Τον βίον έγραψεν ο Επίσκοπος Εμέσσης
Βασίλειος.
Ανήρ
τις από την Έδεσσαν, Συμεών ονόματι, έλαβε γυναίκα καλουμένην Μαρίαν και διήγον
εναρέτως αμφότεροι. Δεν απέκτησαν δε άρρεν τέκνον, μόνον μίαν θυγατέρα, ήτις
εγέννησεν εμέ τον Εμέσσης Επίσκοπον χρηματίσαντα. Μετέβαινον λοιπόν λυπούμενοι
οι εμοί προπάτορες πολλάκις εις τον Ναόν του Κυρίου, δεόμενοι να τους δώση υιόν
και να του τον αφιερώσουν εκ νεότητος. Και μίαν ημέραν, όπου ήτο το πρώτον
Σάββατον των αγίων Νηστειών, απήλθε πάλιν η γυνή με τον άνδρα της εις τον Ναόν
των Αγίων Αποστόλων, και εδέοντο του Θεού να τους δώση υιόν ως άνωθεν. Κατά την
επομένην νύκτα είδον αμφότεροι εις το ενύπνιόν των τον Άγιον Θεόδωρον, και
έλεγε ταύτα προς τον Μέγαν Παύλον· «Ιδού, μαθητά του Κυρίου, πως παρακαλεί αυτό
το ζεύγος, να γεννήσουν υιόν· λοιπόν δος εις αυτούς την αίτησιν, συ όστις έχεις
μεγάλην παρρησίαν προς Κύριον». Ο δε απεκρίνατο· «Ο Κύριος θέλει δώσει εις
αυτούς υιόν τάχιστα, και συ δος εις αυτόν την κλήσιν, ότι όντως δώρον Θεού
έσται το τεχθησόμενον». Η μεν Μαρία εξύπνησε χαίρουσα, και έλεγε προς τον άνδρα
το όραμα. Ο δε εβεβαίου, ότι είδε και αυτός τα όμοια. Εις ολίγας ημέρας
συνέλαβεν η γυνή και εγέννησεν υιόν χωρίς λύπην και βάσανον.