Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Ὁ Σεβαστὸς Γέροντας Παπά Σάββας. Επιστολή Ομολογίας Προς Αγιορείτη Συνασκητή Του


Ὁ σεβαστὸς Γέροντας π.Σάββας ἠκολούθει τὰς 19  Ἱ.Μονὰς τοῦ
 Ἁγ.Ὄρους  νομίζων, ὅπως πολλοί, ὅτι πρέπει εἰς τὰ τῆς Πίστεως νὰ
 κάνωμεν καὶ  ὡρισμένας οἰκονομίας, ἄχρι καιροῦ!... Ἦτο ὅμως καλοπροαίρετος καὶ  ἐνάρετος.

Τοῦτο εἶχον ἐκμεταλλευθῆ οἱ  μνημονεύοντες καὶ  κοινωνοῦντες μὲ οἰκουμενιστὰς νεοαγιορεῖται καὶ  εἶχον πλαισιώσει τὸν Γέροντα μὲ συνεχεῖς ἐπισκέψεις. Εἶχον τοῦτον ὡς παράδειγμα πρὸς μίμησιν. Ἐὰν ὁ ζῆλος ἦτο καλός, ἔλεγον εἰς τοὺς ὑποτακτικούς των, δὲν θὰ τὸν ἡκολούθει καὶ ὁ ἐνάρετος π.Σάββας; Ὅμως διεψεύσθησαν! Ὅταν ὁ «πατριάρχης» Δημήτριος συνελειτούργησεν μὲ τὸν πάπαν τῆς Ρώμης  Δεκέμβριον τοῦ 1987, τότε ὁ Γέροντας ἐξανέστη!  Δὲν ἠνέχθη  ἡ ψυχή του νὰ εὑρίσκεται εἰς μίαν τοιαύτην, ἀνοικτὰ οἰκουμενιστικήν «ἐκκλησία». Ὁμοῦ μὲ ἑτέρους συνασκητάς του διεμαρτυρήθη καὶ  διεχώρησεν τὴν εὐθύνην του ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἁγιορείτας ποὺ ἀκολουθοῦν τὰς 19 Ἱ.Μονάς.
 Διέκοψεν τὸν ἐκκλησιασμόν του εἰς τὰς 19 .Μονὰς καὶ εἰς ὅλα τὰ κελλία καὶ  ἐξαρτήματα ποὺ ἀκολουθοῦν αὐτάς. Ὅλοι οἱ  μνημονεύοντες ἐξανέστησαν. Μοναστηριακοὶ  καὶ  κελλιῶται προσέτρεξαν νὰ μεταπείσουν τὸν Γέροντα. Ἐστάθη ἀδύνατον. Αἱ  ἐνοχλήσεις, ὅμως ἀπέβησαν συχναὶ  καὶ φορτικαί.
 Καταχωροῦμεν ἐπιστολήν του ἐν ἀντιγράφῳ, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν εἰς συνασκητήν του παρενοχλοῦντα.

Ἡ ἐπιστολή του ἔχει ὡς ἑξῆς:
 Ἱ. Κελλίον Ἅγιος Νικόλαος Καψάλα
13 Αὐγούστου 1991

Ἀγαπητὲ π.Νικόδημε, εὐλογεῖτε.

Κατὰ τὴν ἐπίσκεψίν σου, πρὸ ἡμερῶν, εἰς τὸ κελλίον μας, ἐπανέλαβες τοὺς ἀνορθοδόξους δογματισμούς σου ὅτι εἴμεθα ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ δὲν μνημονεύομεν τὸν πατριάρχην Δημήτριον κι ἄλλα τινὰ διὰ τὰ ὁποῖα ἀναγκαζόμεθα καὶ  γράφομεν τὰ κατωτέρω πρὸς καλυτέραν πληροφόρησίν σου, διότι τὰ ἐπιχειρήματά μας κατὰ τὴν συνομιλίαν μας, ἀφαιροῦν τὴν εἰρήνην σου καὶ συγχίζεσαι. Εἰς τὸ Γεροντικὸν γράφει ὅτι ἐρωτηθεὶς ὁ Ἀββᾶς Ἀγάθων ἐὰν εἶναι ὑπερήφανος, πόρνος, αἱρετικός, ἀπήντησεν ὅτι τὰς πρώτας κατηγορίας, ἑμαυτῷ ἀπιγράφω, ὄφελος γὰρ τῇ ψυχῇ μου, τὸ δὲ αἱρετικός,
χωρισμὸς ἐστιν ἀπὸ Θεον.
Λοιπόν, κατὰ σὲ (ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς 19 Ἱ.Μονάς –πλὴν τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου, Σκήτης Προφήτου Ἠλιοῦ καὶ τόσων Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν), εἴμεθα πλανεμένοι, σχισματικοί! Δυσκολεύεσθε νὰ ὁμολογήσετε ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον Κων/πόλεως
κηρύττει αἵρεσιν, διότι θὰ πρέπη ταυτοχρόνως νὰ ὁμολογήσετε ὅτι εἶναι ἀξιοκατάκριτος ἡ κοινωνία σου μὲ τοὺς λυκοποιμένας καὶ  νὰ παύσης νὰ
 τοὺς ἀκολουθῆς, ὅπως ἐντέλλονται ὅλοι οἱ  Ἅγιοι Πατέρες καὶ Σύνοδοι. Προσπαθεῖς νὰ δικαιολογήσης τοὺς Φαναριώτας, ἀλλὰ αἱ δηλώσεις καὶ τὰ
 ἔργα των σὲ διαψεύδουν. Ματαίως ἐπικαλεῖσαι τὴ γνώμην τοῦ π.Παϊσίου καὶ 
 τῶν ἄλλων ποὺ «οἰκονομοῦν» τὴν κατάστασιν, πὼς ὅταν θὰ ἔρθη καιρός (ἄν, δῆθεν, κοινωνήση Δημήτριος μὲ τὸν πάπα - ὅπως μᾶς λέγεις!) θὰ
διαχωρίσετε τὶς εὐθύνες σας... σὲ ὅ,τι διαφωνεῖτε μὲ τὴν διδασκαλίαν Ἁγίων Πατέρων καὶ  Συνόδων, πλανᾶσθε. Τὰς γνωματεύσεις ποὺ ἐπικαλεῖσθε, εἴτε τοῦ
 Γέρο-Παϊσίου εἶναι, εἴτε τοῦ γείτονός σου παπᾶ-Ἰσαάκ, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὀ
 Δημήτριος ὀρθοτομεῖ (!!!)  εἴτε ἄλλου τινος εἶναι, ἐφόσον ἀντιτίθενται μὲ τὴν Ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, θέλεις νὰ τὶς δεχθῶμεν ὡς θεάρεστες; Τί  εἴδους οἰκονομία χρησιμοποιεῖτε ἀφοῦ προδίδεται ἡ ἀλήθεια καὶ  καταντᾶ παρανομία; Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐπειδὴ τὸ εἶπεν ὀ Γερο- Παϊσιος ὅτι “δὲν τὰ θέλει αὐτὰ ποὺ
 κάνει ὁ Δημήτριος, τὸν παρασύρουν οἱ  γύρω του ἱεράρχαι” ἢ το “ἂν διακόψωμεν τὸ μνημόσυνον εἴμεθα... ἐκτὸς ἐκκλησίας (!!!) κ.λ.π.” διὰ τὰ
 ὁποῖα, τόσον διὰ ταῦτα παρόμοια, Ἅγ.Χρυσόστομος λέγει: “Γέλως πάντα ταῦτα τὰ ρήματά τους καὶ μύθοι ἀνοήτων παίδων”. Εἶναι καρποὶ  νέας
θεολογίας , διὰ τῆς ὁποίας, ἀπὸ 1920, τὸ Φανάρι μὲ τὴν γνωστὴν ἐγκύκλιον ἀποκαλεῖ  τοῦς αἱρετικούς  “συγκληρονόμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ” !!!
Χρησιμοποιεῖς τὰ λόγια τῶν  Ἁγ.Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ  Ἁγ.Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου: “Οὔτε αἷμα μαρτυρίου δὲν ἐξαλείφει τὸ σχίσμακαὶ “δίχα ἐπισκόπου μηδὲν πραττέσθω”. Ἄρα, λέγετε, ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τὸν οἰκεῖον ἐπίσκοπον, εἴμεθα... ἐκτὸς ἐκκλησίας!...Αὐτά, ὅμως τὰ λέγουν οἱ  Ἅγιοι, καὶ  πολὺ σωστά, διὰ περίοδον Ὀρθοδοξίας καὶ  ἐκκλησιαστικῆς γαλήνης. Σήμερον, ὅπου θύελλα τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ πλανᾶ καὶ  ἐκλεκτούς, ἰσχύουν οἱ λόγοι τῶν ἰδίων Ἁγίων: “ Ἐὰν εἶναι ἐπίσκοπός σου κακόδοξος, φεύγετε, φεύγετε, φεύγετε, ὡς ἀπὸ πυρὸς καὶ  ὄφεως” (Χρυσοστόμου) καὶ  “ἐὰν παρὰ τὰ διατεταγμένα διδάσκῃ ἐπίσκοπός σου κἂν παρθενεύῃ (γράφε· κἂν πρᾶος καὶ  ἀσκητικὸς φαίνεται Δημήτριος, ὡς... ἀρχηγὸς Ὀρθοδοξίας!!), κἂν σημεῖα ποιῇ κἂν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω μὲ δορὰν προβάτου, φθορὰν ψυχῶν κατεργαζόμενος” (Ἅγ.Ἰγνάτιος). Ἂν ὀρθοτομοῦσε Δημήτριος, θὰ εἶχες δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆσαι αὐτοὺς τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων. Τώρα κολοβώνεις τὰ πατερικὰ λόγια εἰς τὰ μέτρα σου, διὰ νὰ διακαιολογήσης τὴν εὐθύνην τῆς συμπλεύσεώς σου μὲ Δημήτριον, Παρθένιον Ἀλεξανδρείας, Ἰάκωβον Ἀμερικῆς, Χαρκιανάκη  κ.λ.π. καὶ τὰ τοσαῦτα Πατερικὰ χωρία Ἁγίων Συνόδων καὶ  Ἁγίων δὲν σοῦ ἀρκοῦν; φοβεῖσαι μήπως γίνης ἀποσυνάγωγος  ἀπὸ τοὺς κακοδόξους; Ἀξία δὲν ἔχει ὅτι τ΄ἄλλα πατριαρχεῖα κοινωνοῦν μὲ Φαναριώτας, ἀλλὰ ποῖοι ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη τῶν Ἁγίων καὶ  εἶναι μὲ τὴν Ἀλήθειαν! Οἱ  Ἅγιοι λέγουν ὅτι ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅσοι ὁμολογοῦν τὴν Ἀλήθεια. Παρθένιος πατριάρχης Ἀλεξανδρείας εἶπεν ὅτι τὸν Μωάμεθ ἀναγνωρίζει Ἀπόστολον, ὁποῖος εἰργάσθη διὰ τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ (!!!) κ.λ.π. Τὶς γνωστὲς βλασφημίες, περὶ  Ἰακώβου Κουκούζη καὶ  Χαρκιανάκη περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμε τὰς κακοδοξίας των... Μὲ αὐτοὺς κοινωνεῖτε ὡς ὀθροτομοῦντας!! Ποῖος θὰ καταδικάση τὸν Ἰάκωβον Κουκούζην; Παρθένιος   ἐπιτροπὴ Φαναριωτῶν μὲ τὸν Βαρθολομαῖον   ὁποία ἐξετάζει ἀπὸ διετίας ἂν Χαρκιανάκης εἶναι αἱρετικός (σ.σὅπως αὐτὸς κατηγγέλθη ἀπὸ τὸν μητροπολίτην Φλωρίνης Αὐγουστῖνον καὶ  ἀπὸ Ὀρθοδόξους τῆς Αὐστραλίας);  Δὲν θέλουν νὰ λάβουν θέσιν (κατὰ τοῦ Χαρκιανάκη), δὲν τὸ κατανοεῖς; Ὑπεσχέθησαν οἱ  Φαναριῶται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν τριῶν ἡγουμένων ὅτι θὰ ἀνακαλέσουν καὶ  θὰ διορθώσουν τὴν συνέντευξη τοῦ πατριάρχου Δημητρίου ...περὶ  Θ.Κοινωνίας ἀπὸ Λατίνους, τὸν Χαρκιανάκη θὰ ἀλλάξουν ἀπὸ πρόεδρο διαλόγων κ.λ.π. Βλέπεις πουθενὰ διόρθωση; μήπως ἐπειδὴ τὸ λέγει ἀδιάντροπα Γ. Παϊσιος ὅτι οἱ  δηλώσεις καὶ  τὰ ἔργα τοῦ Δημητρίου δὲν προσκρούουν εἰς τὰ δόγματα καὶ δὲν βλάπτει τὴν ἀλήθεια, ἄρα δὲν ἔχομε εὐθύνη ...ἂς συνεχίσωμε τὴν κοινωνία μαζί  τους; ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται. Καὶ τὸν Ἅγ.Θεόδωρο Στουδίτη καὶ  Ἅγ.Μάξιμο ὁμολογητὴ καὶ  ὅσους Χριστιανοὺς δὲν ἀκολουθοῦσαν τὴν ἑκάστοτε κρατοῦσα Ἱεραρχία ποὺ κήρυττε αἵρεση, σχισματικοὺς τοὺς ἔλεγαν. Ἅγ.Γεράσιμος Ἰορδανίτης διακονούμενος ἀπὸ τὸ λιοντάρι, θαυματουργὸς ὑπάρχων, ἐπλανᾶτο καὶ  δὲν ἐδέχετο τὴν 4ην Οἰκουμ. Σύνοδο, παρασύροντας τόσες χιλιάδες μοναχοὺς τῆς Παλαιστίνης, ἕως ὅτου ὁ Ἅγ.Εὐθύμιος τὸν ἐδιόρθωσε καὶ  μετενόησε. Καὶ 
διερωτᾶσαι: “Κάνει λάθος ὁ Γ.Παϊσιος  ἢ 70 τόσοι Ἱεράρχαι τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας;”.  Διὰ τῆς βίας θέλεις ὁ Θεὸς νὰ τοὺς ἀναδείξει ὁμολογητάς; Εἰς τὴν οἰκονομαχικὴν σύνοδον τοῦ 754 μ.Χ  ἐπὶ  Κοπρωνύμου διαβάζουμε ἀπὸ τὰ
πρακτικὰ Συνόδων ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ τῶν 338 συνοδικῶν: “Ζήτω ὁ Βασιλεύς, σήμερον σωτηρία  γέγονε ...οἱ  εἰκόνες εἶναι εἴδωλα ἢ θὰ καταστρέφονται ἢ θὰ
ἀναρτῶνται ὑψηλὰ διὰ νὰ μὴ προσκυνοῦνται κ.τ.λ.” Σοῦ κάνει ἐντύπωση, λοιπόν, ἂν μποροῦν νὰ πλανηθοῦν 70; Δὲν βλέπεις πόσοι πλανήθηκαν; Καὶ 
σήμερα θέλουν μίτρες, μπαστούνια, ἡγουμενίες καὶ  ὁμολογία εἰς τὰ χαρτιὰ
δηλ. κάποια διαμαρτυρία (χωρὶς νὰ παύσουν τὸ μνημόσυνο) ἀνεχόμενοι νὰ
καινοτομοῦν τὸ Εὐαγγέλιο οἱ  κάθε «Δημήτριοι», «Ἰάκωβοι», «Παρθένιοι» ...κ.λ.π.

Ὁ Ἅγ.Θεόδ. Στουδίτης γράφει: “ὅτι ἔργον μοναχοῦ εἶναι νὰ μὴν ἀνέχεται νὰ
καινοτομεῖται εἰς τι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ”.  Εἰς τὸ «συλλείτουργο» τῆς Ρώμης ὁ Δημήτριος δὲν ἐκοινώνησε μὲ τὴν ὄστια τοῦ Πάπα, διὰ  νὰ μὴ ὑπάρξουν ἀντιδράσεις τῶν συντηρητικῶν. Ὑπέγραψε εἰς τὴν Ρώμη τότε καὶ  τόσες ἄλλες φορὲς ὅτι οἱ  Λατῖνοι ἔχουν μυστήρια. Δὲν σᾶς ἀρκεῖ ;  Ἀντέδρασαν ποτὲ οἱ 
ἅγιοι καὶ οἱ κάθε ἐποχῆς Χριστιανοὶ σὲ καιρὸ κηρυττομένης αἱρέσεως, ὅπως ἐσεῖς οἱ μνημονεύοντες τὸν πατριάρχη Δημήτριον; Ποῦ εὑρήκατε παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ    ἱστορία καὶ  λέτε ὄτι τοὺς μιμεῖσθε; Ἐὰν εἶσθε υἱοὶ 
ἐκείνων (δηλ. μιμηταὶ τῶν ἁγίων) τὰ ἔργα «Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε ἄν ...», κατὰ τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ  Ἁγιορεῖτες τότε ἐπὶ  Βέκκου διέκοψαν τὸ μνημόσυνό
του, ἐνῶ δὲν εἶχε καθαιρεθεῖ  ἀπὸ Σύνοδο! Καὶ ἡ ἐμμονή των εἰς τὰ πατερικὰ
κελεύσματα (μὴ κοινωνεῖτε τοῖς ἀποστατήσασι ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν) τοὺς ἐχάρισε τὸ μαρτυρικὸ στεφάνι. Τῶν δὲ συλλειτουργησάντων μὲ Λατινόφρονας τὰ πτώματά των εὑρίσκονται μέχρι σήμερον ὡς γνωστὸν τυμπανιαῖα, ὄζοντα, ἀδιάλυτα, πρὸς παραδειγματισμό.
Μᾶς εἶπες ὅτι: «Ὁ Δημήτριος, ἂν δὲν ἐξομολογηθεῖ  γι΄αὐτὰ ποὺ κάνει, θὰ
κολαστεῖ ...»
Ὁμιλεῖς σοβαρῶς π.Νικόδημε ἢ ἀστειύεσαι καθ᾽ἑαυτόν; Δηλαδὴ καὶ  ὁ Ἀθηναγόρας νὰ μετανόει καὶ νὰ ἐξομολογεῖτο ὀλίγον πρὸ τοῦ θανάτου του (χωρὶς  νὰ διορθώση δημοσίως ὅ,τι ἐγκλήματα  δημοσίως ἔπραξεν κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας)... θὰ ἐσώζετο;;;  Χωρὶς δημοσίαν ἀποκήρυξιν τῆς πλάνης τῶν ἀρνητῶν καὶ τῶν αἱρετικῶν  δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέτωμεν... μυστικὰς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεις !!! Διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ συμπεράνωμεν ὅτι ὅλοι οἱ ἀπ΄αἰῶνος αἱρετικοί, τὴν τελευταίαν στιγμὴ μετενόησαν καὶ ἐσώθησαν!!... Ὅπερ  ἠθελημένον (ἐν γνώσει) ψεῦδος.
Δεῖξε μας μία καὶ μόνη Πατερικὴ μαρτυρία ἡ ὁποία νὰ δικαιολογῆ τὴν παραμονὴ
εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ κηρύττοντος αἵρεσιν τύπου πράου, ἡσύχου καὶ ἀρχηγοῦ
ὀρθοδοξίας Δημητρίου. Θὰ μᾶς ἁγιάσῃ τοιαύτη ὑπακοὴ εἰς ἱεραρχίαν ἡ ὁποία δὲν ὀρθοτομεῖ ; Ἂν δὲν θέλης νὰ ὁμολογήσης ὅτι ἡ Ἱ.Μ.Ἐσφιγμένου καὶ  τόσοι Ζηλωταὶ Πατέρες εἶναι ἄξιοι τιμῶν (κατὰ τὸν ΙΕ΄κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου), σιώπα καὶ μὴ βλασφημῆς ὅτι εἶναι σχισματικοί, ἐκτὸς Ἐκκλησίας κ.λ.π. Ἀγνοεῖς τὴν ὕπαρξιν τῆς διαθήκης τοῦ Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ
(δὲν ἤθελε τοὺς λατινόφρονας οὔτε εἰς τὴν κηδείαν του); Μελέτησε, λοιπόν, πρῶτον καὶ  ὕστερον γνωματεύεις!... Κατὰ τὴν γνώμην σου εἶναι καὶ αὐτὸς καὶ 
ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ  τόσοι ἄλλοι μὴ κοινωνήσαντες μὲ κακοδόξους... ἐκτὸς Ἐκκλησίας!! Εἶδες ποὺ ὁδηγεῖ  ἡ «θεολογία» σου; Ὁποῖον κατάντημα, Ἁγιορεῖται καὶ  νὰ κρατοῦν ὡς εὐαγγέλιον τὸ βιβλίον “Τὰ δύο ἄκρα” τοῦ π.Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου!! Μᾶς συνιστᾶς διαμαρτυρίας σὰν αὐτὰς τὰς ὁποίας ἀναγινώσκομεν εἰς τὸ βιβλίον αὐτὸ “Τὰ δύο ἄκρα” σελ.19 καὶ 22:
«Διὰ Ἱεροὺς Κανόνας ποὺ εἶναι ἀνεφάρμοστοι εἰς τὴν ἐποχήν μας ὡς στερούμενοι ἀγάπης». Καὶ ἀποκαλεῖ τὸν Ἀθηναγόρα, «ἔχοντα ΔΑΙΜΟΝΙΩΔΗ ἀγάπην»!! Ὡραία συνέπεια! Παρομοίας διαμαρτυρίας... βλέπομεν π.χ. ὅταν ὁ
ἀντιπρόσωπος τῆς .Μ.Γρηγορίου ζητεῖ νὰ ἀναγραφῆ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδρίας τῆς Ἱ.Κοινότητος, ὅτι ἂν σταλῆ ὁ ἀρχιγραμματεὺς εἰς Αὐστραλίαν, δὲν θὰ συλλειτουργήσουν μαζί του. Καὶ  μὲν ἀρχιγραματεὺς δὲν μετέβη, δὲ π.Βασίλειος ἡγούμενος τῆς .Μ.Σταυρονικήτα, ἀδιαφορῶν διὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν ἄλλων Μονῶν, ἔστειλεν τὸν π.Τύχωνα διὰ νὰ βοηθήση τὸν Χαρκιανάκη... Ἐπιστρέφοντας ὁ π.Τύχων, ἐστάλη εἰς τὴν πανήγυριν τοῦ Κελλίου “Μπουραζέρι”. Ἐκεῖ συνελλειτούργησεν ὁ
ἀντιπρόσωπος τῆς Μ.Γρηγορίου ( π.Ἀθανάσιος) μὲ τὸν π.Τύχωνα καὶ τοὺς λοιπούς... Περιττεύουν τὰ σχόλια...

Ὁ π. Ἐπιφάνιος  Θεοδωρόπουλος ἐσιώπησεν ὅταν πρὸ εἰκοσαετίας ἀνήρεσαν τὶς πλάνες του! Ἐσεῖς, μὲ τὰ ἴδια ἀθεολόγητα ἐπιχειρήματα, θέλετε νὰ
διακαιολογήσετε - ὅπως καὶ ἐκεῖνος- τὴν κοινωνίαν σας μὲ «παναγιωτάτους» ποὺ κηρύττουν αἱρέσεις “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ”, ἐφαρμόζοντες τὴν δαιμονιώδη ἀγάπην των ὑπὲρ τῶν ἑτεροδόξων, τοὺς δὲ ὅντως Ὀρθοδόξους διώκουν, «ἀποσχηματίζουν», ἁμιλλώμενοι τοὺς «Βέκκους», «Κοπρωνύμους» κ.λ.π. Ὅταν τοὺς πολυχρονίζετε καὶ τοὺς μνημονεύετε, εἶναι σὰν νὰ τοὺς λέγετε· «εἶσθε ὑγιεῖς εἰς τὴν πίστιν καὶ σᾶς πρέπει ὑπακοή, τιμή, μνημόσυνον κ.λ.π.». Καὶ δὲν τοὺς βοηθεῖτε νὰ κατανοήσουν τὴν κακὴν πορείαν τους, ἐνῷ μὲ τὴν διακοπὴν μνημοσύνου θὰ ἐδημιουργεῖτο εἰς αὐτοὺς κρίσις συνειδήσεως καὶ 
ἀναζήτησις ἀληθείας. Καὶ ἡ εὐθύνη σας, μὲ τὴν ἔνοχον σιωπήν (τὴν ὁποίαν ὁ
Ἅγ.Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς χαρακτηρίζει τρίτον εἶδος ἀθεϊας) ἔστω μὲ
τὶς διαμαρτυρίες, αὐξάνει ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ...
Ἡ κυρία Θεοτόκος, ἡ Προστάτις τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅταν ἤρχοντο οἱ  λατινόφρονες, ἐπὶ  Βέκκου, εἰς Ἅγιον Ὄρος διὰ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἕνωσιν μὲ
τοὺς Λατίνους, ὡμίλησεν ἡ ἰδία, λέγοντας· “ Ἔρχονται οἱ ἐχθροὶ τοῦ Υἱοῦ μου καὶ  ἐμοῦ”. Τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅταν ἤρχετο ὁ διάδοχος τοῦ Βέκκου, ὁ Δημήτριος «ὁ ἀρχηγός τῆς Ὀρθοδοξίας», εὗρε μελανοφορεμένον τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπὸ τὴν ἐπὶ δύο ἑβδομάδας συνεχῆ πυρκαϊάν. Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούει καὶ τὴν φωνήν αὐτὴν
(τὸν θρῆνον) τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου... Εἶθε νὰ εὕρῃς τὴν ὁδὸν τῆς καλῆς διαφωνίας,  ὅπως δίδασκε καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἰς τὴν ἑρμηνεία τῶν 14 ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, λέγων: “Εἰ μὲν κατὰ τὴν πίστιν κακός (ὁ ἡγούμενος ἢ ὁ ἀρχιερεύς) ἤγουν, εἰ μὲν ἔχει αἱρετικὰ δόγματα καὶ 
 βλάσφημα, φεῦγε ἀπὸ αὐτὸν κἂν ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανόν...”.

Μὲ τὴν Ὀρθόδοξον αὐτὴν ὁμολογίαν ἐκοιμήθη ἀείμνηστος Γέροντας εἰς τὸ
 ὡς ἄνω Κελλίον του, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1991.


(Δημοδίευση εἰς τὸ περιοδικό  “ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος ” Ἁγ.Ὄρους)

http://agiooros.org/viewtopic.php?f=85&t=12707


Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Ο άγιος Σωφρόνιος Επίσκοπος Αχταλείας

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Επισκόπου Αχταλείας της εν Ιβηρία.                                                                  
Σωφρόνιος ο Άγιος και θεοφόρος πατήρ ημών κατήγετο εκ της εν Πόντω επαρχίας Χαλδείας, εκ τινος χωρίου Λοτσίων λεγομένου, της περιφερείας Δεραίνης. Εγεννήθη εν έτει αψλη΄ (1738) εκ γονέων ευσεβών και εναρέτων. Ο πατήρ αυτού, όστις ήτο και Ιερεύς, ελέγετο Γεώργιος Σερταρίδης, η δε μήτηρ του Βαρβάρα, και εκαλείτο κατά κόσμον Συμεών. Αδελφούς είχε πέντε, εκ των οποίων ο μετ’ αυτόν Δημήτριος ήτο Ιερεύς, και αδελφάς τέσσαρας. Εκ νεαράς ηλικίας έτρεφε προς τα θεία θερμόν και διάπυρον πόθον και αγάπην, μάλιστα προς την μοναχικήν πολιτείαν, την οποίαν και ησπάσθη, νεαρώτατος ων, και προσήλθε κατ’ αρχάς εις την Ιεράν Μονήν του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά λεγομένην, ως δόκιμος. Μετά τρεις μήνας εξελθών εκείθεν μετέβη εις την Ιεράν Μονήν Σουμελά, οπόθεν μετά τριετή δοκιμήν προσήλθεν εις την εκείσε ευρισκομένην Ιεράν Μονήν Βαζελώνος, την επ’ ονόματι του Μεγίστου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, υποταχθείς εις τον εν αυτή ασκούμενον θείον αυτού ονόματι Μελέτιον. Εις τας τρεις ταύτας Ιεράς Μονάς, και μάλιστα εις την του Βαζελώνος, εκδιδαχθείς τα ιερά γράμματα, και εκπαιδευθείς ικανώς «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», και στοιχειωθείς «εν φόβω Κυρίου» τας της Μοναχικής πολιτείας επιδόσεις και αναβάσεις και πάσαν άλλην αρετήν, εκάρη Μοναχός, και από Συμεών μετωνομάσθη Σωφρόνιος, μετ’ ου πολύ δε εχειροτονήθη και Ιερεύς. Έκτοτε ο ιερός Σωφρόνιος επεδόθη μετά πλείονος ζήλου και θερμοτέρας προθυμίας εις τας επιδόσεις της Μοναχικής πολιτείας, επιλανθανόμενος, κατά τον θείον Παύλον, των όπισθεν και επεκτεινόμενος εν τοις έμπροσθεν. Και ζηλών τα κρείττονα χαρίσματα άγγελος εφαίνετο εν σώματι, και υποτύπωσις καλών έργων και άστρον φαεινόν εν μέσω της ιεράς εκείνης αδελφότητος, την οποίαν και κατηύγαζε δια των ιερών αυτού αρετών και ασκητικών πράξεων της κατά Χριστόν πολιτείας. Μετά επταετή άσκησιν και δόκιμον διακονίαν εν τη Μονή απεστάλη υπό του Ηγουμένου Ιγνατίου, κατά το έτος αψοστ΄(1776), προς το εν Αχταλεία της Ιβηρίας μεταλλείον, ένθα είχον συγκεντρωθή, μετακληθέντες υπό του βασιλέως της Ιβηρίας εκ της περιφερείας Χαλδείας, πλέον των πεντακοσίων μεταλλουργοί, οίτινες και αποκατεστάθησαν εκεί οικογενειακώς, και απετέλεσαν ίδιον χωρίον υπό το όνομα Δάλ-βέρ, ήτοι πολύτιμοι λίθοι. Εν τη Αχταλεία διαμένων ο ιερός Σωφρόνιος προσείλκυσε δια της χρηστότητος του βίου και της σεμνότητος τών ηθών και γενικώς δια της εναρέτου και αγίας ζωής του, την αγάπην και τον σεβασμόν όχι μόνον των Ελλήνων συμπατριωτών αυτού, αλλά και του Τοπάρχου της χώρας Γεωργιανού Ραμπλή Χαν, όστις, και τη επιμόνω αιτήσει των Ελλήνων μεταλλουργών, παρακαλεί και προτρέπει τον ιερόν Σωφρόνιον να χειροτονηθή Επίσκοπος Αχταλείας. Αλλ’ ούτος αρνείται να δεχθή, προφασιζόμενος το ύψος του αξιώματος της αρχιερωσύνης αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου ότι άνευ της αδείας και ευλογίας της Ιεράς αυτού Μονής δεν δύναται να δεχθή. Τότε ο Τοπάρχης μετά των Ελλήνων αποστέλλουσιν εις την Ιεράν Μονήν Βαζελώνος πρεσβείαν, παρακαλούντες θερμώς να δοθή η δια την χειροτονίαν σχετική άδεια και ευλογία. Λαβόντες τούτων γνώσιν οι Πατέρες συγκατένευσαν προθύμως εις την αίτησιν, και τοιουτοτρόπως ο ιερός Σωφρόνιος χειροτονείται Επίσκοπος Αχταλείας την 29ην Οκτωβρίου του έτους αψοζ΄ (1777), έχων έδραν της Επισκοπής αυτού την εκείσε Ιεράν Μονήν της Παναγίας. Εν τη ποιμαντορία της παροικίας αυτού ο ιερός Σωφρόνιος διεκρίθη εν έργω και λόγω και πάση ευσεβεία και δεξιότητι περί το κυβερνάν, ως αληθής ποιμήν και ουχί μισθωτός, αγαπών και αγαπώμενος υπό του ποιμνίου αυτού. Εκυβέρνησε δε ευαγγελικώς την λαχούσαν αυτώ Επισκοπήν μέχρι του έτους 1794, ότε η εκ Ταγιστάν ορμωμένη φυλή των Λεσγών επετέθη κατά του μεταλλείου και της Αχταλείας, και κυριεύσασα ελεηλάτησεν αυτήν. Εκ των κατοίκων τους μεν κατέσφαξαν, τους δε ως αιχμαλώτους συνέλαβον, πολιορκήσαντες δε εισήλθον εις την Μονήν της Παναγίας, καθ’ ην ώραν ο θείος Σωφρόνιος εχοροστάτει εν τη Εκκλησία, και κατέσφαξαν το πλείστον του εκκλησιάσματος. Εκ της Εκκλησίς ο ιερός Σωφρόνιος κατώρθωσεν απαρατήρητος να διαφύγη την προσοχήν των Λεσγών, μη δυνηθείς όμως να διαλάθη την προσοχήν και των εξωτερικών φρουρών, εκρύβη εις εσωτερικόν και απόκεντρον δωμάτιον τι μεθ’ ετέρων τριάκοντα· αλλά και ενταύθα εκ των κλαυθμών βρέφους ανακαλυφθείς απήχθη και ούτος μετά των άλλων αιχμάλωτος. Απαγαγόντες οι Λεσγοί τους αιχμαλώτους επώλουν αυτούς κατά το κρατούν σύστημα εις τας διαφόρους του Καυκάσου πόλεις, καθ’ οδόν δε διαφοροτρόπως εβασάνιζον τον Σωφρόνιον, τον οποίον εν τέλει ηγόρασεν εν Ποτίω ή Αχούσκα γυνή τις του λατινικού δόγματος, και απελευθερώσασα τούτον απέστειλε δι’ ιστιοφόρου εις Τραπεζούντα. Κατά το έτος 1796, θανόντος του Μητροπολίτου Τραπεζούντος Δωροθέου και χηρεύσαντος του Μητροπολιτικού θρόνου, οι λογάδες της πόλεως ταύτης, κατά το τότε ισχύον προνόμιον της επαρχίας αυτών, εξέλεξαν Μητροπολίτην τον ιερόν τούτον πρώην Αχταλείας Σωφρόνιον. Τα εντεύθεν αναφορικώς προς την εκλογήν ταύτην και την Μητρόπολιν Τραπεζούντος δεν είναι σαφή και γνωστά εις τας λεπτομερείας· διότι ο Σωφρόνιος, καίτι εκλεγείς και αποδεξάμενος την εκλογήν, δεν εχρημάτισε Μητροπολίτης Τραπεζούντος, διάδοχος δε του Δωροθέου εγένετο ο Παρθένιος ο Τριπολίτης. Και δια μεν τα μεσολαβήσαντα διάφοροι γνώμαι υπάρχουν, ο δε ιερός Σωφρόνιος, υποταχθείς τω θείω θελήματι, επανήλθεν ευχαριστών τω Θεώ εις την ιεράν Μονήν Βαζελώνος, την μετάνοιαν αυτού, ένθα και απεφάσισε να διανύση το υπόλοιπον του βίου εν ησυχία και πνευματική ασκήσει και ιεραίς μελέταις, προς τελείαν κάθαρσιν και ύψωσιν του νοός προς Θεόν, τον οποίον εκ νεότητος επόθησε και ολοψύχως ηγάπησε, και ωκοδόμησε προς τούτο επί της ανατολικής πλευράς του τείχους της Μονής κελλίον, όπερ εσώζετο μέχρι του 1904, καλούμενον «του Δεσπότη το κελλί». Εντός του κελλίου υπήρχε μικρόν καλλιτεχνικόν εικονοστάσιον, ένθα η εξής επιγραφή· «Εκτίσθη δι’ εξόδων εμού του ταπεινού Μητροπολίτου πρώην Αχταλείας Σωφρονίου αωα΄». Το εικονοστάσιον τούτο μετά την κατά το έτος 1904 κατεδάφισιν των κελλίων εκείνων μετεφέρθη εις έτερον της Μονής κελλίον.Εν τη Μονή Βαζελώνος ο θείος Σωφρόνιος, δια της αγνότητος του βίου του, της αγιότητος των ηθών, της προσευχής και νηστείας, και των λοιπών πνευματικών καμάτων και αγώνων, χωρισθείς τελείως των υλικών, και σχολάσας κατά Θεόν εκαθάρισαν εαυτόν «ψυχή τε και σώματι», και ελάμπρυνε τον νουν δια των καθ΄ εκάστην ιερών εν καρδία αναβάσεων, και εγένετο σκεύος εύχρηστον, κατά Παύλον, και χωρητικόν της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, υπό του οποίου καταλαμπόμενος προείπε πολλά μέλλοντα να συμβούν, άτινα και εξεπληρώθησαν μετά την οσίαν αυτού τελευτήν και εκδημίαν. Η αγία αύτη πολιτεία και μακαρία ζωή του θείου Σωφρονίου ανέδειξεν αυτόν ενθεώτατον θεράποντα Θεού, παρά δε των Πατέρων της Μονής και των κατοίκων όλης της περιφερείας ηγαπήθη, τολμώ ειπείν, μέχρι λατρείας. Το τοιούτον όμως ηρέθισε τον τότε Ηγούμενον Ιερεμίαν, όστις φθονήσας την απονεμομένην τιμήν εις τον Όσιον, συνεχώς εδημιούργει ταραχάς και σκάνδαλα εις αυτόν. Βλέπων ταύτα ο θείος Σωφρόνιος και θέλων να τηρήση εαυτόν εν ειρηνική καταστάσει, ηναγκάσθη να καταλίπη περίλυπος και βαρυαλγής και ένδακρυς την ιεράν αυτού Μονήν, την οποίαν τόσον ηγάπησε και πάντοτε εσκέπτετο πώς να ευεργετήση, και ανεχώρησεν εις την ιδιαιτέραν αυτού πατρίδα. Λέγεται δε ότι, ότε περίλυπος καταλιπών την Μονήν ανεχώρει δια το χωρίον του, φθάσας προς της κορυφής «Καρά-καπάν», εκάθησε πλησίον της εκεί διαυγεστάτης πηγής, ρίπτων αποχαιρετιστήρια βλέμματα εφ’ όλων των πέριξ χωρίων, και κλαίων δια τον αποχωρισμόν αυτών. κατόπιν προελθών μικρόν, και από τους συνοδίτας αποκρυβείς, προσηυχήθη ικετεύων τον Κύριον, όπως εις μεν τους άλλους καταπέμψη πλούσια τα ελέη αυτού, από δε του Ηγουμένου Ιερεμίου ζητήση λόγον δια την πολιτείαν αυτού. Ευθύς μετά την υπό τοιαύτας συνθήκας αναχώρησιν του Αγίου εκ της Μονής, νευρική συνοχή κατέλαβε τον Ιερεμίαν, ήτις και απεδόθη εις την δια του εκβιασμού προς απομάκρυνσιν εκείνου αδικίαν, και αμέσως απεστάλησαν ταχυδρόμοι δια να προφθάσουν και παρακαλέσουν τον Όσιον να επανέλθη εις την Μονήν. Οι απεσταλμένοι συνήντησαν τον Όσιον, εν τω μεταξύ αφιχθέντα εις το χωρίον Λοτσίων, και ανεκοίνωσαν τον σκοπόν της αποστολής των, αλλ’ ούτος ηρνήθη να επανέλθη, φοβούμενος μήπως επαναληφθούν και πάλιν τα του Ιερεμίου σκάνδαλα, προς βλάβην των ασθενεστέρων, και οι αποσταλέντες επανήλθον άπρακτοι. Επί τριετίαν καταβασανισθείς ο Ιερεμίας υπό της ασθενείς εκείνης εις παραλυσίαν εγκεφαλικήν καταληξάσης, εξεμέτρησε το ζην κατά το έτος αωε΄ (1805) από Χριστού. Μετά δέκα έτη ανοίξαντες τον τάφον δια να μετακομίσουν τα οστά αυτού εις το της Μονής οστεοφυλάκιον κατά την κρατούσαν τάξιν, εύρον το σώμα άλυτον και τυμπανιαίον, προς μεγίστην αυτών έκπληξιν. Τότε απετάθησαν προς την Μεγάλην Εκκλησίαν, ήτις μετά την διατεταγμένην επί τούτω ιεροτελεστίαν εις τα Πατριαρχεία εκδώσασα ευχετήριον άμα και συγχωρητήριον Εκκλησιαστικήν επιστολήν, απέστειλεν εις την Μονήν, δώσασα εντολήν εις τον Μητροπολίτην Τραπεζούντος Παρθένιον να ανέλθη εις την Μονήν και τελέση τα διατεταγμένα, διότι ο θείος Σωφρόνιος είχεν εν τω μεταξύ απέλθει εις τας αιωνίους μονάς. Ανελθών ο Παρθένιος και τελέσας μετά των Πατέρων της Μονής και των Ιερέων της πέριξ περιφερείας τριήμερον αγρυπνίαν, μετά δε ιερουργήσας μετά του Ηγουμένου και των λοιπών Ιερέων, διηυθύνθη μετά την απόλυσιν της Εκκλησίας εις τον τάφον του Ιερεμίου, ανοιχθέντα εκ νέου, και εκεί μετά την ειθισμένην ακολουθίαν κλίνας τα γόνατα ανέγνωσε κλαίων την Πατριαρχικήν συγχωρητήριον επιστολήν, μετά το πέρας της οποίας το πρώην αδιάλυτον και τυμπανιαίον σώμα μετεβλήθη εις χουν, και έμειναν μόνον τα οστά, άτινα και ανεκομίσθησαν αυθημερόν εις το οστεοφυλάκιον. Ο δε θείος Σωφρόνιος, διανύσας εν τη πατρίδι αυτού το υπόλοιπον της αγίας αυτού ζωής σωφρόνως και οσίως και αμέμπτως, και πλήρης ημερών γενόμενος, εκοιμήθη τον τοις Αγίοις πρέποντα ύπνον, και προσετέθη εις την χορείαν των απ’ αιώνος Αγίων, των οποίων μιμητής εχρημάτισε, βαδίσας επί τα ίχνη αυτών. Το δε σεπτόν αυτού σώμα ετάφη εν τω υπ’ αυτού ανακαινισθέντι κοιμητηρίω εν τη ενορία αυτού, η δε ανακομιδή των ιερών αυτού λειψάνων εγένετο κατά το 1824 ως εξής: Η σύζυγος τού ανεψιού αυτού Ιερέως Χαραλάμπους, προσβληθείσα υπ’ ασθενείας ανιάτου, κατέκειτο κλινήρης επί πολλά έτη. Εν μια νυκτί εφάνη εις αυτήν κατ’ όναρ ανήρ τις λευκά και λαμπρά ιμάτια ενδεδυμένος και προέτρεψεν αυτήν ίνα λάβη τα εν τω τάφω του Σωφρονίου ιερά λείψανα, και προσκαλέση τρεις Ιερείς, όπως τελέσωσι δι’ αυτών αγιασμόν προς θεραπείαν αυτής. Την οπτασίαν ταύτην διηγήθη εις τον σύζυγόν της, όστις παραλαβών και δύο άλλους Ιερείς, προέβη εις την ανακομιδήν των ιερών λειψάνων του θείου Σωφρονίου την 20ην Δεκεμβρίου του αυτού έτους 1824, δια του αγιασμού των οποίων χρισθείσα η σύζυγος αυτού αποκατέστη τελείως υγιής, ως μηδέποτε ασθενήσασα. Τα ιερά και πλήρη ευωδίας και χάριτος λείψανα ο Ιερεύς Χαράλαμπος επέδειξεν εις τον τότε Μητροπολίτην Χαλδείας Σίλβεστρον δια να λάβη την γνωμάτευσιν αυτού, αλλ’ εκείνος τον επέπληξε, διότι παρά την γνώμην και δίχα ειδοποιήσεως του Μητροπολίτου προέβη εις την ανακομιδήν των λειψάνων, και διέταξεν ίνα μεταβή και θάψη αυτά εκ νέου εις το χώμα, όπερ και εγένετο. Αλλά κατά την νύκτα της 8ης Σεπτεμβρίου κατά το μεσονύκτιον εφάνη επί του τάφου του Αγίου Σωφρονίου φως άπλετον και λίαν θαυμαστόν ανερχόμενον εις τον ουρανόν. Όσοι δε είδον τούτο, και μάλιστα οι ασθενείς, έδραμον μετά σπουδής και προσεγγίσαντες αυτό εθεραπεύθησαν εκ των ασθενειών των. Την δε 11ην Ιανουαρίου ευρισκόμενος εν τη Μονή Σουμελά ο Μητροπολίτης Σίλβεστρος και ασθενήσας αποκατέστη υγιής επικαλεσθείς τον Άγιον, μεθ’ ο επισήμως πλέον εκήρυξε τα λείψανα εκείνα ιερά, τον δε Σωφρόνιον Άγιον, εορταζόμενον έκτοτε τη 8η Σεπτεμβρίου. Μαθόντες την αγιότητα του Σωφρονίου και την περί αυτού γενομένην απόφασιν του Χαλδείας Σιλβέστρου οι εν τη Μονή Βαζελώνος Πατέρες, απήτησαν παρά τε του Μητροπολίτου και των συγγενών του Αγίου Σωφρονίου να αποδώσωσιν εις την Μονήν τα ιερά λείψανα, διότι ο Άγιος ετύγχανε Βαζελιώτης. Αλλ’ οι συγγενείς του Αγίου ηρνήθησαν να συμμορφωθούν προς τας απαιτήσεις της Μονής, και τότε αύτη ανεφέρθη εις την Μεγάλην Εκκλησίαν ζητούσα τα άγια λείψανα. Αλλά και εις την Πατριαρχικήν απόφασιν, όπως δοθώσι τα λείψανα εις την Μονήν, αντετάχθησαν οι συγγενείς, οπότε διετάχθη ο Μητροπολίτης Σίλβεστρος να παραλάβη και αποστείλη εις την Μεγάλην Εκκλησίαν τα διαφιλονεικούμενα ιερά λείψανα. Φοβηθέντες τότε οι συγγενείς του Αγίου μήπως κρατηθούν άπαντα εις το Πατριαρχείον έσπευσαν να συμβιβασθούν μετά της Μονής παραδώσαντες εις αυτήν την Τιμίαν Κάραν και την δεξιάν χείρα, τα δε λοιπά κρατήσαντες, εφυλάττοντο παρά τινος Ιερέως Λαζάρου καλουμένου, εκ της ιδίας οικογενείας καταγομένου. Τα εν τη Μονή Βαζελώνος ιερά λείψανα κατά το 1880 κατετέθησαν εντός αργυράς θήκης κατασκευασθείσης δαπάνοις του τότε Ηγουμένου Ελισσαίου. Τοιούτος εν ολίγοις ο βίος και η ένθεος πολιτεία του εν Αγίοις Πατρός ημών Σωφρονίου Επισκόπου Αχταλείας. Τοιουτοτρόπως ηγωνίσθη και εδόξασε τον Θεόν επί της γης, παρά του οποίου επαξίως εδοξάσθη μετά πάντων των Αγίων εν ουρανοίς και επί γης δια της δωρεάς των θαυμάτων και παντοδαπών ιάσεων, τας οποίας παρέχει εις τους μετά πίστεως επικαλουμένους το άγιον αυτού όνομα. Και ήδη εν τω φωτί της δόξης του Κυρίου αγαλλόμενος και κατά μέθεξιν θείαν θεούμενος πρεσβεύει υπέρ πάντων των ευσεβών Χριστιανών. 

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

Τη  αυτή ημέρα ο Άγιος Νεομάρτυς ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ο εν Θεσσαλονίκη μαρτυρήσας εν έτει αψοδ΄ (1774) δι’ αγχόνης τελειούται.                                                                                                 
Αθανάσιος ο Νεομάρτυς και του Χριστού Αθλητής ήτο από μίαν κωμόπολιν της Θεσσαλονίκης, η οποία κοινώς ονομάζεται Κολιακία, υιός γονέων ευσεβών και πρώτων κατά κόσμον εις την χώραν εκείνην, διότι ο μεν πατήρ του, όστις ωνομάζετο Πολύχρους, ήτο προεστώς της κωμοπόλεως επί έτη πολλά, η δε μήτηρ του, ονομαζομένη Λουλούδα, κατήγετο εκ γένους επισήμου βουλγαρικού. Τούτον λοιπόν τον αοίδιμον Αθανάσιον εξεπαίδευσε καλώς ο πατήρ αυτού γερο-Πολύχρους πρώτον μεν εις τα κοινά γράμματα, είτα και εις την Θεσσαλονίκην τον έφερε και τον έβαλεν εις το ελληνικόν σχολείον, εις το οποίον εδίδασκε τότε Αθανάσιος ο Πάριος. Έτυχε δε ο παις ευφυής και επιμελέστατος· διδαχθείς όθεν τα πρώτα γραμματικά, ύστερον ανεχώρησεν εκείθεν εις το όρος του Άθωνος και εμαθήτευσεν εις την Αθωνιάδα Σχολήν (του Βατοπαιδίου) δια τελειοτέραν παιδείαν, παρά τω διδασκάλω Παναγιώτη τω Παλαμά· εκεί ετελείωσε τα γραμματικά με επίδοσιν καλήν και μετά ταύτα εδιδάχθη και την λογικήν του Ευγενίου από τον διδάσκαλον Νικόλαον τον Τζαρτζούλιον, τον εκ Μετσόβου, όστις εστάλη υπό της Μεγάλης Εκκλησίας εις τον τόπον του σοφωτάτου διδασκάλου Ευγενίου· αναχωρήσαντος δε εκείθεν του διδασκάλου του Νικολάου Τζαρτζουλίου, ανεχώρησε και ο Αθανάσιος και απελθών εις την Κωνσταντινούπολιν, προσεκολλήθη εις τον τότε νεοχειροτόνητον Πατριάρχην Αντιοχείας Φιλήμονα, έμεινε δε μετ’ αυτού δύο έτη και περισσότερον, είτα επέστρεψεν εις το Άγιον Όρος και εκείθεν εις την πατρίδα του Κολιακίαν. Εις το μέρος εκείνο υπήρχεν εν βασιλικόν ιπποστάσιον εις το οποίον εσυνείθιζε να πηγαίνη ο Αθανάσιος, χάριν συνομιλίας και των διαφόρων ειδήσεων, τας οποίας μετέφερον οι εκείθεν διερχόμενοι από διαφόρους τόπους άνθρωποι, ευρίσκετο δ’ εκεί πάντοτε εις Τούρκος ως επιστάτης του ιπποστασίου. Ημέραν τινά έτυχε να συνευρεθή εκεί και εις εμίρης Τούρκος, με τον οποίον συνομιλών ο Αθανάσιος περί πίστεως (επειδή ήτο καλώς γεγυμνασμένος εις την απλήν τουρκικήν διάλεκτον και εις την αραβικήν), είπε με θάρρος και απλότητα προς τον εμίρην· «Η ιδική σας πίστις συνίσταται εις τούτους τους λόγους», και είπε με απλότητα το κείμενον του σαλαβατίου ήτοι της Μωαμεθανικής ομολογίας. Ο εμίρης ακούσας ήρπασεν ευθύς την απλήν εκείνην προφοράν ως τελείαν ήδη ομολογίαν και λέγει· «Ω! σαλαβάτι έκαμες, ετούρκεψες». «Μη γένοιτο», απεκρίθη ο Αθανάσιος, «Ούτε σαλαβάτι έκαμα, ούτε ετούρκεψα, αλλά μόνον είπα ότι η πίστις η ιδική σας εμπερικλείεται εις τούτους τους λόγους». Ο εμίρης όμως δεν χάνει καιρόν, αλλά στραφείς προς τον Τούρκον επιστάτην λέγει· «Ιδού παραδίδω τούτον εις τας χείρας σου, να τον φυλάττης, μη σου φύγη». Εγερθείς όθεν εκείθεν ο κατάρατος έρχεται εις την Θεσσαλονίκην, τόσων ωρών διάστημα, και παρουσιασθείς εις τον κριτήν συκοφαντεί τον καλόν Αθανάσιον, ότι έκαμε δήθεν σαλαβάτι, ωμολόγησε δηλαδή την πίστιν των και έπειτα, λέγει, μεταγνωμήσας αρνείται και περιπαίζει την πίστιν μας. Ο δε κριτής στέλλει παρευθύς και φέρει τον κατηγορούμενον εις την Θεσσαλονίκην έμπροσθέν του και λέγοντος του εμίρη, ακούει απ’ αρχής την κατηγορίαν ή μάλλον ειπείν την συκοφαντίαν· είτα ερωτά τον κατηγορούμενον ο κριτής και αποκρίνεται ο Μάρτυς της αληθείας τα ίδια εκείνα, τα οποία απεκρίθη και εις τον εμίρην πρότερον· ο δε κριτής ακούσας, τότε μεν έκρινεν ορθώς, ειπών ότι δεν γίνεται Τούρκος κανείς αν είπη ότι ηξεύρει τους λόγους της ομολογίας της τουρκικής πίστεως. Και συ (λέγει προς τον εμίρην), ν ήξευρες την ομολογίαν της πίστεως αυτού, ημπορούσες να είπης εις αυτόν ότι και η ιδική σου πίστις συνίσταται εις τούτους τους λόγους, αλλά με τούτο δεν εγίνεσο Χριστιανός, προφέρων μόνον τους λόγους της ομολογίας της πίστεώς του. Τοιουτοτρόπως απεφάνθη ο κριτής· αλλ’ οι παρόντες αγάδες έκαμαν θόρυβον, λέγοντες ότι δεν πρέπει να περιπαίζηται η πίστις· όθεν ο κριτής, μεταβαλών γνώμην, ήρχισε να τον παρακινή και να του λέγη κολακεύων και απειλών, ότι από Θεού κινούμενος έκαμε την ομολογίαν της πίστεως και πρέπει να την ακολουθήση, διότι αλλέως η πίστις δεν υποφέρει να καταφρονήται. Ταύτα και τα τοιαύτα είπεν ο κριτής· ο δε Μάρτυς, στερεός ων εις την ιδικήν του αληθινήν ομολογίαν, ηναντιώθη εις τους λόγους του κριτού, λέγων ότι είναι κάλλιστα εστερεωμένος και βεβαιωμένος εις την αληθινήν πίστιν του Χριστού και άλλην πίστιν πλην αυτής δεν ηξεύρει αληθινήν και σωτήριον. Αφού δε ήκουσε ταύτα ο κριτής, προσέταξε να τον βάλουν εις την φυλακήν, μηπως τάχα μεταβληθή και κάμη το προσταττόμενον. Εις την φυλακήν έμεινεν αρκετάς ημέρας ο γενναίος του Χριστού στρατιώτης χωρίς να τον ενεχλήση πλέον κανείς, διότι φήμη εξήλθεν ότι ο Αθανάσιος ωμολόγησε τον Μωαμεθανισμόν και ύστερον μετεμελήθη. Όθεν και ο ίδιος ο πατήρ του εφοβήθη να κινηθή προς απελευθέρωσίν του, αν και ηδύνατο δι’ ολίγων χρημάτων να τον απελευθερώση, μεταχειριζόμενος την μεσιτείαν ενός μεγάλου δυνάστου, καλουμένου Ισούφ μπέη, όστις ήτο αγάς της χώρας. Αλλ’ ο φόβος τον οποίον είχεν, ως είπον, τον έκαμε να φανή άσπλαγχνος εις ένα υιόν, όστις ήτο ο στολισμός του οίκου του και το καύχημα του γένους του. Τούτο όμως ήτο Θεού οικονομία, διότι τώρα μάλιστα είναι μεγαλύτερος στολισμός και πολύ περισσότερον καύχημα με το ένδοξον και λαμπρόν μαρτύριον, όπερ ηξιώθη να δεχθή παρά του Ιησού Χριστού ο καλλίνικος Αθανάσιος. Αφού λοιπόν παρήλθον ολίγαι ημέραι, τον εξήγαγεν ο κριτής από την φυλακήν και παρακινών αυτόν απ’ αρχής να δεχθή και να ομολογήση την ιδικήν των θρησκείαν και ευρίσκων αυτόν στερεόν και αμετάτρεπτον, εξέδωκε κατ’ αυτού την θανατικήν απόφασιν. Όθεν λαβόντεςαυτόν οι δήμιοι τον εκρέμασαν έξω της πόλεως, το δε σώμα του έθαψαν οι Χριστιανοί εις την περιοχήν της Αγίας Παρασκευής. Τοιουτοτρόπως ετελειώθη τη δυνάμει του Εσταυρωμένου Ιησού ο γενναίος Αθλητής Αθανάσιος, νεώτατος την ηλικίαν, 25 ετών, τη ογδόη του Σεπτεμβρίου μηνός, καθ’ ην ημέραν εορτάζομεν το ιερώτατον και πάνσεπτον Γενέσιον της Κυρίας ημών Θεοτόκου. Τω δε Θεώ ημών δόξα εις τους αιώνας. Αμήν. 

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Διήγησις περί Αγάπης πάνυ ωφέλιμος.

                                                                                          
Εις Ιερεύς και εις ευλαβής Διάκονος, τρέφοντες αμοιβαίαν αγάπην, την υπό Θεού πεφιλημένην, εκ δαιμονικής συνεργίας έπεσαν εις μίσος και έχθραν και έμειναν επί πολύν καιρόν ασυμφιλίωτοι. Επειδή δε συνέβη να αποθάνη ο Ιερεύς με το μίσος αυτό, δια τούτο ο Διάκονος ελυπείτο απαρηγόρητα, ότι δεν προέφθασε να διαλύση την έχθραν εν όσω έζη ο Ιερεύς. Όθεν εξομολογηθείς το συμβεβηκός εις τινας Πατέρας διακριτικούς, παρεκινήθη υπ’ αυτών να υπάγη εις ένα ερημίτην Μοναχόν και να φανερώση την υπόθεσιν· ο δε Διάκονος με μεγάλην προθυμίαν περιέτρεχεν εις τους ερημικωτάτους τόπους, ζητών τον ιατρόν της πληγής του. Ευρίσκει λοιπόν ένα Γέροντα και φανερώνει εις αυτόν της μνησικακίας το πάθος και ζητεί από αυτόν πληροφορίαν της συγχωρήσεως της τοιαύτης του αμαρτίας· ο δε Γέρων είπε προς αυτόν· «Αδελφέ, όστις με πίστιν ζητεί, εκείνος και ευρίσκει· και όστις κρούει προθύμως, εις εκείνον και η θύρα ανοίγεται, κατά την αψευδή του Κυρίου ρήσιν. Όθεν και εις σε, αγαπητέ, θα χαρίση ο Κύριος την λύσιν παντός ζητήματός σου, εάν με πόνον καρδίας το ζητής· πλην κατά το παρόν, ύπαγε εκείθεν, οπόθεν ήλθες και την νύκτα, ύπαγε εις την Μεγάλην Εκκλησίαν πριν ακόμη υπάγη άλλος τις και στήθι εις τας ωραίας πύλας του Ναού· εκεί ανάμεινον και όστις έλθη πρώτος να έμβη εις αυτάς, εκείνον λάβε από της χειρός, χαιρέτισον από μέρους μου, και δος εις αυτόν το εσφραγισμένον τούτο γράμμα και εξ άπαντος από εκείνον θα λάβης βεβαίαν του σφάλματός σου την διόρθωσιν». Πορεύεται τότε ο Διάκονος κατά το μεσονύκτιον εις τον Ναόν της Αγίας Σοφίας και ίσταται εις τας έξω θύρας του Νάρθηκος. Μετ’ ολίγον εφάνη και ο δηλωθείς υπό του Γέροντος θείος άνθρωπος, εις τον οποίον ο Διάκονος, αφού τον εχαιρέτησεν, έδωκε το γράμμα του Γέροντος, εξομολογείται δε και την περί του μίσους υπόθεσιν. Ο δε θείος εκείνος άνθρωπος, οξύς ων εις τον νουν, εσκέφθη, ότι αυτή είναι μία θεία οικονομία· δια τούτο ήρχισε να δακρύη και να ταπεινώνηται λέγων· «Ποίος είμαι εγώ ο ελάχιστος, δια να τολμήσω το τοιούτον μέγα επιχείρημα; Όμως θαρρών εις τας ευχάς του Αγίου Γέροντος, ο οποίος σε απέστειλε, τολμώ τα υπέρ την εμήν δύναμιν». Καθώς όθεν ίστατο έμπροσθεν εις τας κεκλεισμένας θύρας του Ναού, ήγειρε τας χείρας του εις τον ουρανόν και κλίνας τα γόνατα και την κεφαλήν στηρίξας εις το έδαφος του Ναού, προσηύχετο σιωπηλώς εις τον Θεόν. Και μετ’ ολίγον ηγέρθη και είπεν· «Άνοιξον εις ημάς την θύραν του ελέους σου, Κύριε»· και ω του θαύματος! παρευθύς αι έξω θύραι του Νάρθηκος ήνοιξαν αφ’ εαυτών και ομού με τον Διάκονον εισήλθον εις την αυλήν του Νάρθηκος· από εκεί δε πάλιν επήγαν έως εις τας αργυράς θύρας του Ναού. Τότε ο ιερός εκείνος άνθρωπος λέγει προς τον Διάκονον· «Εδώ στήθι και μη προχωρήσης πλέον». Εκεί λοιπόν πάλιν εις την είσοδον, ποιήσας την συνήθη προσκύνησιν ο θαυμάσιος εκείνος, ήνοιξε και τας θύρας εκείνας· όταν δε εμβήκεν εις τον Ναόν, είδεν ο Διάκονος παράδοξον θέαμα· διότι άνωθεν από την σκέπην του Ναού καταβάσα μία φωτεινή λυχνία εις την κεφαλήν του θαυμαστού εκείνου ανδρός εν ταυτώ και τον Ναόν όλον εφώτιζε και όπου εκείνος επορεύετο εκεί ηκολούθει και η λυχνία. Όταν δε έφθασεν εις το Άγιον Βήμα, έκλινε και εκεί την κεφαλήν του και προσηυχήθη· έπειτα ησύχως εξήλθεν έξω εις τον Διάκονον και ευθύς πάλιν άπασαι αι θύραι εκλείσθησαν μόναι. Τότε ο Διάκονος εγένετο όλος έμφοβος και αγωνιών, διότι εξεπλάγη και δεν ετόλμα να πλησιάση ποσώς εις τοιούτον θαυμαστόν άνδρα, επειδή είχε το πρόσωπον δεδοξασμένον και λαμπρόν ως πρόσωπον Αγγέλου. Όθεν με τους λογισμούς παλαίων έλεγε· «Μήπως ο φαινόμενος ούτος είναι Άγγελος και όχι άνθρωπος»; Ταύτην δε την πάλην των λογισμών γνωρίσας με το διορατικόν πνεύμα ο διορατικώτατος εκείνος ανήρ, λέγει προς τον Διάκονον· «Τι πολεμείσαι δι’ εμέ και ταράττεσαι από τους λογισμούς σου, ω άνθρωπε; Πίστευσον, ότι και εγώ άνθρωπος είμαι χοϊκός, σύνθετος από ψυχήν και σώμα, ως και οι λοιποί άνθρωποι· είμαι δε το επάγγελμα χαρτουλάριος (γραμματεύς) μιάς ευαγούς οικίας και εκ του επαγγέλματός μου λαμβάνω τα προς την ζωήν αναγκαία· αλλ’ η τα πάντα καλώς κυβερνώσα του Θεού Πρόνοια συνειθίζει πολλάκις να ενεργή δια των ευτελών μεγάλα θαυμάσια. Πλην, αδελφέ, ας υπάγωμεν δια την προκειμένην υπόθεσίν σου». Και λοιπόν πηγαίνοντες και οι δύο εις την αγοράν, έφθασαν εις τον εκεί ευρισκόμενον Ναόν της Θεοτόκου· εκεί δε πάλιν προσευξάμενος, ήνοιξε διατης προσευχής του τας θύρας και εμβήκεν εις τον Ναόν· αφού δε έφθασεν εις το Άγιον Βήμα, ποιήσας την συνήθη ευχήν, εξήλθε πάλιν προς τον Διάκονον, όστις εκραύγαζε με θαυμασμόν το, Κύριε ελέησον· και πάλιν αι θύραι εκλείσθησαν μόναι των. Έπειτα πηγαίνουν εις τον εν Βλαχέρναις Ναόν· τόσον δε ταχέως περιεπάτουν, καθώς διηγήθη αυτός ο ίδιος Διάκονος, ώστε ουδέ πέτασμα πτηνού ηδύνατο να συγκριθή με την ταχύτητα εκείνων· φθάσας λοιπόν εις τας θύρας, ευθύς ήνοιξε και εκείνας δια της προσευχής του· όταν δε έφθασεν εις τας θύρας του Ναού, εντός του οποίου ήτο η Κιβωτός η έχουσα την τιμίαν Ζώνην της Θεοτόκου, τότε ο ιερός χαρτουλάριος, βρέχων το πρόσωπόν του με δάκρυα, ετοποθέτησε τον Διάκονον εις τας ρηθείσας θύρας και παρήγγειλεν εις αυτόν να βλέπη προσεκτικά εκείνους, οι οποίοι εμβαίνουν εις τον Ναόν. Προσευχηθέντος δε κατά το σύνηθες εις την είσοδον, παρευθύς ηνοίχθησαν και εκείναι αι θύραι· τότε εμβάς εις τον Ναόν και φθάσας εις το μέσον αυτού, έκλινε τα γόνατα εις το έδαφος και θερμοτέραν εποίησε προσευχήν· ο δε Διάκονος, έξω ιστάμενος εις τας βαθμίδας της θύρας του Ναού, και βλέπων εγένετο έκθαμβος, διότι είδε καθαρώς ένα ως Διάκονον, όστις εξελθών από το Άγιον Βήμα και κρατών εις τας χείρας θυμιατήριον εθυμίαζεν όλον τον Ναόν. Μετ’ ολίγην ώραν είδε πάλιν τινάς κληρικούς, οίτινες εφόρουν στολήν ιερατικήν πολύ λαμπράν, ύστερον δε από αυτούς είδεν άλλο τάγμα Ιερέων φωτεινόν, οίτινες αφού εμβήκαν, εστάθησαν εις δύο χορούς και έψαλλον εν μέλος γλυκύτατον και θαυμάσιον· από το μέλος δε εκείνο άλλον λόγον δεν ηδυνήθη να εννοήση ο Διάκονος, παρά μόνον το Αλληλούϊα. Ο δε θαυμαστός χαρτουλάριος, αφού ετελείωσε την προσευχήν του, εξήλθε και λέγει εις τον Διάκονον· «Αδελφέ, έμβα ανεμποδίστως εις τον Ναόν και παρατήρησον εις τον αριστερόν χορόν των Ιερέων, αν εκεί ίσταται ο Ιερεύς εκείνος, με τον οποίον έμεινας ασυμφιλίωτος». Τότε εμβάς με φόβον και τρόμον ο Διάκονος και παρατηρήσας εις τον αριστερόν χορόν καθώς προσετάχθη, ήλθεν έξω προς τον άνθρωπον του Θεού και λέγει: «Δεν ηδυνήθην να γνωρίσω εκεί τον Ιερέαν εκείνον, με τον οποίον είχον την έχθραν». Τότε λέγει εις τον Διάκονον ο επίγειος εκείνος Άγγελος: «Έμβα πάλιν εις τον Ναόν, και βλέπε εις τον δεξιόν χορόν»· ο δε Διάκονος, ποιήσας το προσταχθέν, εγνώρισεν εκεί τον ζητούμενον Ιερέα. Όθεν εξήλθε και ανήγγειλε τούτο προς τον θείον άνδρα, όστις είπε προς τον Διάκονον: «Εάν γνωρίζης καλώς ότι αυτός είναι ο παρά σου ζητούμενος Ιερεύς, ύπαγε και ειπέ εις αυτόν: Νικήτας ο χαρτουλάριος ίσταται έξω και σε προσκαλεί». Ευθύς τότε ο Διάκονος πορευθείς έλαβε τον ζητούμενον Ιερέα από την δεξιάν χείρα και φέρει αυτόν έξω· τούτον δε ιδών ο θαυμάσιος εκείνος, λέγει προς αυτόν με πραείαν φωνήν· «Κύριε Πρεσβύτερε, κάμε αγάπην με τον αδελφόν, επειδή και δεν προέφθασες να αγαπηθής, όταν ήσο ακόμη ζων». Τότε ο Ιερεύς και ο Διάκονος κλίναντες και οι δύο τα γόνατα, και ποιήσαντες ο εις προς τον έτερον μετάνοιαν, ησπάσθησαν αλλήλους και ούτω την έχθραν διέλυσαν· και ο μεν Ιερεύς εμβήκε πάλιν εις τον Ναόν και εστάθη εις τον τόπον του εν χορώ, ο δε του Θεού άνθρωπος λαβών τον Διάκονον εξήλθε και ποιήσας προσευχήν εις την είσοδον, εκλείσθησαν πάλιν αι θύραι δια θείας δυνάμεως. Αφού δε περιεπάτησε με τον Διάκονον ολίγον, εστάθη εις ένα τόπον και λέγει προς αυτόν: «Αδελφέ, σώζων σώσον την σεαυτού ψυχήν· εις δε τον Άγιον Γέροντα, όστις σε απέστειλε προς την ιδικήν μου ευτέλειαν, ειπέ, ότι η καθαρότης των ευχών του και η παρρησία, την οποίν έχει εις τον Θεόν, αύτη ηδυνήθη να αναστήση και νεκρόν, δια να κάμη διαλλαγήν και ειρήνην με τον αδελφόν του, χωρίς εγώ να συνεργήσω εις τούτο παντάπασι». Ταύτα ειπών ο τρισμακάριστος άνθρωπος εκείνος εγένετο άφαντος από τους οφθαλμούς του Διακόνου· ο δε Διάκονος, προσκυνήσας τον τόπον, εις τον οποίον επάτουν οι ιεροί πόδες του θείου ανδρός, περιεπάτησεν όλος έκθαμβος το επίλοιπον διάστημα της οδού· και ελθών προς τον αποστείλαντα ερημίτην εφανέρωσεν εις αυτόν όλα, όσα είδε και ήκουσε. Ταύτα δε διηγήθη και εις εμέ ο ίδιος αυτός Διάκονος, πληροφορών με όρκους τα λεγόμενα, ότι έχουσιν ούτω, καθώς ενταύθα εγράφησαν, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών. Αμήν. 

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Λόγος Γ΄ εις το Γενέσιον της Θεομήτορος.

Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; (Άσμα Ασμάτων 6, 10).


Και ποίος νους πλέον δύναται να εννοήση το μεγαλείον τής χαράς τής σημερινής εορτής; Ποία γλώσσα ημπορεί να διηγηθή το ύψος της Παρθένου, οπόταν το Πνεύμα το Άγιον δια να φανερώση το μέγεθος, την τιμήν, την καθαρότητα της σήμερον τικτομένης Μαριάμ, προβάλλει ωσάν με απορίαν ερωτηματικώς: «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος;» Ποίος νους, λέγω, δύναται να εννοήση τους προσήκοντας ύμνους της Παρθένου, οπόταν ιλιγγιά εις το να υμνή την Θεοτόκον και ο υπερκόσμιος και Αγγελικός νους;  Ποία γλώσσα ημπορεί να είπη τους πρέποντας της Παρθένου επαίνους, οπόταν ορώμεν ως ιχθύας αφώνους εις το ύψος της Θεοτόκου και τους πολυφθόγγους ρήτορας; Φθάνει η γραφική αυτή απορία, οπού φανερά ερμηνεύει, ότι τούτο είναι υπέρ δύναμιν, διότι τούτο είναι το έθος της Γραφής εις τα δυσνόητα και υψηλά. Όθεν και δια τον Χριστόν έλεγεν ο Δαβίδ: «Τις ούτος ο Βασιλεύς της δόξης;» Και ο Ησαϊας: «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ, και ίνα τι ερυθρά αυτού τα ιμάτια;» Και δια την Μετάστασιν της Θεοτόκου λέγεται εις το Άσμα: «Τις αύτη η αναβαίνουσα εκ της ερήμου;» Και εις το Ευαγγέλιον: «Πως έσταί μοι τούτο επεί άνδρα ου γινώσκω;» και όσα τοιαύτα υπάρχουν εις την Γραφήν. Αρκεί, λέγω, η ερώτησις αύτη να σε χειραγωγήση, ότι το Πνεύμα το Άγιον εις το Άσμα με την Σολομώντειον γλώσσαν διδάσκει δια του ερωτηματικού αυτού, ότι ουδείς ισχύει κατ΄ αξίαν να επαινέση την Θεοτόκον ως Μητέρα Θεού γενομένην.                                                                                       
Αρκετός ο έπαινος και υπέρ άπαντα νουν Αγγελικόν και ουράνιον είναι, να λέγης την Μαριάμ πως είναι Μητέρα Θεού, όνομα είναι αληθώς το υπέρ παν όνομα, δια να είπω ούτω, να ειπής την Μαριάμ, ότι εχρημάτισε Θεοτόκος. Διότι με τούτο μόνον έπλεξες τον μεγαλύτερον έπαινον, τίτλον τε και στέφανον των επαίνων, με τούτο έδειξες την Παρθένον υπερτέραν, με το να εστάθη Θεοτόκος και Μήτηρ Θεού, όχι μόνον των ανθρώπων, αλλά και όλων των Αγγελικών ταγμάτων. Ας καταισχυνθώσι λοιπόν οι Λούθηροι, οίτινες με απύλωτον στόμα δεν μεγαλύνουσι την Θεοτόκον. Ας αισχυνθώσιν οι Καλβίνοι, ότι με αυθάδειαν κινούσι βλάσφημον γλώσσαν κατά της Μητρός του Θεού. Ας κατακριθώσιν μετά του βλασφήμου και αιρετικού Νεστορίου, και των ομοίων εκείνου τε και αυτών. Ημείς δε μετά χαράς πνευματικής επιτελούντες τας εορτάς της Μητρός του Θεού, και Μητρός μας πάντοτε, είπωμεν και σήμερον με την Αγίαν μας Εκκλησίαν, ευφραινόμενοι εις το ιερόν της Παρθένου Γενέσιον: «Η Γέννησίς Σου Θεοτόκε χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη», διότι χαράς πρόξενος είναι η υπόθεσις, ότι Μήτηρ Θεού χρηματίσασα, υπερέχει ουράνια και επίγεια, διότι η Μήτηρ του Θεού, Αγγέλων τε και ανθρώπων υπέρκειται. Όθεν και με ευλαβητικήν καρδίαν ας την ασπασθώμεν, όχι με λόγια ιδικά μας, αλλά με την Αρχαγγελικήν εκείνην λέγοντες φωνήν: «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου» και τα επόμενα. «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος;» Δόγμα πίστεως είναι ότι μόνος ο Υιός και Λόγος του Θεού, θελήσας να γίνη άνθρωπος δια να σώση τον άνθρωπον, εγεννήθη εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου· το οποίον μας διδάσκει φανερά εις το γ΄ άρθρο το άγιον Σύμβολον, το οποίον υπό των επτά Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων εδέχθη, και υπό πάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας αναγινώσκεται καθ΄ εκάστην παρρησία ακαινοτόμητον. Οι δε λοιποί πάντες άνθρωποι (χωρίς του θεοπλάστου Αδάμ και της Εύας), είτε εξ επαγγελίας γεγεννημένοι, είτε εκ νηδύος στειρωτικής, εξ ανδρός και γυναικός είναι, κατά τους όρους της φύσεως· όθεν ως εκ συναφείας σαρκικής και ροής ενηδόνου γεννηθέντες, ένοχοι είμεθα πάντες, τω και ακουσίως επισυρομένω τω γένει προπατορικώ αμαρτήματι· επειδή, κατά την Γραφήν, μόνος αναμάρτητος ο Θεός, πάντες δε ημείς εν τω Αδάμ ημάρτομεν. Διο και ο Απόστολος έλεγε προς Ρωμαίους· «Πάντες εν τω Αδάμ ήμαρτον». Όθεν ουδέ η Θεοτόκος, κατά φύσιν γεννηθείσα εξ Ιωακείμ και Άννης, ας μη κριθή ποτέ αμέτοχος του γενικού τούτου προπατορικού πλημμελήματος, καν οι εναντίοι εν προσχήματι ευλαβείας διαρραγώσι, και βίβλους νοθεύσωσι, ρητά παρερμηνεύοντες της Γραφής· αμέτοχος δε του προαιρετικού αμαρτήματος, διο και άμωμος λέγεται. Μόνος όθεν ο Θεάνθρωπος Ιησούς είναι αναμάρτητος· πάντες δε οι άλλοι άνθρωποι, οποίοι αν είναι, μολονότι και ως μη πρακτικώς αμαρτήσαντες, είναι μεν ακατηγόρητοι όπωσδήποτε δια το ακουσίως εις ημάς επιγινόμενον έγκλημα του Προπάτορος, ένοχοι όμως ως γεγεννημένοι εκ φυσικής συναφείας ανδρός και γυναικός· και τούτο είναι το του Δαβίδ, «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην», δια να μη λέγω τα προσωπικά αμαρτήματα, εκ των οποίων η Παρθένος τυγχάνει αμέτοχος. Αλλά δεν αναπαύονται εις τα θειωδώς παραδιδόμενα οι νεώτεροι, δεν είναι της Ορθοδόξου γνώμης οι Λατίνοι, δεν στέργουσι την αρχαίαν της Εκκλησίας παράδοσιν οι δυτικοί· αλλ΄ ως καινοτόμοι πλάττουσι και εδώ με το σκότος σκοτεινά εφευρήματα, παρερμηνεύουσι με τους σχολαστικούς των τα της Γραφής, και σοφιστικώς μάλλον αγωνιζόμενοι, ή Ευαγγελικώς, λέγουσι, μολονότι είμεθα ακατηγόρητοι ημείς δια το ακουσίως εις την φύσιν ημών επισυρόμενον γενικώς και καθολικώς προκατορικόν έγκλημα, ως των «Ουκ εφ’ ημίν», (διότι τα της προαιρέσεως μόνον «Εφ’ ημίν»· όθεν και κατηγορίας είμεθα άξιοι δια τα προαιρετικά αμαρτήματα, ως ιδικά μας, το δε προπατορικόν και μη θελόντων ημών φυσικώς επιγίνεται διο ουδέ «Εφ’ ημίν»), πλην αμέτοχος, λέγουσιν, είναι και τούτου η Παρθένος δια της θείας Χάριτος, καίτοι γεγεννημένη εξ Ιωακείμ και της Άννης. Ταύτα τινές των Λατίνων με υποκριτικήν ευλάβειαν δογματίζουσι, φαίνονται όμως και άλλοι από τους ιδίους να αναιρώσιν εκείνους· ιδού ότι το κακόν τούτο είναι και προς εαυτό πολέμιον. Η Ανατολική όμως Εκκλησία, η Αποστολική και Ορθόδοξος, αποστρέφεται την εν προσχήματι ευλαβείας καινοτομίαν των Λατίνων· δεν δέχεται τους αλογίστους των σχολαστικών συλλογισμούς· (διότι ουδέ ευλάβεια τούτο ή έπαινος είναι της Παρθένου, ίνα και Θεόν αυτήν ονομάση τις τολμηρώς και μη άνθρωπον), φυλάττουσα δε την αρχαίαν παράδοσιν, ασφαλίζεται τα ίδια τέκνα με τον λόγον του Αποστόλου· «Ει τις ευαγγελίζεται ημίν παρ’ ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω». Λέγει δε και προς τον Λατίνον· «Εκ του στόματος σου κρινώ σε, πονηρέ δούλε». Ανίσως και το έγκλημα του Προπάτορος, ως ακουσίως επισυρόμενον εις την φύσιν είναι εις ημάς ακατηγόρητον, καθώς μόνος είπας, ως των «ουκ εφ’ ημίν»· δι’ ο ουδέ την προς Αβραάμ και Μωϋσήν και τους άλλους του Θεού φιλίαν εκώλυεν, ως φυσικόν και ουχί των «Εφ’ ημίν». Ποίον όθεν τούτο ήθελε προσάψει μώμον εις την εξ Ιωακείμ και Άννης γεγεννημένην Παρθενομήτορα Κόρην γενικόν υπάρχον και ουχί ειδικόν, ή προσωπικόν, οπότε άψογον τούτο ως είπας και ακούσιον; Δια τούτου μάλιστα του καινοτομήματός σου, νεωτεριστά, προσάγεις κατηγορίαν αντί επαίνου εις την Παρθένον και μώμον εις την άμωμον Κόρην, επειδή το παν αποδίδεις εις την Θείαν Χάριν και ουχί και εις την ιδίαν αρετήν και αυτοπροαίρετον γνώμην της Αειπαρθένου· ήτις ουχί κατά Χάριν μόνην Θείαν (δεν είναι προσωπολήπτης ή άδικος ο Θεός, μη γένοιτο), αλλά και δια την υπερβάλλουσαν αυτής αρετήν, την οποίαν είχε καθ’ υπεροχήν των άλλων, ηξιώθη η Παρθένος να γίνη τοιαύτη, Μήτηρ Θεού δηλαδή, προκαθαρθείσα εκ Πνεύματος Αγίου ψυχή τε και σώματι. Περί τούτου ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγει· «Άνθρωπος Θεός κυηθείς εκ Παρθένου, και ψυχήν και σάρκα προκαθαρθείσης τω Πνεύματι». Όθεν και ο Άγγελος είπε· «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί Σε»· δια του τεχθέντος Χριστού εφάνη, κατά τον Χρυσόστομον, πάσης κτίσεως υπερτέρα και τιμιωτέρα. Όθεν ο Μάξιμος εν τω περί προσλήψεως λόγω αυτού είπε· «Τούνομα κεχαριτωμένη το ρηθέν παρά του Αγγέλου, την οργήν απώσασθαι, και την ευλογίαν προξενήσαι». Ο δε Αυγουστίνος εις το βιβλίον β’  περί των μισθών των αμαρτημάτων, Κεφ. κδ’, είπε περί του Χριστού· «Μη λαβείν σάρκα αμαρτίας, αλλ’ εκ της μητρώας σαρκός της αμαρτίας, της αναμαρτήτου δια του ασπασμού». Τα αυτά είπον και ο Ιεροσολυμίτης Χρύσιππος, και ο θείος Χρυσόστομος· «Επί του ασπασμού λυθήναι το της λύπης αντίθετον». Ο δε Κυπριανός και ο Ιεροσολύμων Κύριλλος εις την ιζ΄ κατήχησιν «Επί της συλλήψεως του Χριστού, λυθήναι από της αρχεγόνου πλημμελήσεως την Παρθένον». Και Γεώργιος ο Κορέσιος είπε· «Σελήνη πάμφωτος, επιδεκτική της ηλιακής αγλαϊας και μαρμαρυγής, η Παρθένος, λειψοφωτούσα προ του ασπασμού, και πάμφωτος επί της συλλήψεως». Άμωμον δε καλεί ο Δαμασκηνός, και ο θείος Σωφρόνιος δια τα προσωπικά αμαρτήματα, δια τα οποία η Παρθένος ήτο όλως ανεπήβολος και προ της συλλήψεως. Και ήλιος δε προς ημάς λέγεται η Παρθένος, επί θείου φωτισμού και μεγάλων δωρεών δι’ ης ηξιώθη το ανθρώπινον γένος, και ως εγείρουσα τα έθνη εκ του ύπνου της αγνωσίας. Όρθρος δε αύτη λέγεται, ως ότε ετέχθη εκ της Άννης· διο και λέγει· «Τις αύτη, η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»; Τα οποία πάντα ευρήσεις πλατύτερον εις τον Κορέσιον. Η Παρθένος όθεν, ως Θεομήτωρ, εξόχως των άλλων απασών τιμητέα και θαυμαστέα, και υπερδούλω προσκυνήσει προσκυνητέα υπάρχει. Εάν δε είναι δούλη Κυρίου, είναι όμως και Μήτηρ Θεού. Μολονότι και ο Λατίνος, δια να συστήση ποτέ την υπεροχήν του Πάπα του, δεν εντρέπεται ουδέ το ύψος της Παρθένου, δεν ευλαβείται ο αναιδής την Μητέρα του Θεού, αλλά με τολμηράν γλώσσαν λέγει πως ο Πέτρος, ως κεφαλή της Εκκλησίας, υπερείχε της Παρθένου ζώσης, και ο Κλήμης, ως διάδοχος Πέτρου, υπερείχε του Θεολόγου Ιωάννου ζώντος, επειδή ήσαν εις την Εκκλησίαν που φαντάζεται υποκείμενοι. Άπαγε της βλασφημίας και λατινικής ατοπίας! Διότι η Θεοτόκος πάσης υπέρκειται κτίσεως ως Θεού Μήτηρ. Ω της ματαιοφροσύνης σου αληθώς σχολαστικέ, ω της παραπληξίας σου καινοτόμε! Οπότε και αυτός εαυτόν αναιρείς, εναντία δογματίζων, πότε εν προσχήματι ευλαβείας λατινίζων όλως, πότε πάλιν λατινοκαλβινίζων με εωσφορικήν αλαζονείαν, η, ως συμπεραίνω, ένας νεωτερίζων και συ φαινόμενος, δογματίζεις όπερ και θέλεις. Και λοιπόν αυτή η νέα άπιστος πίστις έχει θεμέλιον το αυτεξούσιον, το θέλημά του φρονεί δόγμα εκείνος ο νέος ασεβής· δια τούτο και Εβραίους, και Οθωμανούς, και Καλβίνους, και Αρμενίους, και Λατίνους δέχεται, και αυτούς ακόμη τους αθέους. Και μολονότι από φόβον δεν λέγουσιν οι φραμασόνοι ουδέν εναντίον βασιλέως, ουδέν εναντίον θρησκείας, πλην ούτε εξουσίαν στέργουσιν, ούτε Εκκλησίαν δέχονται, ούτε Γραφήν πιστεύουσι· διότι εμποδίζεται το αυτεξούσιόν των, κόπτεται με τους νόμους το θέλημά των. Η κορωνίς της κακίας τούτων είναι κρύφιος, επειδή η δυσσεβής αυτών επικούρειος πίστις, ως μυστήριον μέγα φυλάττεται άγνωστον εις άλλους και εις πολλούς εξ αυτών· ολίγοι δε γνωρίζουσι τα βάθη της μιαρότητος αυτών, πλήθη τούτων όμως άπειρα, πανταχού της Δύσεως, οι πλείονες δια περιέργειαν απατώνται· κι ίσως ο τοιαύτα λέγων Λατίνος να είναι γόνος της νέας απίστου των φαρμασόνων πίστεως. Ούτως ούτε τι λέγουσιν οι Λατίνοι γνωρίζουσιν· άπαξ εκτραπέντες της αληθείας και ως εν σκότει περιπατούντες, δεν γνωρίζουσι που υπάγουσι· και ουδέν θαυμαστόν αφού και εις αυτήν την Θεότητα βλασφημούσι, το Πανάγιον Πνεύμα δια της καινοτομηθείσης παρ’ αυτών διαρχίας σμικρύνοντες, και τον Χριστόν αυτόν εις ουρανόν περικλείοντες, δια την εξουσίαν του Πάπα, μολονότι διακηρύττει εις το Ευαγγέλιόν του· «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης»· και αρπάσαντες εκ των παντοκρατορικών χειρών του Θεού τας κλεις του άδου και του θανάτου, κατά το εις την Αποκάλυψιν γεγραμμένον, τας ενεχείρισαν εις τον Πάπαν των, ίνα εισάγη εις άδην και εξάγη εκείνους τους οποίους θέλει, ως πάντα δυνάμενος, καθώς φλυαρούσι. Συγχωρήσατέ μοι δια ζήλον εις τοιαύτα ελθόντα, ουχί κατά ρήτορας· αφήσαντες δε τους Λατίνους, ως δια την υπερηφάνειάν των πάντη αδιαρθώτους, κατά τον θείον Κυπριανόν και τον Ιεροσολυμίτην Κύριλλον, συν τω Θεολόγω και ιερώ Χρυσοστόμω, είπωμεν μετά του Μαξίμου, ότι η Παρθένος επί του Αρχαγγελικού ασπασμού ελύθη από της αρχεγόνου πλημμελήσεως, δι του επελθόντος, συν τω λόγω του Αγγέλου, Παναγίου Πνεύματος. Και τούτο ψάλλει ως εκ μέρους της η του Θεού Εκκλησία εις εν τροπάριον του Ευαγγελισμού με την γλώσσαν του μελωδού Ιωάννου, «Ψυχήν ήγνισε και σώμα καθηγίασεν η επέλευσις του Παναγίου Πνεύματος, ναόν ειργάσατο χωρητικόν με Θεού», και τα ακόλουθα. Άμωμος δε είναι κατά τα προσωπικά αμαρτήματα, και προ της συλλήψεως και του ασπασμού. Και λοιπόν, ας ίδωμεν τα της εορτής εις το εξής, ίνα μη πολυλογώμεν πλέον εις αυτά, και ας κατανοήσωμεν εκ των Γραφών, κατά το δυνατόν, «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»; Τούτο ζητείς, ω ακροατά, και όμως τούτο να γνωρίσης κατά πλάτος αδύνατον. Αύτη λοιπόν είναι η εκλελεγμένη εκ πασών των γενεών, δια να είπω ολίγα προς παραμυθίαν σου, εις κατοικητήριον του Παντάνακτος Θεού. Αυτό το θεοχαρίτωτον βρέφος, η σήμερον, λέγω, γεννηθείσα Μαριάμ, είναι εκείνη ήτις έχει να μας δώση την χαράν, αντί δια την λύπην, την οποίαν μας επροξένησεν η Εύα. Αυτής πρέπει το όνομα εκείνο το οποίον είπεν εις την Εύαν ο Αδάμ, ονομάσας αυτήν ζωήν· «Ότι αύτη Μήτηρ πάντων των ζώντων»· και όμως εκείνη τον θάνατον έφερεν εις το γένος δια της παρακοής, η δε Παρθένος επροξένησε την αθανασίαν δια της υπακοής εις το ανθρώπινον γένος· όντως ζωή, ως Μήτηρ πάντων των κατά Χριστόν ζώντων. Αύτη επλήρωσεν εις τον νέον Αδάμ τον Χριστόν, εκείνο όπερ εχρεώστει η Εύα εις τον παλαιόν Αδάμ· όπως δε εκ της πλευράς του Αδάμ έγινεν η Εύα δίχα μέσου της γυναικός, ούτως εκ των καθαρωτάτων της Παρθένου αιμάτων έλαβε δίχα μεσιτείας ανδρός την σάρκα ο Υιός του Θεού, χρηματίσας αυτός τη σαρκί υπόστασις, εις και ο αυτός τέλειος εν Θεότητι, και τέλειος εν ανθρωπότητι γνωριζόμενος, πλην της αμαρτίας. Και ώσπερ εκ της πλευράς του Αδάμ παραχθείσης της Εύας σώος εφυλάχθη ο Αδάμ, ούτω και του Δεσπότου Χριστού γεννηθέντος εκ της Παρθένου Μαρίας, πάλιν η Μαριάμ Παρθένος διέμεινεν. Όντως ευλογημένη Συ εν γυναιξί, επειδή έγινες δια των πέντε αισθήσεων, με την ορθήν κρίσιν εξ γενομένων, μεθ’ ων εφύλαξας τας δέκα εντολάς ακριβώς και με τελειότητα, αίτινες εξαπλασιαζόμεναι, τον εξήκοντα αριθμόν αποτελούσι, κατά τον ιερόν Θεοδώρητον· έγινες, λέγω, εκείνη η περικυκλουμένη κλίνη του Σολομώντος, από τους εξήκοντα νοουμένους δυνατούς, κλίνη αληθώς μυστική, εις την οποίαν ανεπαύθη ο ειρηνικός Σολομών, ήτοι ο Χριστός. Όντως κεχαριτωμένη, επειδή ως άλλη μυστική Κιβωτός εφάνης, το γένος των ανθρώπων από τον κατακλυσμόν της αμαρτίας δια του νοητού Νώε, του Θεανθρώπου Σωτήρος μας και Υιού Σου σώζουσα, και πλέον δεν καταντώμεν εις άδην, αλλ’ εις τον ουρανόν, εις τον οποίον πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθε Χριστός, κατά τον θείον Απόστολον. Τις αύτη, ερωτάς να μάθης, η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; Μάθε από αυτήν την συνέχειαν της Γραφής, ότι είναι αυτή, λέγει, καλή ως η σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος. Αυτό το θεοχαρίτωτον βρέφος, η Μαριάμ, είναι εκείνη όπερ περιγράφει από κεφαλής έως ποδών εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον. «Η κεφαλή σου, λέγει δι’ Αυτήν, επί σε ως Κάρμηλος· οι οφθαλμοί σου περιστεραί· ως σπαρτίον κόκκινον χείλη σου, και η λαλιά σου ωραία· τράχηλός σου ως ορμίσκος, και κηρίον αποστάζουσι τα χείλη σου νύμφη, μέλι και γάλα υπό την γλώσσαν σου· οι μαστοί σου αγαθοί υπέρ οίνον, και η κοιλία σου ως θημωνία σίτου πεφραγμένη εν κρίνοις». Και τι τα πολλά; Οπόταν και δια τα φορέματα αυτής λέγεται· «Οσμή των ιματίων σου υπέρ πάντα αρώματα». Και δια να μη πολυλογώ εις τα κατά μέρος· «Ιδού καλή η πλησίον μου», λέγει ο νυμφίος προς αυτήν· «Ιδού ει καλή, όλη καλή, και μώμος ουκ έστιν εν σοι». Εγνώρισας τώρα τούτο το τρυφερόν βρέφος, πως η Θεία Πρόνοια απέδειξε σκήνωμα όλων των χαρίτων, και πολυσύνθετον των αρετών συνάθροισμα; Ήκουσες περιγραφήν θαυμαστήν της αρτιτόκου αυτής κόρης; Όμως αν εξετάσης ακόμη τα περί αυτής προφητευόμενα, και όσα άλλα ελαλήθησαν δι’ αυτήν την χρηματίσασαν Μητέρα του Θεού ημών, ποίος άραγε θέλεις γίνει, όταν φαίνεσαι να απορής εις τα παραμικρά; Και λοιπόν αν με ερωτάς· «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»; Σοι λέγω, πως είναι εκείνη όπου λέγει ο νυμφίος εις το Άσμα· «Ως κρίνον εν μέσω ακανθών, ούτως η πλησίον μου αναμέσον των θυγατέρων». Αν ερωτάς· «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; Καλή ως η σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος, θάμβος ως τεταγμένη», αποκρίνομαι, ότι αύτη είναι όπου καλεί ο νυμφίος λέγων· «Ελθέ η πλησίον μου, καλή μου περιστερά μου», αυτή είναι εκείνη οπού λέγει ο νυμφίος· «Κήπος κεκλεισμένος, αδελφή μου, νύμφη, κήπος κεκλεισμένος, πηγή εσφραγισμένη», αυτή είναι η καλή εν γυναιξίν, αυτή και το χωρίον, ο εποίησεν εαυτώ ο βασιλεύς Σολομών. Τις αύτη, ακόμη αν ζητής να μάθης, η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; Μάνθενε από τους λόγους τους οποίους έγραψεν εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον, ότι αυτή είναι εκείνη περί της οποίας λέγει ο νυμφίος· «Μία εστί περιστερά μου, τελεία μου, μία εστί τη μητρί αυτής, εκλεκτή τη τεκούση αυτήν, είδοσαν αυτήν θυγατέρες και εμακάρισαν αυτήν· βασίλισσαι και γε παλακαί αινέσουσιν αυτήν». Έμαθες τώρα τις αύτη η κεχαριτωμένη κόρη και εν γυναιξίν ευλογημένη; Αυτή είναι η μετά της λέξεως κατ’ εξοχήν Παρθένος δια το υπερβάλλον της καθαρότητος. Και ας μαρτυρήση τούτο ο ουρανός όλος, και όλη η γη, το λαμπρόν όμμα της ημέρας ο ήλιος, και ο καθαρός οφθαλμός της νυκτός η σελήνη, και ο σύμπας κόσμος, αισθητός, λέγω, και νοερός· ας είπωσιν, αν εγνώρισαν άλλην μίαν τοιούτου είδους Παρθένον, τοιαύτην καθαράν και άμωμον· ποτέ, ποτέ, ούτε είδον, ούτε θέλουσιν ιδεί. Όθεν και έγραψεν εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον· «Μία μόνη εστίν η αληθινή μου, περιστερά μου, τελεία μου». Χαίρε λοιπόν Αειπάρθενε Κόρη, ότι Συ εφάνης των Προφητών το κήρυγμα, και των προφητευομένων πλήρωμα και σφράγισμα, Συ των Αποστόλων κλέος, των Μαρτύρων εγκαλλώπισμα, των Ιεραρχών καύχημα, των Οσίων και Δικαίων η δόξα και το σεμνολόγημα, και πάντων των ευσεβών παρηγορία και βοήθεια· Σε υμνούσιν Άγγελοι, Σε δοξάζουσιν άνθρωποι, Σε η άνω και κάτω Εκκλησία ευφημεί, Σε οι Προφήται και θεόσοφοι Διδάσκαλοι ακαταπαύστως εγκωμιάζουσι, την όντως μακαρίαν, την όντως ευλογημένην και κεχαριτωμένην. Χαίρε Μαρία, ο έμψυχος ναός του Θεού, το αστραπηφόρον άρμα και πυρίμορφον του Λόγου του Θεού όχημα. Χαίρε Μαρία, το φωτοφόρον Θεού παλάτιον, η χρυσοπόρφυρος κλίνη και παστάς αγλαόμορφος. Χαίρε Μαρία, ο θρόνος του Θεού ο σαπφειροφαίδιμος και ηλιοστάλακτος, το δοχείον του αστέκτου και χωρίον του απείρου. Χαίρε Μαρία, το θεότευκτον άγαλμα του Αγίου Πνεύματος, ο ανθευωδέστατος των αρετών παράδεισος, και της παρθενίας το μέγα κειμήλιον. Χαίρε Μαρία, ο θησαυρός των χαρίτων του Πνεύματος, ο χρυσοπλοκώτατος πύργος, και η δωδεκάτειχος πόλις της άνω Ιερουσαλήμ. Χαίρε Παρθένε, η καθέδρα του βασιλέως, η Μήτηρ του Θεού και Παρθένος, το ακατανόητον θαύμα, και θαύμα όντως καινότατον. Χαίρε Παρθένε, ότι δεδοξασμένα αληθώς ελαλήθη περί Σου· διότι Σε είδεν ως Κλίμακα ο Ιακώβ, εις την οποίαν επεστηρίζετο ο Κύριος. Χαίρε Παρθένε, ότι Σε προείδεν ως Βάτον καιομένην και μη καταφλεγομένην ο Μωϋσής, διότι εβάστασας εις την κοιλίαν Σου το πυρ της Θεότητος, ή να ειπώ καλλίτερα, αυτόν τον Υιόν του Θεού αβλαβώς. Χαίρε Μαρία, διότι Συ είσαι η Αγία Γη εκείνη, δια την οποίαν είπεν ο Θεός εις τον Μωϋσήν, το· «Λύσον το υπόδημα εκ των ποδών σου, ο γαρ τόπος, εφ’ ον συ έστηκας, Γη Αγία εστί»· και η Γη εκείνη την οποίαν είπεν ο Δαβίδ· «Και η Γη ημών δώσει τον καρπόν αυτής»· και η Γη ακόμη εκείνη, εις την οποίαν εφάνη ο Θεός κατά τον Ιερεμίαν εις τον Βαρούχ· «Ούτος ο Θεός ημών, ου λογισθήσεται έτερος προς αυτόν»· μετά δε ταύτα· «Επί της Γης ώφθη»· και ο Ησαϊας· «Πλήρης πάσα η Γη της δόξης Αυτού». Χαίρε Μαρία, ότι Σε προεδήλου η Ράβδος του Ααρών η βλαστήσασα· και Συ είσαι εκείνη η Ράβδος περί της οποίας λέγει ο Ησαϊας· «Εξελεύσεται Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί, και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται». Χαίρε Μαρία, ότι Σε προεδήλου ο ένδροσος Πόκος του Γεδεών. Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη, διότι Σε είπεν ο Αββακούμ· «Όρος δασύ και κατάσκιον» δια τας αρετάς Σου, και τα πνευματικά χαρίσματα. Και ο Δανιήλ Σε προείπεν· «Όρος αλατόμητον, εξ ου ετμήθη Λίθος άνευ χειρός», ο Χριστός δηλαδή δίχα σποράς ανδρός. Και ο Ησαϊας μεγαλοφώνως, Όρος Σε προεκήρυξε λέγων· «Έσται εν ταις εσχάταις ημέραις εμφανές το Όρος Κυρίου». Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη, ότι Σε Πύλην κεκλεισμένην δια το αειπάρθενον προέφη ο Ιεζεκιήλ· «Η Πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς ου μη διέλθη δι’ αυτής»· ως γαρ προ τόκου, ούτω και εν τόκω, και μετά τόκον Παρθένος διέμεινες. Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη, ότι Σε προείδεν ο Ησαϊας Τόμον καινόν· «Και είπε Κύριος προς με· λάβε σεαυτώ Τόμον καινόν μέγαν, και γράψον εις αυτόν γραφίδι ανθρώπου, του οξέως προνομήν ποιήσαι σκύλων». Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη, ότι Σε προείπεν ο αυτός Προφήτης Παρθένον· «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί λήψεται». Χαίρε, ότι Σε προείπεν ο αυτός Ησαϊας Βίβλον εσφραγισμένην δια την μεγάλην σου καθαρότητα· «Και δοθήσεται το Βιβλίον το εσφραγισμένον τούτο ανθρώπω επισταμένω γράμματα και ερούσιν αυτώ, ανάγνωθι ταύτα, και ερεί· ου δύναμαι αναγνώναι· εσφράγιστα γαρ». Χαίρε Μαρία, ότι Σε ο αυτός Ησαϊας προείπε κούφην Νεφέλην, λέγων· «Ιδού Κύριος κάθηται επί Νεφέλης κούφης». Και πάλιν ο αυτός Προφήτης Σε είπε Προφήτιν· «Και προσήλθον, λέγει, προς την Προφήτιν· και εν γαστρί έλαβε». Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη· ότι Σε ο Ιεζεκιήλ είπεν Οίκον πεπληρωμένον της δόξης του Θεού· «Και είδον και ιδού πλήρης δόξης ο Οίκος Κυρίου». Και ο Ησαϊας λέγει· «Είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου, και πλήρης ο Οίκος της δόξης αυτού». Χαίρε ευλογημένη Μαριάμ, ότι Συ είσαι η επτάφωτος Λυχνία όπου είδεν ο Προφήτης Ζαχαρίας, και η Λαβίς η τον θείον Άνθρακα φέρουσα, οπού είδεν ο Ησαϊας. Χαίρε ευλογημένη Μαριάμ, ότι Συ είσαι η Στάμνος η χρυσή η έχουσα το μάννα, και το χρυσούν Θυμιατήριον· Σε προεδήλουν αι Πλάκες του Νόμου, η Κιβωτός η αγία, και τα Χερουβίμ εκείνα οπού λέγει ο Δαβίδ, ένθα επέβη ο Θεός. Χαίρε ευλογημένη Μαριάμ, ότι Συ είσαι η Τράπεζα η Αγία, η τον ουράνιον Άρτον έχουσα, Συ το θείον Ιλαστήριον, Συ η Σκηνή η Αγία, και σχεδόν όλων των Προφητών το κήρυγμα. Χαίρε Μαρία, ότι Συ είσαι η Βασίλισσα εκείνη οπού λέγει ο Δαβίδ, η δεδοξασμένη· «Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη». Και δια να μη πολυλογώ, Συ είσαι εκείνη η Θυγάτηρ οπού υπερέβης απάσας τας λοιπάς κατά τον Σολομώντα· «Πολλαί θυγατέρες εποίησαν δύναμιν, πολλαί εκτήσαντο δόξαν, Συ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας». Απέκαμον πλέκων εις την Παρθένον εκ των Προφητών τον παρθενικόν ανθομυριοχαριτόπλεκτον στέφανον· πλην η προς Αυτήν αγάπη με αναγκάζει να συνεχίσω· διο λέγω, ότι η Παρθένος είναι Ναύς, διότι εν τω όρμω της γαλήνης και αταραξίας καθοδηγεί τους επιβάτας· Όμμα της Εκκλησίας οξυδερκέστατον, την Εκκλησίαν επερχόμενον· Έλαιον, του ύδατος των πειρασμών ανώτερον· Δένδρον, τον γλυκύτατον καρπόν Χριστόν αποτεκόν· Επτάφωτος Λυχνία, κατά τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος πλουτίζουσα, κατά τον Μάξιμον· και Πόλις όντως Θεού, περί ης δεδοξασμένα κατά τον Δαβίδ ελαλήθη. Αυτήν και ο υψιπέτης αετός της Θεολογίας Ιωάννης είδεν εις την Αποκάλυψίν του Γυναίκα περιβεβλημένην τον Ήλιον Χριστόν, και η σελήνη, η κοσμική, λέγω, ματαιότης, επί τους πόδας αυτής, και επί την κεφαλήν αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα, οι του Αγίου Πνεύματος δώδεκα καρποί. Αυτήν ο Διονύσιος και Ιερόθεος οι θεόληπτοι εκείνοι υμνολόγοι και Ισαπόστολοι άνδρες, συνευρεθέντες με τον διδάσκαλόν των Παύλον εις την κηδείαν Της τότε, είπον τοσαύτα προς αυτήν εγκώμια, οπού και οι ουράνιοι νόες εξεπλάγησαν. Όθεν αν ερωτάς ακόμη· «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»; Μανθάνεις πως είναι η κατ’ εξοχήν ευλογημένη εν γυναιξίν· η μόνη όντως Κεχαριτωμένη Μαρία, καθώς ο Θεοφόρος Ιγνάτιος καλεί «Μητέρα Θεού, χαριτώνυμον των θεαρχικών δωρεών, και απασών των αρετών έμπλεων»· ο δε Ιουστίνος ο φιλόσοφος και Μάρτυς λέγει, ότι «Όσον ο Χριστός υπερέσχε πάντων των ανθρώπων, τοσούτον η Θεομήτωρ πάσας τας γυναίκας παρήλασε». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο Ειρηναίος είπε «Θρόνον και Οίκον Θεού, και Κέρας ακαταμάχητον και αήττητον»· ο Κυπριανός «Σκεύος εκλεκτόν», και ο Νείλος «Κρίνον». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Νεοκαισαρείας θείος Γρηγόριος «Θησαυρόν των πνευματικών δωρημάτων», και ο Μέγας Βασίλειος «Σημείον μέγα και Θαύμα Αγγέλοις και ανθρώποις». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο Μέγας Αθανάσιος «Άμωμον» καλεί καθ’ υπεροχήν των άλλων· ο Θεολόγος Γρηγόριος «Μητέρα, καλεί, και Παρθένον δεκτικωτέραν απάντων των κτισμάτων των θείων δωρεών»· και ο Νύσσης θείος Γρηγόριος «Πράγμα, λέγει, πανθαύμαστον, η Παρθένος γίνεται Μήτηρ και μένει Παρθένος». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο Σύρος Εφραίμ «Άνασσαν, είπεν, Αγγέλων τε και ανθρώπων, Ελπίδα των απεγνωσμένων, Κυρίαν ενδοξοτάτην, υπερτέραν των Χερουβίμ και Σεραφείμ»· ο Κύπρου Επιφάνιος «Θεού μόνου, είπεν, εξηρημένου, υπερτέρα πάντων η μακαρία Παρθένος». Και μετά του Ευσεβίου, Θεοφύλακτος και Ευθύμιος λέγουσιν· «Ευκλεεστάτην, και πανεύφημον Παρθένον». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο θείος Χρυσόστομος «Μέγα Θαύμα, καλεί, του κόσμου, και ότι μόνη το πλάτος του κόσμου και του ουρανού παρήλασας»· ο Αυγουστίνος «Μονωτάτην Ελπίδα των αμαρτωλών» προσηγόρευσε· και συν τω Χρυσολόγω ο Ιλάριος είπεν «Ομβροφόρον Νεφέλην των πνευματικών δωρεών». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Θεοδώρητος «Εκλεκτήν Περιστεράν»· ο θείος δε Αμβρόσιος «Παρθένος ην, λέγει, η Μαρία, όχι μόνον σώματος, αλλά και του νοός, καθαρά τη καρδία, καθαρά τοις λόγοις, καθαρά τοις νοήμασι»· και ο Κρης Ηλίας, συν τω Ιεροσολύμων Ιωάννη, και Θεοφάνει και Μιχαήλ Συγκέλλω «Η Θεογεννήτρια, λέγουσιν, ου μόνον συγκαταθέσεως εις αμαρτίαν, αλλά και φαντασίας απελείφθη». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο Κύριλλος με όλην την Αγίαν Γ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον εκήρυξε «Θεοτόκον», ο δε Πρεσβύτερος Χρύσιππος «Όντως Κεχαριτωμένην και Μακαρίαν» εκάλεσε· και ο Εμεσηνός Ευσέβιος συν τω Νικηφόρω «Σκεύος εκλεκτόν, είπε, την Παρθένον, και αιρετώτερον των άλλων καταθυμίων τω Θεώ».  Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Ανδρέας Κρήτης «Επίλογον των θείων δωρεών»· ο Δαμασκηνός Ιωάννης «Των ουρανών ευρυχωροτέραν», και ο Ανατόλιος συν Ευοδίω και Λέοντι είπεν· «Αγγελοπαρόχου τροφής μέτοχον, και εικόνα Θεού πασών των άλλων θεοεικέλων καθαρωτέραν». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλος «Σύνδεσμον και ένωσιν των κάτω μετά των άνω, θησαυρόν παρθενίας και πνευματικόν του δευτέρου Αδάμ Παράδεισον»· ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος «Όλη, λέγει περί της Παρθένου, όλη εστί καθαρότης, όλη απλότης, όλη χάρις, όλη αλήθεια και της θείας έσοπτρον λαμπηδόνος»· και ο Πατριάρχης Γερμανός είπε· «Απόντος του αμυντηρίου της Θεομήτορος, μηδένα σωτηρίας αξιούσθαι». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Πατάρων Μεθόδιος «Ανωτέραν πάσης της οικουμένης»· ο θείος Ιερώνυμος είπεν· «Εκάστοις των εκλεκτών η Χάρις κατά μέρος εδόθη, τη δε Παρθένω άπαν το της Χάριτος πλήρωμα»· και ο θείος Κοσμάς καλεί την Παρθένον Μητέρα του Θεού με όλην την Εκκλησίαν· «Αδιάφθορον, όντως Θεοτόκον, τιμιωτέραν των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ»· εγώ δε λέγω, ότι την Θεοτόκον Παρθένον ουδείς κατ’ αξίαν δύναται να εγκωμιάση, ως Μητέρα Θεού γενομένην, το οποίον είναι ο ακρότατος έπαινος.            
Εκινήθη ποτέ η Ελλάς δια των ζωγράφων να ιστορήση τα κάλλη της περιφήμου Ελένης· και άλλος μεν την ιστορούσε με όλην την συμμετρίαν των μελών, άλλος με την ανθηρότητα των χρωμάτων, και πάντες σχεδόν με όσα ηδύναντο κάλλη· εις όμως εξ αυτών, αφού την εζωγράφισεν, εμηχανεύθη ένα λεπτόν ύφασμα, ζωγραφίσας τούτο επάνωθεν, το οποίον εσκέπζεν όλην, και με τούτο απέδειχνεν, ότι τα κάλλη της Ελένης περισσότερον ούτω κατανοούνται υποκάτω εις το λεπτόν ύφασμα κεκρυμμένα, παρά με όλα τα εξαίρετα χρώματα φανερά. Τούτον μιμούμενος και εγώ, επάνω εις όλους τους επαίνους των Προφητών και Αγίων, επιφέρω δια την αδυναμίαν μου την σιωπήν και λέγων την Παρθένον Μητέρα Θεού, φανερώνω με τούτο, ωσάν με λεπτόν ύφασμα, ότι είναι κεκρυμμένα εις τούτο όλα τα παρθενικά κάλλη της κεχαριτωμένης Μαρίας· διότι ως Μήτηρ του Θεού είναι πάσης ανωτέρα κτίσεως, και εν τούτω άπας ο των εγκωμίων επίλογος, και των επαίνων το συμπέρασμα. Σε λοιπόν την Μητέρα του Θεού, την ελπίδα των απηλπισμένων, την βοήθειαν των αδυνάτων, των αμαρτωλών την παρηγορίαν· Σε επικαλούμαι σήμερον, παροραθεισών των εμών αμαρτιών, να ελεήσης το κλεινόν των Ελλήνων γένος, των πιστών δούλων του Υιού Σου, ως Ορθοδόξων Χριστιανών. Ναι, επίβλεψον εφ’ ημάς ιλέω τω όμματι, καταπραϋνουσα την σκληρότητα του τυραννικού γένους των ασεβών, και την Εκκλησίαν, ην ο Υιός σου τω τιμίω αυτού περιεποιήσατο αίματι, ελευθέρωσον εκ της Δυτικής οφρύος και καταδρομής, και των λατινικών καινοτομημάτων, έως της συντελείας του αιώνος. Γνωρίζομεν ότι με τας αμαρτίας μας παρωργίσαμεν τον φιλάνθρωπον ημών Δεσπότην και Υιόν Σου· όμως δια της Σης μεσιτείας θαρρούμεν να τύχωμεν αφέσεως. Ανίσως ο Αλέξανδρος ακούων δια την Ολυμπιάδα τόσας κατηγορίας και διαβολάς εκ του Αντιπάτρου, απεκρίνατο· «Μητρός εν δάκρυ, πολλάς διαβολάς εξαλείφει», πως είναι τρόπος να μη εισακουσθή δεομένη τοιαύτη Μήτηρ εις ένα φιλεύσπλαγχνον Θεόν υπέρ ημών πρεσβεύουσα των Χριστιανών, οπότε ακούομεν: «Πολλά ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου»; Και ανίσως εκείνος ο θυμωμένος πολλά κατά των Ρωμαίων Κοριολανός, όστις δεν εκάμπτετο ούτε εις δώρα, ούτε εις δάκρυα, ευθύς όταν είδε την μητέρα του Ουετουρίναν με δάκρυα να παρακαλή δια την συγχώρησιν των Ρωμαίων, και με τα λόγια εκείνα να του δείχνη την κοιλίαν, ήτις τον εγέννησε, και τους μαστούς οίτινες τον ανέθρεψαν, πάραυτα εσυγκατέβη, παρευθύς έκλαυσε περιπλεχθείς την μητέρα, και εχάρισε το σφάλμα των Ρωμαίων, πως είναι δυνατόν ο φιλάγαθος Δεσπότης, βλέπων την ιδίαν Μητέρα να παρακαλή δια τους ιδικούς του δούλους, μολονότι και αχαρίστους, πως είναι, λέγω, τρόπος να μη υπακούση της μητρικής δεήσεως, και να χαρίση τα σφάλματα χάριν της πρεσβευούσης Μητρός Του; λέγων, ώσπερ ο Κοριολανός εκείνος, τα θαυμαστά εκείνα λόγια, οπού έγραψε με αλήθειαν ο ιστορικός Ζωναράς· «Ίδε, μήτερ, πείθομαί σοι, συ γαρ με νικάς, και σοι την χάριν ταύτην πάντες εχέτωσαν». Και λοιπόν ας μη απολείπη από το στόμα του προσευχομένου το όνομα της Κεχαριτωμένης Μαρίας μαζί με την ονομασίαν του γλυκυτάτου Ιησού Χριστού και Δεσπότου μας· διότι Ιησούς και Μαρία, των αμαρτωλών εισί σωτηρία και των απηλπισμένων παρηγορία. Σου όθεν πάλιν δέομαι, ω Θεοτόκε Παρθένε, ελέησον και διδάσκοντας και διδασκομένους· βοήθησον το γένος των Ορθοδόξων τη αμάχω Σου πρεσβεία, στήριξον τον θείον φόβον εις τας καρδίας ημών, και πληρωτάς ανάδειξον των εντολών του Υιού Σου· όπως χριστιανικώς βιούντες, και εν φόβω Κυρίου πολιτευόμενοι, αξιωθώμεν τέλους ειρηνικού και να αναδειχθώμεν κληρονόμοι της Βασιλείας των ουρανών· Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.