Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Εγκαίνια του Ναού της του ΧΡΙΣΤΟΥ Αγίας ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.

Τη ΙΓ΄ (13η) του αυτού μηνός μνήμη των Εγκαινίων του θείου Ναού της του ΧΡΙΣΤΟΥ του Θεού ημών Αγίας ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.                                      

Ο της Αναστάσεως του Σωτήρος Χριστού του Θεού ημών θείος Ναός είναι ο υπό πάντων των πιστών διαφερόντως τιμώμενος Ναός του Π αναγίου Τάφου, τον οποίον ο Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρεν εις τον τόπον του Γολγοθά, ένθα ο του κόσμου Σωτήρ εσταυρώθη και ετάφη. Ο τόπος ούτος του Γολγοθά ήτο από πολλού σκοπίμως συγκεχωσμένος υπό των Ιουδαίων και Εθνικών· επί δε Ανδριανού του Αιλίου και ειδωλείον της Αφροδίτης εκτίσθη επ’ αυτού, προς περισσοτέραν του ιερού τόπου βεβήλωσιν και παντελή αυτού λήθην. Εκεί εκρύπτετο και ο Τίμιος Σταυρός· αλλ’ ανασκαφής γενομένης κατά την του ευσεβούς βασιλέως επιταγήν, ευρέθησαν ομού άπαντα τα του σωτηρίου Πάθους Σύμβολα. Επ’ αυτόν όθεν τον τόπον ωκοδομήθη επ’ ονόματι της ζωηφόρου Αναστάσεως Χριστού του Θεού ημών μέγιστος και περικαλλής Ναός δι’ επιστασίας της μακαρίας μητρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου Αγίας Ελένης, Δρακιλιανού του της Παλαιστίνης επάρχου, και Μακαρίου του τότε των Ιεροσολύμων Πατριάρχου, όστις και τον Τίμιον Σταυρόν ύψωσε και τα Εγκαίνια του Ναού τούτου εποίησε περί το έτος τλ΄ (330). 

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Ο Όσιος Δανιήλ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΔΑΝΙΗΛ του εν τω Θασίω, εν ειρήνη τελειωθέντος.                                                                       

Δανιήλ ο Όσιος και αείμνηστος πατήρ ημών εγεννήθη κατά τους χρόνους των εικονομάχων, πιθανώς επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 741 – 775, σύγχρονος γενόμενος του Μεγάλου Ιωαννικίου, του οποίου και ακόλουθος ύστερον εγένετο και τον οποίον ηκολούθησεν, όταν ο θείος Ιωαννίκιος ήλθεν εις την Θάσον και εδίωξε τους όφεις, οίτινες έδακνον τους κατοίκους της νήσου, ως εις τον Βίον εκείνου φαίνεται. Γεννηθείς λοιπόν από γονείς ευσεβείς και περί τα θεία ευλαβεστάτους, εδιδάσκετο τον νόμον του Κυρίου και εδείκνυεν ως το φυτόν το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων, κατά τον Προφητάνακτα Δαβίδ, οπόσον έμελλε να προκόψη και να καρποφορήση. Όθεν και με τον καιρόν απέδωκε τον καρπόν καλόν εις βρώσιν και ωραιότατον. Παιδιόθεν λοιπόν έβαλε πρώτον θεμέλιον την εγκράτειαν και σωφροσύνην, νηστεύων και δαμάζων την σάρκα, σβεννύων τας ορμάς και τα κινήματα της σαρκός με την αντίδικον εγκράτειαν, τον δε θυμόν ενίκα με την ταπείνωσιν· ομοίως και τα επίλοιπα πάθη εκυρίευε με τας εναντίας αρετάς και τα έκαμνε της ψυχής υπήκοα. Επιθυμών δε να απαρνηθή τον κόσμον και τα εν τω κόσμω αγαθά και να σηκώση τον ελαφρόν ζυγόν του Κυρίου ευαγγελικώς, περιήρχετο τας ερή,ους της νήσου, ζητών τόπον επιτήδειον ησυχίας. Και ευρών σπήλαιον απόκρυφον εισήλθεν εν αυτώ μόνος, μόνω τω Θεώ διαλεγόμενος και αδιαλείπτως προσευχόμενος και τρεφόμενος με άγρια βότανα και των δένδρων τα ακρόδρυα. Αλλ’ επειδή ο λύχνος δεν είναι δίκαιον να κρύπτηται υπό τον μόδιον, αλλά να τίθεται επί την λυχνίαν, ίνα φέγγη εις όλους, ούτω και η αρετή του θεοφόρου πατρός ημών Δανιήλ δεν ήτο δυνατόν να κρυφθή μέχρι τέλους. Μαθόντες όθεν την ισάγγελον αυτού πολιτείαν και την υπεράνθρωπον εν τοιαύτη ερήμω διαγωγήν πολλοί των Θασίων, προσήλθον εις αυτόν δεόμενοι να τους δεχθή και να τους έχη μαθητάς και συναγωνιστάς των πόνων του. Όθεν ο Όσιος, υπακούων εις το θείον κέλευσμα, το λέγον «τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω»,  υπεδέχθη αυτούς μετά μεγάλης χαράς. Είτα συναχθέντων και ετέρων, έγινεν η έρημος ως άλλη πόλις εγκατοικουμένη, και με την συνδρομήν των φιλοχρίστων ευπατριδών έκτισε Μοναστήριον επάνω εις εν νησίδιον πλησίον της Θάσου, απέναντι του χωρίου Ποταμιάς, το οποίον ονομάζεται Κραμπούσα μέχρι της σήμερον, όπου φαίνονται και διακρίνονται εισέτι της Εκκλησίας τα θεμέλια και πολλά άλλα κτίρια και μάρμαρα του Μοναστηρίου. Και έγινεν ιερόν Κοινόβιον, ψυχών φροντιστήριον, και συνήχθησαν αδελφοί όχι μόνον από την Θάσον, αλλά και από άλλους τόπους της απέναντι στερεάς ακούοντες την φήμην και την μεγάλην αρετήν του Οσίου. Τούτους πάντας εποίμαινεν ο Όσιος διδάσκων και νουθετών αυτούς με το υπόδειγμα της ασκητικής του διαγωγής μάλλον παρά με τους λόγους, ώστε έγινε πολλών ψυχών σωτηρίας αίτιος. Κατώκησαν δε και εις τα πέριξ μικρότερα νησίδια πολλοί άλλοι Μοναχοί έχοντες σύμβουλον και οδηγόν τον Όσιον, προτιμώντες την στενήν και τεθλιμμένην οδόν υπέρ πάσαν άλλην σωματικήν ηδυπάθειαν, οίτινες δια της προσκαίρου κακοπαθείας και της πνευματικής και πατρικής καθοδηγήσεως του Αγίου ηξιώθησαν οι μακάριοι της επουρανίου και αϊδίου απολαύσεως και συνευφραίνονται μετά πάντων των λοιπών Οσίων εις τα ουράνια. Επάνω δε εις αυτά τα μικρά νησίδια φαίνονται μέχρι της σήμερον και τα ίχνη άλλων Εκκλησιών και διαφόρων κελλίων, μαρτυρούντα την ιστορικήν ταύτην αλήθειαν. Επειδή δε κατ’ εκείνον τον καιρόν ο Μέγας Ιωαννίκιος μετέβη εις την Βουλγαρίαν και δια της προσευχής του ηλευθέρωσε τους αιχμαλώτους Χριστιανούς από τα δεσμά και την φυλακήν, εις την επιστροφήν δια της Μακεδονίας, έχων εγκάρδιον πόθον να υπάγη εις τα Μουντανία, ένθα ο Μέγας Αγρός και η Συγριανή, δια να προσκυνήση και ν’ ασπασθή το άγιον λείψανον του Αγίου Θεοφάνους της Συγριανής, όπου και ο Άγιος Ευβίοτος ησκήτευσε, καθώς εις τον κατά πλάτος Βίον του φαίνεται, διέβη επί πλοιαρίου εις την νήσον Θάσον, ούσαν τότε πλήρη ιοβόλων όφεων, οίτινες έβλαπτον τα μέγιστα τους κατοίκους αυτής. Οι δε Θάσιοι, ακούσαντες ότι ήλθεν ο Μέγας Ιωαννίκιος ο παμφήμιστος, συνήχθησαν όλοι από όλα τα χωρία και προσπίπτοντες εις τους πόδας του παρεκάλεσαν αυτόν μετά θερμών δακρύων να τους βοηθήση και να τους λυτρώση δια τον Κύριον από της επηρείας των όφεων. Ευσπλαγχνισθείς αυτούς ο μέγας Ιωαννίκιος έκαμε προσευχήν προς Κύριον και παρευθύς (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύς!) τρέχοντες από τας φωλεάς των οι όφεις μετεπήδησαν αγεληδόν εις την θάλασσαν και πλέον ποσώς δεν εφάνησαν. Τοιούτον τεράστιον ιδόντες οι Θάσιοι ηυχαρίστησαν τον Όσιον ως έπρεπε και ως Άγγελον Θεού ετίμησαν και εσεβάσθησαν. Και μάλιστα ο Όσιος πατήρ ημών Δανιήλ, ων τότε, ως είπομεν, Ηγούμενος όλων των εκεί Μοναχών, δεν εξεχώρισε πλέον από τον μέγαν Ιωαννίκιον, αλλ’ ηκολούθησεν αυτόν μετ’ αυταπαρνήσεως. Θέλων δε να λάβη και ένα αδελφόν υποτακτικόν του, ως καθ’ όλα υπήκοον και αγαπητόν του, το όνομα Ευθύμιον, είπε προς εκείνον ο μέγας Ιωαννίκιος· «Μη κοπιάζης να έλθης μεθ’ ημών, αδελφέ Ευθύμιε, αλλά διόρθωσε την ψυχήν σου, διότι μετ’ ολίγας ημέρας υπάγεις προς τον Κύριον», όπερ και εγένετο. Ανεπαύθη δε εν Κυρίω ο καλός υποτακτικός Ευθύμιος και εκληρονόμησε την αϊδιον του Χριστού Βασιλείαν. Ο δε Όσιος πατήρ ημών Δανιήλ απήλθε με τον μέγαν Ιωαννίκιον προς κατοικίαν εις εν σπήλαιον, εις το οποίον εφώλευε πονηρός δαίμων, μαύρος την όψιν και φοβερός σφόδρα. Οι Όσιοι όμως ιδόντες αυτόν έμειναν άφοβοι παντελώς και εις ουδέν τας απειλάς του δαίμονος ελογίσαντο. Βλέπων όθεν ο φθονερός, ότι δεν έφευγον, μετεσχηματίσθη εις όφιν φοβερώτατον και ετυλίχθη εις τους πόδας του Οσίου Δανιήλ, τον δε μέγαν Ιωαννίκιον επλήγωσεν εις την πλευράν και τόσον πόνον του έδωκεν, ώστε εκοίτετο μίαν εβδομάδα άφωνος. Και είτα ο μεν δαίμων έγινεν αφανής, οι δε Όσιοι έμειναν ανεπηρέαστοι νε την χάριν και βοήθειαν του Θεού. Μετά ταύτα ο μεν μέγας Ιωαννίκιος επέστρεψεν εις το όρος του Τριχάλικος, τον δε Όσιον πατέρα ημών Δανιήλ παρεκίνησε να επιστρέψη εις το ποίμνιόν του, όπου ήτο ανάγκη να καθοδηγή και να ποιμαίνη τα πνευματικά του τέκνα, ως Ηγούμενος και πνευματικός πατήρ των. Όθεν υπακούσας επέστρεψεν εις το Μοναστήριόν του, όπου ιδόντες οι αδελφοί εχάρησαν χαράν μεγάλην, διότι τους εδίδασκε πάντοτε να ζώσιν εναρέτως, να έχωσι την κατά Θεόν αγάπην προς αλλήλους και ομόνοιαν, να ευλαβώνται και να σέβωνται τον Αρχιερέα του τόπου, καθότι τότε η νήσος Θάσος ήκμαζε με ευδαιμονίαν, έχουσα και πόλιν λαμπράν και Αρχιερέα κάτοικον, ένθα και ο περίφημος λιμήν με πύργους και τείχη στερεά. Είχε δε και χρυσωρυχεία, και μάρμαρα εξήγεν εκλεκτά, ποικίλα και διάλευκα, καθώς μέχρι σήμερον φαίνονται τα ωραία λατομεία των. Αλλ’ ύστερον, μετά τας επιδρομάς των βαρβάρων ερημωθείσα, έμεινεν ως σώμα νεκρόν και πτώμα ακαλλέστατον. Ευρίσκοντο δε και πολλοί Μοναχοί εις διεσπαρμένα Μονύδρια της νήσου, οίτινες είχον τον Όσιον Δανιήλ γνήσιον ποιμένα και διδάσκαλον, καθοδηγούντα αυτούς και ενεργώς διδάσκοντα τηρείν πάσας τας εντολάς του Κυρίου, και φυλάττειν σπουδαίως και ασφαλώς πάντα τα αρμόζοντα εις την μοναχικήν πολιτείαν. Επειδή δε η Εκκλησία χάριτι Χριστού έλαβε την ειρήνην και την πρώτην της καλλονήν και ευπρέπειαν, βασιλευούσης της Αγίας Θεοδώρας και του υιού αυτής Μιχαήλ του ορθοδοξοτάτου, τότε και ο μέγας Ιωαννίκιος δι’ αποκαλύψεως απήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν με τον Όσιον και θαυμαστόν εκείνον Άγιον Αρσάκιον εις στερέωσιν της ευσεβείας και της των αγίων εικόνων αναστυλώσεως. Ο δε Όσιος πατήρ ημών Δανιήλ, φθάσας εις γήρας ανεπαύθη εν Κυρίω, τον οποίον ενεταφίασαν οι μαθηταί αυτού κατ’ εντολήν του εις το ίδιον νησίδιον. Όθεν έλαβε και την επωνυμίαν να λέγηται ο Όσιος Δανιήλ ο εν τω Θασίω, ήτοι ο εις το της νήσου Θάσου νησίδιον, εις δόξαν Θεού. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς Ιουλιανός

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ του εν Γαλατεία.                                                                                                                     
 Ιουλιανός ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Διοκλητιανού εν έτει τ΄ (300) εις την πόλιν των Γαλατών γεννηθείς και ανατραφείς· όταν δε ο Αντωνίνος έγινεν ηγεμών ταύτης της Γαλατίας, ήκουσεν, ότι ο Άγιος ούτος Ιουλιανός είναι κεκρυμμένος με άλλους τεσσαράκοντα μέσα εις σπήλαιον και ακολουθεί την θρησκείαν των Χριστιανών. Όθεν ευθύς στέλλει ανθρώπους δια να αρπάσουν αυτόν και να τον φέρουν εις το κριτήριον· οι δε απεσταλμένοι τούτον μόνον ευρόντες, εβίαζον αυτόν δια να δείξη που και οι άλλοι ευρίσκονται· ο δε Άγιος δεν κατεπείσθη, αλλά εφώναξε με μεγάλην φωνήν προς τους συνασκητάς του ταύτα· «Ιδού εγώ συλληφθείς υπάγω να μαρτυρήσω δια τον Χριστόν, χωρίς να προδώσω σάς εις τους στρατιώτας που με εβίαζον· λοιπόν σπουδάσατε και σεις να έλθητε να με φθάσητε». Όταν λοιπόν παρεστάθη εις το βήμα, λέγει ο Αντωνίνος προς τον Μάρτυρα· «Σκέψου το συμφέρον σου και ελθέ να θυσιάσης εις τους θεούς». Τότε ο του Χριστού Αθλητής απεκρίθη· «Άριστος σύμβουλος έγινες εις εμέ, ω ηγεμών, και χωρίς να θέλης· διότι εγώ, προσέχων εις το ιδικόν μου συμφέρον, άλλο τι δεν ευρίσκω να είναι τούτο ή το να αποθάνω δια την ευσέβειαν, με την οποίαν ανετράφην από βρέφους». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών δεν ηθέλησε να τον ερωτήση άλλο τι περισσότερον, αλλά προστάζει να αναφθή μία σιδηρά κλίνη έως ου να πυρακτωθή όλη και επάνω εις αυτήν να απλωθή ύπτιος ο του Χριστού Αθλητής. Ο δε Μάρτυς ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το σώμα του, ανέβη επάνω εις την κλίνην και ω του θαύματος! Άγγελος Κυρίου δροσίσας την πεπυρακτωμένην κλίνην, αβλαβή τον Μάρτυρα διεφύλαξεν. Ο δε Αντωνίνος ιδών το τοιούτον θαύμα εξεπλάγη υπερβολικώς και ήρχισε να ερωτά τον Άγιον με τοιαύτας ερωτήσεις· «Ποίος είσαι συ, όστις και το πυρ τόσον ευκόλως ενίκησας»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Λειτουργός είμαι του Κυρίου, Ιουλιανός ονομαζόμενος». Ο Αντωνίνος ερωτά· «Ποίοι δε οι γονείς σου»; Ο δ’ Άγιος είπεν· «Ο μεν πατήρ μου απήλθε προς Κύριον, η δε μήτηρ μου είναι γραία». Ευθύς τότε προστάζει ο τύραννος να φέρουν την μητέρα του Αγίου εις το βήμα· την οποίαν ιδών με άγριον βλέμμα ο Αντωνίνος είπεν εις αυτήν· «Κατάπεισον, ω γύναι, τούτον τον κάκιστον υιόν σου να θυμιάση τους θεούς με θυμιατόν· ει δε μη, μέλλεις να παραδοθής εις ασελγείς στρατιώτας, και θα υβρίσουν ασέμνως το σώμα σου». Η δε ανδρεία εκείνη γυνή απήντησε· «Και ποίαν καταδίκην έχει να λάβη η ψυχή μου, εάν, χωρίς να θέλω, ατιμασθή το σώμα μου; Βέβαια ουδεμίαν. Πλην και κατ’ άλλον τρόπον εγώ θαρρώ όλη εις τον Θεόν μου, ότι δεν θα με παραβλέψη, ουδέ θα παραχωρήση να πάθω τούτο ποτέ». Από τα λόγια ταύτα αισχυνθείς ο Αντωνίνος εκείνην μεν απέλυσε, τον δε υιόν αυτής και γενναίον Αθλητήν Ιουλιανόν προστάζει να θανατώσωσι με το ξίφος. Αναβάς λοιπόν εις το σύνηθες όρος μαζί με τους δημίους ο της ευσεβείας αγωνιστής και ζητήσας από αυτούς ώραν ολίγην δια να προσευχηθή, είπε ταύτα· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε, ότι μέχρι θανάτου με εφύλαξας ακαταίσχυντον εν τη ομολογία της πίστεως· λοιπόν παρακαλώ σε, χάρισαι εις τους Χριστιανούς, όσοι θα λαμβάνουν χώμα από τον τάφον μου, συγχώρησιν αμαρτιών και παθών αποτροπήν· και ας μη επέλθουν εις τούτους τους αγρούς πετεινά αφανιστικά ή ακρίδες ή εξ άλλων ζωϋφίων βλάβη». Τελευταίον δε είπε· «Δέξαι εν ειρήνη το πνεύμα μου, Κύριε». Όθεν ευθύς ελθούσα φωνή από τον ουρανόν έλεγε· «Τας πύλας σοι ήνοιξεν ο αγωνοθέτης Θεός· και λοιπόν ως νομίμως αγωνισάμενος, είσελθε». Ταύτην την φωνήν ακούσαντες οι άλλοι τεσσαράκοντα Χριστιανοί, οι κεκρυμμένοι όντες, έφθασαν εις την υπώρειαν του βουνού και εύρον τετελειωμένον τον του Χριστού Μάρτυρα. Όθεν και αυτοί ομολογήσαντες τον Χριστόν έμπροσθεν εις τους δημίους, συνελήφθησαν από αυτούς και εδέθησαν· κατά προσταγήν δε του Αντωνίνου εφυλακίσθησαν δια δευτέραν εξέτασιν. 

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

O Άγιος Ιερομάρτυς Θεόδωρος Επίσκοπος Αλεξανδρείας

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ Επισκόπου Αλεξανδρείας.                                                                                

Θεόδωρος ο Άγιος Ιερομάρτυς συνελήφθη από τους απίστους Αλεξανδρείς, επειδή εκήρυττε παρρησία τον Χριστόν· και ανάψαντες από τον θυμόν, εστεφάνωσαν αυτόν με ακάνθας, ερράπιζον το πρόσωπόν του, ετριγύριζαν αυτόν αλυσόδετον εις όλην την πόλιν, έρριπτον αυτόν εις την θάλασσαν, αφού δε από όλα αυτά έμεινεν αβλαβής δια της θείας Χάριτος, τελευταίον με την προσταγήν του άρχοντος απετμήθη την κεφαλήν, και απήλθε νικηφόρος εις τα ουράνια. 

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Κουρνούτος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΚΟΥΡΝΟΥΤΟΥ Επισκόπου Ικονίου.                                                                                      

Κουρνούτος ο Άγιος Ιερομάρτυς ήτο γέννημα και θρέμμα της πόλεως Ικονίου, της οποίας ύστερον έγινε και Αρχιερεύς· διατρίβων δε ποτε εις εν χωρίον, Σούρσαλον ονομαζόμενον, και διδάσκων τον λόγον της πίστεως εις τους απίστους, κατεκρατήθη από τους διώκτας και ωδηγήθη εις τον ηγεμόνα Περίνιον· και αφού υπέμεινεν αγρίως όλην του την αγριότητα απετμήθη την κεφαλήν και έλαβε του Μαρτυρίου τον αμάραντον στέφανον. 

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αυτόνομος

Τη ΙΒ΄ (12η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΥΤΟΝΟΜΟΥ.                                                                                                        

Αυτόνομος ο Άγιος Ιερομάρτυς ήτο Επίσκοπος κατά την Ιταλίαν, ήθλησε δε εν Βιθυνία κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου βασιλέως Διοκλητιανού, ότε ούτος εκίνησε τον κατά των Χριστιανών διωγμόν εν έτρει 298 μ. Χ. Ας είπωμεν όμως απ’ αρχής το Μαρτύριον αυτού, διότι όσον είναι άτοπον να ομιλή τις τα μη πρέποντα, τοσούτον είναι, νομίζω, και όταν σιωπά τα καλά και ωφέλιμα· επειδή όσον ο μη τα καλά διηγούμενος τας των ακροατών ψυχάς έβλαψε, τοσούτον και ο τας αγαθάς πράξεις σιωπών, της εξ αυτών ωφελείας τους φιλευσεβείς απεστέρησεν. Ούτω λοιπόν και ημείς δεν θέλομεν να κατακρύψωμεν με την σιωπήν τον μέχρις ημών φθάσαντα κρυπτόμενον ως ανέκδοτον τον ψυχωφελέστατον Βίον του Αγίου τούτου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου, αλλά προς υμάς τους φιλομάρτυρας ακροατάς επιθυμούμεν να παραδώσωμεν. Διότι έφθασε και προς ημάς το τούτου Μαρτύριον, το οποίον συνέγραψέ τις των προ ημών, εξ αγαθής μεν διανοίας και γνώμης, εξ αμαθείας δε δια γλώσσης συγκεχυμένης· αλλ’ όμως αν και ούτως έχει η φράσις, η διήγησις είναι αληθής· διο και ημείς ως επιμεληταί των τοιούτων, μαθόντες γράφομεν αυτά. Ούτος λοιπόν ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής θείος Αυτόνομος εκοσμείτο με το αξίωμα του Επισκόπου κατά τα μέρη της Ιταλίας. Βλέπων δε ότι ο ασεβής Διοκλητιανός, ομού με τον Μαξιμιανόν και τον Γαλέριον, εκίνησαν μέγαν διωγμόν κατά της Εκκλησίας του Χριστού, και φέρων εις μνήμην την θείαν του Χριστού εντολήν, δια της οποίας προστάσσει τους διωκομένους να φεύγωσιν από της μιας πόλεως εις την άλλην, και γνωρίζων ότι εάν μένη εκεί θα είναι εις κίνδυνον ως μη δυνάμενος να διδάσκη τον λόγον της αληθείας, δια τούτο φεύγει μακράν των διωκόντων, σκεπτόμενος ότι το να διδάσκη και να παρακινή το ποίμνιον αυτού εις την ευσέβειαν δύναται να το πράξη και δι’ επιστολών, όπως έκαμε πρότερον δια της γλώσσης και εχειραγώγει τους εν τω σκότει της ασεβείας πεπλανημένους οδηγών αυτούς προς το φέγγος της αληθείας. Ένεκα τούτου λοιπόν, καταλιπών την Ιταλίαν, πορεύεται προς την Βιθυνίαν της Μικράς Ασίας, ένθα τη του Θεού βοηθεία καταφεύγει εις εν χωρίον Σωρεοί μεν ονομαζόμενον, προς τα δεξιά δε μέρη του κόλπου της Νικομηδείας ευρισκόμενον, και εκεί προσδεχθείς φιλοξενείται παρά τινος ανδρός Κορνηλίου καλουμένου. Εκεί λοιπόν διατρίψας ικανόν καιρόν και διδάξας τα της ευσεβείας μυστήρια, είτα και Ναόν άγιον ωκοδόμησεν επ’ ονόματι του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, εις τον οποίον εχειροτόνησε Διάκονον τον ειρημένον ξενοδόχον του Κορνήλιον, προς τον οποίον παρέδωκε την των Χριστιανών φροντίδα και επιμέλειαν· αυτός δε αναχωρήσας εκείθεν, επορεύθη εις την Λυκαονίαν και Ισαυρίαν, κήρυξ και εκεί γενόμενος της του Χριστού πίστεως, τους μεν στηρίζων, τους δε επιστρέφων εις την ευσέβειαν. Μετά παρέλευσιν καιρού επανελθών εις Σωρεούς ο Ιεράρχης Αυτόνομος, και ευρών τον Διάκονον Κορνήλιον αυξάνοντα τον σπόρον της θεογνωσίας και τον καρπόν εκατοστεύοντα, παρευθύς ανάγει αυτόν εις τον του Πρεσβυτέρου βαθμόν. Αλλ’ επειδή εν τω μεταξύ έμαθεν ότι ο βασιλεύς Διοκλητιανός, ελθών εις την Νικομήδειαν, μαίνεται κατά των Χριστιανών και σπουδάζει ίνα εξαλείψη πάσαν ηλικίαν και γένος εξ αυτών, εξαιρέτως δε ότι ανεζήτει αυτόν τούτον τον Αυτόνομον, δια τούτο ο θείος Ιεράρχης αναχωρήσας πάλιν εκείθεν απέπλευσεν εις το Μαντίνειον και Κλαυδιούπολιν, αίτινες είναι πόλεις κείμεναι επί της Μαύρης Θαλάσσης. Όθεν κηρύξας και εκεί τον λόγον της αληθείας ως άλλος Απόστολος, τη του Θεού συνεργεία πάλιν επιστρέφει εις Σωρεούς προς τον ιερόν Κορνήλιον. Και την προς αυτόν εμπιστευθείσαν Εκκλησίαν επισκεφθείς, και ταύτην ακόμη περισσότερον πολλαπλασιασθείσαν ευρών, τον μεν Κορνήλιον χειροτονεί Επίσκοπον, αυτός δε πορεύεται προς τα μέρη της Μικράς Ασίας, ένθα τας μεν ακάνθας της πλάνης και της ασεβείας τελείως εκριζώσας, τα δε της ευσεβείας σπέρματα φιλοπόνως κατασπείρας, καρποφόρα θείας γνώσεως τα μέρη εκείνα απέδειξε, και πολύν καρπόν δια της Θείας Χάριτος οι κάτοικοι των τόπων εκείνων προσέφερον εις τον Θεόν. Κατόπιν δε τούτων ο Ιεράρχης Αυτόνομος επανέρχεται πάλιν εις Σωρεούς. Ολίγον μακράν από τους Σωρεούς υπήρχεν χωρίον, Λίμναι ονομαζόμενον, του οποίου οι κάτοικοι ευρίσκοντο εις το βαθύτατον σκότος της ασεβείας· προς αυτό λοιπόν το χωρίον μεταβάς ο θείος Αυτόνομος εδίδαξε τους κατοίκους, και εις ολίγον καιρού διάστημα προς το φέγγος της ευσεβείας ωδήγησε· τους οποίους και βαπτίσας άπαντας, συνηρίθμησεν εις την ιεράν ποίμνην του Χριστού τούτους. Είτα αφού ετέλεσε ταύτα πάντα, έδωκε δόξαν τω Θεώ και έχαιρεν ως άλλος Απόστολος. Οι δε πιστεύσαντες δι’ αυτού εις τον Χριστόν, βλέποντες ότι οι ασεβείς ειδωλολάτραι θυσιάζουσι συνεχώς εις τους δαίμονας κατά τινα δαιμονικήν αυτών εορτήν, κατά την οποίαν εποίουν και τινα άσεμνα έργα, εις τα οποία χαίρουσιν οι δαίμονες, ταύτα, λέγω, οι ευσεβείς πολλάκις βλέποντες, και ζήλω θείω κινηθέντες, ώρμησαν ομοθυμαδόν κατά την ημέραν κατά την οποίαν οι ειδωλολάτραι ετέλουν τα συνήθη εις αυτούς έργα, και τα είδωλα τούτων συντρίψαντες, εδείκνυον εις αυτούς τα συντρίμματα. Τούτο το γεγονός, τότε μεν εις έκπληξιν και απορίαν έφερε τους ειδωλολάτρας, και εις θρήνον μάλλον ή εις εκδίκησιν κατά το παρόν ετράπησαν. Ύστερον όμως, από ζήλον δαιμονικόν εμπλησθέντες, διέπραξαν οι άθλιοι την εκδίκησιν. Φυλάξαντες ούτοι μίαν ημέραν, κατά την οποίαν ο του Χριστού θεράπων Αυτόνομος ελειτούργει εις τον Θεόν, και λαβόντες έκαστος εις τας χείρας του ό,τι εύρε πρόχειρον, άλλος μεν ξύλον, έτερος δε σίδηρον, έδραμον όλοι ομού αιφνιδίως εις τον εις Σωρεούς Ιερόν Ναόν, και αφού εκτύπησαν όσους εύρον εκεί, τελευταίον εφόνευσαν και τον Άγιον τούτον Αυτόνομον κατενώπιον της αγίας Τραπέζης, και το αίμα αυτού εξέχεον εκεί ως ποτε το του Προφήτου Ζαχαρίου και του δικαίου Άβελ, το οποίον ως αδίκως χυθέν βοά εισέτι ομού με εκείνους προς τον Κύριον. Όθεν το αίμα αυτό εις μεν τους ασεβείς και φονείς δι’ αιώνος μαρτυρεί την ασεβή αυτών πράξιν, και το αιώνιον πυρ της κολάσεως, όπερ εκδικείται αυτούς με ατελεύτητον οδύνην· εις δε τον Άγιον επροξένησε χαράν ατελεύτητον και ζωήν αιώνιον. Αλλά τα μεν του Αρχιερέως και κήρυκος της ευσεβείας Αυτονόμου ούτως εγένοντο· το δε τίμιον αυτού λείψανον, γυνή τις Μαρία ονομαζομένη και του διακονικού χαρίσματος ηξιωμένη, μετά και άλλων θεοσεβών και εναρέτων ανδρών λαβούσα, και λαμπρώς επί θήκης τινός τοποθετήσασα και οσίως κηδεύσασα παρέδωκεν εις την ταφήν. Μετά παρέλευσιν δε πολλών ετών, ότε ο ευσεβέστατος και Άγιος βασιλεύς Μέγας Κωνσταντίνος θεία δυνάμει τα ρωμαϊκά σκήπτρα ανέλαβεν, τότε ανήρ τις Σεβηριανός ονόματι την εξουσίαν της πόλεως Αλεξανδρείας παραλαβών, και προς αυτήν μεταβαίνων, διήλθε κυκλοειδώς οδοιπορών δια του κόλπου της Νικομηδείας, πλησίον της οποίας κατέκειτο η ιερά θήκη η έχουσα το του Αγίου Αυτονόμου τίμιον λείψανον. Ως δε έφθασεν εκεί ο Σεβηριανός, ευθύς εστάθησαν ακίνητοι πάντες οι ίπποι και ημίονοι αυτού από αόρατον θείαν δύναμιν, και εγένοντο ακίνητοι ως λίθοι αν και σφοδρώς εμαστιγούντο. Ταύτα βλέπων ο Σεβηριανός εξεπλήττετο, μη δυνάμενος να εννοήση το γεγονός· εις δε ανήρ ευσεβής, όστις δια την προς Θεόν ευλάβειαν είχε λάβει παρ’ αυτού την δύναμιν ίνα διαλύη και εξηγή τοιαύτας απορίας και αινίγματα, λέγει προς τον Σεβηριανόν· «Γίνωσκε καλώς, ότι είναι θέλημα Θεού όπως κτίσης ενταύθα Ιερόν Ναόν επ’ ονόματι του Αγίου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου· ότι δε ούτως έχει η αλήθεια, ιδού έμπροσθεν ημών η απόδειξις πρόκειται βεβαιούσα τους λόγους μου. Ήδη λοιπόν σοι λάγω ότι, εάν μόνον υποσχεθής την του έργου τούτου εκτέλεσιν, αμέσως θέλεις ίδει αναχωρούντα ταχέως τα ήδη ακίνητα ζώα». Τότε ο Σεβηριανός υπεσχέθη, ότι θα κτίση τον Ναόν· αμέσως δε τα ζώα ήρχισαν τρέχοντα ως και πρότερον και μάλλον περισσότερον. Όθεν τούτο ιδών, διέταξεν ευθύς τα της οικοδομής, και ούτως ήρξατο της οδοιπορίας του. Επανελθών ούτος μετά καιρόν και ευρών τον Ναόν τετελειωμένον, εγκαινιάζει αυτόν και τον καθιστά εις την εντέλειαν, ώστε έκτοτε δεν ημελήθη πλέον, αλλά πάντοτε εωρτάζετο εκεί η μνήμη του Αγίου. Μετά παρέλευσιν όμως αρκετού καιρού, προκειμένου να τελεσθή η θεία Λειτουργία κατά την εορτήν του Αγίου εν τω Ναώ τούτω, παρίστατο εκεί ο μέλλων να επιτελέση την λειτουργίαν Ιερεύς· άγνωστον όμως πως ύδωρ χυθέν άνωθεν εκ του τέμπλου εκ των εκεί υπαρχόντων σκευών, έβρεξε τον Ιερέα, όπερ ούτος δια ύβριν του μεγίστην ενόμισεν. Όθεν μετά την θείαν Λειτουργίαν κρημνίσας τον Ναόν αυτόν, ωκοδόμησεν έτερον εις το παραθαλάσσιον κατά το νότιον μέρος της του Αγίου θήκης, εις την οποίαν ο υπό του Σεβηριανού κτισθείς Ναός υπήρχε. Μετά τον θάνατον του βασιλέως Ζήνωνος, συμβάντα κατά το έτος 491, Ιωάννης τις, με στρατιωτικόν αξίωμα κεκοσμημένος, διέτριβε δια βασιλικήν υπηρεσίαν εις τα χωρία Σωρεοί και Λίμναι. Ούτος λοιπόν, εξελθών ποτε εις κυνήγιον, έφθασε και εις το μέρος εκείνο όπου ευρίσκετο ενταφιασθέν το του Αγίου Αυτονόμου ιερώτατον λείψανον, ένθα και λαγωόν τινα και άλλα ζώα φονεύσας, επέστρεψεν εις τα ίδια. Κατά δε την νύκτα εκείνην βλέπει ο Ιωάννης ούτος εν οράματι τον Ιερομάρτυρα Αυτόνομον προπορευόμενον εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον εφόνευσε την προηγουμένην ημέραν τον λαγωόν και στερεώνοντα μίαν σκηνήν δια να κατοικήση εκεί. Ο δε Ιωάννης, φροντίζων μάλλον δια τας στρατιωτικάς του υποθέσεις, κατεφρόνησε το όραμα ως απλούν ενύπνιον. Μετά παρέλευσιν όμως ολίγου χρόνου εμφανέστερον προς αυτόν εφάνη ο Άγιος, και το όνομα αυτού φανερώσας, είπεν εις αυτόν, ότι κάτωθεν της σκηνής, την οποίαν είδεν, είναι τεθαμμένον το ιερόν αυτού λείψανον. Τότε πλέον ο στρατιωτικός εκείνος Ιωάννης εσκέφθη, ότι θα πέση εις κίνδυνον εάν σιωπήση τα παρά του Αγίου Αυτονόμου προς αυτόν μηνυθέντα· δια τούτο και φανεροί ταύτα εις τον βασιλέα. Εβασίλευε δε τότε ο μετά τον Ζήνωνα βασιλεύσας Αναστάσιος ο Δίκορος, όστις δεν ήτο μεν κατά πάντα ευσεβής και Ορθόδοξος, υπεκρίνετο όμως τον τοιούτον, δια να έχη την των ανθρώπων εύνοιαν, ώστε μετά των ασεβών ήτο ασεβής και μετά των ευσεβών ήτο ευσεβής δοκιμάζων και εμπαίζων και τους μεν και τους δε· όθεν και κατασκευάζεται μεν παρ’ αυτού ο μέχρι τούδε σωζόμενος Ναός του Αγίου, εγκαινίζεται δε ούτος παρά του μετ’ εκείνον βασιλεύσαντος Ιουστίνου του φιλευσεβούς, όστις και εις αεί διαμένει θαύματα πλείστα επιτελών εις τους μετά πίστεως προσερχομένους. Και ταύτα μεν περί τούτου. Εγώ δε βλέπων νενικημένην την φύσιν και μετά θάνατον, παρακινούμαι κατά αλήθειαν εις δοξολογίαν του Θεού· καθότι ενατενίσας ποτέ επί του τάφου του Αγίου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου είδον το ιερόν αυτού λείψανον ανώτερον υπάρχον πάσης φυσικής δυνάμεως του θανάτου. Διότι αυτός ο θάνατος ο διαλύων άπασαν την σύστασιν του ανθρωπίνου σώματος εντός ενός μόνου τριημέρου διαστήματος, αυτός δεν ηδυνήθη ήδη επί διακόσια έτη ουδέ τρίχα να διαφθείρη εκ του γενναίου τούτου μαρτυρικού Σώματος, αλλ’ ήδη έχει την κόμην της κεφαλής σώαν και καθαράν, και τον χαρακτήρα της του προσώπου μορφής ωραιότατον, ζωηρόν και εύτονον, ώστε και άπασαι αι τρίχες των γενείων είναι αδιάφθοροι. Ουχί μόνον δε εις τοσούτον, αλλά και αυτοί οι οφθαλμοί είναι ανεωγμένοι, ώστε εγώ νομίζω, ως μοι φαίνεται, ότι και τώρα βλέπει καθώς και πριν να αποθάνη, και εάν δεν εσέβετο την τάξιν του φυσικού νόμου, δεν ήθελε ούτω πως νασιωπά. Προς τούτοις ίστατο ακόμη και άπας ο τύπος του σώματος σώος εις τας αρμονίας αυτού, καθότι ούτε η κεφαλή αυτού απερράγη, ούτε αυτά τα του σώματος μόρια διεχωρίσθησαν ή εφθάρησαν, αλλ’ ίσταται ώσπερ ζων άνθρωπος, μόνον άνευ λαλιάς και κινήσεως. Τοιουτοτρόπως  ο μεγαλόδωρος Κύριος ο Θεός ημών δοξάζει τους αυτόν αντιδοξάζοντας εις τα οικεία αυτών μέλη· ότι αυτώ πρέπει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.                            


Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Η Αγία Μάρτυς Ία

Τη αυτή ημέρα της Αγίας Μάρτυρος ΙΑΣ.                                                                    

Ία η Αγία Μάρτυς, γραία ούσα κατά την ηλικίαν, ηχμαλωτίσθη από τους Πέρσας ομού με εννέα χιλιάδας Χριστιανούς, οι οποίοι ετιμωρήθησαν διαφοροτρόπως, μαζί δε με αυτούς παρεστάθη και η Αγία έμπροσθεν των αρχιμάγων του βασιλέως της Περσίας και ετιμωρήθη με διάφορα βάσανα· ύστερον δε απεκεφαλίσθη. Άδεται δε φήμη, ότι μετά την αποτομήν της ιεράς της κεφαλής η γη εκείνη, η οποία εδέχθη το αίμα της, εφούσκωσε και υψώθη εις όγκον πολύν· οι δε δήμιοι, οι ταύτην βασανίσαντες, παρελύθησαν και ο ήλιος εσκότισε το φως του, ο δε περιέχων αήρ εγέμισεν από ευωδίαν γλυκυτάτην και άρρητον· διότι ούτω δοξάζει ο Θεός τους Αυτόν δοξάζοντας.