του εν τη κατά τον Άθω κοινοβιακή Μονή του Αγίου Διονυσίου
ασκήσαντος και γενομένου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, εν έτει αυξ΄ (1460) εν
ειρήνη τελειωθέντος.
Νήφων ο θείος
ούτος πατήρ ημών είχε πατρίδα την Πελοπόννησον, γεννηθείς από γονείς λαμπρούς
μεν κατά κόσμον και ευγενείς, λαμπροτέρους δε και ευγενεστέρους κατά την
ευσέβειαν και την αρετήν, Μανουήλ και Μαρίαν ονομαζομένους· αναγεννηθείς δε
ωνομάσθη Νικόλαος, ερχόμενος δε εις ηλικίαν εδόθη εις σχολείον δια να μάθη τα
ιερά γράμματα· έχων δε εξ αρχής γηραλέα φρονήματα, δεν κατεγίνετο εις άλλας
παιδαριώδεις πράξεις, ως τα άλλα παιδία, αλλά ως σοφή μέλισσα επήγαινεν εις
διδασκάλους σοφούς και εναρέτους δια να συνάξη το μέλι της αρετής, ακροατής και
μιμητής γινόμενος όλων των καλών και ψυχωφελών μαθημάτων και παραδειγμάτων·
είχε δε και τόσον δεξιόν νουν, ώστε εις ολίγον καιρόν επέρασεν όλους τους
συμμαθητάς του εις τα μαθήματα· εδιάβαζε συχνάκις και τους βίους των Αγίων
Πατέρων και ηυφραίνετο η ψυχή του, εσπούδαζε δε κατά το δυνατόν να τους μιμήται
εις τας αρετάς· ήτο και φύλαξ της σωφροσύνης θαυμάσιος, τόσον δε προθύμως εδόθη
εις την εγκράτειαν, ώστε με άρτον μόνον και ύδωρ ανεπλήρωνε την χρείαν του
σώματος· ομοίως και εις κάθε άλλην αρετήν ηγωνίζετο. Κατά τας ημέρας εκείνας
διήλθεν από το σχολείον εις Ιερομόναχος, Ιωσήφ ονόματι, διδάσκαλος άκρος και
ενάρετος πολλά, και συναναστραφείς με αυτόν ο καλός Νικόλαος, και συνομιλήσας
ικανώς, τον παρεκάλεσε να τον πάρη εις την συνοδείαν του, χωρίς να λάβη άλλος
τις είδησιν· διότι εφοβείτο να μη τον εμποδίσουν.