρος, τ. Γεν. Γραμματεύς Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΧΡ. ΖΑΦΕΙΡΟ- ΠΟΥΛΟΣ, Ταξίαρχος ἐ.ἀ. ΤΑΜΙΑΣ. Β. ΚΟΥΡΙΑΣ, Ἰατρός, Καθηγ. Πανεπιστημίου, ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΜΕΛΗ: Δ. ΓΚΟΥΤΑΣ, Καθηγητής, Κοινωνιολογίας. Γ. ΔΡΑΚΟΣ, Βιομήχανος. Α. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, τ. Διοικητὴς Ι.Κ.Α. Κ. ΤΑΡΛΑΤΖΗΣ, Καθηγητὴς Ἀν. Γεωπονικῆς Σχολῆς. Ε. ΧΟΪΔΑ, τ. Ἀρχηγὸς Ἑλληνίδων Ὁδηγῶν. Μαζί μοῦ ἔδωσε καὶ τὴν «Κατάστασιν Ἱδρυτικῶν Μελῶν» τοῦ Σωματείου τῆς «Διεθνοῦς τῆς Ἀγάπης», ποὺ εἶχε συντάξει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἰδιοχείρως. Πρόκειται γιὰ 122 πρόσωπα τῆς ἀστικῆς κοινωνικῆς τάξεως, ἀπὸ διαφόρους ἐργασιακοὺς χώρους. Μετὰ ἀπὸ δύο περίπου ὧρες ἔφυγα καὶ τὸ μόνο ποὺ σκεπτόμουν, ἦταν πῶς θὰ ἀποφύγω κάθε ἀνάμειξη στοὺς σχεδιασμοὺς τοῦ πρ. Ἀρχιεπισκόπου. Ἦταν, ἄλλωστε, ἡ μόνη δυνατότητά μου τότε, γιὰ νὰ «ἐλέγξω» τὴν σχεδιαζομένη Ὀργάνωση. Αὐτὸ δείχνει τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖο τοῦ ἔστειλα μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες. Τοῦ τὸ διεβίβασα ταχυδρομικά, γιὰ νὰ μὴ πραγματοποιηθεῖ νέα συνάντηση μαζί του. Τὸ γράμμα μου εἶναι τὸ ἀκόλουθο: «Ἀθῆναι 31.5.1979 Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον πρ. Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Κύριον κ. Ἱερώνυμον Ἐνταῦθα Μακαριώτατε, προσκυνῶ. Διὰ τοῦ παρόντος ἐπιθυμῶ νὰ Σᾶς ἐκθέσω ὡρισμένας σκέψεις μου ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ὑφ᾽ Ὑμῶν ὀργανωθεῖσαν «ΔΙΕΘΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ», κατόπιν μάλιστα τῆς συνομιλίας μας κατὰ τὴν 24ην φθίνοντος μηνός. Διατελῶ ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συγκινήσεως, πού μοῦ ἐπεφύλαξεν ἡ πρόσκλησίς Σας νὰ συναντηθῶμεν καὶ Σᾶς ἐκφράζω διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι ἠθελήσατε νὰ καλέσετε εἰς τὴν ὡραίαν αὐτὴν προσπάθειαν καὶ τὴν ταπεινότητά μου. Βεβαίως δὲν συντάσσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐπίσημον ὑπόμνημα. Ἁπλῶς Σᾶς ὑποβάλλω μερικάς σκέψεις μου μὲ ὅλην τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ Σᾶς τὰς ἐξέθετα προφορικῶς. Ὡς πρὸς τὴν μορφὴν τῆς ἐργασίας εἰς τὸν χῶρον τῆς «πνευματικῆς τροφοδοσίας» ἔχω νὰ προτείνω τὰ ἀκόλουθα: Αἱ συναντήσεις θὰ γίνωνται εἰς συγκεκριμένον χῶρον, εἰς αἴθουσαν - εἰ δυνατὸν - εἰς τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν, ἀργότερον δὲ εἰς Πειραιᾶ καὶ Προάστεια. Θὰ εἶναι συναντήσεις διαρκείας περίπου μιᾶς ὥρας. Εἰς τὴν ἀρχὴν καλὸν εἶναι νὰ γίνωνται αἱ συναντήσεις ἅπαξ ἢ ἔστω δὶς τοῦ μηνός, πάντοτε ὅμως εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, π.χ. τὴν πρώτην ἢ τὴν τελευταίαν Τετάρτην τοῦ μηνός, κατὰ τὴν πρώτην καὶ τρίτην Τετάρτην κ.ο.κ. Ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι αἱ ἡμέραι Δευτέρα καὶ Τετάρτη προσφέρονται περισσότερον. Κατὰ τὴν συνάντησιν θὰ γίνεται μία ὁμιλία - διάλεξις καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἀκο- λουθῆ (σύντομος) συζήτησις πρὸς διασάφησιν ὡρισμένων σημείων τῆς προηγηθείσης ὁμιλίας. Ἡ συζήτησις θὰ συμβάλλη εἰς τὴν καλυτέραν γνωριμίαν τῶν μελῶν, θὰ τονώνη δὲ τὸ ἐνδιαφέρον των. Κατὰ τὴν συνάντησιν θὰ γίνωνται, ἐπίσης, ἀνακοινώσεις διὰ τὴν πορείαν τῆς Κινήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ κάθε ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ εἰς τὴν Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης. Τὸ ἐπίπεδον τῶν διαλέξεων θὰ ρυθμίζεται, βεβαίως, ἀναλόγως πρὸς τὴν πνευματικὴν (μορφωτικὴν) κατά- στασιν τῶν προσερχομένων. Αἱ συναντήσεις αὐταὶ θὰ ἀποτελοῦν τὴν ψυχὴν τοῦ ὅλου ἔργου, διότι εἰς αὐτάς θὰ γίνεται ἡ γνωριμία μὲ νέα μέλη, ἀλλὰ καὶ ἡ προετοιμασία τῶν διαφόρων ἐκδηλώσεων. Ὡς πρὸς τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὸ ἔργον τῆς πνευματικῆς τροφοδοσίας τῶν μελῶν, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ Σᾶς ἐκθέσω τὰ κάτωθι: Ὡς καὶ προφορικῶς Σᾶς εἶπον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναλάβη τὸ ἔργον αὐτὸ ἓν καὶ μόνον πρόσωπον. Διότι τότε θὰ πρέπει κανεὶς νὰ ἀφιερωθῆ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλάβη τὴν ὑπευθυνότητα τῆς πνευματικῆς τροφοδοσίας καὶ τὸν συντονισμὸν τοῦ ὅλου ἔργου, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ εἶναι ἐλεύθερον ἀπὸ παντὸς εἴδους δέσμευσιν, πρὸς ἀποφυγὴν εὐνοήτων παρεξηγήσεων. Ἄρα τὸ μόνον κατάλληλον διὰ τὴν περίπτωσιν πρόσωπον εἶναι ὁ Σεβ. πρ. Ἀττικῆς. Ὁ ὑποφαινόμενος, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ συνεργάται, θὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον, κατὰ τὸ ἐνὸν ἕκαστος. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ προσφέρουν τὴν ὑπηρεσίαν των, ἐφ᾽ ὅσον θὰ ἀπεδέχοντο βεβαίως τὴν πρότασίν Σας, εἶναι: Ὁ θεολόγος κ. Νικ. Σωτηρόπουλος, Ζωοδόχου Πηγῆς 44, ὁ π. Δημήτριος Νίκου, Προϊστάμενος Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ, ὁ Δρ. Θεολογίας κ. Παναγιώτης Νέλλας, καθηγητὴς Ἀρσακείου Ψυχικοῦ, ὁ Δρ. Θεολογίας κ. Ἰωάννης Κωνσταντινίδης, Καθηγητὴς Ριζαρείου Σχολῆς, ὁ Ὑφηγητὴς κ. Ἠλίας Μουτσούλας, Πλάτωνος 6, Ν. Ψυχικόν7 . Ὡς πρὸς ἐμέ, θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀναλάβω μίαν σειρὰν ὁμιλιῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναμαι, δυστυχῶς, νὰ ἀναλάβω ὑπευθυνότερον ρόλον, διότι ὡς γνωρίζετε, ἡγοῦμαι τῆς Ὁμάδος διὰ τὴν Ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος. (Σᾶς διαβιβάζω συνημμένως σχετικὸν κατατοπιστικὸν φυλλάδιον). Δὲν θὰ παύσω ὅμως, τὸ κατὰ δύναμιν, νὰ βοηθῶ εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ τῆς Ὑμετέρας προσπαθείας. Σᾶς φιλῶ τὸ χέρι μὲ βαθύτατον σεβασμόν, (Ὑπογραφή)» Ὅπως γίνεται ἀντιληπτόν, τὸ γράμμα συντάχθηκε μὲ πολλὴ περί- σκεψη, φαίνεται δὲ καθαρὰ ὁ σκοπός του, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὴν ἀποσύνδεσή μου ἀπὸ κάθε ἐπιδίωξη στρατεύσεώς μου εἰς τὸ ἔργο τῆς «Διεθνοῦς τῆς Ἀγάπης». Ὡς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶχα θέση σὲ μία τέτοια Ὀργάνωση, ποὺ θύμιζε τὸ «ὅλα στὸ ἴδιο Τσουκάλι» («Alles in einem Topf») τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Τεκτονισμοῦ, καί, μὲ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸ ποθούμενον ἐπετεύχθη. Ὁ Μακαριώτατος δὲν μὲ ἐνόχλησε πιὰ γιὰ τὴν «Δ.τ.Α.» θὰ ἀκολουθήσει ὅμως καὶ νέα συνάντηση καί, τὴν φορά αὐτή, ἀπροσδόκητη «ἀντιπαράθεσή» μας. Στὸ μεταξὺ ὀφείλω νὰ παρουσιάσω ἀντιπροσωπευτικὰ δείγματα τῆς εὐρύτερης ἀντίδρασης στὴ «Δ.τ.Α.» τοῦ μακαριωτάτου Ἱερωνύμου. Εἶναι δὲ πρὸς τιμὴν τοῦ «Ο.Τ.», ὁ ὁποῖος δημοσίευσε δύο σπουδαῖα κείμενα, σχετιζόμενα μὲ τὸ θέμα.
2

Τὸ πρῶτο ἀνήκει στὸν ἀγαπητὸ Ἀδελφὸ καὶ Συναγωνιστή, αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Βασίλειο Βολουδάκη. Ὁ π. Βασίλειος ἀσκεῖ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου κριτική, ἐλέγχοντας θεολογικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ τὴν «Ἀγάπη», γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνιζόταν ὁ Μακαριώ- τατος, καταλήγει δὲ μὲ τὰ ἑξῆς: «Συνοπτικὰ τὰ γενικὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου εἶναι: 1) Ἐὰν ὁ Ἀγαπισμὸς θεωρηθῆ μόνο βιοτικὸ σύστημα, κατακρίνεται ὁ συγγραφέας του, γιατί σὰν ἐπίσκοπος ὀρθόδοξος τῆς Μιᾶς καὶ Μόνης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει δι- καίωμα νὰ ρυθμίζη ἀνθρώπινα (δηλαδὴ μόνο σαρκικὰ) τὴν ἐπὶ γῆς ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θεανθρώπινα. 2) Ἐὰν ὁ «Ἀγαπισμὸς» θεωρηθῆ θρησκευτικὸ σύστημα, πάλι ὁ συγγραφέας του κατακρίνεται, γιατί ἐνῷ εἶναι ὀρθόδοξος καὶ μάλιστα ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας γράφει μὲ προϋποθέσεις ξένες πρὸς τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν «διὰ τῶν ἁγίων Πατέρων» Παράδοση τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάθεσή μας ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας»8 .
 Ἡ δεύτερη κριτικὴ προερχόταν ἀπὸ ἕνα σεβαστὸ κληρικό, ἀείμνηστο τώρα, τὸν Ἀρχιμανδρίτη - Ἱεροκήρυκα π. Ἀρσένιο Κομπούγια, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων παρατηρεῖ: «Τί εἶναι πάλιν αὐτὸ ποὺ τώρα τε- λευταίως μετεπήδησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ λεγομένη «Διεθνής τῆς Ἀγάπης», ἡ ὁποία ἐσχάτως ἔλαβε Σωματειακὴν καὶ Νομικὴν ὑπόστασιν, μὲ ἐπίλεκτα μέλη τῆς κοινωνίας καὶ μάλιστα, καθὼς φαίνεται, ἡγήθη ταύτης ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κὸς Ἱερώνυμος; Προσεπάθησα νὰ μάθω τοὺς σκοπούς, τῆς ἰδιοτύπου αὐτῆς κινήσεως, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἐδημοσιεύθησαν που- θενὰ οἱ σκοποί της τουλάχιστον εἰς ἐμὲ μένουν ἄγνωστοι. Ἀλλ᾽ ὅσο καὶ ἂν γίνουν γνωστοὶ οἱ σκοποί, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἅγιοι, εἶναι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καταδικασμένοι εἰς οἰκτρὰν ἀποτυχίαν! Καὶ θὰ εἶναι εἰς ἀποτυχίαν, διότι ἡ κίνησις αὐτὴ τόσον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅσον εἰς τὴν Εὐρώπην ποὺ ἕλκει τὴν ἀρχικήν της καταγωγήν, ἀποτελεῖται ναὶ μὲν ἀπὸ ἐπίλεκτα τῆς κοινωνίας μέλη, οὐχὶ ὅμως μὲ ἀναγεννημένα τῆς Ἐκκλησίας πρόσωπα, ἀνθρώπους μὲ βαθεῖαν εὐσέβειαν καὶ μυστηριακὴν ζωήν, ἴσως μάλιστα τινὲς ἐξ αὐτῶν νὰ ἀνήκουν καὶ σὲ σκοτεινὲς δυνάμεις! Καὶ ἑπομένως δὲν ξεκινοῦν μὲ τὸν Χριστὸν καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ, καὶ θέλουν νὰ δώσουν ἀγάπη καὶ εἰρήνη χωρὶς Χριστόν, χωρὶς τὴν ἀγάπη καὶ εἰρήνη ποὺ μοναδικὰ δίδει μόνον ὁ Χριστός. «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν, οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, Ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάν. ΙΔ´ 26) διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Πᾶν ὅ,τι προέρχεται ἐκ τοῦ κόσμου χωρὶς Χριστόν, εἶναι ἀτελὲς καὶ ματαιοπονία... Μακαριώτατε, ὁ κόσμος χάνεται καὶ μὴ βαυκαλίζεσθε μὲ ἐνθουσιασμοὺς ὅτι ὅλα πηγαίνουν καλά, τὰ τῆς πίστεως καὶ σωτηρίας, καὶ ἀφήσατε τὴν «διεθνῆ ἀγάπην» καὶ κατασκευάσατε ἕνα νέον σχῆμα, τὴν διεθνῆ μετάνοιαν καὶ κηρύξατε σὲ συναγερμὸν μετανοίας εἰς τοὺς συναδέλφους σας ὡς καὶ ὅλον τὸν κλῆρον καὶ λάον. Θὰ τὸ κάμετε; Καλῶς. Ἄλλως, παραιτηθῆτε ἀπὸ τὰς κοσμικὰς ἐνεργείας καὶ κινήσεις καὶ τὰ ταξίδια ἀνὰ τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ κηρύξετε ὄχι μετάνοιαν εἰς τὸν ἀφηνιάσαντα κόσμον τῆς Δύσεως, ἀλλὰ ἀγάπην χωρὶς Χριστὸν καὶ χωρὶς ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν σ᾽ Αὐτόν, καὶ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν μας»9 .
Ἡ νέα συνάντηση
 Ἡ νέα καὶ τελευταία - συνάντησή μου μὲ τὸν Μακαριώτατο ἔγινε μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, στὶς ἀρχὲς Ἰουνίου 1979. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή μου ἀπὸ τὴν Γερμανία μοῦ ἐζήτησε ἡ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ» (Χ.Ε.Ε.Ν.) νὰ κάνω μία ὁμιλία στὸ ἐντευκτήριό της (Φειδίου 3) κάθε Πέμπτη βράδυ. Τὸ ἐπληροφορήθη, φαίνεται, ὁ Μακαριώτατος καὶ ἔκαμε τὴν αἰφνιδιαστικὴ ἐπίσκεψή του. Φοροῦσε τὴν καθιερωμένη πλέον παπικὴ «μπέρτα» του. Εἶχα ἀρχίσει τὴν ὁμιλία, ὅταν εἰσῆλθε στὴν αἴθουσα, ἀκολουθούμενος ἀπὸ κάποιον ἄγνωστό μου. Ἦταν μεγάλη ἔκπληξη γιὰ ὅλους μας (οἱ ἀκροατὲς ἦσαν περὶ τοὺς 70 - 80). Προσπάθησα νὰ ἐξηγήσω μέσα μου τὸν λόγο τῆς ἐπισκέψεώς του. Τὸ βεβαιότερο εἶναι, ὅτι θὰ ἐπληροφορήθη κάποιο σχόλιό μου γιὰ τὴν νέα ἀμφίεσή του. Αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς συνομι- λίας μας στὴ συνέχεια. Σηκώθηκα στὸ βάθρο, ὅπου καθόμουν γιὰ τὴν ὁμιλία, καὶ τοῦ προσ - έφερα τὴ θέση μου, λέγοντας ὅτι ἦταν τιμή μας ἡ ἐπίσκεψη αὐτὴ καὶ παρακαλώντας τον νὰ μᾶς διδάξει αὐτὸς τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖνος ἀπάντησε, ὅτι δὲν ἦλθε γιὰ ὁμιλία, ἀλλὰ ὅτι ἤθελε νὰ ἀκούσει ἐμένα. Συνέχισα τὴν ὁμιλία μου, προφανῶς μὲ κάποια ἀμηχανία («τρὰκ») καὶ ὅταν ὁλοκλήρωσα, τὸν παρεκάλεσα πάλι νὰ μᾶς μιλήσει. Καὶ τότε μοῦ λέγει: «Δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἀρκετοὶ Πατέρες μας στὰ μοναστήρια κυρίως, φοροῦσαν τὸ ἔνδυμα, ποὺ ἐπέλεξα καὶ ἐγώ; Γιατί λοιπὸν μὲ κρίνετε;». Τότε συνειδητοποίησα τὸν σκοπὸ τῆς ἐπισκέψεώς του. Μετὰ τὴν ἄρνησή μου νὰ ἀναλάβω δράση στὴν Δ.τ.Α. ἄλλαξε καὶ ἡ στάση του ἀπέναντί μου. Δὲν ἐδίστασα νὰ ἀπαντήσω, χωρὶς περισπασμούς, ἱστορικὰ γιὰ τὴν ἀμφίεσή του, ὑποστηρίζοντας τὴν ἔνστασή μου. Τοῦ εἶπα: «Ναί, Μακαριώτατε, ἴσως ἔχετε δίκιο γιὰ τὴν ἀμφίεση. Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως τὸ ἔνδυμα τῶν Ὀρθοδόξων Κληρικῶν εἶναι τὸ καθιερωμένο ράσο, αὐτὸ ποὺ κάνετε αἰφνιδιαστικὰ τὸν τελευταῖο καιρὸ καὶ χωρίς καμμιὰ ἐξήγηση, λέγεται παραποίηση στολῆς. Ἂν ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ κληρικοί, ὅταν ἤσασταν ἀρχιεπίσκοπος, ἐκάναμε κάτι τέτοιο, δὲν θὰ εἴχαμε συν - έπειες; «Ὄχι, μοῦ ἀπάντησε. Μπορούσατε νὰ τὸ κάμετε, ἂν θέλατε». «Ναί, τοῦ λέγω, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐνημερώσατε». Διότι τότε θὰ ἐλαμβάνατε τὴν δέουσα ἀπάντηση. Ἐμεῖς στὴν Γερμανία κυκλοφορούσαμε μὲ τὸ καθιερωμένο ράσο μας, θεωρώντας το σημαία τῆς Ἑλληνορθοδοξίας. Δὲν σκεφθήκατε, λοιπόν, ὅτι τὸ τόλμημά σας θὰ προκαλέσει σκανδαλισμὸ στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα;». Τὴν στιγμὴ ἐκείνη, κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀκροατές μας, γύρω στὰ 40, οἰκογενειάρχης μὲ ρίζες παλαιοημερολογίτικες, πῆρε τὸν λόγο καὶ τοῦ λέγει: «Ἔχει δίκιο ὁ π. Γεώργιος, πάτερ Ἱερώνυμε!». Ὁ ἀρχιεπίσκοπος τότε ἔχασε τὴν ψυχραιμία του καί, ἀπευθυνόμενος σὲ μένα, μοῦ λέγει: «Ἔτσι τοὺς διδάσκετε νὰ μιλοῦν στὸν Ἀρχιεπίσκοπο, μὲ τὸ “Πάτερ”;». Δὲν ἐσιώπησα, διότι μπροστά μου εἶχα Ὀρθοδόξους, ποὺ ζητοῦσαν ἀπὸ ἐμὲ λόγο Ἀληθείας. Καὶ τοῦ εἶπα: «Μακαριώτατε, ἀπὸ τὸν εἰδικό μου καθηγητὴ τῆς Πατρολογίας, τὸν κ. Κων. Μπόνη, φίλος σας, ἔμαθα ὅτι ἡ προσφώνηση τῶν Κληρικῶν μας μὲ τὸ «Πάτερ» εἶναι ὅ,τι τρυφεροτέρα ὑπάρχει. Τὰ γνωστά μας «Σεβασμιώτατε», «Μακαριώτατε», «Παναγιώτατε», «Αἰδεσιμώτατε» τὰ γέννησε ἡ κοσμικὴ νοοτροπία. Γι᾽ αὐτὸ στοὺς ὕμνους μας, τοὺς Ἁγίους, ὅπως τὸν Ἅγιο Νικόλαο ἢ τὸν Μ. Βασίλειο, μὲ τὸ «πάτερ» τοὺς προσφωνοῦμε. Θὰ ἔπρεπε νὰ χαρῆτε, λοιπόν, ποὺ σᾶς μίλησε τό- σο υἱϊκὰ καὶ τρυφερὰ ὁ προλαλήσας». Τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος σηκώθηκε ἀμίλητος καὶ ἔφυγε. Καὶ ἐμεῖς συνεχίσαμε τὰ τῆς συναντήσεώς μας, χωρὶς κανένα σχόλιο γιὰ τὸ συμβάν, ποὺ προηγήθηκε. Τὶς ὁμιλίες τῆς Πέμπτης συνήθιζαν νὰ καταγράφουν στὰ μαγνητόφωνά τους ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς ἀκροατές. Ἔτσι κατεγράφη καὶ ὅλη ἡ συζήτηση μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώ- νυμο καὶ τελικὰ κατέληξε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸ αἰτιολογεῖ καὶ ἡ πληθώρα τῶν ἐπαινετικῶν γραμμάτων, ποὺ ἔλαβα ἀπὸ σεβαστοὺς Ἁγιορεῖτες. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν θέρμη τῆς ἀγάπης τοῦ ἀοιδίμου π. Νικοδήμου (Μπιλάλη), ποὺ κατὰ τὴν συν ήθειά του προέβη καὶ σὲ μακρὰ ἀδελφικὴ ἀνάλυση καὶ κρίση τοῦ ὅλου συμβάντος. Ὁμολογῶ, ὅτι μὲ στήριξαν πολὺ σὲ μιὰν ἔκρυθμη περίοδο καὶ κρίσιμη γιὰ τὴν πορεία μου, διότι ἀκόμη δὲν μὲ ἐγνώριζαν ὡς κληρικὸ στὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ γιὰ ἕξι χρόνια εἶχα «χαθεῖ» στὴν Γερμανία. Καὶ τὸ κυριότερο, κάποιοι ἐκκλησιαστικοὶ τῆς «παλαιᾶς τάξεως πραγμάτων» μὲ χαρακτήριζαν «κομμουνιστὴ» ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ κηρύγματά μου, ἔστω καὶ ἂν προσ παθοῦσα ταπεινὰ νὰ φέρω στὴν ἐπιφάνεια τὸν πατερικὸ λόγο, παραπέμποντας ἐπίμονα στὴν ὀρθοδοξο- πατερικὴ παράδοση τοῦ Μοναστι- κοῦ Κοινοβίου καὶ τῆς Ἑλληνορθόδοξης Κοινότητας. Ἐν ἀγνοίᾳ του ὁ Μακαριώτατος μὲ βοήθησε νὰ ἀποκαταστήσω τὴν εἰκόνα μου σὲ φίλους καὶ ἀμφισβητίες. Βέβεαια, δὲν ἤμουν ὁ μόνος, ποὺ ἄθελά μου ἀναγκάσθηκα νὰ ἀσκήσω κριτικὴ στὴν ἐμφάνιση τοῦ Μακαριωτάτου. Διότι ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἐφημερίδα μας, ὁ «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται καὶ ἡ δημοσιευόμενη φωτογραφία μὲ τὸν σχολιασμὸ τῆς ἐφη- μερίδος. Ὁλοσέλιδο δέ, χιουμοριστικὸ σχόλιο, ποίημα ὁλόκληρο, τοῦ μακαρίτη Μπόστ (Μ. Μποστατζόγλου) δημοσίευσε στὸ κυριακάτικο φύλλο της (3 Ἰουνίου 1979) ἡ «Κυριακάτικη Ἐλευθεροτυπία». Καὶ δὲν ἦταν ἡ μόνη. Ὁ εὐφυέστατος Μπόστ στὸ ὀκτάστηλο σκίτσο του παρουσιάζει τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀσκεῖ κριτικὴ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο γιὰ τὴ Στολή, ποὺ εἶχε ἐπιλέξει. Στὸ μακροσκελὲς δὲ στιχούργημά του, σημειώνει μεταξὺ τῶν ἄλλων, μὲ τὴν δική του «ὀρθογραφία»: «Δέσποτα Ἱερόνιμε, βλέπο ὅτη ταχέως | βάλατε ροῦχα δυτικά, γυρνῶν ὡς ἐβροπέος10.| Σᾶς καθιστὸ ὅμος γνωστόν, ἂν ντύθιτε γιὰ μένα, | ἡ εἴσοδός μου θὰ συνβῆ εἰς τὸ ὀγδονταένα11. | Ὁ ἀντιπρόεδρος ΕΟΚ, ὁ κήριος Νατάλι, | ἐμπυρογνόμονες πολοὶ κὲ κορηφέοι ἄλοι, | μᾶς εἶπαν νὰ ἀλλάξομαι ὅλοι νοοτροπεία | κὲ ὄχη τὰ ἐνδήματα, φορόντες κελεμπία. | Οἱ θεσμικοὶ οἱ νόμοι μας πρέπει ν᾽ ἀλάξουν ὅλοι | κι ὄχι ἀλάζοντες στολὴ νὰ βγένομε στὴν πό- λι. |Ἐσεῖς παρεξηγίσαντες τὰς ἀνωτέρω θέσεις | περιπατῆτε καθ᾽ ὁδὸν μὲ ἄλας ἀμφιέσεις. * * * Οἱ μόδιστροι τῆς Δήσεος θέλουν νὰ μὲ ἐνδήσουν | φορὼν καὶ φέσι εἰς ἐμὲ διὰ νὰ μ᾽ εὐχαριστίσουν | πρᾶγμα ποὺ δὲν εἶνε κομψόν, ὅπως ἀντιλαβῆσθε, | κὲ θὰ τ᾽ ἀκούσατε συχνὰ στοὺς ράπτας ποὺ ραβεῖσθε. * * * Ἄχ! σᾶς ζηλέβο, δέσποτα, ποὺ εἴχατε τὸ θάρος | Σεῖς τῆς ὀρθοδοξίας Μας ποὺ ἦσθο ἕνας φάρος12, | νὰ ἐνδηθῆτε Δητικὰ κὲ τόρα νὰ γυρνᾶτε | φορῶν ἀφτὰ ποὺ θέλετε χωρὶς νὰ χολοσκᾶτε...». Ὁ εὑρηματικὸς Μπὸστ συνδέει τὴν ἐπιλογὴ τοῦ Μακαριωτάτου μὲ τὶς πολιτικὲς ἐξελίξεις καὶ τὴν ἀναμενόμενη γιὰ τὸ 1981 ἔνταξή μας στὴν ΕΟΚ. Θεωρεῖ δὲ ὡς ἔκφραση δυτικοποιήσεως καὶ τὴν νέα περιβολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ποὺ κατὰ τὸν εὐφυῆ σκιτσογράφο συνέπλεε μὲ τὴν ὅλη πορεία τοῦ πλήρους ἐκφραγκισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, κάτι ποὺ ὁλοκληρώθηκε στὴν ἐποχή μας, στὸ πλαίσιο τοῦ διπλοῦ οἰκουμενισμοῦ, θρησκευτικοῦ καὶ πολιτικοῦ, τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ὁ Γελοιογράφος βλέπει τὰ πράγματα μὲ τὸ βλέμμα ἑνὸς αὐθεντικοῦ Ὀρθοδόξου, ὅπως φαίνεται ἀπὸ ὅλο τὸ στιχούργημά του. Διαβάζοντας τὰ σχόλια τοῦ Τύπου, καὶ ἰδιαίτερα ἐκεῖνα τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου», βεβαιώθηκα ὅτι ἡ κρίση μου γιὰ τὰ τολμήματα τοῦ πρ. Ἀρχιεπισκόπου δὲν ἦσαν προϊὸν ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ δίκαιη ἀντίδραση στὰ μηνύματα, ποὺ ἤθελε νὰ «περάσει» στὸν λαό μας. Παρʼ ὅλα αὐτά, μετὰ τὴν κοίμησή του (15.11.1988) θέλησα νὰ πάω στὴν Μονὴ Πετράκη, νὰ προσκυνήσω τὴν σορό του. Τὸ ἄφησα δὲ γιὰ τὴν τελευταία ἡμέρα, ποὺ θὰ ἐτελείωνε τὸ προσκύνημα καὶ θὰ μετεφέρετο στὴν Τῆνο. Τὴν νύχτα εἶδα ἕνα ὄνειρο ποὺ μὲ αἰφνιδίασε: Εἶδα ὅτι πηγαίνοντας γιὰ τὴν Μονή, ἐξερχόταν τὸ φέρετρο ἀπὸ τὸ πίσω μέρος τοῦ περιβόλου της, ἐνῷ κάποιος ἄγνωστός μου, μοῦ εἶπε, ὅτι στὴν Ἐκκλησία ἔχει ἐκτεθεῖ γιὰ προσκύνημα τὸ λείψανο μιᾶς Γυναίκας. Ὅταν πῆγα στὸ Ναό, τὸ πρωΐ, πράγματι τὸ λείψανο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δὲν ἦταν πιὰ ἐκεῖ καὶ εἶχε ἐκτεθεῖ γιὰ προσκύνηση τεμάχιο τοῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Πρὸς Θεοῦ! Δὲν τὸ θεωρῶ οὐράνιο μήνυμα! Μᾶλλον θὰ ἦταν καρπὸς στομαχικῆς δυσλειτουργίας. Τὸ μόνο ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὄντως βρέθηκα στὸ προσκύνημα τῆς Ἁγίας, ποὺ καὶ στὴ συνείδησή μου ἐνσάρκωσε τὴν ὄντως σοφία (Ἰακ. 5, 13) ἡ ὁποία ἐφώτιζε καὶ τὴν ἐπιστημονική της γνώση. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἦταν Ἁγία.


Σημειώσεις: 1) Ἦταν καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 2) Γιὰ τὰ πολιτικοεκκλησιαστικὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς μετὰ τὴν 21η Ἀπριλίου καὶ κυρίως στὸν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης βλ. τὸ βιβλίο τοῦ μακαρί- τη διδασκάλου μου, ἱστορικοῦ Γερ. Ἰω. Κονιδάρη «Περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι «Ἐκκλησιαστικῆς Δικαιοσύνης» σήμερον», ἐν Ἀθήναις 1971/ 1972. 3) Συμμετεῖχαν σημαντικοὶ ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων, μὲ τοὺς ὁποίους διατηρῶ μέχρι σήμερα φιλικότατες σχέσεις. 4) Αὐτὸ εἶναι ἄλλη ἱστορία, ποὺ δὲν θὰ θίξω ἐδῶ. 5) Κατὰ τὴ συζήτησή μας ἐρώτησα τὸν Μακαριώτατο γιὰ τὴ σχέση αὐτῆς τῆς ἰδεατῆς Ἀγάπης μὲ τὴν συγκεκριμένη Ἀγάπη τοῦ Χρισοῦ μας, ἀλλὰ ἀπέφυγε νὰ μοῦ ἀπαντήσει. 6) Αὐτὸ κυρίως μοῦ εἶχε ζητήσει. 7) Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἤθελε νὰ ἀναθέσει τὸ ἔργον μόνο στὴν ταπεινότητά μου, ἀλλὰ ἀσφαλῶς θὰ ἀντιληφθῆ, ὅτι προτείνονται καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, ἀκριβῶς, διὰ νὰ μὴ τὸ ἀναλάβω ἐξ ὁλοκλήρου, ἂν τυχὸν ἄρχιζε ἡ συνεργασία μας. 8) Ὀρθ. Τύπος, ἀρ. φύλλου 441 (1981), σ. 1 καὶ 2. 9) Ὀρθ. Τύπος, φ. 447. 10) = Εὐρωπαῖος. Αὐτὸ λέγει πολλά. Ἡ Εὐρώπη κατεργάζεται τὴν ἀποορθοδοξοποίησή μας. 11) Τὸ 1981 γίναμε μέλη τῆς ΕΟΚ καὶ τὸ 1992 τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως (Ε.Ε.). 12) Καταφανὴς εἰρωνεία γιὰ τὴν ἀρχιεπισκοπικὴ θητεία τοῦ Ἱερωνύμου.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Διωγμός εντός των τειχών της Διοικούσης Εκκλησίας του Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

Κάθε φορά που θυμάμαι – και συμβαίνει αυτό συχνά, σχεδόν καθημερινά – ότι μερικοί αδελφοί διώκονται όχι γιατί είναι άδικοι, όχι γιατί παρανομούν, όχι γιατί καταπατούν θείες εντολές, αλλά γιατί είναι δίκαιοι, είναι ζηλωτές, είναι ηθικοί και τηρούν με ακρίβεια τις εντολές  του Θεού, αισθάνομαι και εγώ τον πόνο των αδελφών, τον βιώνω ως ιδικό μου και αγανακτώ από τη συμπεριφορά των διωκτών, οι οποίοι κινούνται με συγκαλυμμένη εχθρότητα και πάντα στο όνομα της τήρησης της κανονικής τάξης της Εκκλησίας και της πιστής εφαρμογής των όσων από αιώνες ισχύουν στην παράδοσή της!



…… Ο ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς                                                                                                            
Πρόσφατα εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση για τον γνωστό ιερομόναχο, ο οποίος μάχεται κατά των οικουμενιστών και αμφισβητεί την αγιότητα του Σμύρνης Χρυσοστόμου. Το μεγάλο του παράπτωμα ήταν ότι δεν μνημόνευε το Μητροπολίτη του κι εκείνος τον παρέπεμψε στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη, με την ίδια ευκολία που επί χρόνια παραπέμπει και τους λαϊκούς στα κοσμικά δικαστήρια, γιατί δεν συμφωνούν με τους λόγους και τις πράξεις του και διαμαρτύρονται με τρόπο γενναίο και δυναμικό. Ο π. Ευθύμιος είναι ευλαβέστατος κληρικός και θαρραλέος. Διατυπώνει τις απόψεις του τεκμηριωμένα και υπερασπίζεται την Ορθοδοξία. Σε μια εποχή μάλιστα όπου όχι μόνο οι λαϊκοί αλλά και οι περισσότεροι κληρικοί έχουν γίνει άνθρωποι του γλυκού και χλιαρού νερού, ο π. Ευθύμιος  απ΄ την ασκητική του βίγλα ανησυχεί και αντιστέκεται. Και αυτό είναι, που τον κάνει αξιοθαύμαστο και αξιομίμητο.                                             

Δυστυχώς, η εκκλησιαστική δικαιοσύνη αποφασίζει με τρόπο παράλογο, πιστεύοντας ότι έτσι θα προστατεύσει κάποιους άλλους «αθώους» μεγαλόσχημους κληρικούς. Η τακτική αυτή είναι θεομίσητη. Ο παραλογισμός συνεχίζεται με το να επιμένουν οι θύτες και διώκτες ότι ορθώς ενήργησαν και επιβάλλεται όλοι εμείς οι άλλοι, που δεν έχουμε τη δική τους εμπάθεια, να δεχτούμε και να σεβαστούμε τις εν «Αγίω Πνεύματι αποφάσεις τους». Κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Οι χριστιανοί είναι δούλοι του Θεού και όχι δούλοι των εφήμερων εκκλησιαστικών αρχόντων. ….. 

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ

«Όλην εισδεξάμενοι, την νοητήν λαμπηδόνα, του αγίου Πνεύματος, το υπερφυέστατον, χρησμολόγημα, τω βραχεί ρήματι, και πολλή συνέσει, θεοπνεύστως απεφθέγξαντο… άνωθεν λαβόντες, την τούτων αποκάλυψιν…»


Ευαγγέλιον και Πατέρες είναι η αδιάστατος πνευματική συζυγία, η οποία συνιστά και θεμελιοί την αγίαν και Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν επί την αρραγή πέτραν της αληθείας. Είναι τόσον στενώς ηνωμέναι αι δύο αυταί έννοιαι, ώστε να μη δύναται να νοηθή το εν άνευ του άλλου, το Ευαγγέλιον δίχως Πατέρας της Εκκλησίας και Πατέρες άνευ Ευαγγελίου. Εντεύθεν, η Εκκλησία του Χριστού θα ηδύνατο προσφυώς να καλήται και Εκκλησία των Πατέρων. Διότι την υπερφυά παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος εντός της Εκκλησίας, δια των Πατέρων εμάθομεν. Την ερμηνείαν του Ευαγγελίου της Χάριτος του Χριστού οι Πατέρες έδωκαν εις τον κόσμον. Τι θα ήτο η Εκκλησία δίχως «τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου», τους «οπλίτας παρατάξεως Κυρίου», τα «όργανα του Αγίου Πνεύματος»; Ίδετε τον κονιορτοποιήσαντα την Εκκλησίαν Προτεσταντισμόν. Καταμάθετε τας αντορθοδόξους καινοτομίας, τας αιρέσεις, τας υπερβολάς, την εγκοσμιότητα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, υποκαταστησάσης την δι’ Αγίου Πνεύματος ποριζομένην ακράδαντον αυθεντίαν των Πατέρων, δια των εξ υψηλοφροσύνης επισφαλών ανθρωπίνων συλλογισμών. Φοβήθητε την επιφαινομένην νόθευσιν του Ευαγγελίου εν τη Εκκλησία.                                                                                                                              
Αποτολμά ο λόγος να υποστηρίξη, ότι οι Άγιοι Πατέρες αποτελούν τα ασφαλή μέτρα της περί Θεού και ανθρώπων καθολικής και επί μέρους αληθείας. Αυτοί είναι οι οξυδερκείς της Εκκλησίας οφθαλμοί, τα πυρίπνοα στόματα, οι θεοείκελοι διδάσκαλοι, οι απλανείς οδηγοί, οι φυσικοί ερμηνείς του Ευαγγελίου, ως θεωρίας και πράξεως. Έδωκαν εις την Εκκλησίαν το μεν την δογματικήν αυτής διδασκαλίαν, τους Κανόνας, τας Παραδόσεις, το δε κατέλιπον εις τους πιστούς την θείαν βιοτήν των ως υπόδειγμα ζωής και μιμήσεως, καθιερώσαντες το διάγραμμα του εριτίμου πλούτου της ορθοδόξου πνευματικότητος. Άνθρωποι αυτοί, δια πολυμόχθων ασκητικών αγώνων και εκ Θεού συναντιλήψεως, κατεστάθησαν φορείς των επιλάμψεων του «Πνεύματος της αληθείας», σκεύη καθαρά των θείων ενεργειών, Θεοφόροι, Χριστοφόροι και Πνευματοφόροι, και ούτως απέβησαν δι’ ημάς η ακριβής στάθμη της περί Θεού και Εκκλησίας αληθείας. Άνθρωποι και ημείς, φέροντες εκ κληρονομικής αναδοχής, εξ αμελείας, αγνοίας και ηδονών του βίου, ημαυρωμένην την θείαν εικόνα εκ του εν τη καρδία επιπροσθούντος νέφους των ψεκτών παθών, αμοιρούμεν των ακτίστων ακτίνων του Πνεύματος, ταλαιπώρως πλανώμενοι υπό των ατάκτων επιθυμιών της καρδίας και των ινδαλμάτων του εσκοτισμένου νοός ημών. Ιδού ποία η διαφορά μεταξύ ημών και των Πατέρων, και πόσην ανάγκην έχομεν αυτών εν τη πορεία ημών ως Εκκλησίας, εις τον βίον της οποίας μετέχομεν είτε ως χαρισματούχοι, είτε ως απλούς λαός, είτε ως Ποιμένες, είτε ως ποιμενόμενοι.
Οφείλομεν να καταστήσωμεν συνείδησιν, ότι αν οι Πατέρες της Εκκλησίας κατώρθωσαν να επισπάσουν τας ακτίνας του φωτιστικού Πνεύματος, τούτο επέτυχον δυνάμει της αγιότητός των, ότι μόνον η κάθαρσις της ψυχής από των παθών άγει εις την γνώσιν της αληθείας. Διο και η μεγαλυτέρα νοθεία εις την θεολογίαν μας και εις τον πνευματικόν βίον των Ορθοδόξων, συντελείται από αυτούς τους λειτουργούς αυτής και διδασκάλους, οι οποίοι, ενώ εμφανίζονται ως υπεύθυνοι ερμηνείς του πνεύματος της Εκκλησίας, εν τούτοις νοθεύουν την διδασκαλίαν της δια της αναμίξεως προσωπικών αντιλήψεων με την εν Αγίω Πνεύματι διδασκαλίαν των Πατέρων. Οι αιρεσιάρχαι αποτελούν την ισχυροτέραν απόδειξιν, ότι πάσα εκτροπή από του χρυσού κανόνος των Πατέρων άγει εις πλάνας και απώλειαν. Οι αιρεσιάρχαι ήσαν ευλαβείς μεν και των Γραφών εγκρατείς. Εστερημένοι όμως του φωτός, όπερ κατηύγαζε τας ψυχάς των Πατέρων, «εναυάγησαν περί την πίστιν». Αείποτε υπήρξεν αίτημα εκ των θεμελιωδών της αγίας ημών Εκκλησίας, η μετά πίστεως οικείωσις και παρακολούθησις της ζωής των Πατέρων—«ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής…». Η Εκκλησία ευλογούσα τον Θεόν, διότι «φωστήρας επί γης τους Πατέρας ημών θεμελιώσας και δι’ αυτών προς την αληθινήν πίστιν πάντας ημάς οδηγήσας», καθιεροί εις το διηνεκές το απρόσβλητον κύρος αυτών. Ώστε η Εκκλησία, δια να κατευθύνεται απλανώς προς την αλήθειαν και εντός των πλαισίων της ιδιαζούσης ημίν τοις ανατολικοίς ορθοδόξου πνευματικότητος, είναι απαραίτητον, όπως οι ποιμένες και διδάσκαλοι αυτής μη απομακρύνωνται από την Πατερικήν διδασκαλίαν εις όλους τους τομείς αυτής, νοθεύοντες το πνεύμα της Εκκλησίας δια προφάσεων εν αμαρτίαις.
Μία εκτροπή θεμελιώδους σημασίας είναι η παραθεώρησις του ασκητικού- Μοναστικού πνεύματος, όπερ χαρακτηρίζει τον βίον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας. Εντεύθεν απορρέουν πάντα τα εν τη Εκκλησία σκάνδαλα, η μείωσις της αγιότητος, η εξάπλωσις της ποικολομόρφου πλάνης εν τε τη θεολογία και τη ηθική και πνευματική ζωή των χριστιανών. Η σημερινή εποχή θα αποτελέση σταθμόν εν τη ιστορία της Ελληνικής Εκκλησίας, δια την εγκατάλειψιν της λιτότητος και ασκητικότητος των Πατέρων, υπό τε των φυσικών διαδόχων αυτών και του «φιλούντος εξομοιούσθαι τοις άρχουσιν» ευαγώγου λαού, πορευομένων την λεωφόρον της εγκοσμίου ευδαιμονίας. Εντεύθεν η παραχάραξις της γνησίας χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία άρχεται από της οδυνηρότητος του Σταυρού του Κυρίου, διέρχεται δια του φωτός της ενδόξου Αναστάσεώς Του και, διαγράφουσα απείρους κύκλους μεταξύ των δύο τούτων συγκλονιστικών πόλων της ανθρωπίνης ιστορίας, καταντά ως θρίαμβος εις την όρασιν της αιωνιότητος. Και ούτω, πριν ανέλθη τις επί του σταυρού,--κατά την εντολήν του Κυρίου, Όστις «έπαθε, τύπον υπολιμπάνων ημίν, ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν Αυτού»--ευρίσκεται εν κοσμική μακαριότητι, ως εν τω φωτί της Αναστάσεως! Αλλά το κακόν—ο Σατανάς, δεν εμφανίζεται ποτέ γυμνός. Καλύπτεται—ο μυρμηκολέων αυτός—υπό γοητευτικωτάτας μορφάς ευσεβείας, διο και καθίσταται δυσκαταγώνιστος, οχυρούμενος τεχνηέντως όπισθεν διαφόρων ευσεβών συνθημάτων. Εάν ήτο τετραχηλισμένος ο διάβολος, όστις «πλανά την οικουμένην», ως απαισίως δύσμορφος, θα κατεβάλλετο ευκολώτατα. Αλλ’ η δύναμίς του έγκειται εις αυτήν την φωτοφάνειάν του, εις τας περί αγάπης Θεού και του πλησίον θεωρίας του, εις τα δάκρυά του υπέρ της Εκκλησίας του Χριστού(!), εις τας τάσεις δημιουργίας μιας «νέας και υγιούς τάξεως πραγμάτων», εις τον πόθον της άρσεως του «σατανικού» σχίσματος των Εκκλησιών, εις το ενδιαφέρον δια την αναπροσαρμογήν του Ευαγγελίου εις τα σύγχρονα δεδομένα, εις την αναψηλάφησιν θεολογικών, ηθικών και Εκκλησιαστικών θεμάτων, διότι ναι μεν –ομιλεί ο Σατανάς—οι έγιοι Πατέρες ορθώς εδογμάτισαν, αλλά η πρόοδος του κόσμου, αι ανάγκαι της νέας κοινωνίας, η ύψωσις της διανοητικής στάθμης των ανθρώπων η ασύλληπτος εξέλιξις του τεχνικού πολιτισμού, όλα ταύτα, εν πάση περιπτώσει, επιβάλλουν την επανατοποθέτησιν της Εκκλησίας επί συγχρονισμένων βάσεων…                                 
Αλλ’ ο Παύλος και μετ’ αυτού η αγία μας Εκκλησία βοούν προς τους πλανωμένους: «Ου γαρ αγνοούμεν τα νοήματα αυτού», του Σατανά. Και οι Πατέρες—«οι οπλίται παρατάξεως Κυρίου»--εμπεδώσαντες ορθοδόξως την Εκκλησίαν, απεφάσισαν τον αφορισμόν υπό της Εκκλησίας παντός, όστις ήθελεν αφαιρέσει ή προσθέσει τι εις όσα καλώς αυτοί εδογμάτισαν και παρέδωκαν.
Αλλά θα ερωτηθώμεν. Ποίαν σχέσιν δύναται να έχη το αίτημα της ασκητικότητος της Εκκλησίας με τας εκτροπάς αυτάς; Πολλού γε και δει. Η άσκησις ανακύπτει ως αναγκαιότης προς άρσιν της εν ημίν αντινομίας, βεβαιουμένης ευαγγελικώς μεν, δια της «στενής και τεθλιμμένης οδού», δια της «βίας», δια των αγρυπνιών και των νηστειών του Κυρίου, δια της εντολής Αυτού «αγρυπνείτε και προσεύχεσθε» κ.λ.π., ως και δια του «υπωπιασμού της σαρκός», του «αντιστρατευομένου νόμου» του θείου Παύλου, δια των «σκληρών οδών» του Προφήτου Δαυϊδ και άλλων συναφών χωρίων της Γραφής, Πατερικών δε, δια του αγίου βίου πάντων των Πατέρων και αυτής της διδασκαλίας των. Η φύσις της Εκκλησίας μας είναι ασκητική, ως εξ αυτής ταύτης της φύσεως του γεγονότος της ανορθώσεως του πεπτωκότος ανθρώπου, φέροντος παρά τούτο την αίσθησιν της τραγικής διαστάσεως της βουλήσεώς του, εκφαινομένης εις τας τραγωδίας της Ελληνικής αρχαιότητος,--δια να επικαλεσθώμεν και την θύραθεν σοφίαν—και κατοπτριζομένης εις τα μεγάλα έργα του Σαίξπηρ, του Ίψεν, του Δοστογιέφσκη, και εξαιρέτως εις την «Τραγωδίαν της ζωής» του Ισπανού Μικαέλ Ουναμούνο. Την τραγικότητα αυτήν έζησεν η αγία Εκκλησία μας αναδυθείσα από το ίδιον αίμα της και ηκολούθησαν τα εκλεκτά τέκνα της Ερήμου, οι άγιοι, βεβαιώσαντες την αναγκαιότητα της τραχείας ταύτης οδού, δια των κλαυθμών των, των κακοπαθειών, του ιερού πένθους των, των μακρών νηστειών και αγρυπνιών των και των αδιαλείπτων προσευχών. Ως και το αίμα των Μαρτύρων εχύθη από την ιδίαν αυτήν διάστασιν, συμπλακέντων με το κακόν, άχρι και αυτού του Πρωτομάρτυρος Χρυστού, του «αρχηγού και τελειωτού της πίστεως ημών». Ιδού ποίον είναι το βάθος της ασκητικότητος, εξικνουμένης μέχρις αυτής της του αίματος χύσεως, ως βεβαιοί, κατά μυστικόν τινα τρόπον, ο μέγας του Χριστού Απόστολος Παύλος. «Και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις» (Εβρ. θ: 22). Ο ίδιος Παύλος ενθαρρύνων εις τας θλίψεις των τους πιστούς και δίδων οιονεί το διάγραμμα των εν Χριστώ κατά της αμαρτίας αγώνων, γράφει: «Ούπω μέχρις αίματος αντικατέστητε προς την αμαρτίαν ανταγωνιζόμενοι» (Εβρ. ιβ: 4). Κατά ταύτα, λόγω της αμέσου σχέσεως αγιότητος βίου και αληθείας, πρέπει να απελπισθώμεν, ως Εκκλησία, ως προς την δυνατότητα εκπληρώσεως της εν γη αποστολής μας—η οποία, κατά βάθος, είναι ο καθολικός αγιασμός ημών, «ου άνευ ουδείς όψεται τον Κύριον»--χωρίς την οικείωσιν του ασκητικού πνεύματος των Πατέρων, όπερ θα μας καταστήση ικανούς να εξαρθώμεν εις την περιωπήν της γνώσεως της Ορθοδοξίας, ην παρέδωκαν ημίν «άνθρωποι υπό πνεύματος Θεού φερόμενοι». Η σημερινή αξιοδάκρυτος παρακμή του Μοναχικού θεσμού, αποτελεί αντανάκλασιν του εμπολιτευομένου εν τη Εκκλησία αντιασκητικού πνεύματος, γεγονός το οποίον παρέχει το μέτρον της πνευματικής πτωχείας της Ορθοδοξίας, ης τινος ο Μοναχισμός είναι «τα νεύρα», κατά Χρυσόστομον. Ως εκ τούτου, πως δυνάμεθα άνευ αγιότητος, ταπεινώσεως, αγάπης και φωτισμού, να ομιλώμεν περί Ορθοδοξίας, εφ’ όσον στερούμεθα των φυσικών εκείνων οργάνων, τα οποία προσπορίζουν εις ημάς την γνώσιν του βάθους του πλούτου αυτής; Διότι, εν εσχάτη αναλύσει, τι άλλο είναι η Ορθοδοξία μας η αδαμαντίνη, ειμή κατάκτησις της αγιότητος ως αληθείας, ως ζωής, ως ηθικού κάλλους, ως ελπίδος, ως, εν πάση περιπτώσει, συνισταμένης των θειοτάτων αιτημάτων του εν Χριστώ ανθρώπου, εκφραζομένων εν τη μεγαλειώδει λειτουργική ζωή της Εκκλησίας; Ιδού διατί η οδός του κλαυθμού είναι η μόνη, ήτις απέμεινε σήμερον εις την Εκκλησίαν προς απόπλυσιν των «σπίλων και των ρυτίδων», προς συνειδητήν εν πνεύματι ανασύνδεσιν με τους Πατέρας, προς πλατυσμόν εις τας απείρους διαστάσεις της Ορθοδοξίας, προς οικείωσιν του Ηγαπημένου Χριστού—του Έρωτος των Πατέρων—προς δικαίωσιν του θείου ημών χριστιανικού ονόματος, προς δόξαν Θεού!  

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της.

Κάποτε ο Κύριός μας, απέστειλε στον κόσμο τους μαθητές Του να γίνουν «μάρτυρές» Του. Τους ανέθεσε την ιεραποστολή να φέρουν στους ανθρώπους το μήνυμα της ελπίδας και της σωτηρίας. Και αυτοί ανταπεκρίθηκαν. Με λόγια και έργα, με θυσίες και προσφορές, με κινδύνους και διωγμούς. Τους περιφρόνησαν οι άνθρωποι, όταν δεν τους εδίωκαν. Και τους εθανάτωσαν, όταν δεν τους εφίμωναν. Και αργότερα, μετά τους αγίους Αποστόλους, οι άγιοι Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Πατέρες, ο χορός των αγωνιστών έδωσαν την μαρτυρία τους. Εφώτισαν τον κόσμο, έμειναν ασυμβίβαστοι με την αμαρτία, ελεγκτικοί της κακίας, ασίγαστοι κήρυκες της αρετής. Και παρέδωσαν στην Εκκλησία αθάνατα πρότυπα μαρτυρικής μαρτυρίας. Μας άφησαν μια βαρειά κληρονομιά. Στην εποχή μας όμως οι χριστιανοί φαινόμαστε να έχουμε λησμονήσει αυτό το χρέος. Μένουμε ικανοποιημένοι με μια ατομική ευσέβεια, απονευρωμένη και αδάπανη. Δεν μας κοστίζει σε τίποτε η πίστη μας. ούτε και είμαστε πρόθυμοι να διακινδυνεύσουμε την προσωπική μας ευτυχία για χάριν του Χριστού. Αποδεχθήκαμε τα κοινωνικά κατεστημένα, αποκαταστήσαμε επιφανειακές σχέσεις με τον Χριστό, αδυνάτισε το αγωνιστικό φρόνημα μέσα μας. Σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της. Γι΄ αυτό και έλειψαν οι αγωνιστές, θέριεψαν τα πάθη, συμβιβάσθηκαν οι αξίες, προδόθηκε η ιστορία. Μικροί και μεγάλοι στην πλειονότητά μας, διακονούμε μια καλόβολη και αποδοτική πίστη, που όμως παραμένει ξένη στις μεγάλες προοπτικές της ειρηνικής επανάστασης, για την αλλαγή του κόσμου. Και όμως σήμερα ο κόσμος περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει την ανάγκη αυτής της μαρτυρίας μας. Ο κόσμος του παραλόγου, της κατανάλωσης, του υλισμού, της σκληρότητας και της σύγχυσης. Ο κόσμος των φώτων και των ανέσεων, αλλά και του άγχους και της απόγνωσης. Αυτός ο κόσμος ζητάει μια αυθεντική έκφραση ζωής, τη γνησιότητα του ήθους, την προσωποποίηση της αρετής. Ζητάει απεγνωσμένα τη σανίδα της σωτηρίας του από τον κατακλυσμό του χαλασμού, από την κόλαση της απομόνωσης. Ζητάει την κοινωνία της αγάπης και της συμπόνοιας, τη κοινωνική δικαιοσύνη, την ολοκλήρωση του προσώπου, τη μέθεξη της αγιότητας. Ζητάει ακόμη την εμπιστοσύνη, την αλήθεια, τη Ζωή. Κι΄ όλα αυτά του φαίνονται τόσο μακρυνά, τόσο απρόσιτα. Ποιος, αν όχι εμείς οι χριστιανοί, οφείλουμε και μπορούμε να του τα δώσουμε; θα τα δώσουμε όμως;…

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

O μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, ο δάσκαλος του προμάχου της Ορθοδοξίας του Μάρκου του Ευγενικού, σε επιστολές και ομιλίες, κάποιες από τις οποίες εκφωνήθηκαν στην αίθουσα των ανακτόρων, διεκτραγωδεί την διαφθορά που είχε ενσκήψει πριν από την άλωση. Το ιερατείο πρώτον είχε διαφθαρεί.

Οι περισσότεροι από τους κληρικούς χειροτονούνταν με σκοπό τα χρήματα. Κλήρος σιμωνιακός (=που αγαπάει το χρήμα) εθνική συμφορά, «ἅλας μωρόν» (=άνοστο αλάτι)! Τα μυστήρια ξεπουλιόνταν από τους ανάξιους αυτούς κληρικούς. Με πληρωμή, με δωροδοκίες δινόταν η άφεση των αμαρτιών και μεταδιδόταν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Επίσκοποι, άγαμοι κληρικοί, μοναχοί, οι οποίοι είχαν υποσχεθεί την παρθενία, αναιδέστατα συζούσαν με μοναχές. Οι κοσμικοί πάλι μιμούμενοι τους κληρικούς πριν την τέλεση του μυστηρίου του γάμου συζούσαν με τις γυναίκες. Το άγιο όνομα του Θεού βλασφημείτο δημόσια και κανένας – λέει ο Βρυέννιος – δεν ύψωνε φωνή διαμαρτυρίας γι’ αυτό, ενώ θα έπρεπε, εμείς ως υπερασπιστές του ονόματός Του να προτιμήσουμε μαρτυρικό θάνατο από τους ασεβείς από το να γίνουμε συνένοχοι των βλάσφημων με τη σιωπή μας. Όρκοι σε δημόσια διάταξη. Η αδιαφορία των πολιτών για τις ανάγκες του γείτονα, της κοινωνίας, του κράτους που κινδύνευε ήταν μέγιστη. Η φιλαυτία βασίλευε, εξυπηρετούνταν τα προσωπικά συμφέροντα του καθενός. Τα τείχη της πόλεως παρουσίαζαν φθορές και χρειάζονταν σύντομα επισκευή, αλλά όσοι είχαν υλικούς θησαυρούς προτιμούσαν να κτίζουν τριώροφες κατοικίες παρά να διαθέτουν τα χρήματά τους για την κοινή ασφάλεια.


(Βλ. τους τρεις τόμους των διδαχών του Ιωσήφ Βρυέννιου που εκδόθηκαν από τον Ευγένιο Βούλγαρη, Λειψία 1768 – 1794).

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Ενέργεια της Χάριτος και ενέργεια του Πονηρού.

Του αγίου Διαδόχου, Επισκόπου Φωτικής.


Όπως όταν ένας άνθρωπος σε χειμώνα καιρό στέκεται έξω στην ύπαιθρο και βλέπει ολότελα προς την ανατολή κατά την αρχή της ημέρας η μπροστινή πλευρά του σώματός του θερμαίνεται σιγά-σιγά ολόκληρη από τον ήλιο, ενώ η οπίσθια πλευρά του μένει ολόκληρη δίχως θερμότητα, διότι ο ήλιος δεν πέφτει πάνω του κατακέφαλα. Έτσι και αυτοί που βρίσκονται στην αρχή της πνευματικής ενεργείας. Περιθάλπονται βέβαια μερικώς κάποτε-κάποτε από την αγία Χάρη του Θεού στην καρδιά, γι΄ αυτό και ο νους τους αρχίζει να καρποφορεί πνευματικά. Μένουν όμως φανερά μέρη της καρδιάς, που φρονούν ακόμα σαρκικά για το ότι δεν καταυγασθήκανε από το άγιο φως της Χάριτος όλα τα μέλη της καρδιάς με βαθειά αίσθηση. Αυτό ακριβώς το πράγμα, επειδή δεν το κατάλαβαν μερικοί νόμισαν ότι μέσα τους κλείνουν δυό υποστάσεις, σαν η μια να αντικαθιστά την άλλη μέσα στο νου των αγωνιστών. Έτσι λοιπόν συμβαίνει την ίδια στιγμή η ψυχή να εννοεί και καλά και όχι καλά. Καθώς ακριβώς ο άνθρωπος του παραδείγματος που αναφέραμε με το ίδιο ερέθισμα και κρυώνει και ζεσταίνεται. Αφού ο νους μας ξεγλύστρησε στη διπλή, γνώση, από τότε έχει ανάγκη, κι αν δεν το θέλει, στην ίδια στιγμή και καλά και φαύλα να φέρνει πάνω του διανοήματα. Τούτο συμβαίνει μάλιστα σ΄ εκείνους που έφτασαν σε λεπτοτάτη διάκρισι. Διότι μόλις σπεύδει πάντοτε το καλό να εννοεί, αμέσως θυμάται και το κακό. Επειδή η ανθρώπινη μνήμη από την παρακοή του Αδάμ έχει σχισθεί σε διπλή έννοια. Αν λοιπόν αρχίσουμε να εφαρμόζουμε με θερμό ζήλο τις εντολές του Θεού η Χάρη φωτίζει με κάποια βαθειά αίσθηση όλα τα αισθητήριά μας. Και από την μια πλευρά σαν να κατακαίει τις δικές μας ενθυμήσεις, από την άλλη γλυκαίνει την καρδιά μας με κάποια ειρήνη μιας ανένδοτης φιλίας. Μας κάνει τέλος να σκεφτόμαστε πνευματικά και όχι πια κατά σάρκα. Τούτο συμβαίνει συνεχώς σ΄ αυτούς που πλησιάζουν στην τελειότητα, οι οποίοι έχουν άπαυστη την μνήμη του Κυρίου στην καρδιά τους.
(Φιλοκαλία  τ. Α΄ 203 πη΄ ).