Ιωάννης ο ευλογημένος και χαριτώνυμος Νεομάρτυς του Χριστού ήτο γέννημα
και θρέμμα του Γαλατά, ειργάζετο δε ως λεπτουργός κάλφας εις το παλάτιον του
σουλτάνου· αλλά και οι αγάδες τον έπαιρναν ίνα κοσμή τα παλάτια των. Ταπεινός
δε ων κατά το φρόνημα και πολύ ελεήμων υπάνδρευεν ορφανά, ηλευθέρωνε
φυλακισμένους, εποίει δε και άλλας πολλάς καλωσύνας. Αγάς δε τις του έδωκεν εν
παιδίον, ανεψιόν του, όστις είχεν έλθει από την Ανατολήν, να τον μάθη την
τέχνην της λεπτουργικής. Εισερχόμενον δε και εξερχόμενον το παιδίον μετά του
Ιωάννου εις το βασιλικόν παλάτιον είδεν εκεί τα παιδία, ότι ήσαν εις μεγάλην
τιμήν και χαράν και ηθέλησε και αυτό να συναριθμηθή με αυτά· όθεν επήγεν εις
τον θείον του εκείνον και του λέγει· «Σε παρακαλώ να με βάλης εις το παλάτιον
του σουλτάνου». Τότε ο αγάς παρεκάλεσε τον Ιωάννην, δια μέσου δε τούτου το
έβαλεν εις το βασιλικόν παλάτιον. Εις ολίγον καιρόν το παιδίον ανήλθεν εις
αξίωμα, ηγάπα δε πολύ και τον Ιωάννην τον διδάσκαλόν του εις την τέχνην, διότι
εξ αιτίας του έλαβε το αξίωμα. Μετά χρόνους ικανούς, εν μια των ημερών, λέγει
εις τον Ιωάννην· «Επειδή γνωρίζεις γράμματα και είσαι μορφωμένος, σε παρακαλώ, ειπέ
μου, τι ευρίσκεις γεγραμμένα εις τα βιβλία σας περί του ιδικού μας προφήτου,
δια τον οποίον ο Θεός εποίησε τον κόσμον και όλα τα πάντα»; Ο Ιωάννης του λέγει·
«Σε παρακαλώ ως προς τούτο, μη με πειράζης· ειπέ μου μόνον εάν έχης άλλο τι, τα
δε περί πίστεως μη με ερωτάς». Εκείνος δε απαντά· «Μα το ψωμί του βασιλέως όπου
τρώγω και μα την στερεάν αγάπην την οποίαν έχομεν, δεν σε κακοποιώ και μη
φοβηθής να μου ειπής». Ο δε ευλογημένος Ιωάννης, θαρρών εις τους όρκους του και
εις την φιλίαν την οποίαν είχον, απεκρίθη λέγων· «Επειδή με ερωτάς, να σου είπω
την αλήθειαν. Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός· ο δε
Μωάμεθ, εις τον οποίον πιστεύετε σεις, ήτο άνθρωπος θνητός, άνθρωπος
αγράμματος, όστις εις τον κόσμον τούτον δεν έκαμε ουδέν καλόν έργον, ουδέ θαύμα
τι έκαμεν εις τον καιρόν του, ωσάν τους άλλους Προφήτας του Θεού, τους οποίους
έχομεν ημείς οι Χριστιανοί. Μόνον σεις τον εκάματε μέγαν και τον έχετε δια
προφήτην. Αλλά, μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ, να ήτο εκείνος προφήτης, αλλά
πολέμιος του Θεού, με τας μυθολογίας δε και τα πλάσματά του εφάνη αρεστός εις
τον απλούν και άπειρον λαόν και τον ηκολούθησαν, καθώς ήτο προπεφητευμένον δι’
αυτόν, ότι θέλει έλθει ίνα πλανήση τον κόσμον». Ταύτα ακούσας ο αλιτήριος
εκείνος μετήλλαξε την φιλίαν εις έχθραν· όθεν, αφού εκάλεσε και άλλους
Αγαρηνούς, τον έδειραν ανηλεώς και τον επηγαν εις τον κριτήν, μαρτυρούντες ότι
εβλασφήμησε κατά της πίστεώς των. Τότε ο κριτής διέταξε και τον έδειραν
σφοδρώς, έπειτα τον εφυλάκισαν και τον εβασάνιζαν δια να αρνηθή τον Χριστόν και
να πιστεύση εις την πίστιν των· ο δε ευλογημένος Ιωάννης, σταθείς ανδρείος, ως
καλός στρατιώτης του Χριστού, λέγει προς αυτούς· «Δεν αρνούμαι εγώ τον
γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, αλλ’ αυτόν πιστεύω, αυτόν λατρεύω, αυτόν
ομολογώ, ως τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον». Ιδόντες οι Αγαρηνοί το
αμετάθετον της γνώμης του, τον έβαλαν εις εν πλοίον του Τουρκικού στόλου, ο
οποίος κατηυθύνετο εις την Μαύρην Θάλασσαν δι’ επίδειξιν, έκαμε δε εκεί εξ
μήνας· όταν δε επανήλθε τον έβαλαν πάλιν εις την φυλακήν και τον εβασάνιζαν
τρεις μήνας· αφού δε είδον, ότι δεν ημπορούν να τον φέρουν εις το θέλημά των,
ούτε καν με λόγον ψιλόν να τον παρασαλεύσουν από την πίστιν του Χριστού, το
ανέφεραν εις τον βεζύρην και εκείνος με πολλήν του εντροπήν επρόσταξε τον
έπαρχον και τον επήγεν εις τον τόπον της καταδίκης, κοντά εις το Δημοπρατήριον,
όπου και τον απεκεφάλισαν την κστ΄ (26) Φεβρουαρίου του έτους αφοε΄ (1575), και
ούτως έλαβεν ο Άγιος τον στέφανον του Μαρτυρίου, τώρα δε αγάλλεται μετά του
χορού των Μαρτύρων. Τούτο είναι, αδελφοί, το Μαρτύριον του ευλογημένου Ιωάννου,
ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017
Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος ΦΩΤΕΙΝΗΣ της Σαμαρείτιδος,
Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου,
μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος ΦΩΤΕΙΝΗΣ της Σαμαρείτιδος, εις την οποίαν
ωμίλησεν ο Χριστός εν τω φρέατι, και των συν αυτή (ήτοι των πέντε αυτής αδελφών
και των δύο αυτής υιών, και Σεβαστιανού του Δουκός).
Φωτεινή η Αγία του Χριστού Μεγαλομάρτυς είναι η Σαμαρείτις εκείνη περί
της οποίας διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος εις το Ιερόν αυτού
Ευαγγέλιον, ότι συνωμίλησε με τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εις το φρέαρ του
Πατριάρχου Ιακώβ και επίστευσεν εις αυτόν. Αύτη η μακαρία, μετά την εις
ουρανούς Ανάληψιν του Κυρίου και την του Αγίου Πνεύματος κατάβασιν εις τους
θείους Αποστόλους κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, εβαπτίσθη υπό των Αποστόλων
μετά των δύο υιών της και των πέντε αδελφών αυτής, οίτινες, όλοι ομού, αφού
ηκολούθησαν τους Αγίους Αποστόλους, εκήρυττον την πίστιν του Χριστού από τόπου
εις τόπον και από χώρας εις χώραν, επιστρέψαντες πολλούς ειδωλολάτρας από την
ασέβειαν εις την Ορθόδοξον του Χριστού Πίστιν. Κατά δε τας ημέρας του
ασεβεστάτου βασιλέως της Ρώμης Νέρωνος (54-68) εκινήθη μέγας διωγμός εναντίον
των Χριστιανών και μετά το Μαρτύριον των Κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου,
εζητούσαν οι διώκται τους μαθητάς των και όλους εκείνους οι οποίοι επίστευον
εις τον Χριστόν, αγωνιζόμενοι, οι μάταιοι, να εξαλείψουν από τον κόσμον το
όνομα του Χριστού. Δεν ήξευραν όμως, οι ανόητοι, ότι όσον εκείνοι κατέτρεχον
την πίστιν του Χριστού, τόσον περισσότερον εστερεώνετο και επλατύνετο, διότι
είπεν ο Κύριος· «Πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ιστ: 18). Κατ’
εκείνον τον καιρόν η Αγία Φωτεινή μαζί με τον Ιωσήν, τον μικρότερον υιόν της,
ήτο εις την Καρθαγένην, πόλιν της Αφρικής και εκήρυττε μετά παρρησίας το
Ευαγγέλιον του Χριστού. Ο δε Βίκτωρ, ο μεγαλύτερος υιός της, ήτο στρατιώτης εις
το στράτευμα των Ρωμαίων και επειδή έκαμνε μεγάλας ανδραγαθίας και νίκας εις
τον πόλεμον, τον οποίον είχον οι Ρωμαίοι εναντίον των Αβάρων, οι οποίοι
κατέτρεχον τους τόπους των, ο βασιλεύς Νέρων τον έκαμε στρατηλάτην και μη
γνωρίζων, ότι ήτο Χριστιανός, τον έστειλεν εις την Ιταλίαν δια να τιμωρή όλους
τους εκεί ευρισκομένους Χριστιανούς. Ο
δε Σεβαστιανός, ο δούξ της Ιταλίας, ακούσας ταύτα, είπεν εις τον Βίκτωρα· «Εγώ
γνωρίζω πολύ καλά, στρατηλάτα, ότι συ είσαι Χριστιανός· ομοίως η μήτηρ σου και
ο αδελφός σου Ιωσής είναι Χριστιανοί και ακόλουθοι του Αποστόλου Πέτρου· σε
συμβουλεύω όμως, δια να μη κινδυνεύση η ζωή σου, να κάμης εκείνο όπου σε
επρόσταξεν ο βασιλεύς, δηλαδή να τιμωρής τους Χριστιανούς». Ο στρατηλάτης
Βίκτωρ τότε του απεκρίθη· «Εγώ θέλω κάμει το θέλημα του επουρανίου και αθανάτου
Βασιλέως Χριστού, του αληθινού Θεού· την δε προσταγήν την οποίαν μου έδωκεν ο
βασιλεύς Νέρων, να τιμωρώ τους Χριστιανούς, ούτε καν να την ακούσω θέλω
τελείως, όχι να την εκτελέσω». Εις τους λόγους τούτους του Βίκτωρος απήντησεν ο
δούξ· «Εγώ σε συμβουλεύω, ως φίλον μου αληθινόν, εκείνο όπου σε συμφέρει·
διότι, εάν καθήσης εις το κριτήριον και εξετάσης να εύρης τους Χριστιανούς και
τους τιμωρήσης, και τον βασιλέα θέλεις ευχαριστήσει και τα χρήματα των
Χριστιανών θέλεις κερδήσει. Προς τούτοις δε σε συμβουλεύω να διαμηνύσης εις την
μητέρα σου και τον αδελφόν σου, να μη κηρύττουν παρρησία τον Χριστόν και να μη
διδάσκουν τους Έλληνας να αρνούνται την πάτριον θρησκείαν των, δια να μη τύχη
να κινδυνεύσης συ, εξ αιτίας εκείνων». Ο Βίκτωρ απήντησε· «Μη γένοιτο εις εμέ
να κάμω αυτά τα οποία μου λέγεις, να τιμωρήσω δηλαδή Χριστιανόν ή να πάρω
τίποτε από αυτόν, ή να συμβουλεύσω την μητέρα μου, ή τον αδελφόν μου να μη
κηρύττουν, ότι ο Χριστός είναι ο Θεός, αλλά και εγώ μάλιστα Χριστιανός είμαι
και θέλω γίνει κήρυξ του Χριστού, καθώς είναι και εκείνοι, και ας ίδωμεν τι
κακόν μέλλει να γίνη». Ο δε δούξ είπεν· «Εγώ, αδελφέ, σε συμβουλεύω εκείνα τα
οποία σε συμφέρουν και συ στοχάσου τι πρόκειται να κάμης». Μόλις είπε ταύτα ο
δουξ παρευθύς ετυφλώθη και πεσών κάτω εις την γην έμεινεν άφωνος από τους σφοδρούς
και δεινούς πόνους των οφθαλμών του. Εγείραντες δε αυτόν οι εκεί παρεστώτες τον
έβαλαν εις μίαν κλίνην εις την οποίαν έμεινε τρεις ημέρας άφωνος, χωρίς να
δύναται καθόλου να ομιλήση, την δε τετάρτην ημέραν εφώναξε μεγαλοφώνως, λέγων·
«Εις είναι ο Θεός, ο Θεός των Χριστιανών». Ελθών δε πλησίον του ο Βίκτωρ του
είπε· «Διατί ούτω έξαφνα ήλλαξες την γνώμην σου, Σεβαστιανέ;» Και ο δουξ του
απήντησε: «Διότι με προσκαλεί ο Χριστός, γλυκύτατέ μου Βίκτωρ». Ευθύς τότε ο
Σεβαστιανός κατηχήθη από τον Βίκτωρα εις την πίστιν του Χριστού και εβαπτίσθη,
μόλις δε εβγήκεν από την αγίαν κολυμβήθραν, πάραυτα έλαβε το φως των οφθαλμών
του και εδόξασε τον Θεόν. Βλέποντες δε οι άλλοι ειδωλολάτραι το παράδοξον
εκείνο θαύμα, εφοβήθησαν μήπως επειδή δεν πιστεύουν πάθουν εκείνο το οποίον
έπαθεν ο δουξ και προσέτρεξαν όλοι εις τον Βίκτωρα, από τον οποίον,
κατηχηθέντες την πίστιν του Χριστού, εβαπτίσθησαν. Αφ’ ου επέρασεν ολίγος
καιρός, ηκούσθη τούτο εις την Ρώμην και έφθασεν εις τας ακοάς του Νέρωνος, ότι
ο Βίκτωρ ο στρατηλάτης της Ιταλίας και ο δουξ Σεβαστιανός κηρύττουν το κήρυγμα
του Πέτρου και του Παύλου και των λοιπών Αποστόλων και οδηγούν πολλούς Έλληνας
εις την πίστιν του Χριστού, η δε μήτηρ του στρατηλάτου Βίκτωρος Φωτεινή, ομού
με τον έτερον υιόν της Ιωσήν, αποσταλέντες από τους Αποστόλους εις την
Καρθαγένην, κάμνουν και αυτοί εκεί τα ίδια. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ήναψεν
όλος από θυμόν και έστειλεν ευθύς στρατιώτας εις την Ιταλίαν, δια να φέρουν εις
την Ρώμην όλους τους εκεί ευρισκομένους Χριστιανούς άνδρας και γυναίκας· αλλ’
εις τούτους εφάνη πρωτύτερα ο Κύριος, ειπών· «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες
και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Μη φοβείσθε, διότι εγώ είμαι μαζί σας
και θέλει νικηθή ο Νέρων ομού με τους συντρόφους του». Έπειτα είπε προς τον
Βίκτωρα· «Από τώρα και εις το εξής το όνομά σου θα είναι Φωτεινός· διότι δια
σου θέλουν φωτισθή πολλοί και θέλουν πιστεύσει εις εμέ· τον δε Σεβαστιανόν να
τον ενδυναμώσης εις το Μαρτύριον με τους λόγους σου και θέλει είναι μακάριος
και καλότυχος εκείνος ο οποίος θα αγωνισθή έως τέλους». Ταύτα αφού είπεν ο
Κύριος, ανέβη εις τους ουρανούς. Απεκαλύφθησαν δε και εις την Αγίαν Φωτεινήν
όλα εκείνα τα οποία έμελλον να συνβώσιν εις αυτήν· όθεν εκίνησεν από την
Καρθαγένην ομού με πλήθος Χριστιανών και επήγεν εις την Ρώμην· τότε εταράχθη
όλη η πόλις της Ρώμης, διηρωτώντο δε οι Ρωμαίοι λέγοντες· «Ποία είναι αυτή η
οποία ήλθεν εδώ με τόσον πλήθος»; Αλλ’ η Αγία Φωτεινή εκήρυττε με μεγάλην
παρρησίαν τον Χριστόν. Ήλθον δε τότε εις την Ρώμην και ο υιός της Αγίας
Φωτεινός μαζί με τον δούκα Σεβαστιανόν, συνοδευόμενοι από τους στρατιώτας τους
οποίους είχε στείλει ο βασιλεύς. Προλαβούσα δε η Αγία επήγεν εμπρός εις τον
Νέρωνα μαζί με τον υιόν της Ιωσήν και τους λοιπούς, τους οποίους βλέπων ο Νέρων
τους ηρώτησε· «Δια ποίαν αιτίαν ήλθετε προς ημάς»; Απεκρίθη η Αγία· «Ήλθαμεν
δια να σε διδάξωμεν να πιστεύσης εις τον Χριστόν». Κατ’ εκείνην την ώραν
ανήγγειλαν οι υπηρέται εις τον βασιλέα ότι ο δουξ Σεβαστιανός και ο Βίκτωρ ο
στρατηλάτης ήλθον από την Ιταλίαν· ο δε Νέρων είπε· «Ας έλθουν μέσα». Ότε δε
εκείνοι παρουσιάσθησαν εμπρός του, τους λέγει· «Τι ήκουσα δια σας»; Οι Άγιοι
του απήντησαν· «Όσα ήκουσας δι’ ημάς, ω βασιλεύ, όλα είναι αληθινά». Τότε ο
Νέρων, παρατηρών τους Μάρτυρας με βλέμμα άγριον, λέγει προς αυτούς: «Αρνείσθε
τον Χριστόν, ή θέλετε να αποθάνετε με κακόν θάνατον»; Οι δε Άγιοι υψώσαντες
τους οφθαλμούς των εις τον ουρανόν, είπον· «Μη γένοιτο ποτέ, Χριστέ Βασιλεύ, να
σε αρνηθώμεν και να αποχωρισθώμεν από την πίστιν σου και την αγάπην σου». Ο
Νέρων τους ηρώτησε· «Πως ονομάζεσθε»; Τότε απεκρίθη προς αυτόν η Αγία: «Εγώ
ωνομάσθην από τον Ιησούν Χριστόν, τον Θεόν μου, Φωτεινή· αι δε αδελφαί μου, η
πρώτη, η οποία εγεννήθη ύστερον από εμέ, καλείται Ανατολή· η Δευτέρα Φωτώ· η
Τρίτη Φωτίς· η Τετάρτη Παρασκευή και η Πέμπτη Κυριακή· εκ δε των υιών μου, ο μεν
πρώτος καλείται Βίκτωρ, επονομασθείς από τον Κύριόν μου Φωτεινός· ο δε δεύτερος
όστις είναι μαζί μου λέγεται Ιωσής». Και ο Νέρων τους λέγει: «Όλοι σας
συνεφωνήσατε να τιμωρηθήτε δια τον Ναζωραίον και να αποθάνετε δι’ αυτόν»;
Απεκρίθη τότε η Αγία Φωτεινή: «Ναι· όλοι μας, χαίροντες και αγαλλόμενοι,
αποθνήσκομεν δια την αγάπην του Κυρίου μας». Τότε επρόσταξεν ο τύραννος να
κατασυντριβούν οι αρμοί των χειρών των με σφαίρας σιδηράς. Αρπάσαντες δε τους
Αγίους οι υπηρέται του Νέρωνος τους έφεραν εις τον τόπον της βασάνου, εκεί δε,
αφού έβαλαν οι Άγιοι τας χείρας των επάνω εις το αμόνι, ήρχισαν οι φονείς
εκείνοι να τας κτυπούν με τας σφαίρας. Από την τρίτην ώραν της ημέρας έως την
έκτην ώραν ηλλάχθησαν τρεις φοράς εκείνοι οι οποίοι τους εκτύπων. Οι Μάρτυρες
όμως ουδόλως ησθάνοντο την τιμωρίαν των, ούτε αι χείρες των συνετρίβησαν
καθόλου. Τούτο ακούσας ο Νέρων εταράχθη δια το παράδοξον του θαύματος και
επρόσταξε να κοπούν αι χείρες των. Παρευθύς οι υπηρέται, αρπάσαντες την Αγίαν
Φωτεινήν και δέσαντες τας χείρας της, τας έβαλαν επάνω εις το αμόνι και
λαβόντες τας μαχαίρας των εκτυπούσαν με αυτάς πολλάκις επάνω εις τας χείρας
της, δεν κατώρθωσαν όμως τίποτε, ενώ παρελύθησαν εκείνοι οι οποίοι εκτύπων και
έπεσαν κάτω ως νεκροί, η δε Αγία διεφυλάχθη αβλαβής και ηυχαρίστει τον Θεόν,
λέγουσα· «Κύριος εμοί βοηθός και ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος» (Ψαλμ.
ριζ:6). Ήρχισε λοιπόν ο βασιλεύς να απορή και να διαλογίζηται τι να πράξη δια
να νικήση τους Μάρτυρας και να τους φέρη εις την γνώμην του· και τους μεν
άνδρας προστάζει να βάλουν μέσα εις σκοτεινήν φυλακήν, την δε Αγίαν Φωτεινήν
ομού με τας πέντε αδελφάς αυτής, να τας φέρουν μέσα εις το χρυσόν κουβούκλιον,
να ετοιμάσουν δε χρυσήν τράπεζαν και επτά θρόνους χρυσούς και χρώματα πολλά και
στολίδια χρυσά και φορέματα και ζώνας χρυσάς· έπειτα επρόσταξε και την θυγατέρα
του Δομνίναν να υπάγη και εκείνη εις το κουβούκλιον με όλας τας δουλευτρίας της
και να είναι μαζί με τας Αγίας, νομίζων, ο ματαιόφρων, ότι με αυτά τα δελεάσματα
θέλει μεταστρέψει την γνώμην αυτών· υπεσχέθη δε εις τας Αγίας ότι, εάν αρνηθώσι
τον Χριστόν, θέλει έχει αυτάς εις τοιαύτην περιποίησιν και εύνοιαν πάντοτε και
θέλει χαρίσει εις αυτάς όλα εκείνα, τα οποία ευρίσκοντο εκεί μέσα και άλλα
περισσότερα, θέλει δε τας αξιώσει μεγάλης δόξης και τιμής. Αλλ’ επλανήθη ο
δόλιος, διότι αι Άγιαι, ως ουρανόφρονες, κατεφρόνησαν όλα εκείνα ωσάν σκύβαλα
και δεν ήθελαν ούτε καν να τα βλέπουν. Όταν λοιπόν η Αγία Φωτεινή είδε την
Δομνίναν της είπε· «Χαίρε, η νύμφη του Κυρίου μου». Η δε Δομνίνα της απήντησε·
«Χαίροις και συ, κυρία μου, η λαμπάς του Χριστού». Ακούσασα η Αγία Φωτεινή την
Δομνίναν όπου είπε το όνομα του Χριστού, εχάρη πολύ και ευχαριστήσασα τον
Κύριον ενηγκαλίσθη αυτήν και την εφίλησεν· έπειτα την κατήχησεν εις την πίστιν
του Χριστού ομού με τας εκατόν δουλευτρίας της, και τας εβάπτισεν όλας, ωνόμασε
δε την Δομνίναν, Ανθούσαν· η δε μακαρία Ανθούσα επρόσταξε την μεγαλυτέραν από
τας εκατόν δουλευτρίας της Στεφανίδα να δώση εις τους πτωχούς όλα τα χρυσά
στολίδια και τα χρήματα, τα οποία ήσαν μέσα εις το χρυσόν κουβούκλιον. Μαθών
ταύτα ο Νέρων ανεστέναξεν εκ βάθους καρδίας και πολύ θυμωθείς επρόσταξεν ευθύς
να καύσουν μίαν κάμινον επί επτά ημέρας και να βάλουν μέσα εις αυτήν την
μακαρίαν Φωτεινήν με όλους τους συντρόφους της άνδρας και γυναίκας και να τους
αφήσουν μέσα εις αυτήν τρεις ημέρας. Αφού δε παρήλθον αι τρεις ημέραι, νομίζων
ο τύραννος, ότι κατεκάησαν οι Άγιοι από το πυρ, επρόσταξε να ανοίξουν την
κάμινον και εάν εύρουν εκεί τα οστά των Μαρτύρων να τα ρίψουν εις τον ποταμόν.
Ανοίξαντες δε οι στρατιώται την κάμινον εύρον όλους τους Αγίους σώους και
αβλαβείς, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Θεόν. Τούτο το εξαίσιον ιδόντες
εκείνοι έμειναν εκστατικοί, θαυμάζοντες πως δεν τους ήγγισε καθόλου το πυρ·
καθώς δε ήκουσαν και είδαν τούτο το παράδοξον θαύμα όλοι οι κάτοικοι της Ρώμης
εθαύμασαν, δοξάζοντες και αυτοί τον Θεόν. Ακούσας ο τύραννος και τούτο το
θαύμα, επρόσταξε να ποτίσουν τους Αγίους θανατηφόρα δηλητήρια, προσεκλήθη δε
προς τούτο ο μάγος Λαμπάδιος, όστις κατεσκεύαζε τοιαύτα. Πρώτον λοιπόν έδωκεν
εκείνος το δηλητήριον εις την μακαρίαν Φωτεινήν· η οποία λαβούσα εις τας χείρας
της το δηλητηριώδες ποτόν, είπεν εις τον μάγον· «Δεν έπρεπεν ημείς να
κρατήσωμεν ουδόλως εις τας χείρας μας το παρασκεύασμά σου αυτό ούτε να το
πίωμεν, επειδή συ είσαι ακάθαρτος· αλλά δια να γνωρίσης συ, βασιλεύ, και αυτός
ο μάγος την δύναμιν του Χριστού μου, ιδού εγώ πρωτύτερα από τους άλλους πίνω
τούτο, εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και Θεού ημών, ύστερα δε ας
το πίουν και όλοι όσοι είναι μαζί με εμέ». Έπιον λοιπόν το δηλητήριον εκείνο
όλοι οι Μάρτυρες, με την βοήθειαν όμως του Χριστού έμειναν πάντες αβλαβείς,
ωσάν να μην είχον πίει τίποτε. Βλέπων τούτο ο μάγος εξεπλάγη και στραφείς προς
την Αγίαν Φωτεινήν είπεν· «Έχω κατεσκευασμένον και ένα άλλο δηλητήριον πολύ
δυνατώτερον και εάν πίετε και αυτό και δεν αποθάνετε παρευθύς, τότε θα πιστεύσω
και εγώ εις τον Θεόν σας». Αφού δε έφεραν αυτό, το έδωκεν εις τους Μάρτυρας και
αν και το έπιον όλοι, όμως δεν έπαθεν ουδείς ουδέν κακόν. Τούτο βλέπων ο μάγος
έμεινεν εκστατικός και συνάξας ευθύς όλα τα μαγικά βιβλία του τα έρριψεν εις το
πυρ και τα έκαυσε, πιστεύσας δε εις τον Χριστόν εβαπτίσθη, μετονομασθείς
Θεόκλητος. Μαθών τούτο ο βασιλεύς επρόσταξε τους στρατιώτας να τον συλλάβωσιν,
αρπάσαντες δε εκείνοι αυτόν εκ μέσου των Αγίων τον ωδήγησαν έξω από τα τείχη
της Ρώμης, και εκεί του έκοψαν την κεφαλήν με το ξίφος· ούτως έλαβε πριν από
τους άλλους τον στέφανον του Μαρτυρίου ο μακάριος Θεόκλητος. Τότε ο παράνομος
Νέρων επρόσταξε να κόψουν τα νεύρα όλων των Αγίων, αρχήν ποιούντες από της
Μεγαλομάρτυρος Φωτεινής. Καθ’ ον δε χρόνον οι στρατιώται έκοπταν τα νεύρα των
Μαρτύρων, εκείνοι εμυκτήριζαν και περιεγέλων τον βασιλέα και τους θεούς του, ως
αδυνάτους. Βλέπων δε ο τύραννος τους Μάρτυρας ότι δεν υπελόγιζαν παντελώς τα
βάσανα ταύτα, επρόσταξε να λυώσουν μολύβι και να το ανακατεύσωσιν ομού με
θειάφι και όταν κοχλάση να το χύσουν εντός του στόματος της πολυάθλου Φωτεινής
και εις τα νώτα των λοιπών Αγίων. Όταν δε οι υπηρέται εξετέλουν την προσταγήν
του βασιλέως και έχυναν εις τους Μάρτυρας το μολύβι, τότε οι Άγιοι, όλοι ομού,
ως εξ ενός στόματος εφώναξαν· «Ευχαριστούμεν σοι, Χριστέ ο Θεός ημών, ότι με
τον κοχλασμένον μόλυβδον εδρόσισας τας καρδίας μας, ωσάν να ήσαν διψασμέναι από
μεγάλην καύσιν». Ακούσας τούτο ο Νέρων εξεπλάγη και επρόσταξε να κρεμάσωσι τους
Αγίους και να τους ξέωσιν αλύπητα εις όλον το σώμα των, να τους καίωσι δε με
λαμπάδας αναμμένας· όσον όμως περισσότερον εβασανίζοντο οι Άγιοι, τόσον
περισσότερον ενεδυναμούντο από την θείαν Χάριν και εδόξαζον οι μακάριοι τον
Θεόν. Ο δε δείλαιος και μάταιος Νέρων, νομίζων ότι θα δυνηθή να νικήση τους
Μάρτυρας με τα βάσανα, επρόσταξε και ανέμιξαν στάκτην με όξος δριμύτατον και το
έχυσαν μέσα εις τους ρώθωνας των Μαρτύρων. Ούτοι δε οι μακάριοι έλεγον ότι το
αισθάνονται γλυκύτερον μέλιτος και κηρίου. Εθυμώθη τότε πολύ ο τύραννος και
επρόσταξε να τους τυφλώσουν, και να τους κλείσουν εις σκοτεινήν και βρωμεράν
φυλακήν, γεμάτην από δηλητηριώδεις όφεις. Τούτων δε ούτω γενομένων οι Άγιοι
ύμνουν και εδόξαζον τον Θεόν, τα δε δηλητηριώδη θηρία, τα οποία ήσαν εις την
φυλακήν, απενεκρώθησαν, η δυσωδία μετεβλήθη εις ευωδίαν ανείκαστον, το σκότος
έγινε φως υπέρλαμπρον και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, σταθείς εις το μέσον
των Αγίων, είπε προς αυτούς· «Ειρήνη υμίν». Έπειτα, κρατήσας από την χείρα την
μακαρίαν Φωτεινήν, την εσήκωσεν επάνω και είπε· «Χαίρετε πάντοτε, ότι εγώ είμαι
μαζί σας όλας τας ημέρας της ζωής σας». Παρευθύς δε με τον λόγον του Κυρίου
ανέβλεψαν και οι οφθαλμοί των Μαρτύρων, οίτινες ιδόντες τον Κύριον Τον
επροσκύνησαν, ευλογών δε ο Κύριος αυτούς είπεν· «Ανδρίζεσθε και ενδυναμούσθε».
Έπειτα ανέβη εις τους ουρανούς, ενώ από τα σώματα των Αγίων έπεσαν αι πληγαί
ωσάν λέπια και ιατρεύθησαν καθώς ήσαν και πρότερον. Ο δε θεόργιστος Νέρων
επρόσταξε να μείνουν οι Άγιοι μέσα εις την φυλακήν τρεις χρόνους, δια να ταλαιπωρηθούν
και να κακοπαθήσουν εκεί μέσα με κάθε είδους κακοπάθειαν, ούτως ώστε να
αποθάνουν με θάνατον φρικτόν. Μετά τους τρεις χρόνους, έχων ο βασιλεύς
κλεισμένον μέσα εις εκείνην την φυλακήν ένα υπηρέτην του, έστειλεν ανθρώπους
του δια να τον αποφυλακίσουν· όταν όμως επήγαν οι απεσταλμένοι εις την φυλακήν
δι’ αυτόν τον σκοπόν, είδαν τους Μάρτυρας ότι ήσαν υγιείς και ανέφεραν εις τον
βασιλέα, ότι οι Γαλιλαίοι, οι οποίοι ετυφλώθησαν, τώρα βλέπουν και είναι
υγιείς, η δε φυλακή είναι γεμάτη από φως και ευωδίαν άρρητον καταστάσα οίκος
άγιος, εις τον οποίον δοξολογείται ο Θεός των Χριστιανών, συντρέχουν δε εκεί
πλήθη ανθρώπων, οίτινες, πιστεύοντες εις τον Θεόν των, βαπτίζονται από αυτούς.
Ταύτα ακούσας ο Νέρων έγινεν έξω φρενών και αποστείλας στρατιώτας έφερε τους
Αγίους έμπροσθέν του λέγων· «Δεν σας επρόσταξα να μη κηρύττετε το όνομα του
Χριστού; Πως λοιπόν κηρύττετε μέσα εις την φυλακήν; Δια τούτο έχω να σας κάμω
πολλάς τιμωρίας». Οι Άγιοι του είπαν: «Ό,τι θέλεις κάμε· ημείς δεν θέλομεν
παύσει από του να κηρύττωμεν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως Θεόν αληθινόν
και ποιητήν του παντός». Ακούσας τούτο ο
τύραννος ήναψεν από θυμόν και επρόσταξε να σταυρώσουν τους Αγίους με την
κεφαλήν προς τα κάτω, να ξέουν δε τας σάρκας των τρεις ημέρας, έως ότου να
διαλυθούν αι αρμονίαι των. Αφού δε έκαμα τούτο οι θηριώδεις και απάνθρωποι
υπηρέται, τους άφησαν κρεμαμένους άλλας τέσσαρας ημέρας, ορίσαντες φύλακας δια
να τους φυλάττουν. Έπειτα επήγαν να ίδουν εάν έζων ακόμη και καθώς τους είδαν
κρεμαμένους, ευθύς ετυφλώθησαν. Άγγελος δε Κυρίου καταβάς εξ ουρανού έλυσε τους
Αγίους και ασπασάμενος αυτούς τους ιάτρευσεν από όλας τας πληγάς αυτών. Τότε η
Αγία Φωτεινή, ευσπλαγχνισθείσα δια την τύφλωσιν των υπηρετών, έκαμε προσευχήν
προς τον Θεόν δι’ αυτούς, ευθύς δε έλαβον πάλιν το φως των οφθαλμών των και
πιστεύσαντες εις τον Χριστόν εβαπτίσθησαν. Ταύτα μαθών ο τύραννος επρόσταξε να
εκδαρή το δέρμα της μακαρίας Φωτεινής· ενώ δε την εξέδερον έψαλλεν η Αγία το
«Κύριε, εδοκίμασάς με και έγνως με» (Ψαλμ. ρλη:1). Ότε δε εξέδειραν την Αγίαν του
Θεού Μεγαλομάρτυρα την έρριψαν εις εν ξηροπήγαδον, το δε δέρμα της έρριψαν εις
τον ποταμόν. Τους δε λοιπούς Αγίους Μάρτυρας, τον Σεβαστιανόν, τον Φωτεινόν και
τον Ιωσήν, κρατήσαντες, απέκοψαν τα παιδογόνα μόρια αυτών και τα έρριψαν εις
τους σκύλους· έπειτα εξέδειραν και αυτών τα δέρματα και τα έρριψαν εις τον
ποταμόν, αυτούς δε τους ησφάλισαν εντός παλαιού τινος λουτρού. Τας δε πέντε
αδελφάς της Αγίας Φωτεινής, αφού παρουσιάσθησαν έμπροσθέν του, επρόσταξε και
έκοψαν πρώτον τους μαστούς των, κατόπιν δε εξέδειραν τα δέρματά των. Ότε δε
επήγαν οι υπηρέται να εκδάρουν και την Αγίαν Φωτίδα, δεν κατεδέχθη αυτή να
κρατηθή από κανένα, αλλά μόνη εξέδερνε το δέρμα της σαρκός της με τοιαύτην
γενναιότητα και ανδρείαν, ώστε εθαύμασεν ο τύραννος δια την καρτεροψυχίαν της·
δια τούτο, ύστερα από αυτό το Μαρτύριον, εφεύρεν ο παγκάκιστος και άλλην
πανώδυνον και ολεθρίαν κατ’ αυτής τιμωρίαν· επρόσταξε δηλαδή και έκλιναν με
βίαν δύο κορυφάς δένδρων εντός του κήπου του, έδεσαν δε εις αυτάς τας δύο
κορυφάς την μακαρίαν Φωτίδα και έπειτα απέλυσαν συγχρόνως αυτάς. Όθεν
διεμοιράσθη η Αγία εις δύο μέρη, παραδώσασα ούτω την αγίαν ψυχήν της εις χείρας
Θεού. Τότε επρόσταξεν ο αλιτήριος Νέρων και απεκεφάλισαν και τους άλλους Αγίους
Μάρτυρας δια ξίφους. Ακολούθως ανέσυραν την μακαρίαν Φωτεινήν από το πηγάδι και
την έκλεισαν εις την φυλακήν. Αύτη δε, επειδή είχεν απομείνει μόνη και δεν
εστεφανώθη με τον στέφανον του Μαρτυρίου ομού με τους λοιπούς, ελυπείτο και
παρεκάλει περί τούτου τον Θεόν, όστις ενεφανίσθη εις αυτήν και σφραγίσας αυτήν
με το σημείον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού τρεις φοράς, την ιάτρευσεν από
όλας τας πληγάς, ύστερα δε από πολλάς ημέρας, υμνούσα και ευλογούσα τον Θεόν,
αφήκεν εις χείρας Του την τιμίαν της ψυχήν. Ούτως απήλθον όλοι προς τον
ποθούμενον Θεόν, απολαβόντες την ουράνιον Βασιλείαν Αυτού, ης και ημείς ταις
αυτών πρεσβείαις αξιωθείημεν. Αμήν.
Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ Επισκόπου Γάζης.
Πορφύριος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Θεσσαλονίκης, εκ γονέων
ευγενών και πλουσίων, βιώσας κατά τους χρόνους Αρκαδίου του βασιλέως, του
βασιλεύσαντος κατά τα έτη 395 – 408. Αναχωρήσας δε εκ της πατρίδος του μετέβη
εις Αίγυπτον, οπόθεν επήγεν εις Σκήτην και έγινε Μοναχός. Μετά παρέλευσιν δε
πέντε ετών μετέβη εις Ιεροσόλυμα και πολλούς απίστους φωτίσας με τον λόγον της
διδασκαλίας του, εχειροτονήθη Διάκονος και Πρεσβύτερος, υπό του Πατριάρχου των
Ιεροσολύμων Πραϋλίου, χειροτονηθείς ύστερον Επίσκοπος Γάζης υπό του
Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της εν Παλαιστίνη Ιωάννου. Αφ’ ου λοιπόν έγινεν
Επίσκοπος, πολλά θαυμάσια εποίησε και πολλούς απίστους επέστρεψεν εις
θεογνωσίαν. Μετά ταύτα βλέπων ο Άγιος αδικουμένους τους συνεπαρχιώτας του
Χριστιανούς υπό των εξουσιαστών της Γάζης, ειδωλολατρών όντων και αιρετικών,
επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν προς βοήθειαν των αδικουμένων, ένθα συναντήσας τον
Μέγαν Ιωάννην τον Χρυσόστομον, Πατριάρχην τότε Κωνσταντινουπόλεως, διηγήθη εις
αυτόν τας αδικίας των αρχόντων της Γάζης, δια τας οποίας και ανέβη εις Κωνσταντινούπολιν·
όθεν συνεστήθη ο Άγιος υπό του θείου Χρυσοστόμου προς τον αρχινομοθέτην του
βασιλέως Αμάντιον. Η δε βασίλισσα Ευδοξία, μαθούσα παρά του αρχινομοθέτου τας
υποθέσεις του Αγίου, εδέχθη αυτόν ευμενώς και ανέφερε περί αυτού εις τον
βασιλέα, ανέφερεν επίσης και προφητείαν του Αγίου, την οποίαν είπεν ούτος προς
αυτήν, ότι δηλαδή μέλλει να γεννήσωσι παιδίον αρσενικόν, ήτοι τον μετέπειτα
Θεοδόσιον τον Μικρόν, όπως και εγένετο, ο δε βασιλεύς, μαθών τούτο, εχάρη και
ηυχαρίστησε τον Θεόν. Έπειτα γεννά η βασίλισσα τον Νέον Θεοδόσιον και
προσκαλέσασα τον Άγιον Πορφύριον ηυλογήθη υπ’ αυτού και υπεσχέθη να εκπληρώση
όλα τα αιτήματά του, δια τα οποία παρεκάλεσε και τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς
εδυσκολεύετο μεν κατ’ αρχάς λέγων, ότι δεν είναι δυνατόν να εκδιωχθώσιν εκ της
Γάζης οι ειδωλολάτραι και οι αιρετικοί, διότι ήσαν πολύ χρήσιμοι και προσέφερον
μεγάλην βοήθειαν εις την αυτοκρατορίαν, αλλ’ αφ’ ου η βασίλισσα απεκρίθη προς
αυτόν· «Βαρεία μεν είναι η αίτησις αύτη, ω δέσποτα, βαρυτέρα όμως είναι και η
ταύτης απόρριψις» συνήνεσε και αυτός να εκτελεσθώσι τα υπό του Αγίου αιτούμενα.
Και πάραυτα εστάλησαν βασιλικαί προσταγαί να διωχθώσιν εκ της Γάζης οι
αιρετικοί και οι ειδωλολάτραι, οίτινες εξουσίαζον. Τότε ο μακάριος Πορφύριος,
λαβών παρά της βασιλίσσης δύο κεντηνάρια χρυσίου προς οικοδομήν Εκκλησιών και
διακόσια νομίσματα δια δαπάνας, επανήλθεν εις την επαρχίαν του εκδιώξας τους
αιρετικούς, τους μεν άλλους ναούς των ειδώλων κατεκρήμνισε, τον δε ναόν του
Θεού των Ελλήνων του ονομαζομένου Μαρνά, ήτοι Διός, κατέκαυσε και έκτισεν αυτόν
Εκκλησίαν, κατά το σχέδιον το οποίον διώρισεν η βασίλισσα Ευδοξία. Διαλάμψας
λοιπόν εις την επαρχίαν του ο θείος ούτος Πατήρ και ποιήσας θαύματα πάμπολλα
επί εικοσιτέσσαρα έτη, ένδεκα μήνας και οκτώ ημέρας, προς Κύριον εξεδήμησε.
Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ Επισκόπου Γάζης.
Πορφύριος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Θεσσαλονίκης, εκ γονέων
ευγενών και πλουσίων, βιώσας κατά τους χρόνους Αρκαδίου του βασιλέως, του
βασιλεύσαντος κατά τα έτη 395 – 408. Αναχωρήσας δε εκ της πατρίδος του μετέβη
εις Αίγυπτον, οπόθεν επήγεν εις Σκήτην και έγινε Μοναχός. Μετά παρέλευσιν δε
πέντε ετών μετέβη εις Ιεροσόλυμα και πολλούς απίστους φωτίσας με τον λόγον της
διδασκαλίας του, εχειροτονήθη Διάκονος και Πρεσβύτερος, υπό του Πατριάρχου των
Ιεροσολύμων Πραϋλίου, χειροτονηθείς ύστερον Επίσκοπος Γάζης υπό του
Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της εν Παλαιστίνη Ιωάννου. Αφ’ ου λοιπόν έγινεν
Επίσκοπος, πολλά θαυμάσια εποίησε και πολλούς απίστους επέστρεψεν εις
θεογνωσίαν. Μετά ταύτα βλέπων ο Άγιος αδικουμένους τους συνεπαρχιώτας του
Χριστιανούς υπό των εξουσιαστών της Γάζης, ειδωλολατρών όντων και αιρετικών,
επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν προς βοήθειαν των αδικουμένων, ένθα συναντήσας τον
Μέγαν Ιωάννην τον Χρυσόστομον, Πατριάρχην τότε Κωνσταντινουπόλεως, διηγήθη εις
αυτόν τας αδικίας των αρχόντων της Γάζης, δια τας οποίας και ανέβη εις
Κωνσταντινούπολιν· όθεν συνεστήθη ο Άγιος υπό του θείου Χρυσοστόμου προς τον
αρχινομοθέτην του βασιλέως Αμάντιον. Η δε βασίλισσα Ευδοξία, μαθούσα παρά του
αρχινομοθέτου τας υποθέσεις του Αγίου, εδέχθη αυτόν ευμενώς και ανέφερε περί
αυτού εις τον βασιλέα, ανέφερεν επίσης και προφητείαν του Αγίου, την οποίαν
είπεν ούτος προς αυτήν, ότι δηλαδή μέλλει να γεννήσωσι παιδίον αρσενικόν, ήτοι
τον μετέπειτα Θεοδόσιον τον Μικρόν, όπως και εγένετο, ο δε βασιλεύς, μαθών
τούτο, εχάρη και ηυχαρίστησε τον Θεόν. Έπειτα γεννά η βασίλισσα τον Νέον Θεοδόσιον
και προσκαλέσασα τον Άγιον Πορφύριον ηυλογήθη υπ’ αυτού και υπεσχέθη να
εκπληρώση όλα τα αιτήματά του, δια τα οποία παρεκάλεσε και τον βασιλέα. Ο δε
βασιλεύς εδυσκολεύετο μεν κατ’ αρχάς λέγων, ότι δεν είναι δυνατόν να
εκδιωχθώσιν εκ της Γάζης οι ειδωλολάτραι και οι αιρετικοί, διότι ήσαν πολύ
χρήσιμοι και προσέφερον μεγάλην βοήθειαν εις την αυτοκρατορίαν, αλλ’ αφ’ ου η
βασίλισσα απεκρίθη προς αυτόν· «Βαρεία μεν είναι η αίτησις αύτη, ω δέσποτα,
βαρυτέρα όμως είναι και η ταύτης απόρριψις» συνήνεσε και αυτός να εκτελεσθώσι
τα υπό του Αγίου αιτούμενα. Και πάραυτα εστάλησαν βασιλικαί προσταγαί να
διωχθώσιν εκ της Γάζης οι αιρετικοί και οι ειδωλολάτραι, οίτινες εξουσίαζον.
Τότε ο μακάριος Πορφύριος, λαβών παρά της βασιλίσσης δύο κεντηνάρια χρυσίου
προς οικοδομήν Εκκλησιών και διακόσια νομίσματα δια δαπάνας, επανήλθεν εις την
επαρχίαν του εκδιώξας τους αιρετικούς, τους μεν άλλους ναούς των ειδώλων
κατεκρήμνισε, τον δε ναόν του Θεού των Ελλήνων του ονομαζομένου Μαρνά, ήτοι
Διός, κατέκαυσε και έκτισεν αυτόν Εκκλησίαν, κατά το σχέδιον το οποίον διώρισεν
η βασίλισσα Ευδοξία. Διαλάμψας λοιπόν εις την επαρχίαν του ο θείος ούτος Πατήρ
και ποιήσας θαύματα πάμπολλα επί εικοσιτέσσαρα έτη, ένδεκα μήνας και οκτώ
ημέρας, προς Κύριον εξεδήμησε.
Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα ΚΕ΄ (25η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΡΗΓΙΝΟΥ Επισκόπου Σκοπέλου, ξίφει τελειωθέντος.
Ρηγίνος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών έζησεν ότε εβασίλευον οι υιοί του
θεοστέπτου και πρώτου βασιλέως των Ορθοδόξων Χριστιανών Αγίου Κωνσταντίνου, ο
μεν Κωνστάντιος της βασιλίδος των πόλεων Κωνσταντινουπόλεως ή Νέας Ρώμης, ο δε
Κώνστας της παλαιάς Ρώμης· η δε βλαστήσασα αυτόν παλαιά πατρίς υπήρχεν η Ελλάς,
η ευγενεστάτη και σοφωτέρα χώρα της οικουμένης, εκ πόλεως Λεβαδείας. Οι
γεννήτορες αυτού ήσαν ευσεβείς και πιστοί, τον Θεόν φοβούμενοι και
πολιτευόμενοι εν οσιότητι και δικαιοσύνη, οι οποίοι, αφού το τέκνον των αυτό, ο
Ρηγίνος, ηυξήθη και ήλθεν εις ηλικίαν δεκτικήν γραμμάτων, παρέδωκαν αυτό εις
την μάθησιν. Αγχίνους δε ων ο παις, εις ολίγον καιρόν έμαθε πάσαν επιστήμην και
σοφίαν, όχι μόνον την Ελληνικήν, αλλά και την Εκκλησιαστικήν, έχων σύντροφον
και συμβοηθόν την καθαράν πολιτείαν, την εγκράτειαν και την άσκησιν· διότι εκ
νεαράς ηλικίας και εξ απαλών ονύχων ηγάπησε την ασκητικήν ζωήν και
σκληραγωγίαν, την οποίαν ήσκει με νηστείας, αγρυπνίας και χαμαικοιτίας
ταλαιπωρών και καταδαμάζων την σάρκα αυτού, ίνα λαμπρύνη την ψυχήν του και
ποιήση αυτήν οίκον της Αγίας Τριάδος. Όθεν ο Θεός, βλέπων τον πολύν πόθον και
τον έρωτα, τον οποίον είχεν εις αυτόν, τον αντήμειψε με διάφορα χαρίσματα και
τον ηξίωσε να ποιή θαύματα δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, το οποίον
ενώκησεν εις αυτόν και τον έκαμε περιβόητον και θαυμαστόν εις τας νήσους των
Κυκλάδων και εις πάσαν την Ελλάδα· διότι ούτω αντιδοξάζει ο Θεός τους
δοξάζοντας Αυτόν δια των θεαρέστων έργων και δια της καθαράς πολιτείας. Αλλ’
επειδή, κατά το Ευαγγελικόν λόγιον, «ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους
κειμένη» (Ματθ. ε: 14), ούτω ουδέ του Αγίου Ρηγίνου η αρετή ηδύνατο να κρυβή,
διότι ο λύχνος εζήτει το φως, δια να λάμψη εις όλην την οικουμένην, προς
ωφέλειαν όλων των ανθρώπων. Λοιπόν τι γίνεται; Μεταλλάττει τον βίον ο των
Σκοπέλων Αρχιερεύς και, ψήφω Θεού και ανθρώπων, λαμβάνει την επισκοπικήν
καθέδραν και προστασίαν ο Άγιος Ρηγίνος. Πάνδημος δε χαρά εγένετο επί τη
αναβάσει αυτού εις τον θρόνον και συντρέχουσι τα πλήθη των Χριστιανών, άνδρες
τε και γυναίκες, νέοι και γέροντες, πλούσιοι και πένητες, δια να αγιασθώσι και ευλογηθώσιν
υπό του νέου Αρχιερέως και να ιατρευθώσιν οι υπό νόσων και διαφόρων ασθενειών
κατεχόμενοι, δια της ενοικούσης εις τον Άγιον θείας Χάριτος. Και οι μεν
φιλόσοφοι ευφημούσαν τον φιλόσοφον Άγιον, τον άξιον της Αρχιερωσύνης, οι δε
Ιερείς και ο Κλήρος τον επαινούσαν ως άξιον και ισάγγελον αυτών ποιμένα, άπαν
δε το πλήθος του λαού, με επαίνους και ύμνους, προέπεμπον αυτόν εις τον θρόνον
του, χαίροντες και αγαλλόμενοι διότι ηξιώθησαν να απολάβουν τοιούτου εναρέτου
και σοφού ποιμένος. Οι αμαρτωλοί ηυφράνθησαν διότι εύρον τον προστάτην αυτών
και διορθωτήν· οι πτωχοί επαρηγορήθησαν διότι απέκτησαν θησαυρόν τον Άγιον, και
όσοι ήσαν εις θλίψεις και στενοχωρίας έλαβον παραμυθίαν, πιστεύοντες ότι η του
Αγίου πρόνοια θέλει διασκεδάσει τας θλίψεις αυτών. Επειδή δε τότε, ότε ο Άγιος
αρχιεράτευεν, επεκράτει ακόμη η του θεηλάτου Αρείου λυσσώδης αίρεσις, σύγχυσις
δε, ταραχή και σάλος μέγας ήτο εις την Αγίαν του Θεού Εκκλησίαν, διωρίσθη πάλιν
από τους βασιλείς να συνέλθη και νέα Σύνοδος, διότι είχε πρότερον συγκροτηθή η
Αγία Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, ήτις συνηθροίσθη εις την Νίκαιαν κατά του
Αρείου, αύτη δε συνήλθε τώρα εις τα μέρη του Ιλλυρικού, εις την Σαρδικήν (Σαρδική· ρωμαϊκόν φρούριον
της αρχαίας Δακίας, εις την θέσιν της σημερινής πρωτευούσης της Βουλγαρίας. Το όνομα
Σόφια έλαβε κατά τον ΙΔ΄ -14ον αιώνα εκ του εν αυτή Ναού της Αγίας
Σοφίας. Η Σύνοδος περί ης ενταύθα γίνεται λόγος συνεκλήθη υπό των βασιλέων
Κωνσταντίου και Κώνσταντος εν έτει 343, εξέδωκε δε αύτη 20 Κανόνας, οίτινες
ευρίσκονται εν τω «Πηδαλίω»). Και εκ μέρους μεν των Ορθοδόξων ήσαν πλείονες των τριακοσίων Αρχιερείς,
από δε των του Αρείου φρονούντων εβδομήκοντα, μεταξύ δε των Ορθοδόξων διέπρεπε
και ούτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ρηγίνος· είχον δε οι της του Αρείου αιρέσεως
προεστώτες τον δυσσεβή Ευσέβιον, τον Ισχύραν, όστις ήρπασε την ιερωσύνην
αυτοθελήτως, τον Γρηγόριον, τον Γεώργιον, ως και τινας σκύμνους λεαίνης, οι
οποίοι, τον Υιόν διαιρούντες από της ουσίας του Πατρός, ετερούσιον έλεγον·
ομοίως και το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον το θείον Σύμβολον ανεκήρυττεν
αναφανδόν ομοούσιον τω Πατρί και Υιώ, αυτοί έλεγον ετερούσιον. Ο δε του Χριστού
τω όντι πιστός ποιμήν και ευσεβής λάτρης Ρηγίνος, δια των θείων και Ευαγγελικών
ρημάτων και των Γραφικών αποδείξεων και δια της σοφίας των λόγων αυτού, καταβροντήσας
αυτούς και κατά κράτος νικήσας, εδίωξε της του Χριστού ποίμνης, οίτινες, μη
δυνάμενοι να υποφέρουν την αισχύνην, έφυγον από την Σύνοδον. Ο δε Άγιος Ρηγίνος
μετά των άλλων Πατέρων παραμείνας εις την Σύνοδον επεκύρωσαν και εβεβαίωσαν το
θείον Σύμβολον της Πίστεως και τον Υιόν του Θεού ομοούσιον τω Πατρί και τω
Πνεύματι τρανώς τοις πάσιν ανεκήρυξαν. Τούτων δε ούτω γενομένων, έκαστος των
της Συνόδου επανήλθεν εις την ιδίαν Επισκοπήν ως και ο Άγιος Ρηγίνος, όστις
νικητής και τροπαιούχος κατέλαβε τον θρόνον αυτού και η παρουσία αυτού εγένετο
πρόξενος χαράς και ευφροσύνης εις άπαν το ποίμνιον αυτού και εις πάντας τους
μακράν και τους εγγύς και ήτο ειρήνη εις την του Θεού Εκκλησίαν. Αλλ’ επειδή
είναι αδύνατον να μη συμβώσι σκάνδαλα, πάλιν η του Χριστού Εκκλησία, φθόνω του
αρχεκάκου και μισοκάλου διαβόλου υπό των απίστων ταράττεται, όπως η θάλασσα υπό
μεγάλου κλύδωνος, διώκεται σφοδρώς και γίνεται διωγμός μέγας κατά των
Χριστιανών, παρά του βασιλέως Ιουλιανού του Παραβάτου, όντος κατά την θρησκείαν
ειδωλολάτρου και των δαιμόνων προσκυνητού· έφθασε δε ο διωγμός εις πάσαν πόλιν
και χώραν και εις αυτάς τας νήσους των Κυκλάδων, εις τας οποίας παραγενόμενος ο
της Ελλάδος ηγεμών μετά βαρείας δυνάμεως, εποίει πολλήν εξέτασιν εις τους εις
αυτάς κατοικούντας ευσεβείς Χριστιανούς, και πολλούς μεν εφυλάκιζε, πολλούς δε
απανθρώπως εφόνευεν. Ευρών λοιπόν ο ηγεμών τον Άγιον Ρηγίνον αρχηγόν και
ποιμένα του Χριστωνύμου λαού, εκράτησεν αυτόν και μη δυνάμενος ούτε με
κολακείας, ούτε με φοβερισμούς να τον καταπείση να αρνηθή τον Κύριον ημών
Ιησούν Χριστόν, επεχείρησε με δεινάς και αφορήτους τιμωρίας να τον μεταβάλη,
αλλά ματαίως. Διότι ο Άγιος, όπως ο χρυσός εις την κάμινον και ο λίαν
πεπυρωμένος σίδηρος, όταν τον κτυπήσωμεν επάνω εις τον άκμονα εκπέμπει
σπινθήρας, ούτω και αυτός εξέλαμψεν εις τας βασάνους, ο δε ηγεμών εσκέπτετο,
ότι αν καταπείση τον Άγιον να θυσιάση εις τα είδωλα, θέλει ακολουθήσει και όλον
το πλήθος των Χριστιανών, δια τούτο δε τον ετυράννει με πολλών ειδών βάσανα.
Αφ’ ου όμως είδεν, ότι δεν κατορθώνει τίποτε, αλλά αντιθέτως οι Χριστιανοί,
βλέποντες τον ποιμένα των ότι υποφέρει με ανδρείαν τας βασάνους, στερεούνται
περισσότερον εις την πίστιν, επρόσταξε να τον αποκεφαλίσωσι και ούτως απέτεμον
την Αγίαν αυτού κεφαλήν. Και η μεν Αγία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τους ουρανούς
και συνευφραίνεται μετά των Αγίων Αγγέλων ως Ισάγγελος, των Ασκητών ως
Συνασκητής, των Ιεραρχών ως Συνιεράρχης και των Μαρτύρων ως Συμμάρτυς,
παρισταμένη ενώπιον του θρόνου της μεγαλωσύνης του Θεού και πρεσβεύουσα
αδιαλείπτως υπέρ πάντων των μετ’ ευλαβείας επιτελούντων την ιεράν αυτού μνήμην,
το δε πάντιμον αυτού και πολύαθλον σώμα μετεκομίσθη εις την νήσον Κύπρον, και
εκείθεν, προ πέντε ετών από την σήμερον σταλείς παρά της γερουσίας των Σκοπέλων
ο Χατζή Κωνσταντίνος, ο ύστερον μετονομασθείς δια του Μοναχικού Σχήματος
Καλλίνικος, έφερε μέρη τινά εκ του Άγίου
αυτού λειψάνου εις την Σκόπελον, άτινα απετέθησαν εν τω σεβασμίω
Μοναστηρίω του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, όπου ευρίσκονται έκτοτε φυλαττόμενα
και ευλαβώς τιμώμενα ή μάλλον ειπείν αυτά φυλάττουσιν από παντός κακού την
νήσον Σκόπελον. Ούτος είναι με βραχυλογίαν ο Βίος του Αγίου Ρηγίνου,
ευλογημένοι Χριστιανοί, αύτη η πολιτεία του θεοφόρου τούτου Πατρός ημών· αυτόν
λοιπόν ας μιμηθώμεν, αυτόν ας ακολουθήσωμεν, δια να τον έχωμεν βοηθόν εις τας
ανάγκας μας, παρηγορητήν εις τας θλίψεις, ιατρόν εις τας ασθενείας μας. Και,
απλώς ειπείν, καθώς όσοι ήσαν εις τον καιρόν εις τον οποίον έζησε και
κατοικούσαν εις την νήσον ταύτην, εις την οποίαν, θεία Χάριτι, κατοικούμεν και
ημείς σήμερον, τον είχον υπερασπιστήν και υπέρμαχον, ούτω να τον έχομεν και
ημείς, και καθώς όταν έζη εβοηθούσε και επεμελείτο ο Άγιος την Επισκοπήν και
επαρχίαν ταύτην και ηγάπα τους κατοικούντας εις αυτήν, ως φιλόστοργος Πατήρ τα
ίδια τέκνα, ούτω και νυν μετά θάνατον την βοηθεί και την επιμελείται και μας
αγαπά ως πνευματικά του τέκνα, διότι ο Άγιος ζη και υπάρχει εις αιώνα τον
άπαντα, καθώς ο σοφός Σολομών λέγει· «Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι» (Σοφ. Σολ.
ε:16). Ας ευφρανθώμεν λοιπόν σήμερον εις την Αγίαν του μνήμην, ας εορτάσωμεν,
ας πανηγυρίσωμεν, όχι όμως με χορούς και άσεμνα και άπρεπα παιχνίδια και
ξεφαντώματα, τα οποία αρμόζουν εις τους απίστους και ασεβείς και με τα οποία
ευφραίνομεν και χαροποιούμεν τον διάβολον, αλλά με ύμνους, με δοξολογίας, με
ψαλμωδίας και άλλα σεμνά και θεάρεστα έργα, τα οποία αρμόζουσιν εις ημάς τους
Ορθοδόξους και ευσεβείς και με τα οποία ευφραίνομεν και χαροποιούμεν τον Άγιον,
ο οποίος ίσταται υπεράνω ημών αοράτως. Και δι’ όσους μεν ήλθον και
συνηθροίσθησαν ενταύθα δια να πανηγυρίσουν, καθώς οι άπιστοι και ασεβείς,
λειπείται, θλίβεται και τους αποστρέφεται. Δια όσους δε ήλθον δια να τον
δοξολογήσουν, δια να προσκυνήσουν τον τάφον και τα Άγια αυτού λείψανα και να
πανηγυρίσουν σεμνώς και θεαρέστως, χαίρεται, ευφραίνεται και τους ευλογεί,
παρακαλών τον Θεόν να τους χαρίση τα αιτήματά των. Και εδώ μεν εις τούτον τον
κόσμον να τους αξιώση να διέλθουν ζωήν ειρηνικήν και ευτυχισμένην, εις δε τον
άλλον να τους κάμη μετόχους και κοινωνούς των αιωνίων αγαθών της ουρανίου του
Βασιλείας, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν εν Χριστώ Ιησού, ω η δόξα και το
κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα ΚΕ΄ (25η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ του εν Δριζιπάρω της Θράκης.
Αλέξανδρος ο Άγιος Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού
και του ηγεμόνος Τιβεριανού εν έτει τ΄ (300), κατήγετο δε εκ της πόλεως
Καρθαγένης ή κατ’ άλλους εκ Ποτιόλων. Συλληφθείς δε υπό του ηγεμόνος Τιβεριανού
και παρακινηθείς να θυσιάση εις τα είδωλα, όχι μόνον δεν επείσθη, αλλά και
εξύβρισε σφόδρα τον ηγεμόνα· όθεν αναρτάται από τα άκρα των χειρών, εκ δε των
ποδών του κρεμάται πέτρα βαρεία, έπειτα κρεμασθείς πάλιν δέρεται και
ξεσχίζεται. Κατόπιν ωδηγήθη εις την Μαρκιανούπολιν και εκεί καίεται εις το
πρόσωπον με λαμπάδα ανημμένην· είτα εφέρθη εις Δριζίπαρον της Θράκης και εκεί
απεκεφαλίσθη, λαβών ούτω, ο αοίδιμος, του Μαρτυρίου τον στέφανον.
Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΕ΄ (25η) του Σεπτεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΤΑΡΑΣΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
Tαράσιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγεννήθη από γονείς ευγενείς και
αξιωματούχους, οι οποίοι, καταγόμενοι από σειράν πατρικίων, εχρημάτισαν και
αυτοί πατρίκιοι· και ο μεν πατήρ αυτού, Γεώργιος ονόματι, ανελθών μέχρι των
θρόνων του κριτηρίου, απένειμεν εξ ίσου εις όλους, αδωροδοκήτως και
αφιλοπροσώπως, το δίκαιον· η δε μήτηρ αυτού Ευκρατία ήτο πολύ θεοσεβής και
ανέτρεφε τον υιόν της εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, παραγγέλλουσα δε καθ’
εκάστην εις αυτόν να μη έχη καμμίαν συναναστροφήν με τους ατάκτους παίδας, αλλά
να συναναστρέφηται με εναρέτους άνδρας, τον προσέφερεν εις τον κοινόν σεβασμόν,
διότι, διάγων πολιτείαν σεμνήν και ενάρετον, εκρίνετο παρ’ όλων άξιος ευλαβείας
και πάσης τιμής, ώστε ανήλθεν εις το αξίωμα των υπάτων, έγινε δηλαδή ύπατος,
εκλεγείς και πρώτος μυστικοσύμβουλος, ήτοι πρώτος γραμματικός των μυστικών του
βασιλέως, λάμπων ως αστήρ μέσα εις τα βασίλεια. Ανεδείχθη δε τοιούτος ο Άγιος,
διότι επλουτίσθη από τα θεία μαθήματα, την Παλαιάν και Νέαν Γραφήν και τα
συγγράμματα των θείων Πατέρων, αλλά και από την έξω σοφίαν απεταμίευσεν εις
εαυτόν τα καλύτερα μαθήματα. Και τα μεν θεία διδάγματα εμελέτα νύκτα και ημέραν
και εποτίζετο με τα νάματα της θείας διδασκαλίας, δια να καρποφορήση καρπούς
λογικούς εις καιρόν αρμόδιον και να προκόψη εις τας αρετάς, από δε τα εξωτερικά
μαθήματα εθησαύρισε με πολλήν προσοχήν εις την ψυχήν του ό,τι του ήτο χρήσιμον,
δια να διορθώνη το στρεβλόν και βαρβαρικόν και εκμάθη πλήρως την γλώσσαν του.
Αφ’ ου λοιπόν τοιουτοτρόπως επρόκοψε δια μέσου των εσωτερικών και εξωτερικών
μαθημάτων με το μέσον της ευσεβείας και της καθαράς συνειδήσεως, αφιέρωσεν όλον
τον εαυτόν του εις τον Θεόν, ελθών εις έξιν πνευματικής τελειώσεως· και αν και
ευρίσκετο ακόμη εις την τάξιν των κοσμικών, όμως, με κόσμιον και εύτακτον σχήμα
απεμάκρυνε τον εαυτόν του από τον κοσμικόν περισπασμόν, στολίζων δε την ψυχήν
του με εκείνα όπου ήσαν ευάρεστα εις τον Θεόν, έγινε και προ της Ιερωσύνης
σκεύος ιερόν και εκλεκτόν του Θεού, ώστε δι’ εκείνον, όστις ήτο ακόμη μεταξύ
των λαϊκών, προμηνυόμενος ως ποιμήν λογικών προβάτων, ήλπιζον ότι μέλλει να
αναδειχθή Οικουμενικός Πατριάρχης και με την λαμπρότητά του να φωτίση όλον τον
κόσμον. Διασκορπίζων δε όλον το σκότος
των αιρετικών, να επαναφέρη το φως της Ορθοδόξου Πίστεως εις την Εκκλησίαν της
Κωνσταντινουπόλεως. Και η ελπίς αύτη των πολλών δεν απεδείχθη ψευδής, διότι
πολύ συντόμως απέλαβον το ποθούμενον. Ότε λοιπόν ήτο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
ο Παύλος Δ΄ ο Κύπριος (780-784), εις εποχήν καθ’ ην επεκράτει ακόμη η αίρεσις
των Εικονομάχων και παρ’ όλον ότι οι πρώτοι της αιρέσεως, ήτοι Λέων Γ΄ ο
Ίσαυρος και Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος, είχον αφήσει προ ολίγου την βασιλείαν
και την πρόσκαιρον ζωήν και είχον απέλθει εις τα εκείθεν δικαιωτήρια, όμως και
μετά τον θάνατόν των άφησαν το δηλητήριον της Εικονομαχίας εις την Εκκλησίαν.
Δια τούτο πολύ ελυπείτο ο Πατριάρχης ανησυχών, διότι δεν είχεν ουδένα
συνεργάτην να του δώση χείρα βοηθείας εις την διόρθωσιν της Πίστεως, επειδή
όλοι σχεδόν είχον κλίνει εις την Εικονομαχίαν. Όθεν, πεσών εις ασθένειαν δεινήν
και κινδυνεύων να αποθάνη, ανεχώρησε κρυφίως από το Πατριαρχείον και μετέβη εις
το Μοναστήριον το λεγόμενον του Φλώρου, όπου παρευθύς εξεδύθη τα αρχιερατικά
σημεία και ενεδύθη το σχήμα των Μοναχών. Τούτο ακούσασα η ευσεβεστάτη Ειρήνη, η
βασίλισσα, εταράχθη πολύ και επήγε μαζί με τον Κωνσταντίνον, τον υιόν της, εις
το ρηθέν Μοναστήριον· καθώς δε είδον τον Πατριάρχην ενδεδυμένον με το ταπεινόν
σχήμα των Μοναχών ελυπήθησαν και τον ηρώτησαν δια ποίαν αιτίαν ανεχώρησεν από
τον θρόνον και έγινε Μοναχός. Ο δε μακάριος Παύλος απεκρίθη· «Ω θείοι βασιλείς,
πρώτον αίτιον όπου με ηνάγκασε να κάμω τούτο είναι η αιφνιδία ασθένεια, η οποία
μου συνέβη, και με απειλεί με θάνατον· δεύτερον είναι η ακοσμία της Εκκλησίας,
η οποία στερείται τόσον καιρόν τον στολισμόν
των Αγίων Εικόνων, και πάσχει τόσον πολύ από την πολυχρόνιον κακοδοξίαν
της Εικονομαχίας, ούτως ώστε απέκτησε πληγήν ανίατον· τρίτον δε αίτιον είναι η
συγκατάθεσις, την οποίαν έκαμα εγγράφως εις την αίρεσιν, διότι δεν ημπόρεσα να
αποφύγω το κακόν αυτό, αλλά και με την γλώσσαν μου ωμολόγησα την αίρεσιν και με
την χείρα μου υπέγραψα εις αυτήν, τούτο δε είναι εκείνο το οποίον μου
καταπληγώνει την ψυχήν». «Βλέπω επίσης ότι οι Χριστιανοί των τεσσάρων άλλων
Αποστολικών θρόνων, Ρώμης, Αλεξανδρείας,
Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, φυλάττουν απαρασάλευτον την Αγίαν Πίστιν των και
μένουν στερεοί εις την Ορθοδοξίαν, όθεν δεν επικοινωνούν με την ιδικήν μας
Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως και αποδιώκουν τους Χριστιανούς της Εκκλησίας
ταύτης, ως ξένους της ποίμνης του Χριστού· δια τούτο δεν ηθέλησα πλέον να είμαι
ποιμήν αιρετικής φατρίας προτιμήσας καλύτερα να κατοικήσω εις τον τάφον, παρά
να γίνω υπόδικος εις τα αναθέματα των τεσσάρων Αποστολικών θρόνων. Αλλ’ επειδή
ο Θεός έδωκεν εις την εξουσίαν σας το βασίλειον και όλον το Χριστιανικόν
ποίμνιον είναι υποστατικόν σας, μη παραβλέπετε την σκυθρωπότητα και την ακοσμίαν
της Μητρός σας Εκκλησίας, αλλά σπουδάσατε να την στολίσετε πάλιν με τον παλαιόν
στολισμόν των Αγίων Εικόνων και μη ανέχεσθε πλέον να ευρίσκηται εις την
Εκκλησίαν του Χριστού το μίασμα αυτό της Εικονομαχίας. Έχετε εις τα βασιλικά
σας παλάτια άνδρα θαυμάσιον και πάνσοφον, όστις είναι ικανός να στερεώση πάλιν
την Ορθοδοξίαν». Οι δε βασιλείς, αφού ηρώτησαν αυτόν ποίος είναι, απεκρίθη ο
Πατριάρχης· «Είναι ο Ταράσιος ο πρώτος γραμματικός των μυστικών της βασιλείας
σας· εκείνος είναι άξιος να προστατεύση την Μεγάλην Εκκλησίαν και με την
λογικήν ράβδον να διώξη από την μάνδρα του Χριστού την φλυαρίαν των αιρέσεων
και να ποιμάνη θεαρέστως το θεοφιλές ποίμνιον». Τότε οι βασιλείς, επιστρέψαντες
εις τα βασίλεια, εκοινολόγησαν εις την Σύγκλητον τον λόγον του μακαρίου Παύλου
και όλοι συμφωνούντες τον εβεβαίωσαν, διότι εγνώριζαν τον Ταράσιον, ότι έλαμπε
κατά πάντα περισσότερον από όλους και ήτο άξιος να λάβη την ποιμαντικήν αξίαν.
Παρευθύς οι βασιλείς εκάλεσαν τον μέγαν Ταράσιον και του το είπον,
παρακινούντες αυτόν με πολλούς και διαφόρους τρόπους να αναδεχθή την προστασίαν
ταύτην, δια να στερεωθή δι’ αυτού πάλιν η Ορθοδοξία και να εξαλειφθή το ανόμημα
της Εικονομαχίας από την Εκκλησίαν του Χριστού. Ακούων ταύτα ο Ταράσιος
εταράχθη πολύ και στοχαζόμενος, ότι δεν είναι δυνατόν να αποφύγη την πρόσκλησιν
και την ψήφον των βασιλέων και της Ιεράς Συγκλήτου είπε· «Δεν είναι δυνατόν,
θειότατοι βασιλείς, να καταπαύση η μεγάλη επίθεσις της Εικονομαχίας, η οποία
εσάλευσεν εκ θεμελίων την Εκκλησίαν του Χριστού και να λάμψη η Ορθοδοξία με
άλλον τρόπον, παρά μόνον εάν επινεύση άνωθεν ο Θεός εις την καρδίαν σας και
προθυμοποιηθήτε δια πάσης σπουδής να συναχθή Σύνοδος Οικουμενική και να
ανακαινισθούν τα οροθέσια και οι Κανόνες των Ιερών Συνόδων, ίνα λάμψουν τα
δόγματα της αληθινής Πίστεως· εάν γίνη τούτο, όλοι οι Ορθόδοξοι θέλουν
συντρέξει και την ιδίαν των ζωήν θέλουν δώσει δια την στερέωσιν της
Ορθοδοξίας». Ταύτα και άλλα τοιαύτα λέγων, προ των βασιλέων, εζήτησε να
συναθροισθή και ο κοινός λαός, δια να ίδη την γνώμην των. Αφ’ ου λοιπόν, δια
βασιλικής προσταγής, συνήχθη όλη η πόλις και όλον το Ιερατείον εις το βασιλικόν
παλάτιον, ήρχισεν ο θείος Ταράσιος να τους ομιλή, αποδεικνύων ότι τα αξίωμα της
Αρχιερωσύνης είναι μεγάλον και υψηλόν και ότι αυτός δεν είναι ικανός να αναβή
εις αυτό το μεγαλείον, διότι εξ αρχής περιεπλέχθη εις τα κοσμικά αξιώματα,
είναι μέσα εις τας φροντίδας του κόσμου και δεν γνωρίζει καλώς τα Εκκλησιαστικά
πράγματα, επειδή εκείνος, όπου θέλει να αναβή εις αυτόν τον βαθμόν, πρέπει
πρώτον να εκμάθη καλώς τους Εκκλησιαστικούς Νόμους και τα Ευαγγελικά και
Αποστολικά διδάγματα, δια να ηξεύρη να οδηγή τα λογικά πρόβατα του Χριστού εις
οδόν σωτηρίας και μόνον τότε δύναται να αποφασίση και να αναβή εις αυτό το
υψηλόν αξίωμα. Αλλ’ επειδή οι θεοσεβέστατοι βασιλείς επέμειναν να δεχθώ την
διακονίαν ταύτην, αν και δεν έβαλα ποτέ εις τον νουν μου τούτο, ούτε εφρόντισα
καμμίαν φοράν δια το τοιούτον αξίωμα, δια τούτο κοινολογώ την γνώμην μου και
εις σας τον εκλεκτόν λαόν του Θεού· και εάν θέλητε να υποκύψω εγώ εις τον ζυγόν
της μεγίστης ταύτης διακονίας, πρέπει να υποκλίνητε και σεις εις την παράδοσιν
της Οικουμενικής Πίστεως και ν’ ακολουθήσετε τους θείους Πατέρας και τας Αγίας
Έξ Οικουμενικάς Συνόδους και να δεχθήτε εκείνα όπου διωρίσθησαν από αυτάς·
διότι εκείνοι όπου υπακούουσιν εις αυτάς, αξιώνονται της Βασιλείας των ουρανών
και απολαμβάνουν μισθούς αθανάτους».
Εδέχθη λοιπόν ο λαός τους λόγους του αοιδίμου Ταρασίου, ως φωνήν Αγγέλου
και υπεσχέθησαν όλοι ομοφώνως, ότι θέλουν ακολουθήσει ως πρόβατα αυτόν, δια να
τους οδηγή ως ποιμήν και ότι θέλουν πεισθή κατά πάντα εις εκείνα τα οποία είναι
ευάρεστα εις τον Θεόν και εις αυτόν. Τότε εδέχθη τας ψήφους ο θείος Ταράσιος
και εχειροτονήθη κατά τάξιν Αναγνώστης, Υποδιάκονος, Διάκονος, Ιερεύς και
Αρχιερεύς· και ανέβη εις το ύψος του Πατριαρχικού Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως
εν έτει ψπδ΄ (784). Αφ’ ου δε έλαβε φως επάνω εις το φως, προσέθετε και αρετάς
επάνω εις τας αρετάς και επολλαπλασίαζε με υπερβολικήν προκοπήν το ιερώτατον
τάλαντον, ήτοι το χάρισμα το οποίον έλαβε. Διότι, υπάρχων παιδιόθεν
γεγυμνασμένος εις την εγκράτειαν, τόσην ολίγην τροφήν έτρωγεν, όσον δια να
κρατή την ζωήν, αποφεύγων τον χορτασμόν και μη πειθόμενος παντελώς εις το να
φάγη τίποτε προς ηδονήν. Την δε αγρυπνίαν την έκαμε συγκάτοικον δια να μελετά
τας Θείας Γραφάς, αποδιώκων τον ύπνον ωσάν ένα ανωφελή και αχρείον δούλον, όταν
δε το εκαλούσεν η χρεία τον επρόσταζε και επήγαινε. Κανείς υπηρέτης δεν είδε
ποτέ τον Άγιον να πέση εις κρεββάτι ή επάνω εις μαλακά στρώματα· κανείς δεν
έπιασε με τας χείρας του ποτέ το ένδυμά του και την ζώνην του, τα οποία άφηνε
εις την κοίτην εις την οποίαν εκοιμάτο, δια να τα προευτρεπίση· κανείς δεν
έβγαλε ποτέ τα υποδήματά του από τους πόδας του, αλλά αυτός μόνος υπηρετείτο
εις κάθε χρείαν του σώματος, θέλων από θείον ζήλον να μιμηθή και εις τούτο τον
διδάσκαλόν του Χριστόν, ο οποίος είπεν· «Ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε
διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι» (Ματθ. κ:28), δεικνύων ούτω εις τους μαθητάς του
τον τύπον της ταπεινώσεως. Εις την προσευχήν δε τόσον επρόσεχεν ο Άγιος, ώστε
ύψωνε τον νουν του εις τον ουρανόν και συνωμιλούσε με μόνον τον Θεόν· και δεν
υπήρχε καιρός ευκαιρίας, κατά τον οποίον να μη εγονάτιζεν ο Άγιος εις το έδαφος
της γης έχων τας χείρας του υψωμένας εις τον ουρανόν και αναμένων άνωθεν θείαν
έλλαμψιν. Την ταπείνωσιν δε τόσον την εσεβάσθη και την ηγάπησεν, ώστε όχι μόνον
αυτός επρόκοψεν εις αυτήν, αλλά και άλλους πολλούς παρεκίνησε να ταπεινωθούν με
το ιδικόν του παράδειγμα. Διότι πολλούς Κληρικούς, οι οποίοι είχον ζώνας χρυσάς
και εφορούσαν μεταξωτά και πολυποίκιλα ενδύματα, τους έκαμε και εζώνοντο με
ζώνας πλεγμένας από νήματα αιγών και εφορούσαν ενδύματα υφασμένα από όμοια
νήματα, χωρίς κανένα καλλωπισμόν, αλλά σεμνά και πρέποντα εις εκείνους όπου
προαιρούνται να δουλεύουν τον Θεόν, υποσχόμενοι ταπείνωσιν. Την παρθενίαν δε
και την σύντροφόν της σωφροσύνην, αι οποίαι προξενούν τον αγιασμόν, τας
ωνάμασεν αδελφάς, δια μέσου δε αυτών απεδίωκε τους αισχρούς και σαρκίνους
λογισμούς και ηφάνισε τα πάθη της ατιμίας, στεφανωθείς εκ Θεού τον στέφανον της
απαθείας. Την ευσπλαγχνίαν δε και την ελεημοσύνην μετέδιδε τόσον πλουσιοπαρόχως
εις τους πτωχούς και με τόσην ιλαρότητα, ώστε υπερέβη όλους τους ελεήμονας και
έγινε νέος Ιωσήφ, δίδων εις τους πτωχούς όλα τα χρειαζόμενα και φιλεύων καθ’
εκάστην ημέραν τους πεινασμένους και τους ξένους· τούτο μαρτυρούν μέχρις
εσχάτων αι οικίαι τας οποίας είχεν ο Άγιος ορίσει δια τους ξένους και πτωχούς
αδελφούς μας. Αλλά και εις άλλους ενδεείς είχε διωρισμένον να τους δίδη
ελεημοσύνην καθ’ έκαστον μήνα, σημειώνων εις κατάστιχα ενός εκάστου το όνομα.
Την δε ελεημοσύνην την οποίαν εμοίραζε καθ’ εκάστην ημέραν με την
πλουσιοπάροχον χείρα του εις τους πτωχούς ποίος ήθελε δυνηθή να την μετρήση,
αφού ήτο περισσότερηαπό την άμμον της θαλάσσης; Ούτος ο μακάριος διώρισεν ακόμη
να προσκαλώνται οι νεόφερτοι ξένοι, οι ανάπηροι, χωλοί (κουτσοί), και όλοι οι
πτωχοί και ρακένδυτοι, οι οποίοι ήσαν εις διαφόρους τόπους της πόλεως, δια να
τους ελεή πλουσιοπαρόχως καθ’ όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν, έως την φωτοφόρον
του Χριστού Ανάστασιν. Εν καιρώ δε χειμώνος ηγόραζεν ενδύματα και σκεπάσματα
μάλλινα και χονδρά και τα εμοίραζεν εις εκείνους, οι οποίοι είχον ξεσχισμένα
και παλαιά ενδύματα και με αυτά τους προεφύλαττεν από τα δριμύτατα ψύχη του
χειμώνος. Κατά δε την λαμπράν ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού
Χριστού, μετά την τελείωσιν της θείας Λειτουργίας, επήγαινεν ευθύς εις τον
τόπον τον καλούμενον Παλαιόν Βασιλικόν Ανάκτορον και εκεί έκαμνε μεγάλην
φιλοξενίαν εις τους πτωχούς, τους οποίους, καθίζων εις την τράπεζαν, υπηρέτει ο
ίδιος, προσφέρων τον οίνον με τας ιδίας του χείρας· αφ’ ου δε ετελείωνεν αυτήν
την υπηρεσίαν, επήγαινεν εις το Πατριαρχείον και έτρωγεν όχι τρυφηλά και λιπαρά
φαγητά, αλλά ευτελή και λιτά ως σύντροφος της νηστείας και εις αυτά
ηυχαριστείτο. Ποίος άλλος ιστορείται, ότι ανέβη εις τόσον ύψος ταπεινώσεως ως ο
μέγας ούτος Ταράσιος; Ή, ποίος εμιμήθη τοιουτοτρόπος την συγκατάβασιν του
Κυρίου; Ουδείς άλλος ως αυτός. Την ησυχίαν δε, αν και ευρίσκετο μέσα εις τας
ταραχάς, όχι μόνον την ηγάπησε, αλλά και εις όλους πλουσίως την συνέστησε, και
πολλούς απέσπασεν από τον κόσμον και τους ήνωσε με τον Θεόν· ως Πατήρ δε και
πρόξενος της οσίας ταύτης εργασίας και ησυχαστικής πολιτείας, έδειξε και αυτούς
υιούς της αρετής· τούτο θέλει πιστοποιήσει το ασκητήριον το οποίον με πολλούς
κόπους ωκοδόμησεν εις τον Βόσπορον, ολίγον μακράν από την Κωνσταντινούπολιν,
από την πατρικήν κληρονομίαν όπου έλαβε, σωζόμενον μέχρι σήμερον και μέσα εις
το οποίον εχρημάτισαν δια της ενθέου διδασκαλίας και συνεργίας του άνδρες
θαυμάσιοι, στολισμένοι με κάθε είδους αρετήν, από τους οποίους πολλοί
εχειροτονήθηκαν ποιμένες λογικών προβάτων και εστόλισαν αξίως το επάγγελμα της
Αρχιερωσύνης, γενόμενοι στύλοι ακλινείς της Ορθοδοξίας, καθώς το έδειξαν τα
πράγματα κατά την επακολουθήσασαν αίρεσιν της Εικονομαχίας, εναντίον της οποίας
πολεμήσαντες ανδρείως υπέμειναν πολλούς κινδύνους, διωγμούς, θλίψεις και
ταλαιπωρίας, υψώθησαν δε εις το φως της ουρανίου λαμπρότητος, εις την οποίαν
εγνώρισαν και τον διδάσκαλόν των ως αστέρα λάμποντα. Και ταύτα μεν έγιναν
ύστερον· ο δε θείος Ταράσιος, γενόμενος τέλειος εις όλας τας αρετάς και
προγυμνάζων τον νουν του με την πράξιν, ανέβη εις την θεωρίαν, είχεν όμως και
πολλήν επιμέλειαν δια την στερέωσιν της Ορθοδοξίας και εσπούδαζε να έλθουν εις
τέλος εκείνα τα οποία του υπεσχέθησαν οι βασιλείς, ήτοι να συναχθή Σύνοδος
Οικουμενική και να λάβη πάλιν η Εκκλησία τον στολισμόν των Αγίων Εικόνων. Όθεν,
δια της επιμελείας και σπουδής του, εδόθη προσταγή βασιλική και συνεκροτήθη εις
την Μητρόπολιν των Νικαέων και υπό την προεδρίαν του Αγίου Ταρασίου η Αγία Ζ΄
Οικουμενική Σύνοδος των τξζ΄ (367), οι οποίοι κατά τας Αποστολικάς και Πατρικάς
παραδόσεις απεφάσισαν ομοφώνως την προσκύνησιν των Αγίων Εικόνων και εστόλισαν
πάλιν με αυτάς τας Εκκλησίας, Ο περί των Αγίων Εικόνων όρος της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, έχει ως
εξής: «Ορίζομεν συν ακριβεία πάση και επιμελεία παραπλησίως τω τύπω του Τιμίου
και ζωοποιού Σταυρού, ανατίθεσθαι τας σεπτάς και Αγίας Εικόνας εν ταις Αγίαις
του Θεού Εκκλησίαις, και ιεροίς σκεύεσι, και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν,
οίκοις τε και οδοίς (όσω γαρ συνεχώς δι’ εικονικής ανατυπώσεως ορώνται,
τοσούτον και οι ταύτας θεώμενοι διανίστανται προς την των πρωτοτύπων μνήμην τε
και επιπόθησιν) και ταύταις ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησιν απονέμειν, (ου
μη την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, η πρέπει μόνη τη Θεία Φύσει, αλλ’ ον
τρόπον τω τύπω του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, και τοις Αγίοις Ευαγγελίοις και
τοις λοιποίς ιεροίς αναθήμασι) και υμιαμάτων και φώτων προσαγωγήν προς την
τούτων τιμήν ποιείσθαι, καθώς και τοις αρχαίοις ευσεβώς είθισται· η γαρ της
Εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την Εικόνα προσκυνεί
εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν». τους δε Εικονομάχους ανεθεμάτισαν· ούτω, με την
επιμέλειαν και συνεργείαν του Αγίου, εστερεώθη η Ορθοδοξία. Μετά ταύτα
ηγωνίζετο πάλιν, με κόπους πολλούς, εις το να ποιμαίνη το ποίμνιον του Χριστού
εις νομάς σωτηρίους και δεν έπαυε να διδάσκη επ’ Εκκλησίας και κατά μόνας
στερεώνων όλους σχεδόν, καθ’ εκάστην, με τας θεοπνεύστους διδασκαλίας του εις
τα ορθά δόγματα της Εκκλησίας και παραγγέλλων εις αυτούς να φυλάττουν όλας τας
εντολάς του Κυρίου. Προ πάντων δε ενομοθέτησε να γίνωνται αι χειροτονίαι όλου
του ιερατικού καταλόγου χωρίς καμμίαν δόσιν χρημάτων ή άλλου τινός, αλλά δωρεάν
εις τους αξίους, αποβάλλων τελείως την Σιμωνίαν από την Εκκλησίαν του Χριστού.
Δεν πρέπει όμως να σιωπήσω και το ακόλουθον κατόρθωμα του Αγίου, επειδή
φανερώνει την ευσπλαγχνίαν και την συμπάθειαν όπου είχεν εις τον πλησίον. Μίαν
φοράν, εις από τους βασιλικούς άρχοντας, όστις είχε το αξίωμα να κρατή το
βασιλικόν ξίφος, εξεταζόμενος από τους βασιλείς δια μεγάλην ποσότητα χρημάτων
και ευρισκόμενος υπόδικος εις δεινά και πικρά βάσανα, εκλείσθη εις σκοτεινήν
φυλακήν και εστενοχωρήθη παντοιοτρόπως με πολλήν κακοπάθειαν· όθεν, μη έχων
καμμίαν ελπίδα, καιροφυλακτεί την νύκτα και όταν απεκοιμήθησαν οι στρατιώται,
οι οποίοι τον εφύλαττον, εξελθών κρυφίως από την φυλακήν, προσέδραμεν εις το
θείον καταφύγιον, την Μεγάλην Εκκλησίαν και εισελθών εις το Άγιον Βήμα εκράτει
τα άκρα της Αγίας Τραπέζης με πολύν φόβον και τρόμον. Όταν οι φύλακες είδον,
ότι έφυγεν ο φυλακισμένος, εφοβήθησαν να μη τιμωρηθούν και τρέχοντες επήγαν εις
την Μεγάλην Εκκλησίαν. Ιδόντες δε αυτόν, ότι εκράτει την Αγίαν Τράπεζαν,
περιεκύκλωσαν όλην την Εκκλησίαν και τον εφύλαττον με μεγάλην προσοχήν,
ελπίζοντες ότι η ανάγκη τροφής και των λοιπών αναγκαίων του σώματος θέλει τον
βιάσει να έβγη έξω αν και μη θέλων· δια τούτο δεν άφυναν ουδένα απολύτως να
πλησιάση εις το Άγιον Βήμα της Εκκλησίας. Ταύτα ακούσας ο Μέγας Ταράσιος
ελυπήθη πολύ, στοχαζόμενος ότι η καταφρόνησις των θείων Αγιασμάτων κινεί εις
αγανάκτησιν τον Πανάγαθον Θεόν. Ακούσατε δε την αγάπην την οποίαν επέδειξε τότε
ο φιλεύσπλαγχνος Πατήρ και θαυμάσατε την σύνεσίν του. Όταν έπρεπε να φάγη ο
κατάδικος, έπαιρνεν ο Άγιος με τας ιεράς χείρας του την τροφήν, την οποίαν
προητοίμαζεν ο ίδιος δια δεξίωσιν του ανδρός και την επήγαινεν εις το Άγιον
Βήμα, υπηρετών αυτόν μόνος εις όλα τα χρειαζόμενα, είτα την άφηνεν εκεί και
ανέβαινεν εις το Πατριαρχείον. Όταν δε η φύσις ηνάγκαζεν εκείνον να υπάγη προς
σωματικήν του ανάγκην, κατήρχετο ο Άγιος και κρατών αυτόν από την χείρα τον
επήγαινεν εις την άφοδον (το ειδικόν προς τούτο μέρος) και αναμένων αυτόν έως
ότου εξήρχετο, τον έπιανε πάλιν από την χείρα και τον επήγαινεν εις το Άγιον
Βήμα· τούτο δε το έκαμνεν όχι μίαν ή δύο φοράς την ημέραν, αλλά οσάκις ήθελε
προσκαλεσθή εις την τοιαύτην υπηρεσίαν από τον κατάδικον. Βλέποντες δε οι
στρατιώται, οι οποίοι τον εφύλαττον, την ακούραστον υπηρεσίαν του θείου Πατρός
και στοχαζόμενοι ότι δεν ήτο δυνατόν τοιουτοτρόπως να συλλάβωσι τον κατάδικον,
τι κάμνουν; Εύρον άλλην κρυφήν θύραν, η οποία επήγαινεν εις την άφοδον και
έβαλον εκεί στρατιώτας να καιροφυλακτούν, όταν δε ο ποιμήν έβγαλε κατά την
συνήθειαν το πρόβατον του Χριστού από το Άγιον Βήμα και τον επήγεν εις την
άφοδον, εισήλθον από την άλλην θύραν εκείνοι όπου παρεφύλαττον και τον άρπαξαν
ωσάν λύκοι, σπρώχνοντες δε αυτόν βιαίως τον επήγαν εις τα βασίλεια. Όταν ο
Άγιος αντελήφθη την επιβουλήν, ελυπήθη πολύ και θείω ζήλω κινούμενος δεν έχασε
καιρόν, αλλά παρευθύς εκίνησε και επήγεν εις τα βασίλεια· μαθόντες δε οι
βασιλείς τον ερχομόν του και σκεπτόμενοι ότι η παρουσία του θέλει είναι
πεπληρωμένη ζήλου και θέλει τους ελέγξει σκληρά, έκλεισαν τας θύρας και τον
άφησαν έξω. Ο θείος Ποιμήν όμως δεν επέστρεψεν άπρακτος, αλλά επετίμησεν όλους
κοινώς με κανονικά επιτίμια και τους αφώρισεν από την Κοινωνίαν των Αχράντων
Μυστηρίων, εάν τυχόν βλάψωσιν εκείνον ο οποίος κατέφυγεν εις την Εκκλησίαν του
Χριστού. Οι δε βασιλείς μένοντες δεδεμένοι με τα επιτίμια του Πατριάρχου και μη
δυνάμενοι να απαλλαγούν δεν επαίδευσαν καθόλου τον πταίστην, αλλ’ εξετάσαντες
αυτόν με λόγους μόνον δια τα χρήματα εκείνα τα οποία εζήτουν, τον ηλευθέρωσαν,
ως αναίτιον. Τοιούτος ήτο ο θεοφόρος Ταράσιος και τοιουτοτρόπως εκυβέρνα τα
θεία, δια δε το ποίμνιόν του ευκόλως εκινδύνευε και την ζωήν του. Επειδή δε
εγνώριζεν επακριβώς τους εξωτερικούς νόμους, έκρινεν ορθώς και τας διαφοράς και
κρίσεις, αι οποίαι συνέβαινον εις το κοινόν και ούτε τον πτωχόν ελεούσεν εις
την κρίσιν, ούτε εις τον πλούσιον έκαμνε χάριν, αλλά εφύλαττεν εις όλους την
δικαιοσύνην και δεν έδιδε τόπον εις εκείνους οι οποίοι ήθελον να αδικούν τον
πλησίον. Ότι δε εφύλαττεν επακριβώς και τους θείους Κανόνας θέλει το μαρτυρήσει
το ακόλουθον. Ο βασιλεύς Κωνσταντίνος στ΄ ο Πορφυρογέννητος, ο υιός της
Ειρήνης, νέος ων και έχων φρένας νεανικάς, ενόμισεν, ότι εκείνο το οποίον
εφαίνετο εύλογον εις αυτόν ήτο νόμος πολύ δικαιότερος από τους εγγράφους νόμους·
έχων δε συμβοηθόν την εξουσίαν δια την παράβασιν του Ευαγγελικού Νόμου, εμελέτα
να χωρίση την νόμιμον σύζυγόν του και να νυμφευθή άλλην· και τι κάμνει; Πλέκει
εν πλάσμα ανάξιον της βασιλείας του· ότι, δηλαδή, η σύζυγός του η βασίλισσα
επεχείρησε να τον δηλητηριάση, προσπάθησε δε να το αποδείξη και να καταπείση
όλους να το πιστεύσωσι. Διότι ενόμιζεν, ότι κανείς από τους υπηκόους του δεν
είναι δυνατόν να μη πιστεύση εις τους λόγους του βασιλέως. Αλλ’ όμως κανείς δεν
επίστευσεν εις τούτο, ειμή μόνον όστις ήθελε να κολακεύη τον βασιλέα δια να
λάβη παρ’ αυτού δόξαν. Εις λοιπόν από τους τοιούτους άρχοντας της Γερουσίας
απεστάλη από τον βασιλέα εις τον Πατριάρχην και διηγήθη λεπτομερώς εις αυτόν
όλον το πλάσμα, το οποίον έπλασεν ο βασιλεύς εναντίον της συζύγου του,
βεβαιώνων δε αυτό ως αληθινόν, τον εβίαζε να του δώση άδειαν να λάβη δευτέραν σύζυγον.
Ο δε θείος Ταράσιος, αναστενάζων εκ βάθους ψυχής, είπε προς αυτόν· «Εάν ο
βασιλεύς, καθώς λέγεις, διελογίσθη να χωρίση την νόμιμον σύζυγόν του και να
λάβη άλλην, δεν γνωρίζω κατά ποίον τρόπον μέλλει να υποφέρη το κοινόν όνειδος
το οποίον έχει να λάβη από τα έθνη. Ή, πως έχει να βιάση τους υπηκόους του να
φυλάττουν σωφροσύνην, ή να τιμωρήση εις αυτούς την πορνείαν και την μοιχείαν,
εάν αυτός κρατηθή από τας αισχράς παρανομίας; Αλλά και εάν υποθέσωμεν, ότι
είναι αληθινόν εκείνο το οποίον προβάλλει ο βασιλεύς δια την σύζυγόν του, και
πάλιν έπρεπε να μη ζητή διαζύγιον, επειδή ο Κύριός μας λέγει εις το Ιερόν
Ευαγγέλιον· «Ος αν απολύση την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας ποιεί
αυτήν μοιχάσθαι» (Ματθ. ε: 32). Αυτό όμως, το οποίον λέγει, είναι πρόφασις
φανερά δια να αθετήση τον τίμιον γάμον και να συμπλεχθή με την αισχρότητα της
μοιχείας· όθεν, άκουσον την απόφασίν μου και φανέρωσον αυτήν εις εκείνον όπου
σε έστειλε· καλύτερα προκρίνω δεινά βάσανα και θάνατον, παρά να συγκατανεύσω
εις ταύτην την παρανομίαν και ας το ακούση και ο βασιλεύς, ότι δεν θέλω
καταπεισθή κατ’ ουδένα τρόπον εις ταύτην την απίθανον κατηγορίαν». Ταύτα
ακούσας ο απεσταλμένος επήγε και τα ανήγγειλεν εις τον βασιλέα, εκείνος δε
έστειλε παρευθύς και εκάλεσε τον Πατριάρχην, νομίζων ότι, όταν έλθη
αυτοπροσώπως, θέλει υπακούσει εις την εξουσίαν. Ο μέγας Ταράσιος όμως ελθών εις
τον βασιλέα, του είπε πολλάς σωτηριώδεις νουθεσίας, δια να αφήση αυτήν την
παρανομίαν· αλλ’ ο βασιλεύς δεν κατεπείσθη και του είπε με αδιαντροπίαν·
«Επειδή εγώ έχω αγάπην εις την Αγιωσύνην σου ως εις πατέρα, ανέφερα και
πρωτύτερα προς σε εκείνο το οποίον συνέβη εις εμέ και τώρα πάλιν θέλω να σου το
φανερώσω καθαρώτερα με το ίδιόν μου στόμα· η σύζυγος, η οποία μου εδόθη από τον
Θεόν βοηθός, εφάνη επίβουλος της βασιλείας μου, επειδή δε ο νόμος προστάζει να
χωρισθώ απ’ αυτήν, δεν ημπορεί κανείς να αντιταχθή· διότι τα αίτια είναι φανερά
και ή θάνατον πρέπει να λάβη, ή, το φιλανθρωπότερον, να διέλθη όλην την ζωήν
της με επιτίμια· επειδή το κακόν το οποίον ηθέλησε να κάμη, δεν έμελλε να γίνη
εις ποταπόν τινα άνθρωπον, αλλά εις εμέ τον γνήσιον άνδρα της και βασιλέα
πιστότατον και φοβερόν εις τα έθνη, το τοιούτον δε κακόν ήθελεν αναστατώσει
όλην την οικουμένην. Τι άλλο λοιπόν κακόν φρικτότερον και πλέον επικίνδυνον από
αυτό ήθελες να πράξη, αφού με αυτό το οποίον έκαμε δεν έχει τι να απολογηθή;
Είναι δε καιρός να σου δείξω και το δηλητήριον, το οποίον είχε κατεσκευασμένον
δια να μου δώση, ίνα βεβαιωθή περί τούτου και η Πατρωσύνη σου και χωρίς
αναβολήν καιρού να την κάμη να υποκλίνη εις τα Κανονικά επιτίμια και να
προκρίνη την ησυχαστικήν ζωήν, εάν θέλη να παραμείνη μετά των ζώντων· διότι το
δηλητήριον, το οποίον είχε κατασκευάσει δι’ εμέ, ευρίσκεται εμπρός εις τους
οφθαλμούς μου και δεν είναι δυνατόν να την έχω πλέον σύζυγόν μου». Ταύτα λέγων,
έκαμε νεύμα εις τους υπηρέτας του και έφερον έμπροσθεν του Πατριάρχου δοχεία
υάλινα περιέχοντα το δηλητήριον, το οποίον, ως έλεγεν ο βασιλεύς, ήθελε να του
δώση η βασίλισσα, δια να τον θανατώση, ή δια να τον κάμη να γίνη έξω φρενών. Ταύτα
ακούσας ο μέγας Ποιμήν είπε· «Μη παρακαλώ, βασιλεύ, μη θέλης να κινηθής
εναντίον του θείου Νόμου και να παραβής εκείνα όπου προστάζει· διότι σημείον
του βασιλέως είναι το να κάμνη όλα με καθαράν συνείδησιν και να μη συλλογίζεται
ουδέν εναντίον του Θεού, ο οποίος του έδωσε τον στέφανον της βασιλείας· επειδή
πας τις γνωρίζει, ότι εμεσολάβησε ψεύδος εις αυτά τα οποία λέγονται εναντίον
της βασιλίσσης· διότι ποίος δύναται να συγκριθή με την βασιλείαν σου εις την
ωραιότητα, εις τρόπον ώστε να δελεασθή η γυνή από το κάλλος εκείνου και να μεταστρέψη
εις αυτόν την θερμήν και γνησίαν αγάπην την οποίαν έχει προς σε; Ποίος έχει
μεγαλύτερα αξιώματα από την βασιλείαν σου, ώστε να πλανηθή αυτή και να
προτιμήση εκείνον καλύτερα από την μεγαλειότητά σου; Ποίος ευδοκίμησεν εις τους
πολέμους περισσότερον και υπερέβη την ιδικήν σου ανδρείαν, εις τρόπον ώστε να
αγαπηθή περισσότερον εκείνος από την ιδικήν σου βασιλικήν κυριότητα; Δεν είναι
κανένα απ’ αυτά. Αλλά είναι πρόφασις και εφεύρημα δια πάσαν κακίαν, τα οποία
κηλιδώνουν το σκήπτρον της βασιλείας σου και ζητούν να σε κάμουν περίγελον εις
τα έθνη και αξιολύπητον εις τους λαούς. Δια τούτο ημείς δεν αποτολμώμεν να
διαλύσωμεν τους νομίμους δεσμούς του βασιλικού γάμου, διότι φοβούμεθα την
απόφασιν του Νομοθέτου Θεού· ουδέ ημπορούμεν να πιστεύσωμεν τας κατηγορίας, αι
οποίαι λέγονται εναντίον της συζύγου σου, επειδή γνωρίζομεν το πορνικόν
γύναιον, προς το οποίον με την πολυκαιρίαν το πάθος ερριζώθη. Ακόμη και τούτο
φανερώνω εις την υπέρτιμον βασιλείαν σου έμπροσθεν του Θεού, ότι δεν θέλομεν
επιτρέψει πλέον να εισέλθης εις την Αγίαν Τράπεζαν και να μεταλάβης τα Άχραντα
Μυστήρια, δια να μην ακούσωμεν την κατάραν εκείνην την οποίαν λέγει ο Θεός προς
τους Ιερωμένους· «πατείν την αυλήν μου ου προσθήσεσθε» (Ησαϊας α: 12-13). Ταύτα
ακούσας ο βασιλεύς ήναψεν όλος από τον θυμόν και επρόσταξε να έβγη έξω ο
Πατριάρχης. Ούτως ανεχώρησεν ο Άγιος νικητής χωρίς πληγάς και Μάρτυς
στεφανηφόρος. Και παρευθύς ο βασιλεύς εδίωξεν από τα βασίλεια την νόμιμον
σύζυγόν του, εζήτει δε Ιερέα δια να τελέση τον παράνομον εκείνον γάμον. Τα ακόλουθα
σιωπώ, ως ανωφελή ( Σημαντικώτατα είναι τα διαδραματισθέντα κατά την περίοδον ταύτην γεγονότα,
άπερ αποσιωπά ενταύθα ο ιερός Βιογράφος του Αγίου Ταρασίου, συνετάραξαν δε
ταύτα ουχί ολίγον την Βυζαντινήν αυτοκρατορίαν, καθ’ ην μάλιστα εποχήν εκινδύνευεν
αύτη εκ των εξωτερικών της εχθρών. Είναι δε ταύτα εν γενικαίς γραμμαίς τα εξής:
Το έτος 796 ο αξιοθρήνητος υιός της Ειρήνης Κωνσταντίνος ΣΤ΄ , ο τελευταίος των
Ισαύρων, αποπέμψας την νόμιμον σύζυγόν του Μαρίαν την Παφλαγονίαν, την οποίαν
και έκειρε βιαίως Μοναχήν, ενυμφεύθη την θαλαμηπόλον της μητρός του Θεοδότην.
Τας αθεμίτους ταύτας πράξεις, ως βλέπομεν, ηθέλησε να αποτρέψη ο θείος
Ταράσιος, δυστυχώς όμως όχι μόνον δεν εισηκούσθη, αλλ’ ετέθη και υπό
περιορισμόν. Ο βασιλεύς επραγματοποίησε τον εναγή σκοπόν του δια τίνος Ιερέως
Ιωσήφ, ηπείλησε δε ότι εάν αντιδράση ενεργότερον η Εκκλησία θα επαναφέρη όχι
μόνον την Εικονομαχίαν, αλλά και αυτήν την ειδωλολατρίαν. Ο ευσεβής όμως
Κληρικός και λαός εξηγέρθη και μάλιστα οι περιώνυμοι Στουδίται Πλάτων ο Ηγούμενος
του Σακκουδίωνος και Θεόδωρος ο Στουδίτης, οίτινες αν και ήσαν αμφότεροι
συγγενείς της Θεοδότης (και ο Θεόδωρος ήτο ανεψιός του Πλάτωνος), εν τούτοις
αυτοί περισσότερον παντός άλλου ήλεγξαν την παρανομίαν, μάλιστα δε και αφώρισαν
τους βασιλείς, επί πλέον δε διέκοψαν και το μνημόσυνον του Πατριάρχου Ταρασίου,
επειδή ο Ταράσιος δεν αφώρισε τους βασιλείς και δεν είχεν ακόμη τιμωρήσει τον
Ιερέα Ιωσήφ. Δια την πράξιν των ταύτην ο με Πλάτων εφυλακίσθη, ο δε Θεόδωρος
και οι περί αυτόν εξωρίσθησαν. Το επόμενον όμως έτος ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄
συλληφθείς υπό επανασταντησάντων στρατιωτικών ετυφλώθη, η Θεοδότη εξηφανίσθη
και είναι άγνωστον τι απέγινε, απέθανε δε, άγνωστον επίσης πως, και το γεννηθέν
εκ του Κωνσταντίνου και της Θεοδότης τέκνον ονόματι Λέων και ούτως εξέλιπεν η
δυναστεία των Ισαύρων. Τα εγκληματικά ταύτα γεγονότα απέδωσαν οι πλείστοι
ιστορικοί εις την μητέρα του Κωνσταντίνου βασίλισσαν Ειρήνην, η οποία και
εβασίλευσε μόνη μετά τον Κωνσταντίνον. Αντικειμενικοί όμως σύγχρονοι ιστορικοί
ως ο Γεώργιος ο Αμαρτωλός βεβαιούσιν ότι εν αγνοία της βασιλίσσης διεπράχθησαν
ταύτα υπό των επαναστατών. Εις τούτο συμφωνεί και ο διαπρεπής Γερμανός
ιστορικός συγγραφεύς Hergenrother εις το τρίτομον έργον του
«Φώτιος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», εκδοθέν εν έτει1867 και 1869. Αλλά
και ο Όσιος Πατήρ ημών Θεόδωρος ο Στουδίτης ο τόσον αυστηρός τιμητής των
βασιλικών παρανομιών ουδέποτε ήθελε συγχωρήσει εις την Ειρήνην μίαν τοιαύτην
εγκληματικήν ενέργειαν. Τουναντίον ο Θεόδωρος εγκωμιάζει την Ειρήνην.
Σημειούμεν προσέτι ότι η συγκλονίσασα την Εκκλησίαν έρις δια τον παράνομον
γάμον του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ και της Θεοδότης δεν εσταμάτησεν ούτε με τον θάνατον
των πρωτουργών αυτής, αλλ’ εσυνέχισε και επί του διαδεχθέντος τον Άγιον
Ταράσιον Αγίου Νικηφόρου (806-815), διότι ο θείος Νικηφόρος τη προτροπή του
βασιλέως Νικηφόρου συνεχώρησε τον υπό του Αγίου Ταρασίου μεταγενεστέρως
τιμωρηθέντα Ιερέα Ιωσήφ, τον τελέσαντα τον παράνομον γάμον, διο και πάλιν
ετιμωρήθησαν και εξωρίσθησαν οι Στουδίται.)· τούτο δε μόνον είναι ανάγκη να είπω, ότι ο βασιλεύς,
από τότε και εις το εξής υπέβαλε τον Άγιον εις πολλούς πειρασμούς, διορίσας
φύλακας αυτού με ονόματα συγκέλλων, ώστε να μην έχη κανείς άδειαν να επισκεφθή
τον Πατριάρχην, χωρίς να περάση πρώτον από αυτούς, να συνδιαλέγεται δε επί όσων
μόνον ήθελον φανή εύλογα εις αυτούς. Αφήνω την σκληρότητα την οποίαν εδείκνυεν
ο βασιλεύς κατ’ εκείνων οι οποίοι ήσαν πλησίον του Πατριάρχου και τον
εθεράπευον, τιμωρών και εξορίζων αυτούς αδίκως και παραλόγως, διότι ενόμιζεν
ότι με αυτά θέλει του προξενήσει λύπην. Αλλ’ ο Άγιος τα εδέχετο όλα με μεγάλην
μακροθυμίαν και καρτεροψυχίαν, ως συμφέροντα, ων ωπλισμένος με τον αδαμάντινον
λογισμόν του Ιώβ. Ουδέποτε δε εξήλθεν εκ του στόματος αυτού λόγος μικρόψυχος,
αλλά εις όλα τα συμβαίνοντα είχε φρόνημα υψηλόν και αμέτοχον από κάθε κακίαν. Και
ταύτα μεν συνέβαινον έως ότου εβασίλευεν ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄, τούτου δε
εκθρονισθέντος κατά το έτος 797 έμεινεν ο Άγιος ελεύθερος. Μετά πέντε έτη
απέθανε και η Ειρήνη, εβασίλευσε δε ο από Γενικών Νικηφόρος Α΄ εν έτει ωβ΄
(802), όστις πολύ εσέβετο τον Πατριάρχην. Ελευθερωθείς λοιπόν ο Άγιος από τους
πειρασμούς και μείνας ατάραχος ηγωνίζετο και πάλιν εις τας συνηθισμένας του
αρετάς, μη παύων καθ’ εκάστην από του να ποιμαίνη θεαρέστως το ποίμνιόν του,
στερεώνων αυτούς εις την Ορθοδοξίαν και διδάσκων να φυλάττουν τας εντολάς του
Θεού και να απέχουν από κάθε κακίαν. Αφού λοιπόν εκυβέρνησεν ο Άγιος μετά
τοιούτου ζήλου την Εκκλησίαν επί είκοσι και δύο χρόνους, ησθένησε και αυτός ως
άνθρωπος από δεινήν ασθένειαν, φλεγόμενος όμως από τον διάπυρον έρωτα του Θεού,
δεν εφρόντιζε παντελώς δια το σώμα, αλλ’ ακουμβών τα στήθη του εις εν ξύλινον
τετράποδον, το οποίον είχε τοποθετημένον εμπρός από την Αγίαν Τράπεζαν, ετέλει
μετά θέρμης την θείαν Λειτουργίαν, δεν έπαυε δε καθ’ εκάστην από του να εκτελή,
με μεγάλην ευλάβειαν, τα θεία Μυστήρια· επειδή δε η ασθένειά του
εχειροτέρευσεν, έπεσεν εις το κρεββάτι και τότε έγινεν εν θαύμα παράδοξον και
φοβερόν· ήλθεν εις έκστασιν ο Άγιος και εδείκνυε, ότι είχε πόλεμον με τους
αόρατους εχθρούς ημών, ηναντιώνετο δε σφοδρώς δια λόγων εις εκείνα τα οποία
επρόβαλλον εκείνοι, ψευδώς κατηγορούντες αυτόν, λέγων προς αυτούς ότι δεν έχουν
καμμίαν αιτίαν εύλογον να τον εγκαλούν, διότι η συνείδησίς του δεν τον τύπτει
δια κανέν έγκλημα, από εκείνα που του λέγουν· κατά αλήθειαν ήτο να θαυμάση
κανείς, πως εφύλαξεν ο μακάριος καθαράν κατά πάντα την συνείδησίν του, ώστε να
μη ημπορέσουν οι φθονεροί εκείνοι εχθροί να τον αποδείξουν πταίστην ούτε εις το
παραμικρόν πταίσιμον. Όταν δε το όργανον της γλώσσης απέκαμεν από την ασθένειαν
και δεν ηδύνατο να τους απαντά με λόγια, τους απήντα με τα χείλη, με την χείρα
και με το νεύμα του και επιτιμών αυτούς αυστηρότατα τους απεδίωκε με οργήν· και
τότε εφάνη με πολλήν πραότητα και με βλέμμα ήσυχον και ατάραχον, καθ’ ην δε
στιγμήν εις την Εκκλησίαν έψαλλον τον Εσπερινόν Ύμνον και έλεγον το· «Κλίνον,
Κύριε, το ους σου και επάκουσόν μου…» (Ψαλμ. πε΄ 1), εξεδύθη η μακαρία του ψυχή
τούτο το δερμάτινον ένδυμα και ανέβη φωτεινή εις τας ουρανίους μονάς. Όταν
ηκούσθη ο θάνατος του Αγίου, όλη η Πόλις έκλαιεν απαρηγόρητα και ωδύρετο δια
την ορφανίαν του προστάτου και ευεργέτου της· ο δε πιστότατος βασιλεύς
Νικηφόρος, πίπτων επάνω εις το στήθος του αοιδίμου νεκρού και σκεπάζων αυτόν με
τον βασιλικόν μανδύαν έκαμνε την επιτάφιον θρηνωδίαν, καλών αυτόν Πατέρα,
Αρχιερέα, Λύχνον της βασιλείας ακοίμητον, θείον Διδάσκαλον της πολιτείας και
οδηγόν εις τα ψυχοσωτήρια, τείχος απροσμάχητον εις τα στρατεύματα, διώκτην των
εχθρών ισχυρότατον δια της προς Θεόν δεήσεως αυτού και άλλα πολλά, διότι
στοχαζόμενος ζημίαν οικουμενικήν τον θάνατον του Ποιμένος, τι δεν έλεγε και τι
δεν έκαμνεν! Οι δε εξουσιασταί και μεγιστάνες του βασιλέως, αναστενάζοντες εκ
βαθέων ψυχής και μη δυνάμενοι να υπομείνουν τον χωρισμόν του, νομίζοντες αυτόν
στέρησιν πολλών αγαθών, περιεκύκλωνον το άγιον αυτού λείψανον και το κατέβρεχον
με κατάπικρα δάκρυα. Αλλά και οι Αρχιερείς και Ιερείς και όλοι οι
Εκκλησιαστικοί εθρήνουν με κλαυθμούς και οδυρμούς πολλούς τον ακαταμάχητον
προστάτην της Εκκλησίας, τον ψυχωφελέστατον πλουτιστήν των, τον φυτουργόν και
γεωργόν πάσης αρετής, τον φυλάξαντα αμόλυντον την Ιερουργίαν, τον καθαρίσαντα
κάθε μίασμα αιρέσεως από την Εκκλησίαν του Χριστού, τον απροσωπόληπτον
Ιεράρχην, τον αποδείξαντα επικατάρατον το αργύριον της σιμωνίας, τον διάδοχον
εις την αρετήν των Αποστόλων, τον σύνθρονον και σύντροφον των Πατριαρχών και
Πατέρων, τον ομόφρονα των Αγίων Συνόδων, τον γινόμενον τοις πάσι τα πάντα, ίνα
πάντως τινάς σώση, κατά τον θείον Παύλον (Α΄ Κορ. θ: 22). Αλλά και ο
ευλαβέστατος χορός των Μοναχών έκλαιον τον έμπειρον οδηγόν των και άκρον
διδάσκαλον της εγκρατείας και ψάλλοντες μετά δακρύων τους ύμνους προέπεμπον τον
Πατέρα εις τους Πατέρας τους εν ασκήσει προλάμψαντας· οι πτωχοί έκλαιον τον
δοτήρα· οι τυφλοί τον οφθαλμόν· οι χωλοί την βακτηρίαν· οι ξένοι τον ξενοδόχον·
αι χήραι τον προστάτην· οι ορφανοί τον βοηθόν· έτρεχον δε όλοι άνδρες και
γυναίκες, παιδία, νέοι και γέροντες, ωσάν ποταμός δια να πλησιάσουν εις το
άγιον λείψανον και να απολαύσουν ευλαβώς την ιεράν εκείνην θεωρίαν. Εάν δε ο
βασιλεύς δεν εκρατούσε με στιβαράν στρατιωτικήν χείρα την ορμήν του πλήθους,
ήθελον κινδυνεύσει εις θάνατον πολλοί, σπρώχνοντες και σπρωχνόμενοι και
συνεριζόμενοι μεταξύ των ποίος να προλάβη δια να απολαύση τον ποθούμενον. Εις
τας κε΄ (25) λοιπόν του Φεβρουαρίου μηνός του έτους ωστ΄ (806) ενεταφιάσθη
εντίμως και ευλαβώς το ένδοξον λείψανον του Αγίου εις το Ιερόν Μοναστήριον, το
οποίον ωκοδόμησε, καθώς είπομεν ανωτέρω (Εκεί παρέμεινεν το ιερόν τούτο λείψανον μέχρι του έτους
1018, ότε εκλάπη υπό Βενετών και απεκομίσθη εις Βενετίαν). Είναι δε καιρός να
διηγηθώμεν και ολίγα θαύματα από εκείνα τα οποία έγιναν εις τον τάφον του θείου
Πατρός. Γυναίκες τινές, αι οποίαι έπασχον από πάθος πολυχρόνιον της αιμορραγίας
και εξώδευσαν όλην την περιουσίαν των εις τους ιατρούς και καμμίαν θεραπείαν δεν
εύρον, προσέτρεξαν μετά πίστεως εις τον Άγιον· αλλ’ επειδή, κατ’ εντολήν του
αοιδίμου Πατρός, δεν ήτο συγκεχωρημένον να έμβουν γυναίκες εις το Μοναστήριον,
ενεδύθησαν ανδρικήν στολήν και υποκρινόμεναι ότι είναι ευνούχοι έλαβον την
άδειαν και εισήλθον εις το Μοναστήριον· προσπίπτουσαι δε εις τον τάφον του
Αγίου, εχρίσθησαν με το έλαιον της κανδήλας, η οποία έκαιεν επάνω εις τον τάφον
του και, ω του θαύματος! έλαβον την θεραπείαν παρευθύς και επέστρεψαν υγιείς
εις τας κατοικίας των δοξάζουσαι τον Θεόν και ευχαριστούσαι τον Άγιον. Άλλος,
όστις ετυφλώθη από τον ένα οφθαλμόν, προσπίπτων εις τον τάφον του Αγίου και
χρίων τον οφθαλμόν του με το έλαιον της κανδήλας εκείνης, έλαβεν εις ολίγον
καιρόν το φως του και έβλεπε καθαρά και με εκείνον τον οφθαλμόν. Και άλλου τινός
η χειρ, η οποία έτρεμεν ακαταπαύστως πολύν καιρόν, με την επίκλησιν του Αγίου
και με την χρίσιν του θαυματουργού ελαίου της κανδήλας του τάφου του έπαυσεν
από τον τρόμον και αποκατεστάθη υγιής ως και η άλλη. Και άλλους πολλούς
δαιμονισμένους ιάτρευσεν ο θείος Ταράσιος, διώκων τα ακάθαρτα πνεύματα και
λυτρώνων αυτούς από την βάσανον. Και άλλοι πάλιν, οίτινες ετρόμαξαν από
φαντάσματα διαβολικά και έγιναν άλαλοι και κωφοί, προστρέχοντες εις τον τάφον
του Αγίου και χριόμενοι με το έλαιον της κανδήλας εκείνης, ηλευθερώθησαν από
τας διαβολικάς φαντασίας και ελάλουν πάλιν και ήκουον ως και πρότερον. Άλλος,
όστις έπασχεν από ανυποφόρους πόνους εις τα αυτία, αλείφων αυτά με το πανωφελές
εκείνο έλαιον της κανδήλας και επικαλούμενος την βοήθειαν του Αγίου, ελυτρώθη
από τους πόνους και έλαβε την υγείαν του. Αλλά και εις τους αιρετικούς έδειξε
θερμώς και μετά θάνατον τον θείον ζήλον, τον οποίον είχε κατ’ αυτών, διότι,
όταν εβασίλευεν ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, όστις επροστάτευε την αίρεσιν των
Εικονομάχων, είδεν εις όραμα, καθώς αυτός το εφανέρωσε με το στόμα του έτι ζων,
ότι παρουσιάσθη εις αυτόν ο μέγας Ταράσιος με οργήν αυστηράν και επρόσταξε
κάποιον Μιχαήλ το όνομα να τον φονεύση με το ξίφος και ότι ο Μιχαήλ υπακούσας
εις την προσταγήν του εφόνευσεν ούτω τον Λέοντα· και ούτως έγινεν. Διότι κατά
την εορτήν των Γενεθλίων του Χριστού εφονεύθη ο Λέων ο Αρμένιος από τον Μιχαήλ
τον Τραυλόν μέσα εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, καθώς του το προείπεν ο μακάριος
Ταράσιος. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, διαφύλαξον την Εκκλησίαν
σου ανεπηρέαστον εκ πάσης αιρέσεως, ίνα δοξάζη Σου το Πανάγιον όνομα συν τω
Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)