Τιμόθεος
ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήκμασε περί τα μέσα του έκτου αιώνος, επί βασιλείας των
αυτοκρατόρων Ιουστίνου του Θρακός, και του ανεψιού αυτού Ιουστινιανού του
Μεγάλου εν τη βασιλευούση ποιούμενος τας διατριβάς. Αρετή δε πάση κεκοσμημένος,
προχειρίζεται Επίσκοπος Προκοννήσου ή, συνηθέστερον ειπείν, Προικοννήσου, ήτις
το πάλαι και Ελαφόνησος εκαλείτο, νυν δε υπό πάντων γινωσκομένη και λεγομένη
Μαρμαράς. Απελθών λοιπόν εκεί ο θείος Πατήρ, και τους κατοίκους της νήσου
ταύτης ευρών την πειρατείαν μετερχομένους, και πολλήν απανθρωπίαν δεικνύοντας
εις τους εις τα παράλια εκείνα ναυαγούντας, κατέβαλε πάσαν σπουδήν, ίνα της
τοιαύτης γνώμης απαλλάξη αυτούς, και προτρέψη εις οίκτον προς τους δυστυχούντας· το οποίον και επέτυχεν εντός ολίγου χρόνου δια της
χριστομιμήτου αυτού πραότητος. Συκοφαντηθείς δε υπό κακοβούλων ανθρώπων,
υπέφερεν ανεξικάκως την συκοφαντίαν. Καλώς δε ποιμάνας το εμπιστευθέν εις αυτόν
ποίμνιον, και ασκητικώς διανύσας τον βίον, και την θυγατέρα του αυτοκράτορος
Ιουστινιανού δαιμονιώσαν, εμφανισθείς μόνον εις αυτήν και ιασάμενος, ανεπαύσατο
εν Κυρίω, πλήρης ημερών, τη 1η Αυγούστου. Η δε φιλόθεος μήτηρ της
ιαθείσης παιδός, η βασιλίς Θεοδώρα, προς ένδειξιν ευγνωμοσύνης εις τον Άγιον,
ανήγειρεν επί τω ονόματι αυτού Μονήν Ιεράν επί τινος ευρυχώρου πεδιάδος, όπου η
πάσχουσα πρότερον απελθούσα ιάθη, και όπου και το ιερώτατον του Αγίου λείψανον
ευρέθη, μετά την αποβίωσιν αυτού, εις μικράν δε απ’ αυτού απόστασιν ανευρέθη
και πηγή αγιάσματος. Κείται δε η πεδιάς αύτη νοτιοανατολικώς της νήσου άνωθεν
της πάλαι ποτέ κωμοπόλεως Προικοννήσου, Κλαζάκιον τα νυν υπό των εγχωρίων
καλουμένης, και μηδέν έτερον εχούσης, ειμή είκοσι περίπου οικίας σμικράς.
Καίτοι δε ερειπίων όντων και της Μονής και του μεγίστου αυτής Ναού, συνέρχονται
όμως εκεί κατ’ έτος εγχώριοι, επιτελούντες την του Αγίου εορτήν.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017
Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα 1η Αυγούστου μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος και αθλοφόρου του Χριστού ΕΛΕΣΗΣ της εν τη νήσω των Κυθήρων εν έτει τοε΄ (375) αθλησάσης.
Ελέσα η αοίδιμος και πανένδοξος του Χριστού Οσιομάρτυς ήτο από την
περίφημον Πελοπόννησον, θυγάτηρ περιφανούς τινος και πλουσίου άρχοντος Έλληνος,
ονόματι Ελλαδίου, η δε μήτηρ αυτής υπήρχε Χριστιανή από τους προγόνους αυτής
και φοβουμένη τον Θεόν, ονόματι Ευγενία· ήτο δε στείρα και παρεκάλεσε τον Θεόν
να κάμη έλεος εις αυτήν και να την αξιώση να γεννήση τέκνον, δια να το αφιερώση
της χάριτός του και να το οδηγήση εις την αγίαν και καθολικήν πίστιν. Μίαν
λοιπόν των ημερών, ευρισκομένη μόνη εις τον οίκον της και προσευχομένη, ήκουσε
φωνήν ουρανόθεν ήτις της έλεγεν· «Ηλέησέ σε ο Θεός εις ό,τι του εζήτησας, και
έδωκεν εις σε καρπόν κοιλίας». Αυτή δε δεν είπε τότε του ανδρός της το
γενόμενον· ότε δε εγνώρισε τον εαυτόν της έγκυον, εδόξασε τον Θεόν και
ωμολόγησεν εις τους συγγενείς της και εις τον άνδρα της όλα τα γενόμενα· ότι
δηλαδή παρεκάλει τον Θεόν να της δώση τέκνον, ότι προσηύχετο και υπέσχετο εις
τον Θεόν ότι θα το αφιερώση εις Αυτόν, ότι ήκουσε την θείαν εκείνην φωνήν παρά
του Κυρίου, και ότι έκαμεν ο Θεός το ζητούμενον έλεος εις αυτήν, εχάρησαν δε
όλοι μετ’ αυτής. Όταν δε ήλθεν ο καιρός και εγέννησε την παίδα, έκαμαν χαράν
μεγάλην όλοι οι συγγενείς και φίλοι, αυτή δε ηυχαρίστει και εδόξαζε τον Θεόν
μετά δακρύων δια την χάριν και το έλεος των οποίων ηξιώθη, λέγει δε εις τον
άνδρα αυτής· «Ας την ονομάσωμεν, ηγαπημένε μοι σύζυγε, την παίδα μας Ελέσαν».
Και αυτός απεκρίθη· «Ας γίνη το θέλημά σου». Έπεμψε δε αυτήν εις Ιερέαν τινά
καλούμενον Σωφρόνιον, όστις κατώκει κρυφίως εκεί, και την εβάπτισεν εις το
όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, την επωνόμασε δε Ελέησαν
κατά την φωνήν την οποίαν ήκουσεν· «Ηλέησέ σε ο Θεός». Ο δε πατήρ της παιδός,
ως ασεβής, ελησμόνησε την προτέραν του συγκατάθεσιν και εταράχθη δια την
βάπτισιν αυτής, αλλ’ όμως την ηγάπα και δια την αγάπην της το υπέφερεν. Η δε
κόρη ηύξανεν εις την ηλικίαν και φρόνησιν και εκραταιούτο εν πνεύματι· καθώς δε
έβλεπε την καλήν της μητέρα, ούτως έκαμνε και αυτή και ηκολούθει κάμνουσα τα
όμοια, υπακούουσα πάντοτε εις τας νουθεσίας αυτής, εμιμείτο δε τας τάξεις όλας
της καθολικής πίστεως των Χριστιανών και είχε μεγάλην ευλάβειαν εις την πίστιν
του Χριστού και εις την Θεοτόκον· έμαθε δε και από την μητέρα της διαφόρους
προσευχάς και τας έλεγε καθ’ ημέραν και νύκτα, έκαμνε νηστείας και ελεημοσύνας
και έπεμπε κρυφίως εις τους Ιερείς και ετέλουν λειτουργίας δια σωτηρίαν της
ψυχής αυτής, την δε θρησκείαν ή μάλλον ειπείν ασέβειαν και αθεότητα του πατρός
της εβδελύσσετο, καθώς και αυτόν ομοίως ως άπιστον και ειδωλολάτρην. Όταν δε
έφθασεν εις ηλικίαν ετών δεκατεσσάρων, εγνώρισεν η μήτηρ αυτής Ευγενία το τέλος
της ζωής της. Όθεν καλέσασα την ηγαπημένη της θυγατέρα της λέγει· «Ηγαπημένη
και περιπόθητος θυγάτηρ μου Ελέησα, θεωρώ ότι εγγίζει το τέλος μου και δεν
λυπούμαι δι αυτό, ειμή μόνον δια τον χωρισμόν σου· διότι ο πατήρ σου είναι
ασεβής και θέλει έχεις ενόχλησιν εξ αυτού εις κάθε καιρόν. Συ όμως, θύγατερ,
φύλαξον την πίστιν σου την αγίαν καθαράν και αμώμητον έως εις το τέλος της ζωής
σου, καθώς εδιδάχθης από εμέ την ταπεινήν, διότι θέλει σε αξιώσει ο Κύριος να γίνης
ιδική του, να λάβης τον αμάραντον στέφανον εις την ουράνιοβ αυτού Βασιλείαν, να
σε δοξάση και εις την μέλλουσαν ζωήν». Ασπασαμένη είτα αυτήν μετά δακρύων και
δίδουσα ευχήν και ευλογίαν εξέπνευσεν. Η δε Ελέσα ελυπήθη σφοδρώς και έκλαυσε
πικρώς την στέρησιν της μητρικής αγάπης και συντροφίας και απολαύσεως καλής
νουθεσίας· αλλ’ όμως, δίδουσα δόξαν τω Θεώ, ενεταφίασεν αυτήν χριστιανικώς,
διότι και ο άνδρας της την ηγάπα θερμώς δια τας καλάς της αρετάς, ουδείς δε
ετόλμα να εξετάση περί αυτής, επειδή ήτο ο πρώτος άρχων και πλουσιώτατος.
Έμεινε δε η Ελέσα μόνη κυρία του οίκου αυτού και ως ήθελεν ωκονόμει τους
δούλους και τας δούλας αυτής και άπαντα τα του οίκου. Και τις διηγήσεται τας
προσευχάς και νηστείας και ελεημοσύνας και άλλας αρετάς τας οποίας εξετέλει
θεαρέστως; Κάθε ώραν παρέδιδε τον εαυτόν της εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν
και εις την πανάχραντον αυτού Μητέρα και παρεκάλει να την αξιώση να τελειώση
την ζωήν της εις την αληθινήν πίστιν και να την λυτρώση από την ασέβειαν του
πατρός της. Ύστερον δε, ένα χρόνον μετά τον θάνατον της μητρός της, εσυλλογίσθη
ο πατήρ αυτής, ότι η θυγάτηρ αυτού Ελέσα ήτο εις ηλικίαν να την υπανδρεύση,
διότι την ηγάπα πολύ δια την ωραιότητα, την φρόνησιν και την ταπείνωσίν της και
τας λοιπάς αρετάς με τας οποίας ήτο εστολισμένη, και ήτο περίφημος εις την
χώραν και εκλεκτοτέρα από όλας τας συνομηλίκους αυτής. Μίαν όθεν των ημερών
είπεν ο πατήρ αυτής εις την Ελέσαν· «Τέκνον μου
Ελέσα, θεωρώ, ότι οι θεοί μας σε ηύξησαν εις ηλικίαν και χάριν και βλέπων σε
και εγώ έχω μεγάλην χαράν εις την καρδίαν μου. Θέλω λοιπόν να σε αναπαύσω από
τα βάσανα δια να χαρής την ζωήν σου, και πρέπει να ακούσης τους λόγους μου· και
αν μου ακούσης, εγώ θέλω σε τιμήσει και θέλω σε αξιώσει με πολλά πλούτη και
τιμήν, των οποίων άλλος δεν ηξιώθη. Εγώ θέλω να σε υπανδρεύσω δια να λάβω και
εγώ χαράν και ευφροσύνην και να ελευθερωθής και συ από τας θλίψεις της
ορφανίας, και όποιον θέλεις από τους άρχοντας της χώρας να σου δώσω δια σύζυγον
και να σου δώσω και όλα μου τα πλούτη. Ηξεύρεις ότι συ είσαι το φως των
οφθαλμών μου». Η δε του Κυρίου φρονιμωτάτη δούλη Ελέσα απεκρίθη και λέγει προς
τον πατέρα της· «Πάτερ, εγώ δεν είμαι επί του παρόντος ετοίμη δια γάμον, και
παρακαλώ σε, άφες αυτόν τον λογισμόν δι’ εμέ, και ο Θεός θέλει με οδηγήσει μετά
καιρόν». Αυτός δε απεκρίθη· «Διατί, τέκνον μου; Τούτο γίνεται εις εμέ ανάπαυσις
και μη παρακούσης τους λόγους μου».
Εκείνη δε εσιώπησεν· ο δε πατήρ αυτής πολλάκις της έλεγε τα όμοια,
παρακινών αυτήν να υπανδρευθή, αυτή δε μη θέλουσα να ακούση, στρλεφουσα το
πρόσωπόν της εσιώπα, μόνον κρυφίως έλεγε προσευχομένη· «Εις Σε, Κύριε Ιησού
Χριστέ μου, παραδίδω την ψυχήν μου και Συ, Χριστέ μου, οικονόμησόν με ως
θέλεις, και φύλαξόν με, δια να σωθή η ψυχή μου, να φυλάξω την παρθενίαν μου
άφθορον, και δος μοι υπομονήν να υπομένω τους λόγους του ασεβούς πατρός μου».
Μετά δε ημέρας πολλάς εταξίδευσεν ο πατήρ αυτής εις τόπον μακρινόν. Η δε Ελέσα,
ιδούσα ότι ο πατήρ αυτής ανεχώρησε, λέγει εις τον εαυτόν της· «Ιδού καιρός
επιτήδειος, ιδού καιρός σωτηρίας· Συ Κύριε, πολυέλεε και πολυεύσπλαγχνε, δια
πρεσβειών της παναχράντου σου Μητρός και πάντων σου των Αγίων, και δια των
ευχών της καλής μου μητρός, όστις οικονομείς την βοήθειαν και σωτηρίαν εκείνων
οι οποίοι σε παρακαλούσι με πίστιν, οδήγησον καμέ εις οδόν σωτηρίας, λύτρωσόν
με από τας χείρας του ασεβεστάτου πατρός μου, και φύλαξόν με υπό την σκέπην
σου». Ευθύς τότε ήρχισε και διεμοίρασε πολλάς ελεημοσύνας εις πτωχούς και
ορφανά και εις ιερούς τόπους, έπεμψε δε και μίαν από τας πλέον θαρραλέας δούλας
της και εκάλεσε ναύτην τινά και του λέγει· «Θέλω να με περάσης κρυφίως με το
πλοίον σου εις την νήσον των Κυθήρων και εγώ θέλω πληρώσει καλώς τον κόπον
σου». Αυτός δε απεκρίθη· «Μετά χαράς, κυρία μου, εγώ να πληρώσω το θέλημά σου,
αν μου δώσης τον ναύλον μου». Εχάρη τότε μεγάλως η Ελέσα και του υπεσχέθη με
ευχαρίστησιν, ότι θα του δώση καλόν ναύλον. Αφού δε ενύκτωσε και ήτο δια να
πλεύσουν, την παρεκάλεσαν αι δούλαι της να τας λάβη και αυτάς μαζί της·
βλέπουσα δε εκείνη την προθυμίαν των τας έλαβε, και την ώραν όπου εξήλθεν από
την οικίαν της δια να υπάγη εις το πλοίον εσήκωσε τους οφθαλμούς της και τας
χείρας της εις τον ουρανόν και προσευχομένη μετά δακρύων είπεν· «Συ Κύριε, ο
μόνος Παντοδύναμος, όστις είπες τω Αβραάμ· «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της
συγγενείας σου, και δεύρο εις γην, ην αν σοι δείξω», ιδού και εγώ αφήνω πατρίδα
και συγγενείς, πλούτον και δόξαν πρόσκαιρον δια την αγάπην σου. Παρακαλώ Σε
οδήγησόν με να φυλάξω την πίστιν μου άμεμπτον και να σοι ευαρεστήσω έως τέλους
της ζωής μου». Ταύτα ειπούσα εισήλθε με τας δούλας εις το πλοίον, και πλέοντες,
από θείαν βοήθειαν εφύσησεν άνεμος καλός, και έφθασαν εις την νήσον των
Κυθήρων, ήτις ήτο τόπος έρημος και αρμόδιος δια άσκησιν, διότι δεν είχεν
ανθρώπους, αλλά θηρία και όφεις μόνον. Όταν λοιπόν έφυασαν εκεί, απεβίβασαν οι
ναύται την Ελέσαν και τας δούλας της και τας ζωοτροφίας των, εξήλθον δε και
τινες εξ αυτών δια περιδιάβασιν, οδεύοντες δε ένθεν κακείθεν, θανατηφόρος τις
όφις εδάγκασεν ένα από αυτούς και εις ολίγον διάστημα ώρας επρήσθη όλον το σώμα
του και μετά δεινών πόνων εξέψυχε· οι δε λοιποί ελυπήθησαν σφόδρα δια την
στέρησιν του συντρόφου των. Ακούσασα δε η Αγία το συμβεβηκός, τους παρηγόρησε
λέγουσα· «Μη κλαίετε, διότι εγώ θαρρώ εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον
αληθινόν Θεόν, όστις είναι η ζωή και η ανάστασις, ότι θέλει τον αναστήσει με
την παντοδύναμον χάριν του». Και κάμνουσα εκτενή προσευχή προς τον Θεόν,
εσημείωσεν εις αυτόν τον τύπον του Τιμίου Σταυρού και εφώνησε μεγαλοφώνως· «Ο
Κύριος Ιησούς Χριστός, όστις είναι η ζωή και η ανάστασις των νεκρών, ως
παντοδύναμος να σε αναστήση, ίνα δοξασθή το όνομά του το Πανάγιον». Ευθύς τότε
(ω των θαυμασίων σου, Κύριε!) ανέστη ο νεκρός και εκάθισεν, οι δε λοιποί
θεωρούντες το τεράστιον εθαύμασαν, και εδόξαζον τον Θεόν, ευχαριστούντες και
την Αγίαν· α΄΄’ όμως φοβηθέντες μη πάθουν και αυτοί τα όμοια έλαβον αυτόν εις
το πλοίον και απέπλευσαν εις τα οπίσω, φθάσαντες δε εις την χώραν των
διηγήθησαν εκεί τα γενόμενα και το θαύμα, όπερ ετέλεσεν η Αγία. Μετά δε ημέρας
πολλάς επέστρεψεν ο πατήρ της Αγίας Ελλάδιος εις τον οίκον αυτού από το
ταξίδιόν του, και μη ευρών την θυγατέρα του Ελέσαν, ειμή μόνον μίαν από τας
δούλας αυτού, λέγει εις αυτήν· «Που είναι η ηγαπημένη μου θυγάτηρ Ελέσα»;
Εκείνη δε απεκρίθη· «Κύριέ μου, όταν εταξίδευσες, μετ’ ολίγας ημέρας εκάλεσεν η
κυρία μου από τον λιμένα ένα ναύτην και συνωμίλησε με αυτόν κρυφίως, και την
επερχομένην εσπέραν εξήλθεν εκ του οίκου της μετά των άλλων δύο υπηρετριών της,
διαμοιράζουσα πρώτον εις πτωχούς ελεημοσύνας πολλάς, έπειτα την νύκτα εκείνην
έφυγε λέγουσα εις εμέ· «Κάθισον εις τον οίκον του κυρίου σου και φύλαξον αυτόν
καλώς έως να έλθη ο πατήρ μου». Από τότε πλέον δεν επέστρεψεν εδώ». Ο δε πατήρ
αυτής ελυπήθη μεγάλως και εθλίβετο δια την φυγήν της θυγατρός του, ερευνήσας δε
επιμελώς εις την χώραν έμαθε τα γενόμενα, ότι επήγεν εις την νήσον των Κυθήρων
και επεκαλείτο φανερά το όνομα του Χριστού και θαύματα εποίει. Ακούσας λοιπόν ο
Ελλάδιος ότι έγινε Χριστιανή η θυγάτηρ αυτού και ότι απήλθεν ίνα ασκητεύση,
εθυμώθη λίαν και ώμοσεν ότι χωρίς αργοπορίαν θα ζητήση με παντοίους τρόπους να
εύρη και να θανατώση αυτήν. Ερευνών δε έμαθε και τον ναύτην, όστις την
εταξίδευσε, και εξετάζων αυτόν περί της θυγατρός του έμαθε τα γενόμενα και την
ανάστασιν του υπό του όφεως θανατωθέντος, ενώ δε είχε σκοπόν να θανατώση ο
Ελλάδιος τον ναύτην, εκείνος αποκριθείς λέγει προς αυτόν· «Εγώ είμαι δια να
ταξιδεύω ανθρώπους και να λαμβάνω την πληρωμήν μου, δια τούτο έχω και το πλοίον·
αλλ’ εγώ δεν την έκαμα Χριστιανήν την θυγατέρα σου, ούτε την εσυμβούλευσα εις
τούτο, αλλ’ αυτή εζήτει πλοίον, και εάν εγώ δεν επήγαινα, άλλος θα ήρχετο». Ο
δε Ελλάδιος του λέγει· «Να με μεταφέρης ταχέως εις
τον ίδιον τόπον και σου πληρώνω και εγώ τον κόπον σου». Αφού δε ητοιμάσθησαν,
έλαβεν ο Ελλάδιος και άλλους μεθ’ εαυτού πληρώνων αυτούς δια να υπάγωσι να την
εύρουν. Τέλος πάντων τους επήγε και απεβίβασεν αυτόν και τους συντρόφους του
εις τον ίδιον τόπον, ερευνήσας δε εκείνος επιμελώς, εύρε την θυγατέρα του
Ελέσαν εκεί πλησίον, εις ένα υψηλότατον όρος προς τα μεσημβρινά μέρη των
Κυθήρων, η οποία ήτο με μίαν δούλην της και ησκήτευον, η δε άλλη δούλη ήτο
ολίγον διάστημα μακράν κατά μόνας και προσηύχετο. Όθεν ελθών ο Ελλάδιος εις την
θυγατέρα του Ελέσαν, λέγει μετά δακρύων προς αυτήν· «Ελέσα, θυγάτηρ μου
παμφιλτάτη, τι είναι τούτο όπου μου έκανες του δυστυχούς και ταλαιπώρου και
έφυγες από τον οίκον μας και με ελύπησες σφόδρα, και όλοι μας οι συγγενείς πολύ
θλίβονται δια σε; Άρα γε δεν σου ήρεσεν ο τόπος και η χώρα και τα πλούτη, αι
τιμαί και αι αναπαύσεις όπου απελάμβανες, μόνον ήλθες εις τούτον τον έρημον και
άγριον τόπον να κατοικής μαζί με τα θηρία; Πως υπέφερες εις όλας τας ημέρας που
κατοικείς εδώ και δεν απέθανες από την πείναν και την γυμνότητα και εταλαιπωρήθης,
συ ήτις ήσο τόσον ωραία και ήδη κατεστάθης αγνώριστος; Όμως, τέκνον μου, ας
είναι συγχωρημέναι αι ανοησίαι αυταί, τας οποίας διέπραξες ως νέα εισέτι την
ηλικίαν, και άκουσόν μου. Τώρα να επιστρέψωμεν μαζί εις την πατρίδα μας, και να
είσαι κυρία εις τον οίκον μας ως και πρότερον, και όπως θέλεις να κυβερνάς,
διότι γινώσκεις καλώς, ότι δεν έχω άλλην ελπίδα, διότι συ είσαι το φως των
οφθαλμών μου· όθεν εγείρου να υπάγωμεν». Η δε Αγία ταύτα ακούσασα λέγει προς
αυτόν· «Πάτερ μου, καλώς εποίησας και ήλθες προς με δια να λάβω συγχώρησιν παρά
σου ως γεννήτορός μου· το δε να έλθω μετά σου δεν γίνεται ποτέ». Ο δε λέγει
προς αυτήν με αυστηρότητα· «Αυτούς τους λόγους μη τους λέγης· εάν δεν σε είχον
εύρει, θα απέμενες εδώ δια να γίνης βορά των θηρίων· όμως οι θεοί σε
ελυπήθησαν, και ιδού εγώ σε εύρον· λοιπόν έλα ταχέως να υπάγωμεν, ει δε θα σε
οδηγήσω δια της βίας και κακώς έχουσαν· αλλ’ ερωτώ σε, δια ποίαν αιτίαν έφυγες
με πολλήν σου ευχαρίστησιν, και δια τον γυρισμόν τώρα εις την γνώμην μου
εναντιώνεσαι»; Η δε θυγάτηρ του απεκρίθη· «Εγώ, να σου είπω, πάτερ μου, την
αλήθειαν, και ας μη σου κακοφανή, επειδή συ είσαι άλλης θρησκείας, και εγώ
είμαι Χριστιανή εφ’ όσον εβαπτίσθην από την μικράν μου ηλικίαν εις το όνομα της
Αγίας Τριάδος, δεν αρμόζει δε να συγκατοικώ με σε ούτε με άλλους ειδωλολάτρας,
δια τούτο ήλθον εις τούτον τον τόπον, και προτιμώ να κατοικώ με τα θηρία παρά
με ανθρώπους ασεβείς και ειδωλολάτρας, οι οποίοι είναι περισσότερον ανόητοι και
από τα θηρία και λατρεύουσιν άψυχα, κωφά και αναίσθητα είδωλα, τα οποία
κατασκευάζουν με τας χείρας των και τα σέβονται ως θεούς. Αλλ’ εγώ προσκυνώ και
πιστεύω εις τον αληθινόν Θεόν, όστις εποίησε τον ουρανόν και την γην, και όσα
φαίνονται και όσα δεν φαίνονται, και εις τον Μονογενή Του Υιόν, τον Κύριον ημών
Ιησούν Χριστόν, και εις το Πνεύμα το Άγιον, ένα Θεόν Τρισυπόστατον, εις του
οποίου το όνομα εβαπτίσθην, και εις εκείνον έχω την αγάπην μου, δεν προτιμώ δε
άλλο πράγμα υπέρ την αγάπην του, ούτε και αυτήν την ζωήν μου. Ιδού λοιπόν, σου
είπα όλην την αλήθειαν και άφες με, δος μοι την συγχώρησιν και ύπαγε». Ο δε
λέγει εις αυτήν· «Άφες τα μωρολογήματα και ελθένα οδεύσωμεν, μη με αγανακτής
και θυμώσω, ίνα μη σου δώσω πολλάς πληγάς και βάσανα ανήκουστα ή και τέλος να
σε θανατώσω». Τότε πάλιν η μακαρία Ελέσα απεκρίθη· «Κάλλιον λαμβάνω αυτά, παρά
να έλθω μετά σου εις το σκότος των ειδώλων». Ο δε, θυμωθείς, ήρπασεν αυτήν από
τους πλοκάμους της κεφαλής και έσυρε κατά γης, και έτυπτε δια ράβδων, έως ότου
την κατεπλήγωσεν. Αυτή δε έψαλλε το «Ελέησόν με ο Θεός». Βλέπων ο Ελλάδιος το
αμετάθετον της γνώμης της έδεσεν οπίσω τας χείρας της και την εκρέμασεν από
τους πλοκάμους εις δένδρον τι κερατέας, εβασάνιζε δε αυτήν με πικράς τιμωρίας
και φρικτούς δαρμούς, έως ότου εξέπνευσε και παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν της
εις χείρας Θεού. Αυτός δε έλυσε το άγιον και μαρτυρικόν της σώμα, και το έρριψε
κατά γης· ελθούσα δε η χάρις του Θεού επ’ αυτήν, ανεστήθη και εκάθισεν,
ευχαριστούσα δε έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε, Ποιητά ουρανού και γης, ότι με
ηξίωσας και υπέμεινα διάφορα βάσανα δια την αγάπην σου. Ούτω παρακαλώ να με
βοηθήσης έως τέλους να υπομείνω, και να με λυτρώσης από τας χείρας του
ασεβεστάτου και τυράννου πατρός μου και να με αξιώσης της ουρανίου σου
Βασιλείας· αν δε τις Χριστιανός σε επικαλεσθή εις το όνομά μου, σε παρακαλώ να
του δώσης το ζητούμενον». Ακούσας ταύτα ο πατήρ της Αγίας επλήσθη θυμού, και
έλαβεν εις χείρας λίθον να λιθάση αυτήν, η Αγία έτρεχε φεύγουσα, αυτός δε την
επλησίαζε με πολύν θυμόν. Τότε εσχίσθη μία πέτρα μεγάλη του βουνού, και επέρασε
η Αγία εις το άλλο μέρος (ως φαίνεται μέχρι της σήμερον η πέτρα εκείνη),
κλίνασα δε τα γόνατα προσηύχετο· ο δε θηριόγνωμος πατήρ αυτής τρέξας κατόπιν
της, την κτυπά με ένα λίθον εις το μέτωπον και της συνέτριψε τους οδόντας, είτα
σπασάμενος την μάχαιράν του απέκοψε την αγίαν της κεφαλήν, τη α΄ Αυγούστου, του
έτους 375 μ.Χ. και ούτως έλαβεν η αοίδιμος τον στέφανον του Μαρτυρίου. Η δε μία
δούλη της Αγίας έστεκεν αντίκρυ και εθεώρει τα γενόμενα·
την δε άλλην την επήρε και την έβαλεν ακουσίως ο Ελλάδιος εις το πλοίον και
επέστρεψαν εις την Πελοπόννησον εις την χώραν αυτού. Η δε πρώτη δούλη, ήτις ήτο
κρυμμένη άντικρυ και εθεώρει, όταν έφυγε το πλοίον, ήλθεν εις το λείψανον της
Αγίας μακαρίζουσα και καταφιλούσα αυτό μετά δακρύων και ευλαβώς εκήδευσε το
μακάριον εκείνο λείψανον εις τόπον υψηλόν, εις τον οποίον ήτο νεκρά, εις το
όρος επάνω. Δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν το όρος αυτό ονομάζεται έως την
σήμερον όρος της Αγίας Ελέσας. Η δε δούλη της Αγίας έμεινεν εις αυτόν τον τόπον
τεσσαράκοντα ημέρας και ήκουε πολλάς ψαλμωδίας Αγγέλων επάνω του τάφου κατά
πάσαν νύκτα, εθεώρει δε και φως ουράνιον όπερ περιέλαμπεν άνωθεν του τάφου της
Αγίας, αυτή δε εδόξαζε τον Θεόν, εμακάριζε δε και την Αγίαν εις τα θεωρούμενα.
Μετά δε τεσσαράκοντα ημέρας ήλθεν εν πλοίον των Χριστιανών εις αυτήν την νήσον,
και κατελθούσα αυτή από του όρους εισήλθεν εις αυτό και ανεχώρησεν εκ της
νήσου, διηγείτο δε άπαντα τα περί της Αγίας γενόμενα εις πάσαν πόλιν και χώραν,
τας οποίας διώδευσε· πολλοί δε των Χριστιανών, ακούοντες τα τοιαύτα, ήρχοντο
εις την νήσον ταύτην χάριν ευλαβείας και
προσκυνήσεως της Αγίας, έκτισαν δε και μικρόν Ναόν εις το όνομα της Αγίας εκεί
όπου ήτο το άγιον αυτής και μαρτυρικόν λείψανον. Ο Ναός αυτός έγινε πηγή
θαυμάτων εις τους προσερχομένους μετά πίστεως, διότι εφημίσθη το όνομα της
Αγίας, και προσήρχοντο πολλοί από τους πλησιοχώρους τόπους, και εώρταζον την
μνήμην της (κατά την πρώην του Αυγούστου μηνός, διότι εις αυτήν την ημέραν
απετμήθη) και ελάμβανον πολλάς ευεργεσίας και χάριτας σωτηριώδεις από την
Αγίαν, ολίγον δε κατ’ ολίγον κατώκουν εις την νήσον ταύτην , και με την
βοήθειαν της Αγίας εις ολίγους χρόνους κατωκήθη η νήσος αύτη όλη από πλήθος
λαού, πάντες δε εις την μνήμην αυτής συνηθροίζοντο μετά λαμπάδων και θυμιαμάτων
δοξάζοντες και υμνολογούντες εις την πανήγυριν αυτής. Καλότυχοι δε είναι, ευλογημένοι
Χριστιανοί, όσοι μετά πίστεως έρχονται εις προσκύνησιν της Αγίας και ενδόξου
παρθενομάρτυρος Ελέσης, όσην δε ελεημοσύνην δώσουν εις τον άγιον αυτής Ναόν,
αυτή η Αγία τους χαρίζει την ανταπόδοσιν, καθώς και εις την νήσον ταύτην την
έχουσι πάντες ως προστάτιδα και φύλακα, και πάντες οι προσερχόμενοι μετά
πίστεως λαμβάνουσι τα ζητούμενα προς σωτηρίαν χάριτος και θεραπείας· δια τούτο
και το άγιον Μαρτύριον αυτής εγράψαμεν εις δόξαν αυτής, και δια κοινήν ωφέλειαν
των Χριστιανών. Ταις της σης Αγίας Οσιομάρτυρος Ελέσης ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός
ημών, λύτρωσε την νήσον σου από καταδρομάς των εθνών και εκ παντός κινδύνου ως
και πάντας τους δοξάζοντάς σε ρύσαι από πάσης απειλής και άλλης ανάγκης και
θλίψεως, και σώσον τας ψυχάς ημών ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός,
ότι Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.
Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα 1η Αυγούστου, μνήμη των Αγίων εννέα Μαρτύρων, των εν Πέργη της Παμφυλίας αθλησάντων, ΛΕΟΝΤΙΟΥ, ΑΤΤΟΥ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, ΚΙΝΔΕΟΥ, ΜΝΗΣΙΘΕΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ΜΗΝΑΙΟΥ, ΚΑΤΟΥΝΟΥ και ΕΥΚΛΕΟΥΣ.
Λεόντιος ο Άγιος Μάρτυς και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Άγιοι ήκμασαν κατά
τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανου και Φλαβιανού ηγεμόνος της Παμφυλίας, εν
έτει τ΄ (300) όντες Χριστιανοί εκ προγόνων, και ο μεν Μηναίος ήτο τέκτων, οι δε
άλλοι γεωργοί, όλοι δε μίαν γνώμην έχοντες και μίαν καλήν βουλήν βουλευσάμενοι,
προσήλθον αυτόκλητοι εις τον αγώνα του μαρτυρίου. Αφήσαντες λοιπόν από κοινού
όλα τα βιοτικά πράγματα, μετέβησαν εις το εκεί ιερόν της ψευδοθεάς Αρτέμιδος
και εν μιά νυκτί εκρήμνισαν όλα τα εν αυτώ ευρισκόμενα είδωλα. Δια τούτο
συλληφθέντες και ερωτηθέντες, εάν αρνώνται τον Χριστόν, επειδή δεν επείσθησαν,
εδάρησαν σκληρώς και εκάησαν εις τας πλευράς, αφού δε έσχισαν οι βασανισταί με
σιδηρούς όνυχας το δέρμα του σώματός των μέχρις οστέων, και με λαμπάδας
ανημμένας έκαυσαν τας μασχάλας των, και με οβελίσκους εκέντησαν τους οφθαλμούς
των, τους έρριψαν εις την φυλακήν αφήσαντες αυτούς εκεί άνευ φαγητού και ποτού
και άνευ της ελαχίστης επιμελείας, κατά προσταγήν του ηγεμόνος. Μετά παρέλευσιν
δε πολλού χρόνου εδόθησαν οι Άγιοι τροφή εις τα θηρία, αλλά ταύτα ουδόλως
έβλαψαν αυτούς, ούτε καν εκινήθησαν. Όθεν βλέποντες το παράδοξον τούτο οι
εκείσε παριστάμενοι εξεπλάγησαν και είπον μεγαλοφώνως· «Μέγας είναι ο Θεός των
Χριστιανών»! Και ω του θαύματος! Ευθύς έγιναν βρονταί και αστραπαί, και βροχή
πολλή και ραγδαία μετά χαλάζης, συγχρλονως δε ηκούετο άνωθεν και θεϊκή φωνή
προσκαλούσα τους Αγίους εις τα ουράνια, Ακούσαντες δε οι Μάρτυρες την
γλυκυτάτην εκείνην φωνήν εχάρησαν, και χαίροντες απεκεφαλίσθησαν, ούτω δε
έλαβον παρά Κυρίου τους στεφάνους του μαρτυρίου.
Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017
ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΜΑΚΚΑΒΑΙΟΥΣ – AΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ.
Άπαντας ουν εγκωμιάσαι τους Αγίους Μάρτυρας ου δυνατόν μια γλώττη, αλλά
καν μυρία στόματα έχωμεν και γλώττας τοσαύτας, λειπόμεθα των εγκωμίων· και ταυτό πάσχω προς τα κατορθώματα των Επτά
Μαρτύρων ορών, οίον αν ει φιλοχρήματος άνθρωπος, επιστάς πηγή ρεούση χρυσόν
επτά στόματα εχούση, πάσαν μεν αυτήν εξαντλήσαι επιχειρείη, μετά δε τον πολύν
και άφατον πόνον το πλέον αφείς απολείπεται. Τι ουν; Επειδή τα κατ’ αξίαν
εισενεγκείν ου δυνάμεθα, σιγήσομεν; Ουδαμώς. Μάρτυρες γαρ εισιν οι τα δώρα
δεχόμενοι, και τον εαυτών Δεσπότην μιμούνται εν τη κρίσει της τοιαύτης
φιλοτιμίας. Πως δε εκείνος ποιεί; Όταν τις προσενέγκη δώρα, ου τω μεγέθει του
προσενεχθέντος, αλλά τη προθυμία του προσενέγκαντος προσέχων μετρεί την
αντίδοσιν. Ούτως εποίησεν επί της χήρας εκείνης· δύο κατέβαλεν οβολούς η γυνή,
και προετιμήθη των πολλά καταβεβληκότων· ου γαρ την ολιγότητα των χρημάτων,
αλλά την πολυτέλειαν της γνώμης είδεν ο Θεός· δύο οβολοί τα χρήματα, αλλά
μυρίων χρυσού ταλάντων θαρρούντες, και όπερ χθες εποιήσαμεν, τούτο, ει δοκεί,
γενέσθω και νυν· και γαρ χθες την μητέρα απολαβόντες μόνην, εις αυτήν τον λόγον
ανηλώσαμεν· εποιούμεν δε τούτο ουκ αποσχίσαι βουλόμενοι του χορού των παίδων
αυτήν, αλλ’ ασφαλέστερον ημίν κατασκευάσαι τον πλούτον· τούτο δη και νυν
ποιήσωμεν· ένα των παίδων αποσπάσαντες, εις αυτόν ολίγα είπωμεν· δέος γαρ μή ποτε, καθάπερ επτά ποταμοί, οι των επτά
Μαρτύρων έπαινοι συνελθόντες αθρόον τον λόγον ημίν επικλύσωσιν. Ουκούν ένα των
νεανίσκων απολάβωμεν, ουδέ τούτον αποσχίζοντες του χορού των αδελφών, αλλά
κούφον ημίν ποιούντες το φορτίον· και γαρ ενός επαινουμένου, κοινός και των
άλλων ο στέφανος έσται, επεί και των άθλων των αυτών εκοινώνησαν άπαντες. Πάντως
δε επεισελεύσεται ημίν η μήτηρ και σήμερον, καν μη αυτής απτώμεθα· η γαρ
ακολουθία αυτήν των λόγων επισπάσεται πάντως, και ουκ ανέξεται αφείναι τα
παιδία· ει γαρ εν τοις αγώσιν ουκ απέστη των εκγόνων, ουδέ εν τοις εγκωμίοις
αυτών αφέξεται. Τίνα ουν βούλεσθε των
επτά απολάβωμεν αθλητών; Άρα τον πρώτον, ή τον δεύτερον, ή τον τρίτον, ή τον
έσχατον; Μάλλον δε ουδείς εν αυτοίς έσχατος· χορός γαρ εστι, χορού δε ούτε
αρχή, ούτε τέλος φαίνεται· αλλ’ ίνα γνωριμώτερον ποιήσωμεν τον επαινούμενον,
τον έσχατον τη ηλικία λέγομεν. Αδελφά γαρ τα παλαίσματα, και συγγενή τα
κατορθώματα· ένθα δε η συγγένεια κατορθωμάτων, ουκ έστι πρώτος και δεύτερος.
Απολάβωμεν ουν έσχατον τη ηλικία και ομήλικα τω φρονήματι, ου τοις αδελφοίς
ομήλικα μόνον, αλλά και αυτώ τω γέροντι. Ούτος μόνος των αδελφών λελυμένος
ήγετο προς τα βασανιστήρια· ου γαρ ανέμεινε τας των δημίων χείρας, αλλά
προέλαβε τη οικεία προθυμία την εκείνων ωμότητα, και λελυμένος ήγετο. Και των
μεν αδελφών ουδένα είχε θεατήν· πάντες γαρ ήσαν τελειωθέντες· είχε δε
σεμνότερον των αδελφών θέατρον τους της μητρός οφθαλμούς. Ουκ έλεγον υμίν, ότι
και μη σπουδαζόντων ημών επεισελεύσεται και η μήτηρ πάντως; Ιδού τοίνυν
εισήγαγεν αυτήν η ακολουθία του λόγου. Τούτο δε το θέατρον ούτω σεμνόν ην και
μέγα, ώστε και αυτόν των Αγγέλων τον δήμον, μάλλον δε και τους αδελφούς είχεν
αυτόν θεωμένους, ουκέτι από της γης, αλλ’ εκ των ουρανών. Εστεφανωμένοι γαρ
εκάθηντο, καθάπερ εν τοις Ολυμπιακοίς αγώσιν οι δικασταί, ουχί κρίνοντες τοις
παλαίσμασιν, αλλά τον στεφανίτην επειγόμενοι λαβείν. Ειστήκει τοίνυν λελυμένος
και φθεγγόμενος ρήματα φιλοσοφίας γέμοντα· εβούλετο μεν γαρ μεταστήσαι τον
τύραννον προς την οικείαν ευσέβειαν· ως δε ουκ ίσχυσε, το εαυτού λοιπόν
εποίησεν, εξέδωκεν εαυτόν τη τιμωρία, κακείνος μεν ώκτειρεν αυτόν της ηλικίας,
ούτος δε εδάκρυσεν αυτόν της ασεβείας· ου γαρ τα αυτά βλέπει ο τύραννος και ο
Μάρτυς· αμφότεροι μεν γαρ οι αυτοί οφθαλμοί, αλλά της σαρκός· οι δε της πίστεως
ουκέτι οι αυτοί· αλλ’ εκείνος μεν έβλεπε την παρούσαν ζωήν, ούτος δε έβλεπε την
μέλλουσαν, προς ην έμελλεν αναπτήσεσθαι· και ο μεν τύραννος εώρα τήγανα, ο δε
Μάρτυς εώρα την γέενναν, εις ην έμελλεν εαυτόν εμβαλείν ο τύραννος. Ει δε τον
Ισαάκ θαυμάζομεν, ότι δεθείς υπό του πατρός και συμποδισθείς, ουκ εξήλατο του
βωμού, ουδέ εσκίρτησεν ορών μάχαιραν επαγομένην, πολλώ μάλλον τούτον θαυμάζειν
χρη, ότι ουκ εδέθη, ουδέ της από των δεσμών ανάγκης χρείαν έσχεν, ουδέ
ανέμεινεν τας χείρας των δημίων, αλλ’ αυτός εαυτώ και θύμα και Ιερεύς και
θυσιαστήριον γέγονε· περισκοπήσας γαρ κύκλω, και ιδών ουδένα των αδελφών
παρόντα εθορυβήθη, ηπείχθη σπεύσαι και καταλαβείν, ώστε μη αποσχισθήναι του
καλού τούτου χορού. Δια τούτο ουκ ανέμεινε τας των δημίων χείρας· εφοβείτο γαρ
την φειδώ του τυράννου, μη ποτε αυτόν κατελεήσας εξαρπάση της κοινωνίας των
αδελφών· δια τούτο προλαβών εαυτόν εξήρπασε της φιλανθρωπίας της ανημέρου. Και
γαρ πολλά ην ικανά επικάμψαι τον τύραννον, της ηλικίας το νέον, των αδελφών των
τοσούτων η τιμωρία η και θηρίον ικανή κορέσαι (αλλ’ εκείνος ουκ εκορέννυτο), η
πολιά της μητρός, το μηδέν αυτώ γενέσθαι πλέον από της κολάσεως των
προλαβόντων. Ταύτα πάντα εννοήσας ο νεανίας ενέβαλεν εαυτόν εις τιμωρίαν, αφ’
ης διαφυγείν ουκ ενήν, και ως εις πηγήν ναμάτων ψυχρών, ούτως εις τους λέβητας
εκυβίστα, λουτρόν αυτούς θείον και βάπτισμα νομίζων. Καθάπερ γαρ άνθρωποι
φλεγόμενοι εις εύριπον ψυχρών υδάτων εαυτούς αφιάσιν, ούτως εκείνος εκκαιόμενος
τη των αδελφών επιθυμία προς την τιμωρίαν εκείνην αφήκεν εαυτόν. Προσήγαγε δε
και η μήτηρ παράκλησιν, ουκ επειδή παρακλήσεως εκείνος εδείτο, αλλ’ ίνα μάθης
πάλιν το στερρόν της γυναικός· επ’ ουδενί γαρ των επτά παίδων έπαθε τα μητέρων,
μάλλον δε εφ’ εκάστω τα μητέρων έπαθεν· ου γαρ είπε προς εαυτήν, τί ποτε τούτόν
εστιν; Ανήρπασταί μοι των παίδων ο χορός· ούτος υπολέλειπται μόνος· εν τούτω
μοι κινδυνεύει τα της απαιδίας· τις με γηροκομήσει λοιπόν, αν ούτος απέλθη; Ου
γαρ ήρκει μοι τους ημίσεις παραστήσαι, ει δε μη τους ημίσεις, τας δύο μοίρας;
Αλλά και το υπολελειμμένον μοι μόνον εις παραμυθίαν του γήρως, και αυτόν επιδώσω
πάλιν; Ουδέν τούτων ουκ είπεν, ουκ ανενόησεν, αλλά καθάπερ χερσί τη παρακλήσει
των λόγων επάρασα ενέβαλεν εις τον λέβητα τον υιόν, δοξάζουσα τον Θεόν, ότι
όλον αυτής τον καρπόν της γαστρός εδέξατο, και ουδένα απεδοκίμασεν, αλλ’
ολόκληρον το δένδρον ετρύγησεν· ώστε θαρρών αν είποιμι, ότι μείζονα αύτη των
παίδων έπαθεν. Εκείνοις μεν γαρ το πολύ της οδύνης και η λιποψυχία λοιπόν
υπετέμνετο, αύτη δε ακεραία διανοία και ακραιφνεί γνώμη τρανοτέραν ελάμβανε των
γινομένων την αίσθησιν δια την φύσιν. Και ην ιδείν τριπλούν πυρ, όπερ έκαυσεν ο
τύραννος εκείνος, όπερ ανέφλεξεν η φύσις, όπερ εξήψε το Πνεύμα το άγιον. Ου
τοιαύτην ανήψε κάμινον ο Βαβυλώνιος τύραννος εκείνος, οίαν ανήψε τη μητρί
κάμινον ο τύραννος ούτος· εκεί μεν γαρ η τροφή του πυρός νάφθα και πίσσα και
στύππιον και κληματίς ην· ενταύθα δε φύσις, ωδίνες, φιλοστοργία, παίδων
συμφωνία. Ουχ ούτως ετηγανίζοντο εκείνοι επί του πυρός κείμενοι, ως ετηγανίζετο
αύτη δια την φιλοστοργίαν· αλλ’ εκράτει δια την
ευσέβειαν, και φύσις εμάχετο χάριτι, και η νίκη της χάριτος ην· ευσέβεια ωδίνων
περιεργένετο, και πυρ εκράτει πυρός, το πνευματικόν του φυσικού και παρά της
ωμότητος του τυράννου καυθέντος. Και καθάπερ θαλαττία πέτρα δεχομένη κυμάτων
προσβολάς αυτή μεν ακλινητος μένει, εκείνα δε εις αφρόν διαλύουσα αφανίζει
ραδίως, ούτω δη και η καρδία της γυναικός εκείνης, ώσπερ τις θαλαττία πέτρα
κύματα δεχομένη τας προσβολάς των οδυνών, αυτή μεν ακίνητος έμενε, τας δε
προσβολάς εκείνας στερρώ και φιλοσοφίας γέμοντι διέλυε λογισμώ· εφιλοτιμείτο
δείξε τω τυράννω, ότι όντως μήτηρ αυτών εστιν, όντως εκείνοι γνήσιοι παίδες
αυτής, ου δια την συγγένειαν της φύσεως, αλλά δια την κοινωνίαν της αρετής· ουκ
ενόμιζεν οράν κολαστικόν πυρ, αλλά γαμήλιον λαμπάδα. Ουχ ούτω μήτηρ κοσμούσα
παίδας εις γάμον ευφραίνεται, ως εκείνη κολαζομένους βλέπουσα έχαιρε· και
καθάπερ τον μεν στολή περιβάλλουσα νυμφική, τω δε στεφάνους πλέκουσα, τω δε
παστάδας ιστάσα γαμηλίους, ούτω τον μεν επί τους λέβητας, τον δε επί τα τήγανα
τρέχοντα, τον δε την κεφαλήν αποτεμνόμενον ορώσα ηγάλλετο. Και ην πάντα καπνού
και κνίσσης μεστά, και δια των αισθητηρίων απάντων την πείραν εδέχετο των
παίδων, δια των οφθαλμών ορώσα, δια της ακοής των φιλτάτων ακούουσα ρημάτων,
αυτή τη ρινί τον καπνόν δεχομένη των σαρκών τον ηδύν εκείνον και αηδή· αηδή μεν
τοις απίστοις, τω Θεώ δε και αυτή πάντων ήδιστον· τον καπνόν εκείνον ος τον μεν
αέρα εθόλωσε, την δε διάνοιαν της γυναικός ουκ εθόλωσεν· ειστήκει γαρ ακλινής
και απερίτρεπτος εγκαρτερούσα πάσι τοις γινομένοις. Αλλ’ ώρα λοιπόν καταπαύσαι
τον λόγον, ώστε πλειόνων αυτούς απολαύσαι των εγκωμίων παρά τω κοινώ διδασκάλω.
Ταύτην μιμείσυωσαν πατέρες, ζηλούτωσαν μητέρες, και γυναίκες και άνδρες εν
παρθενία ζώντες, και σάκκους περιβεβλημένοι, και κλοιά περικείμενοι· όπου γαρ
αν αφικώμεθα σκληραγωγίας τε και φιλοσοφίας, προφθάνει την καρτερίαν ημών της
γυναικός η φιλοσοφία. Μηδείς τοίνυν των εις άκρον εληλακότων ανδρείας και
καρτερίας ανάξιον είναι νομιζέτω την γυναίκα την γεγηρακυίαν διδάσκαλον έχειν·
αλλ’ ευξώμεθα κοινή πάντες, και οι τας πόλεις οικούντες, και οι ταις ερημίαις
ενδιαιτώμενοι, και οι παρθενίαν ασκούντες, και οι εν γάμω σεμνώ διαλάμποντες,
και οι των παρόντων υπερορώντες απάντων, και το σώμα σταυρώσαντες, δυνηθήναι
τον αυτόν αυτή δρόμον αράμενοι της αυτής αυτή καταξιωθήναι παρρησίας, και εγγύς
αυτής στήναι κατά την ημέραν εκείνην ευχαίς αυτής της Αγίας, και των αυτής
Παίδων, και του τον χορόν αυτών συμπληρούντος Ελεαζάρου του μεγάλου και
γενναίου γέροντος και ψυχήν αδαμάντινον εν τοις δεινοίς ενδειξαμένου.
Δυνησόμεθα δε αν μετά των αγίων αυτών ευχών και τα παρ’ εαυτών πάντα εισφέρωμεν,
προ των πολέμων και των δεινών εν τω καιρώ της ειρήνης των εν υμίν κρατούντες
παθών, τα άτακτα της σαρκός περικόπτοντες σκιρτήματα, υπωπιάζοντες και
δουλαγωγούντες το σώμα. Ούτω γαρ αν τε εν ειρήνη διάγωμεν, λαμπρούς έξωμεν των
γυμνασίων τους στεφάνους· αν τε τον αυτόν ημίν αγώνα ανύσαι δοκή τω φιλανθρώπω
Θεώ, παρασκευασάμενοι προς τα παλαίσματα ήξομεν, και των ουρανίων επιτευξόμεθα
αγαθών· ων γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου
ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου και μεθ’ ου τω Πατρί, άμα τω Αγίω Πνεύματι, δόξα,
τιμή και κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017
Τη Α΄ (1η) του μηνός Αυγούστου μνήμη των Αγίων επτά Μαρτύρων Μακκαβαίων ΑΒΕΙΜ, ΑΝΤΟΝΙΟΥ, ΓΟΥΡΙΟΥ, ΕΛΕΑΖΑΡΟΥ, ΕΥΣΕΒΩΝΑ, ΑΧΕΙΜ και ΜΑΡΚΕΛΟΥ, της μητρός αυτών ΣΟΛΟΜΟΝΗΣ και του διδασκάλου αυτών ΕΛΕΑΖΑΡΟΥ.
Ελεάζαρος
ο ευσεβέστατος διδάσκαλος και οι επτά Μακκαβαίοι
μαθηταί αυτού Αβείρ, Αντώνιος, Γουρίας, Ελεάζαρος, Ευσεβωνάς, Αχείμ (Εν δε τω
χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται Ευλάλου· εν άλλω δε Συναξαριστή γράφεται
Μάρκου.) και Μάρκελλος και η μήτηρ αυτών Σολομονή ήκμασαν κατά τους χρόνους του
βασιλέως Αντιόχου, υιού Σελεύκου, εν έτει από μεν κτίσεως κόσμου ετκη΄ (5328),
προ Χριστού δε ρογ΄ (173). Αναγκασθέντες δε οι Άγιοι ούτοι υπό του βασιλέως
Αντιόχου (όστις εξώντωσε και ηχμαλώτισεν άπαν το γένος των Εβραίων) να αρνηθώσι
τας συνηθείας και διατάξεις τας παραδεδομένας υπό του νόμου και των προγόνων
των, τρώγοντες χοιρινά κρέατα, δεν επείσυησαν εις τούτο, φυλάττοντες την
παραγγελίαν του θείου νόμου την λέγουσαν· «Τον υν,
ότι διχηλεί οπλήν τούτο, και ονυχίζει όνυχας οπλής, και τούτο ουκ ανάγει
μηρυκισμόν, ακάθαρτον τούτο υμίν· από των κρεάτων αυτών ου φάγεσθε και των
θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε, ακάθαρτα ταύτα υμίν» (Λευϊτ. ια: 7- 8). Τουτέστι,
μη φάγητε τον χοίρον, διότι αυτός έχει μεν τους όνυχας εσχισμένους εις δύο, δεν
μηρυκάζει δε, ήτοι δεν αναμασά την τροφήν του· διο εκ των κρεάτων του χοίρου μη
φάγητε, και το νεκρόν σώμα αυτού μη εγγίσετε, διότι είναι ακάθαρτα. Τούτου
ένεκα του μεν Ελεαζάρου έδεσαν οπίσω τας χείρας, και αφού εμαστίγωσαν αυτόν
ισχυρώς, έχυσαν εντός της ρινός του υγρά τινα δυσώδη και δριμέα· είτα έρριψαν
αυτόν εις πυράν, εις την οποίαν προσευχηθείς να γίνη το αίμα και ο θάνατός του
λύτρωσις και ελευθερία όλου του γένους του, ούτω παρέδωκεν ο αοίδιμος την ψυχήν
του εις χείρας Θεού. Τους δε Αγίους επτά Παίδας έφερεν ενώπιόν του ο τύραννος
και ετιμώρησεν αυτούς, έκαστον κατά τους χρόνους της ηλικίας του, με τροχούς,
με ακόντια, με πυρ και με άλλα όργανα τιμωρητικά, τα οποία ενεπήγοντο εις τας
αρθρώσεις του σώματος. Όθεν οι μακάριοι Παίδες, αποθανόντες εν μέσω των
τοιούτων βασάνων, απέδειξαν, ότι ο λογισμός είναι κύριος και αυτοκράτωρ των
παθών, και δεν νικάται υπ’ αυτών χωρίς να θέλη· (Ως
τούτο αποδεικνύει ο Εβραίος Ιώσηπος εις τον ολόκληρον λόγον ον συνέγραψε περί
αυτοκράτορος λογισμού, ός τις άρχεται ούτω: «Φιλοσοφώτατον λόγον επιδεικνύεσθαι
μέλλων»)· ούτω δε έλαβον παρά Κυρίου τους στεφάνους της αθλήσεως. Μετά ταύτα η
μήτηρ αυτών Σολομονή, βλέπουσα τους επτά υιούς της ανδρείως τελειωθέντας, εχάρη
και χωρίς ουδείς να επιθέση χείρα επ’ αυτής, προσήλθε μόνη και ερρίφθη εντός
της ανημμένης πυράς, και ούτω παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Τελείται
δε η αυτών σύναξις εις τον μαρτυρικόν αυτών Ναόν, τον ευρισκόμενον εις το
έμβασμα το λεγόμενον του Δομινίκου και πέραν εις την Ελαίαν. (Σημείωσε, ότι ο
μεν Θεολόγος Γρηγόριος ένα εγκωμιαστικόν λόγον πλέκει εις τας μαρτυρικάς
κεφαλάς των Αγίων τούτων Μακκαβαίων, ου η αρχή: «Τι δε οι Μακκαβαίοι;» ο δε
Χρυσόστομος τρεις λόγους συνέγραψε, περιεχομένους εν τω πέμπτω τόμω της εν
Ετώνη εκδόσεως και πεντηκοστώ της εκδόσεως Migne, ων του μεν πρώτου η αρχή: «Ως φαιδρά και περιχαρής ημίν», του δευτέρου:
«Άπαντας μεν ουν εγκωμιάσαι», ον και παραθέτομεν ανωτέρω· του δε τρίτου· «Και
τοις Μάρτυσιν ορών». Αξιόλογον δε είναι εκείνο, το οποίον γράφει περί αυτών ο
ρηθείς Γρηγόριος· «Οι προ των Χριστού παθών μαρτυρήσαντες, τι ποτε δράσειν
έμελλον μετά Χριστόν διωκόμενοι, και τον εκείνου υπέρ ημών μιμούμενοι θάνατον.
Ει γαρ χωρίς υποδείγματος τοιούτοι και τοσούτοι την αρετήν, πως ουκ αν ώφθησαν
γενναιότεροι μετά του υποδείγματος κινδυνεύοντες; Και άμα μυστικός τις και
απόρρητος ούτος ο λόγος, σφόδρα πιθανός εμοί γουν και πάσι τοις φιλοθέοις, μηδένα
των προ της Χριστού παρουσίας τελειωθέντων δίχα της εις Χριστόν πίστεως τούτου
τυχείν· ο γαρ Λόγος επαρρησιάσθη μεν ύστερον καιροίς ιδίοις, εγνωρίσθη δε και
πρότερον τοις καθαροίς την διάνοιαν». Σημείωσαι, ότι το λείψανον της Αγίας
Σολομονής σώζεται ολόκληρον εν τω Πατριαρχείω της Κωνσταντινουπόλεως. Εις το
Μαρτύριον τούτων λόγων συνέγραψεν ο
Ιώσηπος, ου η αρχή: «Φιλοσοφώτατον λόγον επιδείκνυσθαι μέλλων». Ευρίσκεται δε
εν τη Μεγίστη Λαύρα και έτερος λόγος συντομώτερος προς αυτούς, ου η αρχή· «Ότι
των παθών αυτοκράτωρ ο λογισμός»).
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΘ΄ (29η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ του Ρωμαίου.
Κασσιανός ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της παλαιάς Ρώμης, υιός ων
γονέων ευσεβών και ενδόξων, υπό των οποίων παρεδόθη εις διδάσκαλον και
εξεπαιδεύθη εις το άκρον την εξωτερικήν φιλοσοφίαν. Διότι εκτός του ότι είχεν
ευφυϊαν οξυτάτην, είχε και φιλομάθειαν θερμοτάτην και επιμέλειαν. Είτα επεδόθη
εις τα ιερά και θεία μαθήματα της Παλαιάς και Νέας Γραφής· όθεν και εις την
πατρίδα του Ρώμην έτι ευρισκόμενος έφθασεν εις το άκρον της θείας γνώσεως και
εστόλισε την ζωήν του με αγνείαν και καθαρότητα. Αναχωρήσας είτα εκ της
πατρίδος του και αφήσας γένος και στρατείαν, διότι ήτο πρότερον συγκατηριθμένος
εις τους στρατιωτικούς καταλόγους, ως και πάσαν υπερηφάνειαν της ζωής ταύτης,
έλαβε τον σταυρόν εις τους ώμους του και ηκολούθησε τον Χριστόν· διότι,
εισελθών εν τινι Μοναστηρίω της Βηθλεέμ, έγινε Μοναχός και έδωκεν εαυτόν εις
πάσαν υπακοήν και σκληραγωγίαν του σώματος, προσέχων πάντοτε εις τον Θεόν δια
της προσευχής. Φθάσας δε εις άκραν υπακοήν και ταπείνωσιν και εις το άκρον της
διακρίσεως, επήγεν εις την ησυχίαν και ηγωνίζετο κατά μόνας. Μετά ταύτα επήγεν
ο Όσιος εις διαφόρους τόπους, όπου συνήντησε γνωστικωτάτους Οσίους και τας
αρετάς όλων συνήθροισεν εις τον εαυτόν του, ως άλλη φιλόπονος μέλισσα, ώστε να
καταστή δια τους άλλους τύπος και παράδειγμα παντός είδους αρετής εν λόγω τε
και έργω, παρακινών εκείνους να μιμηθώσι τον ιδικόν του ζήλον. Διότι πάντα τα
Μοναστήρια και Ασκητήρια περιήλθεν ο αοίδιμος, όσα ευρίσκοντο εις άπασαν την
Αίγυπτον, την Θηβαϊδα, την Νιτρίαν, την Ασίαν, τον Πόντον και την Καππαδοκίαν.
Όθεν, ανώτερος των παθών γενόμενος και τον νουν καθαρίσας, εγνώρισεν ακριβώς,
τόσον δια της πείρας, όσον και δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, την της
Μοναδικής Πολιτείας ακρίβειαν και την τελείαν κατά των παθών νίκην· δια τούτο,
σαφώς άγαν και υψηλώς, συνέγραψε περί των οκτώ λογισμών και περί της τάξεως των
εν Αιγύπτω και Ασία Κοινοβίων, δια των οποίων συγγραμμάτων προσέφερε και
προσφέρει μεγάλην ωφέλειαν και εις τους Ησυχαστάς και εις τους Κοινοβιάτας. Ήτο
δε ο μακάριος ούτος, από μόνην την θεωρίαν του, πρόξενος πολλής ωφελείας και
πνευματικής ηδονής, απλώς δε ειπείν, ή σιωπών ή λαλών, ήτο διδασκαλία και
συμβουλή. Αλλά και απλούστατος και διακριτικώτατος ήτο, μέχρι σημείου, ώστε ο
τρισμακάριος Ιωάννης της Κλίμακος επαινεί τούτον εις τον «Περί Υπακοής» λόγον
του. Απελθών μετά ταύτα ο Άγιος εις Κωνσταντινούπολιν, εν έτει υδ΄ (404),
εγνωρίσθη με τον θείον Χρυσόστομον Πατριάρχην τότε Κωνσταντινουπόλεως. Εκείθεν
επέστρεψεν εις Ρώμην, όπου εχειροτονήθη Πρεσβύτερος από τον τότε Πάπαν
Ιννοκέντιον Α΄ . Μετά δύο έτη μετέβη εις Μασσαλίαν της Γαλλίας όπου έκτισεν
ανδρικήν Μονήν επ’ ονόματι του Αγίου Μάρτυρος Βίκτωρος. Ακολούθως έκτισε και
γυναικείαν Μονήν, και εντός ολίγου κατέστη ο εισηγητής και αρχηγός του
μοναχικού βίου εις Γαλλίαν αρχικώς και εις την Ισπανίαν κατόπιν. Τοιουτοτρόπως
λοιπόν βιώσας οσίως, και φθάσας εις το άκρον της απαθείας, με προφητικόν δε χάρισμα
διαλάμψας και μέγας αναφανείς πανταχού, εξεδήμησεν εν ειρήνη προς Κύριον, περί
το έτος υλε΄ (435), Φεβρουαρίου κθ΄ (29η), το τίμιον δε τούτου
λείψανον χορηγεί πλουσιοπαρόχως ποκίλας ιατρείας εις τους μετά πίστεως
προσερχομένους εις αυτό και επικαλουμένους την Χάριν του. Τούτου του εν Οσίοις
Πατρός ημών Κασσιανού πρεσβείαις, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και
σώσον ημάς. Αμήν.
Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, η Αγία Νεομάρτυς ΚΥΡΑΝΝΑ η σωφρονεστάτη, κατά την Θεσσαλονίκην εν βασάνοις τελειούται, εν έτει αψνα΄ (1751).
Κυράννα
η κυριώνυμος και πάγκαλος νύμφη του Χριστού κατήγετο από εν χωρίον της
Θεσσαλονίκης καλούμενον Αβυσσώκα. Ήτο δε τέκνον Χριστιανών γονέων, ωραιοτάτη
και διήγε ζωήν σεμνήν και σώφρονα. Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος την εφθόνησε δια
τας αρετάς της και μη δυνάμενος να την μολύνη με αισχρούς λογισμούς και ατόπους
πράξεις κρυφίως, εύρεν όργανον της κακίας του ένα Αγαρηνόν Γενίτσαρον, όστις
ήτο εις το χωρίον εισπράκτωρ των αυθεντικών εισοδημάτων. Ούτος ετρώθη από
σατανικόν έρωτα προς την κόρην και ήρχισεν, ο μιαρός, να την κολακεύη με
διαφόρους τρόπους, δια να την φέρη εις τον σκοπόν του· αλλ’ η παρθένος δεν τον
εδέχετο ουδόλως, εκείνος δε της υπέσχετο να της δώση όσα χρήματα θέλει και να
της κάμη πολύτιμα φορέματα, εάν δεχθή, ει δε μη, απειλούσε να την βασανίση
σκληρώς και τελευταίον να την θανατώση. Η δε κόρη, έχουσα όλον της τον πόθον
εις τον Χριστόν, δεν εφρόντιζεν ουδόλως ούτε δια τα χαρίσματα και τας
υποσχέσεις του, ούτε δια τας απειλάς του. Ιδών λοιπόν εκείνος ότι δεν
επιτυγχάνει τον σκοπόν του, συμφωνεί με άλλους Γενιτσάρους του ιδίου τάγματος,
και αρπάσαντες έξαφνα την κόρην την έφεραν εις τον κριτήν της Θεσσαλονίκης,
ψευδομαρτυρούντες, ότι είπε δήθεν εκείνη, ότι θα τον πάρη δι’ άνδρα και θα έλθη
εις την πίστιν των. Παρηκολούθουν δε τα γενόμενα και οι γονείς της κόρης, αλλά
δειλιάσαντες από τας απειλάς των τυράννων εκρύβησαν. Εκεί λοιπόν οι Τούρκοι
έκαμαν πολλά εις την παρθένον, δια να την φέρουν εις τον σκοπόν των, πότε με
κολακείας και υποσχέσεις και πότε με απειλάς. Αλλ’ η μακαρία Κυράννα εστάθη
απτόητος, μόνον δε ένα λόγον είπε προς αυτούς· «Εγώ είμαι Χριστιανή και Νυμφίον
έχω τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον προσφέρω ως προίκα την
παρθενίαν μου, αυτόν επόθησα και ποθώ εκ νεότητός μου, δια δε την αγάπην του
είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, ίνα αξιωθώ να τον απολαύσω· ηκούσατε
λοιπόν την απόκρισίν μου. Άλλον λόγον μη προσμένετε να σας ειπώ». Ταύτα ειπούσα
εσιώπησε και δεν ηθέλησε πλέον να αποκριθή εις όσα κατόπιν την ηρώτων· αλλά κλίνασα
κάτω την κεφαλήν ίστατο με πολλήν σεμνότητα ως να εντρέπετο να βλέπη εις τα
πρόσωπα των ανδρών, προσηύχετο δε μόνον νοερώς και παρεκάλει τον Νυμφίον της
Χριστόν να την ενδυναμώση έως τέλους. Την ώραν εκείνην εγέμισεν η καρδία της
από αγαλλίασιν και χαράν πνευματικήν και φανταζομένη νοερώς τον γλυκύτατον
Χριστόν, της εφαίνετο ως να ήτο εντός του Παραδείσου, λησμονούσα δε όλα τα
λυπηρά της παρούσης ζωής, επεθύμει να λάβη, το συντομώτερον, τον υπέρ Χριστού
θάνατον. Ιδόντες λοιπόν εκείνοι το αμετάθετον της γνώμης και την φαιδρότητα του
προσώπου της, κατησχύνθησαν και την έστειλαν εις την φυλακήν, εγκλείσαντες
αυτήν εις τα σίδηρα. Ο δε Γενίτσαρος εκείνος, φλεγόμενος ακόμη από τον
δαιμονικόν έρωτα, επήγεν εις ένα μεγάλον αγάν της πόλεως, Αλή εφένδην ονομαζόμενον,
έχοντα το αξίωμα του μπέη και τον παρεκάλεσε να προστάξη τον δεσμοφύλακα να τον
αφήνη να εισέρχεται εις την φυλακήν, όταν θέλη, όπερ και εγένετο. Επήγαινε
λοιπόν ο μιαρός καθ’ εκάστην ώραν και της έκαμνε πολλάς τυραννίας, με πείσμα, ή
να την φέρη εις το θέλημά του, ή να την θανατώση. Δεν έφθανε δε μόνον αυτός,
αλλά έπαιρνε μαζί του και άλλους ομοίους του Γενιτσάρους, δια να την τιμωρούν
σκληρώς. Αλλ’ η μακαρία Κυράννα, όταν τους έβλεπεν, έκυπτε κάτω την κεφαλήν,
εσκέπαζε το πρόσωπόν της και σταυρώνουσα τας χείρας της, ούτε ποσώς τους
εκύτταζεν, ούτε τους απεκρίνετο· εκείνοι δε οι αλιτήριοι πρώτον ήρχιζαν να
παρακινούν την Αγίαν με κολακείας και υποσχέσεις, ύστερον δε βλέποντες, ότι ήτο
στερεά και ασάλευτος, ήρχιζαν τας παιδείας. Ο εις την εκτύπα με ξύλον, ο άλλος
με μάχαιραν, άλλος με λακτίσματα και άλλος με γρόνθους, έως ότου την άφηναν ως
νεκράν, αναχωρούντες κατόπιν, δια να έχη καιρόν να αναζή και πάλιν να την
παιδεύουν. Και ταύτα μεν έκαμναν εκείνοι την ημέραν· τας δε νύκτας ο δεσμοφύλαξ
την εκρέμα από τας μασχάλας, αν και είχε τας χείρας της αλυσοδεμένας, αρπάζων
δε ό,τι ξύλον εύρισκε, την έδερνεν άσπλαγχνα, έως ότου εκουράζετο. Τότε την
άφηνε κρεμαμένην και εκτεθειμένην εις το ψύχος του χειμώνος. Εις δε Χριστιανός,
όστις ήτο θεατής, εφύλαττε τον καιρόν και όταν αντελαμβάνετο ότι επερνούσεν ο
θυμός του δεσμοφύλακος, επήγαινε και τον παρεκάλει ζητών την άδειάν του να την
καταβιβάση, όταν δε εκείνος του επέτρεπε την κατεβίβαζεν. Η δε Αγία είχε τόσην
υπομονήν, ησυχίαν και σιωπήν, ώστε εφαίνετο ότι άλλη πάσχει και όχι εκείνη,
όλος δε ο νους και η προσοχή της ευρίσκετο εις τους ουρανούς. Κατά την εποχήν
εκείνην ήσαν εις την φυλακήν και άλλοι φυλακισμένοι Χριστιανοί, Εβραίοι και
μερικαί Τούρκισσαι, δι’ ατίμους πράξεις, αίτινες ήλεγχον τον δεσμοφύλακα ως άσπλαγχνον
και ως μη φοβούμενον τον Θεόν, επειδή τυραννεί κατ’ αυτόν τον τρόπον μίαν
γυναίκα, η οποία δεν έσφαλεν. Αλλά και ο Χριστιανός εκείνος δεν έπαυε, πότε με
το καλόν, πότε επειδή είχε θάρρος, με μετρίους ελέγχους να του ενθυμίζη την
κρίσιν του Θεού και να προσπαθή να τον καταπραϋνη λέγων προς αυτόν, να μη
παιδεύη την Αγίαν. Αλλ’ ο σατανάς εσκλήρυνε πολύ την καρδίαν του και όσον οι
άλλοι τον παρεκάλουν, τόσον περισσότερον την εβασάνιζεν εκείνος. Οι δε
Γενίτσαροι, πηγαίνοντες πολλάκις δια να την τιμωρούν, άφηναν τας τιμωρίας και
προσεπάθουν να της δώσουν να φάγη, δια να μη αποθάνη και πότε της έδιδαν
σταφίδας πότε φοίνικας· της δε Αγίας μη δεχομένης παντελώς φαγητόν, εκείνοι
προσεπάθουν δια της βίας να της ανοίξουν το στόμα, χωρίς να το κατορθώνουν.
Αλλά και οι εν τη φυλακή Χριστιανοί πολύ την παρεκάλουν να φάγη ολίγον, η δε
Μάρτυς ουδόλως επείθετο να γευθή τι· διότι είχεν εντός της καρδίας της την
φλόγα της αγάπης του Κυρίου της και Νυμφίου Χριστού, όστις την έτρεφε και την
ενεδυνάμωνε. Την εβδόμην ημέραν επήγαν πάλιν οι Γενίτσαροι και την ετυράννουν
σφοδρώς· όθεν, ζήλω κινούμενος ο ρηθείς
Χριστιανός, ήρχισε να ελέγχη αυστηρά τον δεσμοφύλακα και να τον απειλή, ότι
έχει να τον καταγγείλη εις τον πασάν, πως αφήνει και έρχονται απ’ έξω άνθρωποι
και τιμωρούν τους φυλακισμένους, πράγμα το οποίον είναι εναντίον του νόμου των,
άλλην δε φοράν τοιούτον τι δεν έγινεν· αλλά και αι Τούρκισσαι εκείναι πολύ τον
ύβρισαν, λέγουσαι αυτόν άπιστον και φονέα και ηθέλησαν να φωνάξουν δυνατά. Εις
ολίγην ώραν έφθασαν πάλιν οι Γενίτσαροι δια να την τιμωρήσουν, αλλ’ ο
δεσμοφύλαξ δεν τους άφησε. Τότε εκείνοι επήγαν ευθύς και παρεπονέθησαν εις τον
Αλήμπεην, όστις εκάλεσε το εσπέρας τον δεσμοφύλακα και τον ύβρισε δια την
παρακοήν του εις εκείνο όπου τον επρόσταξεν. Εκείνος τότε επέστρεψε πολύ
θυμωμένος και αρπάσας την Αγίαν την εκρέμασε, λαβών δε μίαν σχίζαν ξυλίνην πολύ
μεγάλην, η οποία έτυχε να είναι εκεί και κρατών αυτήν με τας δύο χείρας του,
εκτύπα επάνω εις την Αγίαν, όπου έφθανε, χωρίς ευσπλαγχνίαν, τόσον, ώστε
ήρχισαν οι φυλακισμένοι να φωνάζουν· και αι Τούρκισσαι εκείναι ακόμη εφώναζον
μεγαλοφώνως. Βλέπων δε την ταραχήν ο κατάρατος, την άφησε κρεμαμένην και επήγεν
εις το δωμάτιόν του πολύ ταραγμένος, με μεγάλην σύγχυσιν και είπεν εις εκείνον
τον Χριστιανόν να του βράση καφέ δια να πίη. Ενώ δε έβραζε τον καφέ ο
Χριστιανός, ήρχισε πάλιν ήμερα να τον ονειδίζη δια την ασπλαγχνίαν την οποίαν
έδειξε, τόσον ώστε τον έκαμε και έπεσε πρηνής και έκλαιεν, ή από τον έλεγχον
της συνειδήσεώς του, ή από εντροπήν. Καθ’ ον δε καιρόν η Αγία ήτο ακόμη
κρεμαμένη, ω του θαύματος! Αίφνης έλαμψε φως μέγα εις την φυλακήν, καταβαίνον
άνωθεν, από την σκεπήν, ως αστραπή, το οποίον περικυκλώσαν το σώμα της Μάρτυρος
εξεχύθη εις όλην την φυλακήν και εφώτιζεν αυτήν, ως να εισήρχετο εντός αυτής
όλος ο ήλιος αν και ήτο Τετάρτη ή Πέμπτη ώρα της νυκτός. Και οι μεν Χριστιανοί
εφώναζον «Κύριε, ελέησον», οι δε Εβραίοι έπεσον χαμαί, δια να μη βλέπουν το φως·
και αι Τούρκισσαι εφώναζον· «Ωχ! Ωχ! Το κρίμα της πτωχής ρωμαίας μας έφθασε και
έπεσεν αστραπή να μας καύση». Τότε ο δεσμοφύλαξ, τρέμων όλος εκ του φόβου του,
είπεν εις τον Χριστιανόν να ξεκρεμάση την Αγίαν. Μεταβάς όθεν ο Χριστιανός
εύρεν αυτήν τετελειωμένην, το δε φως εχάθη και έμεινε μία άρρητος ευωδία επί
ώραν πολλήν. Λαβών λοιπόν ο Χριστιανός εκείνος τα κλειδία από τον δεσμοφύλακα,
ήνοιξε τα σίδηρα και λύσας τας χείρας της συνέστειλε με σέβας και ευλάβειαν το
άγιον αυτής λείψανον και ανάψας φώτα και θυμιάσας εκάθητο πλησίον, προσμένων με
χαράν την ημέραν και δοξάζων τον Θεόν όπου τον ηξίωσε να ιδή τοιαύτα θαυμάσια
και να ψηλαφήση και να περιποιηθή μαρτυρικόν λείψανον. Το πρωϊ διεδόθη εις την
πόλιν η φήμη της τελειώσεως της Αγίας και η εμφάνισις του αγίου Φωτός. Και οι
μεν Αγαρηνοί καταισχυνθέντες εσιώπων και έδωκαν άδειαν εις τους Χριστιανούς να
πάρουν το λείψανον και να το κάμουν ως επιθυμούν, οι δε Χριστιανοί ηυφράνθησαν
και πολλοί έδραμον εις την φυλακήν, λαβόντες δε το άγιον λείψανον με ευλάβειαν
το ενεταφίασαν έξω της πόλεως, εκεί όπου ενεταφιάζοντο και των λοιπών
Χριστιανών τα λείψανα· τα δε φορέματα της Αγίας διεμοίρασαν μεταξύ των πολλοί
Χριστιανοί δι’ αγιασμόν και σωτηρίαν των.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)