Γελάσιος, ο μακάριος Μάρτυς του Χριστού, όταν εκινήθη υπό των ειδωλολατρών ο κατά των Χριστιανών διωγμός, εθερμάνθη υπό θείου ζήλου και διαμοιράσας όλα τα υπάρχοντα αυτού εις τους πτωχούς, ενεδύθη λευκόν ιμάτιον και μετέβαινεν εις τους Μάρτυρας του Χριστού. Βλέπων δε αυτούς, ότι ετιμωρούντο δια τον Χριστόν δια πολλών και ποικίλων βασάνων, κατεφίλει τας πληγάς των, εζήτει τας ευχάς των και παρεκίνει αυτούς να σταθώσιν ανδρείοι εις το μαρτύριον. Όθεν, ένεκα τούτου, συνέλαβον αυτόν οι ειδωλολάτραι και ωδήγησαν εις τον άρχοντα. Ανακριθείς δε υπ’ αυτού ο Άγιος Μάρτυς Γελάσιος ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, τα δε είδωλα εκήρυξε κωφά και αναίσθητα. Τότε ο άρχων προς το παρόν κατεφρόνησεν αυτόν ως ευτελή και μηδαμινόν. Κατόπιν όμως έδειρεν αυτόν ολίγον και τελευταίον επρόσταξε και απέκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν. Ούτως έλαβε παρά Κυρίου τον του μαρτυρίου στέφανον.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Σάββατο 5 Ιουνίου 2021
Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουνίου, μνήμη των Αγίων πέντε παρθένων, Μάρθας, Μαρίας και της συνοδείας αυτών, ήτοι Κυρίας, Βαρερίας και Μαρκίας. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εν τω αγιωτάτω αυτών οίκω, τω όντι εν τοις Βασιλίσκου.
Μάρθα, Μαρία και η συνοδεία αυτών, Κυρία, Βαρερία και Μαρκία, αι Άγιαι πέντε παρθένοι, κατήγοντο εκ της Καισαρείας της Παλαιστίνης. Διδαχθείσαι δε την ευσέβειαν υπό τινος χριστιανού, προσήλθον εις την πίστιν του Χριστού και εδέχθησαν το Άγιον Βάπτισμα. Όθεν έκτοτε εκάθηντο εις μίαν οικίαν και ησύχαζον, διερχόμεναι την ζωήν αυτών εν ευλαβεία πολλή, σχολάζουσαι μεν εις νηστείαν, προσευχήν και αγρυπνίαν, τον Θεόν δε παρακαλούσαι να αφανισθή τελείως από τον κόσμον η πλάνη των ειδώλων και να αναλάμψη η πίστις των χριστιανών εις όλην την οικουμένην. Αλλ’ αν και ήσαν κεκρυμμέναι αι μακάριαι, εμηνύθησαν εις τον άρχοντα της Καισαρείας και ωδηγήθησαν προς αυτόν. Επειδή δε δεν επείσθησαν να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, ετιμωρήθησαν δια δεινών και φρικτών βασάνων, εν μέσω των οποίων ετελειώθησαν και έλαβον τους στεφάνους της αθλήσεως.
Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουνίου, ο Όσιος πατήρ ημών Άτταλος ο θαυματουργός, εν ειρήνη τελειούται.
Άτταλος ο Όσιος, εγκαταλείψας τον κόσμον και τα εν κόσμω, εγένετο Μοναχός και ετέλεσε προθύμως πάσαν άσκησιν, ήτοι νηστείαν, αγρυπνίαν και πάσαν άλλην κακοπάθειαν. Διότι επί δύο και τρεις ημέρας, πολλάκις δε και πέντε, έτρωγε μίαν μόνον φοράν. Δεν εκοιμήθη ποτέ εξηπλωμένος, αλλά καθήμενος ή ιστάμενος ελάμβανεν ολίγον ύπνον όσον να παρηγορή την ασθένειαν της φύσεως. Όθεν δια τους κόπους του τούτους πολλήν χάριν έλαβε παρά Κυρίου και δια της ενεργείας πολλών θαυμάτων επλουτίσθη. Όχι δε μόνον εις τους λογικούς ανθρώπους εδείκνυεν ο αοίδιμος συμπάθειαν άμετρον, αλλά και εις αυτά τα άλογα ζώα. Εν τοιαύταις λοιπόν αρεταίς και θαύμασι διήνυσε την ζωήν αυτού. Ότε δε έμελλε να απέλθη του κόσμου τούτου, παρεκίνησε τους παρευρεθέντας να δώσωσιν αυτώ τον τελευταίον εν Χριστώ ασπασμόν και ούτω παρέδωκε την ψυχήν αυτού εις χείρας Θεού.
Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουνίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών Ιλαρίωνος του νέου, Ηγουμένου της Μονής των Δαλμάτων.
Ιλαρίων, ο Όσιος πατήρ ημών, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Νικηφόρου του Πατρικίου εν έτει ωβ΄ (802) και Σταυρακίου, Μιχαήλ Ραγκαβέ και Λέοντος Αρμενίου του εικονομάχου. Κατήγετο δε εκ Καππαδοκίας, πατέρα μεν έχων Πέτρον καλούμενον, μητέρα δε Θεοδοσίαν. Ο πατήρ αυτού ήτο γνωστός εις τον βασιλέα, επειδή αυτός εχορήγει τον άρτον της βασιλικής τραπάζης. Αφού δε ο Όσιος εγεννήθη και απεγαλακτίσθη, εστάλη εις σχολείον δια να μάθη επιμελώς τα ιερά γράμματα. Ότε δε έφθασεν εις την ηλικίαν των είκοσι χρόνων, εγκαταλείψας ευαγγελικώς πατέρα, μητέρα, οικίαν, πλούτον και πάντα τον κόσμον, εγένετο Μοναχός εις το εν Κωνσταντινουπόλει Μοναστήριον, το καλούμενον του Ξηροκηπίου.
Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021
Τη Ε΄ (5η) Ιουνίου μνήμη του αγίου Νεομάρτυρος Μάρκου του από Σμύρνης καταγομένου και εν Χίω αθλήσαντος εν έτει αωα΄ (1801) από Χριστού.
Ας είναι δεδοξασμένον και υπερύμνητον το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διότι όσον οι ασεβείς μαίνονται εναντίον της θείας Αυτού Μεγαλειότητος, επί τοσούτον οι Ορθόδοξοι δεν παύουν από του να αναδεικνύουν, κατά διαφόρους πόλεις και χώρας, κήρυκας, και δια λόγων και δια της θυσίας των ιδίων των αιμάτων, της προσκυνητής αυτού Θεότητος. Εκείνοι λέγουν, ότι ήτο εις πλάνος και αθετούν και Ευαγγέλια και τους Αποστόλους, απλώς δ’ ειπείν όλον τον Χριστιανοσμόν και την ελπίδα των Χριστιανών. Ενώ ούτοι, παρουσιαζόμενοι ενώπιον των τυράννων, κηρύττουν μετά πλήρους πίστεως και παρρησίας ότι ήτο και είναι Θεός αληθινός, Βασιλεύς εις τους αιώνας, Δημιουργός πάσης κτίσεως και Κριτής ζώντων και νεκρών. Και ο ουρανός άνωθεν, κριτής αδέκαστος, δέχεται την ομολογίαν εις θυσίαν αινέσεως και σφραγίζει την δι’ αίματος αυτών μαρτυρίαν, δια των φρικτών και εξαισίων θαυμάτων, τα οποία οι μεν υιοί της απωλείας ακούοντες γελώσιν, οι δε Χριστιανοί, κατανυγόμενοι και ωφελούμενοι ψυχικώς εκ των παραδόξων έργων της μαρτυρικής χάριτος, δοξάζουσι τον φιλάνθρωπον Κύριον, διότι ενισχύει τους υπέρ Αυτού αθλούντας ώστε να καταφρονούν πάσαν βάσανον και αυτόν έτι τον θάνατον δια το Άγιον όνομα Αυτού.
Τη Ε΄ (5η) Ιουνίου, μνήμη των Αγίων Δέκα Μαρτύρων των εν Αιγύπτω, Μαρκιανού, Νικάνδρου, Απόλλωνος, Υπερεχίου, Λεωνίδου, Αρείου, Γοργίου, Σεληνιάδος, Ειρήνης και Παμβεώνος.
Οι Άγιοι Δέκα Μάρτυρες επειδή εφύλαττον την εις Χριστόν πίστιν και
ωμολόγουν τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, τόσον σκληρώς εδιώχθησαν και
εταλαιπωρήθησαν δια πείνης, δίψης και ψύχους, κατά προσταγήν του άρχοντος της
Αιγύπτου, ώστε παρέδωσαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού και έλαβον τους
στεφάνους της αθλήσεως.
Τη Ε΄ (5η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΔΩΡΟΘΕΟΥ Επισκόπου Τύρου.
Δωρόθεος ο αοίδιμος εγένετο Επίσκοπος της πόλεως Τύρου, κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού εν έτει τγ΄ (303), κατέχων καλώς άπαντα τα κεφάλαια της Παλαιάς και Νέας Γραφής. Και εν όσω μεν έζη ο Διοκλητιανός και ο Λικίνιος, ο Άγιος Ιερομάρτυς Δωρόθεος είχε φύγει από την Τύρον ένεκα του διωγμού και ευρίσκετο εις την Δυσσόπολιν, την ευρισκομένην εις τα μέρη της Θράκης. Αφού δε οι βασιλείς εκείνοι απέθανον, επανήλθε πάλιν εις την Τύρον και εποίμαινε την Αγίαν του Θεού Εκκλησίαν, μέχρι των χρόνων Ιουλιανού του Παραβάτου, εν έτει τξα΄ (361). Επειδή δε ο δυσσεβής Ιουλιανός δεν εφόνευε φανερά τους Χριστιανούς, όταν το πρώτον εβασίλευσεν, αλλά κρυφίως, τούτου ένεκα, ακούσας ο θείος ούτος Δωρόθεος την κακομηχανίαν αυτού, έφυγεν από την Τύρον και μετέβη πάλιν εις την ανωτέρω Δυσσόπολιν.