Ευστάθιος
ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο Ομολογητής, ήτο κατά τους χρόνους του πρώτου εν τοις
βασιλεύσι των Χριστιανών Κωνσταντίνου του Μεγάλου, εν έτει τκδ΄ (324),
καταγόμενος εκ της Σίδης της εν Παμφυλία. Διδάσκαλος δε ων ο Άγιος ούτος
εξέπεμπε με τον λόγον της σοφίας του τας ακτίνας της Ορθοδοξίας εις όλην την
οικουμένην. Ούτος ήτο παρών και εις την εν Νικαία Αγίαν Α΄ Οικουμενικήν
Σύνοδον, την συγκροτηθείσαν εν έτει τκε΄ (325), κρατύνων με το δόγμα της
ευσεβείας την Ορθοδοξίαν, ελέγχων δε και ανατρέπων τους Αρειανούς, οι οποίοι
επί της μιάς φύσεως της Αγίας Τριάδος εισήγαγον τομήν και διαίρεσιν, οι
άφρονες, τον Υιόν του Θεού κτίσμα λέγοντες και χωρίζοντες αυτόν από της ουσίας
και τιμής και αξίας του ομοουσίου Πατρός. Όθεν, δια την ένθεον αυτού παρρησίαν
και δια τον ζήλον τον οποίον είχεν υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως, εφθόνησαν αυτόν
Ευσέβιος ο Νικομηδείας, Θέογνις ο Νικαίας και Ευσέβιος ο Καισαρείας, και όσοι
άλλοι ήσαν κοινωνοί της αρειανής βλασφημίας, ή, μάλλον ειπείν, παντελούς αθεϊας
και εκκινήσαντες δια να υπάγωσι δήθεν εις τα Ιεροσόλυμα, επήγαν εις την
Αντιόχειαν και εκεί, συγκροτήσαντες συνέδριον, καθήρεσαν τον Άγιον· ίνα δε
φανώσιν, ότι με εύλογον αιτίαν καθήρεσαν αυτόν, τι ετεχνεύθησαν οι πολυμήχανοι;
Έδωκαν δώρα μεγάλα εις τινα πόρνην, έχουσαν παιδίον νεογέννητον και έπεισαν
αυτήν να είπη ψευδώς, ότι το εγέννησε με τον Άγιον. Ελθούσα λοιπόν η πόρνη μετά
του τέκνου της εις το εκείνων συνέδριον, εσυκοφάντησε τον Άγιον ότι εξ αυτού
δήθεν συνέλαβε και εγέννησε το παιδίον· οι δε δόλιοι εκείνοι Αρχιερείς δεν
εζήτησαν άλλας μαρτυρίας, αλλά μόνον επέβαλον όρκον εις την γυναίκα και
αρκεσθέντες εις τούτο, πάραυτα προέβησαν εις την καθαίρεσιν του Αγίου. Και ουχί
μόνον τούτο, αλλά πείθουσι και τον βασιλέα Μέγαν Κωνσταντίνον να εξορίση τον
Άγιον. Τότε λοιπόν επέμφθη ο μακάριος Ευστάθιος δια της Θράκης εις τους
Φιλίππους και εκεί ετελείωσε την ζωήν του. Λέγουσι δε, ότι η γυνή εκείνη, η
οποία εσυκοφάντησε τον μέγαν τούτον Ευστάθιον, έπεσεν εις χαλεπήν ασθένειαν,
όθεν ωμολόγησεν ότι αδίκως διέβαλε και εσυκοφάντησε τον Άγιον, εφανέρωσε δε και
τα ονόματα των αρειανών Αρχιερέων, οι οποίοι την κατέπεισαν δια χρημάτων να
είπη κατά του Αγίου την συκοφαντίαν ταύτην και να ορκισθή παραφρόνως· απεκάλυψε
δε ότι το νεογέννητον παιδίον το συνέλαβε μεθ’ ενός χαλκέως, ονομαζομένου
Ευσταθίου. Μετά παρέλευσιν εκατόν ετών, κατά τας ημέρας του βασιλέως Ζήνωνος,
εν έτει υοζ΄ (477), ανεκομίσθη το άγιον αυτού λείψανον και επέμφθη εις την
Αντιόχειαν. Τότε όλον το πλήθος ώρμησεν εκτός της πόλεως έως δεκαοκτώ μίλια και
υπεδέχθη αυτό ευλαβώς με ύμνους, φώτα και θυμιάματα.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017
Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017
Τη Κ΄ (21η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΤΙΜΟΘΕΟΥ του εν Συμβόλοις.
Τιμόθεος ο μακάριος Πατήρ ημών ενεδύθη εκ νεαράς ηλικίας το σχήμα των
Μοναχών και με την πολλήν εγκράτειαν και σύντομον προσευχήν ενέκρωσε τα
σκιρτήματα των παθών· όθεν, γενόμενος απαθής, έμεινεν έως τέλους της ζωής του
παρθένος κατά τε το σώμα και την ψυχήν, δι’ ο και κατέστη δοχείον του Αγίου
Πνεύματος και χάρισμα έλαβεν ιαμάτων ιατρεύων πάσαν ασθένειαν και δαίμονας
διώκων από των ανθρώπων. Ούτω λοιπόν καλώς πολιτευσάμενος έφθασεν εις γήρας
βαθύ και με άκραν αγαθότητα προς Κύριον εξεδήμησεν.
Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017
Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΑΓΑΘΩΝΟΣ, Πάπα Ρώμης.
Αγάθων
ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ο θαυματουργός, κατήγετο εκ της Ιταλίας, ήτο δε υιός
γονέων ευσεβών τε και ευλαβών, ζων εν έτει χν΄ (650), οι δε γονείς του
εμόχθησαν και εδίδαξαν αυτόν όλην την Αγίαν και θεόπνευστον Γραφήν, εκ της
οποίας τόσον ωφελήθη και κατενύχθη ο αοίδιμος, ώστε, αφ’ ου οι γονείς του
απέθανον, εσύναξεν όλον τον πλούτον των και τον διένειμεν αυθημερόν εις τους
πτωχούς, μετά ταύτα δε μετέβη εις Μοναστήριον και έγινε Μοναχός. Όθεν υπηρέτει
εις τον Θεόν νυχθημερόν και υπέρ του κόσμου προσηύχετο. Εις τόσην δε αρετήν
έφθασεν, ώστε και Χάριν ιαμάτων παρά του Κυρίου έλαβε και επειδή η αρετή δεν
δύναται να κρυβή, δια τούτο έγινε και Πάπας της Ρώμης (678-682). Καλώς λοιπόν
διαλάμψας προς Κύριον εξεδήμησεν.
Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017
Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΟΣ.
Βησσαρίων ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις την Αίγυπτον, αφ’ ου δε
απεγαλακτίσθη και έμαθε τα ιερά γράμματα, φως άγιον έλαμψεν εν τη καρδία του·
όθεν, επειδή εκ νεαράς ηλικίας ηγάπησεν πολύ τον Θεόν, δεν εμόλυνε παντελώς δι’
ουδενός αμαρτήματοα το δοθέν εις αυτόν, νηπιόθεν, άγιον Βάπτισμα, αλλ’ αναβάς
επί ερήμου τόπου, εκεί, ως πετεινόν και ως άσαρκος ηγωνίζετο, διότι δεν είχε
φροντίδα οίκου, ούτε τόπους επεθύμησεν, ούτε κόρον τροφής, ούτε κτήσεις αγρών,
ούτε βίβλων περιφοράς. Επί τεσσαράκοντα δε έτη δεν εκοιμήθη πλαγιασμένος, αλλ’
ή καθήμενος ή ιστάμενος. Καταφρονήσας λοιπόν εξ ολοκλήρου το σώμα ως φθαρτόν,
υπέταξεν αυτό εις το κρείττον, ήτοι εις την ψυχήν και εύρε τον Θεόν βοηθόν, τον
οποίον επόθησε. Τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας εστάθη εις
προσευχήν εν μέσω ενός θάμνου, ως στύλος ακίνητος, τεταμένας μεν έχων τας
χείρας και τα όμματα εις τον ουρανόν, την δε ψυχήν ηνωμένην μετά του Θεού και
αχχώριστον. Δια τούτο ηξιώθη, ο μακάριος, να λάβη τοιαύτην Χάριν παρά Θεού,
ώστε να τελή όχι τα τυχόντα θαυμάσια· διότι αυτός, ως ο Προφήτης Μωϋσής,
χαράξας το σημείον του Σταυρού εις τον αέρα, μετέβαλε το αλμυρόν ύδωρ της
θαλάσσης εις γλυκύτατον και με αυτό παρηγόρησε τον μαθητήν του και τον
εζωοποίησεν, όστις λιποθυμισμένος ων εκ της δίψης, έπιεν από το γλυκύ εκείνο
ύδωρ και εχόρτασε, καθώς και άλλοι πιόντες εξ αυτού ηθχαρίστησαν και εδόξασαν
τον Θεόν. Αυτός, ως ο Ιησούς του Ναυή, ευρεθείς εις τινα τόπον και συνομιλών με
πολλούς αδελφούς τα προς ωφέλειαν, εσταμάτησε δια προσευχής του τον ήλιον, έως
ότου ετελείωσε την διδασκαλία του, επειδή δύοντος του ηλίου δεν επρόφθανε να
υπάγη εκεί όπου ήθελεν. Αυτός ως ο Ηλίας εν καιρώ ανομβρίας, κατεβίβασεν ύδωρ
εξ ουρανού, όχι όμως ως ο Ηλίας άπαξ, αλλά δις και πολλάκις, διότι τούτο
εζήτησαν άλλοι αδελφοί παρ’ αυτού· και καθώς ο Ελισσαίος διέβη τον Ιορδάνην με
την μηλωτήν του Ηλιού, κατά τον αυτόν τρόπον και ούτος διέβη τον ποταμόν Νείλον
πεζός με του Σταυρού την δύναμιν, ώστε μόνον οι πόδες του έως εις τους αστραγάλους
εβράχησαν. Ούτος και άλλα σημεία διάφορα εποίησε με την δύναμιν του Χριστού.
Τον Θεόν λοιπόν μέχρι τέλους θεραπεύσας, ετελείωσε την ζωήν του εις γήρας βαθύ
και προς ον επόθει Χριστόν εξεδήμησε,
Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017
Του Αγίου Ιερομάρτυρος ΣΑΔΩΚ, Επισκόπου, και των συν αυτώ τελειωθέντων Εκατόν Είκοσι Οκτώ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.
Τη Κ΄ (20η) του
αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΣΑΔΩΚ, Επισκόπου, και των
συν αυτώ τελειωθέντων Εκατόν Είκοσι Οκτώ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.
Σαδώκ ο ένδοξος Ιερομάρτυς και οι μετ’ αυτού αξιωθέντες των μαρτυρικών
στεφάνων Εκατόν Είκοσιν Οκτώ Άγιοι Μάρτυρες εμαρτύρησαν εις την Περσίαν κατά
τους χρόνους του βασιλέως Σαβωρίου εν έτει
τλ΄ (330) αποκεφαλισθέντες, διότι ωμολόγησαν την εις Χριστόν πίστιν.
Ιστορείται δε ότι ο Άγιος Σαδώκ, πριν ή συλληφθή και μαρτυρήση, είδε κατ’ όναρ
τον προ αυτού Ιερομάρτυρα Άγιον Συμεών, ο οποίος ίστατο εφ’ υψηλής κλίμακος και
παρεκίνει αυτόν να αναβή· εφανέρωνε δε με τούτο, ως φαίνεται, την δια του
Μαρτυρίου ανάβασιν τούτου.
Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017
Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και θαυματουργού ΛΕΟΝΤΟΣ, Επισκόπου Κατάνης.
Λέων ο θεοπρόβλητος της Εκκλησίας φωστήρ, και των θείων προσταγμάτων
εκπληρωτής, ο των Αποστόλων ζηλωτής και των πενήτων προνοητής και μεγίστων
τεραστίων εργάτης θαυμάσιος, εγεννήθη εις την πόλιν της Ραβέννης από γονείς
ευγενείς, ευγενέστατος κατά κόσμον, εις δε την της ψυχής κατάστασιν πολύ
ευγενέστερος, δια την υπερβάλλουσαν αυτού αρετήν και αξιέπαινον πολιτείαν,
διότι όχι μόνον μετά την χειροτονίαν του, αλλά και πρότερον εφύλαττεν όλας τας
αρετάς. Είχε δε πρότερον ο θεόπνευστος την φροντίδα και την διοίκησιν των
εκκλησιαστικών πραγμάτων, διηκόνει δε ως πιστός και φρόνιμος οικονόμος πάντας
τους συνδούλους αυτού, διένειμε δε και το δεσποτικόν σιτομέτριον. Δια την
θαυμαστήν λοιπόν πολιτείαν αυτού, αποθανόντος Σαβίνου του τότε Αρχιερέως
Κατάνης, συνήχθη όλον το πλήθος της Μητροπόλεως Κατάνης από θείαν νεύσιν και
βούλησιν, και εψήφισαν άπαντες τον Λέοντα, όστις κατά την επωνυμίαν είχε και
γενναιότητα εις την ψυχήν, όθεν επολέμει ανδρείως κατά των νοητών λύκων,
αγωνιζόμενος με αγρυπνίας, προσευχάς και άλλας αρετάς να φυλάττη τα πρόβατα
αβλαβή από τους αιρετικούς και τους δαίμονας, διελέγχων καθ’ εκάστην και
ανατρέπων τας σαθράς και κακοδόξους ετεροδιδασκαλίας και στηλιτεύων τους μύθους
των Ελλήνων, ως πάνσοφος. Προς δε τους πιστούς ήτο πολύ συμπαθής και
εύσπλαγχνος, δίδων πολλάς ελεημοσύνας ο χριστομίμητος. Έλαμπε λοιπόν εις όλους
ως φωστήρ διαυγέστατος, ψυχών επιμελούμενος, ορφανών προμηθούμενος, πενήτων
τροφεύς και αδικουμένων αντιλήπτωρ επιμελέστατος και, απλώς ειπείν, όλους τους
ενδεείς και πτωχούς υπεδέχετο και τους εβοήθει πλουσιοπάροχα, γενόμενος τα πάντα
τοις πάσι, κατά τον μέγαν Απόστολον, δια να σώση όσους ηδύνατο. Είχε δε ζήλον
πολύν εις το θείον σέβας ως άλλος Ηλίας· όθεν ηγωνίζετο να εξαλείψη την
ειδωλολατρίαν παντελώς, διότι υπήρχον ακόμη τινές βεβυθισμένοι εις το σκότος
των ειδώλων, ως άγνωστοι. Όθεν, όχι μόνον με λόγια τους εδίδασκεν, αλλά και με
έργα και θαύματα, δια να γνωρίσουν το ανίσχυρον και αδύνατον των ματαίων θεών
και του αληθινού και όντως Θεού την υπερβάλλουσαν δύναμιν. Ημέραν λοιπόν τινά
επήγε με πολλούς ανθρώπους εις τόπον τινά, εις τον οποίον είχον στημένον οι
Έλληνες εν είδωλον από τον καιρόν του Δεκίου και το εθεοποιούσαν, οι άφρονες· ο
δε φρόνιμος και πάνσοφος Λέων έκαμεν εκεί προσευχήν προς τον Δεσπότην Χριστόν
με δάκρυα, να το κρημνίση ως Παντοδύναμος· και παρευθύς, ω του θαύματος! έπεσε
κατά γης και συνετρίβη το ακάθαρτον είδωλον, εις δε τον τόπον αυτού ευρέθη την
αυτήν ώραν εις Σταυρός θαυμασιώτατος· βλέποντες δε οι παριστάμενοι τοιούτον
φρικτόν τεράστιον εξεπλάγησαν και έκτισαν εκεί Εκκλησίαν των Αγίων Τεσσαράκοντα
Μαρτύρων. Όχι δε μόνον τον Ναόν τούτον, αλλά και έτερον κάλλιστον και
περίβλεπτον ωκοδόμησεν ο Όσιος εις το όνομα της Παρθενομάρτυρος Λουκίας, η
οποία εμαρτύρησεν εκεί εις την Κατάνην, εις αυτόν δε τον Ναόν ευρίσκεται τώρα
το πάνσεπτον και τίμιον λείψανον του θαυμασίου τούτου Λέοντος, από του οποίου
ιερού Λειψάνου αναβλύζει, ως από πηγής αενάου, μυρίπνοον έλαιον παντοίων κακών
αποσοβητήριον, παθών αλεξιτήριον και δαιμόνων φυγαδευτήριον· διότι, όσα θαύματα
ετέλεσε ζων ο τρισόλβιος, τόσα και έτι περισσότερα ετέλεσε μετά θάνατον, αλλά
και μέχρι σήμερον δεν παύει από του να τελή καθ’ εκάστην τα αυτά και να ιατρεύη
πάσαν ασθένειαν εκείνων οίτινες τον επικαλούνται μετά πίστεως, τα οποία δεν
γράφομεν εδώ όλα, χάριν συντομίας, μόνον μίαν θαυματουργίαν εξαισίαν θα
είπωμεν, την οποίαν ετέλεσεν έτι ζων ο Άγιος, και εκ της οποίας έγινεν εις όλον
τον κόσμον περιβόητος, απ’ αυτήν δε την τερατουργίαν να εννοήσητε πόσην
παρρησίαν είχε προς Χριστόν τον Θεόν ο θεόπνευστος. Εις την νήσον της Σικελίας
ήτο εις λεκανομάντης, ονόματι Ηλιόδωρος, όστις δια συνεργίας δαιμόνων έκαμνε
σημεία και τέρατα, επερίσσευε δε ούτος εις την κακίαν Ιαννήν, Ιαμβρήν και
Σίμωνα τους μάγους, επειδή είχεν εις εαυτόν όλην την διαβολικήν ενέργειαν.
Ούτος ήτο υιός ευγενούς τινος πατρικίας Χριστιανής, Βαρβάρας ονόματι, και
ενομίζετο Χριστιανός· αλλά παιδιόθεν ήτο θρασύς και υπερήφανος και επεθύμει να
γίνη έπαρχος της πόλεως, δια να κάμνη αναίσχυντα τα κακά του θελήματα. Αλλά δεν
ήτο θέλημα Θεού να λάβη τοιούτον υπέρτατον αξίωμα, ως ανάξιος. Ετράπη λοιπόν
εις άλλο τόλμημα ο παμμίαρος· εύρε δηλαδή Ιουδαίον τινά επίσημον εις τας
μαγείας και γοητείας, με τον οποίον έγινε φίλος και τον παρεκάλεσε να τον
βοηθήση να λάβη το ποθούμενον αξίωμα, αυτός δε του έδωσεν επιστολήν τινα και
του λέγει· «Ύπαγε το μεσονύκτιον εις τους τάφους των αρχόντων, ανέβα επάνω εις
μίαν στήλην και εκεί θέλει έλθει κάποιος φοβερός εις την θέαν· αλλά μη
δειλιάσης· εάν σου ειπή να κατέβης, μη υπακούσης έως να σου υποσχεθή ότι θα
κάμνη όλα τα θελήματά σου». Τότε ο βδελυρός Ηλιόδωρος επήγεν εις τον τόπον
εκείνον χαρούμενος και ρίπτων υψηλά εις τον αέρα την επιστολήν, είδε τον
διάβολον έφιππον επί τινος ελάφου και του λέγει· «Τι χρειάζεσαι από εμέ»; Ο δε
Ηλιόδωρος απεκρίθη· «Θέλω να μου κάμης ό,τι ποθώ και ορέγομαι». Εκείνος δε
απήντησεν· «Εάν δέχεσαι να αρνηθής τον Χριστόν, θα σου παρέχω αμέσως ό,τι μου
ζητείς». Τότε ο δυστυχής εκείνος απηρνήθη τον Χριστόν και συνετάχθη με τον
δαίμονα, όστις του έδωσε τον πλέον δυνατόν εις την κακίαν και πονηρότατον
διάβολον, ονομαζόμενον Γάσπαρον, τον οποίον επρόσταξε να στέκεται πλησίον
αυτού, να του υποτάσσεται πάντοτε, εκτελών όλα τα προστάγματα αυτού. Ταύτα
προστάξας ο άρχων του σκότους έγινεν άφαντος ο αντίθεος, ο δε απατεών και
αρνησίθεος Ηλιόδωρος έμεινε χαρούμενος, μη γινώσκων, ο άφρων και δείλαιος, την
της ψυχής και του σώματος αυτού απώλειαν· διότι δεν εκόλασε μόνον την ψυχήν του
αιώνια, αλλά κατά την δικαιοκρισίαν του Θεού και της παρούσης ζωής εστερήθη,
γενόμενος πυρός παρανάλωμα, ως του πυρός της ατελευτήτου κολάσεως κληρονόμος,
καθώς προβαίνοντες εις τον λόγον θέλομεν ιστορήσει. Διότι ο νέος ούτος
αποστάτης και του Εωσφόρου εφάμιλλος, μη λαμβάνων κατά νουν το ανίκητον της
θείας Δυνάμεως, επεχείρει να κακοποιή τους ευσεβείς, ο ασεβής και επίβουλος,
επιβουλάς και κακώσεις καθ’ εκάστην κατ’ αυτών μηχανώμενος και όλους ετάρασσε
με φαντασίας και γοητείας, ο επικατάρατος· όχι δε μόνον εκεί εις την Μητρόπολιν
της Κατάνης, αλλά περιερχόμενος και τας λοιπάς πόλεις και χώρας των Σικελών
ετάραττε με τας μαγείας του άπαντας, ένεκα δε τούτου και απεφασίσθη υπό του βασιλέως
εις θάνατον. Αλλά τας μεν μαγείας και τα διαβολικά τεχνάσματα του επαράτου
Ηλιοδώρου, δια των οποίων κατώρθωνε να διαφεύγη την σύλληψιν υπό των βασιλικών
απεσταλμένων, ας αφήσωμεν δια να μη μολύνωμεν τας ακοάς σας, ας έλθωμεν δε εις
το κάκιστον τέλος το οποίον, καθώς του έπρεπεν, έλαβε. Πολλάκις ο Αρχιερεύς
Λέων, ως συμπαθέστατος ποιμήν, τον ενουθέτησε με χρηστότητα χριστομίμητον, και
τον παρεκάλει να παύση τας κακουργίας του, δια να μη κολασθή ο τρισάθλιος, αλλά
μάλλον χειρότερα έκαμνε, νομίζων φλυαρίας τας του Αγίου νουθεσίας και
παραγγέλματα· και προστιθείς ανομίαν εις ανομίαν, ετόλμησεν ο πάντολμος να
εισέρχεται εις την Αγίαν Εκκλησίαν, και να περιπαίζη και να χλευάζη τα Άχραντα
και θεία Μυστήρια. Ημέραν μάλιστα τινα, κατά την οποίαν ήτο μεγάλη εορτή και
ελειτούργει ο Άγιος, εισήλθεν ο εναγής Ηλιόδωρος και εχόρευε λακτίζων ατάκτως
και λέγων φλυαρίας και βλασφημίας δια να προξενή γέλωτας, εκαυχάτο δε ότι θα
κάμη τον Άγιον και όλους τους άλλους εκεί εκκλησιαζομένους να χορεύωσι. Και
ταύτα μεν δεν ηδυνήθη να πράξη ο δυστυχής, διότι η θεία Δύναμις ημπόδισε τας
κακουργίας του δαίμονος. Την τοιαύτην όμως αυθάδειαν του ματαιόφρονος εκείνου
βαρυνθείς ο θεόφρων Λέων εγονάτισε και ηυχήθη προς τον Θεόν θερμότατα να τον
βοηθήση να καταισχύνη τας πανουργίας αυτού· έπειτα, μετά την ευχήν, αφ’ ου
μετέλαβε τα θεία Μυστήρια, έδραμεν έξω από το Άγιον Βήμα, πριν να εκδυθή τα
ιερά άμφια, και δένει από τον λαιμόν δυνατά με το ωμόφορόν του τον Ηλιόδωρον,
λέγων· «Κύριος ο Θεός, όστις εκρήμνισεν από τον ουρανόν τον πατέρα σου
διάβολον, σε επιτιμά, να μη δυνηθής πλέον να ενεργής τας μαγείας σου προς
απάτην πολλών και απώλειαν». Παρευθύς τότε πάσα η μαγική τέχνη και σατανική
δύναμις του Ηλιοδώρου εξηφανίσθη· όθεν συλληφθείς κατά την βασιλικήν απόφασιν
υπέσυη τον δια πυρός θάνατον δια τα κακουργήματα, τα οποία είχε διαπράξει.
Θαύμα δε τότε ηκολούθησε μέγιστον, διότι ομού μετ’ αυτού ανήλθεν επί της πυράς
και ο αείμνηστος Λέων, όστις και έμεινεν επ’ αυτής· και εκείνος μεν ο αλιτήριος
απετεφρώθη τελείως και έγινε στάκτη και δικαίως ο άδικος ηναλώθη υπό του πυρός,
ως πυρός κληρονόμος και απήλθεν εις πυρ ατελεύτητον. Ο δε μέγας Αρχιερεύς και
θαυματουργός Λέων εξήλθεν από την φλόγα αβλαβής προς θάμβος και έκπληξιν των
ορώντων και ούτε καν τα ιερά αυτού άμφια ετόλμησε να καύση το πυρ ουδόλως, ή
έστω μίαν τρίχα από την σεβασμίαν και πανίερον αυτού κεφαλήν, καθώς εις την
Βαβυλώνα τον καιρόν του Ναβουχοδονόσορος εις τους Αγίους Τρεις Παίδας εγένετο
τοιούτον φρικτόν τεράστιον, το οποίον βλέποντες οι παρόντες εξέστησαν και
εδόξαζον μεγαλοφώνως τον Κύριον, όστις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια δια να δοξάση
τους δούλους του. Αυτή η φήμη έφθασεν εις όλα τα πέρατα της οικουμένης· όθεν ο
προρρηθείς βασιλεύς έστειλε προς τον Άγιον γράμματα και τον προσεκάλει να υπάγη
εις Κωνσταντινούπολιν να τον απολαύση και να λάβη την ευλογίαν του· όθεν απήλθε
δια να μη παρακούση το βασιλικόν πρόσταγμα· ο δε Αυτοκράτωρ ευλαβώς και
σεβασμίως τον ετίμησε, βλέπων εκείνην την σεμνοπρέπειαν της αγγελικής διαγωγής
και την Χάριν και λαμπρότητα του Πνεύματος και την των απορρήτων τεραστίων
ενέργειαν· διότι ετέλεσε και εκεί εις την βασιλεύουσαν πολλά θαυμάσια, εκτός δε
των άλλων έβαλε κάρβουνα ανημμένα και θυμίαμα εις το ράσον του και τους
εθυμίασεν εις δόξαν και μεγαλοπρέπειαν Θεού· όθεν, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον,
εξέστησαν άπαντες και τον κατευώδωσαν με πολλήν τιμήν, ως έπρεπε. Τούτου του
θαυμασίου τον βίον εθαύμασαν οι Άγγελοι δια το συγγενές της λαμπρότητος και οι
δαίμονες έπτηξαν δια την δύναμιν και εξουσίαν, την οποίαν του έδωκε κατ’ αυτών
ο Παντοδύναμος· άνθρωποι δε εξεθαμβήθησαν δια το υπερβάλλον της αγιωσύνης και
το της σεμνοπρεπείας αξιάγαστον· οι δε αιρετικοί, από την βροντήν της φωνής των
ορθών δογμάτων αυτού εδειλίασαν· οι Έλληνες από την σοφίαν αυτού εφιμώθησαν και
τελείως κατησχύνθησαν· οφθαλμοί τυφλοί εφωτίσθησαν, χείρες και πόδες παράλυτοι
ιατρεύθησαν και κάθε λώβη και ασθένεια σώματος και παν μέλος άρρωστον και
εμπαθές εθεραπεύθη με την επίθεσιν των χειρών του και την δέησιν. Αυτά και άλλα
παραδοξότερα ετέλεσεν ο θαυμάσιος Λέων, όχι μόνον ζων αυτός ως Ισάγγελος, αλλά
και μετά την αυτού εντεύθεν προς Θεόν εκδημίαν και Αγίαν μετάστασιν· μάλιστα δε
και θαυμασιώτερα έως την σήμερον ενεργεί ο Παντοδύναμος Θεός εις τον τάφον του
δια να δοξάση τον δούλον του, εκ των οποίων να είπωμεν εν, το οποίον ετέλεσε
αυτήν ταύτην την ημέραν της αυτού προς Θεόν εκδημίας και μεταστάσεως. Γυνή τις
ευγενής από την πόλιν των Συρακουσίων ήτο αιμορροούσα και εξώδευσε τον πλούτον
της όλον εις ιατρούς, αλλά δεν είδεν ωφέλειάν τινα. Τέλος πάντων, πεφωτισμένη
από θείαν τινά αποκάλυψιν, επήγεν εις τον άμισθον τούτον ιατρόν και φθάσασα εις
την αρειανήν πύλην της πόλεως, ήκουσε τα σήμαντρα τα οποία εκτύπων δια την του
Οσίου μετάστασιν. Όθεν έδραμε σπουδάζουσα και προσπίπτουσα εις το άγιον
λείψανον μετά δακρύων και πίστεως εζήτει την ίασιν· κατά την πίστιν λοιπόν
αυτής και η έκβασις ευθύς ηκολούθησεν· έπαυσε δηλαδή η ρύσις του αίματος με
τρόπον θαυμάσιον και επιτυχούσα της θεραπείας επέστρεψε προς την ιδίαν οικίαν
χαίρουσα και διηγείτο τα του Θεού μεγάλα θαυμάσια, μεγαλύνουσα τον γνήσιον
θεράποντα αυτού. Εκοιμήθη δε ο Άγιος την εικοστήν Φεβρουαρίου, παραδούς εις
χείρας Θεού την μακαρίαν αυτού ψυχήν· το δε τίμιον και πάνσεπτον αυτού λείψανον
ενεταφίασαν σεβασμίως εις τον περικαλλή Ναόν της Αγίας Λουκίας, τον οποίον
αυτός ωκοδόμησεν. Ο δε Κύριος, όστις δοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας, εδόξασε και
μετά θάνατον αυτόν τον γνήσιον δούλον του και αναβλύζει έλαιον ευώδες από τον
τάφον του, το οποίον ιατρεύει πάσαν ασθένειαν των προσερχομένων μετ’ ευλαβείας
και πίστεως. Αλλ’ ω των ουρανίων εραστά και κληρονόμε Λέων, ο λέων ως αληθώς
αναδειχθείς και πιστός ως λέων αήττητος. Ω βασιλεύ, των δουλικών παθών κράτιστε
και των τυραννικών εχθρών καθαιρέτα δραστικώτατε· ο των αιρετιζόντων το στίφος
ως υπούλους αλώπεκας καταπλήττων και απελαύνων δια του βασιλικού σου
βρυχήματος, τον δε δήμον των Ορθοδόξων συγκροτών και καταρτίζων δια των στερεών
δογμάτων και σοφωτάτων διδαγμάτων σου· ο δυνατός εν έργω και λόγω γενόμενος και
κατ’ άμφω διαλάμπων, δίκην ηλίου εις πάντα τα πέρατα, ο δια των μεγίστων
τεραστίων και θαυμάτων, όχι τους πάλαι Προφήτας μόνον υπερβαλών, αλλά και αυτών
των μεγάλων Πρωταποστόλων συναμιλλώμενος· ω ποιμήν θεοπρόβλητε, λαμπτήρ
θεοπύρσευτε και δούλε Θεού Χριστομίμητε· παιδευτά των αφρόνων, ολοθρευτά των
δαιμόνων και πρεσβευτά των σων προσφύγων θερμότατε· ευμενώς πρόσδεξαι τα
παρόντα ψελλίσματα εξ ατέχνου διανοίας και γλώττης πόθω πολλώ προσφερόμενα και
τους εις τούτο πίστει πολλή προτρεψαμένους την ημετέραν ευτέλειαν χάρισαι
ειρήνην, ευημερίαν, ευρωστίαν και σωτηρίαν ψυχής αιώνιον· και εις πάντας τους
την σην ιεράν επιτελούντας πανήγυριν, μη διαλείπης αιτούμενος παρά Θεού τα
συμφέροντα, παθών αποτροπήν, πειρασμών απολύτρωσιν και νοσημάτων αναίρεσιν· και
απλώς, πάντων μεν των αγαθών εν τω παρόντι αιώνι απόλαυσιν, εν δε τω μέλλοντι
αξιωθήναι της ουρανίου Βασιλείας και αιωνίου μακαριότητος, εν Χριστώ Ιησού τω
Κυρίω ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, συν τω Πατρί και
Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017
Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος ΝΙΚΗΤΑ του Αγιορείτου.
Νικήτας ο νέος ούτος Ιερομάρτυς κατήγετο εκ της Ηπείρου, τρωθείς δε από
αγάπην Χριστού διάπυρον απηρνήθη τα εγκόσμια και κατέφυγεν εις το Άγιον Όρος
και δη εις την Σκήτην της Αγίας Άννης, ένθα και εκάρη Μοναχός. Ενθέως δε πολιτευόμενος, προεκρίθη υπό των
πατέρων και δια το αξίωμα της Ιερωσύνης, διό και εχειροτονήθη Ιεροδιάκονος και
είτα Ιερεύς εν τη Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικού). Επειδή όμως
εβασανίζετο δεινώς ο μακάριος υπό των λογισμών, ότι κατήγετο εκ προγόνων
Χριστιανών μεν εν τω κρυπτώ, φανερώς όμως υποκρινομένων τους Οθωμανούς, απεφάσισε
να μαρτυρήση υπέρ Χριστού. Απελθών λοιπόν ούτος εις τα πέριξ των Σερρών και της
Δράμας χωρία, παρώξυνε τους ματαιόφρονας Οθωμανούς, κηρύττων την εις Χριστόν
πίστιν και εξουθενών την του επαράτου Μωάμεθ ψευδή θρησκείαν. Προς τούτοις
εκήρυττε και όλον το Μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας και όλην την πονηρίαν
του ψευδοπροφήτου Μωάμεθ. Ταύτα διδάσκων ο μακάριος φυλακίζεται, φλογίζεται την
όσφρησιν δια πυρός, στέφεται την κεφαλήν με ακάνθινον στέφανον, εμπήγονται
κάλαμοι εις τους όνυχάς του, κρεμάται κατά κεφαλής και φλογίζεται εις τα κρύφια
μέλη. Είτα ωδηγήθη δερόμενος και κολαφιζόμενος μέχρι του τόπου της καταδίκης,
όπου και απηγχονίσθη τελειωθείς κατά την ιθ΄ (19ην) Φεβρουαρίου του
έτους αωθ΄ (1809). Ενώ δε το ιερόν αυτού
Λείψανον εκρέματο επί σχοινίου, φως κατήρχετο εκ των ουρανών και το εφώτιζε,
μετά δε τον ενταφιασμόν του πλείστα θαύματα εγένοντο έτι δε και μέχρι σήμερον
ενεργεί επί των μετά πίστεως επικαλουμένων αυτόν, ου ταις αγίαις πρεσβείαις,
Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)