Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Πῶς δὲν ἔγινα «Καθοδηγητὴς τοῦ Ἀγαπισμοῦ» ---- Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

Ανταποκρινόμενος στὸ πάγιο αἴτημα τῆς ἱστοριογραφίας, νὰ δημοσιεύονται, γιὰ νὰ γίνουν γνωστές, ὅλες οἱ πηγὲς στὰ διάφορα εἴδη τους (κείμενα, μνημειακὲς μαρτυρίες, προφορικὲς καταθέσεις κ.λπ.), πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ δημοσιοποιήσω καὶ τὶς δικές μου ἐμπειρίες ἀπὸ τὴν γνωριμία μου μὲ τὸν πρώην Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν κυρὸν Ἱερώνυμον Α´ (Κοτσώνην, 1905 - 1988). Ἄλλωστε, συνεχίζεται ἡ κατὰ καιροὺς κατάθεση ἀπόψεων γιὰ τὸν πολυσυζητημένο καθηγητὴ καὶ κληρικό. Γράφω τὰ παρακάτω μὲ σκοπὸ ὄχι τὴν ἀντίκρουση ὁποιωνδήποτε θέσεών του, οὔτε πολὺ περισσότερο ἐπιδιώκοντας τὴν ἁγιοποίηση ἢ δαιμονοποίησή του, ἀλλὰ γιὰ νὰ παρουσιάσω κάποια «ντοκουμέντα», ποὺ μποροῦν νὰ βοηθήσουν τὸν ἀναγνώστη νὰ συναγάγει μόνος τὰ συμπεράσματά του. Σπεύδω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων δὲν ἔβαλα στὸν τίτλο τὸν ὅρο «ἰνστρούχτορας», ποὺ τὸν θεωρῶ περισσότερο κατάλληλο, γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ ρόλου, ποὺ ἤθελε νὰ ἀναλάβω, ὅπως θὰ δοῦμε, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος. Ὁ ὅρος αὐτός, γνωστὸς ἀπὸ τὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα, ἀντιστοιχεῖ στὸν ἑλληνικὸ «καθοδηγητής», καὶ τελικὰ πρόκεται γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ἡ γνωριμία Τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο Α´ γνώριζα ὡς θεολόγος ἀπὸ τὰ δημοσιεύματά του1 καὶ κυρίως τὴν μετάφραση ἀπὸ αὐτὸν (1948) τοῦ ἔργου τοῦ προτεστάντη J. HOLZNER «ΠΑΥΛΟΣ», ἀπὸ τὸ ὁποῖο μάθαμε νὰ χαρακτηρίζουμε τὸν Ἀπόστολο «Ὁ Πρῶτος μετὰ τὸν Ἕνα», ἀλλ᾽ ὁ ἀείμνηστος διδάσκαλός μας στὴν Ὀρθοδοξία, πάπα - Γιάννης Ρωμανίδης, σχολίαζε ὅτι, ἂν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὀρθόδοξα μία τέτοια φράση, μόνο ἡ Παναγία μας εἶναι «ἡ Πρώτη μετὰ τὸν Ἕνα», τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, ἡ «μετὰ Θεὸν Θεός». Δόθηκε ὅμως ἡ εὐκαιρία νὰ τὸν συναντήσω καὶ προσωπικά. Λίγο μετὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς Δικτατορίας, στὶς ἀρχὲς Μαΐου τοῦ 1967, ἐπισκέφθηκε τὴν «Ὀρθόδοξο Κατηχητικὴ Σχολή», ἵδρυμα- δημιούργημα τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νευροκοπίου Γεωργίου (1881 - 1958), ποὺ διηύθυνε ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς (ἀργότερα) τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βασίλειος Δεντάκης. Ὁ ἀκόμη ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος καὶ ὁ ἱεροκήρυκας (τότε) καὶ ἀρχιμανδρίτης, μετέπειτα Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αὐγουστίνος Καντιώτης (1907 - 2010) ἐπισκέφθηκαν τὸ Ἵδρυμα, Κυριακὴ μετὰ τὴν θεία Λειτουργία. Ἤμουν τότε λαϊκὸς καὶ ἀριστερὸς ψάλτης στὸν Ναὸ τοῦ Ἱδρύματος («Ἅγιος Ἀθανάσιος», στὴν Ἄνω Κυψέλη). Μὲ ἔκπληξη, ὅλοι μας (ἐπίτροποι καὶ συνεργάτες) ὑποδεχθήκαμε τοὺς δύο διακεκριμένους Κληρικοὺς στὴν αἴθουσα τοῦ Ἱδρύματος, καὶ ἐμεῖς οἱ νεώτεροι ἀκούαμε μὲ ἐνδιαφέρον τὴ συζήτηση, ποὺ ἀκολούθησε. Ὅταν ἔγινε λόγος γιὰ τὴν «ἐπανάσταση» τοῦ Στρατοῦ (21 Ἀπριλίου 1967), ὁ μὲν π. Ἱερώνυμος μίλησε πολὺ θετικά, διαβλέποντας σημαντικὲς ἐξελίξεις γιὰ τὸ Ἔθνος. Ὁ π. Αὐγουστίνος ὅμως, μολονότι παλαιὸς στρατιωτικὸς ἱερεύς, ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικός, περιοριζόμενος στὸ νὰ τονίσει τὴν παραδο- σιακὴ ἐντιμότητα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκφράζοντας τὴν εὐχὴ νὰ πράξουν τὸ πρὸς τὸ Ἔθνος καθῆκον τους, ἐξυγιαίνοντας τὴν Χώρα. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη ἐπαφή μου μὲ τὸν ἀρχιμανδρίτη- καθηγητὴ π. Ἱερώνυμο, ὁ ὁποῖος στὶς 14 Μαΐου 1967 ἐκλέχθηκε ἀρχιεπίσκοπος ἀπὸ τὴν «Ἀριστίνδην» Σύνοδο2 . Ἀπὸ τὸ 1969 ἕως τὸ 1975 ἐσπούδασα στὴν Δυτικὴ Γερμανία (Βόννη καὶ Κολωνία), ὅπου τὸν Μάϊο τοῦ 1971 εἰσῆλθα στὶς τάξεις τοῦ ἱ. Κλήρου, στὸ κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἀπὸ ἐκεῖ παρακολουθοῦσα τὶς πολιτικοεκκλησιαστικὲς ἐξελίξεις στὴν Ἑλλάδα καὶ παράλληλα μὲ τὸ ποιμαντικό μου ἔργο ἑτοίμαζα καὶ τὶς δύο διδακτορικὲς δια- τριβές μου, τὴν γερμανικὴ καὶ τὴν ἑλληνική. Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1975 ἐπέστρεψα μὲ τὴν οἰκογένειά μου στὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπαναπροσλήφθηκα στὴ θέση τοῦ ἐπιστημονικοῦ βοηθοῦ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχα παραιτηθεῖ τὸ 1971 μετὰ τὴν χειροτο- νία μου. Τὸ 1977 ἐγνώρισα τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Νικαίας κυρὸ Γεώργιο (Παυλίδη) (1910 - 1990), ἕνα μεγάλο ἱεροκήρυκα καὶ ἄξιο Ποιμένα. Μὲ ἐκάλεσε γιὰ μία ὁμιλία καὶ γίναμε φί- λοι, μὲ κύριο συνδετικό μας στοιχεῖο, μετὰ τὴν ἱερωσύνη, τὸν διαβήτη (σάκχαρο): Ὄχι μόνο μὲ καλοῦσε συχνὰ γιὰ ὁμιλίες καὶ διαλέξεις, ἰδιαίτερα στὸν «Κύκλο ἐπιστημόνων», ποὺ εἶχε3 , ἀλλά μοῦ ἀνέθεσε καὶ τὴν διεύθυνση τοῦ τομέα «Ἐργατικῆς Διακονίας», γιὰ νὰ ἀξιοποιήσω, ὅπως ἐτόνιζε, τὴν σχετικὴ ἐμπειρία μου ἀπὸ τὴν Γερμανία. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ θεμελιώθηκε καὶ ἡ δεύτερη - οὐσιαστικότερη - γνωριμία μου μὲ τὸν (τέως) ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1979, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος εἶχε ἱδρύσει τὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης», ὅπως ὀνόμασε τὴν Κίνησή του, ἢ τὸν «Ἀγαπισμό», ὅπως ἐπεκράτησε νὰ ὀνομάζεται, καὶ ἐργαζόταν πυρετωδῶς γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ στελέχωσή της. Ἤδη εἶχε ἐπιστρατεύσει διακεκριμένα μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας (Καθηγητὲς Πανεπιστημίου, Στρατιωτικούς, Πολιτικούς, Βιομηχάνους, Ἐπιχειρηματίες κ.λπ.), ἀναζητοῦσε ὅμως τὸν καθοδηγητή, ποὺ θὰ ἀναλάμβανε τὸ ἔργο διαφωτισμοῦ, ὡς ὁμιλητής ἐπὶ τακτῆς βάσεως καὶ «κατηχητὴς» τῶν Μελῶν καὶ ὅ,τι ἄλλο σχετικό. Ἕνα βράδυ δέχθηκα ἕνα ἀπρόσμενο γιὰ ἐμέ, τὸν ταπεινὸ Παπᾶ, τηλεφώνημα: «Ἐδῶ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος». Τὰ ἔχασα πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ ἠρέμησα μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ δέ- χθηκα τὴν πρόσκλησή του νὰ συναντηθοῦμε τὸ ταχύτερο δυνατόν. Αὐτὸ ἔγινε μετὰ ἀπὸ 2-3 ἡμέρες, στὶς 24.5.1979 σὲ ἕνα διαμέρισμα, ποὺ ὅπως μὲ πληροφόρησε, ἀνῆκε στὸν ἀείμνηστο πρ. Θηβῶν καὶ Λεβαδείας κυρὸν Νικόδημον (Γραικόν). Μὲ ὑποδέχθηκε μὲ τὴν γνωστὴ παποφράγκικη «μπέρτα», μὲ τὴν ὁποία εἶχε ἀρχίσει νὰ κυκλοφορεῖ. Ἔβαλα μετάνοια καὶ παρήγγειλε στὴν Κυρία ποὺ τὸν διακονοῦσε νὰ φτειάξει τοὺς καφέδες. Τὸν εὐχαρίστησα καὶ ἐντελῶς αὐθόρμητα τοῦ εἶπα: «Λάλει, Κύριε, ὁ δοῦλός σου ἀκούει»! Ἐκεῖνος ὅμως μοῦ ἀπάντη- σε: «Δὲν ἀναζητῶ δούλους, ἀλλὰ συνεργάτες», καὶ ἄρχισε νὰ μιλεῖ γιὰ τὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης» καὶ τὸ ρόλο ποὺ ἤθελε νὰ μοῦ ἀναθέσει. Αἰφνιδιάστηκα καὶ τότε κατάλαβα, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Γεωργίου καὶ τὴν διάθεσή του νὰ διακριθῶ, ἀφοῦ τότε περνοῦσα μία περίοδο ὄχι ὁμαλῶν σχέσεων μὲ τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπή4 , ζώντας μιὰ περιπέτεια, ποὺ δὲν γνώριζα, ποῦ θὰ κατέληγε. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁμολογῶ ὅτι ἡ «Διεθνὴς» τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ποὺ λεκτικὰ τουλάχιστον θύμιζε τὴν κομμουνιστικὴ «INTERNATIONALE», δὲν μὲ προδιέθεσε θετικά. Τὸν ἐπισκέφθηκα ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὸν Νικαίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ περιέργεια νὰ διαπιστώσω περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μὲ ἐνημέρωσε ἐκτενῶς γιὰ τὸ ἐγχείρημά του, γιὰ τὸ ὁποῖο αἰσθανόταν ὑπερήφανος, καὶ μοῦ περιέγραψε ποιὸς θὰ ἦταν ὁ ἀνατιθέμενος σὲ ἐμὲ ρόλος. Κατάλαβα ὅτι ἦταν ἕνα εὐσεβιστικὸ κατασκεύασμα, μὲ καθαρὰ δυτικὲς καὶ καθόλου ὀρθόδοξες προϋποθέσεις, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιχειρήσω τώρα μακρότερες ἀναλύσεις. Αὐτὸ ὅμως, ποὺ σφηνώθηκε μέσα μου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἦταν νὰ βρῶ τρόπο νὰ ἀποφύγω ὁποιαδήποτε δέσμευση. Ζήτησα, λοιπόν, περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴν «Διεθνῆ», γιὰ νὰ ἐνημερωθῶ πληρέστερα, πρὶν δώσω τὴν ἀπάντησή μου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μοῦ ἔδωσε ἀμέσως τὸ ὑλικό, ποὺ διένεμε, διὰ τὴν στρατολόγηση τῶν Μελῶν τῆς «Δ.τ.Α.», ἀπὸ τὸ ὁποῖο πληροφορούμεθα τὰ περὶ τῆς ταυτότητος καὶ τῶν στόχων τῆς Ὀργανώσεως5 . Ὅλα αὐτὰ - καὶ πολλὰ ἀκόμη - δημοσιεύθηκαν σὲ ἕνα βιβλίο τοῦ Μακαριωτάτου μὲ τὸν τίτλο «Ἀγαπισμός, τὸ καινούριο σύστημα ζωῆς», ἐκδ. ΤΗΝΟΣ, Ἀθήνα 19, σελ. 208. Γι᾽ αὐτὸ περιορίζομαι ἐδῶ σὲ ὅσα ἐξυπηρετοῦν τὸν σκοπὸ τοῦ παρόντος κειμένου. Τί εἶναι ἡ «Διεθνής τῆς Ἀγάπης» «Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα κίνημα, ποὺ θέλει νὰ τονίση, πὼς γιὰ νὰ καρποφορήσουν πιὸ πολὺ ὅλες οἱ ἀξιόλογες καὶ χρήσιμες προσπάθειες, ποὺ γίνονται σήμερα γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο καὶ γιὰ τὴν ἐπίτευξι τοῦ γενικοῦ ἀφοπλισμοῦ, εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖο νὰ ἀξιοποιηθῆ στὶς διεθνεῖς μας σχέσεις ἡ Ἀγάπη. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα μεγάφωνο, ποὺ θέλει νὰ τονίση πὼς ἡ εἰρηνικὴ συναδέλφωσις, ἡ πρόοδος καὶ ἡ πολιτιστικὴ καὶ ἠθικὴ ἐξύψωσις ὅλων τῶν Λαῶν δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῆ οὔτε μὲ τὸ μῖσος, οὔτε μὲ τὴ βία, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν ἀπέραντη, πλατειὰ καὶ ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ εἰλικρινῆ Ἀγάπη. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης εἶναι ἕνα μέσο, γιὰ νὰ ἐκφρασθῆ ἡ ἀσίγαστη ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ζήση ἐλεύθερος καὶ ἀνεξάρτητος στὴ Χώρα του καί, ἐξασφαλισμένος ἀπ᾽ τὸ μῖσος καὶ τὴ βία καὶ ἀδελφωμένος μὲ ὅλους, νὰ βλέπη ὅτι ὁ ἱδρώτας του ξοδεύεται ὄχι γιὰ ὄργανα σφαγῆς καὶ ἀφανισμοῦ, ἀλλὰ γιὰ ἔργα προόδου καὶ πολιτισμοῦ, ἔργα Ἀγάπης. Ἔτσι, ὅταν ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης ἐξαπλωθῆ σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο, θὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ πάνω μας ὁριστικὰ τὸ φάσμα καὶ ἡ μαύρη σκιὰ τοῦ Πολέμου καὶ τοῦ γενικοῦ μας ἐξοπλισμοῦ, καὶ τὸ ὄνειρο τῆς ἀνθρωπότητος γιὰ τὴν συναδέλφωσι ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Γῆς θὰ γίνη ἐπὶ τέλους πραγματικότης. Γιὰ νὰ γίνη αὐτό, ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης θὰ προσπαθήση, εἴτε μὲ δημοψηφίσματα, εἴτε μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ κάθε Πολίτη στὴν Διακήρυξί της, νὰ ἀκουσθῆ σὲ κάθε Κράτος ἡ φωνὴ τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τοῦ Λαοῦ, ποὺ θέλει νὰ ζήση μὲ ἀγάπη καὶ ἀδελφωσύνη μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους Λαοὺς [......]. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης δὲν εἶναι οὔτε θρησκευτικὴ ὀργάνωσις, οὔτε πολιτικὸ κόμμα καὶ κυρίως δὲν εἶναι ἄρνησις τῆς πατρίδος. Εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἕνας συναγερμὸς συνειδήσεων, μιὰ ψυχικὴ ἐπανάστασις, ἕνα ξέσπασμα τῆς ἀγάπης ἀπ᾽ τὸν ὕπνο της καὶ ἕνα ξεσήκωμα ὅλων μας γιὰ τὴ μάχη τῆς ζωῆς [......]. Ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης, τέλος, δὲν ἔχει τὴν παραμικρὴ ἐξάρτησι ἀπὸ ὁπουδήποτε, οὔτε ἔχει ὁποιοδήποτε οἰκονομικὸ συμφέρον. Ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἡ Διεθνής τῆς Ἀγάπης σὲ κάθε Χώρα εἶναι ἕνα Σωματεῖο, ποὺ ἔχει συγκροτηθεῖ καὶ λειτουργεῖ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ποὺ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα Σωματεῖα [......]. Στὴν «Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης» μπορεῖ νὰ γίνη μέλος, χωρὶς καμμιὰ οἰκονομικὴ ὑποχρέωσι, κάθε ἄνδρας ἢ γυναῖκα, ἀνεξάρτητα ἀπὸ θρησκεία, καταγωγή, ἐθνικότητα, μόρφωσι, ἐπάγγελμα, ἀρκεῖ νὰ ἔχη συμπληρώσει τὰ δεκαοκτώ του χρόνια [......]. Μόνο ἡ Ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἐκπληρώση τὸ πανανθρώπινο αἴτημα γιὰ συναδέλφωσι καὶ εἰρήνη. Μόνο ἡ Ἀγάπη μπορεῖ νὰ φυλάξη καὶ νὰ ἐγγυηθῆ ἕνα εἰρηνευμένο καὶ ἐλεύθερο κόσμο. Ἕνα κόσμο πραγματικὰ εὐτυχισμένον, ὅπως ὅλοι τὸν ποθοῦμε». Ἐνδιαφέρον ἀκόμη, παρουσιάζει καὶ ἕνα ἔγγραφο μὲ τὸν τίτλο: «ΔΙΟΙ- ΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΙΣ ΤΗΣ Δ.τ.Α.». Σ᾽ αὐτὸ πληροφορούμεθα, ὅτι μετὰ τὸ «Διοικητικὸ Συμβούλιο», τὴν «Ἐκτελεστικὴ δηλαδὴ Ἐπιτροπή», ὑπάρχουν δέκα «Εἰδικαὶ Ἐπιτροπαί», δηλαδή: 1) Γραμματείας, 2) Οἰκονομική, 3) Ὀργανωτική τῆς Περιφερείας Πρωτευούσης, 4) Ὀργανωτικὴ τῆς Περιφερείας (ἐπαρχιῶν), 5) Ὀργανωτικὴ Ἐξωτερικοῦ, 6) Μελετῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως Στελεχῶν, 7) Πνευματικῆς Τροφοδοσίας τῶν Στελεχῶν, τῶν Συνεργατῶν, τῶν Μελῶν, 8) Ἐκδόσεων, 9) Διοργανώσεως μεγάλων ἐκδηλώσεων καὶ 10) Τύπου καὶ Δημοσίων Σχέσεων. Ἡ δική μου εὐθύνη καὶ δραστηριότητα θὰ ἐκινεῖτο στὶς Ἐπιτροπὲς 6 καὶ 7, καὶ περισσότερο στὴν δεύτερη(6). Στὸ «Δελτίον Μέλους» ἀναγράφονται καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ πρώτου Κεντρικοῦ Συμβουλίου (Διοικητικοῦ) τῆς Δ.τ.Α. ποὺ ἦσαν τὰ ἀκόλουθα: ΕΠΙΤΙΜΟΝ ΜΕΛΟΣ: Η Α.Μ. Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟ Δ. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ: Ο ΑΡΧΙΕ- ΠΙΣΚΟΠΟΣ τ. ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ΚΩΝ ΧΡΥΣΟΥΛΑΚΗΣ, Δικηγόρος, τ. Γεν. Γραμματεύς Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΧΡ. ΖΑΦΕΙΡΟ- ΠΟΥΛΟΣ, Ταξίαρχος ἐ.ἀ. ΤΑΜΙΑΣ. Β. ΚΟΥΡΙΑΣ, Ἰατρός, Καθηγ. Πανεπιστημίου, ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΜΕΛΗ: Δ. ΓΚΟΥΤΑΣ, Καθηγητής, Κοινωνιολογίας. Γ. ΔΡΑΚΟΣ, Βιομήχανος. Α. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, τ. Διοικητὴς Ι.Κ.Α. Κ. ΤΑΡΛΑΤΖΗΣ, Καθηγητὴς Ἀν. Γεωπονικῆς Σχολῆς. Ε. ΧΟΪΔΑ, τ. Ἀρχηγὸς Ἑλληνίδων Ὁδηγῶν. Μαζί μοῦ ἔδωσε καὶ τὴν «Κατάστασιν Ἱδρυτικῶν Μελῶν» τοῦ Σωματείου τῆς «Διεθνοῦς τῆς Ἀγάπης», ποὺ εἶχε συντάξει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἰδιοχείρως. Πρόκειται γιὰ 122 πρόσωπα τῆς ἀστικῆς κοινωνικῆς τάξεως, ἀπὸ διαφόρους ἐργασιακοὺς χώρους. Μετὰ ἀπὸ δύο περίπου ὧρες ἔφυγα καὶ τὸ μόνο ποὺ σκεπτόμουν, ἦταν πῶς θὰ ἀποφύγω κάθε ἀνάμειξη στοὺς σχεδιασμοὺς τοῦ πρ. Ἀρχιεπισκόπου. Ἦταν, ἄλλωστε, ἡ μόνη δυνατότητά μου τότε, γιὰ νὰ «ἐλέγξω» τὴν σχεδιαζομένη Ὀργάνωση. Αὐτὸ δείχνει τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖο τοῦ ἔστειλα μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες. Τοῦ τὸ διεβίβασα ταχυδρομικά, γιὰ νὰ μὴ πραγματοποιηθεῖ νέα συνάντηση μαζί του. Τὸ γράμμα μου εἶναι τὸ ἀκόλουθο: «Ἀθῆναι 31.5.1979 Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον πρ. Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Κύριον κ. Ἱερώνυμον Ἐνταῦθα Μακαριώτατε, προσκυνῶ. Διὰ τοῦ παρόντος ἐπιθυμῶ νὰ Σᾶς ἐκθέσω ὡρισμένας σκέψεις μου ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ὑφ᾽ Ὑμῶν ὀργανωθεῖσαν «ΔΙΕΘΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ», κατόπιν μάλιστα τῆς συνομιλίας μας κατὰ τὴν 24ην φθίνοντος μηνός. Διατελῶ ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συγκινήσεως, πού μοῦ ἐπεφύλαξεν ἡ πρόσκλησίς Σας νὰ συναντηθῶμεν καὶ Σᾶς ἐκφράζω διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι ἠθελήσατε νὰ καλέσετε εἰς τὴν ὡραίαν αὐτὴν προσπάθειαν καὶ τὴν ταπεινότητά μου. Βεβαίως δὲν συντάσσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐπίσημον ὑπόμνημα. Ἁπλῶς Σᾶς ὑποβάλλω μερικάς σκέψεις μου μὲ ὅλην τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ Σᾶς τὰς ἐξέθετα προφορικῶς. Ὡς πρὸς τὴν μορφὴν τῆς ἐργασίας εἰς τὸν χῶρον τῆς «πνευματικῆς τροφοδοσίας» ἔχω νὰ προτείνω τὰ ἀκόλουθα: Αἱ συναντήσεις θὰ γίνωνται εἰς συγκεκριμένον χῶρον, εἰς αἴθουσαν - εἰ δυνατὸν - εἰς τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν, ἀργότερον δὲ εἰς Πειραιᾶ καὶ Προάστεια. Θὰ εἶναι συναντήσεις διαρκείας περίπου μιᾶς ὥρας. Εἰς τὴν ἀρχὴν καλὸν εἶναι νὰ γίνωνται αἱ συναντήσεις ἅπαξ ἢ ἔστω δὶς τοῦ μηνός, πάντοτε ὅμως εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, π.χ. τὴν πρώτην ἢ τὴν τελευταίαν Τετάρτην τοῦ μηνός, κατὰ τὴν πρώτην καὶ τρίτην Τετάρτην κ.ο.κ. Ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι αἱ ἡμέραι Δευτέρα καὶ Τετάρτη προσφέρονται περισσότερον. Κατὰ τὴν συνάντησιν θὰ γίνεται μία ὁμιλία - διάλεξις καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἀκο- λουθῆ (σύντομος) συζήτησις πρὸς διασάφησιν ὡρισμένων σημείων τῆς προηγηθείσης ὁμιλίας. Ἡ συζήτησις θὰ συμβάλλη εἰς τὴν καλυτέραν γνωριμίαν τῶν μελῶν, θὰ τονώνη δὲ τὸ ἐνδιαφέρον των. Κατὰ τὴν συνάντησιν θὰ γίνωνται, ἐπίσης, ἀνακοινώσεις διὰ τὴν πορείαν τῆς Κινήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ κάθε ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ εἰς τὴν Διεθνῆ τῆς Ἀγάπης. Τὸ ἐπίπεδον τῶν διαλέξεων θὰ ρυθμίζεται, βεβαίως, ἀναλόγως πρὸς τὴν πνευματικὴν (μορφωτικὴν) κατά- στασιν τῶν προσερχομένων. Αἱ συναντήσεις αὐταὶ θὰ ἀποτελοῦν τὴν ψυχὴν τοῦ ὅλου ἔργου, διότι εἰς αὐτάς θὰ γίνεται ἡ γνωριμία μὲ νέα μέλη, ἀλλὰ καὶ ἡ προετοιμασία τῶν διαφόρων ἐκδηλώσεων. Ὡς πρὸς τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὸ ἔργον τῆς πνευματικῆς τροφοδοσίας τῶν μελῶν, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ Σᾶς ἐκθέσω τὰ κάτωθι: Ὡς καὶ προφορικῶς Σᾶς εἶπον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναλάβη τὸ ἔργον αὐτὸ ἓν καὶ μόνον πρόσωπον. Διότι τότε θὰ πρέπει κανεὶς νὰ ἀφιερωθῆ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλάβη τὴν ὑπευθυνότητα τῆς πνευματικῆς τροφοδοσίας καὶ τὸν συντονισμὸν τοῦ ὅλου ἔργου, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ εἶναι ἐλεύθερον ἀπὸ παντὸς εἴδους δέσμευσιν, πρὸς ἀποφυγὴν εὐνοήτων παρεξηγήσεων. Ἄρα τὸ μόνον κατάλληλον διὰ τὴν περίπτωσιν πρόσωπον εἶναι ὁ Σεβ. πρ. Ἀττικῆς. Ὁ ὑποφαινόμενος, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ συνεργάται, θὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον, κατὰ τὸ ἐνὸν ἕκαστος. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ προσφέρουν τὴν ὑπηρεσίαν των, ἐφ᾽ ὅσον θὰ ἀπεδέχοντο βεβαίως τὴν πρότασίν Σας, εἶναι: Ὁ θεολόγος κ. Νικ. Σωτηρόπουλος, Ζωοδόχου Πηγῆς 44, ὁ π. Δημήτριος Νίκου, Προϊστάμενος Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ, ὁ Δρ. Θεολογίας κ. Παναγιώτης Νέλλας, καθηγητὴς Ἀρσακείου Ψυχικοῦ, ὁ Δρ. Θεολογίας κ. Ἰωάννης Κωνσταντινίδης, Καθηγητὴς Ριζαρείου Σχολῆς, ὁ Ὑφηγητὴς κ. Ἠλίας Μουτσούλας, Πλάτωνος 6, Ν. Ψυχικόν7 . Ὡς πρὸς ἐμέ, θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀναλάβω μίαν σειρὰν ὁμιλιῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναμαι, δυστυχῶς, νὰ ἀναλάβω ὑπευθυνότερον ρόλον, διότι ὡς γνωρίζετε, ἡγοῦμαι τῆς Ὁμάδος διὰ τὴν Ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος. (Σᾶς διαβιβάζω συνημμένως σχετικὸν κατατοπιστικὸν φυλλάδιον). Δὲν θὰ παύσω ὅμως, τὸ κατὰ δύναμιν, νὰ βοηθῶ εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ τῆς Ὑμετέρας προσπαθείας. Σᾶς φιλῶ τὸ χέρι μὲ βαθύτατον σεβασμόν, (Ὑπογραφή)» Ὅπως γίνεται ἀντιληπτόν, τὸ γράμμα συντάχθηκε μὲ πολλὴ περί- σκεψη, φαίνεται δὲ καθαρὰ ὁ σκοπός του, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὴν ἀποσύνδεσή μου ἀπὸ κάθε ἐπιδίωξη στρατεύσεώς μου εἰς τὸ ἔργο τῆς «Διεθνοῦς τῆς Ἀγάπης». Ὡς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶχα θέση σὲ μία τέτοια Ὀργάνωση, ποὺ θύμιζε τὸ «ὅλα στὸ ἴδιο Τσουκάλι» («Alles in einem Topf») τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Τεκτονισμοῦ, καί, μὲ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸ ποθούμενον ἐπετεύχθη. Ὁ Μακαριώτατος δὲν μὲ ἐνόχλησε πιὰ γιὰ τὴν «Δ.τ.Α.» θὰ ἀκολουθήσει ὅμως καὶ νέα συνάντηση καί, τὴν φορά αὐτή, ἀπροσδόκητη «ἀντιπαράθεσή» μας. Στὸ μεταξὺ ὀφείλω νὰ παρουσιάσω ἀντιπροσωπευτικὰ δείγματα τῆς εὐρύτερης ἀντίδρασης στὴ «Δ.τ.Α.» τοῦ μακαριωτάτου Ἱερωνύμου. Εἶναι δὲ πρὸς τιμὴν τοῦ «Ο.Τ.», ὁ ὁποῖος δημοσίευσε δύο σπουδαῖα κείμενα, σχετιζόμενα μὲ τὸ θέμα.
2

Τὸ πρῶτο ἀνήκει στὸν ἀγαπητὸ Ἀδελφὸ καὶ Συναγωνιστή, αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Βασίλειο Βολουδάκη. Ὁ π. Βασίλειος ἀσκεῖ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου κριτική, ἐλέγχοντας θεολογικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ τὴν «Ἀγάπη», γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνιζόταν ὁ Μακαριώ- τατος, καταλήγει δὲ μὲ τὰ ἑξῆς: «Συνοπτικὰ τὰ γενικὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου εἶναι: 1) Ἐὰν ὁ Ἀγαπισμὸς θεωρηθῆ μόνο βιοτικὸ σύστημα, κατακρίνεται ὁ συγγραφέας του, γιατί σὰν ἐπίσκοπος ὀρθόδοξος τῆς Μιᾶς καὶ Μόνης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει δι- καίωμα νὰ ρυθμίζη ἀνθρώπινα (δηλαδὴ μόνο σαρκικὰ) τὴν ἐπὶ γῆς ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θεανθρώπινα. 2) Ἐὰν ὁ «Ἀγαπισμὸς» θεωρηθῆ θρησκευτικὸ σύστημα, πάλι ὁ συγγραφέας του κατακρίνεται, γιατί ἐνῷ εἶναι ὀρθόδοξος καὶ μάλιστα ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας γράφει μὲ προϋποθέσεις ξένες πρὸς τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν «διὰ τῶν ἁγίων Πατέρων» Παράδοση τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάθεσή μας ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας»8 .
 Ἡ δεύτερη κριτικὴ προερχόταν ἀπὸ ἕνα σεβαστὸ κληρικό, ἀείμνηστο τώρα, τὸν Ἀρχιμανδρίτη - Ἱεροκήρυκα π. Ἀρσένιο Κομπούγια, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων παρατηρεῖ: «Τί εἶναι πάλιν αὐτὸ ποὺ τώρα τε- λευταίως μετεπήδησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ λεγομένη «Διεθνής τῆς Ἀγάπης», ἡ ὁποία ἐσχάτως ἔλαβε Σωματειακὴν καὶ Νομικὴν ὑπόστασιν, μὲ ἐπίλεκτα μέλη τῆς κοινωνίας καὶ μάλιστα, καθὼς φαίνεται, ἡγήθη ταύτης ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κὸς Ἱερώνυμος; Προσεπάθησα νὰ μάθω τοὺς σκοπούς, τῆς ἰδιοτύπου αὐτῆς κινήσεως, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἐδημοσιεύθησαν που- θενὰ οἱ σκοποί της τουλάχιστον εἰς ἐμὲ μένουν ἄγνωστοι. Ἀλλ᾽ ὅσο καὶ ἂν γίνουν γνωστοὶ οἱ σκοποί, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἅγιοι, εἶναι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καταδικασμένοι εἰς οἰκτρὰν ἀποτυχίαν! Καὶ θὰ εἶναι εἰς ἀποτυχίαν, διότι ἡ κίνησις αὐτὴ τόσον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅσον εἰς τὴν Εὐρώπην ποὺ ἕλκει τὴν ἀρχικήν της καταγωγήν, ἀποτελεῖται ναὶ μὲν ἀπὸ ἐπίλεκτα τῆς κοινωνίας μέλη, οὐχὶ ὅμως μὲ ἀναγεννημένα τῆς Ἐκκλησίας πρόσωπα, ἀνθρώπους μὲ βαθεῖαν εὐσέβειαν καὶ μυστηριακὴν ζωήν, ἴσως μάλιστα τινὲς ἐξ αὐτῶν νὰ ἀνήκουν καὶ σὲ σκοτεινὲς δυνάμεις! Καὶ ἑπομένως δὲν ξεκινοῦν μὲ τὸν Χριστὸν καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ, καὶ θέλουν νὰ δώσουν ἀγάπη καὶ εἰρήνη χωρὶς Χριστόν, χωρὶς τὴν ἀγάπη καὶ εἰρήνη ποὺ μοναδικὰ δίδει μόνον ὁ Χριστός. «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν, οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, Ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάν. ΙΔ´ 26) διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Πᾶν ὅ,τι προέρχεται ἐκ τοῦ κόσμου χωρὶς Χριστόν, εἶναι ἀτελὲς καὶ ματαιοπονία... Μακαριώτατε, ὁ κόσμος χάνεται καὶ μὴ βαυκαλίζεσθε μὲ ἐνθουσιασμοὺς ὅτι ὅλα πηγαίνουν καλά, τὰ τῆς πίστεως καὶ σωτηρίας, καὶ ἀφήσατε τὴν «διεθνῆ ἀγάπην» καὶ κατασκευάσατε ἕνα νέον σχῆμα, τὴν διεθνῆ μετάνοιαν καὶ κηρύξατε σὲ συναγερμὸν μετανοίας εἰς τοὺς συναδέλφους σας ὡς καὶ ὅλον τὸν κλῆρον καὶ λάον. Θὰ τὸ κάμετε; Καλῶς. Ἄλλως, παραιτηθῆτε ἀπὸ τὰς κοσμικὰς ἐνεργείας καὶ κινήσεις καὶ τὰ ταξίδια ἀνὰ τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ κηρύξετε ὄχι μετάνοιαν εἰς τὸν ἀφηνιάσαντα κόσμον τῆς Δύσεως, ἀλλὰ ἀγάπην χωρὶς Χριστὸν καὶ χωρὶς ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν σ᾽ Αὐτόν, καὶ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν μας»9 .
Ἡ νέα συνάντηση
 Ἡ νέα καὶ τελευταία - συνάντησή μου μὲ τὸν Μακαριώτατο ἔγινε μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, στὶς ἀρχὲς Ἰουνίου 1979. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή μου ἀπὸ τὴν Γερμανία μοῦ ἐζήτησε ἡ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ» (Χ.Ε.Ε.Ν.) νὰ κάνω μία ὁμιλία στὸ ἐντευκτήριό της (Φειδίου 3) κάθε Πέμπτη βράδυ. Τὸ ἐπληροφορήθη, φαίνεται, ὁ Μακαριώτατος καὶ ἔκαμε τὴν αἰφνιδιαστικὴ ἐπίσκεψή του. Φοροῦσε τὴν καθιερωμένη πλέον παπικὴ «μπέρτα» του. Εἶχα ἀρχίσει τὴν ὁμιλία, ὅταν εἰσῆλθε στὴν αἴθουσα, ἀκολουθούμενος ἀπὸ κάποιον ἄγνωστό μου. Ἦταν μεγάλη ἔκπληξη γιὰ ὅλους μας (οἱ ἀκροατὲς ἦσαν περὶ τοὺς 70 - 80). Προσπάθησα νὰ ἐξηγήσω μέσα μου τὸν λόγο τῆς ἐπισκέψεώς του. Τὸ βεβαιότερο εἶναι, ὅτι θὰ ἐπληροφορήθη κάποιο σχόλιό μου γιὰ τὴν νέα ἀμφίεσή του. Αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς συνομι- λίας μας στὴ συνέχεια. Σηκώθηκα στὸ βάθρο, ὅπου καθόμουν γιὰ τὴν ὁμιλία, καὶ τοῦ προσ - έφερα τὴ θέση μου, λέγοντας ὅτι ἦταν τιμή μας ἡ ἐπίσκεψη αὐτὴ καὶ παρακαλώντας τον νὰ μᾶς διδάξει αὐτὸς τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖνος ἀπάντησε, ὅτι δὲν ἦλθε γιὰ ὁμιλία, ἀλλὰ ὅτι ἤθελε νὰ ἀκούσει ἐμένα. Συνέχισα τὴν ὁμιλία μου, προφανῶς μὲ κάποια ἀμηχανία («τρὰκ») καὶ ὅταν ὁλοκλήρωσα, τὸν παρεκάλεσα πάλι νὰ μᾶς μιλήσει. Καὶ τότε μοῦ λέγει: «Δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἀρκετοὶ Πατέρες μας στὰ μοναστήρια κυρίως, φοροῦσαν τὸ ἔνδυμα, ποὺ ἐπέλεξα καὶ ἐγώ; Γιατί λοιπὸν μὲ κρίνετε;». Τότε συνειδητοποίησα τὸν σκοπὸ τῆς ἐπισκέψεώς του. Μετὰ τὴν ἄρνησή μου νὰ ἀναλάβω δράση στὴν Δ.τ.Α. ἄλλαξε καὶ ἡ στάση του ἀπέναντί μου. Δὲν ἐδίστασα νὰ ἀπαντήσω, χωρὶς περισπασμούς, ἱστορικὰ γιὰ τὴν ἀμφίεσή του, ὑποστηρίζοντας τὴν ἔνστασή μου. Τοῦ εἶπα: «Ναί, Μακαριώτατε, ἴσως ἔχετε δίκιο γιὰ τὴν ἀμφίεση. Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως τὸ ἔνδυμα τῶν Ὀρθοδόξων Κληρικῶν εἶναι τὸ καθιερωμένο ράσο, αὐτὸ ποὺ κάνετε αἰφνιδιαστικὰ τὸν τελευταῖο καιρὸ καὶ χωρίς καμμιὰ ἐξήγηση, λέγεται παραποίηση στολῆς. Ἂν ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ κληρικοί, ὅταν ἤσασταν ἀρχιεπίσκοπος, ἐκάναμε κάτι τέτοιο, δὲν θὰ εἴχαμε συν - έπειες; «Ὄχι, μοῦ ἀπάντησε. Μπορούσατε νὰ τὸ κάμετε, ἂν θέλατε». «Ναί, τοῦ λέγω, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐνημερώσατε». Διότι τότε θὰ ἐλαμβάνατε τὴν δέουσα ἀπάντηση. Ἐμεῖς στὴν Γερμανία κυκλοφορούσαμε μὲ τὸ καθιερωμένο ράσο μας, θεωρώντας το σημαία τῆς Ἑλληνορθοδοξίας. Δὲν σκεφθήκατε, λοιπόν, ὅτι τὸ τόλμημά σας θὰ προκαλέσει σκανδαλισμὸ στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα;». Τὴν στιγμὴ ἐκείνη, κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀκροατές μας, γύρω στὰ 40, οἰκογενειάρχης μὲ ρίζες παλαιοημερολογίτικες, πῆρε τὸν λόγο καὶ τοῦ λέγει: «Ἔχει δίκιο ὁ π. Γεώργιος, πάτερ Ἱερώνυμε!». Ὁ ἀρχιεπίσκοπος τότε ἔχασε τὴν ψυχραιμία του καί, ἀπευθυνόμενος σὲ μένα, μοῦ λέγει: «Ἔτσι τοὺς διδάσκετε νὰ μιλοῦν στὸν Ἀρχιεπίσκοπο, μὲ τὸ “Πάτερ”;». Δὲν ἐσιώπησα, διότι μπροστά μου εἶχα Ὀρθοδόξους, ποὺ ζητοῦσαν ἀπὸ ἐμὲ λόγο Ἀληθείας. Καὶ τοῦ εἶπα: «Μακαριώτατε, ἀπὸ τὸν εἰδικό μου καθηγητὴ τῆς Πατρολογίας, τὸν κ. Κων. Μπόνη, φίλος σας, ἔμαθα ὅτι ἡ προσφώνηση τῶν Κληρικῶν μας μὲ τὸ «Πάτερ» εἶναι ὅ,τι τρυφεροτέρα ὑπάρχει. Τὰ γνωστά μας «Σεβασμιώτατε», «Μακαριώτατε», «Παναγιώτατε», «Αἰδεσιμώτατε» τὰ γέννησε ἡ κοσμικὴ νοοτροπία. Γι᾽ αὐτὸ στοὺς ὕμνους μας, τοὺς Ἁγίους, ὅπως τὸν Ἅγιο Νικόλαο ἢ τὸν Μ. Βασίλειο, μὲ τὸ «πάτερ» τοὺς προσφωνοῦμε. Θὰ ἔπρεπε νὰ χαρῆτε, λοιπόν, ποὺ σᾶς μίλησε τό- σο υἱϊκὰ καὶ τρυφερὰ ὁ προλαλήσας». Τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος σηκώθηκε ἀμίλητος καὶ ἔφυγε. Καὶ ἐμεῖς συνεχίσαμε τὰ τῆς συναντήσεώς μας, χωρὶς κανένα σχόλιο γιὰ τὸ συμβάν, ποὺ προηγήθηκε. Τὶς ὁμιλίες τῆς Πέμπτης συνήθιζαν νὰ καταγράφουν στὰ μαγνητόφωνά τους ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς ἀκροατές. Ἔτσι κατεγράφη καὶ ὅλη ἡ συζήτηση μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώ- νυμο καὶ τελικὰ κατέληξε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸ αἰτιολογεῖ καὶ ἡ πληθώρα τῶν ἐπαινετικῶν γραμμάτων, ποὺ ἔλαβα ἀπὸ σεβαστοὺς Ἁγιορεῖτες. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν θέρμη τῆς ἀγάπης τοῦ ἀοιδίμου π. Νικοδήμου (Μπιλάλη), ποὺ κατὰ τὴν συν ήθειά του προέβη καὶ σὲ μακρὰ ἀδελφικὴ ἀνάλυση καὶ κρίση τοῦ ὅλου συμβάντος. Ὁμολογῶ, ὅτι μὲ στήριξαν πολὺ σὲ μιὰν ἔκρυθμη περίοδο καὶ κρίσιμη γιὰ τὴν πορεία μου, διότι ἀκόμη δὲν μὲ ἐγνώριζαν ὡς κληρικὸ στὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ γιὰ ἕξι χρόνια εἶχα «χαθεῖ» στὴν Γερμανία. Καὶ τὸ κυριότερο, κάποιοι ἐκκλησιαστικοὶ τῆς «παλαιᾶς τάξεως πραγμάτων» μὲ χαρακτήριζαν «κομμουνιστὴ» ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ κηρύγματά μου, ἔστω καὶ ἂν προσ παθοῦσα ταπεινὰ νὰ φέρω στὴν ἐπιφάνεια τὸν πατερικὸ λόγο, παραπέμποντας ἐπίμονα στὴν ὀρθοδοξο- πατερικὴ παράδοση τοῦ Μοναστι- κοῦ Κοινοβίου καὶ τῆς Ἑλληνορθόδοξης Κοινότητας. Ἐν ἀγνοίᾳ του ὁ Μακαριώτατος μὲ βοήθησε νὰ ἀποκαταστήσω τὴν εἰκόνα μου σὲ φίλους καὶ ἀμφισβητίες. Βέβεαια, δὲν ἤμουν ὁ μόνος, ποὺ ἄθελά μου ἀναγκάσθηκα νὰ ἀσκήσω κριτικὴ στὴν ἐμφάνιση τοῦ Μακαριωτάτου. Διότι ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἐφημερίδα μας, ὁ «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται καὶ ἡ δημοσιευόμενη φωτογραφία μὲ τὸν σχολιασμὸ τῆς ἐφη- μερίδος. Ὁλοσέλιδο δέ, χιουμοριστικὸ σχόλιο, ποίημα ὁλόκληρο, τοῦ μακαρίτη Μπόστ (Μ. Μποστατζόγλου) δημοσίευσε στὸ κυριακάτικο φύλλο της (3 Ἰουνίου 1979) ἡ «Κυριακάτικη Ἐλευθεροτυπία». Καὶ δὲν ἦταν ἡ μόνη. Ὁ εὐφυέστατος Μπόστ στὸ ὀκτάστηλο σκίτσο του παρουσιάζει τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀσκεῖ κριτικὴ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο γιὰ τὴ Στολή, ποὺ εἶχε ἐπιλέξει. Στὸ μακροσκελὲς δὲ στιχούργημά του, σημειώνει μεταξὺ τῶν ἄλλων, μὲ τὴν δική του «ὀρθογραφία»: «Δέσποτα Ἱερόνιμε, βλέπο ὅτη ταχέως | βάλατε ροῦχα δυτικά, γυρνῶν ὡς ἐβροπέος10.| Σᾶς καθιστὸ ὅμος γνωστόν, ἂν ντύθιτε γιὰ μένα, | ἡ εἴσοδός μου θὰ συνβῆ εἰς τὸ ὀγδονταένα11. | Ὁ ἀντιπρόεδρος ΕΟΚ, ὁ κήριος Νατάλι, | ἐμπυρογνόμονες πολοὶ κὲ κορηφέοι ἄλοι, | μᾶς εἶπαν νὰ ἀλλάξομαι ὅλοι νοοτροπεία | κὲ ὄχη τὰ ἐνδήματα, φορόντες κελεμπία. | Οἱ θεσμικοὶ οἱ νόμοι μας πρέπει ν᾽ ἀλάξουν ὅλοι | κι ὄχι ἀλάζοντες στολὴ νὰ βγένομε στὴν πό- λι. |Ἐσεῖς παρεξηγίσαντες τὰς ἀνωτέρω θέσεις | περιπατῆτε καθ᾽ ὁδὸν μὲ ἄλας ἀμφιέσεις. * * * Οἱ μόδιστροι τῆς Δήσεος θέλουν νὰ μὲ ἐνδήσουν | φορὼν καὶ φέσι εἰς ἐμὲ διὰ νὰ μ᾽ εὐχαριστίσουν | πρᾶγμα ποὺ δὲν εἶνε κομψόν, ὅπως ἀντιλαβῆσθε, | κὲ θὰ τ᾽ ἀκούσατε συχνὰ στοὺς ράπτας ποὺ ραβεῖσθε. * * * Ἄχ! σᾶς ζηλέβο, δέσποτα, ποὺ εἴχατε τὸ θάρος | Σεῖς τῆς ὀρθοδοξίας Μας ποὺ ἦσθο ἕνας φάρος12, | νὰ ἐνδηθῆτε Δητικὰ κὲ τόρα νὰ γυρνᾶτε | φορῶν ἀφτὰ ποὺ θέλετε χωρὶς νὰ χολοσκᾶτε...». Ὁ εὑρηματικὸς Μπὸστ συνδέει τὴν ἐπιλογὴ τοῦ Μακαριωτάτου μὲ τὶς πολιτικὲς ἐξελίξεις καὶ τὴν ἀναμενόμενη γιὰ τὸ 1981 ἔνταξή μας στὴν ΕΟΚ. Θεωρεῖ δὲ ὡς ἔκφραση δυτικοποιήσεως καὶ τὴν νέα περιβολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ποὺ κατὰ τὸν εὐφυῆ σκιτσογράφο συνέπλεε μὲ τὴν ὅλη πορεία τοῦ πλήρους ἐκφραγκισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, κάτι ποὺ ὁλοκληρώθηκε στὴν ἐποχή μας, στὸ πλαίσιο τοῦ διπλοῦ οἰκουμενισμοῦ, θρησκευτικοῦ καὶ πολιτικοῦ, τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ὁ Γελοιογράφος βλέπει τὰ πράγματα μὲ τὸ βλέμμα ἑνὸς αὐθεντικοῦ Ὀρθοδόξου, ὅπως φαίνεται ἀπὸ ὅλο τὸ στιχούργημά του. Διαβάζοντας τὰ σχόλια τοῦ Τύπου, καὶ ἰδιαίτερα ἐκεῖνα τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου», βεβαιώθηκα ὅτι ἡ κρίση μου γιὰ τὰ τολμήματα τοῦ πρ. Ἀρχιεπισκόπου δὲν ἦσαν προϊὸν ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ δίκαιη ἀντίδραση στὰ μηνύματα, ποὺ ἤθελε νὰ «περάσει» στὸν λαό μας. Παρʼ ὅλα αὐτά, μετὰ τὴν κοίμησή του (15.11.1988) θέλησα νὰ πάω στὴν Μονὴ Πετράκη, νὰ προσκυνήσω τὴν σορό του. Τὸ ἄφησα δὲ γιὰ τὴν τελευταία ἡμέρα, ποὺ θὰ ἐτελείωνε τὸ προσκύνημα καὶ θὰ μετεφέρετο στὴν Τῆνο. Τὴν νύχτα εἶδα ἕνα ὄνειρο ποὺ μὲ αἰφνιδίασε: Εἶδα ὅτι πηγαίνοντας γιὰ τὴν Μονή, ἐξερχόταν τὸ φέρετρο ἀπὸ τὸ πίσω μέρος τοῦ περιβόλου της, ἐνῷ κάποιος ἄγνωστός μου, μοῦ εἶπε, ὅτι στὴν Ἐκκλησία ἔχει ἐκτεθεῖ γιὰ προσκύνημα τὸ λείψανο μιᾶς Γυναίκας. Ὅταν πῆγα στὸ Ναό, τὸ πρωΐ, πράγματι τὸ λείψανο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δὲν ἦταν πιὰ ἐκεῖ καὶ εἶχε ἐκτεθεῖ γιὰ προσκύνηση τεμάχιο τοῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Πρὸς Θεοῦ! Δὲν τὸ θεωρῶ οὐράνιο μήνυμα! Μᾶλλον θὰ ἦταν καρπὸς στομαχικῆς δυσλειτουργίας. Τὸ μόνο ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὄντως βρέθηκα στὸ προσκύνημα τῆς Ἁγίας, ποὺ καὶ στὴ συνείδησή μου ἐνσάρκωσε τὴν ὄντως σοφία (Ἰακ. 5, 13) ἡ ὁποία ἐφώτιζε καὶ τὴν ἐπιστημονική της γνώση. Καὶ γι᾽ αὐτὸ ἦταν Ἁγία.


Σημειώσεις: 1) Ἦταν καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 2) Γιὰ τὰ πολιτικοεκκλησιαστικὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς μετὰ τὴν 21η Ἀπριλίου καὶ κυρίως στὸν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης βλ. τὸ βιβλίο τοῦ μακαρί- τη διδασκάλου μου, ἱστορικοῦ Γερ. Ἰω. Κονιδάρη «Περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι «Ἐκκλησιαστικῆς Δικαιοσύνης» σήμερον», ἐν Ἀθήναις 1971/ 1972. 3) Συμμετεῖχαν σημαντικοὶ ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων, μὲ τοὺς ὁποίους διατηρῶ μέχρι σήμερα φιλικότατες σχέσεις. 4) Αὐτὸ εἶναι ἄλλη ἱστορία, ποὺ δὲν θὰ θίξω ἐδῶ. 5) Κατὰ τὴ συζήτησή μας ἐρώτησα τὸν Μακαριώτατο γιὰ τὴ σχέση αὐτῆς τῆς ἰδεατῆς Ἀγάπης μὲ τὴν συγκεκριμένη Ἀγάπη τοῦ Χρισοῦ μας, ἀλλὰ ἀπέφυγε νὰ μοῦ ἀπαντήσει. 6) Αὐτὸ κυρίως μοῦ εἶχε ζητήσει. 7) Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἤθελε νὰ ἀναθέσει τὸ ἔργον μόνο στὴν ταπεινότητά μου, ἀλλὰ ἀσφαλῶς θὰ ἀντιληφθῆ, ὅτι προτείνονται καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, ἀκριβῶς, διὰ νὰ μὴ τὸ ἀναλάβω ἐξ ὁλοκλήρου, ἂν τυχὸν ἄρχιζε ἡ συνεργασία μας. 8) Ὀρθ. Τύπος, ἀρ. φύλλου 441 (1981), σ. 1 καὶ 2. 9) Ὀρθ. Τύπος, φ. 447. 10) = Εὐρωπαῖος. Αὐτὸ λέγει πολλά. Ἡ Εὐρώπη κατεργάζεται τὴν ἀποορθοδοξοποίησή μας. 11) Τὸ 1981 γίναμε μέλη τῆς ΕΟΚ καὶ τὸ 1992 τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως (Ε.Ε.). 12) Καταφανὴς εἰρωνεία γιὰ τὴν ἀρχιεπισκοπικὴ θητεία τοῦ Ἱερωνύμου.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Διωγμός εντός των τειχών της Διοικούσης Εκκλησίας του Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

Κάθε φορά που θυμάμαι – και συμβαίνει αυτό συχνά, σχεδόν καθημερινά – ότι μερικοί αδελφοί διώκονται όχι γιατί είναι άδικοι, όχι γιατί παρανομούν, όχι γιατί καταπατούν θείες εντολές, αλλά γιατί είναι δίκαιοι, είναι ζηλωτές, είναι ηθικοί και τηρούν με ακρίβεια τις εντολές  του Θεού, αισθάνομαι και εγώ τον πόνο των αδελφών, τον βιώνω ως ιδικό μου και αγανακτώ από τη συμπεριφορά των διωκτών, οι οποίοι κινούνται με συγκαλυμμένη εχθρότητα και πάντα στο όνομα της τήρησης της κανονικής τάξης της Εκκλησίας και της πιστής εφαρμογής των όσων από αιώνες ισχύουν στην παράδοσή της!



…… Ο ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς                                                                                                            
Πρόσφατα εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση για τον γνωστό ιερομόναχο, ο οποίος μάχεται κατά των οικουμενιστών και αμφισβητεί την αγιότητα του Σμύρνης Χρυσοστόμου. Το μεγάλο του παράπτωμα ήταν ότι δεν μνημόνευε το Μητροπολίτη του κι εκείνος τον παρέπεμψε στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη, με την ίδια ευκολία που επί χρόνια παραπέμπει και τους λαϊκούς στα κοσμικά δικαστήρια, γιατί δεν συμφωνούν με τους λόγους και τις πράξεις του και διαμαρτύρονται με τρόπο γενναίο και δυναμικό. Ο π. Ευθύμιος είναι ευλαβέστατος κληρικός και θαρραλέος. Διατυπώνει τις απόψεις του τεκμηριωμένα και υπερασπίζεται την Ορθοδοξία. Σε μια εποχή μάλιστα όπου όχι μόνο οι λαϊκοί αλλά και οι περισσότεροι κληρικοί έχουν γίνει άνθρωποι του γλυκού και χλιαρού νερού, ο π. Ευθύμιος  απ΄ την ασκητική του βίγλα ανησυχεί και αντιστέκεται. Και αυτό είναι, που τον κάνει αξιοθαύμαστο και αξιομίμητο.                                             

Δυστυχώς, η εκκλησιαστική δικαιοσύνη αποφασίζει με τρόπο παράλογο, πιστεύοντας ότι έτσι θα προστατεύσει κάποιους άλλους «αθώους» μεγαλόσχημους κληρικούς. Η τακτική αυτή είναι θεομίσητη. Ο παραλογισμός συνεχίζεται με το να επιμένουν οι θύτες και διώκτες ότι ορθώς ενήργησαν και επιβάλλεται όλοι εμείς οι άλλοι, που δεν έχουμε τη δική τους εμπάθεια, να δεχτούμε και να σεβαστούμε τις εν «Αγίω Πνεύματι αποφάσεις τους». Κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Οι χριστιανοί είναι δούλοι του Θεού και όχι δούλοι των εφήμερων εκκλησιαστικών αρχόντων. ….. 

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ

«Όλην εισδεξάμενοι, την νοητήν λαμπηδόνα, του αγίου Πνεύματος, το υπερφυέστατον, χρησμολόγημα, τω βραχεί ρήματι, και πολλή συνέσει, θεοπνεύστως απεφθέγξαντο… άνωθεν λαβόντες, την τούτων αποκάλυψιν…»


Ευαγγέλιον και Πατέρες είναι η αδιάστατος πνευματική συζυγία, η οποία συνιστά και θεμελιοί την αγίαν και Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν επί την αρραγή πέτραν της αληθείας. Είναι τόσον στενώς ηνωμέναι αι δύο αυταί έννοιαι, ώστε να μη δύναται να νοηθή το εν άνευ του άλλου, το Ευαγγέλιον δίχως Πατέρας της Εκκλησίας και Πατέρες άνευ Ευαγγελίου. Εντεύθεν, η Εκκλησία του Χριστού θα ηδύνατο προσφυώς να καλήται και Εκκλησία των Πατέρων. Διότι την υπερφυά παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος εντός της Εκκλησίας, δια των Πατέρων εμάθομεν. Την ερμηνείαν του Ευαγγελίου της Χάριτος του Χριστού οι Πατέρες έδωκαν εις τον κόσμον. Τι θα ήτο η Εκκλησία δίχως «τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου», τους «οπλίτας παρατάξεως Κυρίου», τα «όργανα του Αγίου Πνεύματος»; Ίδετε τον κονιορτοποιήσαντα την Εκκλησίαν Προτεσταντισμόν. Καταμάθετε τας αντορθοδόξους καινοτομίας, τας αιρέσεις, τας υπερβολάς, την εγκοσμιότητα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, υποκαταστησάσης την δι’ Αγίου Πνεύματος ποριζομένην ακράδαντον αυθεντίαν των Πατέρων, δια των εξ υψηλοφροσύνης επισφαλών ανθρωπίνων συλλογισμών. Φοβήθητε την επιφαινομένην νόθευσιν του Ευαγγελίου εν τη Εκκλησία.                                                                                                                              
Αποτολμά ο λόγος να υποστηρίξη, ότι οι Άγιοι Πατέρες αποτελούν τα ασφαλή μέτρα της περί Θεού και ανθρώπων καθολικής και επί μέρους αληθείας. Αυτοί είναι οι οξυδερκείς της Εκκλησίας οφθαλμοί, τα πυρίπνοα στόματα, οι θεοείκελοι διδάσκαλοι, οι απλανείς οδηγοί, οι φυσικοί ερμηνείς του Ευαγγελίου, ως θεωρίας και πράξεως. Έδωκαν εις την Εκκλησίαν το μεν την δογματικήν αυτής διδασκαλίαν, τους Κανόνας, τας Παραδόσεις, το δε κατέλιπον εις τους πιστούς την θείαν βιοτήν των ως υπόδειγμα ζωής και μιμήσεως, καθιερώσαντες το διάγραμμα του εριτίμου πλούτου της ορθοδόξου πνευματικότητος. Άνθρωποι αυτοί, δια πολυμόχθων ασκητικών αγώνων και εκ Θεού συναντιλήψεως, κατεστάθησαν φορείς των επιλάμψεων του «Πνεύματος της αληθείας», σκεύη καθαρά των θείων ενεργειών, Θεοφόροι, Χριστοφόροι και Πνευματοφόροι, και ούτως απέβησαν δι’ ημάς η ακριβής στάθμη της περί Θεού και Εκκλησίας αληθείας. Άνθρωποι και ημείς, φέροντες εκ κληρονομικής αναδοχής, εξ αμελείας, αγνοίας και ηδονών του βίου, ημαυρωμένην την θείαν εικόνα εκ του εν τη καρδία επιπροσθούντος νέφους των ψεκτών παθών, αμοιρούμεν των ακτίστων ακτίνων του Πνεύματος, ταλαιπώρως πλανώμενοι υπό των ατάκτων επιθυμιών της καρδίας και των ινδαλμάτων του εσκοτισμένου νοός ημών. Ιδού ποία η διαφορά μεταξύ ημών και των Πατέρων, και πόσην ανάγκην έχομεν αυτών εν τη πορεία ημών ως Εκκλησίας, εις τον βίον της οποίας μετέχομεν είτε ως χαρισματούχοι, είτε ως απλούς λαός, είτε ως Ποιμένες, είτε ως ποιμενόμενοι.
Οφείλομεν να καταστήσωμεν συνείδησιν, ότι αν οι Πατέρες της Εκκλησίας κατώρθωσαν να επισπάσουν τας ακτίνας του φωτιστικού Πνεύματος, τούτο επέτυχον δυνάμει της αγιότητός των, ότι μόνον η κάθαρσις της ψυχής από των παθών άγει εις την γνώσιν της αληθείας. Διο και η μεγαλυτέρα νοθεία εις την θεολογίαν μας και εις τον πνευματικόν βίον των Ορθοδόξων, συντελείται από αυτούς τους λειτουργούς αυτής και διδασκάλους, οι οποίοι, ενώ εμφανίζονται ως υπεύθυνοι ερμηνείς του πνεύματος της Εκκλησίας, εν τούτοις νοθεύουν την διδασκαλίαν της δια της αναμίξεως προσωπικών αντιλήψεων με την εν Αγίω Πνεύματι διδασκαλίαν των Πατέρων. Οι αιρεσιάρχαι αποτελούν την ισχυροτέραν απόδειξιν, ότι πάσα εκτροπή από του χρυσού κανόνος των Πατέρων άγει εις πλάνας και απώλειαν. Οι αιρεσιάρχαι ήσαν ευλαβείς μεν και των Γραφών εγκρατείς. Εστερημένοι όμως του φωτός, όπερ κατηύγαζε τας ψυχάς των Πατέρων, «εναυάγησαν περί την πίστιν». Αείποτε υπήρξεν αίτημα εκ των θεμελιωδών της αγίας ημών Εκκλησίας, η μετά πίστεως οικείωσις και παρακολούθησις της ζωής των Πατέρων—«ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής…». Η Εκκλησία ευλογούσα τον Θεόν, διότι «φωστήρας επί γης τους Πατέρας ημών θεμελιώσας και δι’ αυτών προς την αληθινήν πίστιν πάντας ημάς οδηγήσας», καθιεροί εις το διηνεκές το απρόσβλητον κύρος αυτών. Ώστε η Εκκλησία, δια να κατευθύνεται απλανώς προς την αλήθειαν και εντός των πλαισίων της ιδιαζούσης ημίν τοις ανατολικοίς ορθοδόξου πνευματικότητος, είναι απαραίτητον, όπως οι ποιμένες και διδάσκαλοι αυτής μη απομακρύνωνται από την Πατερικήν διδασκαλίαν εις όλους τους τομείς αυτής, νοθεύοντες το πνεύμα της Εκκλησίας δια προφάσεων εν αμαρτίαις.
Μία εκτροπή θεμελιώδους σημασίας είναι η παραθεώρησις του ασκητικού- Μοναστικού πνεύματος, όπερ χαρακτηρίζει τον βίον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας. Εντεύθεν απορρέουν πάντα τα εν τη Εκκλησία σκάνδαλα, η μείωσις της αγιότητος, η εξάπλωσις της ποικολομόρφου πλάνης εν τε τη θεολογία και τη ηθική και πνευματική ζωή των χριστιανών. Η σημερινή εποχή θα αποτελέση σταθμόν εν τη ιστορία της Ελληνικής Εκκλησίας, δια την εγκατάλειψιν της λιτότητος και ασκητικότητος των Πατέρων, υπό τε των φυσικών διαδόχων αυτών και του «φιλούντος εξομοιούσθαι τοις άρχουσιν» ευαγώγου λαού, πορευομένων την λεωφόρον της εγκοσμίου ευδαιμονίας. Εντεύθεν η παραχάραξις της γνησίας χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία άρχεται από της οδυνηρότητος του Σταυρού του Κυρίου, διέρχεται δια του φωτός της ενδόξου Αναστάσεώς Του και, διαγράφουσα απείρους κύκλους μεταξύ των δύο τούτων συγκλονιστικών πόλων της ανθρωπίνης ιστορίας, καταντά ως θρίαμβος εις την όρασιν της αιωνιότητος. Και ούτω, πριν ανέλθη τις επί του σταυρού,--κατά την εντολήν του Κυρίου, Όστις «έπαθε, τύπον υπολιμπάνων ημίν, ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν Αυτού»--ευρίσκεται εν κοσμική μακαριότητι, ως εν τω φωτί της Αναστάσεως! Αλλά το κακόν—ο Σατανάς, δεν εμφανίζεται ποτέ γυμνός. Καλύπτεται—ο μυρμηκολέων αυτός—υπό γοητευτικωτάτας μορφάς ευσεβείας, διο και καθίσταται δυσκαταγώνιστος, οχυρούμενος τεχνηέντως όπισθεν διαφόρων ευσεβών συνθημάτων. Εάν ήτο τετραχηλισμένος ο διάβολος, όστις «πλανά την οικουμένην», ως απαισίως δύσμορφος, θα κατεβάλλετο ευκολώτατα. Αλλ’ η δύναμίς του έγκειται εις αυτήν την φωτοφάνειάν του, εις τας περί αγάπης Θεού και του πλησίον θεωρίας του, εις τα δάκρυά του υπέρ της Εκκλησίας του Χριστού(!), εις τας τάσεις δημιουργίας μιας «νέας και υγιούς τάξεως πραγμάτων», εις τον πόθον της άρσεως του «σατανικού» σχίσματος των Εκκλησιών, εις το ενδιαφέρον δια την αναπροσαρμογήν του Ευαγγελίου εις τα σύγχρονα δεδομένα, εις την αναψηλάφησιν θεολογικών, ηθικών και Εκκλησιαστικών θεμάτων, διότι ναι μεν –ομιλεί ο Σατανάς—οι έγιοι Πατέρες ορθώς εδογμάτισαν, αλλά η πρόοδος του κόσμου, αι ανάγκαι της νέας κοινωνίας, η ύψωσις της διανοητικής στάθμης των ανθρώπων η ασύλληπτος εξέλιξις του τεχνικού πολιτισμού, όλα ταύτα, εν πάση περιπτώσει, επιβάλλουν την επανατοποθέτησιν της Εκκλησίας επί συγχρονισμένων βάσεων…                                 
Αλλ’ ο Παύλος και μετ’ αυτού η αγία μας Εκκλησία βοούν προς τους πλανωμένους: «Ου γαρ αγνοούμεν τα νοήματα αυτού», του Σατανά. Και οι Πατέρες—«οι οπλίται παρατάξεως Κυρίου»--εμπεδώσαντες ορθοδόξως την Εκκλησίαν, απεφάσισαν τον αφορισμόν υπό της Εκκλησίας παντός, όστις ήθελεν αφαιρέσει ή προσθέσει τι εις όσα καλώς αυτοί εδογμάτισαν και παρέδωκαν.
Αλλά θα ερωτηθώμεν. Ποίαν σχέσιν δύναται να έχη το αίτημα της ασκητικότητος της Εκκλησίας με τας εκτροπάς αυτάς; Πολλού γε και δει. Η άσκησις ανακύπτει ως αναγκαιότης προς άρσιν της εν ημίν αντινομίας, βεβαιουμένης ευαγγελικώς μεν, δια της «στενής και τεθλιμμένης οδού», δια της «βίας», δια των αγρυπνιών και των νηστειών του Κυρίου, δια της εντολής Αυτού «αγρυπνείτε και προσεύχεσθε» κ.λ.π., ως και δια του «υπωπιασμού της σαρκός», του «αντιστρατευομένου νόμου» του θείου Παύλου, δια των «σκληρών οδών» του Προφήτου Δαυϊδ και άλλων συναφών χωρίων της Γραφής, Πατερικών δε, δια του αγίου βίου πάντων των Πατέρων και αυτής της διδασκαλίας των. Η φύσις της Εκκλησίας μας είναι ασκητική, ως εξ αυτής ταύτης της φύσεως του γεγονότος της ανορθώσεως του πεπτωκότος ανθρώπου, φέροντος παρά τούτο την αίσθησιν της τραγικής διαστάσεως της βουλήσεώς του, εκφαινομένης εις τας τραγωδίας της Ελληνικής αρχαιότητος,--δια να επικαλεσθώμεν και την θύραθεν σοφίαν—και κατοπτριζομένης εις τα μεγάλα έργα του Σαίξπηρ, του Ίψεν, του Δοστογιέφσκη, και εξαιρέτως εις την «Τραγωδίαν της ζωής» του Ισπανού Μικαέλ Ουναμούνο. Την τραγικότητα αυτήν έζησεν η αγία Εκκλησία μας αναδυθείσα από το ίδιον αίμα της και ηκολούθησαν τα εκλεκτά τέκνα της Ερήμου, οι άγιοι, βεβαιώσαντες την αναγκαιότητα της τραχείας ταύτης οδού, δια των κλαυθμών των, των κακοπαθειών, του ιερού πένθους των, των μακρών νηστειών και αγρυπνιών των και των αδιαλείπτων προσευχών. Ως και το αίμα των Μαρτύρων εχύθη από την ιδίαν αυτήν διάστασιν, συμπλακέντων με το κακόν, άχρι και αυτού του Πρωτομάρτυρος Χρυστού, του «αρχηγού και τελειωτού της πίστεως ημών». Ιδού ποίον είναι το βάθος της ασκητικότητος, εξικνουμένης μέχρις αυτής της του αίματος χύσεως, ως βεβαιοί, κατά μυστικόν τινα τρόπον, ο μέγας του Χριστού Απόστολος Παύλος. «Και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις» (Εβρ. θ: 22). Ο ίδιος Παύλος ενθαρρύνων εις τας θλίψεις των τους πιστούς και δίδων οιονεί το διάγραμμα των εν Χριστώ κατά της αμαρτίας αγώνων, γράφει: «Ούπω μέχρις αίματος αντικατέστητε προς την αμαρτίαν ανταγωνιζόμενοι» (Εβρ. ιβ: 4). Κατά ταύτα, λόγω της αμέσου σχέσεως αγιότητος βίου και αληθείας, πρέπει να απελπισθώμεν, ως Εκκλησία, ως προς την δυνατότητα εκπληρώσεως της εν γη αποστολής μας—η οποία, κατά βάθος, είναι ο καθολικός αγιασμός ημών, «ου άνευ ουδείς όψεται τον Κύριον»--χωρίς την οικείωσιν του ασκητικού πνεύματος των Πατέρων, όπερ θα μας καταστήση ικανούς να εξαρθώμεν εις την περιωπήν της γνώσεως της Ορθοδοξίας, ην παρέδωκαν ημίν «άνθρωποι υπό πνεύματος Θεού φερόμενοι». Η σημερινή αξιοδάκρυτος παρακμή του Μοναχικού θεσμού, αποτελεί αντανάκλασιν του εμπολιτευομένου εν τη Εκκλησία αντιασκητικού πνεύματος, γεγονός το οποίον παρέχει το μέτρον της πνευματικής πτωχείας της Ορθοδοξίας, ης τινος ο Μοναχισμός είναι «τα νεύρα», κατά Χρυσόστομον. Ως εκ τούτου, πως δυνάμεθα άνευ αγιότητος, ταπεινώσεως, αγάπης και φωτισμού, να ομιλώμεν περί Ορθοδοξίας, εφ’ όσον στερούμεθα των φυσικών εκείνων οργάνων, τα οποία προσπορίζουν εις ημάς την γνώσιν του βάθους του πλούτου αυτής; Διότι, εν εσχάτη αναλύσει, τι άλλο είναι η Ορθοδοξία μας η αδαμαντίνη, ειμή κατάκτησις της αγιότητος ως αληθείας, ως ζωής, ως ηθικού κάλλους, ως ελπίδος, ως, εν πάση περιπτώσει, συνισταμένης των θειοτάτων αιτημάτων του εν Χριστώ ανθρώπου, εκφραζομένων εν τη μεγαλειώδει λειτουργική ζωή της Εκκλησίας; Ιδού διατί η οδός του κλαυθμού είναι η μόνη, ήτις απέμεινε σήμερον εις την Εκκλησίαν προς απόπλυσιν των «σπίλων και των ρυτίδων», προς συνειδητήν εν πνεύματι ανασύνδεσιν με τους Πατέρας, προς πλατυσμόν εις τας απείρους διαστάσεις της Ορθοδοξίας, προς οικείωσιν του Ηγαπημένου Χριστού—του Έρωτος των Πατέρων—προς δικαίωσιν του θείου ημών χριστιανικού ονόματος, προς δόξαν Θεού!  

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της.

Κάποτε ο Κύριός μας, απέστειλε στον κόσμο τους μαθητές Του να γίνουν «μάρτυρές» Του. Τους ανέθεσε την ιεραποστολή να φέρουν στους ανθρώπους το μήνυμα της ελπίδας και της σωτηρίας. Και αυτοί ανταπεκρίθηκαν. Με λόγια και έργα, με θυσίες και προσφορές, με κινδύνους και διωγμούς. Τους περιφρόνησαν οι άνθρωποι, όταν δεν τους εδίωκαν. Και τους εθανάτωσαν, όταν δεν τους εφίμωναν. Και αργότερα, μετά τους αγίους Αποστόλους, οι άγιοι Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Πατέρες, ο χορός των αγωνιστών έδωσαν την μαρτυρία τους. Εφώτισαν τον κόσμο, έμειναν ασυμβίβαστοι με την αμαρτία, ελεγκτικοί της κακίας, ασίγαστοι κήρυκες της αρετής. Και παρέδωσαν στην Εκκλησία αθάνατα πρότυπα μαρτυρικής μαρτυρίας. Μας άφησαν μια βαρειά κληρονομιά. Στην εποχή μας όμως οι χριστιανοί φαινόμαστε να έχουμε λησμονήσει αυτό το χρέος. Μένουμε ικανοποιημένοι με μια ατομική ευσέβεια, απονευρωμένη και αδάπανη. Δεν μας κοστίζει σε τίποτε η πίστη μας. ούτε και είμαστε πρόθυμοι να διακινδυνεύσουμε την προσωπική μας ευτυχία για χάριν του Χριστού. Αποδεχθήκαμε τα κοινωνικά κατεστημένα, αποκαταστήσαμε επιφανειακές σχέσεις με τον Χριστό, αδυνάτισε το αγωνιστικό φρόνημα μέσα μας. Σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της. Γι΄ αυτό και έλειψαν οι αγωνιστές, θέριεψαν τα πάθη, συμβιβάσθηκαν οι αξίες, προδόθηκε η ιστορία. Μικροί και μεγάλοι στην πλειονότητά μας, διακονούμε μια καλόβολη και αποδοτική πίστη, που όμως παραμένει ξένη στις μεγάλες προοπτικές της ειρηνικής επανάστασης, για την αλλαγή του κόσμου. Και όμως σήμερα ο κόσμος περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει την ανάγκη αυτής της μαρτυρίας μας. Ο κόσμος του παραλόγου, της κατανάλωσης, του υλισμού, της σκληρότητας και της σύγχυσης. Ο κόσμος των φώτων και των ανέσεων, αλλά και του άγχους και της απόγνωσης. Αυτός ο κόσμος ζητάει μια αυθεντική έκφραση ζωής, τη γνησιότητα του ήθους, την προσωποποίηση της αρετής. Ζητάει απεγνωσμένα τη σανίδα της σωτηρίας του από τον κατακλυσμό του χαλασμού, από την κόλαση της απομόνωσης. Ζητάει την κοινωνία της αγάπης και της συμπόνοιας, τη κοινωνική δικαιοσύνη, την ολοκλήρωση του προσώπου, τη μέθεξη της αγιότητας. Ζητάει ακόμη την εμπιστοσύνη, την αλήθεια, τη Ζωή. Κι΄ όλα αυτά του φαίνονται τόσο μακρυνά, τόσο απρόσιτα. Ποιος, αν όχι εμείς οι χριστιανοί, οφείλουμε και μπορούμε να του τα δώσουμε; θα τα δώσουμε όμως;…

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

O μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, ο δάσκαλος του προμάχου της Ορθοδοξίας του Μάρκου του Ευγενικού, σε επιστολές και ομιλίες, κάποιες από τις οποίες εκφωνήθηκαν στην αίθουσα των ανακτόρων, διεκτραγωδεί την διαφθορά που είχε ενσκήψει πριν από την άλωση. Το ιερατείο πρώτον είχε διαφθαρεί.

Οι περισσότεροι από τους κληρικούς χειροτονούνταν με σκοπό τα χρήματα. Κλήρος σιμωνιακός (=που αγαπάει το χρήμα) εθνική συμφορά, «ἅλας μωρόν» (=άνοστο αλάτι)! Τα μυστήρια ξεπουλιόνταν από τους ανάξιους αυτούς κληρικούς. Με πληρωμή, με δωροδοκίες δινόταν η άφεση των αμαρτιών και μεταδιδόταν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Επίσκοποι, άγαμοι κληρικοί, μοναχοί, οι οποίοι είχαν υποσχεθεί την παρθενία, αναιδέστατα συζούσαν με μοναχές. Οι κοσμικοί πάλι μιμούμενοι τους κληρικούς πριν την τέλεση του μυστηρίου του γάμου συζούσαν με τις γυναίκες. Το άγιο όνομα του Θεού βλασφημείτο δημόσια και κανένας – λέει ο Βρυέννιος – δεν ύψωνε φωνή διαμαρτυρίας γι’ αυτό, ενώ θα έπρεπε, εμείς ως υπερασπιστές του ονόματός Του να προτιμήσουμε μαρτυρικό θάνατο από τους ασεβείς από το να γίνουμε συνένοχοι των βλάσφημων με τη σιωπή μας. Όρκοι σε δημόσια διάταξη. Η αδιαφορία των πολιτών για τις ανάγκες του γείτονα, της κοινωνίας, του κράτους που κινδύνευε ήταν μέγιστη. Η φιλαυτία βασίλευε, εξυπηρετούνταν τα προσωπικά συμφέροντα του καθενός. Τα τείχη της πόλεως παρουσίαζαν φθορές και χρειάζονταν σύντομα επισκευή, αλλά όσοι είχαν υλικούς θησαυρούς προτιμούσαν να κτίζουν τριώροφες κατοικίες παρά να διαθέτουν τα χρήματά τους για την κοινή ασφάλεια.


(Βλ. τους τρεις τόμους των διδαχών του Ιωσήφ Βρυέννιου που εκδόθηκαν από τον Ευγένιο Βούλγαρη, Λειψία 1768 – 1794).

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Ενέργεια της Χάριτος και ενέργεια του Πονηρού.

Του αγίου Διαδόχου, Επισκόπου Φωτικής.


Όπως όταν ένας άνθρωπος σε χειμώνα καιρό στέκεται έξω στην ύπαιθρο και βλέπει ολότελα προς την ανατολή κατά την αρχή της ημέρας η μπροστινή πλευρά του σώματός του θερμαίνεται σιγά-σιγά ολόκληρη από τον ήλιο, ενώ η οπίσθια πλευρά του μένει ολόκληρη δίχως θερμότητα, διότι ο ήλιος δεν πέφτει πάνω του κατακέφαλα. Έτσι και αυτοί που βρίσκονται στην αρχή της πνευματικής ενεργείας. Περιθάλπονται βέβαια μερικώς κάποτε-κάποτε από την αγία Χάρη του Θεού στην καρδιά, γι΄ αυτό και ο νους τους αρχίζει να καρποφορεί πνευματικά. Μένουν όμως φανερά μέρη της καρδιάς, που φρονούν ακόμα σαρκικά για το ότι δεν καταυγασθήκανε από το άγιο φως της Χάριτος όλα τα μέλη της καρδιάς με βαθειά αίσθηση. Αυτό ακριβώς το πράγμα, επειδή δεν το κατάλαβαν μερικοί νόμισαν ότι μέσα τους κλείνουν δυό υποστάσεις, σαν η μια να αντικαθιστά την άλλη μέσα στο νου των αγωνιστών. Έτσι λοιπόν συμβαίνει την ίδια στιγμή η ψυχή να εννοεί και καλά και όχι καλά. Καθώς ακριβώς ο άνθρωπος του παραδείγματος που αναφέραμε με το ίδιο ερέθισμα και κρυώνει και ζεσταίνεται. Αφού ο νους μας ξεγλύστρησε στη διπλή, γνώση, από τότε έχει ανάγκη, κι αν δεν το θέλει, στην ίδια στιγμή και καλά και φαύλα να φέρνει πάνω του διανοήματα. Τούτο συμβαίνει μάλιστα σ΄ εκείνους που έφτασαν σε λεπτοτάτη διάκρισι. Διότι μόλις σπεύδει πάντοτε το καλό να εννοεί, αμέσως θυμάται και το κακό. Επειδή η ανθρώπινη μνήμη από την παρακοή του Αδάμ έχει σχισθεί σε διπλή έννοια. Αν λοιπόν αρχίσουμε να εφαρμόζουμε με θερμό ζήλο τις εντολές του Θεού η Χάρη φωτίζει με κάποια βαθειά αίσθηση όλα τα αισθητήριά μας. Και από την μια πλευρά σαν να κατακαίει τις δικές μας ενθυμήσεις, από την άλλη γλυκαίνει την καρδιά μας με κάποια ειρήνη μιας ανένδοτης φιλίας. Μας κάνει τέλος να σκεφτόμαστε πνευματικά και όχι πια κατά σάρκα. Τούτο συμβαίνει συνεχώς σ΄ αυτούς που πλησιάζουν στην τελειότητα, οι οποίοι έχουν άπαυστη την μνήμη του Κυρίου στην καρδιά τους.
(Φιλοκαλία  τ. Α΄ 203 πη΄ ).

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

ΠΕΡΙ ΜΑΡΘΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑΣ --- Aθωνικά άνθη

Συνεζητήθη τελευταίος μεταξύ θεολόγων και θεολογούντων το ζήτημα της Μάρθας και της Μαρίας, δηλαδή της πρακτικής και θεωρητικής ζωής. Ποία είναι πλέον ευάρεστος εις τον Θεόν. Είναι γνωστή η ευαγγελική ιστορία. Όταν ο Κύριος Ιησούς περιήρχετο τας κώμας διδάσκων, εισήλθεν εις το εν Βηθανία σπίτι του Λαζάρου. Αι αδελφαί υπεδέχθησαν τον θείον Διδάσκαλον με χαράν. Και η μεν Μάρθα μετουσίωσε τον ενθουσιασμόν της, εις την φροντίδα της τιμητικωτέρας και πλουσιωτέρας φιλοξενίας· η δε Μαρία, έκθαμβος από την ακτινοβολίαν του την θείαν, «καθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού ήκουε των λόγων αυτού».                                                                                                                                     

Η Μάρθα «περισπωμένη περί πολλήν διακονίαν» απετάθη προς τον Κύριον· «Κύριε, ου μέλει σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν;» Σύστησέ της να με βοηθήση. Τότε ο Κύριος απεκρίθη το μνημειώδες: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δε εστι χρεία. Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής…» (Λουκ. ι: 41-42).                                                                                                              
Εκ της ιστορίας αυτής, πολλοί συνάγουν μονομερές συμπέρασμα. Ότι η Μάρθα κατεδικάσθη· ότι η διακονία της απερρίφθη ολοσχερώς. Εν τούτοις δεν είναι αληθές αυτό. Διότι αν δεν υπήρχεν η Μάρθα να διακονήση δεν θα ημπορούσε να καθήση η Μαρία, ακούουσα των λόγων του Κυρίου. «Δια γαρ της Μάρθας εμακαρίσθη η Μαρία», λέγει ο Αββάς Ησαΐας. Ο Κύριος αξιολόγησε το έργον των δύο αδελφών και προεκρίθη το της Μαρίας. Τούτο δεν σημαίνει όμως ότι απερρίφθη η διακονούσα Μάρθα. Δι’ εκείνην την ώραν, συγκριτικώς, η στάσις της Μαρίας έναντι του έργου της Μάρθας, ήτο ασφαλώς η πλέον θεάρεστος.
                                                                                                         
Η Μαρία αποτελεί την έκφρασιν της θεωρητικής ζωής. Η Μάρθα αντιπροσωπεύει την πρακτικήν. Τι είναι ακριβώς «θεωρία» και τι «πράξις» δεν είναι εύκολον να αποδοθή εις ορισμούς. Πολλάκις εις την θεωρητικήν υπάρχει η πρακτική, όπως και εις την πρακτικήν η θεωρητική. Αναχωρεί κανείς από την πράξιν και φθάνει εις την θεωρίαν. Και όταν τελειωθή εν τη πράξει και θεωρία τότε συνδυάζει και τας δύο.                                                                                          
Η διάκρισις της πράξεως από την θεωρίαν εγένετο από τους Νηπτικούς και Ασκητικούς Πατέρας, προς βίωσιν υπό των Μοναχών. Διότι περί των κοσμικών δεν γίνεται λόγος, ως «εμπλεγμένων ταις του βίου πραγματείαις». Να γίνωμεν σαφέστεροι. «Πράξις» εν τη χριστιανική ζωή λέγεται η εργασία των εντολών του Χριστού. Αι εντολαί διακρίνονται εις πρακτικάς και θεολογικάς. Θεολογικαί είναι η πίστις, η ελπίς και η αγάπη. Δηλαδή πίστις τελεία προς τον Θεόν, ελπίς ακλόνητος και αγάπη απόλυτος. Αι εντολαί εδόθησαν δια την κάθαρσιν της ψυχής από των παθών της. Όταν διαλυθή το νέφος των παθών, τότε η ψυχή, αποβάλλουσα την τυφλότητά της, αρχίζει να θεωρή τα θεία πράγματα. Έτσι γίνεται «θεωρητική». Ακολουθεί η θεία έλλαμψις υπό του Παναγίου Πνεύματος και πραγματοποιείται η μυστική και υπερφυής ένωσις μετά του ηγαπημένου Χριστού εν έρωτι θείω. Ο άνθρωπος γίνεται τέλειος, επανέρχεται εις την πρώτην μακαρίαν κατάστασιν του απτώτου Αδάμ, αποκτά το «αρχαίον απλούν», θεούται.                                                                                                       
Ο μακαρισμός της Μαρίας υπό του Κυρίου, εν συναφεία και με άλλα χωρία του ιερού Ευαγγελίου, ήνοιξε νέαν οδόν ζωής. Της ζωής προς την έρημον. Διότι ζωή θεωρητική, ωσάν της Μαρίας, καθημένης παρά τους πόδας του Ιησού, δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή εις την πολυθόρυβον, πολυμέριμνον, προκλητικόν και διαχυτικόν της εσωτερικής ενότητος κόσμον. Όλοι οι άγιοι πατέρες αυτό διδάσκουν. Όσοι δεν πλανώνται, το πιστοποιούν ανά πάσαν στιγμήν.                                                                                       
Ο σκοπός της αναχωρήσεως από τον κόσμον είναι η κάθαρσις από των παθών. Η έρημος είναι επινόησις της πνευματικής πείρας των πνευματοφόρων Πατέρων. Και ο Μοναχισμός αποτελεί την κωδικοποίησιν αυτής της πείρας. Αλλά η Έρημος δεν δωροφορεί αμέσως την κάθαρσιν και την θεωρίαν. Ζητεί αγώνας. Ζητεί και εκεί την εκπλήρωσιν των εντολών. Ο «αναχωρών» εντάσσεται ή εις την υπακοήν ενός Γέροντος—«παιδευτού» ή  εις μικράν αδελφότητα 2-4 αδελφών ή εις Κοινόβιον. Εις όλας αυτάς τας περιπτώσεις εκτελούνται αι εντολαί. Όχι όμως όλαι. Αναστέλλονται ωρισμέναι λόγω του περιβάλλοντος. Ούτε σωματική ελεημοσύνη ημπορεί να γίνη, ούτε επίσκεψις εις φυλακάς, ούτε εις νοσοκομεία κ.λ.π. Η αγάπη ασκείται πνευματικώς, δια προσευχής. Εις την περίπτωσιν αυτήν εις ποίαν κατηγορίαν ανήκει ο Μοναχός; Εξαρτάται από αυτόν. Ημπορεί να είναι και πρακτικός και θεωρητικός. Όταν προκόψη εις τους πνευματικούς αγώνας και φθάση εις σχετικήν απάθειαν, δύναται να ζήση κατά μόνας. Η τελεία Ησυχία οδηγεί εις την τελείαν κάθαρσιν, την θεωρίαν και θεοπτίαν. Τότε ο Μοναχός έχει την Μαρίαν διακονήσας όμως ως η Μάρθα. Είναι πλέον θέμα Θεού και ειδικών χαρισμάτων, εάν κληθή να υπηρετήση τους αδελφούς του εν τω κόσμω. Άλλως παραμένει εις την Έρημον μέχρι τέλους, αν και έγινε τέλειος και δεν φοβείται πτώσιν.
Ο χριστιανός όμως του κόσμου διακονεί, ως η Μάρθα. Ίσως όχι τόσον ψεκτώς όσον αυτή. Έτσι λοιπόν εργαζόμενος είναι «πρακτικός». Υπάρχουν σαφείς εντολαί δια την διακονίαν του πλησίον. Ο Κύριος αποδέχεται την διακονίαν προς τους «αδελφούς του» ως εις αυτόν γενομένην. Ο Απόστολος Παύλος εξαίρει την πίστιν «δι’ αγάπης ενεργουμένην». Ο δε αδελφόθεος Ιάκωβος την πληρότητα της «αμιάντου θρησκείας» ευρίσκει εις την βοήθειαν των ορφανών και χηρών και των πτωχών γενικώς. Η Καινή Διαθήκη ανακεφαλαιώνει όλας τας εντολάς εις την προς τον πλησίον αγάπην. Η κρίσις υπό του Κυρίου θα γίνη με βάσιν την προς τον πλησίον αγάπην. Είπομεν ότι ο Μοναχός είναι άλλο πράγμα. Η διακονία του γίνεται απ’ ευθείας εις τον Θεόν. Όλαι αι εντολαί, αι λεγόμεναι μερικαί, συμπυκνούνται εις τας καθολικάς, της πίστεως, της ελπίδος και της προς Θεόν αγάπης. Τότε η διακονία είναι περιττή. Αν όμως τον «ησυχάζοντα» Μοναχόν επισκεφθή αδελφός, και έχη ανάγκην της βοηθείας του, τότε αφήνει την «ησυχίαν» του και διακονεί τον αδελφόν. Διότι η προσευχή και η θεωρία γίνονται όλες τις ώρες. Η προς τον πλησίον όμως αγάπη δεν ενεργείται πάντοτε.
Πολλοί χριστιανοί εν τω κόσμω, από ένα άκριτον ζήλον, παρεξηγήσαντες την διδασκαλίαν των ασκητικών Πατέρων, θέλουν να ακολουθήσουν την θεωρητικήν ζωήν της Μαρίας. Και έτσι δεν κατορθώνουν ούτε ωσάν την Μαρίαν να ζουν ούτε τας οφειλομένας εντολάς της Μάρθας να κάμνουν. Και φυσικά ζημιούνται. Και όχι μόνον αυτό, αλλά κακίζουν ως ολιγοπίστους και όσους κάμνουν έργον καλόν υπέρ του πλησίον. Και ευρίσκονται προσκρούοντες εις την «δευτέραν και μεγάλην εντολήν». Χαρακτηρίζουν δε ως Προτεσταντικήν ή Καθολικίζουσαν την υπέρ του πλησίον διακονίαν.                           
Και αι τρεις κατηγορίαι πίπτουν ευκόλως υπό τους εξής όρους: Εφ’ όσον η διακονία γίνεται εν συνδυασμώ μετά της πίστεως εις την πρόνοιαν του Θεού και της προσευχής, είναι θεάρεστος. Αι εντολαί «μη μεριμνάτε… τις μεριμνών δύναται προσθήναι…» ή «καταμάθετε τα πετεινά… καταμάθετε τα κρίνα…» αναφέρονται εις πάντα πιστόν μεριμνώντα υπέρ το δέον, δια τον εαυτόν του, εξ ολιγοπιστίας. Δεν έχουν σχέσιν με την εξ αγάπης διακονίαν του πλησίον. Και ενώ, όταν κανείς δρα υπερβολικώς υπέρ εαυτού, καθίσταται αξιοκατάκριτος, διότι «βαρύνεται η καρδία του εν μερίμναις βιωτικαίς», αντιθέτως όσον κανείς διακονεί περισσότερον, τόσον είναι επαινετός, ως διακονών εν κόπω και μόχθω τους αδελφούς του Κυρίου. Μία τοιαύτη έμφροντις εργασία ευρίσκεται εντός του πνεύματος της ευαγγελικής αγάπης, καθαίρει την ψυχήν και έχει πολλήν μισθαποδοσίαν. Όλοι οι άγιοι Πατέρες είχαν μεγάλας μερίμνας υπέρ του πλησίον…                                                   
Ο Καθολικισμός εξ αντιδράσεως προς τον Προτεσταντισμόν, υπερτονίζοντα μόνον την πίστιν, υπερτόνισε την αξίαν των έργων, ότι αυτά δικαιούν τον άνθρωπον. Ημείς οι Ορθόδοξοι εκκλίνομεν και από τους δύο εξ ίσου κινδυνώδεις αυτούς σκοπέλους. Τα έργα ημείς εννοούμεν ως καρπόν πίστεως και αγάπης. Πιστεύομεν δε εις την σωτηρίαν μας, δια του συνδυασμού πίστεως και έργων.                                                                                               
Αλλά ημπορεί να μη έχωμεν αρκετήν αγάπην και θερμήν πίστιν. Άρα δεν πρέπει να εργαζώμεθα το αγαθόν; Θα απαντήσωμεν με το εξής: Οι πιστοί κινούνται εις μίαν κλίμακα πίστεως και αγάπης. Άλλοι κάμνουν το θέλημα του Κυρίου από φόβον δουλικόν, άλλοι με υπολογισμόν ανταμοιβής και άλλοι από αγάπην υιικήν. Όλοι είναι δεκτοί εις τον Θεόν. Αρχίζομεν από τον φόβον της κολάσεως, διαβαίνομεν δια της δελεαστικής υποσχέσεως της βασιλείας των ουρανών και καταλήγομεν εις την αγάπην του Πατρός μας, η οποία «έξω βάλλει τον φόβον». Επομένως είναι μέγα λάθος να εμποδίζωμεν τα εκ φόβου παιδαγωγικά και καθαρτικά της ψυχής έργα, τα και μετά παραλείψεων ακόμη γινόμενα.                                                                             
Πρέπει να αποφεύγωμεν κάθε απολυτότητα από υπερηφάνειαν και άγνοιαν. Και το ελάχιστον το δέχεται ο Κύριος. Όταν η προσευχή μου μολύνεται από ρυπαρούς λογισμούς, δεν θα την αφήσω. Αντιθέτως θα την επιτείνω, δια να την εξαγιάσω. Όταν νηστεύων επαίρωμαι, δεν θα καταργήσω την νηστείαν, αλλά θα βιάσω τον εαυτόν μου να μετριοφρονώ. Όταν ελεώ ή διακονώ και με βασανίζη η κενοδοξία, δεν θα κλείσω την βρύσιν του ελέους, αλλά θα πολεμώ, δια να βλέπω τον εαυτόν μου ως «αχρείον δούλον». Έτσι θα κάμω και δι’ όλας τας οφειλομένας προς τον πλησίον μου ενεργείας, «υποτάσσω παν νόημα εις υπακοήν Χριστού».                      
Δεν πρέπει όμως να μου διαφύγη ποτέ από τον νουν, ότι με τα έργα δεν εξοφλώ τα χρέη μου. Οφείλω ταυτοχρόνως να καλλιεργώ την πίστιν μου και την αγάπην μου προς τον Θεόν και τον πλησίον. Τα έργα αποβλέπουν εις την κάθαρσίν μου και είναι διπλής μορφής. Αναφέρονται και εις τον πλησίον και εις τον αμεσώτερα προς εμέ πλησίον: εις τον εαυτόν μου. Ουδείς «πλησιέστερος» πλησίον από την ψυχήν μου. Έτσι, λοιπόν, ενώ ελεώ, παρηγορώ, διδάσκω, διασώζω άλλους, οφείλω να προσεύχωμαι, να υπομένω τας θλίψεις και τους πειρασμούς εν ευχαριστία, να σωφρονώ και να ταπεινούμαι, αυξάνων την πίστιν μου και την αγάπην μου προς τον Θεόν. Έτσι θα είμαι φωτιζόμενος και φωτίζων, καθαιρόμενος και καθαίρων, αγιαζόμενος και άλλους αγιάζων. Με άλλους λόγους, αν ημπορούμε να εκφρασθώμεν έτσι: Μέσα μας να είμεθα με τον Θεόν και έξω με τους αδελφούς του Χριστού.
Επίσης εξ ίσου παρεξηγείται η Εκκλησία, όταν λαμβάνη ωρισμένα μέτρα, χάριν των ατελεστέρων τέκνων της, που έχουν ανάγκην «γάλακτος» και «λαχάνων». Ημείς δεν πρέπει να τα κρίνωμεν με τα μέτρα της ωριμότητός μας και της θερμής πίστεώς μας. Η ζωή κυλά, μεταμορφούται διαρκώς. Ο Σατανάς αλλάζει μορφάς δια να απατήση ψυχάς; Από κοντά και η Εκκλησία. Ασκεί επιρροήν ο φθείρων κινηματογράφος; Ας τον χρησιμοποιήση και η Εκκλησία προς άμυναν. Ενεφανίσθη το παρακολουθούν την ζωήν των τέκνων της ραδιόφωνον με την συνεχή πρόκλησιν; Ας εκμεταλλευθή και η Εκκλησία τα ηχητικά κύματα, πολεμούσα τον γεώδη έρωτα δια του θείου και πνευματικού. Εκδίδουν τα όργανα του Σατανά εφημερίδες, βιβλία, περιοδικά; Ας ματαιώνωμεν το έργον του με τον ίδιον μέσον και ημείς. Τραγούδια διαβολικά αυτοί; Τραγούδια του Θεού ημείς. Χορούς πορνικούς αυτοί; Χορούς εν Εκκλησίαις ημείς. Εισδύουν στα σπίτια «του αρπάσαι πτωχόν»; Πρώτοι ημείς. Εις το Πανεπιστήμιον αυτοί; Εκεί και ημείς. Παντού να αντιδράσωμεν με τους καλούς χριστιανούς δασκάλους και νέους μας. να κτυπήσωμεν το κακόν, όπου υπάρχει. Εις τα Σχολεία, Εις ΤΑ Νοσοκομεία, εις τας φυλακάς, εις τα κέντρα. Η εποχή μας είναι οργανωτική. Να αναμειχθώμεν παντού, εγκεντρίζοντες τα αγριέλαια εις καλλιέλαια. Και εις την πολιτικήν; Ναι. Όχι να κάμωμεν τον χριστιανισμόν πολιτικήν, αλλά να εκχριστιανίσωμεν την πολιτικήν.
Δεν δυνάμεθα να αδιαφορούμεν, ως μέλη του μυστικού Σώματος του Χριστού, δια τους αδελφούς μας χωρίς να αμαρτάνωμεν. Χρειάζεται όμως προσοχή. Ημείς οφείλομεν να αγωνιζώμεθα κατά το χάρισμα που έχει έκαστος από τον Θεόν. Το αποτέλεσμα θα το δώση ο Θεός, που πλαστουργεί την ιστορίαν του κόσμου κατά ανεξιχνίαστον εις ημάς τρόπον. Ο Θεός «συνεργάζεται» με τον άνθρωπον. Ο άνθρωπος οφείλει να υποτάξη το θέλημά του εις το θέλημα του Θεού. Και θέλημά του είναι η επικράτησις της βασιλείας του επί της γης. Δια τούτο και προσευχόμεθα· «ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης…».                                                                                                            
Ο Θεός δεν έχει ανάγκην των έργων μας, αλλά τα θέλει. Έτσι πληρούται η δικαιοσύνη του. Και δια των έργων—της εργασίας των εντολών—επανερχόμεθα εις το «κατ’ εικόνα». Εάν έχωμεν το χάρισμα της προσευχής περισσότερον των άλλων, δεν πρέπει να εξουδενώνωμεν τον έχοντα ηυξημένον το χάρισμα της διακονίας, και αντιστρόφως. Πρέπει να είμεθα ταπεινοί δια το ελάχιστον έργον που κάμνομεν και να μεμφώμεθα εαυτούς δια τας ακαθάρτους προσευχάς μας. Ουδείς καθαρός από ρύπου. Συ ο κρίνων «πίστιν έχεις; Έχε σεαυτόν κατενώπιον του Θεού».