Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιστ΄  Ανάστασις του εν λουτρώ πνιγέντος νέου.                                                                         

Εισελθόντες λοιπόν πάντες εντός της πόλεως, εστάθη ο Ιωάννης εις ένα τόπον ονομαζόμενον «Μικρά Στοά» και συνήχθη πέριξ αυτού λαός πολύς· λαβών δε τον λόγον ήρχισε να διδάσκη και να ευαγγελίζηται προς αυτούς τον Χριστόν· όθεν και πολλοί ακούσαντες επίστευσαν εις τους λόγους αυτού και εδόξασαν τον Θεόν δια την σωτηρίαν του παιδίου και την εξαφάνισιν του κακούργου και φονευτού των αθώων πονηρού δαίμονος. Οι ιερείς όμως της αισχύνης επικραίνοντο σφοδρώς κατά του Ιωάννου· εις δε εξ αυτών είχεν υιόν ονόματι Μονάν, ο οποίος λουόμενος κατά την ημέραν εκείνην εις το λουτρόν το ευρισκόμενον εις το μέσον της πόλεως, επνίγη υπό δαίμονος πονηρού εκείσε παραμένοντος· και τούτο μαθών ο ιερεύς, έδραμεν εις το λουτρόν· και ευρών το πτώμα του υιού του, έρχεται δρομαίος προς τον Ιωάννην, λέγων προς αυτόν: «Διδάσκαλε των Χριστιανών, ιδού ήλθεν ο καιρός δια να πιστεύσω και εγώ εις τον υπό σού κηρυττόμενον Θεόν· διότι ο υιός μου επνίγη υπό πονηρού πνεύματος εντός του λουτρού, και γνωρίζω ότι, εάν θέλης, δύνασαι να αναστήσης αυτόν· διότι έχομεν ακούσει π΄ντα όσα εποίησας εις την πόλιν των Φλωρών». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Πιστεύεις ότι δύναμαι να ποιήσω τούτο»; Απεκρίθη ο ιερεύς, ειπών: «Ναι, κύριε, πιστεύω», και λαβών τον Ιωάννην εκ της χειρός έφερεν αυτόν εις το λουτρόν όπου ευρίσκετο το πτώμα του πνιγέντος νέου, το οποίον έρριψαν εις τους πόδας του Αποστόλου· ο δε πατήρ αυτού εδέετο μετά δακρύων πικρών του Ιωάννου, λέγων: «Δια τον Θεόν σου, τον οποίον κηρύττεις, λυπήσου με και ανάστησον τον υιόν μου». Τότε ο Ιωάννης, προσευχηθείς, έλαβεν εκ της χειρός τον νεκρόν, και είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, ανάστηθι», και ευθέως ανέστη ο νεκρός, προς τον οποίον είπεν ο Ιωάννης: «Τι συνέβη εις σε; Πως έπαθες τούτο»; Απεκρίθη ο αναστηθείς νέος: «Κύριε, καθώς ελουόμην εντός του λουτρού, ήλθεν εκ της θύρας εις αιθίοψ ανήρ και με έπνιξεν». Ηννόησε δε ο Ιωάννης ότι ήτο εκεί ο δαίμων, τον οποίον εδίωξεν εκ του λουτρού του Διοσκορίδου εν τη Εφέσω· όθεν εισελθών εντός του λουτρού, είπε: «Προς σε λέγω, πονηρόν πνεύμα να είπης προς ημάς, πόσους χρόνους έχεις ενταύθα»; Ο δε δαίμων ανέκραξε λέγων: «Έξ έτη έχω· εγώ δε είμαι όστις πριν κατώκουν εις το λουτρόν του Διοσκορίδου εν Εφέσω και τον υιόν εκείνου πνίξας, υπό σου δε εκείθεν εκδιωχθείς· αλλά παρακαλώ σε, να μη με διώξης εκ του τόπου τούτου»· είπε δε ο Ιωάννης προς το πονηρόν πνεύμα: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου παραγγέλλω σοι να εξέλθης εκ της νήσου ταύτης, και να μη κατοικήσης πλέον μεταξύ των ανθρώπων, αλλά να μεταβής εις τόπους αγρίους και ακατοικήτους», και εν τω άμα εξηφανίσθη ο δαίμων κατά τον λόγον του Αποστόλου. Ταύτα πάντα ιδών ο ιερεύς έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγων: «Κύριε, ιδού εγώ, ο υιός μου και πας ο οίκος μου, ενώπιόν σου είμεθα, και ό,τι εάν είπης προς ημάς θα υπακούσωμεν και θα ποιήσωμεν». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Αληθώς εγνώρισα ότι δια την ωφέλειαν  των ψυχών σας ωκονομήθη παρά του Θεού το πάθημα τούτο του υιού σου· διότι δια του γεγονότος τούτου ωδηγήθητε προς την επίγνωσιν της αληθείας, επειδή προηγουμένως εφέρεσο σκληρώς προς τον λόγον της ευσεβείας. Τώρα λοιπόν πίστευσον εις τον Εσταυρωμένον, και θα σωθής συ και ο οίκος σου». Απεκρίθη ο ιερεύς, λέγων: «Και επίστευσα και πιστεύω, Μαθητά του αληθινού Θεού»· και παραλαβών ημάς εισήγαγεν εις τον οίκον αυτού ζητών ίνα βαπτισθή. Διδάξας λοιπόν και κατηχήσας αυτόν ικανώς ο Ιωάννης, εβάπτισε πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιε΄  Περί της τελουμένης θυσίας εις τον λύκον κατά την πρώτην εκάστου μηνός εις την πόλιν Μυρινούσαν.                                                                                                       

Εξελθόντες εκ της πόλεως Φλωράς και περιπατήσαντες, εισήλθομεν εις την πόλιν Μυρινούσαν κατά την πρώτην του Λώου (Αυγούστου) μηνός, και ελθόντες εις τον τόπον καλούμενον «Πιαστήριον» εύρομεν  εκεί τους πρώτους της πόλεως έχοντας ένα νέον σιδηροδέσμιον κείμενον κατά γης· ηρώτησε δε ο Ιωάννης ένα εκ των εκεί παρισταμένων, λέγων: «Δια ποίον λόγον είναι δεμένος ούτος ο νέος»; Απεκρίθη εκείνος ειπών: «Εκάστην πρώτην του μηνός προσφέρεται εις νέος καθαρός θυσία εις τον ευεργέτην λύκον».  Είπε δε ο Ιωάννης: «Και ποίος είναι ο λύκος ούτος; Επεθύμουν να μάθω». Λέγει πάλιν εκείνος: «Περί την τετάρτην ώραν της ημέρας έρχονται οι ιερείς και λαμβάνουσι τον νέον προς θυσίαν και ακολουθεί αυτούς όλος ο λαός· εάν λοιπόν θέλης να ακολουθήσης και συ, δύνασαι να ίδης τον λύκον και την θυσίαν την τελουμένην εις αυτόν». Είπε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Άνθρωπε, βλέπω σε άνθρωπον φρόνιμον, γνωστικόν και με πάσαν αρετήν εστολισμένον· επειδή δε εγώ είμαι ξένος και επιθυμώ να ίδω τον λύκον αυτόν, δείξον αυτόν παρακαλώ εις εμέ, και δια την χάριν ταύτην θα σοι δώσω μέγα δώρον»· τούτο δε ακούσας εκείνος, εδέχθη ίνα δείξη τον λύκον προς τον Ιωάννην. Όθεν ελθόντες εις τον τόπον εκείνον και συνομιλούντες μετά του ανθρώπου, αίφνης ο δαίμων ο καλούμενος λύκος ανέβη εκ του ποταμού εστολισμένος κατά φαντασίαν δια ποικίλου στολισμού. Ιδών ο Ιωάννης τον λύκον είπε: «Προς σε λέγω, πνεύμα πονηρόν, άκουσον»· και ευθύς εστάθη ο δαίμων· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Πόσα έτη έχεις εις τον τόπον τούτον»; απεκρίθη ο δαίμων λέγων: «Εκατόν εξήκοντα πέντε». Λέγει πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού του ζώντος, όπως εξέλθης εκ της νήσου ταύτης και εις ερήμους κι ακατοικήτους τόπους πλέον να έχης την διαμονήν σου»· και ευθέως το πονηρόν πνεύμα εγένετο άφαντον απ’ έμπροσθεν ημών. Ιδών δε ο άνθρωπος εκείνος το σημείον το οποίον εποίησεν ο Ιωάννης, έπεσεν εις τους πόδας αυτού λέγων: «Παρακαλώ σε, κύριε, ειπέ εις εμέ ποίος είσαι; Διότι βλέπω ότι και τους θεούς διατάσσεις και μετά τρόμου σού υπακούουσι». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εγώ είμαι Ιωάννης ο Απόστολος Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού· ούτος δε, τον οποίον σεις λέγετε λύκον, είναι πνεύμα πονηρόν και διαφθείρει τας ψυχάς των ανθρώπων· δια τούτο απέστειλέ με ο Χριστός ίνα διώξω τους δαίμονας και υποδείξω εις τους ανθρώπους την οδόν της αληθείας». Ταύτα ακούσας  ο άνθρωπος λέγει προς τον Απόστολον: «Πρακαλώ σε, άνθρωπε του Θεού, όπως ποιήσης και εμέ δούλον του Χριστού». Κατηχήσας δε τούτον ο Ιωάννης, εβάπτισεν αυτόν εις τον ποταμόν. Ενώ δε ακόμη ο Ιωάννης επεστήριζε δια λόγων πνευματικών τον φωτισθέντα αδελφόν, ιδού έρχονται οι ιερείς της αισχύνης φέροντες μεθ’ εαυτών σιδηροδέσμιον τον νέον δια να θυσιάσωσιν αυτόν εις τον δαίμονα· και δέσαντες αυτού τους πόδας και ετοιμάσαντες κατά πάντα, έλαβον εις χείρας το ξίφος και ανέμενον την εμφάνισιν του δαίμονος· διότι εφαίνετο πρώτον εις αυτούς ο δαίμων δι’ εκστάσεως και φαντασίας, κατελάμβανε δε αυτούς φόβος και τρόμος, και τότε έσφαζον τον νέον. Επειδή όμως ο δαίμων δεν εφαίνετο και εκείνοι ανέμενον, πλησιάσας αυτούς ο Ιωάννης είπεν: «Ω άνδρες, οι ευρισκόμενοι εις την πλάνην των δαιμόνων, αυτόν τον οποίον σεις νομίζετε ότι είναι θεός, τον δαίμονα αυτόν λύκον, εγώ εδίωξα μακράν εκ της νήσου ταύτης εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού μου· τι λοιπόν επιμένετε εις την παράνομον ταύτην θυσίαν; Λύσατε τον νέον και άφετε να υπάγη· εγώ δε θα σας εξηγήσω περί του δαίμονος, ο οποίος σας επλάνα μέχρι τούδε και διέφθειρε τας ψυχάς σας». Ταύτα ακούσαντες οι ιερείς εξέστησαν· διότι ουδείς ποτε  ετόλμησεν εις τον τόπον εκείνον ν ομιλήση ούτως ελευθέρως, δια τον φόβον του δαίμονος. Πάλιν λοιπόν ο Ιωάννης είπε προς αυτούς· «Υπακούσατέ μου, ω άνδρες, και λύσατε τον νέον· παύσατε δε και την ανόητον και φρενοβλαβή ταύτην λατρείαν των δαιμόνων δια της σφαγής ανθρώπων κατ’ εικόνα Θεού πλασθέντων· διότι ο λεγόμενος λύκος εδιώχθη παρ’ εμού και απεστάλη εις το σκότος το εξώτερον δια της δυνάμεως του Θεού μου»· προς ταύτα δε οι ιερείς ούτε καν ετόλμησαν να αποκριθώσι. Τότε λοιπόν ο Ιωάννης πλησιάσας έλυσε τον νέον εκ των δεσμών, και είπε προς αυτόν: «Ύπαγε προς τους γονείς σου εις την πόλιν», διότι δεν επετρέπετο εις ουδένα εκ των συγγενών του θυσιαζομένου ίνα παρευρίσκεται κατά την τελετήν της θυσίας του λύκου· είτα δε πλησιάσας έλαβε τας μαχαίρας εκ των χειρών των ιερέων, και πάντες οι ευρισκόμενοι εκεί εθαύμασαν· ουδείς όμως ετόλμησε να είπη προς τον Ιωάννην λόγον σκληρόν· διότι κατέλαβε πάντας θάμβος και έκστασις μεγάλη δια την εξαφάνισιν του θεού των. 

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιδ΄   Απελευθέρωσις της επιτόκου γυναικός του ηγεμόνος.                                                          

Συνέβη κατ’ εκείνας τας ημέρας, ώστε η γυνή του ηγεμόνος, η οποία ήτο έγκυος, να μη δύναται να γεννήση, ταλαιπωρουμένη δεινώς τρεις ημέρας, εκινδύνευε δε εις θάνατον. Πέστειλε λοιπόν ο ηγεμών προς τον Ιωάννην ανθρώπους παρακαλών αυτόν και λέγων: «Άνθρωπε του Θεού, ελθέ συντόμως δια να βοηθήσης ημάς». Επορεύθη δε ο Ιωάννης, και μόνον ως επλησίασεν εις τον οίκον του ηγεμόνος, ευθέως εγέννησεν η γυνή αυτού· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Δια ποίον λόγον προσεκάλεσας ημάς»; Απεκρίθη ο ηγεμών: «Όπως ευλογηθή ο οίκος μου δια σού». Λέγει προς αυτόν ο Απόστολος: «Εάν πιστεύσης εις τον Σωτήρα Χριστόν, θα γίνη εις τον οίκον σου σωτηρία»· είπε πάλιν ο ηγεμών: «Και επίστευσα και πιστεύω εις τον αποστείλαντά σε Χριστόν δια την σωτηρίαν πάντων των ανθρώπων». Διδάξας λοιπόν αυτόν ο του Χριστού Απόστολος και κατηχήσας, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· επειδή δε παρεκάλει αυτόν και η γυνή του ηγεμόνος, ίνα και ταύτην βαπτίση, απεκρίθη εις αυτήν ο Ιωάννης λέγων: «Δεν δύνασαι τώρα να βαπτισθής πριν παρέλθωσιν ημέραι τεσσαράκοντα». Ο δε ηγεμών έδιδεν αρκετά χρήματα προς τον Ιωάννην, λέγων: «Δέχου ταύτα, Πάτερ, εκ του τέκνου σου και ευλόγησον τον οίκον μου»· απεκρίθη δε προς αυτόν ο Απόστολος του Χριστού: «Δεν δύναται ο οίκος σου να ευλογηθή δια χρημάτων· αλλ’ ύπαγε συ μόνος και διαμοίρασον αυτά εις τους πτωχούς, και τοιουτοτρόπως θα είναι ο οίκος σου ευλογημένος». Εμείναμεν δε εκεί εις την οικίαν του ηγεμόνος τρεις ημέρας, και εξελθόντες εκείθεν επανήλθομεν εις την οικίαν του Μύρωνος, ένθα υπήρχον πολλοί συνηγμένοι, τους οποίους πάντας εδίδαξεν ο Ιωάννης· αφού δε εδίδαξεν αυτούς ικανώς και εχειροτόνησεν εις αυτούς πρεσβυτέρους, είτα επιτελέσας την θείαν Λειτουργίαν και μεταδώσας εις πάντας τα θεία Μυστήρια, παρέδωκεν αυτούς εις την Χάριν του Κυρίου· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν. 

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιγ΄  Θεραπεία του υδρωπικού.                                                                                                       

Άλλην πάλιν ημέραν ήλθομεν εις μίαν στοάν καλουμένην Δομεστίαν, και ήλθον εκεί πολλοί τους οποίους εδίδασκεν ο Ιωάννης· ήτο δε εκεί πλησίον άνθρωπος υδρωπικός, έχων έξ έτη εν τη ασθενεία ταύτη, και τόσον ήτο ούτος καταβεβλημένος υπό της ασθενείας, ώστε δεν ηδύνατο ούτε καν να ομιλήση, αλλά μόνον δια νεύματος ζητήσας χάρτην και μελάνην έγραψε δύο στίχους προς τον Ιωάννην ούτω: «Τω Αποστόλω και Μαθητή του Χριστού, ο ταλαίπωρος εγώ, ελέησόν με και ανάστησόν με από της ασθενείας μου». Λαβών δε ο Ιωάννης τον χάρτην και αναγνούς, ηυσπλαγχνίσθη αυτόν και αντέγραψε λέγων: «Τω ανθρώπω τω έχοντι το πάθος του ύδρωπος, Ιωάννης ο Απόστολος του Χριστού· εν ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος να γίνης υγιής». Λαβών ο υδρωπικός τον χάρτην και αναγνώσας ευθέως ηγέρθη ως εάν μη είχεν ουδέποτε ασθενήσει. Και τούτο ιδών ο λαός, έκραξε λέγων: «Μέγας είναι ο Θεός του Ιωάννου, ο οποίος ενεργεί τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια», πολλοί δε εξ αυτών και εβαπτίσθησαν. Επίσης και ο θεραπευθείς υδρωπικός, ελθών και πεσών εις τους πόδας του Αποστόλου, εζήτει και αυτός ίνα βαπτισθή, τον οποίον και κατηχήσας εβάπτισε κατ’ αυτήν την ιδίαν ημέραν. 

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιβ΄  Θεραπεία του χωλού και του πατρός αυτού ιερέως των ειδώλων.                                              
Εξελθόντες εκ της οικίας του Φίλωνος ήλθομεν πλησίον της θαλάσσης, και συνήχθησαν εκεί πολλοί, τους οποίους εδίδασκεν ο Ιωάννης· ήλθον δε εκεί και οι ιερείς του Απόλλωνος, εκείνοι οι οποίοι είχον μεταβή προς τον Κύνωπα εναντίον του Ιωάννου, και τους εδίδασκεν· εις δε εξ αυτών, θέλων να πειράξη τον Ιωάννην, είπεν εις αυτόν· «Διδάσκαλε, έχω υιόν χωλόν και από τους δύο πόδας· θεράπευσον λοιπόν αυτόν δια να πιστεύσω καγώ εις τον Εσταυρωμένον». Είπε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εάν πιστεύσης εις τον Χριστόν, θα θεραπευθή ο υιός σου». Απεκρίθη εκείνος: «Όχι, αλλά πρώτον ποίησον τον υιόν μου υγιά και ύστερον να πιστεύσω». Τότε λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης εντονώτερον: «Μη πειράζης τον απείραστον, και μη βλασφημής απιστών· εν δε τω ονόματι του Ιησού Χριστού να γίνης και συ χωλός και από τους δύο πόδας». Και ευθέως παρελύθησαν τα νεύρα και αι αρμονίαι των ποδών του, και πεσών εις την γην έμεινεν ακίνητος. Είπε δε ο Ιωάννης προς τον άλλον ιερέα: «Ύπαγε εις τον οίκον τούτου του ασθενούς και δείξον τον πάσχοντα υιόν του εις τον μαθητήν μου». Απελθών λοιπόν εγώ εις τον οίκον του ιερέως, είπον προς τον πάσχοντα τους πόδας παίδα: «Είπεν ο Απόστολος του Χριστού Ιωάννης, ίνα έλθης ταχέως προς αυτόν εν τω ονόματι του Εσταυρωμένου». Ευθύς δε ο παις εγερθείς ηκολούθησεν εμέ, και ελθών προς τον Ιωάννην έπεσε και προσεκύνησεν αυτόν· και τούτο ιδών ο πατήρ αυτού, έκραξε μετά δακρύων και μεγάλης φωνής λέγων: «Ελέησόν με, μαθητά του ευσπλάγχνου Θεού». Σπλαγχνισθείς δε αυτόν ο Ιωάννης και σφραγίσας δια του τύπου του Τιμίου Σταυρού τρεις φοράς ανέστησεν αυτόν εις τους πόδας· πάντες δε οι ιδόντες τούτο εθαύμαζον επί τη του Χριστού μεγαλειότητι και επίστευσαν. Εβαπτίσθη λοιπόν ο ποτέ ιερεύς του Απόλλωνος μετά του υιού και παντός του οίκου αυτού. 

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ια΄  Περί του Ιουδαίου Φίλωνος.                                                                                              

Εις την πόλιν εκείνην ευρίσκετο εις Ιουδαίος, ονομαζόμενος Φίλων, ανήρ γνωστικός και νομικός γνωρίζων κατά γράμμα τον Μωσαϊκόν νόμον, ο οποίος είχε γυναίκα λελεπρωμένην. Ούτος λοιπόν, ιδών κατά την αγοράν τον Ιωάννην, ήρξατο να συζητή περί των Μωσαϊκών βιβλίων· ο δε Ιωάννης πάντα τα υπ’ εκείνου λεγόμενα και τα δυσκολονόητα, κατά πνεύμα ηρμήνευεν. Επειδή όμως εφιλονείκει ο Φίλων, δια τούτο ευρίσκοντο εις ασυμφωνίαν επί δύο ολοκλήρους ημέρας· την δε τρίτην ημέραν αφού συνεζήτησαν εν εκτάσει ενώπιον και άλλων πολλών και είδεν ο Ιωάννης την σκληροκαρδίαν και την επιμονήν του Φίλωνος, είπε προς αυτόν: «Φίλων, Φίλων, δεν χρειάζεται η θεία Γραφή πολυλογίαν, αλλά υπακοήν εις τα υπ’ αυτής διδασκόμενα και καθαράν καρδίαν». Εις δε τον τόπον εκείνον εις άνθρωπος έκειτο εις την γην κατεχόμενος υπό σφοδρού πυρετού, τον οποίον ετοποθέτησαν εκεί οι συγγενείς του δια να θεραπευθή υπό του Ιωάννου διερχομένου εκείθεν. Όταν δε ο θείος Ιωάννης, αποχωρισθείς του Φίλωνος, έμελλε να αναχωρήση, εις νεανίσκος, ιστάμενος πλησίον του ασθενούντος, έκραξε λέγων: «Διδάσκαλε των Χριστιανών, παρακαλώ σε, δος προσοχήν εις τον ασθενή τούτον και θεράπευσον αυτόν». Πλησιάσας δε ο Ιωάννης εις τον ασθενή, είπε προς αυτόν: «Εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού ανάστα και μετάβηθι εις τον οίκον σου». Και ευθύς ο ασθενών εγερθείς προσεκύνησε τον Ιωάννην και επορεύθη εις τον οίκον αυτού δοξάζων τον Θεόν. Ιδών ο Φίλων εκείνο το οποίον εποίησεν ο Ιωάννης, δραμών έλαβεν αυτόν εκ της χειρός λέγων: «Διδάσκαλε, τι είναι αγάπη»; Απεκρίθη ο Απόστολος: «Νομικέ, αγάπη είναι ο Θεός, και εκείνος ο οποίος έχει την αγάπην, έχει τον Θεόν». Λέγει πάλιν ο Φίλων: «Δείξον λοιπόν την του Θεού αγάπην και ελθέ εις τον οίκον μου, όπως φάγωμεν άρτον, δια να είναι ο Θεός μεθ’ ημών»· ευθέως δε ηκολούθησεν αυτόν ο Ιωάννης· μόλις δε εισήλθομεν εις τον οίκον του Φίλωνος, ευθύς κατ’ αυτήν την ώραν εκαθαρίσθη η γυνή αυτού εκ της λέπρας· και τούτο ιδών ο πρώην επίμονος και φιλόνεικος Φίλων, αμέσως μετεβλήθη, και προσπεσών εις τον Απόστολον έλεγε: «Διδάσκαλε, μη οργισθής εναντίον μου δια τους λόγους τους οποίους εφιλονείκησα εναντίον της ενθέου διδασκαλίας σου, αλλά δος εις εμέ και την δούλην σου την σύζυγόν μου την του Χριστού σφραγίδα». Κατηχήσας όθεν αυτόν ικανώς, εβάπτισεν αυτόν μεθ’ όλου του οίκου αυτού, και εμείναμεν εκεί ημέρας τινάς.


Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ι΄  Ανάστασις των τριών παιδίων και ο φωτισμός των Πατμίων.                                            

Ιδών αυτούς ο Ιωάννης εις τοιαύτην πλάνην ευρισκομένους και λυπηθείς δια την πώρωσιν της καρδίας αυτών, στενάξας και δακρύσας προσηύξατο προς τον Θεόν λέγων· «Δημιουργέ πάσης πνοής και ζωής χορηγέ Ιησού Χριστέ, δι’ ον ταύτα πάσχω, έμβαλε ευθύτητα εις τας καρδίας του λαού, όπως μηδείς αυτών απόληται». Και ταύτα ειπών, συνεβούλευεν είτα τον λαόν λέγων: «Άνδρες αδελφοί, ακούσατέ μου· ιδού έχετε σήμερον τέσσαρας ημέρας νήστεις περιμένοντες τον Κύνωπα, ο οποίος είναι αδύνατον να επιστρέψη πλέον. Παρακαλώ λοιπόν όπως αναχωρήσητε επιστρέφοντες έκαστος εις τον οίκον αυτού δια να φάγη τον άρτον του». Και μετά ταύτα ελθών πλησίον των εκ της πείνης αποθανόντων παιδίων, προσηύξατο λέγων: «Ο δια της εν τη εσχάτη ημέρα φοβεράς σάλπιγγος εγείρων τους απ’ αιώνος κοιμηθέντας, Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρησαί μοι τω σω δούλω τας ψυχάς των τριών τούτων παίδων, όπως ενδοξασθή σου το πανάγιον όνομα επί σωτηρία του λαού σου τούτου»· ευθύς δε μόλις ετελείωσε την ευχήν ο Απόστολος, ανέστησαν οι νεκροί, και τούτο το σημείον ιδόντες οι παριστάμενοι άνθρωποι προσέπεσον εις τους πόδας του Ιωάννου λέγοντες: «Αληθώς εις πλάνην μεγάλην ευρισκόμεθα· διότι συ είσαι πράγματι ο της αληθείας διδάσκαλος». Βλέπων ο του Χριστού Απόστολος ότι επεστράφη το πνεύμα αυτών εις ευθύτητα και επίγνωσιν και ότι ήσαν ούτοι παραλελυμένοι εκ της πείνης, είπε προς αυτούς: «Υπάγετε μετ’ ειρήνης εις τους οίκους σας, ίνα φάγητε και αναλάβητε τας δυνάμεις σας· εγώ δε θα μεταβώ εις την οικίαν του Μύρωνος του δούλου του Θεού, και αύριον θα έλθω πάλιν να σας συναντήσω και ομιλήσω τα πρέποντα». Και ούτω ποιήσας ευχήν απέλυσε πάντας αυτούς· ημείς δε μετέβημεν εις την οικίαν του Μύρωνος, εις την οποίαν μόλις εισήλθομεν εγένετο μεγάλη χαρά και αγαλλίασις, και πάντας τους εκεί αδελφούς παρηγόρησεν ο Ιωάννης δια των λόγων του Αγίου Πνεύματος· και παρατεθείσης τραπέζης εφάγομεν και εδοξάσαμεν τον Κύριον μετά ψυχικής αγαλλιάσεως. Την επομένην ημέραν συνήχθη πάσα η πόλις έξωθεν της οικίας του Μύρωνος, και πάντες έκραζον λέγοντες: «Μύρων, Μύρων, πολλών επαίνων άξιε, δος εις ημάς τον Διδάσκαλον ημών, όπως ωφεληθώμεν  και φωτισθώμεν παρ’ αυτού». Ο δε Μύρων υπωπτεύετο μήπως δια πονηρίας προσκαλούσιν έξω της οικίς τον Ιωάννην, ίνα θανατώσωσιν αυτόν, και τούτο εννοήσας ο Απόστολος, είπε προς αυτόν: «Διατί είναι τεταραγμένη η καρδία σου; Εγώ πιστεύω εις τον Χριστόν, ότι δεν υπάρχει ουδεμία κακία εντός των ανθρώπων τούτων». Και ταύτα ειπών εξήλθε της οικίας· ιδόντες δε αυτόν οι άνθρωποι, εχάρησαν χαράν μεγάλην και έκραξαν λέγοντες: «Συ είσαι ο ευεργέτης των ψυχών ημών· συ είσαι ο φωτίζων ημάς δια του αθανάτου φωτός». Τότε ο θείος Ιωάννης απεκρίθη προς αυτούς λέγων: «Εγώ μεν είμαι άνθρωπος θνητός όμοιος με σας· εκείνος δε ο οποίος με απέστειλεν, ο Ιησούς Χριστός ο Υιός του Θεού, αυτός είναι ο αληθινός ευεργέτης και φωταγωγός των ψυχών, μάλιστα των εις αυτόν πιστευόντων· αυτός λυπηθείς το γένος των ανθρώπων ευρισκόμενον εντός του βυθού της αγνωσίας και υπό της πλάνης των δαιμόνων κατακεκαλυμμένον, ηυδόκησε δια την πολλήν του αγαθότητα να λάβη σάρκα εκ της Αγίας Παρθένου και μένων Θεός να γίνη άνθρωπος, όμοιος με ημάς, χωρίς της αμαρτίας, και υπέμεινε θεληματικώς Σταυρόν και θάνατον, όπως τούτον καταργήση· όθεν αιχμαλωτίσας τον άδην, θανατώσας τον θάνατον και ελευθερώσας τας εις τον άδην ευρισκομένας ψυχάς, ανέστη εκείθεν την τρίτην ημέραν, και ημάς τους Μαθητάς και υπηρέτας αυτού απέστειλεν εις πάντα τον κόσμον δια να κηρύσσωμεν την Βασιλείαν του, χορηγήσας εις ημάς εξουσίαν κατά των ακαθάρτων δαιμόνων και δύναμιν να ενεργώμεν σημεία και θαύματα και θεραπείας διαφόρων ασθενειών δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, όπως δια τούτων πάντων επιστρέψωσι τα έθνη προς τον αληθινόν Θεόν και Δημιουργόν των απάντων. Και σεις λοιπόν, τέκνα μου, μη κλείητε τα ώτα της καρδίας σας, αλλά φεύγοντες από την πλάνην, πλησιάσατε εις το φως της αληθείας». Ταύτα και άλλα περισσότερα διδάξας ο Ιωάννης, παρηγόρει αυτούς, πολλοί δε εξ αυτών πιστεύσαντες εβαπτίσθησαν εκεί εις την οικίαν του Μύρωνος.