Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Λόγος Β΄ εις την ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού.

Του εν Αγίοις πατρός ημών Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κων/πόλεως του Χρυσοστόμου.

Πάσα μεν η από των χειρόνων επί τα κρείττονα μεταβολή μεγίστην χαράν και ευφροσύνην τω γένει των ανθρώπων κατεργάζεται· πέφυκε γαρ η ανθρωπίνη φύσις, των κρειττόνων ορεγομένη αεί, σπεύδειν επί την των βελτιόνων κατάληψιν. Ούτω γουν, ηδεία τοις πλέουσιν η εκ χειμώνος εις ευδίαν και γαλήνην μετάβασις· ηδεία δε και τοις οδοπόροις, η εκ καμάτου επ΄ ανάπαυσιν ησυχία· ηδεία δε και τοις λυπουμένοις, η εκ κατηφείας εις ευφροσύνην μετάθεσις· ηδυτέρα δε και τοις νοσούσιν η εξ ασθενείας εις υγίειαν και ευρωστίαν ανάληψις· ηδεία δε και τοις πολεμίοις η από έχθρας εις φιλίαν και ειρήνην βεβαίωσις· ηδυτέρα δε και η από του σκότους και της νυκτός εις την ημέραν μετάπτωσις. Και πάσα πράξις, ως έστιν ειπείν, ηδυτέραν έχει την εργασίαν, όταν όφελος μετά τοις ποθούσιν αυτήν απεργάζηται.                                                                     
Ούτω γουν ορώμεν και την υπό Θεού δεδομένην ημίν απόλαυσιν, τη μεταβολή την ευφροσύνην ημίν παρεχομένην. Σίτος μεν γαρ εστιν ούτως ηδύς· εις δε την γην μετά κόπου καταβαλλόμενος και πολυπλασιαζόμενος, ηδύτερος αναδείκνυται μετά πάσης χαράς εις πλήθος τροφής λαμβανόμενος. Εις μεν γαρ εστι τω σπόρω κόκκος εις αδηλίαν ριπτόμενος. Ούτω και φύσις αμπέλου ηδυτέραν ημίν παρέχει την ανάπαυσιν, τη μεταβολή του καρπού τον πότον από του ξύλου προσφερομένη. Έλικες μεν γαρ και φύλλα, δριμυτάτην και στυπτικωτάτην έχουσι την ενέργειαν, ως μηδέ στόματι δυνατόν προς γεύσιν εφάψασθαι· σταφυλή δε συν έλιξι και φύλλοις εν ενί ξύλω συμφυομένη, τοιαύτην γλυκείαν έχει την αίσθησιν, ως γλυκαίνειν των πικρών και λυπηρών την έξιν, τον ίδιον καρπόν εις ευφροσύνην τη πόσει παρεχομένη.                                        
Ούτω και της ελαίας το πρέμνον, αειθαλές μεν έχει το φύλλον, αεί δε νεάζον το δένδρον· φέρεται δε κατά καιρόν ο καρπός, ουχ ομοίως τοις πάσιν από του ξύλου φαινόμενος, αλλ΄ ιδίαν τινά φύσιν εν εαυτώ επιδεικνύμενος. Άνθος μεν γαρ πρώτον ως χουν λεπτότατόν εστι περιβαλλόμενον, εν μέσω δε τούτου αυτός εστιν ως κέγχρος αναφυόμενος· και βότρυϊ μεν παρεοικώς, πλήθος αναρίθμητον επιδείκνυται· εις αύξησιν δε προϊών, του πλήθους μεν ως ανωφελούς απαλλάττεται, και πικρός μεν εστιν έως τέλους απογευόμενος, άγευστος δε δια χειρών λαμβανόμενος· φύλαξ δε δια τούτου της εαυτού ποιότητος γινόμενος, ήδη της πικρότητος τη μεταβολή τοσαύτην ηδείαν παρέχει την γεύσιν, ως πάσης μεν τρυφής άρτυμα παρεισφέρεσθαι, πάσης δε εστιάσεως κέρασμα προς την ζωήν των ανθρώπων γίνεσθαι. Και ούτω πάσα φύσις φυτών τε και σπερμάτων, τη μεταβολή των καρπών, την ευφροσύνην τοις πάσι παρέχουσιν.                                                                                                                                                             
Επεί τοίνυν των χαλεπωτέρων επί τη των βελτιόνων μεταβολή τοσαύτην χαρίζεται την απόλαυσιν, φέρε δη, μεταβάντες επί τα τούτων τιμιώτερα, θεασώμεθα πόσων ημίν αγαθών πρόξενος γέγονεν ο Σταυρός του Χριστού, δια της αυτού ενεργείας, τοσαύτην μεταβολήν αγαθών κατεργασάμενος. Ει γαρ και λυπηρός και στυγνός ο του Κυρίου Σταυρός ακουόμενος, αλλά χαράς πλήρης και φαιδρότητος έμπλεως, ου πάθους, αλλ΄ απαθείας αίτιος γενόμενος. Ει δε και σκάνδαλόν  εστιν Ιουδαίοις ονομαζόμενος, μωρία δε και τοις έθνεσι κηρυττόμενος, αλλ΄ ημίν τοις πιστεύουσι σωτηρία μνημονευόμενος. Ει γαρ και εν Εκκλησία Σταυρού αναγινωσκομένου, και πάθους δια Σταυρού μνημονευομένου, λαός ο Σταυρώ πιστεύων αγανακτεί, ελεεινήν φωνήν και γογγυσμόν αφιέμενος, ου δια τον Σταυρόν, αλλά δια τους σταυρώσαντας και απιστήσαντας.                                                                                                                                                       
Σταυρός γαρ σωτηρία της Εκκλησίας· Σταυρός το καύχημα των εις αυτόν ηλπικότων· Σταυρός ο απαλλάξας ημάς των προλαβόντων κακών, και απαρχή των επιγενομένων ημίν αγαθών. Σταυρός η προς Θεόν εχθρών καταλλαγή, και επί Χριστόν αμαρτωλών επιστροφή. Δια Σταυρού γαρ της έχθρας ερρύσθημεν, και δια Σταυρού τω Θεώ εις φιλίαν συνήφθημεν· δια Σταυρού της του διαβόλου τυραννίδος ηλευθερώθημεν, και δια Σταυρού του θανάτου και της απωλείας απηλλάγημεν. Δια τούτο ο λαός, πρότερον μεν περί Σταυρού ακούων εγόγγυζεν· αύθις δε περί αναστάσεως ακούων, τον γογγυσμόν εις χαράν μετέβαλε, καθαρά τη φωνή την δόξαν προφερόμενος. Σταυρός την ανθρωπείαν φύσιν εις αγγελικήν μετέβαλε τάξιν, πάσης φθαρτής πράξεως αλλοτρίαν αποδείξας, και της αφθάρτου ζωής ενδιαιτάσθαι καταξιώσας. Ουκέτι γαρ ανθρώποις, αλλά και θεούς προσηγόρευσε λέγων· «Εγώ είπα, θεοί εστε και υιοί Υψίστου πάντες». Ουκέτι δούλους, αλλά φίλους και αδελφούς ωνόμασεν, «Απαγγελώ το όνομά σου τοις αδελφοίς μου» λέγων.                                                                                                                                                                   
Οράς πόσην μεταβολήν ο Σταυρός κατειργάσατο; Ίνα δε μάθης ακριβέστερον την δύναμιν του Σταυρού, κατανόησον τι προ Σταυρού, και τι μετά Σταυρόν, και ευρήσεις του Σταυρού την ενέργειαν. Προ Σταυρού, Υιός ουκ ην γινωσκόμενος· σήμερον Σταυρού κηρυττομένου, Υιός ονομάζεται, και Πατήρ δι΄ Υιού γνωρίζεται. Προ Σταυρού διάβολος προσεκυνείτο· νυν, Σταυρού κηρυττομένου, διάβολος πέπτωκε και δαίμονες φυγαδεύονται. Προ Σταυρού, πορνείαις και ασελγείαις εσχολάζομεν· νυν δε Σταυρού κηρυττομένου, ου μόνον πορνείας απέστημεν, αλλά και γάμων κατεφρονήσαμεν, παρθενίαν δε, ην ουκ ήδειμεν, δεξάμενοι, ως ιδίαν φυλάττομεν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και διάβολος τους Ιουδαίους κατά του Χριστού συνήγαγε· σήμερον Σταυρός κηρύττεται και οι Απόστολοι Ιουδαίους δια της πίστεως προσάγουσιν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και υπό θανάτου κατειχόμεθα· νυν Σταυρός κηρύσσεται, και ως μη όντος θανάτου κατεφρονήσαμεν, την δε αιώνιον ζωήν εποθήσαμεν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και Παραδείσου αλλότριοι ήμεν· Σταυρού δε φανέντος, παραχρήμα ληστής Παραδείσου ηξιώθη.                                                                                                                                                                                  
Ω μεγάλης δυνάμεως του Σταυρού! Όσην μεταβολήν τω γένει των ανθρώπων κατειργάσατο! Από τοσούτου σκότους, εις φως απέραντον μετέστησεν· από θανάτου, εις αιώνιον ζωήν ανεκαλέσατο· από φθοράς, εις αφθαρσίαν ανεκαίνισεν. Ουκέτι γαρ οφθαλμοί καρδίας από αγνοίας υπό του σκότους καλύπτονται, αλλά δια Σταυρού τω φωτί της γνώσεως καταυγάζονται. Ουκέτι ώτα κωφών υπό απιστίας κέκλεισται· οι κωφοί γαρ ήκουσαν λόγον Κυρίου, και οι τυφλοί ανέβλεψαν του ιδείν την δόξαν του Θεού.                                                                                                                                    
Ταύτα του Σταυρού τα κατορθώματα, ταύτα ημίν δια Σταυρού τα δωρήματα. Τι γαρ καλόν ημίν ουκ από Σταυρού δεδώρηται; Τι δε αγαθόν ου δια Σταυρού ημίν κατώρθωται; Δια Σταυρού ευσεβείν εδιδάχθημεν, και της θείας φύσεως την δύναμιν επέγνωμεν· δια Σταυρού δικαιοσύνην Θεού παιδευόμεθα, και σωφροσύνης αρετήν μεταδιώκομεν· δια Σταυρού αλλήλους γνωρίζομεν, και οι μακράν όντες Χριστώ συνήφθημεν, και της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ηξιώθημεν· δια Σταυρού αγάπης την δύναμιν έγνωμεν, και υπέρ αλλήλων αποθανείν ου παραιτούμεθα· δια Σταυρού πάντων των εν τω κόσμω καταπεφρονήκαμεν, και ως ουδέν αυτά είναι ηγησάμεθα, των μελλόντων αγαθών ορεγόμενοι, και των αοράτων ως ορωμένων αντιποιούμενοι.                                                                                                                                                           
Σταυρός κηρύττεται, και πίστις η εις Θεόν ομολογείται, και η αλήθεια εις άπασαν την οικουμένην πολιτεύεται. Σταυρός κηρύττεται, και Μάρτυρες αναδείκνυνται, και η εις Χριστόν ομολογία κρατύνεται. Σταυρός κηρύττεται, και η Ανάστασις αναδείκνυται, και η ζωή πεφανέρωται, και η των ουρανών Βασιλεία καταπιστεύεται, και οι άπιστοι τω Σταυρώ πιστεύουσι, και σωτηρίας τυγχάνουσιν οι τον Σταυρόν κατά της ζωής επινοήσαντες. Σταυρός τούτων απάντων ημίν πρόξενος γέγονε, και δια Σταυρού άδειν εδιδάχθημεν. Τι τοίνυν Σταυρού τιμιώτερον; Τι δε τούτου ταις ημετέραις ψυχαίς ωφελιμώτερον; Μη ουν επαισχυνθώμεν Σταυρόν ονομάζοντες, αλλά μετά πάσης παρρησίας αυτόν ομολογήσωμεν, δι΄ ου εις σωτηρίαν ανεκλήθημεν και εις αιώνιον ζωήν παραπεμπόμεθα.                                                                                                       
Οράς πόσην ο Σταυρός ούτος οικονομίαν τω κόσμω κατειργάσατο; Μετέβαλεν αυτού τα άνομα πράγματα, και ηλλοίωσε τα άθεα δόγματα· ουκέτι νόμοις διαβολικοίς εμπολιτεύεται, ου θεσμοίς θανατικοίς αναστρέφεται. Θεός γαρ επεδήμησε, και της οιστρηλασίας τα πάθη εξέτεμε, τα ίδια ενομοθέτησε, και τα συμφέροντα και επωφελή εδογμάτισε· δόγματα σωφροσύνης εθέσπισε, και την ηδυπάθειαν εξέκοψεν· όρους αγιωσύνης ενέθηκε, και νόμον αγνείας ήρμοσε, και άνομον πορνείαν εκποδών εποίησε· τους της εγκρατείας ενομοθέτησε κανόνας, και τας των ηδονών επικρατείας ανέτρεψε· δόγματι θεϊκώ τα των επιθυμιών όργανα κατάσπασε, και πάσαν την δι΄ ηδονής εντικτομένην αμαρτίαν εμείωσεν. Επειδή γαρ αρχή πορνείας, επίνοια ειδώλων· εύρεσις δε αυτών, φθορά ζωής· δια τούτο την ρίζαν ανομίας εξέκοψεν, ίνα παύση πάντα τα ρεύματα της ασεβείας.                                                                                      
Και κατήργησε μεν τα μυσαρά σεβάσματα της ειδωλολατρίας, διέφθειρε δε τα των αθεμίτων επιτηδεύματα, ηχρείωσε τα σχίσματα της βακχικής παρανομίας, και ημαύρωσε τα πλάσματα και τα καλλωπίσματα της ασεβείας· τα της απάτης ενέκοψεν αδικήματα, και τα της απωλείας ενέφραξε ρεύματα· εκαθάρισε τας ψυχάς εκριζώσας τας ακάνθας της ασεβείας, και ήνεγκεν ως κόκκον σίτου τα σπέρματα της θεοσεβείας, ίν΄  αποδείξη τας ψυχάς καρποφορούσας γεννήματα δικαιοσύνης· ήνοιξε τους καταρράκτας της πνευματικής σιτοδοσίας, και επλήρωσε τας λογικάς αποθήκας των θεϊκών γεννημάτων της επουρανίου σοφίας· ενεφόρησε τους πιστεύοντας της του Πνεύματος αγιαστίας, και γέγονεν έκαστος δοχείον της ενθέου αγιωσύνης και ποταμός της θείας ευπρεπείας.                                                                                                                                                                                                                   
Τούτων ημίν απάντων ο Σταυρός εχορήγησε την κτήσιν, και πάντων των τηλικούτων αγαθών δια του Σταυρού απολαύομεν. Τούτων απάντων την γνώσιν δια Σταυρού ειλήφαμεν, και πάντα ταύτα δι΄ αυτού εδιδάχθημεν. Ίνα δε μάθης του Σταυρού την δύναμιν, και πόσον ισχύει Σταυρού ενέργεια, κατάμαθε τα επί του Σταυρού γενόμενα, και ευρήσεις έργα θεϊκής δυνάμεως δι΄ αυτού τελούμενα. Σταυρός κατά της ζωής πήγνυται, και ζωή τω κόσμω δια Σταυρού εις θάνατον επινενόηται, και θάνατος νεκρός δι΄ αυτού αποδέδεικται· Σταυρός κατά της αληθείας ήπλωται, και δια Σταυρού κόσμος της αληθείας πεπλήρωται. Σταυρός εκτέταται κατά του Δεσπότου, και ο Δεσπότης δι΄ αυτού τας χείρας εκτείνας, τα πάντα προς εαυτόν συνήγαγε. Χριστός επί Σταυρού κρέμαται, και διάβολος νενέκρωται. Χριστός επί Σταυρού ήπλωται, και σημείον σωτηρίας τω κόσμω δεδώρηται. Χριστός επί Σταυρού προσήλωται, και πάσα ψυχή εκ δεσμών λελύτρωται. Χριστός επί Σταυρού πέπηγε, και η σύμπασα κτίσις από της φθοράς της δουλείας ηλευθέρωται. Χριστός επί Σταυρού αναπέπαυται, και τεράστιον καινότερον τω κόσμω αναδέδεικται· ηλίου γαρ το φως σκοτίζεται. Σύμβολον τοις μεν απίστοις εν ημέρα κρίσεως το σκότος ταμιευόμενον, τοις δε πιστεύουσι το φως της ημέρας από σκότους μεταβαλλόμενον. Τούτο δε και προφητικόν που λόγιον βοά λέγον· «και έσται εν εκείνη τη ημέρα, λέγει Κύριος, δύσεται ο ήλιος μεσημβρίας, και συσκοτάσει εν ημέρα το φως, και μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος, και πάσας τας ωδάς υμών εις θρήνους».                                                                                    
Οράς, αγαπητέ, ηλίκον περιέχει μυστήριον το προφητικόν λόγιον; Ενταύθα γαρ αμφοτέρων αινίττεται τα πράγματα, Ιουδαίων τε λέγω, των υπό Νόμον, και εθνών έξω του Νόμου την ανομίαν επιτελούντων. Οι μεν γαρ κατά Νόμον εορτάζοντες πενθήσουσι, τας εορτάς απολέσαντες, και αντί ωδών, κοπετόν περί της Ιερουσαλήμ ποιήσονται. Ουκέτι γαρ έσται Ιερουσαλήμ έχουσα τας λατρείας, ούτε επιτελεσθήσεται εορτή εν αυτή, τέλος ειληφότων απάντων μετά την Χριστού επιδημίαν και το Πάθος Αυτού και την οικονομίαν. Δια τούτο ουν φησι· «Μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος, και πάσας τας ωδάς υμών εις θρήνους», των νομικών αποστερούμενοι και εις δουλείαν παντί έθνει παραδιδόμενοι, ανθ΄ ων ουκ επίστευσαν τω θείω και παραδόξω του Σταυρού κηρύγματι. Πενθήσει δε και επί ταις αμαρτίαις εξομολογούμενα έθνη, πένθος μακαρισμού πρόξενον. «Μακάριοι, γαρ φησιν, οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Πενθήσουσιν ουν επί ταις ματαίαις αυτών εορταίς και άσμασιν αθεμίτοις, οις επετέλουν τοις ακαθάρτοις δαίμοσιν. Όρα γαρ μοι σήμερον, πως μετανοήσας Εθνικός, ο πρότερον τοις ειδώλοις εορτάζων, μεταστρέφει την εορτήν εις πένθος, μετανοών εφ΄ οις κακοίς έπραττε, και λέγει θρηνών το προφητικόν εκείνο λόγιον· «Επλανήθημεν εν τη αισχύνη ημών και επεκάλυψεν ημάς τα αμαρτήματα ημών, ότι επλήσθημεν ασεβείας ημών». Ούτως ουν και ημείς καλώς θρηνούντες και πενθούντες εν ταις προγεγραμμένοις ημίν κακοίς, τω Σραυρώ εαυτούς προσπλέξωμεν, και εις ουρανόν την διάνοιαν τείναντες, Χριστώ τω Σωτήρι ημών πλησιάσαντες, εγγύς Θεού εν τη Βασιλεία των ουρανών γενέσθαι καταξιωθώμεν, εν αυτώ Χριστώ τω Κυρίω ημών· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Λόγος εις την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού

ΛΟΓΟΣ Α΄ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΒΑΣΜΙΟΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ.                                                                                    

Μεγάλην ευφροσύνην και αγαλλίασιν έχει η ψυχή μου, ευλογημένοι Χριστιανοί. Βλέπουσα την συνάθροισιν υμών· πως μετά πάσης προθυμίας συνήχθητε εις ακρόασιν του θείου λόγου· και ουχί μόνον χαίρω δια την συνδρομήν σας ταύτην, αλλά και νομίζω εμαυτόν μακάριον και καλότυχον, ότι έχω τοιούτους προθύμους ακροατάς, καθώς το λέγει ο σοφός Σειράχ εις το εικοστόν κεφάλαιον· «Μακάριος ο διηγούμενος εις ώτα ακουόντων». Επειδή λοιπόν ούτω προθύμως και χωρίς καμμίαν αμέλειαν συνήχθητε, πρώτον μεν ίνα προσκυνήσητε τον Τίμιον και Ζωοποιόν Σταυρόν, δεύτερον δε ίνα ακούσητε την διδασκαλίαν μου, δια τούτο πρέπει να ανοίξητε τα ώτα της ψυχής και του σώματος, δια να καρπωθήτε και τους λόγους μου. Αλλά επειδή δεν το επιτρέπει ο καιρός και η ώρα να πολυλογώμεν εις το προοίμιον του λόγου, ας εισέλθωμεν εις την υπόθεσιν της εορτής μας. Σήμερον ο Σταυρός υψούται, θεοσεβέστατοι Χριστιανοί, και οι δαίμονες ταπεινώνονται. Σήμερον ο Σταυρός υψούται, και οι Ορθόδοξοι συντρέχουσι να τον προσκυνήσωσι. Σήμερον ο Σταυρός υψούται, και οι Χριστιανοί πανηγυρίζουσι. Σήμερον ο Σταυρός εφάνη, και η πλάνη κατηργήθη. Σήμερον ο Σταυρός εκ της γης ανέτειλε και τους ανθρώπους εφαίδρυνε. Σήμερον το γένος των Χριστιανών εδοξάσθη και οι Εβραίοι κατησχύνθησαν. Σήμερον ο Σταυρός υψούται και ο Χριστός δοξάζεται, επειδή ο Σταυρός δόξα Χριστού ονομάζεται· και άκουσον του Δαυϊδ λέγοντος· «Επί τους ουρανούς ο Θεός και επί πάσαν την γην η δόξα σου». Σήμερον ο Σταυρός εφάνη και ημείς προς θεογνωσίαν εχειραγωγήθημεν· διότι, αφ’ου εφάνη ο Σταυρός, εμάθομεν να πιστεύωμεν εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα· αφ’ ου ο Σταυρός εφάνη, κατηργήθη η πολύθεος πλάνη της ειδωλολατρίας· αφ’ ου ο Σταυρός εφάνη, κατηργήθη ο θάνατος, και οι δαίμονες φρίττουσι, τα ξόανα επατήθησαν, και ο Σταυρός τιμάται εις πάντα κόσμον· οι βωμοί των Ελλήνων ηφανίσθησαν, και ο Σταυρός ανεστυλώθη εις πάσας τας Εκκλησίας. Τούτον είδον οι δαίμονες εν Γολγοθά προσηλούμενον, και ετρόμαξαν· τούτον είδον οι Ορθόδοξοι φανέντα εκ της γης και ηυφράνθησαν. Τούτον οι Προφήται με διάφορα ονόματα καλούσιν· ο Δαβίδ Υποπόδιον τον ονομάζει, λέγων εν τω ενενηκοστώ ογδόω Ψαλμώ· «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε τω Υποποδίω των ποδών αυτού». Ο αυτός τόπον τον καλεί, λέγων εις τον εκατοστόν τριακοστόν πρώτον Ψαλμόν· «Εισελευσόμεθα εις τα σκηνώματα αυτού, προσκυνήσωμεν εις τον τόπον ου έστησαν οι πόδες αυτού». Όχι δε μόνον δια τούτων των ονομάτων εγκωμιάζει, αλλά καλεί και Ράβδον της Βασιλείας. Λέγεται και Ράβδος Κληρονομίας, καθώς το λέγει ο αυτός εις τον εβδομηκοστόν τρίτον Ψαλμόν. «Ελυτρώσω Ράβδον κληρονομίας σου». Λέγεται Ράβδος Δυνάμεως, ως το μαρτυρεί ο αυτός εις τον εκατοστόν ένατον Ψαλμόν. «Ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών». Λέγεται Βακτηρία, και άκουσον του αυτού Προφήτου λέγοντος εις τον εικοστόν δεύτερον Ψαλμόν· «Η Ράβδος σου και η Βακτηρία σου αύται με παρεκάλεσαν»·  λέγεται Ξύλον ζωής, και μαρτυρεί αυτό ο Σολομών εις το γ΄ κεφάλαιον των Παροιμιών, λέγων·»Ξύλον Ζωής επί πάσι τοις αντεχομένοις αυτής»· λέγεται και Ξύλον πεφυτευμένον· που; Παρά τας διεξόδους των υδάτων, τουτέστι των θεοπνεύστων Γραφών· λέγεται Σημείωσις και Σημείον, και άκουσον του Προφήτου Δαβίδ εις τον πεντηκοστόν ένατον Ψαλμόν· «Έδωκας τοις φοβουμένοις σε σημείωσιν, του φυγείν από προσώπου τόξου»· και πάλιν εις τον ογδοηκοστόν πέμπτον Ψαλμόν «Ποίησον μετ’ εμού σημείον εις αγαθόν»· και του Προφήτου Ιωήλ εν τω ενάτω κεφαλαίω· «Δος το σημείον επί τα μέτωπα των ανδρών των καταστεναζόντων». Αυτόν προεικόνιζεν Ισαάκ, όταν ανέβαινεν εις το όρος, βαστάζων τα ξύλα· Αυτόν προεικόνιζεν ο Ιακώβ, όταν εφίλησε το άκρον της ράβδου του Ιωσήφ· διότι προείδεν ότι εμέλλομεν και ημείς οι Χριστιανοί να προσκυνήσωμεν την Ράβδον του Χριστού, τουτέστι τον Σταυρόν· εις Αυτού τον τύπον έβαλεν ο αυτός τας χείρας του, εναλλάξ εις τας κεφαλάς των παίδων του Ιωσήφ, και την μεν δεξιάν του χείρα έβαλεν εις την κεφαλήν του Εφραίμ, όστις ήτο μικρότερος, και εστέκετο εις το αριστερόν του μέρος, την δε αριστεράν του χείρα έβαλεν εις την κεφαλήν του Μανασσή, όστις ήτο μεγαλύτερος, και εστέκετο εις το δεξιόν του μέρος. Σταυρού τύπον είχεν η Ράβδος εκείνη, με την οποίαν ο αυτός Ιακώβ διέβη τον Ιορδάνην, καθώς το λέγει και μόνος του εις το τριακοστόν δεύτερον κεφάλαιον της Γενέσεως· «Εν γαρ τη ράβδω μου ταύτην διέβην τον Ιορδάνην». Σταυρού δύναμιν είχε και η Ράβδος του Μωϋσέως όπου έκαμνε τας θαυματουργίας εν τη Αιγύπτω· του Σταυρού την ενέργειαν προεικόνιζεν η αυτή Ράβδος, ότε έσχισε την Ερυθράν θάλασσαν, και διέβησαν αβρόχως οι Ισραηλίται. Τον Σταυρόν προεσήμαινεν η αυτή Ράβδος, όταν εκτύπησε την πέτραν, και ανέβλυσεν δώδεκα βρύσεις. Σταυρού τύπον είχε και το Κοντάριον, όπερ είχε τον χάλκινον όφιν εμπεπηγμένον εν τη ερήμω, και ει τις τον έβλεπε δεν εθανατώνετο. Σταυρού τύπον εσχημάτιζε και αυτός ο Μωϋσής, ότε ήπλωσε τας χείρας αυτού εν τη ερήμω και ενίκησε τον Αμαλήκ. Σταυρού τύπον εσχημάτιζε και ο Προφήτης Ησαϊας όταν τον επριόνιζον οι αγνώμονες Ιουδαίοι. Ο Ελισσαίος αυτόν προεικόνιζεν, όταν εξήγαγε τον σίδηρον της αξίνης από το μέσον του ξύλου εις τον ποταμόν Ιορδάνην. Ο Ιερεμίας αυτόν προείδε Ξύλον, το οποίον έβαλαν οι Χριστοκτόνοι Εβραίοι εις τον άρτον του Χριστού· άρτος το Σώμα αυτού λέγεται, επειδή αυτός λαβών άρτον εις τας αγίας αυτού χείρας είπεν εις τους Μαθητάς του· «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το Σώμα μου». Αυτόν και ημείς ας προσκυνήσωμεν, ευλογημένοι Χριστιανοί, μετά φόβου και χαράς. Μετά φόβου μεν δια την αναξιότητα ημών, ότι είμεθα αμαρτωλοί, μετά χαράς δε, ότι ο εν τούτω σταυρωθείς Χριστός έδωκεν εις ημάς δι’ αυτού την αιώνιον ζωήν· αυτόν ας τιμήσωμεν, ότι απ’ αυτόν ηξιώθημεν της πρώτης πατρίδος, του Παραδείσου λέγω· αυτόν ας υψώσωμεν, ότι δι’ αυτού συντρίβομεν τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων· αυτόν ας εγκωμιάσωμεν, ότι δι’ αυτού ο Αδάμ εσώθη, η Εύα ηλευθερώθη, ο Παράδεισος ηνοίχθη, ο ληστής θεολόγος εγένετο, ο κόσμος ανεκαινίσθη, τα πάντα ηγιάσθησαν. Τι να λέγω τα κατά μέρος; Δι’ αυτού και ημείς τον Χριστόν επιστεύσαμεν ως Θεόν, δι’ αυτού και να σωθώμεν ελπίζομεν. Αλλά ταύτα μεν αρκούσι δια την ώραν, ευλογημένοι Χριστιανοί, πρέπον δε είναι να διηγηθώμεν και εν συντόμω, πόθεν παρέλαβεν η Εκκλησία του Χριστού να εορτάζη σήμερον την ανάμνησιν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, δια να καταλάβετε την αλήθειαν· διότι είναι πολλοί, οίτινες γράφουσιν ασύμφωνα λόγια περί της ευρέσεως του Σταυρού, τους οποίους δεν πρέπει να πιστεύωμεν μηδέ τας συγγραφάς των να αναγινώσκωμεν επί της Εκκλησίας, μάλλον δε να τας αποδιώκωμεν. Λλά δια να μη γίνη ανελλιπής ο λόγος μας, πρέπον είναι να αρχίσωμεν άνωθεν και απ’ αρχής την διήγησιν.                                  Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός αληθής, θέλων να σώση το γένος των ανθρώπων υπό του διαβόλου τυραννούμενον, ήλθε να ενσαρκωθή εκ της Αγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, και εγεννήθη εξ αυτής εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας, εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως, του υιού τού Αντιπάτρου, ο οποίος Ηρώδης, ων αλλόφυλος και όχι από γένος εβραϊκόν, επήγε και προσεκύνησε τον βασιλέα της Ρώμης Αύγουστον, και παρέλαβε την εξουσίαν της Ιουδαίας· διότι πρέπον ήτο να πληρωθή η προφητεία του Πατριάρχου Ιακώβ, όπου έλεγεν· «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα, ουδέ ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως ου έλθη ω απόκειται». Επειδή λοιπόν ήλθεν ο Χριστός, η προσδοκία των εθνών, δια τούτο δικαίως έλειψαν εις τον καιρόν της γεννήσεώς του οι βασιλείς των Ιουδαίων, και εβασίλευσεν ο Ηρώδης, αλλόφυλος ων. Επειδή δε ήτο και αυτός εθνικός και μη ευπρόσδεκτος και επομένως απαράδεκτος εις τους Εβραίους, εφόνευσε μεν πολλούς εξ αυτών, κατέκαυσε δε και τας αναγραφάς των Γενεών και των Φυλών, από τον καιρόν του Έσδρα, δια να μη γνωρίζωσιν οι Ιουδαίοι από ποίαν φυλήν και γενεάν κατάγονται. Ουχί δε μόνον τούτο εποίησεν, αλλά και την ιερατικήν στολήν την έβαλεν εις το θησαυροφυλάκιόν του, ίνα, όστις θελήση να γίνη Αρχιερεύς, δίδη εις αυτόμ πρώτον αργύρια, και ούτω δανείζηται αυτήν εξ αυτού. Εις δε τον τεσσαρακοστόν δεύτερον χρόνον του Καίσαρος Αυγούστου εξήλθε δόγμα παρ’ αυτού, να απογραφώσι πάντες οι άνθρωποι, όσοι ήσαν υπό την εξουσίαν του, δια να του δίδουν φόρον. Ταύτην δε την απογραφήν ενεπιστεύθη ο Καίσαρ εις εξουσίαν τινός ανθρώπου της Συγκλήτου, Κυρηνίου λεγομένου, τον οποίον έκαμε και ηγεμόνα της Συρίας. Είχε δε τότε ο Ηρώδης εις την ηγεμονίαν της Ιουδαίας χρόνους τριάκοντα τρεις· τότε και οι μάγοι ήλθον εις τα Ιεροσόλυμα ζητούντες τον τεχθέντα Βασιλέα. Ακούσας δε ο Ηρώδης, απέστειλεν αυτούς να εύρωσι το Βρέφος, και επειδή δεν επέστρεψαν εις τον Ηρώδην, εθυμώθη και απέκτεινε τους παίδας. Ο δε Ιωσήφ, κατά το θείον πρόσταγμα, παραλαβών την Παρθένον και το Βρέφος, έφυγεν εις την Αίγυπτον, και ήτο εκεί έως ου απέθανεν ο Ηρώδης, βασιλεύσας χρόνους τριάκοντα επτά. Μετά δε τον θάνατον του Ηρώδου εμοίρασαν την βασιλείαν οι τέσσαρες υιοί του, εις τέσσαρα μέρη· δια τούτο και ωνομάζοντο Τετράρχαι, ότι έκαστος εξ αυτών ώριζε το τέταρτον της αρχής και εξουσίας του Ηρώδου. Και πρώτος μεν ήτο ο Αρχέλαος, δεύτερος δε άλλος Ηρώδης, όστις απεκεφάλισεν Ιωάννην τον Πρόδρομον, τρίτος ο Φίλιππος, και τέταρτος ο Λυσανίας. Τότε ο Ιωσήφ επέστρεψεν από την Αίγυπτον μετά της Παρθένου και του Χριστού, όντος τετραετούς· και επειδή εβασίλευεν ο Αρχέλαος επί της Ιουδαίας, φοβηθείς επήγε και κατώκησεν εις την Ναζαρέτ. Εις δε τον όγδοον χρόνον της τετραρχίας του Αρχελάου, εδίδαξεν ο Χριστός εις το Ιερόν, ετών υπάρχων δώδεκα κατά την σωματικήν ηλικίαν· μετ’ ου πολύ δε και ο Ιωσήφ απέθανεν. Ο δε Αρχέλαος, βασιλεύσας τα πάντα έτη εννέα, απέθανεν άτεκνος· και ο Καίσαρ Αύγουστος τεσσαράκοντα έξ έτη κρατήσας της βασιλείας, ετελεύτησε, διαδεχθέντος αυτόν του υιού αυτού Τιβερίου. Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήτο τότε κατά το ανθρώπινον ετών δέκα πέντε. Τιβέριος δε ο Καίσαρ, λαβών την βασιλείαν του πατρός αυτού, επειδή είχε φίλον τον Πιλάτον, τον έκαμεν ηγεμόνα της Ιουδαίας· ο δε Πιλάτος ήτο από μίαν νήσον, η οποία ονομάζεται Ποντία, και είναι εις το Τυρρηνικόν πέλαγος. Εις δε τον δέκατον πέμπτον χρόνον της βασιλείας του Καίσαρος Τιβερίου, κατά την ιστορίαν του Ευαγγελιστού Λουκά, ήλθεν ο Πρόδρομος Ιωάννης, κατ’ αποκάλυψιν Θεού, κηρύσσων Βάπτισμα μετανοίας εις τον λαόν εις όλην την Ιουδαίαν· εβαπτίσθη δε ο Κύριος υπ’ αυτού, ετών υπάρχων τριάκοντα, και από τότε ήρχισε να ποιή και να διδάσκη όσα γράφει το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον. Εις δε τας ημέρας εκείνας, ο Ηρώδης ο Β΄, ο υιός του Ηρώδου του βρεφοκτόνου, εξεδίωξε την γυναίκα του την νόμιμον, η οποία ήτο θυγάτηρ του Αρέτα του βασιλέως, περί του οποίου γράφει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Κορινθίους δευτέραν επιστολήν, εν κεφαλαίω ια΄, 32, έλαβε δε εις γυναίκα την Ηρωδιάδα, την γυναίκα του αδελφού αυτού Φιλίππου, τούτου έτι ζώντος· δια τούτο τον ήλεγχε και ο Πρόδρομος, ως παράνομον και μοιχόν. Εις δε τον δέκατον όγδοον χρόνον της βασιλείας του Καίσαρος Τιβερίου εσταυρώθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός υπό των Χριστοκτόνων Ιουδαίων, κατά την φύσιν της σαρκός. Ότε δε ανέστη εκ των νεκρών, τότε οι Ιουδαίοι, από τον φθόνον των, έδωκαν χρήματα εις τους φύλακας στρατιώτας, να διαβάλουν την Ανάστασιν του Χριστού, και να είπουν ότι τον έκλεψαν οι Απόστολοι. Μρτά δε την Ανάληψιν του Κυρίου, βλέποντες πάλιν ότι γίνονται άπειρα θαύματα υπό των Αγίων Αποστόλων, συνεβουλεύθησαν να κρύψουν τον Τάφον του Χριστού και τον Τίμιον Σταυρόν, ίνα μη, μεταβαίνοντες εκεί οι Χριστιανοί, προσκυνώσι. Τότε συναθροισθέντες όλοι οι φθονεροί Ιουδαίοι παρέχωσαν τον Τάφον του Χριστού και τον τόπον του Κρανίου, εις τον οποίον κατέκειτο ο Τίμιος Σταυρός. Και αυτοί μεν το έκαμαν από φθόνον, νομίζοντες ότι θα παύση μετά ταύτα και το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Ο δε Θεός επέτρεψε τούτο δια λόγον μυστικώτερον, διότι, ως καρδιογνώστης και παντογνώστης, προεγνώριζεν ότι μέλλει η Ιερουσαλήμ να κατακαή και να ερημωθή υπό των εθνών, και δια να μη κατακαύσουν και τον Τίμιον Σταυρόν, ηυδόκησε και ηθέλησε να τον παραχώσωσιν οι αγνώμονες Ιουδαίοι, ίνα μη ευρεθείς εις τον καιρόν της αιχμαλωσίας κατακαή και ζημιωθώσιν οι Χριστιανοί το τοιούτον ζωοπάροχον δώρημα. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο. Ο δε Πιλάτος έγραψεν εις τον Καίσαρα Τιβέριον όλα όσα έγιναν εις τον καιρόν της Σταυρώσεως του Χριστού και ότι θαύματα μεγάλα γίνονται από τους Μαθητάς Του. Ο δε Τιβέριος, ως ήκουσεν, επίστευσεν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και εσκέφθη να τον ανακηρύξη Θεόν δια βασιλικού προστάγματος, πλην οι άρχοντές του οι Ρωναίοι ηναντιώθησαν εις τούτο, λέγοντες ότι δεν πρέπει μόνον εξ ακοής παρευθύς να πιστεύσωμεν τον Χριστόν ως Θεόν, εάν δεν ίδωμεν και κανένα από τους Μαθητάς Του να θαυματουργήση. Και οι μεν άρχοντες της Βουλής τούτο είπον, εκείνος δε, μέσα του βεβαίως, εκράτει την πίστιν τού Χριστού, ώστε, ει τις ήρχετο εις αυτόν και ενεκάλει Χριστιανόν, τον απεδίωκεν. Ως δε έμαθεν, ότι ο Ηρώδης συνεφώνησεν εις τον φόνον του Χριστού, ότι δια την παράνομον μοιχείαν του πολλά κακά εγένοντο εις την Ιερουσαλήμ, και ότι δια τον έλεγχον της παρανομίας ταύτης εφόνευσε και τον Πρόδρομον Ιωάννην, ηγανάκτησε πολύ και έστειλε στρατιώτας δια να τον φέρωσι δεδεμένον εις την Ρώμην μετά της μοιχαλίδος Ηρωδιάδος. Όταν δε τους έφεραν, τον μεν Ηρώδην εξώρισεν εις την Ισπανίαν και εκεί ετελεύτησε, την δε Σαλώμην, την θυγατέρα της Ηρωδιάδος, ήτις ωρχήσατο εις το συμπόσιον, την κατέπιεν η γη, έτι ζώσης της μητρός αυτής. Απέθανε δε ο Τιβέριος, βασιλεύσας έτη είκοσι δύο και εβασίλευσεν αντ’ αυτού εις την Ρώμην ο Γάϊος έτη τέσσαρα. Ούτος ήτο άνθρωπος σκληρός και υπερήφανος και ετιμώρησε και τον Πιλάτον· οι δε Ιουδαίοι έτι περισσότερον απεστάτουν και ητάκτουν, ώστε οι Ρωμαίοι πολλούς απ’ αυτούς εφόνευσαν. Ο Γάϊος ούτος εχειροτόνησεν εις όλας τας τετραρχίας ηγεμόνα τινά, Αγρίππαν και Ηρώδην λεγόμενον, ο οποίος ήτο υιός του Αριστοβούλου· αυτός εφόνευσε και τον υιόν του Ζεβεδαίου Ιάκωβον τον Απόστολον, επεχείρησε δε να θανατώση και τον Απόστολον Πέτρον, αλλά Άγγελος Κυρίου τον ηλευθέρωσεν από τα δεσμά, καθώς το διηγούνται αι Πράξεις των Αποστόλων. Έλαβε δε και ο ίδιος κακόν θάνατον, διότι το σώμα του ανέβρυσε σκώληκας, οίτινες τον κατέφαγον ζώντα. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο και ο δίκαιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο οποίος εγκατέστη Επίσκοπος υπό του Κυρίου εις τα Ιεροσόλυμα. Οι δε Ιουδαίοι έκτοτε δεν ησύχασαν, αλλά έχοντες φθόνον προς τον Χριστόν και προς τους Μαθητάς Αυτού, ολονέν σκάνδαλα και αταξίας έκαμναν εις την Ιερουσαλήμ. Εις δε τας ημέρας εκείνας παρέλαβε την ηγεμονίαν της Ιουδαίας, αντί Ηρώδου και Αγρίππα άνθρωπος τις έτερος, λεγόμενος και αυτός Αγρίππας· ούτος είχε γυναίκα, ονόματι Βερενίκην, περίων και αι Πράξεις των Αποστόλων γράφουσιν εις το εικοστόν πέμπτον κεφάλαιον. Απέθανε δε και ο Γάϊος και εβασίλευσεν αντ’ αυτού ο Κλαύδιος έτη δέκα τέσσαρα. Επί τούτου εγένετο λιμός μέγας (πείνα) εις όλην την οικουμένην, κατά την προφητείαν του Αγγαίου, οι δε Ιουδαίοι δεν έπαυον τας αταξίας των, ως εκ τούτου δε ηναγκάσθη ο Κλαύδιος να αποστείλη εις τους τοπάρχας της Ιουδαίας διαταγήν, όπως φονεύουν άνευ λύπης τους Ιουδαίους. Δια τούτο και πολλαί συνοικίαι των Εβραίων ηρημώθησαν εις την Ιερουσαλήμ. Όσοι δε Εβραίοι κατώκουν εις την Ρώμην, κακώς έχοντες απεδιώχθησαν απ’ εκεί. Ταύτα δε όλα τα έπαθον δια την Χριστοκτονίαν, την οποίαν εποίησαν. Απέθανε δε και ο Κλαύδιος, και εβασίλευσεν αντ’ αυτού ο Νέρων έτη δέκα τέσσαρα. Αυτός ήτο κατά πολύ πονηρότερος και ασεβέστερος των προκατόχων του και πρώτος ήγειρε διωγμόν κατά των Χριστιανών· ούτος εθανάτωσε και τους πρωτοκορυφαίους Αποστόλους Πέτρον και Παύλον, και άλλους πολλούς Ρωμαίους. Τότε και ο ηγεμών της Ιουδαίας, Φήστος λεγόμενος, ετελεύτησε. Μετά δε τον θάνατον του Φήστου, οι Ιουδαίοι ευρόντες ευκαιρίαν κατάλληλον δι’ αναρχίαν, επροξένησαν μεγάλας ταραχάς εις την Ιερουσαλήμ, εφόνευσαν και τον Αδελφόθεον Ιάκωβον και κατεδίωξαν τους άλλους Αποστόλους, και κατ’ ολίγον απεστάτησαν παντελώς από της Ρώμης. Ταύτα ως έμαθεν ο Νέρων απέστειλε διάταγμα προς τον στρατηγόν της Ανατολής, Ουεσπασιανόν λεγόμενον, όπως εκστρατεύση κατά των Ιουδαίων και τους εξολοθρεύση παντελώς. Οι δε Ιουδαίοι, ως έμαθον την οργήν του βασιλέως, όσοι ηδύναντο κατέφυγον εις την Ιερουσαλήμ, διότι ήτο τότε περιτετειχισμένη και ωχυρωμένη με πύργους μεγάλους. Ο Ουεσπασιανός πορευθείς εις την Ιουδαίαν ηφάνισε πρώτον και κατέκαυσεν όλας τας πόλεις της Γαλιλαίας, είτα εβάδισε κατά της Ιερουσαλήμ· επειδή όμως αύτη ήτο καλώς ωχυρωμένη, δεν ηδυνήθη να την καταλάβη, μάλλον δε οι Ιουδαίοι, εξορμήσαντες ημέραν τινά, εφόνευσαν πολλούς Ρωμαίους. Τούτου ένεκεν ήλλαξε πορείαν ο Ουεσπασιανός και κατηυθύνθη εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης, δια να αναπαύση τον στρατόν του. Κατ’ εκείνας τας ημέρας απέθανε και ο Νέρων, εβασίλευσε δε ο Γάλβας μήνας επτά· εφονεύθη όμως και εκείνος και εβασίλευσεν ο Όθων μήνας τρεις. Επειδή δε τα πράγματα ήσαν εις μεγάλην ακαταστασίαν και απεστάτησαν και οι βάρβαροι, δια τούτο οι στρατιώται της Ανατολής, όσοι ήσαν μετά του Ουεσπασιανού, παρακινηθέντες εχειροτόνησαν βασιλέα τον Ουεσπασιανόν, με το θέλημα των αρχόντων και εξουσιαστών της Ανατολής. Απελθών δε ο Ουεσπασιανός εις την Ρώμην ανηγόρευσε Καίσαρας τους δύο υιούς του, Τίτον και Δομετιανόν, και τον μεν Τίτον αφήκε να πολεμή εις τα Ιεροσόλυμα, τον δε Δομετιανόν απέστειλε κατά των βαρβάρων. Ότε δε προσήγγιζεν ο Ουεσπασιανός εις την Ρώμην, οι Ρωμαίοι φονεύσαντες τον Όθωνα υπεδέξαντο αυτόν μετά μεγάλης τιμής και δόξης. Καθεσθείς ούτος επί του θρόνου, κατέσφαξε πάντας τους εναντίους· όθεν ηρέμησαν τα πράγματα και έπαυσαν αι ακαταστασίαι. Επολιόρκει δε ο Τίτος τα Ιεροσόλυμα χρόνους δύο, κατά το διάστημα των οποίων οι Εβραίοι εκινδύνευσαν τόσον από την πείναν, ώστε ηναγκάσθησαν να τρώγουν και αυτά τα τέκνα των. Καταβαλών τέλος αυτούς ο Τίτος, εκυρίευσε τα Ιεροσόλυμα και θέσας πυρ κατέκαυσεν άπασαν την πόλιν ομού μετά του ιερού, ώστε δεν απέμεινε λίθος επί λίθου· και επληρώθη ο λόγος του Κυρίου ειπόντος, ότι «Ου μηαφεθή ώδε λίθος επί λίθον, ος ου καταλυθήσεται» (Ματθ. κδ: 2). Μετά την άλωσιν της Ιερουσαλήμ, επανελθόντες οι Χριστιανοί εις την Σιών, προέβλον Επίσκοπον τον Συμεών, τον υιόν του Κλεώπα, ο οποίος ήτο και εξάδελφος του Κυρίου κατά το ανθρώπινον, διότι ο Κλεώπας ήτο αδελφός του Ιωσήφ του μνήστορος. Γίνονται δε από του σωτηρίου Πάθους του Χριστού μέχρι της αλώσεως των Ιεροσολύμων έτη τεσσαράκοντα. Ο δε Ουεσπασιανός βασιλεύσας έτη δέκα απέθανε, και εβασίλευσεν ο Δομετιανός. Ούτος προέβη εις αμείλικτον εξόντωσιν των Εβραίων, διατάξας, όπου ανεύρισκον Ιουδαίον, να τον φονεύωσιν· ομοίως και κατά των Χριστιανών διωγμόν μέγαν εκίνησε· βραδύτερον όμως μεταμεληθείς κατέπαυσε τον κατά των Χριστιανών διωγμόν· απέθανε δε και ούτος βασιλεύσας έτη δώδεκα. Μετά τούτον εβασίλευσεν ο Νέρβας χρόνον ένα, και απέθανε, εβασίλευσε δε αντ’ αυτού ο Τραϊανός έτη είκοσιν. Ούτος ήγειρε τον μέγιστον εκείνον κατά των Χριστιανών διωγμόν, όστις πολλούς Χριστιανούς ανέδειξε Μάρτυρας. Αλλά οι άρχοντές του, βλέποντες τας πολλάς τιμωρίας των Χριστιανών, ελυπήθησαν και τον κατέπεισαν να παύση τον διωγμόν, όπερ και εγένετο. Εις τον καιρόν του αυτοκράτορος τούτου Τραϊανού εμαρτύρησεν ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος εις την Ρώμην και άλλοι πολλοί. Μετά τον θάνατον του Τραϊανού εβασίλευσεν εις την Ρώμην ο Ανδριανός, ο λεγόμενος Αίλιος. Ούτος προσεβλήθη εκ βαρείας ασθενείας· όθεν περιερχόμενος από πόλεως εις πόλιν και ζητών ιατρείαν, μετέβη και εις την Ιερουσαλήμ· επειδή δε την είδε κατεστραμμένην, προσέταξε να την ανακτίσουν, εκτός του Ναού. Ως δε ήκουσαν οι Ιουδαίοι, ότι κτίζεται η Ιερουσαλήμ, συνήχθησαν πλήθος μέγα, και κατώκησαν εκεί· ο διάβολος όμως, όστις τους επολέμει απ’ αρχής, δεν τους αφήκε και πάλιν να ειρηνεύσουν· όθεν απεστάτησαν εκ νέου από τους Ρωμαίους, και έκαμαν ιδικόν των βασιλέα, άνθρωπόν τινα Βαρχολιβάν λεγόμενον. Ταύτα ως έμαθεν ο Αδριανός εξαπέστειλε κατ’ αυτών στρατεύματα αρκετά, και απέκλεισαν την Ιερουσαλήμ, έως ου από πείναν και δίψαν απέθανε πας ο λαός. Αυτή ήτο η τελειωτική ερήμωσις της Ιουδαίας· διότι ως εξωλοθρεύθησαν οι Ιουδαίοι και η πόλις ηρημώθη παντελώς, διέταξεν ο Καίσαρ τους Έλληνας να κατοικήσωσιν αυτοί, έγραψε δε και νόμον απαγορευτικόν, ότι πλέον Ιουδαίος να μη κατοική εις την Ιερουσαλήμ. Οι δε οικήτορες της Ιερουσαλήμ, επειδή ήσαν αλλόφυλοι, έστησαν και είδωλον του βασιλέως Ανδριανού. Τότε επληρώθη ο λόγος του Κυρίου, ειπόντος εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον· «Όταν ουν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως, το ρηθέν δια Δανιήλ του Προφήτου, εστώς εν τόπω αγίω… τότε οι εν τη Ιουδαία φευγέτωσαν εις τα όρη» (Ματθ. κδ: 15). Βδέλυγμα της ερημώσεως το είδωλον του Καίσαρος Ανδριανού ονομάζει ο Κύριος, όπερ έστησαν τότε οι Έλληνες εν τω ιερώ, ερημωθείσης της Ιερουσαλήμ. Από της πρώτης καταστροφής των Ιεροσολύμων, ήτις εγένετο υπό του Τίτου, του υιού του Ουεσπασιανού, έως ταύτης της δευτέρας ερημώσεως, παρήλθον χρόνοι πεντήκοντα. Τότε συναχθέντες οι Χριστιανοί εις την Ιερουσαλήμ εχειροτόνησαν Επίσκοπον Μάρκον τινά, άνδρα κατά πάντα αγιώτατον. Μαθόντες δε και εκ παραδόσεως τον τόπον του Γολγοθά, όστις ήτο κεχωσμένος υπό των Εβραίων, ως προείπομεν, μετέβαινον εκεί εις προσκύνησιν. Αλλ’ οι ειδωλολάτραι, φθονούντες τους Χριστιανούς, υποκινούμενοι δε και υπό του διαβόλου, έκτισαν εκεί ναόν της ακαθάρτου Αφροδίτης· όθεν οι Χριστιανοί, αποστρεφόμενοι τον τόπον, μετά παρέλευσιν καιρού ελησμόνησαν παντελώς που ήτο ο τόπος όπου εσταυρώθη ο Χριστός. Αποθανόντος δε του Ανδριανού, εβασίλευσεν ο Αντώνιος, ο επιλεγόμενος Ευσεβής, χρόνους είκοσιν ένα. Μετά δε τον θάνατον τούτου, εβασίλευσεν ο Μάρκος Αυρήλιος Ουάρων, και Αντώνιος ο υιός αυτού, ομού μετά του Λουκίου του αδελφού αυτού χρόνους δέκα εννέα. Ως δε απέθανεν ο Ουάρων, διεδέξατο την ηγεμονίαν ο Κόμμοδος χρόνους δώδεκα. Μετά τούτον εβασίλευσεν ο Περτίναξ μήνας εξ. Μετά τούτον εβασίλευσεν ο Σεβήρος χρόνους δέκα οκτώ. Τελευτήσαντος δε και τούτου, εβασίλευσεν ο Αντώνιος ο Καράκαλος χρόνους επτά. Τούτον διαδέχθη ο Μακρίνος, όστις εβασίλευσε χρόνον ένα. Μετά τούτον εβασίλευσεν άλλος Αντώνιος, ο επιλεγόμενος Ηλιογάβαλος, χρόνους τέσσαρας. Μετά δε τούτον εβασίλευσεν Αλέξανδρος Σεβήρος, ο υιός της Μαμμαίας, έτη δέκα τρία. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο ειρήνη πολλή εις τους Χριστιανούς, διότι η μήτηρ του βασιλέως, Μαμμαία ονόματι, ήτο ευσεβής και Ορθόδοξος. Μετά δε τον θάνατον του Αλεξάνδρου, εβασίλευσεν ο Μαξιμίνος χρόνους τρεις. Ούτος, καθό ειδωλολάτρης, πολλά επείραξε τους Χριστιανούς, και διέταξεν, όπουευρίσκεται Χριστιανός να τον φονεύωσι. Τελευτήσαντος δε και τούτου, παραλαμβάνει την αρχήν των Ρωμαίων ο Πουπιανός και ο Βαλβίνος, μήνας τρεις. Τούτους διαδέχεται ο Γορδιανός, χρόνους εξ. Μετά τον Γορδιανόν εβασίλευσεν Φίλιππος ο αυτοκράτωρ χρόνους επτά. Ούτος ήτο ευσεβής Χριστιανός, αλλά ο υπηρέτης του διαβόλου  Δέκιος, φονεύσας αυτόν, εκράτησε την βασιλείαν χρόνους δύο. Ούτος ήτο φανατικός ειδωλολάτρης, και ετιμώρει τους Χριστιανούς, ούτως ώστε πολλοί εγένοντο Μάρτυρες εις τον καιρόν του. Μετά δε τούτον εβασίλευσε ο Τριβωνιανός Γάλλος, χρόνους τρεις. Τούτον διεδέξαντο Ουαλεριανός και Γαλλιηνός χρόνους δεκαπέντε. Ούτος εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών. Μετά τούτον εβασίλευσεν ο Κλαύδιος, έτη δύο. Τούτου διάδοχος εγένετο Αυρηλιανός, χρόνους εξ. Μετά τούτον εβασίλευσε Τάκιτος και Φλωριανός μήνας εννέα. Μετά τούτον εβασίλευσεν Πρόβος έτη εξ. Τούτου δε τελευτήσαντος, την βασιλείαν διεδέξατο ο Κάρος, μετά των υιών αυτού Καρίνου και Νουμεριανού έτη δύο. Μετά τούτους εβασίλευσεν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός ο Ερκούλιος (Ηρακλής), το ζεύγος του διαβόλου, χρόνους είκοσιν, έχοντες ως συμβοηθούς τούς ονομαζομένους τότε καίσαρας τον Μαξιμιανόν Γαλέριον και τον Κωνστάντιον τον Χλωρόν. Ούτοι, πλην του Κωνσταντίου του Χλωρού, όστις εβασίλευσεν εις τα δυτικώτατα μέρη, εκίνησαν μέγαν διωγμόν κατά των Χριστιανών, είναι δε αναρίθμητοι οι κατά τας ημέρας αυτών γενόμενοι Μάρτυρες. Μετά ταύτα παραιτηθέντων και αποσυρθέντων κατά το έτος τε΄ (305) του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού Ερκουλίου παρέλαβε την βασιλείαν της Ανατολής μόνος ο μέχρι τότε καίσαρ Μαξιμιανός ο λεγόμενος Γαλέριος, εις δε την Ρώμην ανεκηρύχθη βασιλεύς ο Σεβήρος, τον οποίον όμως εξέβαλεν εντός ολίγου ο Μαξέντιος, ο υιός τού Ερκουλίου Μαξιμιανού, και εβασίλευσεν αυτός χρόνους εξ. Ο μεν λοιπόν Μαξιμιανός διέτριβεν εις τα μέρη της Ανατολής, ο δε Μαξέντιος εις την Ρώμην, ήσαν δε και οι δύο ούτοι άγρια θηρία κατά των Χριστιανών. Συνεβασίλευσε δε τότε ομού με τους προαναφερθέντας εις τα δυτικώτατα μέρη της αυτοκρατορίας, ως ανωτέρω είπομεν, δηλαδή εις την Βρεττανίαν, ήτοι την Αγγλίαν, την Γαλλίαν, την Ισπανίαν και την Πορτογαλίαν, ο Κωνστάντιος, ο επιλεγόμενος Χλωρός, ο πατήρ του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος ήτο άνθρωπος πραότατος και γαληνότατος και ηγάπα τους Χριστιανούς. Ο δε Κωνσταντίνος, ο υιός αυτού, έτι νέος ων, ανετρέφετο ως όμηρος εις την αυλήν του βασιλέως της Ανατολής Διοκλητιανού και κατόπιν του Μαξιμιανού του Γαλερίου εκπαιδευόμενος εις την ελληνικήν σοφίαν. Βλέπων δε τα μαρτύρια των Χριστιανών, ελυπείτο σφόδρα, διότι παιδιόθεν εμίσει το κακόν, ο δε Μαξιμιανός ουχί μόνον τους Χριστιανούς εβασάνιζε και εθανάτωνε, δια να λαμβάνη τον βίον των, αλλά ήτο και γυναικομανής κατά πολλά, ώστε και οι άρχοντές του μεγάλους αγώνας είχον, που να κρύψωσι τας γυναίκας και τας θυγατέρας αυτών από το πρόσωπόν του το μιαρόν. Βλέπων δε ούτος τον Κωνσταντίνον, ότι ηύξανεν εις την σωματικήν ηλικίαν, τον εφθόνησε, και εσκέφθη να τον φονεύση δολίως, διότι του είπον οι μάντεις, ότι όταν αυτός λάβη την βασιλείαν, μέλλει να καταργήση και την ειδωλολατρίαν. Ο Πανάγαθος όμως Θεός, προμηθούμενος δια τους Χριστιανούς, εφανέρωσεν εις αυτόν την βουλήν του ασεβεστάτου Μαξιμιανού, και δια τούτο ο Μέγας Κωνσταντίνος φυγών μετέβη εις την Πορτογαλίαν, προς συνάντησιν του πατρός του, και τον εύρεν ασθενή. Ευχαριστήσας δε τον Θεόν ο Κωνστάντιος, διότι τον απήλαυσεν υγιή, παρέδωκεν εις αυτόν την βασιλείαν, και μετ’ ου πολλάς ημέρας απέθανεν. Ανηγορεύθη δε βασιλεύς ο Μέγας Κωνσταντίνος κατά την 25ην Ιουλίου του έτους τστ΄ (306) από Χριστού Γεννήσεως. Ο δε Μαξέντιος, ο βασιλεύς της Ρώμης, κατά πολλά εδίωκε τους Χριστιανούς, και πολλούς εξώριζεν αδίκως, διαρπάζων τον πλούτον των· και όχι μόνον ταύτα εποίει, αλλά και γυναίκας αρχόντων εμίαινε, και άλλα πολλά ανόσια και παράνομα έργα έκαμεν, άτινα περιττόν είναι να διηγήται τις. Όθεν οι Ρωμαίοι, ακούοντες περί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ότι είναι άνθρωπος πράος και δικαιότατος, έστειλαν δέησιν προς αυτόν και γράμματα, παρακαλούντες αυτόν όπως υπάγη και τους ελευθερώση από τον ανοσιώτατον Μαξέντιον. Ταύτα ως είδεν ο Μέγας Κωνσταντίνος, και λυπηθείς τα δάκρυά των, εφρόντιζε μεν πώς να τους ελευθερώση, εφοβείτο όμως τας δαιμονικάς φαντασίας του ασεβεστάτου Μαξεντίου. Ευρισκόμενος όθεν εις σκέψιν μεγάλην και φροντίδα περί του πρακτέου, είδε μίαν ημέραν εν πλήρει μεσημβρία, εκεί όπου είχε στρατοπεδεύσει μετά του στρατεύματός του, ένα Σταυρόν εις τον ουρανόν κατεσκευασμένον εκ φωτός και έχοντος πέριξ αυτού γράμματα εξ αστέρων και γράφοντα ταύτα· ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕ, ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ. Έμφοβος δε γενόμενος ο βασιλεύς, ηρώτα τους στρατιώτας, εάν είδον και αυτοί το σημείον τούτο, εκείνοι δε είπον, ότι πράγματι πάντες οφθαλμοφανώς το είδομεν. Τότε ο βασιλεύς, γενόμενος εύθυμος και χαράς απείρου πλησθείς, εθάρρει να νικήση τον Μαξέντιον. Κατά δε την νύκτα εκείνην εφάνη εις αυτόν και ο Κύριος εν οράματι, και είπεν εις αυτόν· «Κωνσταντίνε, ποίησον το σημείον όπερ εφάνη εις τον Ουρανόν, και τότε θέλεις νικήσει πάντας τους εχθρούς σου δι’ αυτού». Ότε δε εγένετο ημέρα, διέταξεν ο Κωνσταντίνος να κάμουν ένα Σταυρόν χρυσούν και να τον προσαρμόσουν επί κοντού δια να τον βαστάζωσιν έμπροσθεν του βασιλέως· και ο μεν Μέγας Κωνσταντίνος, ελπίζων εις την δύναμιν του ζωοποιού Σταυρού, μάλλον δε του εν αυτώ σταυρωθέντος Χριστού, εβάδιζε θαρραλέως κατά του μιαρού Μαξεντίου. Εκείνος δε ο ασεβής, θαρρών εις την συνεργίαν των ακαθάρτων δαιμόνων, εξήλθε της Ρώμης αποφασισμένος να συνάψη πόλεμον μετά του Κωνσταντίνου, κατεσκεύασε δε και μίαν γέφυραν μεγάλην εις τον ποταμόν Τίβεριν δια να διέλθη το στράτευμά του. Τι όμως ωκονόμησεν ο Θεός; Κατ’ αυτήν ταύτην την πρώτην ημέραν, η οποία ήτο η 28η Οκτωβρίου του έτους 312, κατά την οποίαν έκαμαν τον πόλεμον, ενικήθη ο μιαρός Μαξέντιος· και ενώ έφευγε δια να έμβη εις την Ρώμην, διερράγη η γέφυρα, και κατέπεσεν εις τον ποταμόν με όλους τους εκλεκτούς αυτού και επνίγη. Τότε οι Ρωμαίοι, στεφανώσαντες την πόλιν, ήνοιξαν τας πύλας, και υπεδέχθησαν μετά χαράς μεγάλης τον Μέγαν Κωνσταντίνον, επανηγύρισαν δε επί επτά ημέρας, τρώγοντες και πίνοντες δια την χαράν του Βασιλέως· ήτο δε ο έβδομος χρόνος της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο δε Γαλέριος Μαξιμιανός, ακούσας τα εν Ρώμη συμβάντα, εγένετο έμφοβος, αναμένων ότι εις ολίγας ημέρας θα υποστή και αυτός τα όμοια. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος, έχων ως όπλον ακαταμάχητον τον Τίμιον Σταυρόν, ώρμησε και κατ’ εκείνου· είχε δε τότε συμπολεμούντα και υπερμαχούντα αυτού εις τους πολέμους τούτους τον Λικίνιον, ο οποίος προσεποιείτο ότι λυπείται τους Χριστιανούς. Ότε λοιπόν συνηντήθησαν τα δύο στρατεύματα, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του ασεβούς Μαξιμιανού, παρευθύς μόνον ως εφάνη το σημείον του Τιμίου Σταυρού, και είδον οι στρατιώται του Μαξιμιανού, ώρμησαν εις φυγήν, ώσπερ υπό πυρός διωκόμενοι. Οι δε στρατιώται του Μεγάλου Κωνσταντίνου, καταδιώξαντες αυτούς, εφόνευσαν πλήθος μέγα εξ αυτών, όσοι δε συνελήφθησαν αιχμάλωτοι προσεκύνησαν τον Μέγαν Κωνσταντίνον. Τότε ο μιαρός Μαξιμιανός, ρίψας το στέμμα της βασιλείας, όπερ αναξίως εφόρει, δια να μη γνωρισθή, έφευγεν από χώρας εις χώραν. Συνάξας δε τους μάγους και μάντεις των δαιμόνων, όσους πρότερον ετίμα, τους εφόνευσεν όλους ως πλάνους, διότι τον εξηπάτησαν προφητεύοντες λόγους ψευδείς και τον παρεκίνησαν εις πόλεμον κατά του ευσεβούς Κωνσταντίνου. Τέλος, οργή Θεού καταλαλαβούσα αυτόν, τον απεστέρησε της παρούσης ζωής και τον παρέπεμψεν εις την αιώνιον κόλασιν. Ότε λοιπόν εξωλοθρεύθησαν οι τύραννοι και ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέστη κοσμοκράτωρ, πλήρης ειρήνη και ευταξία εβασίλευεν εις τον κόσμον, και μάλιστα οι Χριστιανοί είχον μεγάλην άνεσιν, και καθ΄ εκάστην επληθύνοντο. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος, επειδή τον εβοήθησεν εις τον πόλεμον ο Λικίνιος, έδωκεν εις αυτόν γυναίκα την αδελφήν του Κωνσταντίαν, του προσέφερε δε και τμήμα της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δια να βασιλεύη επ’ αυτού. Εκείνος όμως, ακάθαρτος ων, ηθέλησε να κάμη τα όμοια του Μαξεντίου και του Μαξιμιανού, μάλιστα δε ηγωνίζετο να υπερβάλη αυτούς εις την κακίαν· ήτο δε και εχθρός μέγας και διώκτης των Χριστιανών. Ως δε επληροφορήθη ταύτα ο Μέγας Κωνσταντίνος, έγραψεν εις αυτόν να παύση τας κακοπραγίας του· εκείνος όμως έτι περισσότερον εξηγριώνετο και εγένετο θηριώδης κατά των Χριστιανών, εκίνησε μάλιστα και πόλεμον φανερόν κατά του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος δια της δυνάμεως του Τιμίου Σταυρού ενίκησε και τον ασεβή Λικίνιον και τον συνέλαβεν αιχμάλωτον, πλην εκ της μεγάλης του αγαθότητος δεν τον εφόνευσεν, αλλά τον εξώρισεν εις την μεγαλόπολιν Θεσσαλονίκης. Ούτος όμως ούτε εκεί έπαυεν από τας εχθροπραξίας του, μάλιστα δε και στρατεύματα συνήθροιζε δολίως προς πόλεμον κατά του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όστις ως επληροφορήθη τούτο διέταξε και τον απεκεφάλισαν· έκτοτε ειρήνη μεγάλη και ησυχία επαγιώθη εις τον κόσμον και ιδιαιτέρως εις τους Χριστιανούς, οίτινες αγρίως εδιώχθησαν. Κατά την εποχήν εκείνην Επίσκοπος Ιεροσολύμων ήτο ο θείος Μακάριος. Ως έγινεν ο Μέγας Κωνσταντίνος μονοκράτωρ, έστρεψε την μέριμνάν του πάσαν περί τα θεία· και πρώτον μεν εξέδωκε διάταγμα παρέχων πλήρη ελευθερίαν εις τους Χριστιανούς, να κυριεύωσιν οι Χριστιανοί τους ναούς των ειδώλων και να τους κάμνωσιν Εκκλησίας Αγίων· όσοι δε προσκυνούσι τα είδωλα, να τιμωρώνται τελικώς· δεύτερον νόμον έγραψεν, ότι μόνον οι Χριστιανοί να στρατεύωνται και να γίνωνται ηγεμόνες και εξουσιασταί πόλεων· τρίτον νόμον έγραψεν, ότι οι Χριστιανοί να μη δουλεύωσι παντελώς την Μεγάλην Εβδομάδα και την εβδομάδα του Πάσχα. Τούτων ούτω γενομένων, πολλοί των Ελλήνων προσήρχοντο εις την ευσέβειαν και εγίνοντο Χριστιανοί, όθεν ηύξανεν η πίστις των Χριστιανών. Βλέπων ο μισόκαλος διάβολος, ότι οι μεν υπηρέται του βασιλείς εξωλοθρεύθησαν, η δε πίστις των Χριστιανών αυξάνει, δεν ηδύνατο πλέον να υπομείνη, δια τούτο εζήτει τρόπον να συγχύση πάλιν τους Χριστιανούς, και να λυπήση τον Μέγαν Κωνσταντίνον. Όθεν ευρών δοχείον πονηρόν, τον ασεβέστατον Άρειον, ο οποίος ήτο Πρωτοπρεσβύτερος της Αλεξανδρείας, εδίδαξεν αυτόν να κηρύττη αίρεσιν και να λέγη, ότι ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού, και ότι ήτο ποτέ καιρός κατά τον οποίον δεν υπήρχεν ο Υιός και Λόγος του Θεού, έτι δε ότι άλλης φύσεως είναι ο Πατήρ, και άλλης ο Υιός, και άλλα τοιαύτα. Ηκολούθησαν δε εις το σαπρόν τούτο δόγμα, υποκικούμενοι και αυτοί υπό του σατανά, πολλοί και μεγάλοι άνθρωποι και σοφοί, εξόχως δε ο Νικομηδείας Μητροπολίτης Ευσέβιος, και άλλος Ευσέβιος, ο λεγόμενος του Παμφίλου, και ο Θέογνις Μητροπολίτης Νικαίας. Βλέπων δε ο Μέγας Κωνσταντίνος την σύγχυσιν των Εκκλησιών, ώρισε να γίνη Σύνοδος Οικουμενική εν Νικαία, δια να εξετασθώσιν οι λόγοι του Αρείου. Συνήχθησαν όθεν Αρχιερείς και Πατέρες τιη΄ (318), οίτινες ερευνήσαντες τα δόγματα του Αρείου, εύρον ότι ταύτα ήσαν έξω της Ορθοδοξίας. Τότε τον μεν Άρειον και τους ακολούθους του ανεθεμάτισαν, έγραψαν δε και το άγιον Σύμβολον, τουτέστι το ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΕΝΑ ΘΕΟΝ, μέχρι του «και εις το Πνεύμα το Άγιον». Ήτο δε τότε το δέκατον ένατον έτος της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά το πέρας των εργασιών της Αγίας ταύτης Συνόδου, ικανώς τιμήσας ο βασιλεύς πάντας τους Αρχιερείς τους προσελθόντας εις την Σύνοδον, προέπεμψεν αυτούς εις τα ίδια, εις δε τον Επίσκοπον Ιεροσολύμων Μακάριον παρήγγειλε να ερευνήση επισταμένως δια να εύρη τον Τάφον του Χριστού και τον Τίμιον Σταυρόν, διότι, ως το προείπον, από την πολυκαιρίαν οι Χριστιανοί δεν εγνώριζαν παντελώς που ήτο ο Τάφος του Χριστού, του έδωσε δε και χρήματα αρκετά δια τα έξοδα της ερεύνης ταύτης. Κατά δε τας ημέρας εκείνας είδεν η βασίλισσα Ελένη, η μήτηρ του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όραμα εκ Θεού, προστάσσον αυτήν να υπάγη αυτοπροσώπως εις τους Αγίους Τόπους δια να εύρη τον Τίμιον Σταυρόν. Εζήτησεν όθεν την συγκατάθεσιν του υιού της ως και τα απαιτούμενα έξοδα δια να υπάγη, και λαβούσα ταύτα μετέβη μετά μεγάλης εξουσίας. Ως δε έμαθεν ο Επίσκοπος της Ιερουσαλήμ Μακάριος ότι έρχεται η βασίλισσα, εξελθών με όλους τους Αρχιερείς την προϋπήντησεν. Εισελθούσα η Αγία Ελένη εις την πόλιν, ήρχισε ευθύς να ερευνά περί του Αγίου Τάφου και του Ζωοποιού Σταυρού, ουδείς όμως ευρίσκετο να είπη, ότι γνωρίζει που είναι ο τόπος του Κρανίου ή που είναι ο Τίμιος Σταυρός παρακεχωσμένος. Τότε έκαμαν οι Αρχιερείς και ο λαός δέησιν προς τον Θεόν, και απεκαλύφθη εις τον Επίσκοπον Μακάριον, ότι εκεί όπου ήτο πάλαι ο ναός της Αφροδίτης, εκεί είναι ο λεγόμενος εβραϊστί Γολγοθάς, ελληνιστί δε Κρανίου τόπος, όπου εσταυρώθη ο Χριστός, εκεί δε είναι κεχωσμένος και ο Τίμιος Σταυρός. Τότε συναθροίσασα η βασίλισσα πλήθος πολύ τεχνιτών και εργατών διέταξε να κρημνίσουν εκ θεμελίων τον ακάθαρτον ναόν εκείνον και να ρίψουν το χώμα μακράν. Σκάψαντες όθεν εύρον τον Τάφον του Χριστού, πλησίον δε του Τάφου εύρον τρεις Σταυρούς. Ως δε ανέσκαψαν παρέκει εύρον και τους ήλους δια των οποίων εκαρφώθη ο Χριστός εις τον Σταυρόν. Ως είδε ταύτα η βασίλισσα, εχάρη μεν διότι δεν παρείδεν ο Θεός τας προσπαθείας της, ελυπείτο όμως και ηπόρει επειδή δεν εγνώριζε ποίος είναι ο Δεσποτικός Σταυρός, και ποίοι είναι οι των ληστών. Επαρηγόρησεν όμως αυτήν ο Επίσκοπος Μακάριος ειπών, ότι δια θαυματουργίας τινός θα οικονομήση ο Πανάγαθος Θεός να πιστωθώσι την αλήθειαν. Τι λοιπόν εποίησαν; Τας ημέρας εκείνας ήτο μία γυνή αρχόντισσα, ήτις ησθένει βαρέως και δια την οποίαν όλοι οι ιατροί απεφάνθησαν, ότι δεν επρόκειτο να ζήση· έβαλον όθεν επάνω αυτής ένα προς ένα τους δύο σταυρούς των ληστών, και δεν εφάνη κανέν θαύμα· όταν δε ήγγιζε μακρόθεν ο Δεσποτικός Σταυρός, παρευθύς, ω του θαύματος! ώσπερ εξ ύπνου εσηκώθη εκείνη η αρχόντισσα υγιής, και περιεπάτει δοξάζουσα τον Θεόν· τούτο ως είδεν η βασίλισσα και ο Επίσκοπος, έδωκαν δόξαν εις τον Θεόν. Ο δε λαός της Ιερουσαλήμ και όσοι ήσαν από τα περίχωρα Χριστιανοί, ακούσαντες ότι ευρέθη ο Σταυρός του Χριστού, έδραμον άνδρες τε και γυναίκες, γέροντες και παιδία, ως την άμμον της θαλάσσης, παρακαλούντες την Αγίαν Ελένην, την βασίλισσαν, να τους δώση τον Τίμιον Σταυρόν δια να τον ασπασθώσιν. Η δε βασίλισσα, βλέπουσα το πλήθος του λαού και φοβουμένη μήπως τον αρπάσωσιν εκ πίστεως προς διανομήν, τους είπεν ότι δεν είναι δυνατόν ούτε να τον εγγίσωσι ούτε να τον ασπασθώσιν. Ο λαός τότε είπεν· «Εάν δεν είναι δυνατόν να τον ασπασθώμεν, καν να τον ίδωμεν από μακρόθεν παρακαλούμεν την βασιλείαν σου». Τότε δια την δέησιν και πίστιν του λαού έκαμαν θρόνον υψηλόν, επί του οποίου ανελθών ο Επίσκοπος Μακάριος και λαβών τον Τίμιον Σταυρόν, ύψωσε τετραμερώς, καθώς βλέπετε ότι εποίησε και ο Ιερεύς σήμερον. Ο δε λαός βλέπων τον Σταυρόν έκραξε μεγαλοφώνως μετά δακρύων το «Κύριε, ελέησον», έκτοτε δε επεκράτησεν η εορτή του Τιμίου Σταυρού. Δια την σημερινήν όθεν ανάμνησιν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, εις οίαν ημέραν τύχη, έχομεν οι Χριστιανοί νηστείαν, επειδή ο Σταυρός είναι ανάμνησις του Πάθους του Χριστού. Όθεν αναγινώσκομεν εις την λειτουργίαν το Ευαγγέλιον των Παθών του Κυρίου· διότι ώσπερ άνθρωπός τις κάμνων ανακομιδήν των λειψάνων του υιού ή του πατρός του ή της μητρός του ή του αδελφού του, εκείνην την ημέραν λυπείται και θλίβεται ενθυμούμενος τον συγγενή του, ούτω και ημείς οι Χριστιανοί, βλέποντες τον Σταυρόν και αναλογιζόμενοι ότι ο Χριστός εσταυρώθη εν αυτώ δι’ ημάς τους αμαρτωλούς, και ότι ως άνθρωπος έπαθε, ταπεινούμεθα και δεικνύομεν συντριβήν καρδίας, νηστεύοντες· ας έλθωμεν όμως και πάλιν εις την ακολουθίαν της διηγήσεως. Ως απήλαυσαν τότε οι Χριστιανοί το ποθούμενον και είδον τον Τίμιον Σταυρόν εδόξασαν τον Θεόν, έλαβε δε αυτόν η βασίλισσα, και διέταξε να τον πριονίσωσιν από άνωθεν έως κάτω κατά το πάχος, διανέμοντες ούτως αυτόν εις δύο Σταυρούς· τούτου δε γενομένου τον μεν ένα Σταυρόν ετοποθέτησεν εις αργυράν θήκην και τον παρέδωκεν εις τον Επίσκοπον της Ιερουσαλήμ Μακάριον, δια να ευρίσκεται εις γενεάς γενεών, τον δε άλλον με τους Τιμίους Ήλους επήγεν εις τον υιόν αυτής, τον Μέγαν Κωνσταντίνον, εις την Κωνσταντινούπολιν. Παρήγγειλε δε να κτίσωσι και Εκκλησίας διαφόρους εις το ζωηφόρον Μνήμα του Χριστού εις τον Γολγοθάν, εις την Βηθλεέμ, ένθα εγεννήθη ο Χριστός, εις το Όρος των Ελαιών, όπου ανελήφθη, και άλλα δε πολλά καλά εποίησεν εκεί. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος, υποδεξάμενος αυτήν και προσκυνήσας μετά πόθου τον Τίμιον Σταυρόν, τούτονμεν παρέδωκεν εις τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως ίνα φυλάττηται εις το Σκευοφυλάκιον, από δε τους Τιμίους Ήλους, μέρος μεν εχάλκευσεν εις την περικεφαλαίαν του, μέρος δε εις τον χαλινόν του ίππου του, ίνα πληρωθή ο λόγος του Προφήτου Ζαχαρίου λέγοντος εις το ιδ΄ (14ον) κεφάλαιον· «Εν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου του βασιλέως άγιον τω Κυρίω Παντοκράτορι». Συνάγονται δε από μεν της Χριστού γεννήσεως έως της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού χρόνοι τριακόσιοι εικοσιέξ, από δε της βασιλείας του ευσεβούς Κωνσταντίνου χρόνοι είκοσιν. Επειδή όμως ετελειώσαμεν την περί της Ευρέσεως και Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού διήγησιν, πρέπον είναι να παραθέσωμεν και τα επίλοιπα. Ποία δε είναι; να ίδωμεν πως ν’ αρέσωμεν εις τον Χριστόν, όστις εσταυρώθη δι’ ημάς τους αμαρτωλούς, και πώς να πικράνωμεν τους δαίμονας. Θα αρέσωμεν δε εις τον Χριστόν, όταν ποιώμεν τας εντολάς του, δηλαδή όταν τρέφωμεν τους πεινώντας, όταν ποτίζωμεν τους διψώντας, όταν ενδύωμεν γυμνούς, όταν δεχθώμεν ξένους, όταν επιμεληθώμεν ασθενείς, όταν επισκεφθώμεν ασθενείς, όταν επισκεφθώμεν τους εν φυλακαίς, όταν αγαπήσωμεν τους εχθρούς μας, όταν γίνωμεν πτωχοί δια το όνομα του Χριστού, όταν πενθήσωμεν δια τας αμαρτίας μας, όταν γίνωμεν πραείς και ήμεροι, όταν πεινάσωμεν και διψήσωμεν δια το όνομα του Χριστού, όταν ελεήσωμεν τους πτωχούς, όταν καθαρίσωμεν τας καρδίας μας από λογισμούς πονηρούς, όταν είμεθα ειρηνοποιοί και φεύγωμεν τα σκάνδαλα, όταν διωχθώμεν υπέρ της δικαιοσύνης, όταν ονειδισθώμεν και υβρισθώμεν ένεκα του ονόματος του Χριστού, και γενικώς όταν ποιώμεν πάσας τας εντολάς του Χριστού· τότε αρέσκομεν εις Αυτόν, τότε ευαρεστούμεν Αυτόν, τότε φαινόμεθα ότι τον αγαπώμεν, καθώς το λέγει εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, εις το δέκατον τέταρτον κεφάλαιον· «Εάν αγαπάτέ με, τας εντολάς μου τηρήσατε». Τότε δε ευφραίνομεν τους Αγγέλους, όταν εξομολογηθώμεν εις πνευματικόν πατέρα τας αμαρτίας μας, όταν παύσωμεν από τας πρώτας μας αμαρτίας, όταν καταδαμάσωμεν τα πάθη του σώματος, όταν καταφρονήσωμεν την ευπάθειαν της σαρκός, όταν μισήσωμεν τα διαβολικά θελήματα, και γενικώς ειπείν όταν μετανοήσωμεν δια τας αμαρτίας ημών, και παύσωμεν τας κλοπάς, τας πορνείας, τας μοιχείας, τας αδικίας, τας πλεονεξίας, τας αρσενοκοιτίας, τας καταλαλιάς, τας κατακρίσεις, και άλλα αμαρτήματα. Τότε ευφραίνομεν και χαροποιούμεν τους Αγίους Αγγέλους, καθώς λέγει ο Χριστός εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, εν κεφαλαίω δεκάτω πέμπτω· «Χαρά γίνεται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι». Πότε δε πάλιν πικραίνομεν τους δαίμονας; Φανερόν είναι, όταν κάμωμεν τα δύο άπερ προείπον, ήτοι αν αρέσωμεν εις τον Χριστόν, και αν ευφραίνωμεν τους Αγίους Αγγέλους, τότε αυτοί οι ακάθαρτοι δαίμονες θλίβονται και πικραίνονται βλέποντες ημάς, ότι καταπατούμεν την δύναμίν των. Μη αγαπώμεν την πρόσκαιρον ζωήν, μη μισώμεν την αιώνιον· μη φροντίζωμεν πώς να αναπαύσωμεν την σάρκα μας την φθειρομένην, αλλά σπουδάσωμεν, ίνα τύχωμεν της αιωνίου του Χριστού Βασιλείας. Ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, εν αυτώ τω αληθινώ Θεώ ημών· ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Λόγος στά Εἰσόδια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου -- Ἁγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κων/πόλεως

Νά πάλι ἑορτή.
Νά πάλι πανηγύρι.
Νά πάλι χαρούμενο ἀναψοκέρι γιά τήν μητέρα τοῦ Κυρίου.
Νά ἡ προπόρευσις τῆς ἀψεγάδιαστης νύμφης.
Νά τό πρῶτο ξεπροβόδισμα τῆς βασιλίσσης.
Νά τό σίγουρο σημάδι γιά τήν δόξα πού τήν περιμένει.
Νά προάγγελος τῆς χάριτος πού πρόκειται νά τήν ἐπισκιάση.
Νά γνώρισμα, πού φαίνεται ἀπό μακρυά, τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος.
Διότι ἐκεῖ πού ὁ ἱερέας εἰσερχόμενος ὄχι πολλές φορές, ἀλλά μόνον μία φορά τόν χρόνο, τελεῖ τίς μυστικές λατρεῖες, ἐκεῖ γιά νά παραμένη μόνιμα ὁδηγεῖται ἀπό τούς γονεῖς της οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύονται ἔτσι λειτουργοί τῆς χάριτος.
Ποιός γνώρισε παρόμοια περίπτωσι στό παρελθόν; Ποιός εἶδε ἤ ἄκουσε τώρα ἤ ἀπό παληά κορίτσι νά ὁδηγεῖται βαθειά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, αὐτά πού, παρά λίγο θά ἦταν ἀπλησίαστα καί γιά τούς ἄνδρες, καί σ᾽ αὐτά νά μένη καί νά τρέφεται; Ἄραγε δέν εἶναι αὐτό τρανή ἀπόδειξις τῶν ἀσυνήθιστα μεγάλων θαυμασίων πού θά τῆς γίνουν μελλοντικά; Ἄραγε δέν εἶναι σημάδι ξεκάθαρο; Ἄραγε δέν εἶναι σίγουρη ἀπόδειξις;
Ἄς μᾶς δείξουν ὅσοι κακολογοῦν ἐναντίον της, καί ἐνῶ βλέπουν εἶναι σάν νά μή βλέπουν: Ποῦ τά εἶδαν αὐτά, δηλ. κόρη καί μάλιστα μόλις τριῶν ἐτῶν, πού γεννήθηκε μέ θεία ὑπόσχεσι, νά προσφέρεται ὡς δῶρο τέλειο καί γιά νά ζήση ἐκεῖ, καί νά συνοδεύεται ἀπό τούς πλουσίους τοῦ λαοῦ, νά ὁδηγεῖται μέ λαμπάδες, καί νά παραλαμβάνεται ἀπό τά γνώριμα χέρια τῶν ἱερέων καί τῶν προφητῶν; Γιατί δέν θέλησαν νά ἔρθουν στά καλά τους; Γιατί, ἐνῶ ἔβλεπαν τά πρῶτα σημάδια, δέν πίστεψαν στά κατοπινά; Γιατί ἐνῶ προϊδεάσθηκαν ἀπό τά παράξενα καί διαφορετικά, δέν ἀποδέχθηκαν τά ὅσα ἔγιναν μετά;
Διότι, ὅσα ἔγιναν στήν ἀρχή γύρω ἀπό αὐτήν, δέν ἦσαν συμπτωματικά καί τυχαῖα, ἀλλ᾽ ὅλα ἦταν προμηνύματα γιά ὅσα θά γίνονταν στή συνέχεια.
Ἐπί τέλους ἄς μᾶς ποῦν τίς ματαιοπονίες τους αὐτοί πού θεωροῦνται σοφοί. Γιατί ἡ θυγατέρα καμμιᾶς ἀπό τίς στεῖρες πού γέννησαν δέν ὁδηγήθηκε στά ἅγια τῶν ἁγίων καί δέν παραλήφθηκε ἀπό τούς προφήτας;
Σίγουρα, αὐτοί πού λεπτολογοῦν πάνω σ᾽ αὐτά, τίποτα δέν εἶχαν νά ποῦν, ὅπως (δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτα) καί οἱ μεταγενέστεροι ὁμόφρονές τους γιά τόν υἱό ἐκείνης, ἀλλ᾽ ἁπλῶς σήκωναν τούς ὤμους μέ τήν ἀπορία· «Ἄραγε τί θά γίνη αὐτό τό παιδί;» Τίποτε ἀπολύτως δέν εἶχαν νά ποῦν.
Σίγουρα μποροῦν νά πορεύωνται τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας ὅσοι ἔχουν πλανεμένη πίστι, καί εἶναι ἐλεύθεροι νά πέφτουν στόν λάκκο πού μόνοι τους ἔσκαψαν.
Ὅμως ἐμεῖς, ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἱερεῖς καί ἄρχοντες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, τεχνῖτες καί γεωργοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐλᾶτε νά συγκεντρωθοῦμε πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου καί, κατ᾽ οἰκονομίαν, νά παρακολουθήσωμε ὅσα θαυμαστά τῆς ἔγιναν. Πῶς δηλ. προσφέρεται σήμερα ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ καθ᾽ ὅλα ἱερή, στό ναό τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται. Πῶς ὁ προφήτης αὐτήν τήν δέχεται μέσα στό ναό καί τήν εἰσάγει στά ἄδυτα, χωρίς ἀντίρρησι, χωρίς νά πῆ στούς γονεῖς της·
Δέν τό κάνω αὐτό τό πρωτόφαντο τόλμημα καί νά φέρω ἕνα κορίτσι νά ζῆ συνέχεια στά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου μόνον σέ ἐμένα μία φορά τό χρόνο μοῦ δόθηκε ἡ ἐντολή νά μπαίνω. Ὁ προφήτης ἐκεῖνος τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶπε, ἀλλά τή δέχεται μέ προθυμία, ὡσάν νά προγνώριζε αὐτό πού θά γινόταν, ἐξ ἄλλου προφήτης ἦταν, σίγουρα ἐπειδή τήν περίμενε καί τήν ἀνέμενε, ὅπως τόν υἱό της μετά ἀπό αὐτήν ὁ Συμεών.
Ἔπειτα, ἀφοῦ χαιρέτησε βιαστικά τήν μητέρα, καί κρατώντας ἀπό τά χέρια τήν κόρη τήν προσφώνησε μέ αὐτά τά λόγια· Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;
Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά τοῦ εἶπα·
Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν πονεμένων ψυχῶν.
Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;
Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;
Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;
Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;
Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;
Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε, ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα ζῶα.
Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.
Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό.
Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας.
Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα. Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες, καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.
Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά παρακάτω·
Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια, πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο.
Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.
Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε· Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.
Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·
Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.
Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.
Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.
Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.
Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.
Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.
Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.
Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.
Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.
Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.
Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.
Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.
Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο, καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία.
Ἔμεινε λοιπόν αὐτή στά ἐσώτερα ἅγια τῶν ἁγίων, τρεφομένη ἀπό ἄγγελο μέ τροφή ἀμβροσίας καί ποτιζομένη μέ θεῖο νέκταρ, μέχρι τήν εἴσοδό της στήν ἐφηβεία. Καί τότε, μέ θεῖο νεῦμα καί μέ τή γνώμη τῶν ἱερέων δίνεται γι᾽ αὐτήν κλῆρος, καί μέ κλῆρο παίρνει τήν ἁγία αὐτή Παρθένο ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος καί κατ᾽ οἰκονομίαν τήν παραλαμβάνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερέων του, γιά νά ξεγελασθῆ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, γιά νά μήν προσβάλη τήν καθαρή κόρη ὡς παρθένο, ἀλλά νά τήν προσπεράση ὡς μνηστευμένη.
Βρισκόταν λοιπόν ἡ πεντακάθαρη στό σπίτι τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ φυλασσόμενη γιά τόν ἀρχιτέκτονα Θεό, μέχρις ὅτου πραγματοποιήθηκε σ᾽ αὐτήν τό πρίν ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες κρυφό καί ἅγιο μυστήριο, καί ἀπό αὐτήν ὁ Θεός ἔγινε ὅμοιος μέ τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλης πραγματείας καί εὐκαιρίας, πού ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ καιρός θά γίνη ὁ ἀναγκαῖος λόγος. Τώρα στό προκείμενο πάλι, νά ἐπανέλθη ὁ λόγος καί, μέρα πού εἶναι, νά δοξολογηθοῦν σήμερα τά εἰσόδια.
Πήγαινε λοιπόν, ὦ Δέποινα Θεομῆτορ, πήγαινε στήν κληρωμένη θέσι σου, καί βάδιζε κοντά στόν Κύριο νά χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι, νά τρέφεσαι καί νά ἐλπίζης, περιμένοντας ἀπό μέρα σέ μέρα, τόν ἐρχομό μέσα σου τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τήν ἐπισκίασι τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, καί τή σύλληψι τοῦ υἱοῦ σου, σύμφωνα μέ τήν προσφώνησι πού σοῦ ἔκανε ὁ Γαβριήλ.
Καί νά χαρίσης, σέ ὅσους τελοῦν τήν ἑορτή σου, τήν βοήθειά σου, τήν σκέπη σου καί τήν προστασία σου, σώζωντάς τους πάντοτε, μέ τίς ἱκεσίες σου, ἀπό κάθε ἀνάγκη καί κινδύνους, ἀρρώστιες καί δοκιμασίες καί διάφορες συμφορές, καί ἀπό τή μέλλουσα ἀπειλή τοῦ υἱοῦ σου.
Ὡς μητέρα τοῦ Δεσπότου καί τελεία δόσις τῶν ἐπιθυμητῶν, κατάταξέ τους σέ τόπους φωτός, εὐφροσύνης καί εἰρήνης. Νά γίνουν ἄλαλα τά πονηρά χείλη πού κακολογοῦν μέ ὑπερηφάνεια καί περιφρόνησι ἐσένα τή δίκαιη. Νά ἐκμηδενισθῆ ἡ παρουσία τους μέσα στήν πόλι σου, νά ντραποῦν καί νά σβήσουν, καί νά καταλάβουν ὅτι τό ὄνομά σου εἶναι Δέσποινα καί ὅτι ἐσύ εἶσαι ἡ μόνη Θεόνυμφος Θεοτόκος.
Ἐμεῖς ἐσένα μέ πίστι σέ εὐλογοῦμε, μέ πόθο σέ δοξολογοῦμε καί μέ φόβο σέ προσκυνοῦμε, πάντοτε ἐσένα μεγαλύνοντες καί μέ σεβασμό μακαρίζοντες.
Διότι πράγματι εἶναι μακάριος ὁ πατέρας σου ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἡ μητέρα σου ἀπό τίς γυναῖκες.
Μακάριο τό σπίτι σου
Μακάριοι οἱ γνωστοί σου
Μακάριοι ὅσοι σέ εἴδανε
Μακάριοι ὅσοι σοῦ μίλησαν
Μακάριοι οἱ τόποι σου
Μακάριος ὁ ναός στόν ὁποῖο σέ ἀφιερώσανε,
Μακάριος ὁ Ζαχαρίας πού σέ ἀγκάλιασε.
Μακάριο τό κρεββάτι σου.
Μακάριος ὁ τάφος σου.
Διότι ἐσύ εἶσαι ἡ τιμή ὅσων σέ τιμοῦν καί βραβεῖο τῶν βραβείων καί κορυφή τῶν κορυφῶν, ἡ μόνη θεία δροσιά τοῦ ἐσωτερικοῦ μου καύσωνος, ἡ θεοστάλακτη δροσιά τῆς ξεραμένης μου καρδιᾶς, τῆς μαύρης μου ψυχῆς ἡ φωτεινότατη λαμπάδα, ὁ ὁδηγός τῆς πορείας μου, ἡ δύναμις τῆς ἀσθενείας μου, τό ντύσιμο τῆς γυμνότητός μου, ὁ πλοῦτος τῆς πτωχείας μου, ἡ θεραπεία τῶν ἀγιάτρευτων πληγῶν, τό σκούπισμα τῶν δακρύων, τό σταμάτημα τῶν στεναγμῶν, ἡ μεταστροφή τῶν συμφορῶν, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν πόνων, τό λύσιμο τῶν δεσμῶν, ἡ μόνη ἐλπίδα κατά τῆς πικρίας.
Εἰσάκουσε τίς προσευχές μου, συμπόνεσε τούς στεναγμούς μου, ἐλέησέ με μαλακώνοντας ἀπό τά δάκρυά μου, λυπήσου με ὡς μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου καί ἠρέμησε τήν τρικυμία μου.
Ἱκανοποίησέ μου τή μεγάλη ἐπιθυμία καί κατάταξέ με μαζί μέ τή σύζυγό μου καί δική σου δούλη, στήν γῆ τῶν πράων, στίς σκηνές τῶν δικαίων, στό χορό τῶν ἁγίων.
 Καί ἀξίωσέ με, ἐσύ πού εἶσαι ἡ προστασία ὅλων, ἡ χαρά καί ἡ λαμπρή εὐθυμία ὅλων, νά χαιρόμαστε μέσα σέ αὐτή, σέ παρακαλῶ, τή χαρά, τήν πραγματικά ἀνέκφραστη πού προέρχεται ἀπό τό Θεό καί βασιλέα τόν γεννημένο ἀπό σένα, καί στόν ἄφθαρτό σου νυμφῶνα καί στήν ἀτελείωτη καί ἀπέραντη βασιλεία σου.
Πράγματι, Δέσποινα, καί δική μου καταφυγή, ἡ ζωή καί ἡ βοήθειά μου, τό ὅπλο καί τό καμάρι μου, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δύναμίς μου, δῶσε μαζί μέ αὐτήν νά ἀπολαύσω τίς ἀνεκδιήγητες καί ἀκατάληπτες δωρεές στήν ἐπουράνιο διαμονή. Διότι ἔχεις μαζί μέ τήν θέλησι καί τόν τρόπο, ὡς μητέρα τοῦ Ὑψίστου, καί γι᾽ αὐτό τολμῶ νά τό ζητήσω.

Μή λοιπόν γίνει νά στερηθῶ, πανάχραντε καί κυρία Δέσποινα, αὐτό πού περιμένω, ἀλλά νά τό πετύχω αὐτό, Θεόνυμφε, πού εἶσαι ὁλονῶν προσδοκία καί ἀναμονή, ἐσύ πού, μέ τρόπο πού ξεπερνάει τή λογική, γέννησες τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί Δεσπότη, στόν ὁποῖο ταιριάζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνημα, μαζί μέ τόν χωρίς ἀρχή Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού ΣΤΑΥΡΟΥ.

Τη ΙΔ΄ (14η) του αυτού μηνός η Ύψωσις του Τιμίου και Ζωοποιού ΣΤΑΥΡΟΥ.                                                                                                             

Κωνσταντίνος ο Μέγας και Ισαπόστολος, πρώτος μεταξύ των βασιλέων της παλαιάς Ρώμης εδέξατο τον Χριστιανισμόν. Ούτος έχων πόλεμον έξω της Ρώμης, παρά τον Τίβεριν ποταμόν, κατά του Μαξεντίου, και βλέπων το στράτευμα των εχθρών ότι ήτο περισσότερον από το ιδικόν του, ευρίσκετο εις απορίαν και φόβον. Όθεν εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκομένου αυτού, εφάνη την μεσημβρίαν τύπος Σταυρού εις τον ουρανόν, σημειούμενος δι’ αστέρων. Και πέριξ του θαυμασίου εκείνου Σταυρού εφάνησαν γράμματα, τυπούμενα και αυτά δι’ αστέρων με ρωμαϊκά, ήτοι λατινικά στοιχεία, τα οποία έλεγον ούτω· «Εν Τούτω Νίκα». Παρευθύς λοιπόν κατασκευάσας ένα Σταυρόν, όμοιον με εκείνον, όστις εφάνη εις τον ουρανόν, προσέταξε να προπορεύηται έμπροσθεν του στρατεύματος. Έπειτα συμπλέκεται με τους εχθρούς και νικά τούτους κατά κράτος, ώστε οι περισσότεροι εθανατώθησαν, οι δε άλλοι έφυγον από τον φόβον και τον τρόμον των. Όθεν εκ του θαύματος τούτου εννοήσας την δύναμιν του Σταυρωθέντος και πιστεύσας, ότι ούτος μόνος είναι αληθής Θεός, εγένετο Χριστιανός και αυτός και η μήτηρ του η μακαρία Ελένη. Τότε λοιπόν στέλλει την μητέρα αυτού Ελένην εις τα Ιεροσόλυμα, αφ’ ενός μεν δια να προσκυνήση και λαμπρότατα τιμήση τον ζωοποιόν Τάφον του Κυρίου και τους λοιπούς Αγίους Τόπους, εξ άλλου δε, δια να ζητήση με σπουδήν να εύρη τον Τίμιον Σταυρόν του Θεανθρώπου Σωτήρος· δια τον οποίον με πόθον ζέοντα ερευνήσασα εύρεν αυτόν κεκρυμμένον. Ομοίως εύρε και τους άλλους δύο σταυρούς, εις τους οποίους εσταυρώθησαν οι δύο λησταί· εύρε δε προς τούτοις και τους Τιμίους Ήλους. Επειδή δε η βασίλισσα ευρίσκετο εις απορίαν, ποίος από τους τρεις είναι ο Σταυρός του Κυρίου, τούτου ένεκα δια του θαύματος το οποίον έγινεν εις την αποθανούσαν χήραν γυναίκα, ήτις ανέστη άμα ήγγισεν αυτήν ο Σταυρός του Κυρίου, δια τούτου εγνώρισεν αυτόν. Οι δε άλλοι δύο σταυροί των ληστών ουδέν τοιούτον θαύμα εποίησαν. Τότε λοιπόν ησπάσατο και προσεκύνησε τον Τίμιον Σταυρόν μετά πολλής ευλαβείας και πίστεως, τόσον η βασίλισσα Ελένη, όσον και όλη η μετ’ αυτής σύγκλητος των αρχόντων. Επειδή δε εζήτει και όλος ο λαός των Χριστιανών να προσκυνήση και να ασπασθή αυτόν και δεν ήτο δυνατόν να επιτύχη του ποθουμένου δια το πολύ πλήθος, τούτου ένεκα εζήτησαν κατά δεύτερον λόγον καν να ίδωσι μόνον την γλυκυτάτην θεωρίαν του Τιμίου Σταυρού, και ούτω δια μόνης της θεωρίας να ευχαριστήσουν τον προς αυτόν πόθον των. Όθεν ο τότε μακαριώτατος Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Μακάριος ανέβη επάνω εις τον άμβωνα, και υψώσας με τας δύο του χείρας τον Τίμιον Σταυρόν, έδειξεν αυτόν φανερώς εις όλους τους κάτωθι ευρισκομένους Χριστιανούς, οίτινες ως είδον αυτόν εκραύγαζον από καρδίας όλοι ομού το «Κύριε, ελέησον»· Από τότε λοιπόν προσέταξαν οι θειότατοι και θεόπνευστοι Πατέρες της Εκκλησίας να εορτάζουν όλοι οι Χριστιανοί κατά την σήμερον ημέραν την τιμίαν ταύτην και παγκόσμιον Ύψωσιν του θείου Σταυρού, εις δόξαν του εν αυτώ προσηλωθέντος Χριστού του αληθινού Θεού ημών. Μετά δε παρέλευσιν τριακοσίων περίπου ετών από της Ευρέσεως και Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, λεηλατήσαντες οι Πέρσαι την Παλαιστίνην, απήγαγον κατά το έτος 614 και τον Τίμιον Σταυρόν. Ούτος όμως μάλλον αυτούς κατέκτησεν, καθότι εφώτισε τας ψυχάς τών κατακτητών και κατήργησε την λατρείαν του πυρός. Έτι δε καθώς όταν οι Φιλισταίοι αρπάσαντες την Κιβωτόν της Διαθήκης κατετροπώθησαν υπό των Ισραηλιτών, ούτω και οι Πέρσαι λαφυραγωγήσαντες τον Τίμιον Σταυρόν ενικήθησαν υπό του βασιλέως Ηρακλείου (το έτος 628) όστις επανελθών νικηφόρος και θριαμβευτής εις την Κωνσταντινούπολιν ανύψωσε το Ζωηφόρον Ξύλον το δεύτερον ήδη εν τη Μεγάλη Εκκλησία ενώπιον του επευφημούντος λαού της Κωνσταντινουπόλεως. 

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Ο Όσιος Ιερόθεος ο Νέος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΙΕΡΟΘΕΟΥ του Νέου του ασκήσαντος εν τη του Άθω Ιερά Μονή των Ιβήρων και εν ειρήνη τελειωθέντος.                                                                  

Ιερόθεος ο μακάριος, ο κατά τους εσχάτους καιρούς ανατείλας εν ασκήσει ως άλλος ήλιος, εγεννήθη κατά το 1686 έτος από Χριστού εις τας Καλάμας της Πελοποννήσου από γονε΄ς ευσεβείς και πλουσίους, Δήμον και Ασημίναν ονομαζομένους. Η μήτηρ αυτού, ότε έφερεν αυτόν ακόμη εις την κοιλίαν της, ηρώτησεν ημέραν τινά ένα ενάρετον Ασκητήν, όστις ευρίσκετο τότε εις την πόλιν των και τον είχον όλοι δι’ Άγιον και Προφήτην, τι είδους παιδίον θα γεννηθή από αυτήν. Και της απεκρίθη εκείνος· «Ύπαγε εις την κατοικίαν σου και θα γεννήσης υιόν καλόν και θεάρεστον». Αφού δε το παιδίον εγένετο επτά ετών, το έβαλον οι γονείς του εις το σχολείον και εις ολίγον καιρόν έμαθεν όλα τα εγκύκλια εκκλησιαστικά μαθήματα προς θαυμασμόν και έκπληξιν των βλεπόντων, εις τρόπον ώστε ανεγίνωσκεν έκαστον βιβλίον ελληνικόν, όπερ εις τας χείρας του ελάμβανεν. Έχων δε εξ αρχής νουν γηραλέον και φρόνημα στερεόν, δεν κατεγίνετο εις άλλα παιδαριώδη καμώματα, καθώς κάμνουν τα άλλα παιδία, αλλά ήναπτεν η καρδία του από τον έρωτα των μαθημάτων· αυτά εσκέπτετο, αυτά εφαντάζετο ημέραν και νύκτα, πιστεύων ότι δι’ αυτών ευκόλως θα ηννόει και τας θείας Γραφάς· τα οποία μαθήματα ήκουεν ότι και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας παραγγέλλουσι να τα μανθάνωσιν οι νέοι, κατ’ εξοχήν δε ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεολόγος Γρηγόριος. Όθεν και εκεί εις τας Καλάμας, ων ακόμη νέος, έμαθεν ικανώς την ελληνικήν και λατινικήν διάλεκτον, εξ ίσου χρησίμους και τας δύο πάντοτε και εις την εκκλησιαστικήν και εις την θύραθεν παιδείαν. Τον εβοήθει δε κατά πολλά εις την μάθησιν, ομού με την προθυμίαν και ζέσιν που είχε, και η οξύτης του νοός, το μνημονικόν, η αντίληψις και κρίσις, τα οποία φυσικά χαρίσματα ηνωμένα με την επιμέλειαν προξενούσι μεγάλην προκοπήν εις τον έχοντα. Και αυτός μεν ούτω προέκοπτεν· οι δε γονείς του εφρόντιζον να τον νυμφεύσουν, θέλοντες να τον καταστήσουν ευτυχισμένον τάχα εις την παρούσαν ζωήν, επειδή οι περισσότεροι τοιαύτην ιδένα έχουσιν, ότι όταν νυμφεύσουν τα τέκνα των, τότε τα καθιστούν ευτυχή, γινόμενοι αίτιοι να αποκτήσουν γυναίκα και τέκνα και τα άλλα του κόσμου αγαθά, και δεν ηξεύρουν οι μάταιοι ότι παρακινούντες αυτά εις την παρθενίαν, ήτις είναι αληθής ελευθερία, τα κάμνουν περισσότερον ευτυχισμένα παρά με τον γάμον, όστις είναι βαρύς δεσμός· επειδή όσοι νυμφεύονται, θλίψιν θέλουσιν έχει εις την σάρκα, ως λέγει ο θείος Απόστολος Παύλος, όπερ σημαίνει λύπας και κακουχίας. Οι μεν γονείς του λοιπόν ευρίσκοντο εις αυτήν την φροντίδα και αφού τον ηρραβώνισαν, ητοίμαζον και τα του γάμου· ο δε μακάριος ελυπείτο μεν και ηγανάκτει, επειδή έγιναν οι αρραβώνες χωρίς την θέλησίν του, υπετάσσετο όμως εις τα προστάγματα των γονέων, κατά το γραφικόν παράγγελμα· «Τα τέκνα υπακούετε τοις γονεύσι κατά πάντα»· αλλά δεν παρέλειπε και να παρακαλή από καρδίας τον Άγιον Θεόν, οις είδε τρόποις η πρόνοιά του, να εμποδίση τους γάμους και να μείνη παρθένος εις όλην του την ζωήν δια να έχη καιρόν να γυμνάζεται ελευθέρως εις τα μαθήματα. Βλέπων δε ο Κύριος την μεγάλην ευλάβειαν όπου είχεν εις αυτόν ο θείος Ιερόθεος εκ νεότητος, εξεπλήρωσε τον πόθον του· «Θέλημα γαρ των φοβουμένων αυτόν ποιήσει»· και εις δεκαέξ ημέρας, καθ’ ας εμελέτων οι γονείς του να τελέσουν τους γάμους, παρέλαβεν αμφοτέρους εις την άλλην ζωήν· και όχι ότι επόθει αυτός τον θάνατον των γονέων του, αλλά τοιαύτη απόφασις ευρέθη εύλογος εις εκείνο το ενεξερεύνητον κριτήριον, ώστε τοιουτοτρόπως και την παρθενίαν να φυλάξη ο Άγιος και εις τα μαθήματα να προχωρήση. Και σκεφθήτε καρδίαν του γενναιόφρονος! Δια να μη δώση καμμίαν υποψίαν εις τους γονείς της μνηστής του, ότι έφυγε και δράμουν κατόπιν του και τον εμποδίσουν, αφήκε τας θύρας της οικίας του ανοικτάς, και απήλθεν εις την Ζάκυνθον, χωρίς να λάβη τίποτε από τα υπάρχοντά του. Εκεί δε διατρίβων ολίγον καιρόν, και σχολάζων εις την μάθησιν, παρεκινείτο από τινας πλουσίους συγγενείς του, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί, να υπάγη δι’ εξόδων των εις την Ευρώπην, δια να σπουδάση την φιλοσοφίαν. Αλλ’ αυτός ο αείμνηστος, αν και είχε διακαή τον έρωτα των μαθήσεων, επειδή ήκουσεν, ότι εις το Άγιον Όρος ευρίσκονται άνδρες, οίτινες ως άλλαι μέλισσαι εργάζονται το μέλι των αρετών, προτιμά να υπάγη εκείσε κατά το παρόν, δια να κοινωνήση από το μέλι εκείνο, με σκοπόν, ότι, αν συναντήση ύστερον εις την Ευρώπην πικρίαν τινά περί τα δόγματα ή περί τα ήθη, να υπερνικήση η γλυκύτης των αρετών την πικρίαν εκείνην. Ελθών όθεν εις το Άγιον Όρος συγκατώκησε με ένα ερημίτην εις το κελλίον Άγιος Αρτέμιος λεγόμενον, ένθα ησυχάζων ανεγίνωσκε συχνά με πολλήν έφεσιν τας Γραφικάς και οσιακάς βίβλους, εις τας οποίας ευρίσκων, ότι εις Ασκητής, αφού ηγωνίσθη εις την έρημον είκοσιν έτη, και άλλος τεσσαράκοντα, και έτερος εξήκοντα, έπειτα επλανήθησαν από τον διάβολον, και εγένοντο πτώμα ελεεινόν και τρισάθλιον, εσκέπτετο να εύρη άλλην οδόν, δι να σώση την ψυχήν του, συντομωτέραν και ακινδυνοτέραν· όθεν επενόησεν ως τοιαύτην το υπέρ Χριστού μαρτύριον. Αλλ’ επειδή και το μαρτύριον πρέπει να γίνη κατά την τάξιν και κατά τους νόμους, και όχι να υπάγη τις απλώς και ως έτυχε να προδώση την ζωήν του, υβρίζων δηλονότι τους ασεβείς, και ζητών τοιουτοτρόπως τον θάνατον, όπως και ο θείος Παύλος εμποδίζει λέγων· «Εάν δε και αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση», αλλά να προέλθη από εκείνους η αιτία, και τότε να γίνη το υπέρ Χριστού μαρτύριον νόμιμον. Τοιουτοτρόπως εσκέπτετο ο μακάριος· όθεν πορευθείς εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων ερρασοφόρεσεν εκεί, και συνοδεύων ένα προεστώτα εκείνης της Μονής, μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν ομού με αυτόν, όστις είχε και άλλους αδελφούς εις την υποταγήν του, έβαλε δε εις τον νουν του, ότι βλέποντες αυτόν οι αλλόπιστοι Μοναχόν, αναστρεφόμενον εις την πόλιν, θα του δώσουν αφορμήν τυχόν μίαν ημέραν, ή κτυπώντες, ή υβρίζοντες αυτόν, οπότε ούτος θα αντισταθή με τρόπον συνετόν, ώστε να φέρη εις τέλος το μαρτύριον· όθεν και προσηύχετο κατ’ ιδίαν πολλάκις, αν είναι θέλημα Κυρίου, ο τοιούτος σκοπός να λάβη καλήν έκβασιν. Διατρίβοντος λοιπόν τούτου αρκετόν καιρόν εις την Κωνσταντινούπολιν εντός τοσαύτης ασεβείας, οι μεν άλλοι συνάδελφοί του υβρίζοντο και εκτυπώντο από τους αντιχρίστους, αυτός δε μόνος έμεινεν από εκείνους απείρακτος κατά πάντα τρόπον, αν και πολλάκις έδωκεν αφορμάς από μακρόθεν δια να πειρασθή, καθώς δε φαίνεται η θεία Πρόνοια τον εφύλαττε και δι’ άλλων πολλών ωφέλειαν. Όθεν βλέπων ότι δεν πραγματοποιείται ο πόθος του, αναχωρεί περίλυπος εκ Κωνσταντινουπόλεως, και μεταβαίνει εις τα βόρεια μέρη μετά των συν αυτώ· και εκείθεν επιστρέφει εις την Βλαχίαν, και πάλιν αρχίζει τα μαθήματα διδασκόμενος παρά του διδασκάλου τού εκείσε σχολείου Μάρκου του Κυπρίου, ένθα εχειροτονήθη και Ιεροδιάκονος από τον Μητροπολίτην Σόφιας Αυξέντιον· μετ’ ολίγον δε καιρόν επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν, και από τον εκ του Άργους διδάσκαλον τού εκεί σχολείου ονόματι Γιακουμήν εδιδάχθη τα φιλοσοφικά μαθήματα· όμως μη ευχαριστηθείς αρκούντως, επορεύθη εις την Βενετίαν προς τελειοποίησίν του, ακούων ότι εκεί και περισσότεραι και ακριβέστεραι επιστήμαι παραδίδονται από όσας έως τότε είχε διδαχθή. Αφού όθεν εκόρεσεν εκεί την μαθηματικήν δίψαν του, επανέκαμψε πάλιν εις το Άγιον Όρος, πλούσιος εις παντοίαν μάθησιν και ποικίλην σοφίαν, και εισήλθεν εις την ευαγή Μονήν των Ιβήρων, το πρώτον στάδιον των εισαγωγικών του αγώνων· εγκαταλείπει το εξωτερικόν σχολείον, και έρχεται εις το πνευματικόν, εις το οποίον ευκόλως δύναταί τις να διδαχθή την αληθινήν τέχνην των τεχνών, και την επιστήμην των επιστημών, την κατά Θεόν προκοπήν, δηλαδή την παμπόθητον αρετήν. Και παρευθύς ήρχισε με το πτύον της πνευματικής διακρίσεως, την οποίαν εδιδάσκετο καθ’ εκάστην από τας θείας Γραφάς, να λικμίζη την θημωνίαν των δεδιδαγμένων μαθημάτων, και το μεν άχυρον και το άχρηστον να εκρίπτη έξω ωσεί χνούν κατά πρόσωπον ανέμου, τον δε σίτον και το χρήσιμον να συνάγη εις τας ψυχικάς του αποθήκας, και ούτω να καταγίνηται μετά χαράς και αγαλλιάσεως εις την θείαν μελέτην. Γνωρίζων όμως ότι δια να καθαρίση τις κατ’ ακρίβειαν τον νουν του εις την τοιύτην μελέτην και να τον υψώση εις την ουράνιον θεωρίαν, πρέπει να προγυμνασθή με τας άλλας αρετάς, τόσον τας σωματικάς, όσον και τας ψυχικάς, ανέλαβεν εξ αρχής υπερβαλλόντως την αγρυπνίαν και την προσευχήν, ηξιώθη δε και του θείου χαρίσματος της ιερωσύνης κανονικώς, όταν ήτο ετών τριάκοντα, από τον Νεοκαισαρείας Μητροπολίτην  Ιάκωβον, όστις ησύχαζε τότε εις την αυτήν Μονήν των Ιβήρων· και τότε προσθέτων αγώνας επάνω εις αγώνας και ιδρώτας επάνω εις ιδρώτας, προσεπάθει να γίνη τύπος των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν διδασκαλία και ούτω καθεξής. Επειδή δε εγνώριζεν ότι η νηστεία είναι το θεμέλιον πασών των αρετών, διότι και αυτός ο Κύριός μας την μακαρίζει, λέγων· «Μακάριοι οι πεινώντες νυν, ότι χορτασθήσεσθε» (είτε με την προαιρετικήν δηλαδή πείναν, είτε με την απροαίρετον, όμως μετ’ ευχαριστίας υποφερομένην), άλλοτε μεν εις τας δύο ή τρεις ημέρας έτρωγε μίαν φοράν τον επιούσιον άρτον του, άλλοτε δε εις τας τέσσαρας, και αυτόν ανάλατον και κρίθινον ή εκ πιτύρων· και άλλοτε μεν αντί άρτου έτρωγεν φακήν πολυήμερον και βρωμεράν, ώστε μόλις και μετά βίας την κατέπινεν, όθεν και ελεγχόμενός ποτε παρά του γνησίου του μαθητού Μελετίου, ότι εγίνετο αυτοφονεύς, τω απεκρίθη· «Όχι! αυτοφονεύς είναι εκείνος, όστις δεν τρώγει τίποτε και αποθνήσκει εκ πείνης, αλλ’ εγώ, λέγει, δίδω εις την κοιλίαν μου, αδιαφορών αν της αρέση ή ου». Όθεν και την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν μίαν φοράν την εβδομάδα έτρωγε, προθυμοποιούμενος να υπερβή και αυτούς τους παλαιούς Ασκητάς, τους οποίους εν πολλοίς και υπερέβη νηστεύων και έως δεκαπέντε ημέρας συνεχώς. Εν δε τη κοινοβιακή τραπέζη καθήμενος έτρωγεν από όλα όσα είναι συγκεχωρημένα εις τους Μοναχούς, και δια να μη φαίνηται εις τους άλλους η αρετή του, και δια να ταπεινώνηται το κέρας της υπερηφανείας, κατά τον Άγιον Ιωάννην τον συγγραφέα της Κλίμακος, αλλά και τότε μετά μεγάλης εγκρατείας. Αναλόγως δε μετελάνβανε και του ύπνου, έχων τύπον και υπογραμμόν του μεγάλου Αρσενίου την γνώμην, όστις λέγει· «Αρκετόν τω Μοναχώ, ίνα κοιμάται μίαν ώραν» (το ημερονύκτιον δηλαδή), εάν είναι αγωνιστής. Επετηδεύετο δε ταύτα δια να δύναται με αυτάς τας δύο αρετάς, ως με δύο πτέρυγας, να αναβαίνη ευκόλως και εις τας άλλας υψηλοτέρας αρετάς· ότε δε εβιάζετο πολύ από τον ύπνον, εγύριζε την νύκτα μόνος του εις το Μοναστήριον προσευχόμενος μετά δακρύων πολλών και στεναγμών την προσευχήν ταύτην· «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με», και προσπαθών άνευ διαλείμματος και διακοπής, αν ήτο τρόπος και εάν δεν ημποδίζετο από τους ανθρώπους εκάστοτε, να μη την αφήνη ούτε από τον νουν του ούτε από το στόμα του. Από τους υπερβολικούς όθεν τούτους αγώνας της ασκήσεως εις τόσην αδυναμίαν κατήντησεν, ώστε εν ω φύσει ήτο ανδρείος πολύ και ταχύς εις τους πόδας, ύστερον ηναγκάζετο εξ αδυναμίας το διάστημα το μικρόν και ομαλώτατον από τον αιγιαλόν εις το Μοναστήριον να το κάμνη δύο και τρεις και τέσσαρας σταθμούς· έφθασε δε εκ τούτων και εις το μακάριον πένθος και εις τα χαροποιά δάκρυα, και εις την υψοποιόν ταπείνωσιν και εις την καταφρόνησιν εαυτού· τέλος δε ανέβη και εις την θεομίμητον αγάπην. Όθεν δεν είχε φόβον εις το εξής να εκπέση, κατά τον θείον Απόστολον, διότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει»· δια τούτο και όταν του εζήτει πτωχός τις ελεημοσύνην, επειδή δεν είχεν αργύριον ή χρυσίον να του δώση, εξέβαλλε το ράσον του και του το έδινε, ενίοτε δε έδιδε και το νυκτερινόν του σκέπασμα· το δε Μοναστήριον μανθάνον τούτο έδιδεν εις αυτόν άλλα, τα οποία πάλιν εμοίραζεν ο Άγιος εις τους πτωχούς. Αύτη η αγάπη τον έκαμε να υποκύψη εις τας παρακλήσεις των Σκοπελιτών, εις των οποίων την νήσον μεταβάς με άλλους πολλούς Μοναχούς, εξ αιτίας μεγάλου θανατικού, διέμεινεν οκτώ έτη, διδάσκων μαθήμτα εις το σχολείον, κηρύττων λόγους επ’ Εκκλησίαις, δεχόμενος λογισμούς εξομολογουμένων και εφαρμόζων εντελέστατα το προφητικόν εκείνο ρητόν· «Ο εξάγων άξιον εξ αναξίου, ως το στόμα μου έσται». Απ’ αυτάς λοιπόν τας σωματικάς και ψυχικάς αρετάς του υψώθη εις την θεωρίαν των ουρανίων, μη θέλων παντελώς να τιμά τα γήϊνα· και καθ’ εκάστην ώραν καταλαμπόμενος με τας αϋλους και θεαυγείς εννοίας, έχαιρε χαρά ανεκλαλήτω, και τα θεία κάλλη θεωρών εθεώνετο κατά χάριν ο αξιοϋμνητος, ων ακόμη εις την παρούσαν ζωήν μετά σώματος· και όταν έπαυεν από την προσευχήν και την νοεράν του Θεού θεωρίαν, τον διεδέχετο η μελέτη των θείων Γραφών· όταν δε άφηνε την μελέτην, κατεγίνετο εις την παράδοσιν μαθημάτων και εις ηθικήν διδασκαλίαν, αρκούντως ηρτυμένην. Μεθ’ όλα ταύτα, θέλων να έχη βαθείαν την ησυχίαν, δια να σχολάζη εις τας θείας θεωρίας και να συνενώνηται μετά του Θεού δια μέσου αυτών τελειότερον, ή και προβλέπων τον σύντομον θάνατον, δια να μη δοξασθή, παραλαβών τον αγαπητότατόν του μαθητήν Μελέτιον Ιερομόναχον, ο οποίος έλαμπε και αυτός όχι ολίγον εις την αρετήν και ήτο ως εκτύπωμα των κατορθωμάτων εκείνου του μάκαρος, αναχωρεί εις εν ερημονήσι, Γιούρα λεγόμενον, το οποίον οι βασιλείς είχον τόπον επιτήδειον εις εξορίαν· και εκεί συνασκούμενος ολίγον καιρόν ομού μετ’ άλλων δύο αδελφών, Ιωάσαφ και Συμεών, ησθένησεν ολίγας ημέρας επί ποδός, χωρίς να καταπέση εις κλίνην και τη δεκάτη Τρίτη του Σεπτεμβρίου μηνός εν έτει από Χριστού αψμε΄ (1745) αφήκε την πρόσκαιρον ζωήν και μετέβη εις την αιώνιον, ζήσας επί γης έτη πεντήκοντα εννέα. Και αυτός μεν επορεύθη εις την χαρμόσυνον εκείνην δόξαν τε και λαμπρότητα, δια τους υπερβολικούς κόπους και αγώνας, τους οποίους ενταύθα ετέλεσε· τους δε συναγωνιστάς του, μάλιστα τον προδηλωθέντα Μελέτιον, αφήκεν εις λύπην άφατον, ο οποίος, αφού τον ενεταφίασεν, επέστρεψε πάλιν εις την Μονήν των Ιβήρων. Όταν δε έφθασεν ο καιρός της ανακομιδής των λειψάνων του Οσίου, επήγεν ο Μελέτιος εις την νήσον εκείνην και έκαμε την ανακομιδήν· βλέπων δε την θείαν Χάριν, την οποίαν είχον τα άγια αυτού λείψανα, επήρε την σεβασμίαν του κάραν, και την σιαγόνα, και τας έφερεν εις το Μοναστήριόν του, ένθα τας απεθησαύρισεν και όπου έως την σήμερον διαφυλάττονται τιμώμεναι και προσκυνούμεναι, επειδή ο Άγιος Ιερόθεος όχι μόνον έτι ζων ηξιώθη να λάβη παρά Χριστού την δύναμιν των ιαμάτων, αλλά και μετά την κοίμησίν του τα λείψανά του πλείστα ενεργούσι θαύματα και ευωδίαν εκπέμπουσιν ανείκαστον. Τρεις μάλιστα μαθηταί τού Αγίου, δύο Ιεροδιάκονοι και εις λαϊκός, μεταβάντες εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων και ζητήσαντες από τον σεβαστόν Μελέτιον, τον μαθητήν τού Αγίου, να προσκυνήσουν την τιμίαν κάραν του αοιδίμου γέροντός του, ευθύς ως ούτος εξήγαγεν αυτήν από την θήκην της, ω της εξαισίου Χάριτος! Κατά αλήθειαν όλον το κελλίον επληρώθη ευωδίας τόσον λεπτής και τόσον γλυκείας, ώστε οίκοθεν εγνωρίζετο ότι είναι δώρον του Ουρανού, οι δε μαθηταί εκείνοι, εξιστάμενοι εις το παράδοξον του θαύματος, αυτό είχον πολλάκις επί στόματος και αυτό εκήρυττον πανταχού και πάντοτε, λέγοντες ότι ουδέποτε άλλοτε ησθάνθησαν τοιαύτην ευωδίαν. Σημεία δε ολίγα της δοθείσης εις αυτόν Χάριτος είναι τα εξής ρηθησόμενα. Κατά την νεότητά του, όταν ηγωνίζετο τον καλόν αγώνα, φιλοκατήγορός τις Μοναχός, επειδή εις την σωφροσύνην αυτού φθονερώς και επιβούλως τον κατέκρινεν, ευθύς εδοκίμασε την θείαν αγανάκτησιν, και επρήσθη το σώμα του, τα δε χείλη εκείνα, ω των κριμάτων σου, Κύριε ! τα λαλήσαντα κατά του δικαίου ανομίαν, εκλείσθησαν τόσον, ώστε οι γνωστοί του δεν ηδύναντο ούτε φαγητόν ούτε ποτόν να βάλωσιν εις το στόμα του, αλλά ανοίγοντες αυτό με μάχαιραν, έχυναν μέσα ολίγον χυλόν, και ούτω μόλις έζη· έως ότου μαθών τούτο ο ανεξίκακος Όσιος ήλθε προς αυτόν αυτόκλητος, και προσευξάμενος υπέρ αυτού, τον εθεράπευσε. Το αυτό συνέβη και εις άλλον Μοναχόν, ο οποίος την αυτήν συκοφαντίαν έκαμε κατά του Αγίου, και την αυτήν οργήν παρά Θεού εδοκίμασεν, αλλά και την θεραπείαν τοιουτοτρόπως από τον Όσιον έλαβεν. Μετά δε την του Οσίου κοίμησιν, Καλλίνικος ο Ιβηρίτης, ευρισκόμενος εις την Κωνσταντινούπολιν, είχε μέρος εκ του ιερού λειψάνου του Οσίου· όταν δε μία γυνή, παθούσα εις τους οφθαλμούς από κακόν χυμόν, όχι μόνον εσκοτίσθη, αλλά και πόνους δριμυτάτους υπέφερε, την ιάτρευσε παραδόξως δια του τεμαχίου του Αγίου λειψάνου, και εδόξαζεν η πτωχή τον Θεόν, και ηυχαρίστει τον Όσιον, διότι δαπανήσασα πρότερον πολλά εις πολλούς ιατρούς κανέν όφελος δεν είχεν ίδει. Και άλλη πάλιν γυνή κατέκειτο τρία έτη ασθενής μετά πολλών πόνων, ο αυτός δε Καλλίνικος, δια του αυτού αγίου λειψάνου, και από τους πόνους την ηλευθέρωσε και από τον κράββατον την ήγειρε. Βρέφος δε τι κλαίον ακαταπαύστως και τρίζον τους οδόντας του έτος ολόκληρον, δι’ αυτού του θείου λειψάνου, ωσαύτως εθεραπεύθη. Και εις το Άγιον Όρος του Άθωνος εθεράπευσέ τινας ενοχλουμένους υπό σαρκικών παθών και άλλους υπό οδοντοπόνων κατατρυχομένους. Τοσούτον ισχύει δέησις δικαίου και μάλιστα μετά θάνατον, όταν ευπαρρησιάστως κάμνη τας δεήσεις του προς Κύριον δι’ εκείνους, οι οποίοι τον επικαλούνται μετά πίστως θερμής και ζήλου κατ’ επίγνωσιν. Ούτος είναι, αδελφοί, ο βίος του Οσίου πατρός ημών Ιεροθέου· τοιουτοτρόπως επάλαισε, τοιουτοτρόπως εκοπίασε και ούτως ενίκησεν, ώστε μετά πλειοτέρας παρρησίας και αυτός δύναται να λέγη κατά τον Απόστολον Παύλον· «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα· λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι Κύριος εν εκείνη τη ημέρα ο δίκαιος κριτής»· επειδή και Μάρτυς αναίμακτος υπήρξε τη προαιρέσει, παραδώσας εαυτόν δια Χριστόν, αλλά και ως Όσιος πολλήν και άκραν σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν υπέμεινε, γενόμενος τοις πάσιν αληθώς κανών και τύπος της αρετής, καθώς ο Κύριος κελεύει λέγων· «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς». Τω όντι κατά την εποχήν εκείνην της σκοτεινής δουλείας ετίμησε το γένος του το Ορθόδοξον, ετίμησε την πατρίδα του· ετίμησε το Μοναστήριόν του· ετίμησε τον ίδιον τον Θεόν· δεν έχουσι τώρα στόμα οι αμελείς και φιλόσαρκοι να λέγωσιν, ότι παρήλθον εκείνοι οι παλαιοί καιροί, ότε εγίνοντο Άγιοι, ότε έδιδεν ο Θεός την Χάριν του, ότε ανθίσταντο μέχρις αίματος οι ευσεβείς κατά της αμαρτίας και κατά των ασεβών. Αλλ’ ω πάτερ θειότατε, καθώς εις όλην σου την ζωήν εφρόντισας μάλλον υπέρ της ωφελείας των αδελφών σου ή υπέρ της ιδικής σου, τοιουτοτρόπως και τώρα, ότε παρίστασαι εις τον θείον θρόνον, μεσίτευσον, παρακαλούμεν, μεσίτευσον προς Κύριον και δι’ ημάς τους αμαρτωλούς, οι οποίοι ακόμη ταξιδεύομεν τούτο το πολυτάραχον του βίου πέλαγος· εισέτι εις την επίγειον ταύτην πανήγυριν πραγματευόμεθα· ακόμη εις το επικίνδυνον τούτο νοερόν στάδιον αντιπαλαίομεν· και τριτεύοντες παρακαλούμεν, μεσίτευσον προς Κύριον, ίνα καταντήσωμεν εις λιμένα εύδιον· ίνα λυθή η πανήγυρις ευτυχώς και επωφελώς, ίνα φανώμεν νικηταί των ορατών τε και αοράτων εχθρών ημών, και επομένως λάβωμεν αξιοπρεπώς τον της νίκης στέφανον παρά του αγωνοθέτου Θεού, σε μεν δοξάζοντες και μνημονεύοντες και εορτάζοντες ετησίως, τω δε εν Τριάδι Θεώ προσφέροντες ακαταπαύστως τας λατρείας τε και ευχαριστίας· ω πρέπει πάσα δόξα, κράτος και αίνεσις εις τους αιώνας Αμήν.