Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

H Ανάστασις είναι η αρχή, το κέντρον και η ανακεφαλαίωσις όλου του απολυτρωτικού έργου της θείας ευδοκίας.



 Όλαι αι εορταί της Εκκλησίας υπομνηματίζουν τα γεγονότα, που αποτελούν τας διακεκριμένας φάσεις του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Η τελική φάσις είναι η Ανάστασίς Του, την οποίαν ολοκληρώνουν η θεία Ανάληψις και η αγία Πεντηκοστή, καθ’ ην ιδρύεται η Εκκλησία. Αλλ’ η Ανάστασις είναι η αρχή, το κέντρον και η ανακεφαλαίωσις όλου του απολυτρωτικού έργου της θείας ευδοκίας. Η Ανάστασις καθορίζει τι ήμεθα πρότερον, τι εγίναμεν μετά την συνανάστασίν μας και τι οφείλομεν να είμαθα. Είναι τόσον θεμελιώδους σημασίας η Ανάστασις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δια την ζωήν μας, ώστε εις τον κύκλον του ενιαυτού να την εορτάζωμεν πεντήκοντα δύο φοράς κατά τον λαμπρότερον τρόπον. Εκτός του ότι, οσάκις κοινωνούμεν του τεθεωμένου Σώματος και Αίματος του Χριστού, μυστηριωδώς Πάσχα επιτελούμεν. Η σημασία της Αναστάσεως δεν εξαντλείται εις την αρνητικήν άποψιν, που διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος, καθ’ ην «εάν ο Χριστός δεν ανέστη, άρα ματαία ημών η πίστις». Δεν εξαντλείται εις το γεγονός, ότι ο Χριστιανισμός πίπτει ή ίσταται δια της Αναστάσεως ή όχι του Χριστού. Η Ανάστασις αποτελεί τόσον μέγα γεγονός, ώστε χωρίς αυτήν να μη δυνάμεθα να εννοήσωμεν τίποτε από την Ενσάρκωσιν του Θεού Λόγου, ούτε από την χριστιανικήν καθ’ όλου διδασκαλίαν, ούτε από το Πάθος και τον Σταυρόν.
Η Ανάστασις του Κυρίου Ιησού ενοποιεί όλας τας επί μέρους φάσεις της επί γης παρουσίας Του και συμπυκνώνει όλας τας συνεπείας της ενανθρωπήσεώς Του, ως τελικόν σκοπόν και ως θρίαμβον της πνευματικής και ηθικής δυνάμεως. Δια της Αναστάσεως φανερούται τι είναι Θεός και τι άνθρωπος. Μόνον υπό του φωτός της Αναστάσεως δυνάμεθα να αντιληφθώμεν το μεγαλείον του Θεού και το μεγαλείον του ανθρώπου. Προσλαμβάνει ο Θεός την ανθρωπίνην φύσιν, την πεπτωκυίαν και εμπαθή και την θεώνει. Εντεύθεν ο άνθρωπος δεν είναι πλέον «σαρξ και αίμα», αλλά θεός κατά χάριν, είναι «θείας φύσεως κοινωνός». Δεν γίνεται θεός κατά χάριν μετά θάνατον, αλλ’ είναι απ’ εδώ θεός. Ζων εν σαρκί, συμπεριφέρεται ως θεός, ως λέγει Κλήμης ο Αλεξανδρεύς. Ο χρόνος της παρούσης ζωής, μεθ’ όλων των παρακολουθημάτων αυτής, εισέρχεται μεταποιημένος πνευματικώς εντός της αχρόνου αιωνιότητος, προς την οποίαν κατευθυνόμεθα. Η παρούσα ζωή, δια της Αναστάσεως του Χριστού, κατέστη απλούν κλάσμα χρονικόν της μελλούσης, όπου, των «εσόπτρων λυθέντων», θα μετέχωμεν «εκτυπώτερον», δηλ. ουσιαστικώτερον, της ζωής του Χριστού και πληρέστερον θα απολαμβάνωμεν της χορηγηθείσης εντεύθεν μακαριότητος.
Η μακαριότης είναι η εν Θεώ ζωή, που ανέτειλεν από τον Όλβιον Τάφον του Χριστού, ως χαρά, ως ειρήνη, ως φως, ως αγάπη, που αποτελούν όχι απλώς θεία δωρήματα, αλλά χορηγίας ενυποστάτων θείων ενεργειών, αι οποίαι διήκουν εις ολόκληρον την ψυχήν και το πνεύμα και τον νουν. 

Ορθόδοξος Τύπος :

...Και οι άγιοι Ιερομόναχοι και Μοναχοί του Αγίου Όρους, της Πάτμου, της Κρήτης ας υψώσουν το κέρας της διαμαρτυρίας αυτών έως άνω ουρανού και ας είπουν εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην το ιστορικόν ¨Ουκ έξεστί Σοι» , δηλαδή το μέγα «ΟΧΙ» της Ορθοδοξίας δια τας σαφώς προς το Δόγμα και  τας διαγορεύσεις των Πατέρων και της Ιεράς Παραδόσεως, παραδόξους και αλλοκότους και ασυγχόρδους πράξεις του. Οι Μοναχοί ούτοι δεν δύνανται πλέον  να μετέχουν της κακοφώνου, κακοδόξου και αιρετικής συναυλίας, την οποίαν διευθύνει ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μικρόν λογιζόμενος το βαρύ και ένδοξον παρελθόν του οποίου τυγχάνει εφ΄ όρκω συνεχιστής. Θα ευαρεστήσουν  τω Θεώ οι Επιστάται και Μοναχοί του Αγίου Όρους, εάν, συνολικώς παύοντες την μνημόνευσιν του Οικουμενικού, αποτάξωσιν εαυτούς της μερίδος των Νέο-Αιρετικών του Φαναρίου, σώζοντες τας ψυχάς των και περιφυλάσσοντες την Ορθοδοξίαν.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΙ

Ο ευσεβής και φιλόθεος Ορθόδοξος χριστιανός πουθενά δεν θα εύρισκε τόσον πλήρη ερμηνείαν του νοήματος της Αναστάσεως του Κυρίου Ιησού, ως και των άλλων Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, από το «Εορτοδρόμιον» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Το βιβλίον αυτό έχει ιδιαιτέραν χάριν, όχι μόνον διότι εγράφη δια χειρός ηγιασμένης, αλλά και διότι εις τας σελίδας του συγκεντρούνται αι άκτιστοι ακτίνες του Αγίου Πνεύματος, ως Υμνολογία, ως ηθική φιλοσοφία, ως δογματική έκθεσις, ως Μυστική Θεολογία, ως πλούτος Πατερικής Γραμματολογίας. Ο ακάματος και θεοφώτιστος συγγραφεύς του συνεπύκνωσεν ό,τι θειότερον παρήγαγεν η ένθεος καρδία και ο θεόληπτος νους των αγίων Πατέρων, εν τη ερμηνεία όλων των φάσεων της θείας Οικονομίας, της Σταυρικής Θυσίας και της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου, και ό,τι ευηχέστερον ως μουσουργικόν και αιθέριον Υμνολόγημα μας έδωσεν η πνευματοκίνητος λύρα των μελωδών και καλλικελάδων αηδόνων της αγιωτάτης Εκκλησίας μας. Μέσα σε είκοσι πέντε σελίδας του «Εορτοδρομίου», μαθαίνει ο ορθόδοξος Χριστιανός το μέγα μυστήριον της Αναστάσεως του Χριστού μας, όπως το συνέλαβον οι θείοι Πατερικοί νόες και μυσταγωγείται εις τα υψηλά νοήματα της «εορτής των εορτών». Αλλά και δονείται την καρδίαν από τα θεία απηχήματα της μελωδικής κιθάρας του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ο οποίος—δια να μεταχειρισθώ την ιδίαν φράσιν του αγίου Νικοδήμου—«ελάμπρυνε την Λαμπράν ο λαμπρός Μελωδός με τας λαμπράς ρήσεις του λαμπροτάτου πανηγυριστού Γρηγορίου του Θεολόγου, ίνα εκ λαμπρού πανηγυριστού, υπό λαμπρού Μελωδού, δια λαμπρού ήχου, με λαμπράς ρήσεις, λαμπρώς το λαμπρόν της λαμπράς ημέρας συγκροτήται μέλος κατά την δις δια  πασών συμφωνίαν…».


Ανοίγω το «Εορτοδρόμιον» εις τον Κανόνα του Αγίου Πάσχα. Ο Κανών εμελουργήθη υπό του αγίου Ιωάννου, «του λαμπρού τον βίον, λαμπροτέρου τον λόγον και λαμπροτάτου την ψυχήν». Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος κατανοήσεως του βάθους, των κινήσεων και βιωμάτων μιας ψυχής, από το άσμα που γράφει η ιδία και αναμέλπει η ιδία. Λέγουν οι σοφοί ότι η ψυχολογία ενός λαού καθρεπτίζεται εις τα τραγούδια του. Δεν υπάρχει ασφαλέστερος τρόπος κατανοήσεως ενός θείου και υπερφυούς γεγονότος, όπως είναι η Ανάστασις του Κυρίου, από το πώς την συνέλαβεν ένας μέγας και πεφωτισμένος νους και ποίας «αντιδράσεις» εξεδήλωσε. Τι σημασίαν έχει αν ημείς, ατελέστατοι και εμπαθέστατοι και μικρόνοες και αφώτιστοι, αντιλαμβανώμεθα κατά τον ένα ή άλλον τρόπον, μέχρι του βαθμού τούτου ή του άλλου, την υπερφυσικήν και ανέκφραστον εις μεγαλείον Ανάστασιν του Θεανθρώπου Χριστού; Σημασίαν έχει πως το συνέλαβον οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες. Και το πνεύμα αυτό των αγίων Πατέρων το παίρνει η αγία Εκκλησία μας και το δίδει εις τα τέκνα της, προς διδαχήν και προς ψυχικήν συμμετοχήν εις την χαράν της. Ο κανών της Αναστάσεως, που ψάλλεται εις τους ιερούς Ναούς μας, αποτελεί το καθρέπτισμα της ψυχής του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ισταμένου εκθάμβου και εκστατικού ενώπιον του εν θείω και ακτίστω φωτί εξαστράπτοντος Χριστού. Και το πνευματικόν αυτό καθρέπτισμα γίνεται εις ημάς διδαχή, γίνεται σκίρτημα καρδίας, γίνεται αγάπη, γίνεται κατάνυξις, ταπείνωσις, θαυμασμός, ευγνωμοσύνη. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ως δέκτης καλός, παίρνει τα νοήματα των αγίων Πατέρων, εξαιρέτως του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, και τα μεταποιεί εις τα ποιητικά του μέτρα και εις τα υμνολογικά μέλη, όπως ο σοφός αρχιτέκνων κάνει ορθήν χρήσιν των υλικών που διαθέτει, δια να ανεγείρη ένα καλλιτεχνικόν οικοδόμημα. Τοιούτον οικοδόμημα είναι ο κανών του αγίου Πάσχα. Μικραί και λιταί φράσεις διακρίνουν τα τροπάρια και τους ειρμούς όλου του κανόνος. Αλλά πόσον βάθος; Τι έξαρσις ψυχής, τι ενθουσιασμός, ποία χαρά πνευματική, ποία λαμπρότης φωτός! Ιδού τι λέγει: Λαοί λαμπρυνθώμεν. Ηημέρα είναι ημέρα αναστάσεως. Είναι Πάσχα Κυρίου. Ο Χριστός μας διεβίβασεν από του θανάτου εις την ζωήν και από την γην προς τον ουρανόν! Ω, πόσον αναίσθητος πρέπει να είναι κανείς, ίνα μη συγκλονίζεται από την είδησιν, ότι από τον θάνατον ήλθομεν εις την ζωήν και από την γην την αμαρτωλήν και θλιβεράν ανέβημεν εις τον ουρανόν της αιωνίου χαράς και του ανεσπέρου φωτός! Ο ίδιος μουσουργός όμως παραγγέλει ότι δια να ίδωμεν εξαστράπτοντα μέσα εις το φως το απρόσιτον της Αναστάσεως τον Χριστόν, τον χαιρετώντα πάσαν την κτίσιν, πρέπει να καθαρθώμεν κατά τας αισθήσεις της ψυχής και του σώματος. Και όπως λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Καθαρτέον πρώτον εαυτόν είτα τω καθαρώ προσομιλητέον». Και εκείνος που δεν είναι καθαρός εις την πνευματικήν όρασιν και ακοήν είναι νεκρός. Ύστερα, ένθους ο μουσουργός Ιωάννης, συγκαλεί τους ουρανούς να ευφρανθούν επαξίως του μεγίστου τούτου γεγονότος της Αναστάσεως. Καλεί την γην εις αγαλλίασιν. Και συγκαλεί τον ορατόν και αόρατον κόσμον εις θείον εορτασμόν. Ο Χριστός ανέστη και η ευφροσύνη είναι αιώνιος. «Έστω κοινή πανήγυρις ουρανίων και επιγείων Δυνάμεων· πείθομαι γαρ κακείνας συναγάλλεσθαι και συμπανηγυρίζειν σήμερον, είπερ εισί φιλάνθρωποι και φιλόθεοι», λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος.                                                                                                      
Ο θείος Ιωάννης βλέπει κατόπιν τον όλβιον Τάφον του Χριστού, ως αφθαρσίας πηγήν και καλεί τους πιστούς να πίωμεν πόμα καινόν, με το οποίον στερεούμεθα εις την πίστιν και την αγάπην του Σωτήρος μας. Αλλ’ εις μίαν στιγμήν των εμπνεύσεών του ο ποιητής βλέπει πάντα να πληρούνται φωτός, ο ουρανός, η γη και αυτά τα καταχθόνια. Και εντεύθεν καλεί πάσαν την κτίσιν να εορτάση την έγερσιν του Χριστού, εν τη πίστει του οποίου εστερεώθη!                                                               
Έτσι, λοιπόν, ο ιερός μελωδός συνεχίζει την συγγραφήν και δομήν του Αναστασίμου Κανόνος, πότε βλέπων τον εαυτόν του ως μονάδα του ανθρωπίνου γένους, του πιστεύσαντος εις τον Χριστόν, συνθαπτόμενον με τον Χριστόν χθες, συνεγειρόμενον σήμερον δια της Αναστάσεως, συσταυρούμενον και συνδοξαζόμενον εν τη βασιλεία του· πότε μετά του Αββακούμ ιστάμενος και βλέπων τον άγιον Άγγελον ευαγγελιζόμενον την ανάστασιν και την σωτηρίαν του κόσμου, και πότε οραματίζεται τον Χριστόν ως «άρσεν διανοίξαν την παρθενεύουσαν νηδύν», άμωμον δε αμνόν και άγευστον κηλίδος, ως Πάσχα και ως Θεόν αληθινόν. Άλλοτε τον βλέπει ως αμνόν, θυσιαζόμενον εκουσίως υπέρ πάντων, ως Πάσχα καθαρτήριον των αμαρτιών και ως ωραίον ήλιον της δικαιοσύνης εξερχόμενον του τάφου. Και άλλοτε ενορά τον προφήτην και Θεοπάτορα Δαβίδ προ της σκιώδους Κιβωτού, αναπηδώντα και σκιρτώντα από χαράν, και συμβολίζοντα την ευφροσύνην την ένθεον του αγίου λαού του Θεού, των χριστιανών ομολογούντων την ανάστασιν του Ιησού.                                                                                                                                                       
Η ψυχή του θείου Ιωάννου διαγράφει μίαν πνευματικωτάτην κίνησιν, θεόληπτος και εκδημούσα προς τον Σωτήρα και πάσχουσα το θείον του έρωτος πάθος και μαζί του «συγκινείται» και σύμπασα η Εκκλησία των ευσεβών, την οποίαν καλεί να ορθρίση όρθρου βαθέος, ωσάν τας μυροφόρους γυναίκας και αντί μύρου, να προσφέρη ύμνους λατρείας προς τον Ήλιον της δικαιοσύνης Χριστόν, που ανατέλλει και χαρίζει εις τον κόσμον ζωήν αληθή. Εδώ πάλιν καλεί την Εκκλησίαν, δια να ίδη τον Χριστόν κατερχόμενον εις τον Άδην. Και να ίδη, πως αι ψυχαί μέσα στο σκότος βλέπουσαι το φως του Χριστού έσπευδον προς αυτόν, και αισθανόμεναι την άμετρόν του ευσπλαχνίαν, αγαλλόμεναι εκρότουν εν χαρά την απελευθέρωσίν των, το Πάσχα το αιώνιον. Έτσι, λοιπόν, συνεχίζεται η ιερά μελωδία του Αναστασίμου Κανόνος και αι ψυχαί των χριστιανών, όλης της Εκκλησίας, ακολουθούσα τα σκιρτήματα της καθαράς και τετρωμένης τω θείω έρωτι ψυχής του Δαμασκηνού, προσέρχονται λαμπαδηφόροι προς τον εξελθόντα εκ του μνημείου Χριστόν και συνεορτάζουν ταις αγγελικαίς και φιλεόρτοις τάξεσι το Πάσχα του Θεού το σωτήριον του κόσμου. Και δια μέσου υψηλών νοημάτων περί την ένδοξον Ανάστασιν και των υπερφυών συνεπειών της και από άσματος εις άσμα, ο θείος χρυσορρόας Ιωάννης καταντά εις την ενάτην ωδήν, το άσμα των ασμάτων της ασματικής του θεολογικής σάλπιγγος. Μόνον τρία τροπάρια είναι. Αλλά πόσον φως, πόση χαρά, πόση τέρψις της Θεοτόκου! Φωτίζου, φωτίζου, αγία Εκκλησία μας που είσαι η νέα Ιερουσαλήμ. Η δόξα του Κυρίου σε σένα ανέτειλε. Ψάλλε και αγάλλου, Σιών πνευματική. Και συ, Αγνή Θεοτόκε, η υπεραλγήσασα, τέρπου εις την έγερσιν του τόκου σου! Το δεύτερον τροπάριον είναι η φωνή της Εκκλησίας προς τον Νυμφίον της Χριστόν. Ω θείας! Ω φίλης! Ω γλυκυτάτης σου φωνής! Εν πόθω η Εκκλησία και εν μυστική μεταρσιώσει λέγει προς τον ποθούμενον Χριστόν—τον Νυμφίον της. Συ επηγγείλω ότι θα είσαι πάντοτε, μέχρι τερμάτων αιώνων, θα είσαι μαζί μας. Αυτήν την υπόσχεσίν σου ημείς οι πιστοί την έχομεν ως άγκυραν ελπίδος, δια τούτο και ζώμεν εν αγαλλιάσει. Αλλ’ ο εκστατικός ιεροψάλτης Δαμασκηνός, εκφράζων τους πόθους της Εκκλησίας, δεν αρκείται εις την εντρύφησιν του Κυρίου Ιησού, αλλά ζητεί ζωντανωτέραν επαφήν, θέλει «εκτυπωτέραν» κοινωνίαν. Και εις το τρίτον τροπάριον εν επιθυμία πολλή και ακορέστω αγάπη η Εκκλησία, βλέπουσα ως πανευδαίμων Νύμφη προς τον Νυμφίον της Χριστόν λέγει: Ω Πάσχα το μέγα και ιερώτατον Χριστέ! Συ που είσαι Σοφία και Λόγος και Δύναμις Θεού, αξίωσέ με με όλα τα τέκνα μου να ευρεθώ εις την χωρίς εσπέραν ημέραν της βασιλείας σου και να ζω εν Σοι και Συ εν εμοί, χωρίς τους τύπους του παρόντος αιώνος…

Ας παρακαλέσωμεν, αγαπητοί αδελφοί, τον Αναστάντα Χριστόν να νεκρώση μεν—ως λέγει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης—τους εν τη καρδία μας παρακαθημένους λογισμούς και Δαίμονας, να αναστηθή δε αυτός μέσα μας, υπερβαίνων ως σφραγίδας τους εν τη ψυχή μας ευρισκομένους εμπαθείς τύπους και προλήψεις της αμαρτίας. Αμήν.

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Φώτης Κόντογλου -- Οἱ Νεομάρτυρες, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας

Τὸ νὰ μιλᾷ κανένας σήμερα καὶ νὰ γράφει γιὰ κάποια πράγματα τῆς θρησκείας, ὁ πολὺς κόσμος τὸ νομίζει γιὰ ἀνοησία. Καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνοησία ἔχει τὴν ἰδέα πῶς εἶναι τὸ νὰ γράφει γιὰ τοὺς ἅγιους μάρτυρες, καὶ μάλιστα γιὰ κείνους ποὺ μαρτυρήσανε κατὰ τὰ νεότερα χρόνια ποὺ βασιλεύανε οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὴ χριστιανοσύνη, ἐπειδὴς ὁ λίγος καιρὸς ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπ᾿ αὐτοὺς κάνει ὦστε νὰ τοὺς νοιώθουμε πολὺ κοντά μας, ἀνθρώπους σὰν κ᾿ ἐμᾶς, ἐνῷ τοὺς ἀρχαίους μάρτυρες τοὺς βλέπουμε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ποὺ περάσανε ἀπὸ τότε ποὺ μαρτυρήσανε καὶ στὴ φαντασία μας παρουσιάζονται εὐκολότερά με τὸν φωτοστέφανο τοῦ ἁγίου.

Κανένας λαὸς δὲν ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ἔχυσε ὁ δικός μας, ἀπὸ καταβολὴ τοῦ χριστιανισμοῦ ἴσαμε σήμερα. Κι αὐτὸς ὁ ματωμένος ποταμὸς εἶναι μια πορφύρα ποὺ φόρεσε ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, καὶ ποὺ Θά ῾πρεπε νὰ τὴν ἔχουμε γιὰ τὸ μεγαλύτερο καύχημα, κι ὄχι νὰ τὴν καταφρονοῦμε καὶ νὰ μὴ μιλοῦμε ποτὲ γι᾿ αὐτή, καὶ μάλιστα νὰ ντρεπόμαστε νὰ μιλήσουμε γι᾿ αὐτή, σὲ καιρὸ ποὺ δὲ ντρεπόμαστε γιὰ τὶς πιὸ ντροπιασμένες καὶ σιχαμερὲς παραλυσίες ποὺ κάνουνε οἱ ἄνθρωποι στὸν ἀδιάντροπο καιρό μας.
Ἑμεῖς οἱ σημερινοὶ πονηρεμένοι ἄνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιὰ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας, καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν εὐαισθησία της, μ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ γιατρικὰ ποὺ λέμε πῶς ἔχουμε. Καὶ γι᾿ αὐτὸ περιφρονοῦμε καὶ τοὺς λέμε ἀνόητους ἐκείνους ποὺ δὲν κοιτάζουνες τὸ ὑλικὸ συμφέρο τους, ἀλλὰ κάνουνε κάποιες θυσίες. Κατὰ πολὺ ἀνόητους καὶ μικρόμυαλους θεωροῦμε ἐκείνους ποὺ θυσιάσανε τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τους, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἁμαρτωλὴ κρίση μας, δὲν κοιτάξανε νὰ χαροῦνε τὰ νιάτα τους καὶ ν᾿ ἀπολάψουνε τοῦτον τὸν κόσμο, ποὺ εἶναι χειροπιαστὸς καὶ σίγουρος, ἀλλὰ βασανιστήκανε, φυλακωθήκανε, δαρθήκανε καί, στὸ τέλος, σφαχτήκανε ἢ κρεμαστήκανε, οἱ ἄμυαλοι, γιὰ κάποιους ἴσκιους ποὺ λέγουνται ἀθάνατη ζωὴ καὶ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...
... Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια βροντοφωνεῖ πῶς ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὰ μαρτύρια ποὺ τραβᾷ ἀπὸ αἰῶνες, εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ βλογημένη ἀπὸ τὸν Κύριο, κι ὄχι ἡ Δυτική, ἡ καλοπερασμένη ἡ ὑπερήφανη ἀφέντρα, ποὺ ὄχι μονάχα τὸ αἷμα της δὲν ἔχυσε γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἔκαιγε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν τῆς ἤτανε ὑπάκουοι.
 Οἱ δικοί μας οἱ ἅγιοι, ποὺ μαρτυρήσανε στὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε σκλάβοι στοὺς Τούρκους, ἤτανε ταπεινοί, ἁπλοί, λιγομίλητοι, μὲ τὴ φωτιὰ τῆς πίστης στὰ στήθιά τους, ἀπονήρευτοι κι ἀγράμματοι, ἀφοῦ τὸ μόνο ποὺ γνωρίζανε νὰ λένε μπροστὰ στὸν ἀγριεμένο τὸν κριτὴ ἤτανε «Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θ᾿ ἀποθάνω!» Νέοι ἄνθρωποι, παλικάρια ἀπάνω στ᾿ ἄνθος τῆς νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερὰ νὰ παραδοθοῦνε γιὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, κι ἀντὶς ἀρραβωνιάσματα καὶ σφαζόντανε σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ἡ κρεμαζόντανε μὲ τὴ θελιά, στὸν λαιμό τους καί, γιὰ νὰ τοὺς τυραγνᾶνε περισσότερο οἱ ἄπιστοι, κόβανε τὸν λαιμό τους σιγὰ-σιγὰ μὲ στομωμένα μαχαίρια ἢ τοὺς χωρίζανε μὲ σάπια σχοινιὰ ποὺ κοβόντανε, γιὰ νὰ τοὺς ξανακρεμάσουνε. Καὶ τὰ μόνα ποὺ ξέρανε ἀπὸ τὴ Θρησκεία μας οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἤτανε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶπε: «Ὅποιος μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στους ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κὶ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό, κι ὅποιος μ᾿ ἀρνηθεῖ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ κ᾿ εγώ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό». Καθὼς καὶ τὰ λόγια, τοῦτα, ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: «Μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ κείνους ποὺ σκοτώνουνε τὸ σῶμα, μὰ ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ σκοτώσουνε τὴν ψυχή», καί: «Ὅποιος χάσει τὴ ζωή του γιὰ τ᾿ ὄνομά μου, αὐτός θὰ ζήσει στην αἰώνια ζωή».

 Ὤ! Τι ὕψος καὶ πόση πνευματικὴ εὐπρέπεια εἶχε ἡ φυλή μας, τὸν καιρὸ ποὺ θαρροῦμε ἐμεῖς πὼς ἤτανε ἀγράμματη καὶ βάρβαρη. Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί, εἴμαστε βάρβαροι, ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε ὅσο πρέπει την εὐγένεια καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θυσίας γιὰ τ᾿ ὄνομα του Χριστοῦ, ποὺ τὴν προσφέρανε μὲ τὰ κορμιά τους ἐκείνοι οἱ λεονταρόψυχοι, ποὺ γι᾿ αὐτούς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, μήτε ἀπὸ θέλημα της σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀντρός, ἀλλὰ πὼς γεννηθήκανε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ γενεὰ ἡ δική μας, «ἡ μοιχαλὶς καὶ ἁμαρτωλός», ἂς κάνει τὸν ἔξυπνον ἐκεῖ ποὺ δὲν χωρᾷ καμιὰ ἐξυπνάδα, ἂς περιπαίζει ἐκείνους ποὺ δώσανε τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Θὰ ἔρθει μέρα ποὺ θὰ δώσει ἀπολογία καὶ σὲ τοῦτο τον κόσμο καὶ στὸν ἄλλον, καὶ τότε θὰ καταλάβει σὲ τί σκοτάδι βρισκότανε...

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Αλλοίμονον! Αι κορυφαί της Ορθοδοξίας, επί το έργον της προδοσίας!

Περί της συντελουμένης Καϊαφαϊκής προδοσίας πλειστάκις έχομε γράψει. Τα Ορθόδοξα «Άγια των Αγίων» μολυνθέντα ήδη, δια της κατακριτέας αυτομολήσεως των «Ορθοδόξων» Προκαθημένων των, προς τον οργανισμόν του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), ασφυκτιούν θανασίμως εκ  της «συνεργασίας» και «συνυπάρξεως» του εναγκαλισμού του επαράτου Οικουμενισμού, όστις, ως προσφυώς ελέχθη, «μη έχων όρια ο ίδιος αγωνίζεται να εξαφανίση και καταστρέψη τα όρια της Εκκλησίας του Χριστού». Ήδη, συζητείται, όχι μόνον περί ενώσεως με όλους τους Χριστιανούς ακόμη και με Ιουδαίους, αλλά και ότι πας ζων επί της γης, είναι μέλος της «Εκκλησίας», δηλ. της … «Παγκοσμίου εκκλησίας» των Οικουμενιστών! Απολύτως πιστεύομεν, ότι η των Εικονομάχων κακοδοξία αποτελεί μικρογραφίαν της καταβαλλομένης σήμερον προσπαθείας δια την ολοκληρωτικήν καταστροφήν της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, την Οποίαν δια του ιδίου αυτού αίματος, εθεμελίωσεν ο Κύριος, και οι απ΄ αιώνος μάρτυρες και ομολογηταί ανήγειραν εις Ναόν περικαλλούς ευπρεπείας και ωραιότητος. Το πνεύμα της πλάνης και ασεβείας αντιληφθέν, ότι η ποικίλη κατά των Ορθοδόξων βία ολίγα κατορθοί, εδίδαξε τους συγχρόνους υιούς του σκότους, να μετέρχωνται του λοιπού τας μεθόδους της «συνυπάρξεως», «συνδιαλλαγής» και «αγάπης», ευνουχίζοντες ούτω κατ΄ αρχάς πάσαν ορθόδοξον μαχητικήν διάθεσιν, δεσμεύοντες αργότερον ταύτην, και τέλος, ως σύμμαχον παρασύροντες εν τω ιδίω αυτών στρατοπέδω, εν πολλοίς μιτροφορούσαν ή ακαδημαϊκή τηβέννω κεκοσμημένην… Αλλοίμονον! Αι κορυφαί της Ορθοδοξίας, επί το έργον της προδοσίας! Τω όντι,  «πως έπεσαν δυνατοί;» (Β΄ Βασιλ. Α,27). Εσπούδασαν γαρ «εγκαταμίξαι το ψεύδος τη αληθεία και τη ευσεβεία την ασέβειαν». Σκοτισθέντες «ουδέν ηγήσαντο το πράγμα ουδέ διαφέρειν ευσέβειαν ασεβείας ενόμισαν», οίτινες «τω Αντιχρίστω την οδόν παρασκευάζουσιν». Αληθώς, «πως εγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών, πλήρης κρίσεως εν η δικαιοσύνη εκοιμήθη εν αυτή, νυν δε φονευταί;» (Προφ. Ησαϊου, α,2). Ήδη, ο Οικουμενισμός έχει εις τα δίκτυά του, καθώς γνωρίζετε, απάσας τας τοπικάς Ορθοδόξους Εκκλησίας. Η ένωσις έχει τελεσθή, τουλάχιστον εις επίπεδον κορυφής. Το μόνον, όπερ αναμένουν οι οπαδοί της, είναι η κατάλληλος διαφώτισις του λαού, ώστε να την δεχθή και ούτος άνευ «ανταρσιών» και «επαναστάσεων».

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Mοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης : Ας μας επιτραπή να είπωμεν τινα δια το Ημερολογιακόν ζήτημα, το οποίον από του 1924 αποτελεί μέγαν πειρασμόν εν τη Εκκλησία και εσκανδάλισε χιλιάδας συνειδήσεων.

Θλιβεράν εντύπωσιν προκαλεί εις ημάς τους Αγιορείτας η απουσία του Ημερολογιακού ζητήματος εκ των θεμάτων της Πανορθοδόξου Προσυνόδου. Εν τούτοις, η Εκκλησία της Ελλάδος είχεν επιδείξει εξαιρετικόν ενδιαφέρον, δια το ζήτημα τούτο το 1930 εις την Διορθόδοξον Επιτροπήν. Πεισθείς περί του λάθους του, ο μακαρίτης Χρυσόστομος, μετά εξαετή πειραματισμόν, ή προσπαθών να παρασύρη εις την περιπέτειαν και τας άλλας Εκκλησίας, ίνα προσδώση νομιμότητα εις την αντικανονικήν ενέργειάν του, έγραφε προς τους εκπροσωπούντας εις την Επιτροπήν την Εκκλησίαν της Ελλάδος, μακαρίτην Γεννάδιον Θεσσαλοκίκης και Κερκύρας κ. Αθηναγόραν—νυν Οικουμενικόν Πατριάρχην—ότι «περιληφθήσονται, ως εικός, εκ των πρώτων τα υπό επείγουσαν μορφήν προβάλλοντα ζητήματα του Ημερολογίου και του Πασχαλίου». Αλλ’ η Επιτροπή ούτε καν εσχολίασε το θέμα, όπερ έκαιε τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών, και φυσικά αφέθη, δια την Πανορθόδοξον Προσύνοδον.                                                                                                                                                                    

Θεωρούμεν αναγκαίον να υπομνήσωμεν ενταύθα, πόσον συνδεδεμένον είναι το διωρθωμένον Γρηγοριανόν Ημερολόγιον μετά του Πασχαλίου Κανόνος, αφού κατενοήθη το αδύνατον της υπάρξεως του πρώτου άνευ της αναθεωρήσεως και προσαρμογής και του δευτέρου. Εάν η πρόχειρος μεταπήδησις κατά δέκα τρεις ημέρας έλυε οριστικώς το ημερολογιακόν ζήτημα, ουδεμία εντεύθεν ανάγκη θα προέκυπτε περί μνείας του Πασχαλίου, επί ανατροπή Κανόνος της α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Ώστε οι Παλαιοημερολογίται, βλέποντες μακράν, δικαίως διαμαρτύρονται, δι’ αντικανονικάς ενεργείας της Εκκλησίας μας.                                                                                   
Ας μας επιτραπή να είπωμεν τινα δια το Ημερολογιακόν ζήτημα, το οποίον από του 1924 αποτελεί μέγαν πειρασμόν εν τη Εκκλησία και εσκανδάλισε χιλιάδας συνειδήσεων. Το ημερολογιακόν εψύχρανε πιστούς, ωδήγησεν εις απείθειαν, εις χωρισμόν, εις δημιουργίαν ιδίας Εκκλησίας. Η ενότης εν τη περιοχή της Ελληνικής Εκκλησίας διεσπάσθη. Ευσεβέστατοι χριστιανοί απέκοψαν εαυτούς από της κοινωνίας των λοιπών πιστών. Και αυτοί δεν είναι ολίγοι· πολλαί χιλιάδες κατά συνείδησιν θρησκευομένων αδελφών. Προήλθεν εκ τούτου διάστασις, ανταγωνισμός, εκατέρωθεν άμυνα. Ηκολούθησαν διωγμοί, ελέχθησαν άτοπα, ετέθη εν αμφιβόλω η Κανονική ευστάθεια της Εκκλησίας μας. Κόμματα επί κομμάτων εσχηματίσθησαν και διερράγη ο θεοϋφαντος και άρραφος χιτών του Κυρίου. Τι πταίουν εις ταύτα οι παλαιοημερολογίται; Άνθρωποι ευλαβέστατοι και απλοί, φοβούμενοι περί της σωτηρίας της ψυχής των, προετίμησαν συγκακουχείσθαι τω λαώ του Θεού ή πρόσκαιρον έχειν κακώς εννοουμένην ειρήνην. Πολλοί τους ωνόμασαν όχλον. Η λέξις είναι άστοχος και αντιχριστιανικωτάτη. Ο Χριστός εις αυτόν τον όχλον επανεπαύετο. Υπέρ αυτού ο Παύλος ενομοθέτει. Χάριν αυτού οι Πατέρες εδογμάτισαν. Παραβραχύ να είπωμεν, ότι αυτοί είναι αληθώς εκλεκτοί. Τον Παύλον τον εκατηγόρησαν ότι είχε περιμαζέψει όλους τους πληβείους της Μεσογείου, δια να κάμη τας Εκκλησίας του Χριστού. Και απαντά εγκαυχώμενος: «ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί ευγενείς· αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη…». Ας ενθυμηθώμεν, ποίοι αντέδρασαν κατά της εικονομαχίας. 

«ΝΕΡΟ»

«….εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία· φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν». Απ. Παύλος.


Αυτή ήτο η τελευταία λέξις του αποθανόντος και ταφέντος περιβοήτου Νίκου Καζαντζάκη. Ποίος ημπορεί να ισχυρισθή μετά βεβαιότητος περί της σημασίας της λέξεως αυτής, προφερομένης κατά την υστάτην στιγμήν του βίου του, καθ’ ην εν αγωνία παρέδιδεν, επί της επιθανατίου κλίνης του, την ψυχήν εις «τον Θεόν των πνευμάτων και πάσης σαρκός»;           
                                                                                                                                                          
Πολύ φοβούμεθα, ότι ενέχει την ιδίαν σημασίαν με την επίκλησιν του άφρονος εκείνου πλουσίου, προς τον πατέρα Αβραάμ, ότε ωδυνάτο εν τη φλογί εκείνη τη αφορήτω. Διότι, ομολογουμένως, ο Καζαντζάκης υπήρξε και αυτός άφρων πλούσιος. Όχι υλικώς αυτός, αλλά πνευματικώς. Υπήρξε φορεύς σπανίου και επιφθόνου πνευματικού πλούτου, δια την κτήσιν του οποίου ουδόλως εκοπίασεν, αφού ήτο θεία δωρεά, και τον κατεδαπάνησεν ασώτως και επί βλάβη του κόσμου. Διότι αναμφιβόλως εζημίωσε και τον εαυτόν του και ψυχάς αναριθμήτους. Διο, και προγευόμενος απ’ εντεύθεν των αποκειμένων αιωνίων τιμωριών, δια το ανυπολόγιστον έγκλημά του, έγκλημα υπέρτερον όλων των διωκτών του Χριστιανισμού, ως αναφερόμενον εις την διαστροφήν της θείας αληθείας και τόσων πνευμάτων, εζήτει, διψών, νερό!...
Δεν αντιδικώμεν προς τον νεκρόν. Δεν χαιρεκακώμεν εις την δυστυχίαν του. Δεν προτιθέμεθα να ενοχλήσωμεν την μνήμην του. «Ο αποθανών δεδικαίωται», τουλάχιστον από της πλευράς των ζώντων. Η χριστιανική σκέψις χρηστεύεται, ώστε να μη επιτρέπη μικρά συναισθήματα, και η καρδία αγαπά, ώστε να προσεύχεται δι’ όλας τας ψυχάς, αγίας και εναγείς. Και υπέρ εκείνων, που έκαμαν εις τον κόσμον μεγάλον κακόν, ομοίως με εκείνας που έκαμαν μικρόν ή έβλαψαν μόνον εαυτάς. Ο σκοπός του άρθρου τούτου είναι άλλος. Δεν προτίθεται να κρίνη τον άνθρωπον, αλλά τας ιδέας του. Τας ιδέας του, αι οποίαι έκριναν και κρίνουν την πνευματικήν κατάστασιν του κόσμου. Ο άνθρωπος εκ των λόγων του δικαιούται ή κατακρίνεται. «Εκ των λόγων σου κρινώ σε δούλε πονηρέ». Οι δημόσιοι άνδρες, ως φορείς ιδεών, θέτουν εις δοκιμασίαν τους ανθρώπους, και τας ιδέας των. Το ποίας ιδέας έχει έκαστος, είναι εκ των πλέον κρισίμων πραγμάτων. Καθορίζει την αιωνίαν μοίραν του, προς το φως ή προς το σκότος.
Με ποία κριτήρια θα κρίνωμεν τας ιδέας του Καζαντζάκη; Με τα χριστιανικά. Πέραν του χριστιανισμού, δεν υπάρχει ειμή έρεβος πυκνόν. Η ιστορία της φιλοσοφίας των ανθρώπων ουδέν έτερον είναι, ή ιστορία του ψεύδους.                                                                                                                                                                                               
Αγωνιώδεις προσπάθειαι της αρχαιότητος, λευκασμέναι κεφαλαί των διασημοτέρων πνευμάτων, μελέται βαθείαι επί της φύσεως των θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων, δεν παρήγαγον τίποτε περισσότερον από σκιάς. Και τούτο, διότι η αλήθεια διέστη από τον άνθρωπον, αφ’ ότου ο άνθρωπος εμακρύνθη από του Θεού, και η πεπτωκυία και διαφθαρείσα φύσις του κατέστη ανεπίδεκτος των λάμψεων του θείου φωτός.                                               
Μόνον ο Χριστός έφερε πάλιν το φως της αληθείας εις τον άνθρωπον, αφού προηγουμένως τον ανέπλασε δια της υπερφυούς θυσίας του και τον κατέστησε δεκτικόν του αγίου φωτός του.                                                                
Και ο άνθρωπος επανήλθεν εις «το αρχαίον αξίωμα» «δια της συγκράσεως», της θείας με την φθαρείσαν ανθρωπίνην φύσιν. Με το άγιον βάπτισμα και την μετάληψιν του Σώματος και Αίματος του Κυρίου, εισερχόμεθα εις την περιοχήν του πνευματικού φωτός. Όρος της παραμονής μας εντός της περιοχής ταύτης, όπου καταλάμπεται η ψυχή μας από τας ακτίστους ενεργείας της θείας χάριτος, είναι η διατήρησις της πίστεώς μας προς τον Χριστόν, η αγάπη μας, η ομολογία των αμαρτιών μας, η τήρησις των θείων εντολών του.
Ο Καζαντζάκης, λοιπόν, ήτο εστερημένος του φωτός της αληθείας, επειδή, παρά τον νηπιοβαπτισμόν του και τας υπερφυείς συνεπείας του μυστηρίου, δεν επίστευεν εις τον Χριστόν. Από του σημείου της απιστίας του και εντεύθεν αρχίζει η περιπετειώδης πλάνησις του όχι συνήθους νου του. Όσον εκυριάρχει η απιστία, τοσούτον ηυξάνετο και το σκότος της ψυχής. Ο κακός εντεύθεν βίος, δεν ήτο, παρά η συνέπεια ενός ανθρώπου εις τα σκότη διαπορευομένου και ένθεν κακείθεν προσκρούοντος τους πόδας του. και επληρώθη εις αυτόν ο λόγος του Κυρίου: «Όταν δε το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από του ανθρώπου, -- δια του Βαπτίσματος—διέρχεται δι’ ανύδρων τόπων ζητούν ανάπαυσιν, και ουχ ευρίσκει. Τότε λέγει· εις τον οίκον μου επιστρέψω, όθεν εξήλθον· και ελθόν ευρίσκει σχολάζοντα και σεσαρωμένον και κεκοσμημένον. Τότε πορεύεται και παραλαμβάνει μεθ’ εαυτού επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου, χείρονα των πρώτων» (Ματθ. ιβ: 43). Εντεύθεν όλα εξηγούνται. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα εκτροπής της ψυχής αυτής, αλλά γεννάται ένα άλλο θέμα: Εις ποίαν έκτασιν επλανήθη ο άνθρωπος και ποίους χαρακτήρας φέρει ως κακόν, ως ψεύδος, ως δαιμονικήν ενέργειαν, ως στέρησιν φωτός. Εκάστη προσωπικότης είτε εσκοτισμένη, είτε φωτεινή, φέρει τα ιδιάζοντα στοιχεία μεθ’ εαυτής του κακού και του καλού. Και τα καλά και τα κακά εκπορεύονται από τας φυσικάς πηγάς των τας πνευματικάς, του θυμικού, του επιθυμητικού και του λογιστικού. Εις το πρώτον αναλογούν η αγία ή η σαρκική αγάπη, η ορμή προς το αγαθόν ή το κακόν. Εις το δεύτερον η σωφροσύνη ή η ακολασία. Και εις το τρίτον η αλήθεια ή το ψεύδος, ως ορθή πίστις, ως ορθαί ιδέαι ή ως αιρέσεις και πεπλανημέναι περί των πραγμάτων ιδέαι. Εντεύθεν προεκβάλλει ο πνευματικός άνθρωπος «εκ του πονηρού ή αγαθού θησαυρού της καρδίας» τας σκέψεις και ιδέας, κατά τρόπον φυσικόν. Φαντασθήτε, λοιπόν, μίαν, παραπάνω από τα κοινά μέτρα, ψυχοπνευματικήν ύπαρξιν, με διάστροφον το τριμερές της ψυχής, με εσκοτισμένον το λογιστικόν, με ακόλαστον το επιθυμητικόν και το θυμικόν έρπον εις την απόλαυσιν των γηϊνων, και ιδού, έχετε τον δυστυχή Νίκον Καζαντζάκην, ως συγγραφέα.
Αι εξαίρετοι νοητικαί δυνάμεις αυτού και η ενασχόλησίς του με την συγγραφήν, του επέτρεψαν να δύναται να αρέση εις τον εστερημένον ορθών κριτηρίων κόσμον. Τι ημπορούσε να παραγάγη η καρδία και ο νους του Καζαντζάκη; «Ει ουν το εν σοι φως, σκότος εστί, το σκότος πόσον;». Και είπεν: «Ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός. Ήτο ένας καλός άνθρωπος, που αγωνίστηκε και νίκησε την κατωτέραν του φύσιν και έγινε «Θεός». Ωσάν άνθρωπος είχε όλες τις αδυναμίες που έχει κάθε άνθρωπος». Και επάνω εις τον καμβά αυτόν του ψεύδους, αρχίζει να κεντά με τέχνην πολλήν τοιαύτας ασεβείας, προ των οποίων ερυθριά από εντροπήν και αγανάκτησιν η χριστιανική ψυχή. Οι γυμνοί πίστεως και ανερμάτιστοι πνευματικώς και ηθικώς ενεθουσιάσθησαν. Εντεύθεν το λιβανωτόν λατρείας εις το ξόανον Καζαντζάκη, όστις ουδέν περισσότερον είπεν από τους προ αυτού πολεμίους του χριστιανισμού, ειμή μόνον ότι απέδωσεν εις τον Χριστόν άθλια πάθη, και ανθρωποπαθείς αδυναμίας. Μας ενδιαφέρει να μάθωμεν, ως χριστιανοί, τι εφρόνει σχετικώς με την αγίαν πίστιν μας, και πως ημείς αντιμετωπίσαμεν τον φορέα των βλασφήμων αυτών αιρέσεων. Τα άλλα συγγράμματά του, τα ταξιδιωτικά και πατριωτικά, δεν μας ενδιαφέρουν πόσης αξίας λογοτεχνικής είναι. Είναι αδύνατον πάντως, εστερημένος θείου φωτός, αυτός ο άνθρωπος, όστις υπήρξεν ο «άγιος» του ρωσσικού κομμουνισμού υπό το σλαυϊστί μεταποιημένον όνομά του, ως Νικολάϊ Καζάν, να γράψη αληθώς ωραία πράγματα και ωραίως αληθή. Ο «Καπετάν Μιχάλης» του, ως εκφραστικόν πατριωτικών αισθημάτων, αποτελεί εκδήλωσιν χυδαίου και βαρβάρου πατριωτισμού υπό την πλέον χονδροειδή μορφήν του. «Μήτι συλλέγουσιν από ακανθών σταφυλήν ή από τριβόλων σύκα; Ούτω παν δένδρον αγαθόν καρπούς καλούς ποιεί, το δε σαπρόν δένδρον καρπούς πονηρούς ποιεί» (Ματθ. ζ: 16).
Από σεβασμόν εις την «Αγιορειτικήν Βιβλιοθήκην» και δια να μη μολύνωμεν την σκέψιν των αναγνωστών της, δεν θα παραθέσωμεν αποσπάσματα εκ των βεβήλων βιβλίων του αξιοθρηνήτου Καζαντζάκη, ελπίζοντες ότι πάντες θα επληροφορήθησαν περί των βλασφημιών του. Αλλ’ ο Καζαντζάκης ήδη απέθανε και ετάφη και συνηριθμήθη μετά των εχθρών του Χριστιανισμού, Νίτσε, Ρενάν, Μπάουρ. Δυστυχώς δι’ ένα διάστημα θα ζη δια των βιβλίων του και θα συνεχίζη το άχαρι και καταστροφικόν έργον του εις τας ψυχάς των ασθενών και αστηρίκτων ανθρώπων. Και έπειτα θα λησμονηθή και αυτός, ως μία απαισίας μνήμης μορφή των γραμμάτων, η οποία έζησε χωρίς Χριστόν και εις την μέθην του νου επάνω, επολέμησε τον Χριστόν. Αλλά «δεινόν το προς κέντρα λακτίζειν». Μας ανενέωσε την γνωστήν και παλαιάν διδαχήν, κατά την οποίαν, «οι μακρύνοντες από του Θεού απολούνται». Η περίπτωσις Καζαντζάκη, από χριστιανικής απόψεως—δηλαδή από της μόνης αληθούς σκοπιάς—είναι σταθερώς τοποθετημένη: Όσοι είναι μακράν της πίστεως, του Σταυρού και της Αναστάσεως, όχι μόνον «μέλλουν αποθανείν», αλλ’ είναι απ’ εντεύθεν νεκροί. Επομένως, δι’ ημάς τους κοινωνούντας τω Σταυρώ του Κυρίου και τη Αναστάσει αυτού, δεν είναι άγνωστον, ότι οι μη εκ πίστεως καθαιρόμενοι δια της συσταυρώσεως, και μη ελλαμπόμενοι τω αϋλω και πνευματικώ της Αναστάσεως φωτί, διατελούν «εν σκότει και σια θανάτου». Δεν μας εκπλήττει το γεγονός, ότι μεγαλοφυϊαι, έξοχα πνεύματα του κόσμου, ποιηταί με εξαιρετικά στοιχεία δεξιότητος ποιητικής, καλλιτέχναι του λόγου και της μουσικής, συγγραφείς και φιλόσοφοι δημιουργικοί, όντες γυμνοί της θείας στολής της χριστιανικής πίστεως, ασωτεύουν επί βλάβη της ανθρωπότητος τα θεία δώρα του πνεύματος και ουδένα αληθή χριστιανόν ούτε να συγκινήσουν δύνανται, ούτε να πείσουν, ούτε να ωφελήσουν. Αποδεικνύονται δε οι «μεγάλοι» αυτοί, άσοφοι και κατώτεροι και από τον πλέον απλοϊκόν χριστιανόν, όστις καταλάμπεται υπό του φωτός της πίστεως. Διότι «ούτως εγένετο ευδοκία ενώπιον του Θεού», όστις «εξελέξατο τα μωρά του κόσμου, ίνα τους σοφούς καταισχύνη». Ενώ αυτοί, αφεθέντες εις τας συλλήψεις της μη κακαθαρμένης, από την θείαν εν Χριστώ ζωήν, φαντασίας των, και αρνηθέντες το θαυμαστόν της πίστεως φως, εσκοτίσθησαν.
Το φως της πίστεως δεν δίδεται εις τα υπερήφανα πνεύματα, ούτε εις τους οιηματίας, ούτε εις τους «παρ΄εαυτοίς φρονίμους», ούτε εις εκείνους τους Χριστιανούς, οι οποίοι συμβιβάζουν την εγκοσμίαν ευδαιμονίαν με την ευσέβειαν. Αλλά δίδεται εις τους ταπεινούς, τους κλαίοντας, τους προσευχομένους πολύ, τους πενθούντας εν Κυρίω, τους αγαπώντας τον σταυρόν του Χριστού, τους κακοπαθούντας. Το φως τούτο δίδεται εις τους «μη έχοντας ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούντας» και δια κλαυθμού ιερού βεβαιούντας την προς αυτήν την πόλιν αγάπην των. Εις τους πεινώντας και διψώντας την επιφάσνειαν του Χριστού, όπως ο Δαυϊδ κλαίων έλεγε: «Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού; Εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος νυκτός και ημέρας εν τω λέγεσθαί μοι καθ’ εκάστην ημέραν, που εστιν ο Θεός σου;». Δίδεται εις τον θείον Παύλον και τους αγίους μας Πατέρας, οι οποίοι εισδύσαντες εις την ουσίαν της ζωής αυτής, δυνάμει της εκπληρώσεως όλων των εντολών—όλων—και της χάριτος του Κυρίου, και διασχίσαντες τα νέφη της υλώδους φύσεως δια της αγάπης, εισήλθον εις τον γνόφον των αλαλήτων και αφάτων μυστηρίων, και εκείθεν επέστρεψαν κλαίοντες εις την γην, με ένα κλαυθμόν που κάμνει τον Θεόν να προσέχη τον κλαίοντα και να τον ερωτά: «Τι βοάς προς με;». «Αρκεί σοι η χάρις μου. Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται».
Κατακλείοντες το παρόν άρθρον, εκφράζομεν την βαθείαν ημών θλίψιν και απογοήτευσιν, δια την προκοπήν του δυσμοίρου τούτου Έθνους μας, διότι ευρέθησαν χριστιανοί, άνθρωποι ή ακαθορίστου ιδεολογικής τοποθετήσεως ή εστερημένοι ευθιξίας, διευθύνοντες την ιστορικήν πορείαν των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Κρήτης, οι οποίοι ετόλμησαν ν’ απονείμουν τιμάς εις τον εχθρόν του Χριστιανισμού, δια της ονοματοδοτήσεως οδών εις το όνομα του Καζαντζάκη. Οποία ανατροπή πάσης εννοίας ηθικής τάξεως! Πως εις τας κρισίμους στιγμάς της Εθνικής μας ζωής, θα επικαλεσθώμεν την άμαχον βοήθειαν του Θεού ημών και της Υπερμάχου Στρατηγού, την οποίαν ύβρισεν ασεβέστατα, όταν επισήμως τιμώμεν τον εχθρόν Αυτής και του Υιού της; Επαινούμεν τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Θεόκλητον, αρνηθέντα την απόθεσιν του νεκρού, δια προσκύνησιν, εν τω μητροπολιτικώ ναώ, παρά τας πιέσεις των αρχόντων του κόσμου τούτου. Την πράξιν του αυτήν θεωρούμεν ως αυτόχρημα πατερικής πνοής και ηρωϊσμού και συγχαίρομεν αυτόν και τω ευχόμεθα πολλά και ειρηνικά τα έτη του.                                                                                                                      
Η μεταχείρισις αυτή του σκήνους του ανθρώπου εκείνου, ίσως να ενεπνεύσθη υπό Θεού, δια να εύρη κάποιο έλεος εκεί, και, το όπερ δεν ηδυνήθη, κατά την επιθανάτιον αγωνίαν του, νερό!...