Όταν
εβασίλευον εις την Αίγυπτον οι τελευταίοι των Πτολεμαίων, εις εκ των οποίων
κατά τον παλαιόν καιρόν, όταν αυτοί εξουσίαζον την Παλαιστίνην, είχε
συγκεντρώσει τους διδασκάλους των Ιουδαίων και τους είχεν υποχρεώσει να κάμουν την
μετέφρασιν της Αγίας Γραφής την καλουμένην των Εβδομήκοντα, εις δε την Ιουδαίαν
εβασίλευον οι τελευταίοι των Μακκαβαίων και δη ο μισητός καταστάς εις τους
Ιουδαίους βασιλεύς αυτών Αλέξανδρος ο και Ιανναίος (104 – 78 π.Χ.), ήτο εις τα
Ιεροσόλυμα ευσεβής τις και Δίκαιος διδάσκαλος των Εβραίων ονόματι Συμεών, όστις
και εδέχθη κατόπιν τον Χριστόν εις τας αγκάλας του. Ούτος κατ’ εκείνον τον
καιρόν, ογδοήκοντα περίπου έτη προ της ενσάρκου του Χριστού οικονομίας,
επιστρέφων μετ’ άλλων διδασκάλων των Εβραίων εις Ιεροσόλυμα εκ τινος υπηρεσίας,
εις την οποίαν είχον αποσταλή, συνωμίλει μετ’ αυτών περί διαφόρων ρητών
περιεχομένων εις τας βίβλους των Προφητών. Μεταξύ δε άλλων λέγει ο Συμεών προς
αυτούς· «Εγώ, ερμηνεύων τον Προφήτην Ησαϊαν, είδον να λέγη· «Ιδού η Παρθένος εν
γαστρί λήψεται, και τέξεται Υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (Ησ.
ζ: 14). Το τοιούτον, αγαπητοί μου φίλοι, σημαίνει ότι μία Παρθένος μέλλει να
συλλάβη εν τη κοιλία αυτής και να γεννήση υιόν και θα καλέσωσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ·
εις τούτο θαυμάζω υπερβολικά, διότι πως είναι δυνατόν παρθένος να γεννήση; Ή
πως είναι δυνατόν Θεός να γεννηθή; Δεν πιστεύω να γίνη αυτό ποτέ». Τότε πάραυτα
είδεν αοράτως ωσάν χείρα τινα, ήτις του έδωκεν ηχηρότατον ράπισμα και φωνή
ηκούσθη λέγουσα προς αυτόν· «Και θα τον ιδής τον Χριστόν και θα τον πιάσης με
τας χείρας σου». Προχωρούντες οι διδάσκαλοι έφθασαν αργά εις ποταμόν τινα, εκεί
δε εκβάλλει ο Συμεών το δακτυλίδιόν του και το ρίπτει εις τον ποταμόν λέγων·
«Εάν είναι αληθές το τοιούτον ρητόν, τότε και εγώ να εύρω πάλιν το δακτυλίδιόν
μου». Προχωρήσαντες δε έτι περαιτέρω έφθασαν εις την πλησίον του ποταμού πόλιν
και ηγόρασαν ψάρια δια να τα μαγειρεύσωσι και να φάγωσι κατά την εσπέραν
εκείνην. Επειδή δε είχον αλιεύσει αυτά από τον ποταμόν εκείνον, εις τον οποίον
είχε ρίψει το δακτυλίδιόν του ο Συμεών, Θεού ευδοκία, εις το οψάριον το οποίον
έλαβεν ο Συμεών να κόψη, βλέπει το δακτυλίδιόν του να είναι εις τα σπλάγχνα του
οψαρίου. Και τότε πλέον επίστευσεν εις την αλήθειαν ταύτην. Όθεν ανέμενε μετέπειτα
πότε να ιδή τον Χριστόν ως βρέφος και να τον δεχθή εις τας αγκάλας του. Όταν δε
εγήρασε και δεν ηδύνατο πλέον να περιπατή, τόσον ώστε έφθασεν εις εκατόν δέκα
έτη και περισσότερον, τότε κατηξιώθη και είδεν εκείνον τον οποίον επεθύμει και
εζήτει η ψυχή του. Δια ποίου δε τρόπου εδέχθη τον Χριστόν εις τας αγκάλας του,
ας ακούσωμεν πως διαλαμβάνει το Θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον. «Ότε επλήσθησαν αι
ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις
Ιεροσόλυμα παραστήσαι τω Κυρίω, καθώς γέγραπται εν νόμω Κυρίου, ότι, παν άρσεν
διανοίγον μήτραν, άγιον τω Κυρίω κληθήσεται· και του δούναι θυσίαν, κατά το
ειρημένον εν νόμω Κυρίου, ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών». Ήκουσας
του Ευαγγελίου την ρήσιν, μάθε και την εξήγησιν. Όταν, λέγει, ετελείωσαν αι
ημέραι του καθαρισμού, επειδή ο Μωϋσής επρόσταξεν εις τον Νόμον, ότι πάσα γυνή,
ήτις ήθελε γεννήσει παιδίον, τεσσαράκοντα ημέρας να μη πλησιάση με τον άνδρα
της, εις Εκκλησίας να μην εισέλθη, εις Ιερόν να μην προσευχηθή. Τεσσαράκοντα δε
ήσαν αι ημέραι τεταγμέναι, ότι τεσσαράκοντα ημέρας έβρεχεν εις τον κατακλυσμόν
και δια τεσσαράκοντα πληγών εδέρετο ο άτιμος. Λέγει λοιπόν το Ιερόν Ευαγγέλιον·
όταν ετελείωσαν αι τεσσαράκοντα ημέραι, αίτινες ήσαν καθωρισμέναι υπό του Νόμου
(Λευίτ. ιβ : 2-4) δια τον καθαρισμόν της τεκούσης άρρεν γυναικός, τότε και η
Παναγία επήρε το Βρέφος Ιησούν και επήγεν εις τον ναόν, να εκπληρώση το
πρόσταγμα του Νόμου. Βεβαίως η Παναγία δεν είχε συλλάβει από άνδρα, ούτε δια
της αμαρτίας εγέννησε, δια να έχη και αυτή ανάγκην της τεσσαρακονθημέρου
καθάρσεως· διότι χωρίς το θέλημά της συνέλαβεν εκ Πνεύματος Αγίου. Οι Εβραίοι όμως
δεν εγνώριζον τούτο και αν επήγαινεν ενωρίτερα από τας τεσσαράκοντα ημέρας δεν
θα την άφηναν να εισέλθη εις τον Ιερόν. Δι’ αυτό, αλλά και δια να φανή ότι και
αυτή εφύλαττε τον Νόμον, έμεινεν εις τον οίκον της τας διατεταγμένας
τεσσαράκοντα ημέρας. Όταν λοιπόν ετελείωσαν, επήρε τον Χριστόν βρέφος να τον
υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, να τον εισαγάγη εις τον Ναόν, επειδή είχον την
συνήθειαν και έβαζαν τα μικρά παιδιά μέσα εις την Εκκλησίαν και τα αφιέρωναν
εις τον Ιερόν, διότι ούτω έγραφεν ο Νόμος του Μωϋσέως· ότι έκαστον παιδίον, το
οποίον θα πρωτοανοίξη την μήτραν της μητρός του, είναι άγιον και χρισμένον παρά
Θεού. Ο λόγος αυτός, φαίνεται, ότι εκπληρούται εις έκαστον παιδίον το οποίον θα
πρωτογεννηθή, αλλά δεν εκπληρούται εις κάθε πρωτόγονον, ειμή μόνον εις τον Χριστόν
εξεπληρώθη αυτό· διότι πολλοί είναι πρωτόγονοι, αλλ’ όμως δεν είναι άγιοι. Ειπέ
εις ημάς και συ Μωϋσή, πως ορίζεις; Ο Κάϊν, όστις ήτο πρωτόγονος, ήτο άγιος;
Εκείνος, όστις εφόνευσε τον αδελφόν του Άβελ; Ο οποίος ελύπησε τον πατέρα του,
ο οποίος παρώργισε τον Θεόν, ο οποίος έλαβε κατάραν εκ Θεού; Αυτός ήτο Άγιος
και αφιερωμένος εις τον Θεόν; Μήπως ο Ησαύ, όστις ήτο και αυτός πρωτόγονος,
άγιος ήτο; Ο οποίος δι’ ένα πινάκιον φακής έδωσε τα πρωτεία του εις τον Ιακώβ;
Ο οποίος εζούσε με την μάχαιράν του; Ο οποίος από τας πολλάς πορνείας εις τας
οποίας είχε περιπέσει τον ωνόμασαν Εδώμ, ήτοι θερμασίαν της αμαρτίας; Μήπως ήτο
και αυτός άγιος; Μήπως ο Ρουβίμ, ο πρωτόγονος του Ιακώβ, ήτο άγιος, όστις
επώλησε τον αδελφόν του Ιωσήφ; Ο οποίος έπεσε με την παλλακίδα του πατρός του
την Βαλλάν; Ο οποίος εμίανε την κοίτην του πατρός του; Αυτός ήτο άγιος και
αφιερωμένος εις τον Θεόν; Αλλά πως λέγει ότι έκαστον άρρεν παιδίον, το οποίον
θα πρωτογεννηθή, είναι άγιον; Βλέπεις λοιπόν ότι δεν το λέγει δια κάθε παιδίον,
αλλά μόνον δια τον Χριστόν το είπεν; Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις τον λόγον μας.
Επειδή λοιπόν ήτο τεταγμένον υπό του Μωϋσέως να κάμνωσιν ούτως, επήγε και η
Παναγία εις το Ιερόν. Είχον δε και άλλην συνήθειαν, να πηγαίνουν εις το Ιερόν
και δύο τρυγόνας ή δύο περιστεράς· από άλλο γένος πτηνών δεν έπαιρναν, ειμή από
αυτά τα δύο, διότι αυτά είναι τα καθαρώτερα από όλα. Η τρυγών είναι κατά πολύ
σώφρων, όταν δε αποθάνη το εν εκ των δύο, το άλλο φεύγει εις τα όρη και εις την
ερημίαν, διότι δεν αγαπά την σύγχυσιν του κόσμου. Η περιστερά δε είναι και αυτή
κατά πολύ ακεραία, ήτοι άκακος και ήμερος, δι’ αυτό ορίζει και ο Κύριος εις το
Άγιον Ευαγγέλιον, ότι «Γίγνεσθε ουν φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι
περιστεραί» (Ματθ. ι: 16), ήτοι ο όφις
έχει συνήθειαν, όταν τον κτυπώσι, αφήνει όλον το σώμα εκτεθειμένον εις κίνδυνον
θανάτου, μόνον δε την κεφαλήν του κρύπτει· ούτωφρόνιμοι πρέπει να είμεθα και
ημείς οι Χριστιανοί· τα πλούτη μας όλα, και το σώμα μας ακόμη να τα δίδωμεν εις
θάνατον δια την αγάπην του Χριστού, μόνον την πίστιν μας να φυλάττωμεν από όλα
περισσότερον. Να είμεθα δε επίσης ως αι περιστεραί, εις όλα άκακοι, να μη
κρατώμεν μίσος και έχθραν με Χριστιανόν τινα, ούτε να πονηρευώμεθα εις έκαστον
λόγον και να περιπίπτωμεν εις κακούς λογισμούς. Επειδή λοιπόν απ’ όλα τα πτηνά
η περιστερά είναι καθαρωτέρα και άκακος, δια τούτο επήγαιναν δύο περιστεράς ή
δύο τρυγόνας. Τι δε έκαμναν τα πτηνά αυτά; Λέγομεν εις τούτο ότι την μεν μίαν
τρυγόνα και την μίαν περιστεράν έσφαζον, τα δε άλλα δύο τα άφηναν πάλιν να
πετούν, όπου θέλουν· εσήμαινε δε τούτο, ότι ο Χριστός ήτο διπλούς την φύσιν·
Θεός και άνθρωπος· και η μεν ανθρωπότης του έπαθε και απέθανεν, η δε Θεότης του
έμεινεν απαθής, ασταύρωτος και αθάνατος. Αυτό εσήμαιναν τα δύο πτηνά εκείνα.
Ούτω λοιπόν κατά τον Νόμον έκαμε και η Παναγία, επήρε και αυτή δύο πτηνά, και
επήγεν εις το Ιερόν με τον Ιωσήφ τον νομιζόμενον ως άνδρα της. Ακούσατε δε πως
ορίζει εν συνεχεία το Άγιον Ευαγγέλιον. «Και ιδού ην άνθρωπος εν Ιεροσολύμοις ω
όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος
παράκλησιν του Ισραήλ και Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν· και ην αυτώ κεχρηματισμένον
υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον, πριν ή ίδη τον Χριστόν Κυρίου·
και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το Ιερόν». Εις την Ιερουσαλήμ, δηλαδή, ήτο
άνθρωπος τις, Συμεών το όνομά του, όστις ήτο δίκαιος και ευλαβής. Ακούσατε πως
ο Ευαγγελιστής Λουκάς μαρτυρεί τον Άγιον δίκαιον και ευλαβή; Πράγματι και ήτο,
ως το λέγει· διότι, αν δεν ήτο τοιούτος, δεν ήθελεν αξιωθή τοιούτου χαρίσματος.
Και συ, ω άνθρωπε, οίος δήποτε και αν είσαι, εάν θέλης να δεχθής τον Χριστόν,
όχι ως βρέφος, αλλ’ ως τέλειον, όχι σωματικώς, αλλά θεϊκώς, όχι εις τας
αγκάλας, αλλά εις την καρδίαν, γενού δίκαιος και ευλαβής, και φοβού τον Θεόν,
δια να αξιωθής και περισσοτέρου χαρίσματος. Πως δε να γίνης δίκαιος; Όχι μόνον
όταν σε βάλουν κριτήν και μοιραστήν, να κρίνης και μοιράσης το δίκαιον· αλλά
γνώριζε καλά, ότι η ψυχή του ανθρώπου λέγεται εικών και ομοίωσις του Θεού του
αοράτου, το δε σώμα είναι γη, και πάλιν εις την γην έρχεται. Επειδή λοιπόν η
ψυχή εικών του Θεού και ομοίωσις λέγεται, δια τούτο είναι τιμιωτέρα, το δε σώμα
είναι κατώτερον και υπόδουλον της ψυχής· και η μεν ψυχή ζητεί αείποτε τα
ουράνια και τας εντολάς του Θεού ζητεί πάντοτε να πράττη. Το δε σώμα, επειδή
από γην είναι, θέλει να πράττη τα έργα της γης, ήτοι να πολυκοιμάται, να
πολυτρώγη, να κυλίεται εις αμαρτίας και εις πάθη, να απολαμβάνη τους καρπούς
της αμαρτίας, να αρπάζη τα ξένα πράγματα, να πορνεύη και εν γένει να διαπράττη
όλα τα της γης έργα ή μάλλον του διαβόλου. Συ δε, ω άνθρωπε, ειπέ μοι· ποίον
είναι πρεπωδέστερον; Να ορίζη ο μεγαλύτερος ή ο μικρότερος; Να βασιλεύη ο
τιμιώτερος ή ο ατιμότερος; Ασφαλώς πρέπει να ορίζη ο πλέον δυνατός, πνευματικώς
και σωματικώς· ούτω είναι ανάγκη να άρχη και η ψυχή του σώματος, ως πλέον
τιμιωτέρα και ουχί το σώμα της ψυχής, και επομένως, όταν το σώμα κάμνη το
θέλημα της ψυχής, τότε ο τοιούτος άνθρωπος λέγεται δίκαιος· όταν το σώμα δεν
ποιή πλέον ουδέν κακόν αυτού θέλημα, τότε ο άνθρωπος ούτος γίνεται δίκαιος,
τότε αξιώνεται να δεχθή τον Χριστόν, όπως ακριβώς και ο Συμεών. «Και ο άνθρωπος
ούτος δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ». Ο Συμεών,
δηλαδή, ανέμενε πότε να έλθη η παρηγορία του Ισραήλ. Ισραήλ ερμηνεύεται νους
ορών τον Θεόν· δι’ αυτό και όλοι ημείς όσοι επιστεύσαμεν εις τον Χριστόν
λεγόμεθα Ισραηλίται. Ανέμενε λοιπόν ο Συμεών πότε να έλθη η παρηγορία των
Χριστιανών, ο Χριστός, δια να ελευθερώση ημάς από τας αμαρτίας μας. Αυτό
προανήγγειλε και ο Πατριάρχης Ιακώβ, ειπών· «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα, και
ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως εάν έλθη τα αποκείμενα αυτώ, και Αυτός
προσδοκία εθνών» (Γεν. μθ: 10). Δηλαδή· δεν θα εκλείψη ο βασιλεύς από το γένος
του Ιούδα, έως ου να έλθη ο προσδοκώμενος και αυτός θα είναι προσδοκία των εθνών,
Αυτόν δηλαδή θα αναμένουν τα έθνη. Επληρώθη δε ο λόγος ούτος εις τον Χριστόν,
διότι οι Εβραίοι, έως ου εγεννήθη ο Χριστός, είχον βασιλείς, από τότε δε πλέον
δεν εβασίλευσεν εις αυτούς ουδείς βασιλεύς. Εκείνον λοιπόν προέλεγεν ο Ιακώβ
προσδοκίαν των εθνών. Αυτό ορίζει και ο Ευαγγελιστής «παράκλησιν του Ισραήλ»,
ώστε τον Χριστόν επερίμενε πότε να ιδή ο Συμεών. «Και Πνεύμα Άγιον ην επ’
Αυτόν», ορίζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Επειδή δηλαδή ήτο δίκαιος και ευλαβής,
είχε και Πνεύμα Άγιον, ως το ορίζει ο Απόστολος Παύλος, λέγων ότι, «ει δε τις
Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ έστιν αυτού» (Ρωμ. η: 9). Όστις δηλαδή δεν
είναι άξιος να έχη Πνεύμα Άγιον, εκείνος δεν είναι του Χριστού· επειδή δε ο
Συμεών ήτο δούλος και άξιος υπηρέτης του Χριστού, είχε και Πνεύμα Άγιον. Και
πάλιν ο Προφήτης Δαυϊδ και ο υιός αυτού ο Σολομών λέγουσιν· «Αρχή σοφίας, φόβος
Κυρίου» (Ψαλμ. ρι: 10. Παρ. α:7. Παρ. θ: 10), όχι της σοφίας, άνθρωπε, μόνον
του κόσμου, της Ελληνικής και πεπλανημένης, αλλά της Θεϊκής· επειδή εάν έλεγον
δι’ εκείνην την σοφίαν των Ελλήνων θα εψεύδοντο. Πως θα εψεύδοντο; Ακούσατε.
Ποίος σοφός των Ελλήνων είχε φόβον Θεού; Δεν ήσαν ειδωλολάτραι; Ο Όμηρος ο
μέγας ποιητής, δεν λέγει· «Ζεύ κύδιστε, μέγιστε, κελαινεφές, αιθέρι ναίων»;
Μόνον τον Δία λοιπόν επικαλείται. Ο Ησίοδος
και αυτός δεν λέγει· «Ζεύς υψιβρεμέτης, ος υπέρτατα δώματα ναίει»; Ότι δηλαδή ο
Ζεύς ορίζει τας βροντάς; Οι φιλόσοφοι όλοι δεν ήσαν και αυτοί Έλληνες; Είχον
εκείνοι φόβον Θεού; Δια ποίαν σοφίαν λοιπόν λέγουν οι Προφήται; Ασφαλώς δια την
μίαν εκ των επτά Χαρίτων του Αγίου Πνεύματος· διότι επτά είναι τα Χαρίσματα του
Παναγίου Πνεύματος, ως λέγει ο Προφήτης Ησαϊας. Πνεύμα σοφίας πρώτον. Πνεύμα
συνέσεως δεύτερον. Πνεύμα γνώσεως τρίτον. Πνεύμα ευσεβείας τέταρτον. Πνεύμα
ισχύος πέμπτον. Πνεύμα βουλής έκτον. Πνεύμα φόβου Θεού έβδομον. Βλέπεις λοιπόν
ότι υψηλότερον είναι το Χάρισμα της σοφίας, και κατώτερον του φόβου Θεού; Και
ότι αυτά τα επτά Χαρίσματα είναι ως μία κλίμαξ; Εάν πρώτον δεν αποκτήσης φόβον
Θεού, σοφίαν δεν κερδίζεις, διότι ως λέγει και ο Προφήτης Σολομών· «Εις
κακότεχνον ψυχήν ουκ εισελεύσεται σοφία» (Σοφ. Σολ. α: 4) εάν δε και
εισελεύσεται, ταχέως εξελεύσεται. Τουτέστιν, εις καρδίαν αμαρτωλού ανθρώπου,
Θεός, Χάρις δηλαδή του Θεού, δεν εισέρχεται, εάν δε εισέλθη, ταχέως πάλιν
εξέρχεται. Επειδή λοιπόν ο Δίκαιος Συμεών ήτο ευλαβής και επειδή είχε φόβον
Θεού, είχε Πνεύμα Άγιον. Ας ακούσωμεν πάλιν το Ευαγγέλιον. «Και ην αυτώ
κεχρηματισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον, πριν ή ίδη τον
Χριστόν Κυρίου». Λέγει ο Προφήτης Αμώς εις αυτό· «Ου μη ποιήσει Κύριος ο Θεός
πράγμα, εάν μη αποκαλύψη παιδείαν προς τους δούλους Αυτού τους Προφήτας» (Αμ.
γ: 7). Ο Θεός, δηλαδή, δεν κάμνει τίποτε, εάν δεν δείξη πρώτον αυτό εις τους
Προφήτας του. Πως; Ακούσατε· ό,τι ηθέλησεν ο Κύριος να κάμη εις την γην, άπαντα
τα προείπον οι Προφήται· την Ανάστασιν ο Δαυϊδ· «Αναστήτω ο Θεός και
διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού» (Ψαλμ ξζ: 2), την Γέννησιν ο Ησαϊας· «Ιδού η
Παρθένος εν γαστρί λήψεται, και τέξεται υιόν» (Ησαϊας ζ: 14), την Βάπτισιν ο
Δαυϊδ· «ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω» (Ψαλμ. ριγ: 3), την Μεταμόρφωσιν ο
αυτός· «Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματί σου αγαλλιάσονται» (Ψαλμ. πη: 13), την
Ανάληψιν ο αυτός· «Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριος εν φωνή σάλπιγγος» (Ψαλμ.
μστ: 6). Και τι να λέγω περισσότερα; Ό,τι και αν έκαμεν ο Χριστός, όλα τα
προείπον οι Προφήται. Επειδή λοιπόν έμελλε να δεχθή ο Συμεών τον Χριστόν,
προείπε τούτο το Πνεύμα το Άγιον· ότι εάν δεν δεχθή εις τας αγκάλας του τον
Χριστόν Κυρίου, να μη γευθή θάνατον. Χριστός Κυρίου, ο Κύριος ημών Ιησούς
Χριστός ονομάζεται, ότι εχρίσθη υπό του Πατρός πνευματικώς με το έλαιον της
αγαλλιάσεως, καθώς το προφητεύει και ο Δαυϊδ λέγων· «Έχρισέ σε ο Θεός, ο Θεός
σου», δηλαδή ο Πατήρ με το Άγιον Πνεύμα «έλαιον αγαλλιάσεως παρά τους μετόχους
σου» (Ψαλμ. μδ: 8). Μέτοχοι του Χριστού είναι όσοι κάμνουν το θέλημά Του. Εν
συνεχεία λέγει ο Ευαγγελιστής· «Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το Ιερόν». Ακούεις
πως συχνάκις αναφέρει το Πνεύμα το Άγιον; Τούτο κάμνει δια να μάθωμεν ότι μέγα
τι έμελλε να γίνη, δια τούτο το Άγιον Πνεύμα τον ωδήγησε να υπάγη εις το Ιερόν.
«Και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν, του ποιήσαι αυτούς κατά το
ειθισμένον του νόμου περί Αυτού, και αυτός εδέξατο Αυτόν εις τας αγκάλας αυτού
και ευλόγησε τον Θεόν και είπε· Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το
ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά
πρόσωπον πάντων των λαών. Φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ».
Τουτέστιν, κατ’ εκείνον τον καιρόν επήγαν τον Χριστόν ως βρέφος μικρόν εις το
Ιερόν οι γονείς του. Γονείς όμως πολλούς ο Κύριος δεν είχεν, διατί λοιπόν λέγει
ο Ευαγγελιστής Λουκάς: «οι γονείς το παιδίον»; Ο Κύριος μόνον την Παναγίαν είχε
μητέρα. Ναι, ούτως έχει η αλήθεια, αλλ’ επειδή κατά το φαινόμενον ο Ιωσήφ
ενομίζετο πατήρ του Χριστού, δια τούτο και ο Ευαγγελιστής λέγει «οι γονείς το
παιδίον». Όταν λοιπόν επήγαν τον Χριστόν βρέφος μικρόν εις το Ιερόν οι γονείς
του, ούτος ο Συμεών τον εδέχθη εις τας αγκάλας του και είπε· «Νυν απολύεις τον
δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το
σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών· φως εις αποκάλυψιν
εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ». Δηλαδή· τώρα με ελευθέρωσες, Δέσποτα, από την
σύγχυσιν του κόσμου και από τους πειρασμούς αυτού· ας αποθάνω λοιπόν με ειρήνην
να ελευθερωθώ από το γήρας, και από τον πεπλανημένον τούτον κόσμον· «Ότι είδον
οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου». Το καλόν δηλαδή όπου έκαμες εις όλους τους
ανθρώπους, τους δούλους σου. Τοιούτον έργον έκαμες, Χριστέ μου, ώστε φως
φανερόν έγινεν εις όλα τα έθνη το φως σου· και δόξα έγινε το έργον σου εις όλον
τον λαόν σου, τον Ισραήλ, εις όσους δηλαδή επίστευσαν πρότερον εις τους
Προφήτας και εις όσους θέλουν τώρα πιστεύσει εις Σε. «Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ
αυτού θαυμάζοντες επί τοις λαλουμένοις περί Αυτού· και ευλόγησεν αυτούς Συμεών
και είπε προς Μαριάμ την μητέρα Αυτού· Ιδού Ούτος κείται εις πτώσιν και
ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον». Δηλαδή ούτος ο
Υιός σου είναι εις πτώσιν και έγερσιν πολλών, και σημείον, το οποίον πολλοί θα
εναντιούνται. Πως; Άκουσον· οι Εβραίοι ήσαν, κατ’ αρχάς, πεπλανημένος και
δεδιωγμένος λαός από το πρόσωπον του Θεού· κατόπιν ήλθεν ο Προφήτης Μωϋσής και
ήγειρεν αυτούς από την πλάνην δια θαυμάτων, δια λόγων, δια διδαχών, δια του
Νόμου, και δια των προφητειών· τώρα δε πάλιν όπου εσαρκώθη ο Θεός Λόγος, αυτοί
θέλουσι ξεπέσει, διότι δεν θέλουσιν ακούσει το κήρυγμά Του. Τα δε έθνη, τα
οποία θέλουσι πιστεύσει εις τον Χριστόν, θέλουσιν εγερθή από τας αμαρτίας των,
από την πλάνην, από την ειδωλολατρίαν, από το σκότος το ελληνικόν. Από τον
τόπον του Άδου θέλουσιν υψωθή εις την Βασιλείαν των ουρανών, θέλουσι φωτισθή με
το φως της Θεογνωσίας, θέλουσι καθαρισθή με το Βάπτισμα του Υιού σου, ω Παναγία·
θέλουσι μισήσει τα Ελληνικά σεβάσματα και θέλουσι δράμει εις την νέαν ευσέβειαν·
τότε λοιπόν αυτοί θέλουσιν αναστηθή. Οι δε Εβραίοι μέλλει να τον καταφρονήσουν,
εφ’ όσον θα τον ονομάσουν Σαμαρείτην και δαιμονισμένον, εφ’ όσον θα τον
σταυρώσουν, θα τον εμπτύσουν, θα τον υβρίσουν και θα τον θανατώσουν· δικαίως
λοιπόν θέλουσιν εκπέσει από την πρώτην των χάριν. «Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν
και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον». Σημείον
αντιλεγόμενον, τον Χριστόν και τον Σταυρόν ονομάζει ο Συμεών. Τον Χριστόν μεν,
διότι κατά τον καιρόν της σταυρώσεως πολλοί εσκανδαλίσθησαν. Πέτρος ο Απόστολος
τον ηρνήθη, οι άλλοι μαθηταί του έφυγαν· οι Εβραίοι μη γνωρίζοντες ότι αυτός
είναι Θεός τον ερράπιζαν λέγοντες προς αυτόν· «Προφήτευσον ημίν, Χριστέ, τις
εστιν ο παίσας σε»; (Ματθ. κστ: 68). Άλλοι τον ωνείδιζον και έλεγον· «Άλλους
έσωσες από κακόν και τον εαυτόν σου δεν δύνασαι να σώσης; Δεν πιστεύομεν ότι
είσαι Θεός· αν είσαι Υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρόν, να ίδωμεν και να
πιστεύσωμεν». Άλλοι ομοίως τον ωνείδιζον και έλεγον· «Ω, συ όπου είπες ότι θα
κρημνίσης τον Ναόν και εις τρεις ημέρας θα τον εγείρης, λύτρωσε τώρα τον εαυτόν
σου από τον θάνατον. Δια την αιτίαν αυτήν ο Δίκαιος Συμεών σημείον
εναντιούμενον ωνόμασε τον Χριστόν. Τον δε Σταυρόν ούτως ωνόμασεν ο Συμεών,
επειδή πολλοί άπιστοι εναντιώθησαν εις τα έργα και τα θαύματα του Τιμίου
Σταυρού. Δια τούτο ο θείος Παύλος ο Απόστολος έλεγεν· «Επειδή και Ιουδαίοι
σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσι» (Α΄ Κορ. α: 22). Και αληθώς, οι μεν
Εβραίοι ζητούσι να ίδωσι σημείον το οποίον να κάμη ο Σταυρός, οι δε Έλληνες
ζητούσι λόγους φιλοσοφικούς· «ημείς δε κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον,
Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν» (Α΄ Κορ. α: 23). Οι μεν Ιουδαίοι έχουσι τον Σταυρόν
δια σκάνδαλον, οι δε Έλληνες δια μωρίαν και αγνωσίαν· βλέπεις ότι και ο
Απόστολος Παύλος σκάνδαλον ονομάζει τον Σταυρόν; Μάθε τούτο και από
παραδείγματα ευαγγελικά και προφητικά. Επήγαν οι Εβραίοι και εζητούσαν από τον
Χριστόν να κάμη θαύμα, να ίδωσι σημείον και λέγει προς αυτούς ο Κύριος· «Η
γενεά αύτη, γενεά πονηρά εστι· σημείον ζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ειμή
το σημείον Ιωνά του Προφήτου» (Λουκ. ια:
29), «ώσπερ γαρ εγένετο Ιωνάς ο Προφήτης εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας
και τρεις νύκτας, ούτως έσται και ο Υιός του ανθρώπου εν τη καρδία της γης
τρεις ημέρας και τρεις νύκτας» (Ματθ. ιβ: 40). Δηλαδή η γενεά των Εβραίων είναι
γενεά πονηρά και κακή· ζητεί να ίδη σημείον και δεν θέλει ίδει τοιούτον, ειμή
μόνον το σημείον Ιονά του Προφήτου· όπως εκείνος έκαμε τρεις νύκτας και τρεις
ημέρας εις την κοιλίαν του κήτους, ούτω θέλει κάμει και ο Υιός του ανθρώπου δηλαδή
ο Χριστός. Σημείον αυτού ο Χριστός, τον Σταυρόν του ονομάζει. Λέγει δε ο
Προφήτης Ιεζεκιήλ και τούτο, όταν δια θείας οράσεως είδε τους Αγγέλους να
κόπτουν τους ανθρώπους, ήκουσε φωνήν από του Θεού λέγουσαν· «Μη φείδεσθε τοις
οφθαλμοίς υμών και μη ελεήσητε πρεσβύτερον, και νεανίσκον· και παρθένον και
νήπια και γυναίκας αποκτείνατε εις εξάλειψιν, επί δε πάντας εφ’ ους έστι το
σημείον μη εγγίσητε» (Ιεζ. θ: 5-6). Ο Προφήτης ούτος Ιεζεκιήλ έβλεπε τότε δια
θείας οράσεως, ως είπομεν, την μέλλουσαν παρουσίαν του Χριστού και πως οι
Άγγελοι ετιμωρούσαν τους κολασμένους και αμαρτωλούς ανθρώπους· ο δε Χριστός
έλεγε προς αυτούς· «όλους τους αμαρτωλούς τιμωρήσατε και γέροντας και νέους και
παρθένους και παιδία και γυναίκας, όλους να τους κολάσετε· όσοι δε εξ αυτών
έχουσι τον Σταυρόν εις το μέτωπον αυτών μη τους τιμωρήσητε, διότι είναι
Χριστιανοί και δούλοι μου». Βλέπεις πως και ο Προφήτης Ιεζεκιήλ σημείον
ονομάζει τον Σταυρόν; Δια τούτο λοιπόν έλεγε και ο Θεοδόχος Συμεών· «και εις
σημείον αντιλεγόμενον». Έπειτα εστράφη προς την Παρθένον και λέγει: «Και σου δε
αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών
διαλογισμοί». Τουτέστι ξίφος δίστομον θα εισέλθη εις την καρδίαν σου, Παρθένε.
Ποίον ονομάζει ξίφος δίστομον; Ακούσατε· την λύπην και την οδύνην, την οποίαν
είχεν η καρδία της, όταν είδε τον Χριστόν εις τον Σταυρόν· όταν τον είδε γυμνόν·
όταν τον είδε νεκρόν· την λύπην και την οδύνην αυτήν ξίφος δίστομον ονομάζει ο
Συμεών· διότι αν και Θεός ήτο ο Υιός της· αν και εγνώριζεν η Παναγία, τότε εις
το Πάθος του Χριστού, ότι πάλιν θέλει αναστηθή ο Υιός της, αλλ’ όμως, ως μήτηρ
όπου ήτο, πρέπον ήτο α δακρύση, να θρηνήση, να κλαύση τον ηγαπημένον της Υιόν.
Τώρα όμως εις την Υπαπαντήν δεν εγνώριζεν η Παναγία ότι θέλει πάθει ο Χριστός·
δια τούτο, ως μήτηρ, έλεγε προς τον Συμεών: «Τι είναι αυτά όπου λέγεις, Συμεών;
Εγώ θέλω λυπηθή ποτέ, όπου με χαράν τον συνέλαβα, με χαράν τον εγέννησα, και με
χαράν τον ανατρέφω; Εγώ θέλω λυπηθή, απ’ αυτόν, αφού αυτός είναι η χαρά και η
αγαλλίασις του κόσμου όλου; Εγώ, η Παρθένος, θέλω λυπηθή, όπου λύπην εις την
Γέννησίν του δεν είχα; Αν δε ελυπήθην, όταν εφεύγαμεν δια την Αίγυπτον, και
πάλιν όμως εχάρην, όταν είδα το θαύμα, να πίπτουν τα είδωλα της Αιγύπτου. Πως
λοιπόν λέγεις, ότι θέλει εισέλθει ξίφος δίστομον εις την καρδίαν μου»; Αλλά
πάλιν ο Συμεών είπε προς αυτήν· «Κυρία Παρθένε, υπερβολική δόξα, δια σε, θα
είναι να ονομάζεσαι Μήτηρ Αυτού του παιδίου· υπερβολική δόξα, δια σε, θα είναι
να γίνης βασίλισσα του κόσμου και Μήτηρ του Θεού· όταν όμως τον ιδής, πως θέλει
γίνει, τότε θέλεις ενθυμηθή τους λόγους μου· τότε θέλεις κλαίει και θρηνεί δι’
Αυτόν, τότε θέλει εισ’ελθει εις την καρδίαν σου η ρομφαία, περί της οποίας σου
ομιλώ, Παναγία Παρθένε». Το δε, «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών
διαλογισμοί», σημαίνει ότι, όταν σταυρωθή ο Υιός σου, όταν εμπτυσθή, όταν
ραπισθή, όταν κριθή, όταν τέλος θανατωθή, τότε θέλουσι φανή ποίοι είναι με τον
Χριστόν και ποίοι είναι με τους Εβραίους. Ο Ιούδας μεν, όστις θα είναι μαθητής
του, θα γίνη προδότης και εχθρός· ο ληστής δε, ο αμαρτωλός και ξένος του Θεού,
θέλει γίνει κληρονόμος της Βασιλείας του Υιού σου, με ένα, «Μνήσθητί μου,
Κύριε, εν τη Βασιλεία σου». Τότε θέλουσι δειχθή ποίοι τον αγαπούν· καθώς ο
Πέτρος, όστις μέλλει να τον αρνηθή και ο οποίος προηγουμένως θέλει λέγει ότι θα
αποθάνη με τον Υιόν σου. Παύλος, ο κατά την αρχήν διώκτης, θέλει γίνει άξιος
Απόστολος του Ευαγγελίου του Υιού σου· τότε θέλει φανή ενός εκάστου ο λογισμός·
τότε θέλουν ξεσκεπασθή αι καρδίαι όλων. Και όχι μόνον τότε, αλλά και μετά
ταύτα, όταν θέλουσι βασιλεύει οι Έλληνες, οι ειδωλολάτραι και ασεβέστατοι
βασιλείς· όταν ο κίνδυνος πλησιάση τους Χριστιανούς, όταν θέλουν βιάζει τους
Χριστιανούς οι βασιλείς να γίνουν ειδωλολάτραι, τότε θέλει δειχθή ενός εκάστου
η αγάπη προς τον Υιόν σου· όταν θα υποβάλλωνται εις τα Μαρτύρια οι Απόστολοι
του Χριστού και οι Μάρτυρες και όταν θα βασανίζωνται από τους απίστους, τότε
θέλουσι ξεσκεπασθή, από πολλάς καρδίας, διαλογισμοί. «Και ην Άννα Προφήτις,
θυγάτηρ Φανουήλ, εκ φυλής Ασήρ· αύτη προβεβηκυία εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη
μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής, και αυτή χήρα ως ετών ογδοήκοντα
τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του Ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα
και ημέραν». Εις το Ιερόν δηλαδή εκείνο, όπου επήγαν τον Χριστόν ως βρέφος, ήτο
μία γυναίκα Άννα το όνομά της και Προφήτις, θυγάτηρ του Φανουήλ, από την φυλήν
του Ασήρ, γεγηρακυία εις την ηλικίαν· είχε δε ποτε και άνδρα και έκαμε μετ’
αυτού επτά μόνον χρόνους· τότε δε ήτο χήρα, ως ογδοήκοντα τεσσάρων χρόνων, ποτέ
δε από το Ιερόν δεν έλειπεν, αλλά ήτο πάντοτε εκεί και ενήστευε και εδέετο και
ελάτρευε τον Θεόν, νύκτα και ημέραν. Πως όμως λέγεις, Ευαγγελιστά Λουκά, ότι η
Άννα ήτο Προφήτις; Πότε προεφήτευσε και περί τίνος; Ηκούσαμεν Προφήτας, αλλά
Προφήτιδας δεν ηκούσαμεν· έπειτα και τι προεφήτευσε και την λέγεις Προφήτιν;
Ναι, Προφήτις ήτο, και θέλεις ακούσει κατωτέρω τι λόγους και τι προφητείας είπε
δια τον Χριστόν, όπου εάν δεν ήτο Προφήτις τοιούτους λόγους δεν ήθελεν ειπεί.
Και πρώτον· πόθεν εγνώριζεν ότι το βρέφος εκείνο ήτο Θεός, εάν δεν είχε Πνεύμα
Άγιον; Αύτη, λέγει ο Ευαγγελιστής, ήτο θυγάτηρ του Φανουήλ δια να μη ακούης
Άννα μόνον και νομίζης ότι δι’ άλλην Άνναν λέγει· διότι τον καιρόν εκείνον ήσαν
και άλλαι γυναίκες ονομαζόμεναι Άνναι, δια τούτο είπεν ο Ευαγγελιστής και τίνος
θυγάτηρ ήτο η Άννα. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και από ποίαν φυλήν ήτο λέγει,
ήτοι από την φυλήν Ασήρ. Ο Ασήρ αυτός ήτο υιός του Ιακώβ, του υιού Ισαάκ, διότι
ο Ιακώβ απέκτησε δώδεκα υιούς· τον Ρουβίμ, τον Συμεών, τον Λευϊ, και τον Ιούδαν
τους έκαμεν από την Λείαν την μεγαλυτέραν θυγατέρα του Λάβαν· τον Δαν και τον
Νεφθαλείμ, τους έκαμεν από την Βαλλάν, παιδίσκην (θεραπαινίδα) της Ραχήλ· τον
Γαδ και τον Ασήρ, τους έκαμεν από την Ζελφάν, την παιδίσκην (θεραπαινίδα) της
Λείας, τον Ισάχαρ και τον Ζαβουλών, τους έκαμε και αυτούς από την Λείαν· και
τέλος τον Ιωσήφ και τον Βενιαμίν, τους έκαμεν από την Ραχήλ· ώστε ο Ασήρ αυτός,
από του οποίου την φυλήν ήτο η Άννα, ήτο υιός όγδοος του Ιακώβ από την
θεραπαινίδα της γυναικός του της Λείας, την Ζελφάν. Αλλ’ ας έλθωμεν εις την
εξήγησιν του Ευαγγελίου. «Αύτη προβεβηκυία εν ημέραις πολλαίς». Αρκετήν έννοιαν
έχει ο λόγος ούτος· όχι ότι ήτο γερόντισσα μόνον εις τους χρόνους, αλλά και εις
τα θεάρεστα και άγια έργα·γερόντισσα ήτο εις το σώμα, αλλά νέα εις την ψυχήν·
παλαιά εις τας ημέρας, αλλά νέα εις τον Νόμον του Χριστού· όχι δε μόνον
γερόντισσα εις το σώμα, αλλά και εις τον Νόμον τον Μωσαϊκόν· νέα ήτο εις την
Χάριν, διότι εις τον καιρόν του γήρατός της επρωτοφάνη ο Χριστός σωματικώς.
Αύτη αληθώς ωμοίασε με την ερημικωτάτην τρυγόνα και παρθένον· διότι, αφού
απέθανεν ο ανήρ της, πλέον δεν υπανδρεύθη, δεν ηθέλησε να πάρη άλλον, εκτός του
πρώτου ανδρός της. Μόνον δε επτά χρόνους έζησε μετά του ανδρός της, τους δε
άλλους διήλθε με παρθενίαν και σωφροσύνην, έως ου έγινεν ογδοήκοντα τεσσάρων
ετών· επροσπέρασεν η Άννα τους χρόνους του κόπου, καθώς λέγει ο Προφήτης Δαυϊδ·
«Αι ημέραι των ετών ημών εν αυτοίς εβδομήκοντα έτη· εάν δε εν δυναστείαις,
ογδοήκοντα έτη και το πλείον αυτών κόπος και πόνος» (Ψαλμ. πη΄ 10). Εις
τοιούτους χρόνους ήτο η Άννα, αλλά δεν έλειπεν από το Ιερόν νηστεύουσα και
δεομένη και λατρεύουσα τον Θεόν νύκτα και ημέραν. Ακούσατε γυναίκες και
παρθενεύετε· ακούσατε γυναίκες και μιμηθήτε την σωφρονεστάτην Άνναν, μάθετε πως
αύτη ήτο γερόντισσα και όμως δεν έλειπεν από το Ιερόν· γερόντισσα ήτο, αλλά
ενήστευε, προσηύχετο, εδέετο και ελάτρευε τον Θεόν νύκτα και ημέραν. Που είναι
αι θεομισείς εκείναι γραίαι, αι οποίαι ασχολούνται με μαγικά και ξόρκια και
διαφόρους μαντείας να ακούσωσι; Δεν ήτο τοιαύτη, έξω του Θεού η μακαρία Άννα.
Εβραία ήτο, πριν του Χριστού έζη, αλλά τοιαύτα πονηρά και θεομισή έργα δεν
έκαμνε. Υπάρχουν και σήμερον γερόντισσαί τινες, Χριστιαναί κατά το όνομα, αι
οποίαι επιδίδονται εις τοιαύτα μυσαρά έργα, μαγγανείας, γοητείας,
χειρομαντείας, αστρομαντείας, καφεμαντείας, δεσίματα και μύρια άλλα τεχνάσματα,
τα οποία καθυποβάλλει εις την εσκοτισμένην αυτών διάνοιαν ο πονηρός δαίμων.
Ειπέτε μοι όμως τι έργα είναι αυτά και τα τούτων όμοια; Δαιμονικά βεβαίως έργα
είναι και έξω της δόξης του Θεού· ευρήματα του διαβόλου, δια των οποίων πλανά
τους δυστυχείς ανθρώπους. Συ που πράττεις αυτά, ειπέ μου, Θεός είσαι και
δύνασαι να ιατρεύσης ασθενή; Πόθεν επήρες την Χάριν; Από την παρθενίαν ή από
την νηστείαν σου; Από την καθαρότητά σου, ή από την αγιότητά σου; Πόθεν λοιπόν
απέκτησες την Χάριν αυτήν; Δεν βλέπεις ότι κανένα έργον σου δεν είναι του Θεού,
ούτε συ είσαι του Θεού; Τι δύνασαι να κάμης συ, μία αμαρτωλή γυναίκα, όπου έως
χθες, ίσως και σήμερον, έκαμνες αμαρτίαν; Πάντες γνωρίζομεν ότι, ή από αγιότητα
ή από αναξιότητα κάμνει τις τας ιατρείας. Και συ λοιπόν, εάν μεν λέγης ότι
είσαι αγία και καλή, αλλοίμονον εις σε, αυτή και μόνον η υπερηφάνειά σου είναι
αρκετή να σε καταδικάση και μόνον κατά το φαινόμενον είσαι Χριστιανή· ειπέ μοι·
τι αγιότητα έχεις; Πότε έκαμες σαράντα χρόνους εις την έρημον, δια να
θαυματουργής ωσάν τους Ασκητάς; Πότε ενήστευσες τεσσαράκοντα ημέρας σωστάς να
μη φάγης τίποτε, δια να ιατρεύης και συ, καθώς οι παλαιοί Άγιοι; Πότε
εμαρτύρησες δια την αγάπην του Χριστού, δια να ιατρεύης καθώς οι Μάρτυρες;
Εκάης ποτέ δια τον Χριστόν; Ενήστευσες ποτέ; Επαρθένευσες εις όλην σου την
ζωήν; Έκαμες ελεημοσύνην τον πλούτον σου όλον; Από ποίον λοιπόν καλόν και θείον
έργον σου θαυματουργείς; Εάν πάλιν λέγης ότι αμαρτωλή είσαι, γνώρισε ότι
δαιμονικόν έργον πράττεις. Ίσως θέλεις ειπεί πως εις όποιον κάμω τα μαγικά μου
τεχνάσματα εγείρεται από την ασθένειάν του. Ειπέ μου συ, όπου πράττεις αυτά,
πιστεύεις ότι η ζωή του ανθρώπου είναι όλη εις τας χείρας και εις τον ορισμόν
του Θεού; Ή δεν το πιστεύεις αυτό; Και εάν μεν δεν πιστεύης, ούτε λέγεις, ότι η
ζωή του ανθρώπου είναι εις τον ορισμόν του Θεού, συ Χριστιανή δεν είσαι, αλλά
ούτε άνθρωπος, ούτε δαίμονας. Τα έθνη όλα μαρτυρούσιν, ότι ο Θεός ορίζει την
ζωήν των ανθρώπων· οι δαίμονες το ομολογούσιν, ότι αυτή είναι η αλήθεια· ο
κόσμος όλος το γνωρίζει και συ λέγεις ασεβέστατη, ότι δεν είναι εις το θέλημα
του Θεού η ζωή του ανθρώπου; Εάν πάλιν λέγης ότι εις τον ορισμόν του Θεού είναι
η ζωή του ανθρώπου, τότε πως λέγεις ότι τον ιατρεύεις συ με την μαγγανείαν σου;
Δύνασαι συ, όταν είναι ορισμός του Θεού να αποθάνη ο άνθρωπος, να τον κάμης να
μην αποθάνη; Εάν είναι να θεραπευθή, θεραπεύεται και χωρίς την μαγγανείαν σου·
εάν δε είναι να αποθάνη ο άνθρωπος εκείνος, εις τίποτε δεν δύνασαι να τον
βοηθήσης. Τι δύναται να κάμη ένα κομμάτι σχοινί κανάβινον, ή νερόν, ή
μαυρομάνικον μαχαίρι, ή τεμάχιον ενδύματος ή και οία δήποτε άλλη ενέργεια
δαιμονική, από αυτάς όπου κάμετε σεις οι γόητες και πλάνοι; Δύνανται αυτά να
ωφελήσωσι τον ασθενή; Ο δαίμων, θέλων να κάμη τους ανθρώπους να πιστεύουν εις
αυτά, πολλάκις φαίνεται ότι κάμνει ιατρείαν εις τους ασθενημένους. Ίσως θέλεις
ειπεί: τι κακόν κάμνω όταν εξορκίζω; Εγώ το όνομα του Χριστού, της Παναγίας,
των Αγίων Αναργύρων και άλλων Αγίων ονόματα αναφέρω εις τους εξορκισμούς μου·
βλάπτουσιν οι Άγιοι, ή τα ονόματά των, όταν τα αναφέρω εκεί που εξορκίζω;
Άκουσον, γύναι. Ο ψαράς, όταν θέλη να υπάγη εις την θάλασσαν να ψαρεύση, δεν
ρίπτει το άγκιστρόν του γυμνόν εις την θάλασσαν, διότι όταν τα οψάρια ιδούν
γυμνόν το σίδερον φεύγουν· δι’ αυτό βάζει δόλωμα εις το άγκιστρον. Ούτω και ο
διάβολος, δια να δελεάζη και να εξαπατά τους ανθρώπους, αναφέρει τα ονόματα των
Αγίων· διότι εάν ανέφερε δαιμονικά ονόματα, κανείς Χριστιανός δεν θα εδέχετο να
του κάμωσι μαγικά ή εξορκισμούς ή μαγγανείας ή γοητείας ή όπως αλλέως και αν
ονομάζουν τα δαιμονικά αυτά τεχνάσματα. Άπρεπον πράγμα είναι η ποικιλώνυμος και
πολυειδής μαγεία, ευλογημένοι Χριστιανοί. Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις το θείον και
ιερόν Ευαγγέλιον, δια να γνωρίσωμεν πως η σωφρονεστάτη Άννα από την καθαρότητά
της και την νηστείαν της ηξιώθη να προφητεύση και ποίους προφητικούς λόγους
είπε, και πως εγνώρισεν ότι το θείον εκείνο Βρέφος ήτο Θεός δια το οποίον και
την ονομάζει ο Ευαγγελιστής Προφήτιν. «Και αύτη αυτή τη ώρα επιστάσα
ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί Αυτού πάσι τοις προσδεχομένοις λύτρωσιν
εν Ιερουσαλήμ». Η Άννα δηλαδή, η χήρα εκείνη, κατ’ αυτήν ταύτην την στιγμήν
κατά την οποίαν ο ευλαβής Συμεών εδέχθη τον Χριστόν ως Βρέφος εις τας αγκάλας
του, αύτη εστάθη και ελάλησε προς τον Κύριον και προς όσους ευρέθησαν εκεί και
ανέμενον να ακούσουν λόγον τινά δια την σωτηρίαν των, μεγάλα και παράδοξα
πράγματα. Δια να διηγηθώμεν λεπτομερώς εκείνα τα οποία έλεγεν εκεί η Άννα
έχομεν ανάγκην χρόνου πολλού· πλην μόνον ολίγα τινά να είπωμεν εν συντομία.
«Βλέπετε, έλεγεν, ω άνθρωποι, όπου ευρέθητε εδώ σήμερον; Τούτο το μικρόν Βρέφος
εστερέωσε τον Ουρανόν και την γην· τούτο το μικρόν Βρέφος είναι ο Ποιητής του
Κόσμου όλου. Βλέπετε το μικρόν Βρέφος αυτό; Αυτό έκαμε τους Αγγέλους· αυτό
έκαμε τον αέρα, δια να αναπνέωμεν· αυτό έκαμε τον αιθέρα, δια να θερμαινώμεθα·
αυτό προσέταξε και έγινε το ύδωρ, δια να πίνωμεν ημείς· αυτό ώρισε και στέκει η
γη επάνω εις το ύδωρ· αυτό προσέταξε και έγιναν δένδρα, ξύλα καρποφόρα και
άκαρπα· ζώα, κήτη εις την θάλασσαν, τετράποδα και ερπετά εις την γην, πετεινά
εις τον αέρα και εν συντομία αυτό είναι ο Ποιητής του κόσμου όλου· αυτό έπλασε
και τον πρώτον άνθρωπον, τον Αδάμ· αυτό το Βρέφος έδωκεν εις αυτόν πνοήν και
ψυχήν ζώσαν· αυτό και τους Προπάτορας ημών εδικαίωσε· αυτό τον Αβραάμ ηύξησε·
αυτό τον Ισαάκ επλήθυνεν· αυτό τον Ιακώβ επλάτυνεν· αυτό εφύλαξε τον Μωϋσήν από
τας χείρας του Φαραώ· αυτό έδειξε θαύματα· αυτό έσχισε την θάλασσαν, αυτό
κατεπόντισε τους Αιγυπτίους τους εχθρούς μας». «Βλέπετε, ω άνθρωποι, το μικρόν
αυτό Βρέφος, το οποίον βαστά ο Συμεών εις τας αγκάλας του; Αυτό ηλευθέρωσε τους
πατέρας ημών από την δουλείαν της Αυγύπτου· αυτό τους διεπέρασεν από την
Ερυθράν θάλασσαν· αυτό τους εφώτιζε την νύκτα και επεριπατούσαν· αυτό τους εσκίαζε
την ημέραν με νέφος και δεν εκαίοντο· αυτό τους έθρεψε τεσσαράκοντα χρόνους εις
την έρημον· αυτό τους διεφύλαξεν ατρώτους από τους εχθρούς των, αυτό ανέβλυσεν
ύδωρ από την ακρότομον πέτραν· αυτό εγλύκανε το ύδωρ της Μερράς, όπερ ήτο
πικρόν· αυτού του Βρέφους η δύναμις εφόνευσε τους εναντίους του Μωϋσέως
βασιλείς· αυτού η δύναμις εκρήμνισε τα τείχη της Ιεριχούς· αυτό το Βρέφος
ενεδυνάμωσε τον Ιησούν του Ναυή· αυτό το Βρέφος συνέτριψε φρούρια οχυρά και
βασιλείας κραταιάς· αυτό το Βρέφος έφερε τους πατέρας ημών εις την Γην ταύτην
της Επαγγελίας· αυτό έδιωξε τα έθνη τα οποία ήσαν πρότερον εδώ και εγκατέστησε
τους προπάτορας ημών». «Το Βρέφος αυτό εφύλαξε τους Τρεις Παίδας από την φλόγα
της καμίνου· αυτό το Βρέφος, το μικρόν, ελύτρωσε τον Δανιήλ από τα στόματα των
λεόντων· αυτό ύψωσε το γένος μας· αυτό εμεγάλυνε το πλήθος των Ιουδαίων· αυτό
και δια την σωτηρία μας κατήλθεν εκ των ουρανών και ενεδύθη σάρκα εκ της Αγίας
αυτής Παρθένου· αυτό το Βρέφος, το οποίον φέρει ο Συμεών εις τας αγκάλας του,
αυτό, ο ουρανός όλος και η γη όλη δεν δύναται να χωρέση, αλλ’ αυτό εχωρήθη εις
την κοιλίαν αυτής της Παρθένου Μητρός του δια τας ιδικάς μας αμαρτίας. Αυτό το
Βρέφος υμνούσιν οι Άγγελοι, αυτό δοξάζουσιν οι Αρχάγγελοι, αυτό το Βρέφος λατρεύουσι
τα Χερουβίμ, τα Σεραφίμ, οι Θρόνοι, αι Κυριότητες, αι Εξουσίαι, αι Αρχαί, αι
Δυνάμεις· αυτό και ημείς ας προσκυνήσωμεν· αυτό και ημείς ας δοξάσωμεν ως Θεόν
αληθινόν. Ούτοι είναι οι λόγοι της σωφρονεστάτης Άννης· αύται αι προφητείαι την
ωνόμασαν Προφήτιν· δια τούτους τους λόγους ο Ευαγγελιστής Λουκάς ονομάζει
Προφήτιν την Άνναν αυτήν. Και ο μεν λόγος περί της Άννης ας έχη τέλος, ας
είπωμεν δε και το επίλοιπον του θείου και ιερού Ευαγγελίου. «Και ως ετέλεσαν
άπαντα τα κατά τον νόμον Κυρίου, επέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν, εις την πόλιν
αυτών Ναζαρέτ. Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο Πνεύματι, πληρούμενον
σοφίας, και χάρις Θεού ην επ’ αυτό». Έως εδώ είναι το σημερινόν Ευαγγέλιον,
ερμηνεύεται δε ως εξής· ως ετελειώθησαν όλα όσα επρόσταζεν ο Νόμος, επέστρεψαν
εις την πατρίδα των, την πόλιν της Γαλιλαίας Ναζαρέτ. Το δε παιδίον, δηλαδή ο
Χριστός, ηύξανε και ενεδυναμούτο εν Πνεύματι Αγίω και επληρούτο σοφίας και
Χάρις Θεού ήτο επ’ αυτό. Ποία δε ήσαν τα υπό του Νόμου προστασσόμενα; Να
υπάγωσι δύο περιστεράς ή τρυγόνας εις τον Ναόν, και να λάβη ο ιερεύς το παιδίον
εις τας χείρας του, να το εισαγάγη εις το Ιερόν και να το αφιερώση εις τον
Ναόν. Ποία δε ήτο η Γαλιλαία και η Ναζαρέτ; Γαλιλαία ωνομάζετο κατά την εποχήν
του Χριστού η βορείως της Σαμαρείας χώρα της Παλαιστίνης, η κατοικουμένη από
τας φυλάς Νεφθαλείμ, Ασήρ, Ζαβουλών και Ισσάχαρ, εχωρίζετο δε εις Άνω και Κάτω
Γαλιλαίαν· η δε Ναζαρέτ ήτο μικρά και ασήμαντος πόλις της Γαλιλαίας, εις την
οποίαν ανετράφη ο Χριστός και εκ της οποίας ωνομάσθη Ναζωραίος, καθώς
προεφήτευσαν οι Προφήται, κατά την μαρτυρίαν του θείου Ευαγγελιστού Ματθαίου
λέγοντος· «Ναζωραίος κληθήσεται» (Ματθ. β΄ 23). Επειδή δε γεωγραφικώς τα
Ιεροσόλυμα ευρίσκονται εις θέσιν υψηλοτέραν από την της Ναζαρέτ, δια τούτο ο
Ευαγγελιστής Λουκάς λέγει εις την αρχήν του σημερινού Ευαγγελίου· «ανήγαγον
αυτόν εις τα Ιεροσόλυμα», δηλαδή ανεβίβασαν τον Χριστόν εις τα Ιεροσόλυμα, ως
Βρέφος μικρόν όπου ήτο τότε. Αλλά πως λέγεις Ευαγγελιστά· «το δε παιδίον ηύξανε
και εκραταιούτο Πνεύματι πληρούμενον σοφίας και χάρις Θεού ην επ’ αυτό»; Αυτός
ήτο Θεός, αυτός ήτο σοφία, αυτός ήτο το φως και η αλήθεια, καθώς ο ίδιος περί
εαυτού λέγει· «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωάν. η΄ 12), «Εγώ ειμι η οδός και
η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. ιδ΄ 6). Αφού λοιπόν αυτός ήτο η σοφία, καθώς τούτο
και ο θείος Παύλος επιβεβαιοί λέγων· «εν Χριστώ Ιησού, ος εγενήθη ημίν σοφία
από Θεού» (Α΄ Κορ. α΄ 30), αφού αυτός ήτο τέλειος και υπερτέλειος, πως συ
λέγεις ότι ηύξανε και ενεδυναμούτο Πνεύματι και επληρούτο σοφίας; Περί την
ερμηνείαν του ρητού αυτού πολλαί αιρέσεις έγιναν, ευλογημένοι Χριστιανοί, και
μάλιστα των Αρειανών· αλλά προσέξατε να εννοήσητε την αλήθειαν. Ο Χριστός Θεός
αληθινός ήτο, αλλά επειδή έγινεν άνθρωπος και ενεδύθη σάρκα καθώς ημείς, έπρεπε
και ως άνθρωπος να αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον· διότι εάν δεν ανεπτύσσετο
ολίγον κατ’ ολίγον θα είχον οι αιρετικοί αφορμήν να λέγουν, ότι δεν έγινεν
άνθρωπος κατ’ αλήθειαν, αλλά κατά φαντασίαν· θέλω λοιπόν να είπω ότι ούτε ο
Ευαγγελιστής σφάλλει, διότι αληθώς ηύξανε το παιδίον, αλλά ως άνθρωπος, όχι ως
Θεός· επειδή η Θεότης ούτε αυξάνεται, ούτε ελαττούται. Ο Χριστός δεν
ανεπτύσσετο ως Θεός, επειδή η Θεότης ούτε μήκος έχει, ούτε πλάτος, ολυτε βάθος,
ούτε αυξάνει από ολίγον εις πολύ, διότι είναι τελεία εις όλα και ουδέν ελλιπές
έχει εν εαυτή. Κατά το ανθρώπινον λοιπόν λέγει ο θείος Ευαγγελιστής Λουκάς, ότι
ηύξανεν ο Χριστός. Σοφίαν δε λέγει, όχι την ευτελή των ανθρώπων, αλλά την θείαν
σοφίαν την οποίαν είχεν έμψυχον ο Χριστός, επειδή ο Χριστός από ανθρώπους
σοφίαν και γνώσιν δεν εχρειάζετο, εφ’ όσον αυτός ήτο η αυτοσοφία. Τι θέλει
λοιπόν να δείξη εις ημάς ο Ευαγγελιστής με τον λόγον αυτόν; Θέλει να μας είπη
ότι όσον ηύξανε κατά το σώμα, επί τοσούτον εφαίνετο ότι ηύξανε και η σοφία και
η γνώσις αυτού, διότι ο Χριστός ακολουθών την περί των παιδίων αντίληψιν των
ανθρώπων, απεκάλυπτεν ολίγον κατ’ ολίγον την εις αυτόν ενοικούσαν θείαν σοφίαν.
Ιδού λοιπόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, όσα ήσαν αρμόζοντα περί της Αγίας εορτής,
ως ηδυνήθημεν, ερμηνεύσαμεν εις την αγάπην σας. Όθεν ας προσπαθήσωμεν του
λοιπού να διορθώσωμεν ο καθείς τον εαυτόν του· και τας μεν αμαρτίας να
μισήσωμεν, τας δε αρετάς να αγαπήσωμεν· ας μη φαινώμεθα αχάριστοι και αγνώμονες
προς τον ευεργέτην μας Θεόν. Αυτός Θεός ήτο και κατεδέχθη τόσα δια τας αμαρτίας
τας ιδικάς μας, ημείς δε καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν τον καταπικραίνομεν, τον
λυπούμεν, τον υβρίζομεν, καταφρονούμεν τους λόγους του και καταπατούμεν τα
προστάγματα του Ευαγγελίου του. Είπατέ μοι· εάν ήτο κάποιος βασιλεύς, όστις
επολέμησε και εκινδύνευσε να χάση την βασιλείαν του δι’ αγάπην ενός δούλου του,
αγωνιζόμενος πώς να τιμήση αυτόν, έπειτα ο δούλος εκείνος, αντί να ευχαριστή
τον βασιλέα όπου τον ετίμησε, τον ονειδίζει και τον υβρίζει και δεν έχει
ουδεμίαν ευγνωμοσύνην προς αυτόν, άραγε τι κακόν πρέπει να πάθη ο κακός δούλος
εκείνος; Άλλο δεν του αξίζει, ειμή να κερδήση δικαίως τον θάνατον. Τούτο,
αδελφοί, συμβαίνει και εις ημάς τους αχαρίστους ανθρώπους, τους Χριστιανούς.
Θεός ήτο και Βασιλεύς όλου του κόσμου ο Χριστός· οι Άγγελοι τον υμνούσαν· οι
Αρχάγγελοι τον εδοξολογούσαν· παν γένος ανθρώπων ως Θεόν τον επροσκυνούσαν·
αλλά δια την ιδικήν μας σωτηρίαν, δια την ιδικήν μας τιμήν, δια το ιδικόν μας
καλόν, ήλθε και εσαρκώθη εκ της Αγίας Παρθένου και Παναχράντου Μαρίας, και
έγινεν άνθρωπος και ενεδύθη σάρκα και επείνασε και εδίψησε και όλα τα σωματικά
έλαβεν, εκτός του θυμού και της επιθυμίας· εδιώχθη από εχθρούς, ωνειδίσθη ως
ξένος, ερραπίθη, ενεπαίχθη, υβρίσθη, ενεπτύσθη· και όλας τας εξουθενώσεις και
ταπεινώσεις υπέμεινε, τέλος δε εσταυρώθη και απέθανε και ετάφη, μόνον δια την
ιδικήν μας σωτηρίαν. Ημείς δε, οι αγνώμονες και άθλιοι, ουδεμίαν ανταμοιβήν
αποδίδομεν προς Αυτόν, ουδέν καλόν του προσφέρομεν, δια τούτο θέλομεν
καταδικασθή εις την αιώνιον κόλασιν. Μη όμως ούτω πράττομεν, αδελφοί μου
Χριστιανοί· αλλά ας προσπαθήσωμεν, ας φροντίσωμεν, ας αγωνισθώμεν νύκτα και
ημέραν, ότι ο Θεός είναι εύσπλαγχνος και δέχεται τους μετανοούντας. Και ημείς
λοιπόν ας μετανοήσωμεν, ας κλαύσωμεν, ας θρηνήσωμεν δια τας πολλάς και μεγάλας
αμαρτίας μας, δια να μας λυπηθή και να μας ελεήση ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός,
ο μόνος αληθινός Θεός, ο συναϊδιος και συνάναρχος τω Πατρί· Ω πρέπει δόξα,
κράτος, τιμή και προσκύνησις, συν τω προανάρχω και αγεννήτω Πατρί και τω
εκπορευτώ και Παναγίω και ζωαρχικώ Πνεύματι, πάντοτε· και νυν και αεί και εις
τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017
Τρίτη 1 Αυγούστου 2017
Τη Β΄ του αυτού μηνός η ΥΠΑΠΑΝΤΗ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ότε εδέξατο Αυτόν εις τας αγκάλας αυτού ο Δίκαιος Συμεών.
Παρελθουσών των
τεσσαράκοντα ημερών από την σωτήριον ενανθρώπησιν του Κυρίου και την εκ της
Αγίας Παρθένου, χωρίς ανδρός, Αυτού γέννησιν, προσεφέρθη ο Κύριος εις το Ιερόν
κατά την σημερινήν ημέραν, από την Παναγίαν Μητέρα του και τον Δίκαιον Ιωσήφ,
τον μνήστορα της Θεοτόκου, κατά την διάταξιν του σκιώδους και παλαιού Νόμου,
ήτοι κατά τον Νόμον του Μωϋσέως, ότι παν άρσεν πρωτότοκον έσται αφιερωμένον τω
Θεώ, και την εις τούτον νενομισμένην θυσίαν προσενέγκη, ζεύγος τρυγόνων, ή δύο
νεοσσούς περιστερών (Λουκ. β: 22-24 Έξοδ. ιγ:2 Λευϊτ. ιβ: 6-8). Κατά την αυτήν
δε ημέραν και ώραν, οδηγηθείς υπό Πνεύματος Αγίου, ευρέθη εκεί παρών και ο
ευλαβής και Δίκαιος υπέργηρως Συμεών, περιμένων προ πολλού του Θεού το σωτήριον
πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Ιδών τότε Αυτόν και δεξάμενος εις τας γηραιάς
αυτού αγκάλας, απέδωκε δόξαν τω Θεώ, άσας την τρίτην και τελευταίαν Ωδήν της
Νέας Διαθήκης· «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν
ειρήνη», και ωμολόγησεν, ότι μετά χαράς λοιπόν κλείει τους οφθαλμούς εις τον
θάνατον, αφ’ ου είδε το φως της των εθνών αποκαλύψεως, και την δόξαν του Ισραήλ
(Λουκ. β: 25-32) και αντί των προσκαίρων τούτων και επιγείων έλαβε τα ουράνια
αγαθά. Η δε της εορτής ταύτης Σύναξις τελείται εις τον σεβάσμιον οίκον της
Αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, τον ευρισκόμενον εις
τας Βλαχέρνας.
Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017
Ο Άγιος Νεομάρτυς ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ο Ναυπλιώτης
Τη Α΄ (1η)
του μηνός ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ: Ο Άγιος Νεομάρτυς ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ο Ναυπλιώτης,
ο εν Ναυπλίω μαρτυρήσας εν έτει αχνε΄ (1655), εις λεπτά τεμάχια τμηθείς
τελειούται.
Αναστάσιος
ο Άγιος Νεομάρτυς ήτο γέννημα και θρέμμα του Ναυπλίου, ζωγράφος κατά την τέχνην
επιτήδειος. Μνηστευθείς δε εκεί εις την πατρίδα του, το Ναύπλιον, την θυγατέρα
Χριστιανού τινος επληροφορήθη μετ’ ολίγας ημέρας ότι η κόρη εκείνη δεν διήγε
καλώς, όθεν απεσύρθη απ’ αυτής διαλύσας τον αρραβώνα. Οι δε συγγενείς της κόρης
κατέφυγαν εις μαγικάς τέχνας δια να την αγαπήση και να την νυμφευθή· όθεν εις
ολίγον καιρόν ενήργησαν τα μαγικά και απολέσας ο νέος τας φρένας του,
περιεφέρετο ένθεν κακείθεν. Ιδόντες λοιπόν αυτόν οι Αγαρηνοί ούτω παράφρονα τον
ετούρκευσαν· ο Θεός όμως τον ελυπήθη και εις ολίγας ημέρας του έδωσε την υγείαν
του· ελθών δε εις εαυτόν, και ιδών ότι εφόρει εις την κεφαλήν άσπρο σαρίκι ως
Τούρκος, παρευθύς το έρριψε κατά γης και ήρχισε να κραυγάζη με μεγάλην φωνήν,
παρρησία, μέσα εις το πλήθος των Τούρκων· «Εγώ Χριστιανός ήμουν, Χριστιανός
είμαι και Χριστιανός θα είμαι». Τότε οι Αγαρηνοί, ιδόντες ότι μετεμελήθη,
έτρεξαν κατ’ επάνω του με μεγάλην ορμήν, δέροντες δε και σύροντες αυτόν τον
έφερον εις τον κριτήν, όστις ηγωνίζετο με τρόπους απατηλούς, πότε κολακεύων
αυτόν και πότε απειλών, να τον χωρίση της πίστεως των Χριστιανών· αλλ’ ο
Μάρτυς, ως ουδέν ταύτα λογιζόμενος, ίστατο ακλόνητος και έλεγε παρρησία· «Δεν
αρνούμαι εγώ τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν, αλλά πιστεύω και
προσκυνώ αυτόν ως Ποιητήν και Σωτήρα μου· την ιδικήν σας πίστιν ουδέ ποσώς την
χρειάζομαι, αλλά αποστρέφομαι και σας και τον προφήτην σας». Ταύτα ακούσας ο
κριτής διέταξε να τον αποκεφαλίσωσι, οι Αγαρηνοί όμως μαινόμενοι δεν
συνεμορφώθησαν με την απόφασιν του κριτού, αλλ’ ευθύς μόλις τον έβγαλαν από το
κριτήριον ώρμησαν κατ’ επάνω του, ως ποτέ οι Ιουδαίοι εις τον Πρωτομάρτυρα
Στέφανον και άλλοι με ξύλα, άλλοι με μαχαίρας, κατατρυπούσαν το σώμα του
Μάρτυρος, έως ότου τον κατέκοψαν εις λεπτά τεμάχια. Ούτως ετελειώθη ο ευλογημένος
Αναστάσιος και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον, τώρα δε αγάλλεται εις τον
χορόν των Μαρτύρων εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.
Κυριακή 30 Ιουλίου 2017
Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΠΕΡΠΕΤΟΥΑΣ και των συν αυτή ΣΑΤΥΡΟΥ, ΡΕΥΚΑΤΟΥ, ΣΑΤΟΡΝΙΛΟΥ, ΣΕΚΟΥΝΔΟΥ και ΦΙΛΙΚΗΤΑΤΗΣ.
Περπέτουα η Αγία
Μάρτυς και οι συν αυτή Άγιοι Μάρτυρες, Σάτυρος, Ρευκάτος, Σατορνίλος, Σεκούνδος
και Φιλικητάτη, οίτινες ήσαν τότε νεανίσκοι κατηχούμενοι, κατήγοντο εκ τινος
πόλεως της Αφρικής, Θουβρίτανα ονομαζομένης, εκρατήθησαν δε ως Χριστιανοί υπό
των απίστων και εφέρθησαν προς τον χιλίαρχον. Επειδή δε αυτοί όλοι ωμολόγησαν
παρρησία τον Χριστόν, κατά μεν των Αγίων Περπετούας και Φιλικητάτης αφήκαν μίαν
αγρίαν δάμαλιν, η οποία ορμήσασα κατ’ αυτών τας εξέσχισεν, οι δε άλλοι τέσσαρες
Μάρτυρες εθανατώθησαν δια μαχαιρών υπό του λαού των απίστων και ούτως έλαβον
άπαντες τους στεφάνους του Μαρτυρίου.
Σάββατο 29 Ιουλίου 2017
Ο Όσιος Πατήρ Βενδιμιανός
Τη αυτή ημέρα
μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΒΕΝΔΙΜΙΑΝΟΥ, του εν τω Βουνώ του Αγίου Αυξεντίου
ασκήσαντος.
Βενδιμιανός ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις την Μεγάλην Μυσίαν περί τα
μέσα του Ε΄ αιώνος εκ γονέων ευγενών και πλουσίων, εχρημάτισε δε μαθητής του
Οσίου Αυξεντίου του εν τω Βουνώ, μετά δε την κοίμησιν του Οσίου Αυξεντίου,
ευρών πέτραν εσχισμένην, έκτισεν εντός αυτής μικρόν κελλίον εις το οποίον
υπέμεινεν έτη τεσσαράκοντα δύο, ποιήσας μεγάλους αγώνας και νίκας κατά
δαιμόνων. Ας ίδωμεν όμως τον πλατύτερον Βίον του καθώς ευρήκαμεν τούτον εις
παλαιόν τι σύγραμμα. Το έαρ αγαπώσιν όλα τα πτηνά, αι μέλισσαι, τα αρνία και τα
επίλοιπα ζώα εκ φύσεως, διότι το έαρ είναι εις όλα γλυκύτατον· και τα μεν
πετεινά του αέρος κελαδούσιν ηδύτατα· αι δε μέλισσαι, εις διαφόρους λειμώνας
περιπετώμεναι, επισυνάγουσι της δρόσου το καθαρόν και κατασκευάζουσι το άριστον
μέλι, με το οποίον γλυκαίνουσι την γεύσιν ημών. Όχι δε μόνον τα ζώα
ανακαινίζονται, αλλά και οι άνθρωποι αναζωογονούνται και χαίρουσιν. Καθώς
λοιπόν το έαρ είναι δι’ όλα τα ζώα γλυκύτατον, ούτως είναι και ο Βίος των
μοναστών εις τους εναρέτους ηδύτατος, επειδή συζηλώνουν και αυτοί των ομοίων τα
ανδραγαθήματα και μιμούμενοι τα πετεινά του αέρος εις το κελάδημα, άδουσι και
αυτοί ψαλμικώς τα των Πατέρων παλαίσματα· ομοίως μιμούνται και τας μελίσσας εις
την εργασίαν, απανθιζόμενοι και συνάγοντες τας δρόσους της ασκήσεως και
τρεφόμενοι με τα διδάγματα των Οσίων, ως αρνία πρώϊμα ανακαινίζονται και
γίνονται εις το γήϊνον σώμα αντί άνθρωποι, θεοί κατά Χάριν. Εν από τούτους
είναι και ο μακέριος ούτος Βενδιμιανός, ο σήμερον εορταζόμενος, του οποίου τον
Βίον θέλομεν ιστορήσει ενταύθα με βραχυλογίαν. Ούτος εγεννήθη εις την Μεγάλην Μυσίαν,
ως είπομεν, ήτις ήτο και τον παλαιόν καιρόν τιμωμένη από τους Έλληνας, καθώς
και τώρα είναι πανταχού σεβομένη δια το πιστόν και φιλόχριστον και την ενάρετον
πολιτείαν των πολιτών αυτής, των οποίων η φήμη των καλών έργων έφθασεν έως την
Βρετανίαν και Ιταλίαν και έως τας στήλας του Ηρακλέους. Δια να αποδείξη λοιπόν
αληθή την καλήν αυτήν φήμην η Μυσία εβλάστησε και τον καλόν τούτον Βενδιμιανόν,
όστις τοσούτον επόθησε την ακτημοσύνην από νεότητος, ώστε δεν απέκτησε χρυσόν ή
άργυρον ή χαλκόν εις την ζώνην αυτού, αλλά περιεπάτει μονοχίτων, χωρίς άλλο
ένδυμα και ανυπόδητος· και ούτε καν σακκούλι δεν εβάσταζε δια να βάζη τον άρτον
του, κατά το Δεσποτικόν προς τους Αποστόλους πρόσταγμα· καθώς δε ήτο το σώμα
γεγυμνωμένον έξωθεν, ούτως εγύμνωσε και την ψυχήν από όλα τα πάθη και τα γήϊνα
φρονήματα· δεν υπελόγιζε ποσώς τιμήν, ουδέ πλούτον· δεν εσυλλογίζετο το υψηλόν
του γένους του και την ευγένειαν, ούτε τα πολλά χρήματα και πράγματα, όπου
είχον κινητά και ακίνητα· αλλά τα εμίσησεν όλα ως σκύβαλα και μόνον τον Θεόν
επόθησεν· επεθύμει δε από μικρός να εύρη τόπον ήσυχον και ατάραχον, να συνομιλή
με τον ποθούμενον Χριστόν προσευχόμενος. Δια την αιτίαν ταύτην έφυγεν από την
πατρίδα του και επήγεν εις την Κωνσταντινούπολιν, δια να εύρη Μοναχόν τινα
ενάρετον και να υποταχθή εις αυτόν. Παρατηρών λοιπόν από λόφον τινά της πόλεως,
είδε μακράν απ’ εκεί όρος υψηλόν και υπέρνεφον και ερωτήσας τινάς, πως
ωνομάζετο το όρος εκείνο, του είπον ότι το έλεγον Βουνόν του Αυξεντίου. Ούτος
δε ο Αυξέντιος ήτο Άγιος άνθρωπος και ησκήτευεν εκεί επάνω χρόνους πολλούς· ήτο
δε το όρος εκείνο πολύ τραχύ και κρημνώδες, ανηφορικόν και εστερημένον από όλα
τα βρώσιμα· μόνον πέτραι ήσαν εκεί πολλαί και δένδρα υπέρπολλά· και, απλώς
ειπείν, εις μεν τα σωματικά ήτο πικρόν πολύ και ανώφελον, εις την ψυχήν όμως
σωτηριώδες κατά πολύ και γλυκύτατον· διότι τα κοπιαστικά και πικρά του σώματος
δίδουν εις την ψυχήν ηδονήν και απόλαυσιν, καθώς το λέγει ο μακάριος Παύλος·
«Όταν ασθενώ εις την σάρκα, τότε είμαι εις την ψυχήν υγιέστατος». Όταν λοιπόν
ήκουσεν ο νέος, ότι το όρος εκείνο ήτο στενόχωρον και εστερημένον πάσης
σωματικής παρακλήσεως, εχάρη η ψυχή του και ηγαλλίασε, διότι εύρε τόπον κατά
τον πόθον του· όθεν έτρεξε προθύμως εις αυτό, καθώς τρέχει προς την πηγήν η
διψασμένη έλαφος. Ότε λοιπόν έφθασεν εις
τον Όσιον Αυξέντιον, έπεσεν εις τους πόδας αυτού, δεόμενος μετά δακρύων να τον
κουρεύση ευθύς Μοναχόν απόκρυφα, δια να μη το μάθουν οι συγγενείς του και τον
εμποδίσωσιν. Ο μέγας Αυξέντιος, βλέπων την υπερβολικήν ζέσιν του νέου,
κατενόησε τον διακαή και θερμότατον έρωτα, τον οποίον είχε προς τον Θεόν ο
θεόπνευστος. Όθεν δεν ημέλησε ποσώς ούτε παντελώς εδίστασε, γνωρίσας με τον
διορατικόν του οφθαλμόν την μέλλουσαν του νέου κατάστασιν, αλλά πρώτον μεν τον
εδίδαξε και ικανώς τον κατήχησεν, έπειτα δε τον εκούρευσε Μοναχόν και τόσον
επρόκοψεν εις την υπακοήν και τας λοιπάς αρετάς, ώστε έδιδε καθ’ εκάστην τον
καρπόν αυτού, ως το εύκαρπον δένδρον, το οποίον είναι φυτευμένον πλησίον του
ύδατος. Εις ολίγον καιρόν εκοιμήθη ο μέγας Αυξέντιος, αφήνων τον μακάριον
Βενδιμιανόν κληρονόμον της αρετής αυτού και υπογραμμόν της ασκήσεως. Ούτος
έκτισε μόνος κελλίον πολλά μικρόν, κάτωθεν της κέλλης του Γέροντος, εις το
οποίον έκαμε χρόνους πέντε, έχων τον νουν του προς τα ουράνια υψούμενον πάντοτε
και προβλέπων, ως εις καθρέπτην, το των Αγγέλων πολίτευμα και τους οποίους
ηγωνίζετο να μιμήται, όσον ηδύνατο, με τον ιδρώτα και αγώνα της πολλής
ασκήσεως. Αλλ’ επειδή ο τόπος εκείνος ήτο πολλά βλαβερός και στενόχωρος,
εταλαιπωρείτο πολύ ο όσιος και ήτο πολύ αδυνατισμένος από την τραχύτητα του
τόπου και από την πολλήν νηστείαν και κακοπάθειαν. Όθεν, μη υποφέρων, ο κοινός
Πατήρ και Δεσπότης ημών Ιησούς Χριστός να βλέπη τον δούλον του εις τόσην
στενοχωρίαν και κάλωσιν, έτι δε και εις υπέρμετρον άσκησιν, συγκατένευσεν ως
ιατρός ευσπλαγχνικώτατος και ήλθεν εμφανώς να επισκεφθή τον φίλον του. Φανείς
λοιπόν εις αυτόν, τον επρόσταξε να αναβή εις τον τόπον του μακαρίου Αυξεντίου,
να μείνη εκεί έως το τέλος της ζωής του, να κάμνη δε τον αγώνα του Γέροντος και
όχι περισσότερον, δια την ασθένειαν της φύσεως. Ταύτα εκέλευσεν ο Δεσπότης ημών
δια δύο αιτίας· πρώτον δια να μη απομείνη έρημος ο τόπος του Αυξεντίου επειδή
κανείς δεν ευρίσκετο εκεί, και δεύτερον δια να μη ταλαιπωρήται πολύ ο
ηγαπημένος του με την κάτω στενοχωρίαν και ξένην διαγωγήν και αποθάνη προώρως.
Ανέβη λοιπόν ο Όσιος εις την κορυφήν του όρους και ηγωνίζετο επιμελούμενος την
ψαλμωδίαν και ακολουθίαν του. Αλλ’ ο πονηρός και μισόκαλος διάβολος, μη
υποφέρων να βλέπη τοιούτον φωστήρα της οικουμένης λαμπρότατον, να φωτίζη όλην
την γην με την συμβουλήν και πολιτείαν του, με την οποίαν εξήγαγε πολλούς από
την απώλειαν, εσύναξε νύκτα τινά όλους τους υπηρέτας αυτού, δηλαδή τους άλλους
δαίμονας, οίτινες μετεμορφώθησαν εις αετούς και γύπας και κόρακας και όταν
προσηύχετο ο Όσιος εφώναζαν αυτοί οι κατάρατοι, δια να συγχίζουν την ησυχίαν
του και δεν τον άφηναν να προσεύχηται· αλλ’ όμως όσον εξέσχιζον τας θύρας και
τους τοίχους με τους όνυχάς των και μεγάλως εφώναζαν, τόσον εκείνος έψαλλε
δυνατώτερα και περισσοτέραν ώραν εις πείσμα των, έως ότου τους έκαμνε και
έφευγαν, μη δυνάμενοι να λακτίζουν προς κέντρα και να γράφωσι, κατά το ρητόν,
εις την θάλασσαν. Αλλ’ ας αφήσωμεν τα περί της ασκήσεως αυτού και υπέρ άνθρωπον
διαγωγής και ας είπωμεν ολίγα τινά περί της χάριτος, την οποίαν έλαβε και της
διακρίσεως δια της οποίας προεφήτευε τα μέλλοντα, διότι ζημία είναι δια τους
φιλαρέτους άνδρας εάν σιωπήσωμεν. Είχε και μαθητάς και συνεργάτας ο Όσιος και
κάποτε δεν είχον άρτους παντελώς· όθεν ελυπούντο πολύ και εθλίβοντο μη
ηξεύροντες πώς να πορευθώσι και εγόγγυζον κατά του Γέροντος, ώσπερ ποτέ οι
Ισραηλίται κατελάλουν κατά του Μωϋσέως, οι αχάριστοί. Ο Γέρων, βλέπων τους
νέους κλονιζομένους από την πείναν, τους εσυμπόνεσε και λέγει προς τον
υποτακτικόν αυτού ο μακάριος· «Κατέβα από το όρος να προϋπαντήσης τον άνθρωπον,
όπου μας φέρνει άρτους να φάγωμεν προς αυτάρκειαν». Τότε ο αδελφός ελησμόνησεν
από την χαράν την πολλήν πείνα του και κατελθών δρομαίος εύρεν (ω του
θαύματος!) άνθρωπον, όστις εβαστούσε πολλούς άρτους, τον οποίον ωδήγησεν εις το
Μοναστήριον και έφερε προς τον Όσιον και εξήγαγε τους άρτους διαμοιράσας εξ
αυτών εις όλους τους πεινώντας. Ο Γέρων έλεγε· «Λάβετε φάγετε, και τον Δεσπότην
ευχαριστήσατε, όπου μας τρέφει τους αχαρίστους ως ανεξίκακος»· οι δε έφαγον και
προσεκύνησαν τον διδάσκαλον. Αλλά ας είπωμεν και δεύτερον θαυμάσιον όμοιον του
προτέρου θαύματος. Καιρόν τινα δεν είχεν η Εκκλησία τελείως έλαιον· όθεν αφήκεν
ο εκκλησιάρχης ερρυπωμένα και άπλυτα τα κανδήλια· ερωτήσας δε αυτόν ο Όσιος
διατί δεν επεμελείτο την υπηρεσίαν του, να πλύνη τα αγγεία ως έπρεπεν, επειδή
ήτο η ημέρα Σάββατον, απεκρίθη, ότι επειδή δεν είχον ποσώς έλαιον, δεν υπήρχεν
ανάγκη να πλύνωσι τας κανδήλας ματαίως. Του λέγει ο Όσιος· «Συ κάμε επιμελώς
την υπηρεσίαν σου και ο Κύριος μας χαρίζει τα χρειαζόμενα». Ούτως είπε και
βλέπων, ότι δεν είχον προθυμίαν οι διακονούντες να κάμουν το προστασσόμενον,
ωνείδισε την οκνηρίαν και ανοησίαν των και την προς τον Δεσπότην απιστίαν των·
οι δε ητοίμασαν τας λαμπάδας και ηυτρέπισαν πάντα ως έπρεπε και τότε είπον προς
αυτόν· «Ιδού, Πάτερ, το πυρ και αι κανδήλαι έτοιμοι, αλλά που είναι το έλαιον»;
Ο δε απεκρίνατο λέγων· «Ο Κύριος θέλει μας πέμψει έλαιον ως πολυέλεος», και με
τον λόγον το έργον εγένετο και ήλθε την ώραν εκείνην εις άγνωστος άνθρωπος, τον
οποίον άλλην φοράν δεν είχον ίδει, με την σύζυγόν του και τα τέκνα του να τους
ευλογήση ο Άγιος, έφερον δε μεθ’ εαυτών ζώον φορτωμένον με έλαιον. Ευλογήσας
λοιπόν αυτούς ο μακάριος και διδάξας αυτούς προς ψυχικήν ωφέλειαν, εις ειρήνην
απέλυσε· τους δε μαθητάς του επαίδευσε, να μη φροντίζουν πλέον αυτοί δια τα
χρειαζόμενα πράγματα, αλλά να έχουν εις τον Θεόν τας ελπίδας των. Όχι δε μόνον
της προφητείας το χάρισμα είχεν ο Όσιος, αλλά και τους αρρώστους όλους ιάτρευε
χαριστικώς και μάλιστα τους υδρωπικούς και όσους είχον σπλήνα ευσπλαγχνίζετο
και τους εθεράπευε ταχιστα και απλώς ετέλεσε τόσα θαυμάσια όπου είναι αδύνατον
να τα γράφω πληρέστατα. Και απ’ αυτά τα ολίγα όπου είπομεν, ας εννοήση ο καθείς
και τα επίλοιπα· ημείς δε ας έλθωμεν εις την μακαρίαν αυτού μετάστασιν, να
δώσωμεν και τέλος της διηγήσεως. Επειδή από την γην ήτο γεννημένος ως άνθρωπος,
ανάγκη ήτο να αποδώση το οφειλόμενον κατά το «Γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν.
γ: 19). Λοιπόν ασθενήσας ολίγας ημέρας, ενουθέτησεν ικανώς τους μαθητάς και
τους εστερέωσε με το θεμέλιον της πίστεως· διότι εκτός των άλλων αρετών, είχε
και τον λόγον της σοφίας από την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος και διδάξας
αυτούς να έχουν την αγάπην εις αλλήλους και μάλιστα την ελεημοσύνην προς τους
απόρους και πένητας, εκλείσθη μέσα εις το κελλίον του, σφαλίσας και το
παράθυρον. Οι δε μαθηταί αυτού, οίτινες ήσαν τότε πολλοί, συνηγμάνοι προς ζήλον
αυτού και μίμησιν, εδίσταζον βλέποντες το ασύνηθες του πράγματος, ότι άλλην
φοράν δεν το έκαμε να εγκλεισθή τόσας ημέρας, αλλ’ έμενε μετ’ αυτών διδάσκων
αυτούς τα θεία προστάγματα. Τινές λοιπόν εδοκίμαζον να αφαιρέσουν τας σανίδας,
δια να ίδωσι τι έγινεν ο διδάσκαλος, οι δε επίλοιποι δεν άφηναν, μήπως και
εσχόλαζεν εις θεωρίαν ή προσευχήν και τον εμποδίσωσιν. Όταν όμως εβράδυνεν
ακόμη περισσότερον, τον εκάλουν με μικράν φωνήν τα τέκνα του, λέγοντα· «Διατί,
Πάτερ, δεν μας δείχνεις το φαιδρόν σου πρόσωπον να μας ειπής κατά το σύνηθες τα
μελίρρυτα λόγια; Δεν ηξεύρεις ότι με την ωραιότητα του προσώπου σου και με το
κάλλος των λόγων σου, κατά τον Δαυϊδ, περιζωννύμεθα δύναμιν και είμεθα
δεδεμένοι εις την πατρικήν αγάπην σου περισσότερον, παρά ο κισσός εις το δένδρον;
Δεν ηξεύρεις πως μένομεν εσκοτισμένοι, όταν δεν βλέπωμεν σε, τον οφθαλμόν μας
τον φαεινότατον; Άνοιξον εις ημάς την θύραν του ελέους σου· λάλησον εις τα ώτα
μας· στερέωσον εις την πέτραν τους πόδας μας και κατεύθυνον τα διαβήματα των
ηγαπημένων τέκνων σου». Αυτά και άλλα όμοια λέγοντες έχυναν άμετρα δάκρυα, αλλ’
η σιωπή του εσκανδάλισεν αυτούς ακόμη περισσότερον και εθρήνουν απαρηγόρητα,
φοβούμενοι μήπως και ετελεύτησεν· όθεν ηναγκάσθησαν να ανοίξωσι το παράθυρον
και εισελθόντες εις το σπήλαιον εύρον αυτόν (ω φρικτής οράσεως) γονατιστόν και
νεκρόν ως προσευχόμενον. Έκαμε δε τεσσαράκοντα δύο χρόνους εις εκείνο το άνω
σπήλαιον. Αφ’ ου λοιπόν έκλαυσαν ικανώς, ητοίμασαν τα εντάφια και του έκαμαν το
μνημείον εις τον τόπον αυτόν, εις τον οποίον τους θαυμαστούς αγώνας ετέλεσε και
ως φίλεργος του Χριστού μέλισσα εσύναξεν επιμελώς το μέλι της ασκήσεως· ήλθον
δε και ολίγοι Μοναχοί εις την κοίμησιν αυτού από τα περίχωρα, διότι ήτο
υπερβολική χιών πανταχού και μάλιστα εις τας κορυφάς των ορέων, επειδή ήτο η
πρώτη Φεβρουαρίου και δι’ αυτό δεν συνήχθησαν πολλοί εις τον ενταφιασμόν αυτού·
πλην, όσοι ευρέθησαν, ετέλεσαν όσα έπρεπεν επιμελώς και τον ενεταφίασαν εντίμως
και ευλαβώς ως έπρεπεν, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, εις τους
αιώνας. Αμήν.
Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017
Ο Όσιος Πέτρος
Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΕΤΡΟΥ του εν
Γαλατία.
Πέτρος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Γαλατίας της τουρκιστί καλουμένης
Γελάς. Επτά δε μόνον έτη ανατραφείς πλησίον των γονέων του, όλον το επίλοιπον
διάστημα της ζωής αυτού διήνυσεν εις τους αγώνας της μοναχικής πολιτείας και
ασκήσεως. Και πρώτον μεν ησκήτευσεν εις την Γαλατίαν, την πατρίδα του, έπειτα
δε επήγεν εις την Παλαιστίνην· αφ’ ου δε απήλαυσεν εκεί όσα επόθει, απήλθεν εις
την Αντιόχειαν. Βλέπων δε την φιλόθεον και φιλόχριστον γνώμην των Αντιοχέων,
προέκρινε κάλλιον να κατοικήση εκεί εις την ξένην γην, παρά εις την πατρίδα του·
όθεν ευρών τάφον εισήλθεν εις αυτόν και εκεί διήνυσεν όλον τον καιρόν της ζωής
του, τρώγων άρτον μόνον και τούτον όχι καθ’ εκάστην, αλλά ανά δύο ημέρας, πίνων
και ύδωρ μόνον. Μετά ταύτα προσήλθεν εις αυτόν εις δαιμονιζόμενος, Δανιήλ
ονομαζόμενος, ο δε Όσιος προσευχηθείς ηλευθέρωσεν αυτόν από την ενέργειαν του
δαίμονος· ελευθερωθείς δε ο άνθρωπος έμεινεν εις το εξής με τον Όσιον και
υπηρέτει αυτόν, προσφέρων την υπηρεσίαν ως μισθόν της ιατρείας, την οποίαν
έλαβεν. Ούτος ο Όσιος ιάτρευσε και την ευλαβεστάτην μητέρα του μακαρίου
Θεοδωρήτου Επισκόπου Κύρου, όστις συνέγραψε και τον Βίον αυτού, αύτη είχε πάθος
τι εις τον οφθαλμόν, το οποίον εφάνη ανώτερον πάσης επιστήμης των ιατρών και
ουδείς ηδύνατο να τον ιατρεύση· ο δε Όσιος ούτος το ιάτρευσε δια μόνης της
προσευχής του, επιθέσας την χείρα του επί του οφθαλμού της και τον τύπον
ποιήσας του Τιμίου Σταυρού. Άλλοτε δε πάλιν ιάτρευσε τον δούλον της αυτής
μητρός του Θεοδωρήτου, ο οποίος ηνωχλείτο από δαιμόνιον, προστάξας πρότερον τον
δαίμονα να είπη δια ποίαν αιτίαν έλαβεν εξουσίαν κατά του ανθρώπου, το οποίον
και εποίησεν ο δαίμων, αναγκασθείς υπό του φόβου να είπη την αλήθειαν. Ομοίως
και άλλον δαιμονιζόμενον ιάτρευσε· και τον στρατηγόν της πόλεως, όστις ηθέλησε
να βιάση παρθένον μονάζουσαν, ημπόδισεν ο Όσιος από το κίνημα τούτο, τυφλώσας
τους οφθαλμούς του· αλλά και την προρρηθείσαν μητέρα του Θεοδωρήτου, ήτις
ησθένησεν, όταν εγέννησε τον Θεοδώρητον και εκινδύνευσε να αποθάνη, ηλευθέρωσεν
αυτήν από του θανάτου και άλλα μύρια θαύματα εποίησεν ο μακάριος. Τούτου του
Οσίου και μόνη η προσέγγισις και η αφή των ενδυμάτων ενήργει θαύματα, καθώς
ποτε τα ενδύματα του Αποστόλου Παύλου και τούτο γίνεται φανερόν εκ του
ακολούθου θαύματος. Μοιράσας την ζώνην, την οποίαν εφόρει, εις δύο τεμάχια, (διότι
ήτο πλατεία και μακρά, με παχύ και χονδρόν λινάριον πεπλεγμένη), με το ήμισυ
μέρος έζωνε την μέσην του, με το άλλο δε ήμισυ έζωνε την διαληφθείσαν μητέρα
του Θεοδωρήτου. Η δε μήτηρ του Θεοδωρήτου επιθέσασα ταύτην επί του υιού της
Θεοδωρήτου και επί του πατρός του, ευρισκομένων και των δύο εις ασθένειαν,
υγίαναν πάραυτα· αλλά και όταν τυχόν ησθένει άλλος τις, μετεχειρίζετο η αυτή ως
ιατρικόν την ιδίαν ζώνην του Οσίου και τους ιάτρευε· διο πολλοί εκ των γνωρίμων
και φίλων της, τούτο μαθόντες, συνεχώς ελάμβανον την ζώνην εκείνην εις βοήθειαν
των ασθενούντων. Με τοιαύτα έργα διαλάμψας ο θαυμάσιος Πέτρος και με τας
ακτίνας των θαυμάτων του φωτίσας την Αντιόχειαν, εξήλθεν εκ των αγώνων της παρούσης
ζωής και αναμένει εν ουρανοίς τον τέλειον στέφανον, ον μέλλει να αποδώση εις
αυτόν ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ζήσας έτη πλόκληρα ενενήκοντα εννέα.
Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017
Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΤΡΥΦΩΝΟΣ
Τη Α΄ (1η) του μηνός ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ μνήμη του
Αγίου Μάρτυρος ΤΡΥΦΩΝΟΣ
Τρύφων ο ενδοξότατος Μάρτυς του Χριστού και της ουρανίου αι θείας τρυφής
επώνυμος, εγεννήθη εις την πόλιν της Φρυγίας Λάμψακον. Οι γονείς αυτού ήσαν
ευσεβείς, πιστεύοντες εις τον αληθινόν Θεόν, αξιωθέντες ούτω να γεννήσουν
τέκνον ευσεβέστατον· μάλιστα δε εκ πρώτης ηλικίας ήτο άξιον τέκνον Θεού, καθότι
κατώκει εις την ψυχήν αυτού η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος και ιάτρευε πάσαν
ασθένειαν, εξόχως δε είχε πολλήν εξουσίαν κατά των δαιμόνων, οίτινες, μόνον το
όνομά του εάν ήκουον, έφευγον. Εις πίστωσιν δε των πολλών θαυμάτων, τα οποία
ετέλεσε, να γράψωμεν ένα δια να εννοήσητε, από το άκρον του κρασπέδου, το
ιμάτιον. Μετά τον θάνατον του Αυγούστου
Καίσαρος χρόνους σκδ΄ (224) εβασίλευσεν εις την Ρώμην ο Γορδιανός, όστις ήτο
Έλλην, δεν ήτο όμως τόσον σκληρός ως οι πρότερον βασιλεύσαντες, ούτε τους
πιστούς εδίωκεν. Ούτος είχε θυγατέρα μονογενή ωραίαν και πάγκαλον,
γραμματισμένην και φρόνιμον και εκ τούτου πολλοί της πόλεως άρχοντες εποθούσαν
να λάβουν αυτήν σύζυγον· δι’ αυτό την έκλεισεν ο πατήρ της εις τα ανάκτορα, να
μη την βλέπουν οι άνθρωποι. Αλλά δια να γνωρίσουν και εκεί εις την Ρώμην τον
θαυμάσιον Τρύφωνα, το θείον φυτόν της του Χριστού Εκκλησίας, ή μάλλον δια να
δοξασθή και εκεί ο Δεσπότης Χριστός και να γνωρισθή του Σταυρού η ενέργεια,
παρεχώρησεν ο Θεός να δαιμονισθή το κοράσιον και εισελθών ο μισάνθρωπος εις
αυτήν την εβασάνιζε πολλά και προσεπάθει να την θανατώση εις το πυρ και εις τα
ύδατα, κάμνων εις αυτήν μεγάλην ατιμίαν και καταφρόνησιν. Όθεν οι γονείς της
είχον λύπην υπερβολικήν, μη δυνάμενοι δε να την θεραπεύσουν με βότανα και
ιατρούς, ούτε με άλλην τινά μηχανουργίαν, είχον τόσον πόνον και λύπην εις την
καρδίαν, ώστε επεθύμουν δι’ αυτήν τον θάνατον, τον οποίον ενόμιζον μικροτέραν
ζημίαν, από την δεινήν εκείνην ασθένειαν· εφώναζε δε και ο δαίμων έσωθεν
ομολογών τον διώκτην αυτού και έλεγεν· «Εάν δεν έλθη ο Τρύφων δεν εξέρχομαι,
διότι μόνον αυτός έχει δύναμιν να με διώξη από το οικητήριόν μου τούτο». Παρ’
ευθύς τότε ο βασιλεύς έστειλεν ανθρώπους να ερευνήσουν επιμελέστατα εις πάσαν
πόλιν και χώραν, ίνα εύρωσι τον ποθούμενον, υποσχόμενος χρυσίον αναρίθμητον και
άλλα βασιλικά χαρίσματα εις εκείνον, όστις ήθελεν εύρει και φέρει αυτόν. Από
τους πολλούς δε απεσταλμένους στρατιώτας και άρχοντας απήλθον τινές
αναζητούντες αυτόν εις την πόλιν Λάμψακον, εις την οποίαν ευρίσκετο τότε,
βόσκων χήνας, ο τοσούτον εις την αρετήν περιβόητος Άγιος, όστις, βλέπων τους
βασιλικούς ανθρώπους, εγνώρισεν από Πνεύμα Άγιον την υπόθεσιν και πλησιάσας
είπε προς αυτούς χωρίς εκείνοι να τον ερωτήσωσιν· «Εγώ είμαι ο Τρύφων, τον
οποίον ζητείτε». Όθεν λαβόντες αυτόν αγαλλόμενοι τον επήγαν εις τον έπαρχον
Πομπηιανόν, αναβιβάσαντες δε αυτόν εις ίππον βασιλικόν τον επήραν εντίμως
τρέχοντες προς την Ρώμην· ήτο δε τότε ο Άγιος ετών δεκαεπτά. Όταν επλησίαζαν
εις τα όρια της περιφήμου Ρώμης, τρεις ημέρας πριν να φθάσωσιν εις την πόλιν,
εγνώρισεν ο μυσαρός δαίμων τον ερχομόν του Τρύφωνος και εβασάνισε την κόρην
περισσότερον· έπειτα έδειχνεν ότι ωδύρετο, λέγων: «Ουαί μοι, δεν με αφήνει
πλέον ο Τρύφων να κατοικώ εδώ εις το οικητήριον τούτο, αλλά με εκδιώκει απ’
αυτού· άλλαι τρεις ημέραι μόνον υπολείπονται και έρχεται ο Τρύφων, όστις έχει
εξουσίαν κατεπάνω μας». Ταύτα λέγων κατεσπάραξε την κόρην και έπειτα έφυγε,
διότι δεν ηδύνατο να αντικρύση καν κατά πρόσωπον τον Άγιον Τρύφωνα. Την τρίτην
ημέραν έφθασεν ο Άγιος, ο δε βασιλεύς τον υπεδέχθη ασμένως και πολλά τον
ετίμησεν ως θεραπευτήν της θυγατρός του. Δια να βεβαιωθή όμως καλλίτερον την
αλήθειαν, παρεκάλεσε τον Άγιον να του δείξη οφθαλμοφανώς τον δαίμονα δια να τον
ερωτήση, διατί εισήλθεν εις την κόρην και δι’ άλλα τινά ζητήματα. Τότε ο Άγιος
ενήστευσεν έξ ημέρας και προσηύχετο εις τον Θεόν να του δώση εις τούτο βοήθειαν·
κατά δε την εβδόμην ημέραν είδεν οπτασίαν θαυμασίαν το μεσονύκτιον, του έδωκε
δε ο Θεός και εξουσίαν πλουσίαν κατά δαιμόνων, υπέρ την προτέραν. To πρωϊ, όταν εξημέρωσε, συνήχθησαν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως
εις το θέατρον καθώς και ο βασιλεύς με τους δορυφόρους και πάντας τους
μεγιστάνας και άρχοντας, επιθυμούντες να ίδωσι τοιούτον εξαίσιον θαυματούργημα·
ο δε θείος Τρύφων, έμπλεως από Πνεύμα Άγιον, έχων πίστιν εις τον Θεόν, εκάλεσε
τον δαίμονα, ωσάν να τον έβλεπε με τους οφθαλμούς της ψυχής παριστάμενον και
του λέγει· «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού σε προστάσσω να φανής εδώ έμπροσθέν
μας, να ίδωμεν όλοι την ασχημοσύνην και ασθένειάν σου». Τότε παρευθύς εφάνη
κύων μαύρος και άσχημος, του οποίου οι οφθαλμοί ήσαν ως πυρ και φλόγα, έκλινε
δε την κεφαλήν προς την γην. Τότε του λέγει ο Άγιος· «Ειπέ μας, κατάρατε, τις
σε προσέταξε να εισέλθης εις την κόρην ταύτην και πως τολμάς και δύνασαι,
αδύνατε, ζοφωδέστατε και άτιμε, να ατιμάζης το τίμιον πλάσμα του Θεού και να
βασανίζης τους ανθρώπους, μισάνθρωπε»; Τότε ο δαίμων, ως να τον επλήγωσαν ως
βέλη οι λόγοι του Τρύφωνος, απεκρίθη με δυσκολίαν, λέγων· «Ο πατήρ μου, όστις
είναι πάντων των κακών αίτιος και λέγεται Σατανάς, με έστειλε να την βασανίσω».
Του λέγει πάλιν ο Άγιος· «Και ποίαν εξουσίαν έχετε σεις, αρχηγοί και ευρεταί
της κακίας, εις τα πλάσματα του Θεού»; Τότε ο εις σχήμα κυνός φαινόμενος
δαίμων, αν και είναι φιλοψευδής εκ φύσεως και δεν θέλει ποτέ να είπη την
αλήθειαν, όμως χωρίς να θέλη (υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενος) ωμολόγησεν,
έμπροσθεν πάντων, εκείνα τα οποία ήθελε να κρύπτη και να τα φυλάττη απόρρητα,
λέγων· «Ημείς δεν έχομεν καμμίαν εξουσίαν να τυραννώμεν τους Χριστιανούς, οι
οποίοι πιστεύουσιν εις τον Παντοκράτορα Θεόν και τον Χριστόν τον Υιόν Αυτού,
τον οποίον ο Πέτρος και ο Παύλος εδώ εις την πόλιν ταύτην λαμπρώς εκήρυξαν,
μάλιστα βλέποντες τους πιστούς αυτούς από μακράν φεύγομεν· μόνον δε εκείνους
τους οποίους ευρίσκομεν να αγαπώσι τα έργα μας, αυτούς έχομεν εξουσίαν να
βασανίζωμεν, δηλαδή ειδωλολάτρας, βλασφήμους, μοιχούς, φονείς, φαρμακείς και
υπερηφάνους και άλλους ομοίους τούτων, οίτινες χωρίζονται και αλλοτριώνονται
από τον Θεόν με τοιαύτα ανομήματα, έρχονται δε προς ημάς με την ιδικήν των
προαίρεσιν. Εκείνους μόνον πειράζομεν, επειδή πράττουσιν όσα μας αρέσκουσι,
καταφρονούντες τα θεία προστάγματα». Ταύτα οι περιεστώτες ακούοντες, εθαύμασαν
και συγχρόνως εφοβήθησαν, πολλοί δε απ’ εκείνους επίστευσαν εις τον Χριστόν, οι
δε πιστοί εστερεώθησαν εις την πίστιν καλλίτερον, ακούοντες την αληθή μαρτυρίαν
του δαίμονος, ο οποίος επιτιμηθείς από τον Άγιον έγινεν άφαντος. Ταύτα ιδών και
ακούσας ο βασιλεύς εθαύμασε τον Τρύφωνα, και τον ετίμησε περισσώς ως έπρεπε και
πολλάς δωρεάς του εχάρισεν, έπειτα προσέταξε τον έπαρχον Πομπηιανόν και άλλους
άρχοντας να τον συνοδεύσουν έως εις τον τόπον του. Πορευόμενος δε ο Άγιος,
διεμοίρασε καθ’ οδόν εις τους πτωχούς όλα τα αργύρια, τα οποία του εχάρισεν ο
βασιλεύς και δεν ηθέλησε να κρατήση ουδόλως δωρεάν από ασεβή. Φθάσας δε εις την
οικίαν του, έκαμνε τα πρότερα θεραπεύων τους ασθενείς και οδηγών τους
πεπλανημένους προς την αλήθειαν. Μετά τον θάνατον του Γορδιανού, εβασίλευσεν ο
ευσεβής Φίλιππος, ολίγον καιρόν όμως έζησεν, διότι πολεμών με τους Τρωγλοδύτας
τον εφόνευσαν. Τότε έλαβε την βασιλείαν ο δυσσεβής και άδικος Δέκιος, άνθρωπος
ωμός και άσπλαγχνος, εις φόνους και αίματα ευφραινόμενος, έχων πολλήν ζέσιν εις
τα μιαρά είδωλα και μίσος άμετρον κατά των Χριστιανών ο άχρηστος· όθεν δεν
εμερίμνα και τόσον να πολεμή τους εχθρούς του, όσον εφρόντιζε να διώκη τους
ευσεβείς, ο ασεβέστατος, είχε δε τούτο δια μεγάλην δόξαν αυτού και εύκλειαν·
όθεν ητοίμαζε τροχούς, ξίφη, ονύχια σιδηρά και άλλα διάφορα κολαστήρια. Ήτο
λοιπόν εις όλην την οκουμένην σκότος και πόλεμος και πολλοί μη υποφέροντες τα
πάνδεινα παιδευτήρια, προσεκύνουν (φευ!) οι λογικοί τα άλογα και αναίσθητα
κτίσματα, οι δε στερεοί και καλόγνωμοι έμενον αήττητοι έως τέλους, φυλάττοντες
την πίστιν των απαρασάλευτον και υπομένοντες ανδρείως όλα τα φρικτά κολαστήρια
και δια του προσκαίρου θανάτου απήρχοντο εις ζωήν την αιώνιον. Ούτως εχόντων
των πραγμάτων, και του διωγμού πληθυνομένου, ανήγγειλάν τινες μισόχριστοι προς
τον έπαρχον της Ανατολής, Ακυλίνον ονόματι, ότι άνθρωπός τις από την Λάμψακον
γνωστικός και λόγιος, ιατρός το επιτήδευμα, καταφρονεί τους βασιλείς και
εμπαίζει τους μεγάλους θεούς προσκυνών τον Χριστόν, τον οποίον ομολογεί ως
μόνον Θεόν και πολλοί υπ’ αυτού ηπατήθησαν και ησέβησαν. Ευθύς λοιπόν έστειλεν
ο Ακυλίνος γράμματα απειλητικά, να ερευνήσουν πανταχού επιμελώς, να τον εύρουν
και να τον αποστείλουν εις αυτόν τάχιστα. Δεν ήτο δυνατόν λοιπόν να κρυφθή ο
λαμπρός λύχνος της πίστεως και το πολύτιμον και χρήσιμον μύρον, το οποίον από
την ευωδίαν αυτού φανερώνεται· μάλιστα και μόνος του ο Άγιος, ακούσας ότι τον
εζήτουν οι διώκται της πίστεώς μας, δεν έφυγε να κρυφθή εις τα δάση και
σπήλαια, αλλ’ ωπλίσθη με προσευχάς και δεήσεις και ούτω φαιδρός παρρησιάζεται
προς τους ζητούντας, οίτινες έφερον αυτόν χαίροντες εις τον έπαρχον
ευρισκόμενον τότε εις την Νίκαιαν. Παραστήσαντες λοιπόν τον Άγιον εις το
κριτήριον, τον ηρώτησεν ο έπαρχος να είπη το όνομα, την πίστιν, την τύχην (ήτοι
ποίας καταστάσεως άνθρωπος ετύγχανε) και την πατρίδα του, ο δε Άγιος είπε προς
αυτόν· «Τρύφων καλούμαι και είμαι από την Λάμψακον· τύχην ημείς δεν
ομολογούμεν, διότι δεν υπάρχει, αλλά πιστεύομεν ότι όλα έγιναν ευτάκτως από τον
Παντοδύναμον Θεόν, όστις κυβερνά όλον τον κόσμον με την σοφίαν του και όχι από
την τύχην· είμαι δε την κατάστασιν ελεύθερος (και όχι δούλος), μόνον εις τον
Δεσπότην μου Χριστόν εδουλώθην, όστις είναι ο στέφανός μου, η δόξα μου και το
καύχημά μου». Του λέγει ο έπαρχος· «Ο βασιλεύς επρόσταξεν, ότι όστις δεν
σέβεται τους θεούς, να λαμβάνη βίαιον θάνατον· λοιπόν υπάκουσόν μου· άφες την πλάνην αυτήν, να μη λάβης πυρ και πληγάς και άλλα
φρικτά κολαστήρια». Λέγει ο Άγιος· «Είθε να με ηξίωνεν ο Δεσπότης μου Χριστός,
ο αληθής και μόνος Θεός, να βασανισθώ δια την αγάπην του, να λάβω επώδυνον
θάνατον». Λέγει πάλιν ο έπαρχος· «Παρακαλώ σε, Τρύφων, θυσίασον εις τους θεούς,
διότι βλέπω πως είσαι εις την φρόνησιν τέλειος και δεν θέλω να αποθάνης ασκόπως
και ματαίως». Του λέγει ο Άγιος· «Τότε μάλλον θα είμαι τέλειος, εάν φυλάξω την
ομολογίαν τελείαν προς τον Δεσπότην μου Χριστόν, να γίνω προς αυτόν θυσία
άμωμος, καθώς έπαθε και Αυτός δι’ εμέ». Εις τας απειλάς ταύτας του επάρχου, ότι
θα τον βάλη εις πυρ και έτερα κολαστήρια, απήντησεν ο Άγιος· «Συ με φοβερίζεις
με πυρ, το οποίον σβύνεται γρήγορα και τάχιστα αφανίζεται, εγώ όμως σου προαναγγέλλω
το πυρ εκείνο το άσβεστον της αιωνίου κολάσεως, εις το οποίον θέλεις κατακριθή
να καίεσαι ατελεύτητα και να οδύρεσαι ανωφέλευτα, επειδή αφήκες τον αληθή Θεόν
και προσκυνείς αναίσθητα ξόανα. Μη χάνης λοιπόν τον καιρόν σου ασκόπως με
απειλάς πυρός και ετέρων προσκαίρων κολαστηρίων, διότι οι δούλοι του Θεού δεν
φοβούνται ποσώς τούτο το πυρ, αλλά εκείνο το άσβεστον και αιώνιον. Πράξε λοιπόν
όπως ορίζεις, διότι εγώ δεν αρνούμαι τον αληθή Θεόν, αν μου δώσης και μύρια
κολαστήρια». Τότε προστάσσει ο τύραννος να κρεμάσωσι τον Άγιον εις το ξύλον, να
τον σπαθίζουσιν. Εκείνος δε εξεδύθη ευθύς μόνος, δια να δείξη της ψυχής το
πρόθυμον· εκαρτέρει δε σπαθιζόμενος ώρας τρεις, ωσάν να έπασχεν άλλος, χωρίς να
εκβάλη ουδεμίαν φωνήν, ο δε έπαρχος έλεγε· «Μετανόησον, Τρύφων, από ταύτην την
υπερηφάνειάν σου· προσκύνησον τους θεούς, διότι εκείνος όστις εναντιούται εις
τα βασιλικά προστάγματα λαμβάνει θάνατον επώδυνον». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Όστις
δεν φυλάξη το σωτήριον του Θεού θέλημα, μέλλει να κατακριθή εις θάνατον
αθάνατον, διότι αυτός είναι μόνος Βασιλεύς ουράνιος και όστις τον αρνηθή,
ζημιούται ζωήν αιώνιον». Λέγει ο έπαρχος· «Άλλος δεν είναι ουράνιος, ειμή ο
μέγας Ζεύς, ο υιός του Κρόνου και της Ρέας· ούτος είναι πατήρ των ανθρώπων και
των άλλων θεών και όστις απειθήση εις αυτόν είναι αδύνατον να ζήση· λοιπόν και
συ υποτάξου εις αυτόν, δια να αξιωθής να έχης ζωήν γλυκυτάτην πάντοτε». Εις
τους λόγους τούτους του τυράννου απεκρίθη ο Άγιος· «Όμοιοι αυτού να γίνουν όσοι
πιστεύουσιν αυτόν και δια θεόν τον νομίζουσι, διότι, καθώς ομολογούσι τα βιβλία
σας, αυτός ήτο γόης και μάντις μιαρώτατος, και δεν αφήκε καμμίαν ανομίαν και
είδος κακίας άπρακτον ο πάντολμος. Όταν δε απέθανε του έστησαν χρυσά και αργυρά
είδωλα όσοι εποθούσαν τα σιχαμερά και πάσης αισχύνης πεπληρωμένα έργα του,
ονομάζοντες αυτόν και θεόν δια να δικαιολογήσουν με τούτον τον τρόπον τας
αισχρουργίας και ασελγείας του. Ούτως έπραξαν και δια τους άλλους ψευδωνύμους
θεούς σας, εις την πλάνην δε ταύτην ακολουθούντες και σεις, ανοήτως, σέβεσθε
ύλην κωφήν και άψυχον, καταφρονούντες τον αληθή και ζώντα Θεόν, όστις τον
ουρανόν εστερέωσε, την γην εθεμελίωσεν επί των υδάτων και πάσαν την οικουμένην
εποίησε· μετά δε ταύτα έπλασε και ανέπλασε τον άνθρωπον, ως φιλάνθρωπος. Διότι
βλέπων ότι τον επλάνησεν ο δαίμων και τον εξώρισεν ως φθονερός από τον
Παράδεισον, κατεδέχθη να γίνη άνθρωπος και εσταυρώθη και ετάφη εκουσίως και
αναστάς εκ νεκρών, ανήλθεν εις τους ουρανούς, ένθα υμνείται υπό Αγίων Αγγέλων,
όταν δε έλθη το πλήρωμα του χρόνου, το οποίον αυτός μόνος γνωρίζει, τότε θέλει
έλθει και πάλιν εξ ουρανού με άρρητον δύναμιν και δόξαν θεοπρεπώς, ίνα κρίνη
την οικουμένην άπασαν και αποδώση εις έκαστον κατά τας πράξεις του. Αυτός είναι
Θεός θεών, Βασιλεύς απάντων των βασιλέων και Κριτής ζώντων και νεκρών
δικαιότατος. Αυτά δε όπου προσκυνείτε σεις δια θεούς είναι άψυχα ξόανα, έργα
χειρών ανθρώπων και πονηρών δαιμόνων ευρήματα και σας οδηγούν εις απώλειαν». Ταύτα
ακούσας εθυμώθη ο έπαρχος και προστάσσει να καταβιβάσουν τον Άγιον από το ξύλον
και να τον σύρουν δεδεμένον εις το κυνήγιον όπου θα επήγαινε. Τούτου γενομένου
είχε πολλήν οδύνην ο Άγιος, διότι επεριπάτει ανυπόδητος και οι πόδες του ήσαν
ξεσχισμένοι από την προτέραν βάσανον, τότε δε πάλιν κατεξεσχίζοντο από τα ξύλα
και τας πέτρας εν μέσω χειμώνος, πολλάκις δε τον κατεπάτουν και οι ίπποι και
έπιπτον καθ’ οδόν αι σάρκες του. Όθεν ησθάνετο πόνον υπερβολικόν, αλλ’
υπέμεινεν όλα ταύτα τα λυπηρά, αποβλέπων εις την μέλλουσαν ανταπόδοσιν, έψαλλε
δε λέγων· «Κατάρτισαι, Κύριε, τα διαβήματά μου» (Ψαλμ. ιστ: 5) και άλλα ρητά
της Αγίας Γραφής παρόμοια. Έπειτα πάλιν, μιμούμενος τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον
και αυτόν τον Χριστόν ο χριστομίμητος, έλεγε· Κύριε, συγχώρησε το αμάρτημά
των». Κατά δε το εσπέρας, όταν επέστρεψεν από το κυνήγιον ο Ακυλίνος, εφρόντιζε
να κυνηγήση μάλλον τον Άγιον και του λέγει· «Εσωφρινίσθης καν τώρα, να
προσκυνήσης τους θεούς, άθλιε, ή μένεις εις την προτέραν μανίαν σου»; Ο δε
Άγιος απεκρίνατο· «Συ μάλιστα είσαι γεμάτος μανίαν και αγνωσίαν, ανόητε, δι’
αυτό δεν θέλεις να εννοήσης τον αληθή Θεόν· εγώ όμως έχω γνώσιν, διότι κρατώ
την αλήθειαν». Τότε ο άρχων, μη έχων λόγον να αποκριθή κατά της αληθείας ο
μάταιος, επρόσταξε να φυλακίσουν τον Άγιον έως άλλην εξέτασιν· μετά τινας δε
ημέρας, θέλων να υπάγη εις την Νίκαιαν, επρόσταξε να φέρουν και τον Μάρτυρα
δεδεμένον. Όταν δε επλησίαζαν εις την πόλιν, τον ηρώτησεν ο τύραννος· «Μήπως σε
εδίδαξε, Τρύφων, το μάκρος του καιρού, να υπακούσης εις τους βασιλείς, να
προσκυνήσης τους σωτήρας θεούς, ή ακόμη είσαι απειθής και φιλόνεικος»; Απεκρίθη
ο Άγιος· «Ο Κύριος και Θεός μου Ιησούς Χριστός, τον οποίον λατρεύω με καθαράν
διάνοιαν, με ενουθέτησε να φυλάττω την ομολογίαν του αμετάθετον· όθεν αυτόν
μόνον γνωρίζω Βασιλέα και Θεόν αψευδέστατον, τας δε βασάνους, τας οποίας
υφίσταμαι υπό σου και τας εντολάς του βασιλέως σου καταφρονώ και τους θεούς σου
μυκτηρίζω ως αξίους γέλωτος». Εις ταύτα οργισθείς ο θεόργιστος επρόσταξε να
καρφώσουν εις τους πόδας του Μάρτυρος ήλους και έτερα σίδηρα και δέροντες τον
ετραβούσαν εις το μέσον της πόλεως. Εκ τούτου έλαβε πολλήν οδύνην και πόνον
ανείκαστον ο καρτερόψυχος και έτρεχαν μεν εις την γην τα αίματα, αλλά ο πόθος
του Χριστού τον έκαμνε να μη υπολογίζη της σαρκός την κόλασιν και να νομίζη των
αλγεινών τας νιφάδας ως ψεκάδας δρόσου και αναψυχήν της ψυχής ο αήττητος. Θαυμάζων
λοιπόν την καρτερίαν αυτού ο τύραννος, έλεγεν· «Έως πότε δεν θα αισθάνεσαι,
Τρύφων, την δριμύτητα των κολάσεως»; Ο δε Άγιος αντιστρέφων τους λόγους έλεγεν·
«Έως πότε συ δεν θα εννοής την αήττητον δύναμιν του Χριστού, όστις κατοικεί εις
εμέ, αλλά πειράζεις το Πνεύμα το Άγιον»; Τότε πάλιν οργισθείς ο άρχων επρόσταξε
να εξαρθρώσωσι τους αγκώνας του, να τον δέρωσι με ράβδους και να τον κατακαίωσι
με λαμπάδας πυρός. Τούτων ούτω γενομένων, καθώς εβασάνιζαν οι δήμιοι με πολλήν
σφοδρότητα και ασπλαγχνίαν τον Άγιον, ήλθεν από τους ουρανούς προς αυτόν
εξαίφνης θεά επιφάνεια εξαστράπτουσα και εφαίνετο φερόμενος προς αυτόν στέφανος
ανθισμένος και εστολισμένος δια λίθων πολυτίμων. Ταύτα βλέποντες οι στρατιώται,
οίτινες τον εβασάνιζαν, έπεσον κατά γης όλοι έντρομοι, ο δε Άγιος ενεπλήσθη
θάρρους και αγαλλιάσεως υπό της θείας εκείνης Χάριτος, την οποίαν έβλεπε, και
εδόξαζε τον Κύριον λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα, ότι δεν με εγκατέλιπες εις
τας χείρας των εχθρών μου, αλλά την ημέραν του πολέμου με περιεσκέπασες και η
δεξιά σου με εβοήθησεν· αλλά και τώρα σε παρακαλώ, Δέσποτα, παραστάσου έως
τέλους να με ενδυναμώνης να τελειώσω καλώς τον αγώνα της ομολογίας σου, δια να
αξιωθώ να χαρώ τον στέφανον της δικαιοσύνης μετά των φίλων σου, οίτινες
ηγάπησαν το Πανάγιόν σου Όνομα· ότι συ μόνος είσαι δοξασμένος εις τους αιώνας.
Αμήν». Ταύτα βλέπων ο μιαρός τύραννος εδοκίμαζε πάλιν με κολακείας να νικήση
τον αήττητον, λέγων προς αυτόν· «Προσκύνησον τον μεγάλον Δία και την εικόνα του
Καίσαρος και θα σου δώσω πολλήν τιμήν και χαρίσματα άπειρα». Ο δε Μάρτυς
μειδιάσας, είπεν· «Εάν αυτόν τον βασιλέα σου κατεφρόνησα και τα προστάγματά του
περιεγέλασα, πώς να προσκυνήσω την άψυχον εικόνα του; Δια δε τον Δία και τους
άλλους ψευδοθεούς σας ερώτησον τους σοφούς σας, οίτινες εδοκίμασαν να σκεπάσουν
με τας μυθολογίας τας αισχράς πράξεις και ατοπίας των, ονομάζοντες τον αέρα Ήραν
και την γην Δήμητραν, Ποσειδώνα την θάλασσαν και Απόλλωνα τον ήλιον, ομοίως και
τους άλλους, αλληγορούντες τον Ερμήν εις τον λόγον, εις τον θυμόν τον Άρην και
εις την πορνείαν την Αφροδίτην και άλλα παρόμοια μυθολογούντες φλυαρήματα· αλλά
εγώ ηξεύρω από τας ιστορίας, τας κακουργίας αυτών των θεών σας και εξόχως του
πρώτου, τον οποίον λέγετε μεγαλύτερον· αυτός ήτο μοιχός, ο Ζεύς δηλαδή ο
ασελγής και παράνομος, όστις εφόνευσε τον πατέρα του, αλλά και οι επίλοιποι
θεοί σας ασεβείς είναι και παμμίαροι, τούτων δε τας πράξεις μιμείσθε και σεις
οι πονηροί και κακότροποι· και δεν φθάνει ότι απηρνήθητε σεις τον αληθή Θεόν οι
ανόητοι, αλλά αναγκάζετε και ημάς να επικοινωνήσωμεν μαζί σας εις τόσην σκολιάν
τυφλότητα, αφού λέγετε το σκότος φως και το φως σκότς, το πικρόν γλυκύ, και το
γλυκύ πικρόν, καθώς ο Ησαϊας ο μεγαλόφωνος λέγει (Ησαϊα ε: 20)· αλλά ματαίως
οδυνάσθε· διότι προτιμώμεν να αποθάνωμεν μάλλον ή να αφήσωμεν την ευσέβειαν». Εις
ταύτα εθαύμασε και εθύμωσεν ο τύραννος· θαύμα μεν είχε, ότι εγνώριζεν ο Άγιος
τας ιστορίας των αθέων θεών· και θυμόν, διότι τους εχλεύαζε. Προστάσσει λοιπόν
να τον σπαθίσωσι σκληρότερον. Αλλ’ εις μάτην εκοπίαζε· διότι όλας τας βασάνους
ενόμιζεν ο μακάριος Τρύφων τρυφάς και ηδονάς από τον ένθεον έρωτα. Όθεν
γνωρίσας ο δείλαιος το αήττητον του Μάρτυρος, εβαρύνθη η δορκάς να πολεμή με
τον λέοντα και δίδει κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να τον αποκεφαλίσωσιν
έξω της πόλεως. Όταν λοιπόν τον επήγαν εις τον τόπον της καταδίκης οι δήμιοι,
ύψωσε προς ουρανόν κατ’ ανατολάς τας χείρας και τους οφθαλμούς, ταύτα λέγων·
«Δέσποτα Κύριε, Θεέ θεών, Βασιλεύ βασιλέων, Άγιε Αγίων, ευχαριστώ σοι, ότι με
ηξίωσας νατελειώσω τον αγώνα τούτον αναμάρτητα· παρακαλώ σε να μη με εμποδίση ο
πονηρός και επίβουλος και με καταβυθίση εις τον βυθόν της απωλείας· αλλά ας
πάρουν την ψυχήν μου Άγιοί σου Άγγελοι, να την φέρουν εις τα αγαπητά και ποθητά
σκηνώματά σου. Όσοι δε ενθυμούνται εμέ τον ανάξιον δούλον σου, και προσφέρουν
εις σε θυσίας δεκτάς, πρόσχες αυτών εξ ουρανού αγίου σου και δος εις αυτούς
αφθάρτους ευεργεσίας και πλουσίαν αντάμειψιν· ότι συ είσαι μόνος αγαθός και των
αγαθών παροχεύς και δοτήρ πλουσιώτατος». Ταύτα ο Αθλοφόρος ευξάμενος και
προσκυνήσας τον Θεόν, παρέδωκεν εις αυτόν την ψυχήν ο μακάριος, προτού να τον
αποκεφαλίση ο δήμιος, δια να μη φανή ότι τον εθανάτωσεν ο τύραννος, αλλά
ετελειώθη με θείον νεύμα και βούλησιν. Τότε όσοι πιστοί ήσαν εκεί εις την
Νίκαιαν ετύλιξαν οσίως και ευλαβώς εις σινδόνα καθαράν με αρώματα το τίμιον
λείψανον και εβούλοντο να το ενταφιάσωσιν εκεί, δια να το έχωσιν ως θησαυρόν
πολύτιμον και ασφαλές φυλακτήριον· αλλ’ ο Άγιος εφάνη εις το όραμά των και τους
είπε να το υπάγουν εις την Λάμψακον· όθεν έκαμαν καθώς τους επρόσταξεν εκείνος
και τον ενεταφίασαν εκεί, εις τον τόπον δε αυτόν έγιναν πολλά θαυμάσια, εις
δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)