Ο Παπισμός διεκδικώντας για τον εαυτό του μέχρι και
σήμερα την εκκλησιολογική αποκλειστικότητα, υπεύθυνος και πρωτουργός της
διαιρέσεως, δεν διέπραξε το σφάλμα να μετάσχει ως μέλος στο Παγκόσμιο Συμβούλιο
Εκκλησιών και να μεταλλαγεί σε μία από τις πολλές «εκκλησίες». Φραστικά πάντως
και υποκριτικά επαινεί την Οικουμενική Κίνηση, την οποία επευλογεί ως
προεργασία για την μετά της Ρώμης του Πέτρου και του πάπα ενότητα. Ιδιαίτερα
επιχαίρει και συγχαίρει για την συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία αυτοκαταργήθηκε
στην πράξη ως η μοναδική ενσάρκωση και συνέχεια της Una Sancta, εκχωρήσασα το ιδικό της
πεδίο, την ιδική της ταυτότητα, στην σχισματική και αιρετική Ρώμη, στη Ρώμη
του filioque, του πρωτείου εξουσίας του πάπα, των αζύμων,
του καθαρτηρίου πυρός, της κτιστής χάριτος και όλων των άλλων καινοτομιών και
παρεκκλίσεων.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015
Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης : Μνημονεύοντας τους πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους στις ιερές ακολουθίες, συμμετέχουμε στην οικουμενιστική αποστασία.
Το θέμα της κοινωνίας με τους αιρετικούς, ως και της εν
συνεχεία κοινωνίας με τους κοινωνούντες, οι οποίοι με την πράξη τους αυτή
αποβαίνουν ακοινώνητοι, είναι το μείζον και επείγον θέμα στην σημερινή
εκκλησιαστική ζωή. Το εκκλησιαστικό σώμα νοσεί επικίνδυνα· υπεύθυνοι για την
νόσο είμαστε όλοι, όχι μόνον οι κοινωνούντες με τους ετεροδόξους, αλλά και όσοι
κοινωνούμε με τους κοινωνούντες· η εκτροπή και η παράβαση μοιάζει με τα
συγκοινωνούντα δοχεία, με την μόλυνση του περιβάλλοντος, η οποία δεν
περιορίζεται στον προκαλούντα την μόλυνση. Μνημονεύοντας τους πατριάρχες,
αρχιεπισκόπους και επισκόπους στις ιερές ακολουθίες, συμμετέχουμε στην
οικουμενιστική αποστασία.
Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
Παρέμεινε
στην «Νέα Μονή» μία τριετία ως δόκιμος και την 7 Νοεμβρίου του 1878 κουρεύτηκε
μοναχός με το όνομα Λάζαρος, ενσωματωθείς στην αδελφότητα του μοναστηριού και
υπηρετήσας ως γραμματεύς. Αποδίδουμε ξεχωριστή σημασία στο διάστημα της
ασκητικής ζωής του αγίου μοναχού μέσα στο Μοναστήρι. Γιατί εκεί ελεύθερος από
τις άφευκτες διασπαστικές μέριμνες του κόσμου, με συγκεντρωμένες τις δυνάμεις
της ψυχής, «ενώπιος ενωπίω», θα μπορούσε με τις ασκητικές αγωγές, τις
αδιάλειπτες ψαλμωδίες και δοξολογίες και τις θερμές προσευχές να ενώνεται
διαρκέστερα με τον Θεόν. Πράγματι, η ψυχή τού οσιωτάτου Λαζάρου, άγευστη από
τις ηδονές του κόσμου, καθαρή από ανθρώπινες εμπάθειες, με σωφρονισμένο το
επιθυμητικό, με αγάπη διαποτισμένο το θυμικό και με ταπείνωση, πραότητα και πνευματικές
θεωρίες το λογιστικό, έτσι ώστε όλος ο δυναμισμός της ψυχής του, ενοποιημένος
και σε «συνέλιξη» αρμονική, να πραγματοποιή την υπέρλογη ένωση με τις άκτιστες
ενέργειες του Θεού.
Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015
Για τον διωγμό του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Μ. Αθανασίου από ανάξιους επισκόπους
Τί έκαναν ψευδοσύνοδοι, ληστρικές σύνοδοι αναξίων επισκόπων; Καθήρησαν και εξόρισαν επανειλημμένως τους μεγαλυτέρους Πατέρας και Διδασκάλους της Εκκλησίας. Τον Αθανάσιο και τον Χρυσόστομο. Πέντε φορές Σύνοδοι επισκόπων καθήρησαν και εξόρισαν τον Αθανάσιο, 17 χρόνια στην εξορία ο Αθανάσιος. Επανειλημμένως εξορίστηκε και ο Χρυσόστομος. Και τί είπε ο Χρυσόστομος; Ένα λόγο που είναι αιώνιος κόλαφος εναντίον των κακών επισκόπων. «Ουδέν δέδοικα ως επισκόπους πλην ενίων». Τί τράβηξε ο άγιος Χρυσόστομος από τους κακούς επισκόπους! «Τίποτα δεν φοβήθηκα όσο τους επισκόπους εκτός από λίγους». Ένας επίσκοπος είναι ή του ύψους ή του βάθους. Ή μεγάλος άγιος ή μεγάλο θηρίο. Εξαρτάται. Αν κρατάει τα άγια δισκοπότηρα με φόβο και τρόμο υψώνεται, αν είναι αναίσθητος καταπίπτει, τον εγκαταλείπει η Χάρις και γίνεται θηρίο της αβύσσου.«Τίποτα δεν φοβήθηκα όσο τους επισκόπους εκτός ολίγων».
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015
᾿Ορθόδοξη Θεολογία καὶ Θρησκευτικὸς Συγκρητισμὸς* -- τοῦ αειμνήστου ᾿Ιωάννου Κορναράκη, Ομοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν
α. ῾Η ᾿Ορθόδοξη Θεολογία
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ Διδασκαλία περὶ τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως καὶ Ζωῆς ἀποτελεῖ προϊὸν τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμο πρῶτον διὰ τῆς λειτουργίας καὶ διαδόσεως, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ προφητικοῦ λόγου καὶ δεύτερον, τελικῶς, διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ! ᾿Εξάλλου, οἱ βασικὲς καὶ οὐσιώδεις ἀρχὲς τῆς Πίστεως καὶ τῆς Διδασκαλίας αὐτῆς, καταγραφεῖσες ὑπὸ τῶν Μαθητῶν καὶ
᾿Αποστόλων τοῦ Κυρίου, ἀποτέλεσαν τὸ γραπτὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὸ περιεχόμενο δηλαδὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὸ γραπτὸ αὐτὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, οἱ Μαθητὲς συγγραφεῖς, ἀνέπτυξαν πᾶν ὅ,τι ἀφορᾶ εἰς τὸ πρόσωπον καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ περιστασιακῶς, κάποια κύρια σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ κυριακοῦ λόγου καὶ μᾶς παρέδωσαν ἔγκυρο λόγο περὶ τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως καὶ Ζωῆς, ἐφόσον καὶ εἰς τὴν περίπτωση αὐτή: «ὑπὸ Πνεύματος ῾Αγίου φερόμενοι ἐλάλησανἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Βʹ Πέτρ. αʹ 21).
᾿Ενωρὶς ὅμως, κατὰ τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἱστορικῆς πορείας τῆς ᾿Εκκλησίας μέσα εἰς τὸν κόσμο, ἐμφανίσθηκαν προβλήματα ὀρθῆς καὶ μάλιστα ἁγιοπνευματικῆς κατανοήσεως τῶν ἀρχῶν Πίστεως καὶ Ζωῆς τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. ῏Ηταν φυσικό, κατὰ τὴν πορεία αὐτὴ τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τῆς ᾿Εκκλησίας, νὰ παρουσιασθοῦν προβλήματα ἑρμηνείας τοῦ λόγου αὐτοῦ. ῾Η ἐμφάνιση τῶν αἱρέσεων ἔδειξε, ὅτι τὸ κύριο πρόβλημα γιὰ τὴν ὀρθή, δηλαδὴ ἁγιοπνευματική, κατανόηση τοῦ εὐαγγελικοῦ γράμματος ἦταν ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρωπίνου λογικοῦ νὰ διαπεράσει φωτιστικῶς τὸ κάλυμμα τοῦ γράμματος καὶ νὰ εἰσχωρήσει στὸ βάθος τοῦ πνεύματος ποὺ τὸ κάλυμμα αὐτὸ ἀπέκρυπτε. Παρουσιάθηκε ἑπομένως καὶ πάλι ἡ ἀνάγκη νὰ λαλήσουν λόγο
ἁγιοπνευματικῆς ἑρμηνευτικῆς ἀληθείας ἄνθρωποι τῆς ᾿Εκκλησίας, διάδοχοι τῶν ᾿Αποστόλων, καὶ αὐτοὶ «ὑπὸ Πνεύματος ῾Αγίου φερόμενοι».
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν πλέον οἱ ἑρμηνευτὲς τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ — εὐαγγελικοῦ λόγου, ὡς «δοχεῖα τοῦ Πνεύματος»! Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας προχώρησαν στὴν ἁγιοπνευματικὴ κατανόηση καὶ ἑρμηνεία τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου διὰ τῆς βιώσεωςτῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
῾Οδεύοντες τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς προσωπικῆς τους καθάρσεως, ἀπὸ τὸ ἐμπαθὲς δυναμικὸ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας, δέχθηκαν τὸν φωτισμὸ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἔγιναν βιωματικοὶ ἑρμηνευτὲς τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Γιὰ τὸ ἔργο τους τοῦτο ἀνεγνωρίσθησαν καὶ καθιερώθησαν ἀπὸ τὴν κοινὴ συνείδηση τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς οἱ αὐθεντικοὶ θεμελιωτὲς τῆς ἀκριβοῦς θεολογικῆς ἀναπτύξεως τῆς διδασκαλίας τῆς ᾿Εκκλησίας· οἱ πνευματοφόροι δημιουργοὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου Θεολογίας, δηλαδὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ! ᾿Εξάλλου, ὁ νοηματικός, ἀλλὰ καὶ ἀποκαλυπτικός, ἁγιοπνευματικὸς πυρήνας τοῦ ὅρου ᾿Ορθοδοξία διετυπώθη συνοδικῶς εἰς τὸ «Σύμβολον τῆς Πίστεως», ὡς πίστη «εἰς Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικὴν καὶ ᾿Αποστολικὴν ᾿Εκκλησίαν». ῾Η πατερικὴ αὐτὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ αὐτοσυνειδησία ἀποτυπώθηκε στὴν θεοφώτιστη καὶ οἰκουμενικὴ βεβαιότητα τοῦ Πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅτι ἡ ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία εἶναι ἡ
μόνη ἀληθῶς σώζουσα ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ!
β. ῾Ο Θρησκευτικὸς Συγκρητισμὸς
Ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ Συγκρητισμός, ὡς φαινόμενο «Πανθρησκείας», συναντᾶται στὴν θεωρία ἐκείνη ποὺ πρεσβεύει τὴν σύγκλιση τῶν θρησκειῶν μεταξύ τους καὶ τὴν ἐπικοινωνία τους στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς πάντοτε τῆς ἰσότητός τους, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ ἀποδοχῆς τῆς ὁμοιότητός τους ὄχι μόνο στὰ κοινὰ σημεῖα (ἂν ὑπάρχουν) τῶν ἀντιλήψεών τους, ὡς πρὸς τὴν ἔννοια τοῦ Θείου, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὶς πρακτικὲς καὶ τὶς κοινὲς σκοπιμότητές τους μέσα στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου. ῎Ετσι, κύριο χαρακτηριστικὸ τοῦ Θρησκευτικοῦ γενικὰ Συγκρηστιμοῦ εἶναι ἡ ἀνάμειξη τῶν θρησκειῶν μεταξύ τους στὸν βαθμὸ ποὺ ἡ παραδοσιακὴ θρησκευτική τους ὑπόσταση καὶ ταυτότητα νὰ ἀλλοιώνεται, ἀναχωνευομένη μέσα στὴν διαδικασία τοῦ παγκοσμιοποιημένου τρόπου τῆς ἀναμείξεως αὐτῆς. Ο Robert Meuller μᾶς δίνει μία ἀκραία ἄποψη γιὰ τὸ πλάτος καὶ βάθος τῆς ἐννοίας τοῦ Θρησκευτικοῦ Συγκρητισμοῦ. «Οἱ θρησκεῖες πρέπει νὰ συνεργάζονται ἐνεργὰ γιὰ νὰ προσφέρουν μιὰ καλύτερη κατανόηση τῶν μυστηρίων τῆς ζωῆς καὶ τῆς θέσης μας μέσα στὸ σύμπαν. ῾Η θρησκεία μου σωτὴ ἢ λάθος καὶ τὸ ἔθνος μου σωστὸ ἢ λάθος πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθοῦν μιὰ γιὰ πάντα στὴν Πλανητικὴ ᾿Εποχή»1. Μιὰ τέτοια ἀντίληψη γιὰ τὸν Θρησκευτικὸ Συγκρητισμὸ τὸν ταυτίζει ἀσφαλῶς μὲ τὶς ἐπιδιώξεις μιᾶς ὀλεθρίας ἰσοπεδωτικῆς τῶν πάντων παγκοσμιοποιήσεως, ποὺ ἀξιώνει τὴν ἀποξένωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν θρησκευτική, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐθνικὴπαραδοσιακή του συνείδηση καὶ ταυτότητα! Ο Θρησκευτικὸς Συγκρητισμὸς διακρίνεται συνήθως σὲ Διαχριστιανικὸ καὶ Διαθρησκειακὸ Συγκρητισμό.
1. Διαχριστιανικὸς Συγκρητισμός. Τὸ εἶδος τοῦ Συγκρητισμοῦ αὐτοῦ ἀφορᾶ στὴν διομολογιακὴ ἀνάμειξη καὶ σύγκραση διαφόρων Χριστιανικῶν δογμάτων σὲ μιὰ διατύπωση ἐννοίας «ἑνότητος» τῶν «ἐκκλησιῶν» τους, στὴν ὁποία ἐπισημαίνονται τὰ κοινὰ σημεῖα προσεγγίσεως τῶν θεολογικῶν τους παραδόσεων, χωρὶς ὅμως ἀναφορὰ στὶς διαφορὲς (συχνὰ χαώδεις) ποὺ διαιροῦν τὶς χριστιανικὲς αὐτὲς «ἐκκλησίες». ῎Ετσι ἐπιδιώκεται ἕνας Διαχριστιανικὸς Συγκρητισμός, ὅπου κάθε δόγμα ἔχει δῆθεν μέρος τῆς ἀληθείας τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὅλα μαζὶ τὰ δόγματα ἢ οἱ «ἐκκλησίες» κατέχουν ἀπὸ κοινοῦ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια αὐτὴν (Θεωρία τῶν Κλάδων ἢ τοῦ Σπασμένου Καθρέπτη ). Μιὰ τέτοια διατύπωση χριστιανικῆς «ἑνότητος» μετατρέπει, ὅπως εἶναι εὐνόητο, αἱρέσεις σὲ «ἐκκλησίες», ὅπως βεβαιώνεται ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴ Χάρτα (2000), ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅλες τὶς αἱρετικὲς ὁμολογίες ὡς «᾿Εκκλησίες»!
2. Διαθρησκειακὸς Συγρητισμός. Γενικῶς ἡ ἔννοια ≪Θρησκεία≫ κατανοεῖται ὡς ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ἀνταποκρινόμενο στὴν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπικοινωνήσει, μέσῳ ὡρισμένων τελετουργικῶν τυπικῶν, μὲ ὑπέρτερες τῶν δυνάμεών του «θεότητες». Οἱ «θεότητες» αὐτὲς καθορίζονται καὶ σχηματοποιοῦνται σὲ διάφορες ἐξεικονίσεις, ἀπὸ ἀνθρώπινες ὑποκειμενικὲς ἐφέσεις καὶ ποικίλες ψυχολογικὲς ἀνάγκες. Προβάλλονται καὶ ὑλοποιοῦνται σὲ ποικίλα ὑλικὰ κατασκευάσματα ἁπὸ τὴν ἀνθρώπινη φαντασία ἢ ἀπὸ δαιμονικὲς ἐνέργειες, ἐφόσον, σὲ πολλὲς περιπτώσεις, εἶναι ὁρατὸς ὁ δαιμονικός τους
χαρακτήρας, σὲ ἀνθρωποθυσίες, μαγεῖες, ἐγκληματικὲς ἰδέες ἢ ἀντιλήψεις!
γ. Συμπέρασμα
ΚΑΤΟΠΙΝ τῶν ἀνωτέρω, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ᾿Ορθόδοξη Θεολογία, δηλαδὴ ἡ ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία, ὡς ὁ μοναδικὸς κάτοχος τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας περὶ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ συμμετέχει ἢ νὰ σχετίζεται, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, μὲ διαχριστιανικὲς ἢ διαθρησκειακὲς δραστηριότητες.
Δὲν μπορεῖ ἑπομένως νὰ ἀναγνωρίζει τὴν αἵρεση ὡς «ἐκκλησία», μέσῳ τοῦ Διαχριστιανικοῦ Συγκρητισμοῦ. Ο ἀποστολικός, ἐν προκειμένῳ, λόγος εἶναι σαφής: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ, ἢ τίς κοινωνία φωτὶ πρὸ σκότος; τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαρ, ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου; τίς δὲ συκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ἡμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐσμὲν ζῶντος». (Βʹ Κορ. ϛʹ 14-16).
(*) Περιοδ. «᾿Ορθόδοξη Μαρτυρία» Κύπρου, ἀριθ. 74/Φθινόπωρο 2004, σελ. 105-107. ᾿Επιμέλεια καὶ μικροβελτιώσεις ἡμέτ.
1. Μοναχοῦ ᾿Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Σύγχρονες Αἰρέσεις. Μιὰ πραγματικὴ ἀπειλή, ἐκδόσεις ≪Παρακαταθήκη≫, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 177.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ Διδασκαλία περὶ τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως καὶ Ζωῆς ἀποτελεῖ προϊὸν τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμο πρῶτον διὰ τῆς λειτουργίας καὶ διαδόσεως, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ προφητικοῦ λόγου καὶ δεύτερον, τελικῶς, διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ! ᾿Εξάλλου, οἱ βασικὲς καὶ οὐσιώδεις ἀρχὲς τῆς Πίστεως καὶ τῆς Διδασκαλίας αὐτῆς, καταγραφεῖσες ὑπὸ τῶν Μαθητῶν καὶ
᾿Αποστόλων τοῦ Κυρίου, ἀποτέλεσαν τὸ γραπτὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὸ περιεχόμενο δηλαδὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὸ γραπτὸ αὐτὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, οἱ Μαθητὲς συγγραφεῖς, ἀνέπτυξαν πᾶν ὅ,τι ἀφορᾶ εἰς τὸ πρόσωπον καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ περιστασιακῶς, κάποια κύρια σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ κυριακοῦ λόγου καὶ μᾶς παρέδωσαν ἔγκυρο λόγο περὶ τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως καὶ Ζωῆς, ἐφόσον καὶ εἰς τὴν περίπτωση αὐτή: «ὑπὸ Πνεύματος ῾Αγίου φερόμενοι ἐλάλησανἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Βʹ Πέτρ. αʹ 21).
᾿Ενωρὶς ὅμως, κατὰ τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἱστορικῆς πορείας τῆς ᾿Εκκλησίας μέσα εἰς τὸν κόσμο, ἐμφανίσθηκαν προβλήματα ὀρθῆς καὶ μάλιστα ἁγιοπνευματικῆς κατανοήσεως τῶν ἀρχῶν Πίστεως καὶ Ζωῆς τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. ῏Ηταν φυσικό, κατὰ τὴν πορεία αὐτὴ τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τῆς ᾿Εκκλησίας, νὰ παρουσιασθοῦν προβλήματα ἑρμηνείας τοῦ λόγου αὐτοῦ. ῾Η ἐμφάνιση τῶν αἱρέσεων ἔδειξε, ὅτι τὸ κύριο πρόβλημα γιὰ τὴν ὀρθή, δηλαδὴ ἁγιοπνευματική, κατανόηση τοῦ εὐαγγελικοῦ γράμματος ἦταν ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρωπίνου λογικοῦ νὰ διαπεράσει φωτιστικῶς τὸ κάλυμμα τοῦ γράμματος καὶ νὰ εἰσχωρήσει στὸ βάθος τοῦ πνεύματος ποὺ τὸ κάλυμμα αὐτὸ ἀπέκρυπτε. Παρουσιάθηκε ἑπομένως καὶ πάλι ἡ ἀνάγκη νὰ λαλήσουν λόγο
ἁγιοπνευματικῆς ἑρμηνευτικῆς ἀληθείας ἄνθρωποι τῆς ᾿Εκκλησίας, διάδοχοι τῶν ᾿Αποστόλων, καὶ αὐτοὶ «ὑπὸ Πνεύματος ῾Αγίου φερόμενοι».
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν πλέον οἱ ἑρμηνευτὲς τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ — εὐαγγελικοῦ λόγου, ὡς «δοχεῖα τοῦ Πνεύματος»! Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας προχώρησαν στὴν ἁγιοπνευματικὴ κατανόηση καὶ ἑρμηνεία τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου διὰ τῆς βιώσεωςτῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
῾Οδεύοντες τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς προσωπικῆς τους καθάρσεως, ἀπὸ τὸ ἐμπαθὲς δυναμικὸ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας, δέχθηκαν τὸν φωτισμὸ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἔγιναν βιωματικοὶ ἑρμηνευτὲς τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Γιὰ τὸ ἔργο τους τοῦτο ἀνεγνωρίσθησαν καὶ καθιερώθησαν ἀπὸ τὴν κοινὴ συνείδηση τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς οἱ αὐθεντικοὶ θεμελιωτὲς τῆς ἀκριβοῦς θεολογικῆς ἀναπτύξεως τῆς διδασκαλίας τῆς ᾿Εκκλησίας· οἱ πνευματοφόροι δημιουργοὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου Θεολογίας, δηλαδὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ! ᾿Εξάλλου, ὁ νοηματικός, ἀλλὰ καὶ ἀποκαλυπτικός, ἁγιοπνευματικὸς πυρήνας τοῦ ὅρου ᾿Ορθοδοξία διετυπώθη συνοδικῶς εἰς τὸ «Σύμβολον τῆς Πίστεως», ὡς πίστη «εἰς Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικὴν καὶ ᾿Αποστολικὴν ᾿Εκκλησίαν». ῾Η πατερικὴ αὐτὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ αὐτοσυνειδησία ἀποτυπώθηκε στὴν θεοφώτιστη καὶ οἰκουμενικὴ βεβαιότητα τοῦ Πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅτι ἡ ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία εἶναι ἡ
μόνη ἀληθῶς σώζουσα ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ!
β. ῾Ο Θρησκευτικὸς Συγκρητισμὸς
Ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ Συγκρητισμός, ὡς φαινόμενο «Πανθρησκείας», συναντᾶται στὴν θεωρία ἐκείνη ποὺ πρεσβεύει τὴν σύγκλιση τῶν θρησκειῶν μεταξύ τους καὶ τὴν ἐπικοινωνία τους στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς πάντοτε τῆς ἰσότητός τους, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ ἀποδοχῆς τῆς ὁμοιότητός τους ὄχι μόνο στὰ κοινὰ σημεῖα (ἂν ὑπάρχουν) τῶν ἀντιλήψεών τους, ὡς πρὸς τὴν ἔννοια τοῦ Θείου, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὶς πρακτικὲς καὶ τὶς κοινὲς σκοπιμότητές τους μέσα στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου. ῎Ετσι, κύριο χαρακτηριστικὸ τοῦ Θρησκευτικοῦ γενικὰ Συγκρηστιμοῦ εἶναι ἡ ἀνάμειξη τῶν θρησκειῶν μεταξύ τους στὸν βαθμὸ ποὺ ἡ παραδοσιακὴ θρησκευτική τους ὑπόσταση καὶ ταυτότητα νὰ ἀλλοιώνεται, ἀναχωνευομένη μέσα στὴν διαδικασία τοῦ παγκοσμιοποιημένου τρόπου τῆς ἀναμείξεως αὐτῆς. Ο Robert Meuller μᾶς δίνει μία ἀκραία ἄποψη γιὰ τὸ πλάτος καὶ βάθος τῆς ἐννοίας τοῦ Θρησκευτικοῦ Συγκρητισμοῦ. «Οἱ θρησκεῖες πρέπει νὰ συνεργάζονται ἐνεργὰ γιὰ νὰ προσφέρουν μιὰ καλύτερη κατανόηση τῶν μυστηρίων τῆς ζωῆς καὶ τῆς θέσης μας μέσα στὸ σύμπαν. ῾Η θρησκεία μου σωτὴ ἢ λάθος καὶ τὸ ἔθνος μου σωστὸ ἢ λάθος πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθοῦν μιὰ γιὰ πάντα στὴν Πλανητικὴ ᾿Εποχή»1. Μιὰ τέτοια ἀντίληψη γιὰ τὸν Θρησκευτικὸ Συγκρητισμὸ τὸν ταυτίζει ἀσφαλῶς μὲ τὶς ἐπιδιώξεις μιᾶς ὀλεθρίας ἰσοπεδωτικῆς τῶν πάντων παγκοσμιοποιήσεως, ποὺ ἀξιώνει τὴν ἀποξένωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν θρησκευτική, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐθνικὴπαραδοσιακή του συνείδηση καὶ ταυτότητα! Ο Θρησκευτικὸς Συγκρητισμὸς διακρίνεται συνήθως σὲ Διαχριστιανικὸ καὶ Διαθρησκειακὸ Συγκρητισμό.
1. Διαχριστιανικὸς Συγκρητισμός. Τὸ εἶδος τοῦ Συγκρητισμοῦ αὐτοῦ ἀφορᾶ στὴν διομολογιακὴ ἀνάμειξη καὶ σύγκραση διαφόρων Χριστιανικῶν δογμάτων σὲ μιὰ διατύπωση ἐννοίας «ἑνότητος» τῶν «ἐκκλησιῶν» τους, στὴν ὁποία ἐπισημαίνονται τὰ κοινὰ σημεῖα προσεγγίσεως τῶν θεολογικῶν τους παραδόσεων, χωρὶς ὅμως ἀναφορὰ στὶς διαφορὲς (συχνὰ χαώδεις) ποὺ διαιροῦν τὶς χριστιανικὲς αὐτὲς «ἐκκλησίες». ῎Ετσι ἐπιδιώκεται ἕνας Διαχριστιανικὸς Συγκρητισμός, ὅπου κάθε δόγμα ἔχει δῆθεν μέρος τῆς ἀληθείας τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὅλα μαζὶ τὰ δόγματα ἢ οἱ «ἐκκλησίες» κατέχουν ἀπὸ κοινοῦ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια αὐτὴν (Θεωρία τῶν Κλάδων ἢ τοῦ Σπασμένου Καθρέπτη ). Μιὰ τέτοια διατύπωση χριστιανικῆς «ἑνότητος» μετατρέπει, ὅπως εἶναι εὐνόητο, αἱρέσεις σὲ «ἐκκλησίες», ὅπως βεβαιώνεται ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴ Χάρτα (2000), ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅλες τὶς αἱρετικὲς ὁμολογίες ὡς «᾿Εκκλησίες»!
2. Διαθρησκειακὸς Συγρητισμός. Γενικῶς ἡ ἔννοια ≪Θρησκεία≫ κατανοεῖται ὡς ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ἀνταποκρινόμενο στὴν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπικοινωνήσει, μέσῳ ὡρισμένων τελετουργικῶν τυπικῶν, μὲ ὑπέρτερες τῶν δυνάμεών του «θεότητες». Οἱ «θεότητες» αὐτὲς καθορίζονται καὶ σχηματοποιοῦνται σὲ διάφορες ἐξεικονίσεις, ἀπὸ ἀνθρώπινες ὑποκειμενικὲς ἐφέσεις καὶ ποικίλες ψυχολογικὲς ἀνάγκες. Προβάλλονται καὶ ὑλοποιοῦνται σὲ ποικίλα ὑλικὰ κατασκευάσματα ἁπὸ τὴν ἀνθρώπινη φαντασία ἢ ἀπὸ δαιμονικὲς ἐνέργειες, ἐφόσον, σὲ πολλὲς περιπτώσεις, εἶναι ὁρατὸς ὁ δαιμονικός τους
χαρακτήρας, σὲ ἀνθρωποθυσίες, μαγεῖες, ἐγκληματικὲς ἰδέες ἢ ἀντιλήψεις!
γ. Συμπέρασμα
ΚΑΤΟΠΙΝ τῶν ἀνωτέρω, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ᾿Ορθόδοξη Θεολογία, δηλαδὴ ἡ ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία, ὡς ὁ μοναδικὸς κάτοχος τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας περὶ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ συμμετέχει ἢ νὰ σχετίζεται, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, μὲ διαχριστιανικὲς ἢ διαθρησκειακὲς δραστηριότητες.
Δὲν μπορεῖ ἑπομένως νὰ ἀναγνωρίζει τὴν αἵρεση ὡς «ἐκκλησία», μέσῳ τοῦ Διαχριστιανικοῦ Συγκρητισμοῦ. Ο ἀποστολικός, ἐν προκειμένῳ, λόγος εἶναι σαφής: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ, ἢ τίς κοινωνία φωτὶ πρὸ σκότος; τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαρ, ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου; τίς δὲ συκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ἡμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐσμὲν ζῶντος». (Βʹ Κορ. ϛʹ 14-16).
(*) Περιοδ. «᾿Ορθόδοξη Μαρτυρία» Κύπρου, ἀριθ. 74/Φθινόπωρο 2004, σελ. 105-107. ᾿Επιμέλεια καὶ μικροβελτιώσεις ἡμέτ.
1. Μοναχοῦ ᾿Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Σύγχρονες Αἰρέσεις. Μιὰ πραγματικὴ ἀπειλή, ἐκδόσεις ≪Παρακαταθήκη≫, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 177.
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015
Ορθόδοξος Τύπος: ἔχουν κάνει τὴν ἕνωση μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ μᾶς «δουλεύουν ψιλὸ γαζὶ» οἱ «δικοί» μας οἰκουμενιστές!
Μήπως ἔχουν κάμνει τὴν ἕνωσιν μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ δὲν τὸ γνωρίζομεν;
ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ τὸ ἄκρως διαφωτιστικὸ ἄρθρο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου μὲ τίτλο: «Διάλογος Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν» καὶ δὲν πιστεύαμε στὰ μάτια μας γιὰ μία πελωρίων διαστάσεων«λεπτομέρεια», τὴν ὁποία μᾶς κρύβανε ἐπιμελῶς οἱ οἰκου- μενιστὲς ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Ὁ Σεβασμιώτατοςπαραθέτει ἀπόσπασμα ἀπὸ σύγγραμμα τοῦ καθηγητῆ κ. Α. Παπαδόπουλου, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξε πώς, ὅταν ἔγινε ἡἄρση τῶν ἀναθεμάτων μεταξὺ Ἀθηναγόρα καὶ Πάπα τὸ 1965, χρησιμοποιήθηκε διαφορετικὴ ὁρολογία στὴν ἑλληνικὴμετάφραση ἀπὸ ἐκείνη τοῦ πρωτοτύπου, ποὺ προορίζονταν γιὰ τοὺς παπικούς. «Τὸ κείμενο τῆς ἄρσεως τῶνἀναθεμάτων ἔχει τὸν ὅρο excommunication, ὁ ὁποῖος στὴν ἐπίσημη μετάφραση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχουμεταφράζεται ὡς "ἀναθέματα". Τὸ κείμενο, δηλαδή, μιλοῦσε γιὰ "ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας".Οἱ New York Times μετέδωσαν τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀγγελία τοῦ Βατικανοῦ καὶ τοῦ Φαναρίου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965διά τὴν ἄρση τοῦ excommunication (τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ Λατινικοῦ κειμένου) εἰς τὴν πρώτη σελίδα, ὡς τὸ τέλοςτοῦ σχίσματος τοῦ 1054 καὶ ὡς τὴν ἐπανάληψη τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας, ποὺ εἶχε τότε διακοπεῖ. Φαίνεται πλέον σαφῶς ὅτι τὸ
Ἑλληνικὸ κείμενο, ποὺ ἀναγγέλλει τὴν "ἄρση τῶν ἀναθεμάτων" ἦτο
τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ ἀμβλύνη ἐνδε- χομένας
ἀρνητικὰς ἀντιδράσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας"» (Ἱστολ. Δόγμα). Μὲ ἄλλα
λόγια, ἐνῶ οἱ δύο πλευρὲς συνυπέγραψαν τὴν ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας, ἤτοι:
ἀποκατέστησαν τὴν μυστηριακὴ ἕνωση καὶ σὲ μᾶς «πλάσαραν» τὴν δῆθεν ἄρση τῶν
ἀναθεμάτων! Ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα τότε ἔχουν κάνει τὴν ἕνωση μὲ τοὺς
παπικοὺς καὶ μᾶς «δουλεύουν ψιλὸ γαζὶ» οἱ «δικοί» μας οἰκουμενιστές!
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015
Η Εκκλησία της Ελλάδος, αν ευρεθή ενώπιον προτάσεως περί κοινού εορτασμού του Πάσχα ή οιασδήποτε άλλης εορτής μετά των ετεροδόξων, οφείλει να αρνηθή και συζήτησιν καν περί του θέματος.
Τοιαύτη συζήτησις πρέπει να αποκλεισθή παντί σθένει και πάση θυσία, διότι αποτελεί ανατροπήν εκ θεμελίων της Ορθοδόξου Δογματικής και ιδία της Εκκλησιολογίας. Ή πιστεύομεν ότι είμεθα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ή δεν πιστεύομεν. Η Ορθόδοξος Εκκλησία, πεποιθυϊα ότι αύτη και μόνη είνε το Σώμα του Χριστού, ο στύλος και το εδραίωμα της Αληθείας, το Ταμείον της Χάριτος, το Εργαστήριον της Σωτηρίας, ενδιαφέρεται μεν ζωηρότατα περί της εις αυτήν επιστροφής των πεπλανημένων, αδιαφορεί όμως τελείως περί των εσωτερικών αυτών ζητημάτων, εν όσω ούτοι μένουσιν εν τη πλάνη. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ηθέλησε να θεσπίση κοινόν εορτασμόν, αλλά δια τα μέλη της Εκκλησίας, ουχί δια τους εκτός αυτής ευρισκομένους. Δεν συνεζήτησεν ούτε μετά των Γνωστικών, ούτε μετά των Μαρκιωνιτών, ούτε μετά των Μανιχαίων, ούτε μετά των Μοντανιστών, ούτε μετά των Δονατιστών, ίνα εύρη βάσιν συνεννοήσεως περί κοινών εορτασμών. Και ότε βραδύτερον απεκόπησαν εκ του Σώματος της Εκκλησίας οι Αρειανοί, οι Νεστοριανοί, οι Μονοφυσίται, οι Εικονομάχοι κ.λ.π. κ.λ.π., η Εκκλησία ουδέποτε διενοήθη να προέλθη εις συνεννοήσεις μετ΄ αυτών προς θέσπισιν κοινού εορτασμού είτε του Πάσχα είτε οιασδήποτε άλλης εορτής. Η Εκκλησία ρυθμίζει τα ζητήματα Αυτής, λαμβάνουσα υπ΄ όψιν αποκλειστικώς και μόνον το συμφέρον των μελών Αυτής και ουχί τας επιθυμίας των εκτός Αυτής ευρισκομένων. Αν οι εορτασμοί των αιρετικών συμπίπτωσι μετά των τοιούτων της Εκκλησίας, ας συμπίπτωσιν. Αν δεν συμπίπτωσιν, ας μη συμπίπτωσιν. Η Εκκλησία δεν συσκέπτεται επί ίσοις όροις μετά των αιρετικών. Διαλέγεται βεβαίως μετ΄ αυτών, αλλ΄ ίνα δείξη εις αυτούς την οδόν της επιστροφής. Το να συγκροτώνται «Οικουμενικά Συμπόσια» ή άλλου τύπου Συνέδρια μεταξύ των Ορθοδόξων και της πανσπερμίας των αιρετικών και εν αυτοίς να συσκεπτώμεθα περί καθορισμού κοινών εορτασμών, εμμενόντων όμως και των μεν και των δε (Ορθοδόξων και αιρετικών) εν τοις οικείοις Δογματικοίς χώροις, τούτο άγνωστον και αδιανόητον ον εις την ιστορίαν της Εκκλησίας, όζον δε απαισίου θρησκευτικού συγκρητισμού και τείνον εις την καθιέρωσιν της αρμονικής και αδιαταράκτου συνυπάρξεως αληθείας και πλάνης, φωτός και σκότους, μόνον ως «σημείον των καιρών» δύναται να ερμηνευθή». Ταύτα είπον τότε, ταύτα επαναλαμβάνω και σήμερον.
Μετά βαθείας τιμής και αγάπης εν Κυρίω Ιησού Χριστώ.
«ΕΝΟΡΙΑ», φύλλον 549,
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)