Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Μακαριστός Ιωάννης Κορναράκης καθ. Πανεπ. Αθηνών:

Γράφετε, σεβαστοί πατέρες, ότι οι οικουμενιστές πατριάρχες και λοιποί, αυτήν την παναίρεση του οικουμενισμού: 

«την διδάσκουν “γυμνή τη κεφαλή”, την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στήν πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως μέ τούς αιρετικούς, με συμπροσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων και ποιμαντικές συνεργασίες»!

Με το κείμενο αυτό, περιγράφετε κατά λέξη τον ΙΕ΄ κανόνα της πρωτοδευτέρας, ο οποίος σας δίνει το δικαίωμα να διακόψετε το μνημόσυνο των πατριαρχών, αρχιεπισκόπων και επισκόπων. 

Δεν το κάνετε όμως, και δεν θα το κάνετε ποτέ! 
Εν τούτοις, με την στάση σας αυτή, παραλογίζεσθε. 
Διότι αποφαίνεσθε ότι, οι οικουμενιστές «θέτουν εαυτούς εκτός της Εκκλησίας», εφ’ όσον παραβαίνουν κανόνες της Εκκλησίας. 
Αλλά, άραγε, είναι εντός της Εκκλησίας οι ιερείς εκείνοι, οι οποίοι καταγγέλλουν ανωνύμως, απλώς με χαρτοπόλεμο -ανιαρό και ανίερο-, πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους; 
Επιπλέον, τους αναγνωρίζουν, τους κάνουν, κάποτε, και δώρα, και δημοσίως τούς χαρακτηρίζουν ορθοδόξους θεολόγους; 

Την στιγμή πού δεν κάνουν οι ίδιοι χρήση του κανόνος που γνωρίζουν, αλλά συμπορεύονται με αυτούς, τους οποίους αναγνωρίζουν και καταγγέλλουν ως οικουμενιστές, πρέπει να μην είναι, και αυτοί, μέλη της Εκκλησίας. 
Θα ήσαν μέσα στην Εκκλησία, εφ’ όσον θα διέκοπταν το μνημόσυνο των οικουμενιστών προϊσταμένων τους·
 και, τότε, σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, θα ήσαν «ορθόδοξοι μετά τιμής της πρεπούσης»,
 επειδή:
«ουχί σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτό, αλλά μάλλον ελευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδοεπισκόπων αυτών» (Πηδ. σ. 358). 

π. Θεόδωρος Ζήσης - Η ζωή του μεγάλου Βασιλείου ως Επισκόπου (Η στάση του έναντι των αιρέσεων)

Μέγας Βασίλειος: Ποιος σου έδωσε τα πλούτη;

Πόση μεγάλη χάρη έπρεπε να χρωστάς εις τον ευεργέτη, πόσο να είσαι χαρούμενος και να λαμπρύνεσαι με την τιμή, διότι ο ίδιος δεν ενοχλείς την πόρτα των άλλων, αλλά άλλοι κρούουν τις δικές σου! Τώρα δε είσαι κατσούφης και αποκρουστικός, αποφεύγων τις απαντήσεις , μη τυχόν κάπου αναγκασθής να βγάλης έστω και ολίγο από τα χέρια σου. Μία λέξη γνωρίζεις∙ δεν έχω∙ Ούτε θα δώσω , διότι είμαι πτωχός. Πράγματι πτωχός είσαι και στερείσαι απ’ όλα τα αγαθά. Πτωχός από φιλανθρωπίαν, πτωχός από πίστη εις τον Θεόν, πτωχός από ελπίδα αιώνιο. Κάμε συμμέτοχους εις τα σιτηρά τους αδελφούς. Αυτό που αύριο σαπίζει, δώσε το σήμερα εις τον έχοντα ανάγκη. Η χειρότερα μορφή της πλεονεξίας είναι το να μη δίδη κανείς εις τους ενδεείς ούτε από αυτά που φθείρονται.
Ποίον, λέγει, αδικώ με το να προστατεύσω τα ιδικά μου; Ποία, πες μου, είναι ιδικά σου; Από πού τα έλαβες και τα έφερες εις τη ζωή; Όπως όταν κάποιος , αφού καταλάβη εις το θέατρο θέση θέας, εμποδίζη έπειτα τους εισερχόμενους με το να νομίζη δικό του αυτό που είναι κοινό κατά τη χρήση εις όλους, τέτοιοι είναι και οι πλούσιοι. Δηλαδή, αφού εκ των προτέρων εκυρίευσαν τα κοινά αγαθά, τα ιδιοποιούνται λόγω του ότι τα επρόλαβαν. Διότι, εάν ο καθένας , κρατούσε αυτό που χρειάζεται δια να θεραπεύση τις ανάγκες του, άφηνε το περίσσευμα εις τον έχοντα ανάγκη, τότε κανένας δεν θα ήταν πλούσιος , κανένας δε θα ήταν φτωχός.
Δεν εξήλθες γυμνός από τη κοιλιά; Δεν θα επιστρέψης και πάλι γυμνός εις τη γη; Αυτά δε που έχεις τώρα από πού τα έχεις ; Εάν μεν λέγης ότι από τη τύχη είσαι άθεος, διότι δεν γνωρίζεις τον δημιουργό, ούτε ευχαριστείς τον δοτήρα. Εάν δε αποδέχεσαι ότι από τον Θεόν είναι, πες μου τον λόγο δια τον οποίο τα έλαβες. Μήπως ο Θεός είναι άδικος που άνισα μοιράζει εις ημάς τα αναγκαία δια τη ζωή; Διατί εσύ πλουτείς και εκείνος είναι πτωχός; Δια κανένα άλλο λόγο παρά δια να λάβης εξάπαντος και εσύ τον μισθόν της αγαθότητος και της καλής διαχειρίσεως και εκείνος δια να τιμηθή με τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Φώτης Κόντογλου - Γιάννης ὁ Εὐλογημένος!

O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες, καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.
*
* *
Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».
Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.
*
* *
Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».
Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...


Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Pontiaka Greek TV Karrasavvidis


Άγιος Νικόλαος Άστρους's photo.


Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

--Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία…                                                                                
Όλη η γειτονιά αντηχούσε απ΄ τα χαρμόσυνα κάλαντα, που τραγουδούσαν τα παιδάκια την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Και το βράδυ, μαζεμένη γύρω στο τζάκι η οικογένεια του παπα-Θύμιου, καμάρωνε τα δώρα, που χάρισε ο ένας στον άλλο, και περίμενε την ώρα της βασιλόπιτας. Ο Γιώργος, μαθητής της πέμπτης του δημοτικού σχολείου, επάνω κάτω έντεκα χρονών, κρατούσε στα χέρια του ένα χρυσοδεμένο βιβλίο και στριφογύριζε απ΄ όλες τις μεριές και ξεφύλλιζε τις εικόνες του. Και η Μαρία, ένα χρόνο μικρότερη, κρατούσε και χάϊδευε και καμάρωνε μια πανώρια κούκλα. Και πάλι αντήχησαν στη γειτονιά οι χαρούμενες φωνές των παιδιών:                                         
--Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία…                                                                             
--Που είναι η Καισαρεία, μπαμπά; Ρώτησε η Μαρία.                                                                   
–Είναι πέρα στην Ανατολή, παιδί μου. Μα τη λένε Καισάρεια και όχι Καισαρεία.               
 –Και γιατί τα παιδιά τη λένε έτσι;                                                                                                       
--Γιατί έτσι ταιριάζει καλύτερα στο τραγούδι τους.                                                                 
Μήπως θέλετε να σας πω την ιστορία του Άϊ-Βασίλη; Έτσι θα περάση και η ώρα, όσο να κόψωμε τη βασιλόπιτα. Χαρούμενα τα παιδιά τριγύρισαν τον παπα-Θύμιο. Η παπαδιά έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά, έδωσε σ΄ όλους από έναν κουραμπιέ κι ο παπάς άρχισε την ιστορία.                                                                                                                 
–Όπως σας είπα και πρωτύτερα, η Καισάρεια είναι βαθιά στην Ανατολή, σε μια χώρα, που τη λένε Καππαδοκία. Εκεί γεννήθηκε ο Άϊ-Βασίλης τριακόσια τριάντα χρόνια ύστερα απ΄ την γέννηση του Χριστού. Οι γονείς του, όπως οι περισσότεροι πατριώτες του, ήταν ειδωλολάτρες. Η μητέρα του, η Εμμέλεια, ήταν μια σπάνια γυναίκα κι έδωσε στο παιδί της πολύ καλή ανατροφή. Πόσα χρωστούμε όλοι οι Χριστιανοί στην καλή αυτή μητέρα! Όταν μεγάλωσε ο Βασίλειος, πήγε στην Αθήνα να σπουδάση κι εκεί γνωρίστηκε με τον Άγιο Γρηγόριο. Έγινε στην αρχή δικηγόρος. Στην πατρίδα του ήταν δάσκαλος μερικά χρόνια. Αλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο επάγγελμα του γέμιζε την ψυχή. Με το δυνατό του μυαλό είδε, πως η νέα θρησκεία του Χριστού ήταν καλύτερη απ΄ την παλιά. Έβλεπε κάθε μέρα να κυνηγούν τους Χριστιανούς και να τους βασανίζουν. Ο αυτοκράτωρ ήταν κι αυτός ειδωλολάτρης και δεν ήθελε να πληθαίνουν οι Χριστιανοί. Η ψυχή του Βασιλείου δεν μπορούσε να υποφέρη τις αδικίες αυτές. Σε ηλικία 27 χρονών έγινε Χριστιανός, μοίρασε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ξεκίνησε να γνωρίση κι άλλους τόπους, να γνωρίση κι άλλους Χριστιανούς, ν΄ αγωνιστή κι αυτός για την θρησκεία του Χριστού. Θέλοντας να ιδή με τα μάτια του τα μέρη, που γεννήθηκε κι έζησε ο Χριστός, ταξίδεψε στην Αίγυπτο, στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στη Μεσοποταμία. Στην Αίγυπτο γνώρισε και τον Άγιο Αντώνιο. Βλέπω στα μάτια σας, παιδιά μου, ν΄ αναγαλλιάζη η ψυχή σας ακούοντας τα ταξίδια αυτά, σα να τα ζηλεύετε. Μα λέτε, πως ήταν ευχάριστα τα ταξίδια αυτά; Εκείνον τον καιρό ούτε σιδηρόδρομοι υπήρχαν, ούτε ατμόπλοια, ούτε αυτοκίνητα. Μην ξεχνάτε, πως ούτε χρήματα είχε πια π Βασίλειος. Μην ξεχνάτε και πόσο κυνηγούσανε παντού τους Χριστιανούς και θα καταλάβετε πόσο βασανισμένο ήταν αυτό το μεγάλο ταξίδι του Βασιλείου. Σ΄ ένα άλλο του ταξίδι στον Πόντο, που είχε κι ένα πατρικό του κτήμα, αποφάσισε να ζήση κάμποσο καιρό στην ερημιά, μόνος του σαν καλόγερος. Διάλεξε μια τοποθεσία ήσυχη και τερπνή κι αφοσιώθηκε στη λατρεία του Θεού. Ακούστε, πως περιγράφει ο ίδιος, σ΄ ένα γράμμα στο φίλο του Γρηγόριο, τον τόπο, που διάλεξε να ζήση:                                                                                                                                                        --«Αφού απελπίστηκα πια, ότι θα μ΄ ακολουθήσης, ζήτησα καταφύγιο εδώ, στον Πόντο. Και ο Θεός μ΄ οδήγησε σ΄ έναν τόπο, που μ΄ ευχαριστεί πάρα πολύ. Θυμάσαι καμιά φορά, που παίζοντας πλάθαμε με τη φαντασία μας όμορφες τοποθεσίες; Τέτοιο είναι και το μέρος, που ζω σήμερα. Είναι ένα ψηλό βουνό σκεπασμένο από πυκνό δάσος. Εδώ κι εκεί τρέχουν κρύα και κατακάθαρα νερά. Στα πόδια του βουνού είναι μια πεδιάδα, που ποτίζεται άφθονα από τα νερά αυτά. Στην πεδιάδα αυτή μόνα τους έχουν φυτρώσει όλων των λογιών τα δέντρα και τόσο πυκνά, που καμιά φορά δυσκολεύεται κανένας να περάση. Μπροστά στην τοποθεσία αυτή δεν είναι τίποτε το νησί της Καλυψώς, που τόσο θαύμασε την ομορφιά του ο Όμηρος».                            
Πολλοί φίλοι του πηγαίνανε να τον ιδούν στην ερημική ζωή του• πήγε κι ο Γρηγόριος, μα πολύ λίγο έμεινε μαζί του, γιατί δεν του άρεσε η ζωή της ερημιάς.                                
Αλλά κι ο Βασίλειος αναγκάστηκε ν΄ αφήση τη μοναχική ζωή. Οι διωγμοί των Χριστιανών εξακολουθούσαν αγριώτεροι και η εξάπλωση της νέας θρησκείας του Χριστού κινδύνευε να σταματήση. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός προστάτευε με φανατισμό την ειδωλολατρεία.                                                                                                         
Γύρισε στην πατρίδα του ο Βασίλειος; Και χειροτονήθηκε παπάς, τον ίδιο σχεδόν καιρό με το Γρηγόριο. Με τη ρητορική του δύναμη έδωσε θάρρος στους κατατρεγμένους Χριστιανούς και με την απλή και φιλάνθρωπη ζωή του έδωσε το καλύτερο παράδειγμα του αληθινού Χριστιανού. Και όταν ένας μεγάλος λιμός ξαπλώθηκε σ΄ όλη την Καππαδοκία και τον Πόντο, ο Βασίλειος τρέχοντας παντού, μάζευε βοηθήματα από τους πλουσίους και μοίραζε στους φτωχούς και παρηγορούσε τους δυστυχισμένους, θυσιάζοντας και τη λίγη περιουσία, που του είχε απομείνει. Σε ηλικία σαράντα χρονών, ο Βασίλειος έγινε Επίσκοπος Καππαδοκίας κι έμεινε πάντα ο πατέρας του λαού κι ο φίλος των δυστυχισμένων. Φορώντας πάντα το ίδιο ράσο και τρώγοντας μόνο ψωμί και χόρτα, εξοικονομούσε ό,τι χρειαζόταν για τους φτωχούς κι έχτισε στην Καισάρεια μεγάλο νοσοκομείο και πτωχοκομείο. Κι έτσι όλος ο βίος του ήταν ένα πολύτιμο στήριγμα της χριστιανοσύνης.                                                                            
Ο νέος αυτοκράτορας Ουάλης—εχθρός κι αυτός του Χριστιανισμού—έστειλε στην Καισάρεια έναν αξιωματικό, το Μόδεστο, για να φοβίση το Βασίλειο και να τον αναγκάση να πάψη το κήρυγμά του και τις φιλανθρωπίες του. Ατάραχος έμεινε ο Βασίλειος στις φοβέρες του αξιωματικού.                                                                                        
–Πως, του λέει αυτός, δεν φοβάσαι τη δύναμή μου;                                                                   
--Και γιατί να τη φοβηθώ; Απάντησε ο Βασίλειος. Τι μπορείς να κάμης;                               
--Τι μπορώ να σου κάμω; Όλα είναι στην εξουσία μου. Μπορώ να δημέψω την περιουσία σου, μπορώ να σ΄ εξορίσω, μπορώ να σε βασανίσω ακόμη και να σε θανατώσω.                                                                                                                                             
–Με τίποτε άλλο να με φοβερίσης, γιατί αυτά δεν τα φοβούμαι. Τη δήμευση δεν τη φοβούμαι, γιατί δεν έχω τίποτε άλλο από δυο τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. Την εξορία δεν τη φοβούμαι, γιατί όλη τη γη τη θεωρώ πατρίδα μουθ. Τα βάσανα δεν τα φοβούμαι, γιατί το σώμα μου είναι τόσο αδύνατο, ώστε θα νεκρωθή, πριν προφτάσης να το βασανίσης. Και τέλος, δε φοβούμαι το θάνατο, γιατί αυτός θα με φέρη συντομώτερα κοντά στο Θεό.                                                                                                             
 –Ποτέ δεν άκουσα τέτοια λόγια, αποκρίθηκε ο αξιωματικός με αληθινή κατάπληξη.         
 –Γιατί και ποτέ δεν απάντησες αληθινό Επίσκοπο. Εμείς είμαστε ήσυχοι και ταπεινοί, όχι μονάχα μπροστά στο βασιλιά, αλλά και στον τελευταίο άνθρωπο. Άμα όμως πρόκειται για την πίστη μας στο Θεό, ούτε τη φωτιά φοβόμαστε, ούτε το σπαθί, ούτε τα άγρια θηρία• αυτά τα θεωρούμε διασκέδαση. Αυτά ας τα μάθη ο αυτοκράτορας μια για πάντα.                                                                                                                                                       
 –Τέτοιος, εξακολούθησε ο παπα-Θύμιος, ήταν, παιδιά μου, ο σπάνιος αυτός Επίσκοπος. Και με το ασθενικό του σώμα και μέσα σε πολλές κακουχίες αυτός εξακολούθησε να περιοδεύη παντού, να ελεή τους δυστυχισμένους, να παρηγορή τους θλιμμένους, να δίνη θάρρος στους βασανισμένους Χριστιανούς. Κι από τους κόπους και τις στερήσεις πέθανε σε ηλικία πενήντα χρονών, την ημέρα της πρωτοχρονιάς. Όλος ο τόπος έχασε τον πατέρα του και τον προστάτη του. Χιλιάδες απ΄ όλη την επαρχία έτρεξαν στην κηδεία του. Χριστιανοί και Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες έκλαψαν μαζί την ημέρα αυτή. Από τον πυκνό συνωστισμό πολλοί βρήκαν το θάνατο κι οι άλλοι τους καλοτύχιζαν, που πέθαναν μαζί με το Βασίλειο.           
–Και τώρα, παιδιά μου, είπε τελειώνοντας ο παπα-Θύμιος, ας ζητήσωμε την ευχή του Άϊ-Βασίλη και ας κόψωμε τη βασιλόπιτα για την καλή χρονιά.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ   Ε΄  ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΕΤΟΣ  1946.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Προσφυγικά κάλαντα.

Έτος ηχογρ. 1930     Ερμηνεύει η Ειρήνη Μπογιατζή.

Aρχιμηνιά κι αρχιχρονιά δεν έχομε παρηγοριά
κι αρχή κι αρχή καλός μας χρόνος εξορίστηκεν 
o
κόσμος .
Κι αρχή που ήρθε ο Χριστός ήρθε κεμαλικός στρατός
μες την- μες την μικράν Ασία και μας κάναν εξορία
και που να χτίσομε φωλιά ωσάν τα έρημα πουλιά
όλοι, όλοι μας κυνηγούνε και δεν θέ-και δεν θένε να μας δούνε .
Στην πόλη στην Αγιά Σοφιά θα χτίσομε καμπάνες
να βγουν τα μισοφέγγαρα, να στηριχτούν λαμπάδες
να βγουν οι τούρκοι απ τα τζάμια, να φύγουν κι οι χοτζάδες
να ρθουν τα ελληνόπαιδα με τους πατριαρχάδες
τότε θα χομε ελπίδα πως θα πά- πως θα πάμε στην πατρίδα.
Και του χρόνου και έτη πολλά.