Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος
μιλώντας περὶ ἐλευθερίας ἔλεγε: «Στὸν ἄνθρωπο, σὰν ὑλοπνευματικὸ ὂν
ἐμφανίζονται δύο θελήσεις σὰν ἐνδόμυχες ἑνὸς μὲν προσώπου, ἀλλὰ δύο ὑποστάσεων,
ἡ θέληση τοῦ πνεύματος κι ἡ θέληση τῆς σάρκας. Ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος θέλει κι
ἐπιθυμεῖ τὸ καλὸ σὰν οἰκεῖο ἐπιθυμητό, σὰν συμφυὲς ἀγαθό, σὰν δικό του νόμο.
Ἀλλὰ ὁ νόμος τῆς σάρκας, τῆς ἁμαρτίας ἀντιστρατεύεται πρὸς τὶς ἐνέργειες τῆς
ἀληθινῆς μας ἐλευθερίας κι ἐμποδίζει τὴν ἐμφάνιση τοῦ καλοῦ, ἐνῶ μᾶς ὑπαγορεύει
τὴν ἐργασία τοῦ κακοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει τὸ καλὸ ἐργάζεται ἐλεύθερα καὶ
σύμφωνα πρὸς τὴ θέληση τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου, κι εἶναι ἀληθινὰ ἐλεύθερος. Κι
ὅταν κάνει τὸ κακό, ἐργάζεται δουλικά, γιατί ἔχει ὑποταχθεῖ στὸ νόμο τῆς
ἁμαρτίας καὶ εἶναι ἀνελεύθερος καὶ δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Σύμφωνα μὲ αὐτὰ
ἐλεύθερος εἶναι αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ καλὸ καὶ δοῦλος ὅποιος κάνει τὸ κακό. Κι
ἀληθινὴ ἐλευθερία εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ φρονήματος τοῦ πνεύματος ποὺ κάνει τὸ
καλό, ψεύτικη ἐλευθερία εἶναι ἡ
ἐπικράτηση τοῦ φρονήματος τῆς σάρκας, ποὺ κάνει τὸ κακό».
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014
Ωδή ζ΄. Ο Ειρμός. (Aγ. Νικοδήμου) :
Σε τον εν πυρί
δροσίσαντα, Παίδας θεολογήσαντας, και Παρθένω ακηράτω ενοικήσαντα, Θεόν Λόγον
υμνούμεν, ευσεβώς μελωδούντες· ευλογητός ο Θεός, ο των Πατέρων ημών.
Ερμηνεία.
Ο παρών Ειρμός
αυτός αφ΄ εαυτού σχεδόν είναι εξηγημένος, διότι είναι σαφής εις όλους και
εύληπτος. Λέγει δε ο Μελωδός, ότι ημείς οι ορθόδοξοι Χριστιανοί υμνούμεν εσέ
τον ενυπόστατον Λόγον και Θεόν: «Εν αρχή, φησίν, ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην
προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος» (Ιω. α: 1), διότι εσύ πάλαι μεν εδρόσισας
με το πυρ της καμίνου τους αγίους τρεις Παίδας, οίτινες εθεολόγησαν εσέ
έμπροσθεν του Βασιλέως Ναβουχοδονόσορος· έλεγον γαρ οι τρισμακάριοι μετά
παρρησίας: «Ου χρείαν έχομεν ημείς περί του ρήματος τούτου αποκριθήναί σοι·
έστι γαρ Θεός ημών εν Ουρανοίς, ω ημείς λατρεύομεν, δυνατός εξελέσθαι ημάς εκ
της καμίνου του πυρός της καιομένης, και εκ των χειρών σου, Βασιλεύ, ρύσεται
ημάς» (Δαν. γ: 16-17). Εσύ, λέγω, Κύριε, το πυρ το καταναλίσκον, κατά το
γεγραμμένον (Δευτ. δ: 24), πάλαι μεν εδρόσισας τους τρεις Παίδας· τώρα δε επ΄
εσχάτων των χρόνων εκατοίκησας αφλέκτως εις την άφθορον Παρθένον· το αυτό γαρ
θαύμα ηκολούθησε και τότε και τώρα, και εκεί εν τη καμίνω και εδώ εν τη Παρθένω·
μάλλον δε και αληθέστερον ειπείν, το εν τη Παρθένω θαύμα είναι φοβερώτερον και
παραδοξότερον από το εις τους τρεις Παίδας γενόμενον· εκεί μεν γαρ εν τη καμίνω
το υλικόν πυρ αλησμόνησε να καίη, εδώ δε εν τη Παρθένω το πυρ το άϋλον και
θειότατον δεν έκαιε, και εκεί μεν το έξωθεν πυρ της καμίνου δεν έκαιε τους ένδοθεν
όντας νέους, εδώ δε συ το ένδοθεν άϋλον πυρ δεν έκαιες την έξωθεν περιέχουσάν
σε κοιλίαν της Θεοτόκου. Δια τούτο λοιπόν ημείς ευσεβώς μελωδούμεν και λέγομεν:
ευλογητός είσαι, ω Θεέ των Πατέρων ημών.
Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014
Μακαριστός Ιωάννης Κορναράκης καθ. Πανεπ. Αθηνών:
Γράφετε, σεβαστοί πατέρες, ότι οι οικουμενιστές πατριάρχες και λοιποί, αυτήν την παναίρεση του οικουμενισμού:
«την διδάσκουν “γυμνή τη κεφαλή”, την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στήν πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως μέ τούς αιρετικούς, με συμπροσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων και ποιμαντικές συνεργασίες»!
Με το κείμενο αυτό, περιγράφετε κατά λέξη τον ΙΕ΄ κανόνα της πρωτοδευτέρας, ο οποίος σας δίνει το δικαίωμα να διακόψετε το μνημόσυνο των πατριαρχών, αρχιεπισκόπων και επισκόπων.
Δεν το κάνετε όμως, και δεν θα το κάνετε ποτέ!
Εν τούτοις, με την στάση σας αυτή, παραλογίζεσθε.
Διότι αποφαίνεσθε ότι, οι οικουμενιστές «θέτουν εαυτούς εκτός της Εκκλησίας», εφ’ όσον παραβαίνουν κανόνες της Εκκλησίας.
Αλλά, άραγε, είναι εντός της Εκκλησίας οι ιερείς εκείνοι, οι οποίοι καταγγέλλουν ανωνύμως, απλώς με χαρτοπόλεμο -ανιαρό και ανίερο-, πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους;
Επιπλέον, τους αναγνωρίζουν, τους κάνουν, κάποτε, και δώρα, και δημοσίως τούς χαρακτηρίζουν ορθοδόξους θεολόγους;
Την στιγμή πού δεν κάνουν οι ίδιοι χρήση του κανόνος που γνωρίζουν, αλλά συμπορεύονται με αυτούς, τους οποίους αναγνωρίζουν και καταγγέλλουν ως οικουμενιστές, πρέπει να μην είναι, και αυτοί, μέλη της Εκκλησίας.
Θα ήσαν μέσα στην Εκκλησία, εφ’ όσον θα διέκοπταν το μνημόσυνο των οικουμενιστών προϊσταμένων τους· και, τότε, σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, θα ήσαν «ορθόδοξοι μετά τιμής της πρεπούσης», επειδή:
«ουχί σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτό, αλλά μάλλον ελευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδοεπισκόπων αυτών» (Πηδ. σ. 358).
Με το κείμενο αυτό, περιγράφετε κατά λέξη τον ΙΕ΄ κανόνα της πρωτοδευτέρας, ο οποίος σας δίνει το δικαίωμα να διακόψετε το μνημόσυνο των πατριαρχών, αρχιεπισκόπων και επισκόπων.
Δεν το κάνετε όμως, και δεν θα το κάνετε ποτέ!
Εν τούτοις, με την στάση σας αυτή, παραλογίζεσθε.
Διότι αποφαίνεσθε ότι, οι οικουμενιστές «θέτουν εαυτούς εκτός της Εκκλησίας», εφ’ όσον παραβαίνουν κανόνες της Εκκλησίας.
Αλλά, άραγε, είναι εντός της Εκκλησίας οι ιερείς εκείνοι, οι οποίοι καταγγέλλουν ανωνύμως, απλώς με χαρτοπόλεμο -ανιαρό και ανίερο-, πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους;
Επιπλέον, τους αναγνωρίζουν, τους κάνουν, κάποτε, και δώρα, και δημοσίως τούς χαρακτηρίζουν ορθοδόξους θεολόγους;
Την στιγμή πού δεν κάνουν οι ίδιοι χρήση του κανόνος που γνωρίζουν, αλλά συμπορεύονται με αυτούς, τους οποίους αναγνωρίζουν και καταγγέλλουν ως οικουμενιστές, πρέπει να μην είναι, και αυτοί, μέλη της Εκκλησίας.
Θα ήσαν μέσα στην Εκκλησία, εφ’ όσον θα διέκοπταν το μνημόσυνο των οικουμενιστών προϊσταμένων τους· και, τότε, σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, θα ήσαν «ορθόδοξοι μετά τιμής της πρεπούσης», επειδή:
«ουχί σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτό, αλλά μάλλον ελευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδοεπισκόπων αυτών» (Πηδ. σ. 358).
Μέγας Βασίλειος: Ποιος σου έδωσε τα πλούτη;
Πόση μεγάλη χάρη έπρεπε να χρωστάς εις τον ευεργέτη, πόσο να είσαι
χαρούμενος και να λαμπρύνεσαι με την τιμή, διότι ο ίδιος δεν ενοχλείς την
πόρτα των άλλων, αλλά άλλοι κρούουν τις δικές σου! Τώρα δε είσαι κατσούφης
και αποκρουστικός, αποφεύγων τις απαντήσεις , μη τυχόν κάπου αναγκασθής να
βγάλης έστω και ολίγο από τα χέρια σου. Μία λέξη γνωρίζεις∙ δεν έχω∙ Ούτε θα
δώσω , διότι είμαι πτωχός. Πράγματι πτωχός είσαι και στερείσαι απ’ όλα τα
αγαθά. Πτωχός από φιλανθρωπίαν, πτωχός από πίστη εις τον Θεόν, πτωχός από
ελπίδα αιώνιο. Κάμε συμμέτοχους εις τα σιτηρά τους αδελφούς. Αυτό που αύριο σαπίζει, δώσε το σήμερα εις τον έχοντα ανάγκη. Η χειρότερα μορφή της
πλεονεξίας είναι το να μη δίδη κανείς εις τους ενδεείς ούτε από αυτά που
φθείρονται.
Ποίον, λέγει, αδικώ με το να προστατεύσω τα ιδικά μου; Ποία, πες μου, είναι ιδικά σου; Από πού τα έλαβες και τα έφερες εις τη ζωή; Όπως όταν κάποιος , αφού καταλάβη εις το θέατρο θέση θέας, εμποδίζη έπειτα τους εισερχόμενους με το να νομίζη δικό του αυτό που είναι κοινό κατά τη χρήση εις όλους, τέτοιοι είναι και οι πλούσιοι. Δηλαδή, αφού εκ των προτέρων εκυρίευσαν τα κοινά αγαθά, τα ιδιοποιούνται λόγω του ότι τα επρόλαβαν. Διότι, εάν ο καθένας , κρατούσε αυτό που χρειάζεται δια να θεραπεύση τις ανάγκες του, άφηνε το περίσσευμα εις τον έχοντα ανάγκη, τότε κανένας δεν θα ήταν πλούσιος , κανένας δε θα ήταν φτωχός.
Δεν εξήλθες γυμνός από τη κοιλιά; Δεν θα επιστρέψης και πάλι γυμνός εις τη γη; Αυτά δε που έχεις τώρα από πού τα έχεις ; Εάν μεν λέγης ότι από τη τύχη είσαι άθεος, διότι δεν γνωρίζεις τον δημιουργό, ούτε ευχαριστείς τον δοτήρα. Εάν δε αποδέχεσαι ότι από τον Θεόν είναι, πες μου τον λόγο δια τον οποίο τα έλαβες. Μήπως ο Θεός είναι άδικος που άνισα μοιράζει εις ημάς τα αναγκαία δια τη ζωή; Διατί εσύ πλουτείς και εκείνος είναι πτωχός; Δια κανένα άλλο λόγο παρά δια να λάβης εξάπαντος και εσύ τον μισθόν της αγαθότητος και της καλής διαχειρίσεως και εκείνος δια να τιμηθή με τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.
Ποίον, λέγει, αδικώ με το να προστατεύσω τα ιδικά μου; Ποία, πες μου, είναι ιδικά σου; Από πού τα έλαβες και τα έφερες εις τη ζωή; Όπως όταν κάποιος , αφού καταλάβη εις το θέατρο θέση θέας, εμποδίζη έπειτα τους εισερχόμενους με το να νομίζη δικό του αυτό που είναι κοινό κατά τη χρήση εις όλους, τέτοιοι είναι και οι πλούσιοι. Δηλαδή, αφού εκ των προτέρων εκυρίευσαν τα κοινά αγαθά, τα ιδιοποιούνται λόγω του ότι τα επρόλαβαν. Διότι, εάν ο καθένας , κρατούσε αυτό που χρειάζεται δια να θεραπεύση τις ανάγκες του, άφηνε το περίσσευμα εις τον έχοντα ανάγκη, τότε κανένας δεν θα ήταν πλούσιος , κανένας δε θα ήταν φτωχός.
Δεν εξήλθες γυμνός από τη κοιλιά; Δεν θα επιστρέψης και πάλι γυμνός εις τη γη; Αυτά δε που έχεις τώρα από πού τα έχεις ; Εάν μεν λέγης ότι από τη τύχη είσαι άθεος, διότι δεν γνωρίζεις τον δημιουργό, ούτε ευχαριστείς τον δοτήρα. Εάν δε αποδέχεσαι ότι από τον Θεόν είναι, πες μου τον λόγο δια τον οποίο τα έλαβες. Μήπως ο Θεός είναι άδικος που άνισα μοιράζει εις ημάς τα αναγκαία δια τη ζωή; Διατί εσύ πλουτείς και εκείνος είναι πτωχός; Δια κανένα άλλο λόγο παρά δια να λάβης εξάπαντος και εσύ τον μισθόν της αγαθότητος και της καλής διαχειρίσεως και εκείνος δια να τιμηθή με τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.
Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014
Φώτης Κόντογλου - Γιάννης ὁ Εὐλογημένος!
O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα,
πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ
καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿
ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿
ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε
τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε
κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό,
καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ
ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες, καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε
σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ
πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε,
βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα
κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι
μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας
κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες
οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ
νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.
*
* *
* *
Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ
ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ
παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ
δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ
ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε
στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε:
«Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας
διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ
σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους
καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω
σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν
παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι
ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα
μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».
Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα
λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια.
Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη.
αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος,
πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα»,
καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ
κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά
σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ
προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ
ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί
του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια,
κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ
τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε
τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες
φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα
ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ
διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ
καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε
καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια
εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ
γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του
ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι
ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος
πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα
τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς
κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε
τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ
μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ
καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε
ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι
τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά
του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς
Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν
πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.
*
* *
* *
Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ
πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη.
Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος,
μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο
ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ
μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».
Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ
τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿
ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿
εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν
αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα
βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια.
Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς
«Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ
ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του
εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη
κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν
Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς
νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι,
Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι
ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ
ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ
ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ
κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε
«τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες
τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου
τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς»,
«τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος:
«Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα,
Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε
ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ
εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ
Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες
πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά
῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ
κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα:
«Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ
ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου
τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος,
ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...
Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
