Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

ΙΒ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ --- Πατέρας Ευθύμιος Μπαρδάκας


Η «Αγαθή Μερίδα» --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. Σχόλιον εις ένα παρεξηγημένον χωρίον

Φιλοξενούμενος ο Κύριος στη Βηθανία, ένα προάστειο των Ιεροσολύμων, στο γνωστό και φιλικό σπίτι των αδελφών Μάρθας, Μαρίας και Λαζάρου – ο πατέρας της οικογένειας, Σίμων ο λεπρός (βλ. Ματθ. 26: 6· Μρ 14: 3), είχε πεθάνει – αξιοποιεί την ευκαιρία για να διδάξει τους παρευρισκομένους. Η Μάρθα ως οικοδέσποινα καταγίνεται με την περιποίηση του φιλοξενουμένου, ενώ η μικρότερη αδελφή της Μαρία καθισμένη κοντά στα πόδια του Ιησού, ακούει με προσοχή τη διδασκαλία Του (Λουκ. 10: 39). Αυτό ενόχλησε την Μάρθα, η οποίαπεριεσπάτο περί πολλήν διακονίαν, καταγινόταν υπερβολικά με την φροντίδα της φιλοξενίας. Πιθανόν ετοίμαζε πλούσιο τραπέζι με πολλά φαγητά, που μάλιστα απαιτούσαν ιδιαίτερο κόπο και χρόνο για την προετοιμασία. Επειδή, όμως δεν μπορούσε να τα προλάβει όλα μόνη της, έρχεται στον Κύριο, που δίδασκε και κάνει τα παράπονά της· «Κύριε, δεν σε μέλει που η αδελφή μου με άφησε μόνη να διακονώ; Πες της, σε παρακαλώ, να με βοηθήσει». Αξίζει να προσέξουμε ότι η Μάρθα δεν απευθύνεται στην αδελφή της αλλά στον Κύριο. Στο παράπονο τής Μάρθας ο Κύριος απαντά: «Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δε εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ΄ αυτής» (Λουκ. 10: 41-42).                                                                                             

Αυτά ακριβώς τα λόγια του Κυρίου, που περιέχονται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα των Παρακλήσεων της Παναγίας, έχουν παρεξηγηθεί από πολλούς και ερμηνεύθηκαν ως εξής: «Ταλαίπωρη Μάρθα, βυθίστηκες στις πολλές μέριμνες του κόσμου. Ένα μόνο σου χρειάζεται· να εγκαταλείψεις τα κοσμικά και να στραφείς προς τα πνευματικά, όπως η Μαρία. Από τις δύο ασχολίες η αγαθή είναι αυτή την οποία διάλεξε η Μαρία». Επίσης, η διαμαρτυρία της Μάρθας θεωρήθηκε ως εκδήλωση ζηλοτυπίας προς την αδελφή της. Με τις ερμηνείες αυτές αδικείται η αλήθεια και υποτιμάται το πρόσωπο της Μάρθας, διότι τάχα ασχολείται μόνο με την ύλη και δεν έχει ανώτερες πνευματικές πτήσεις όπως η Μαρία. Εντούτοις, ο διάλογος της Μάρθας με τον Ιησού Χριστό, όπως τον διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (βλ. Ιω 11, 21-28), αποκαλύπτει το θείο φωτισμό και το πνευματικό μεγαλείο της ανδρείας αυτής γυναίκας.                                                                                             
Η απάντηση του Κυρίου, όπως φαίνεται κι από την επανάληψη του ονόματος της Μάρθας, Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ήταν μία ελαφρά επίπληξη, που φανέρωνε ταυτόχρονα όλη τη συμπάθεια και την εύνοιά του. Το ρήμα «μεριμνώ» υποδηλώνει εσωτερική ανησυχία, ενώ το «τυρβάζομαι» αναφέρεται σε εξωτερικές εκδηλώσεις ταραχής. Ο Κύριος θέλει να καθησυχάσει τη Μάρθα. Την βλέπει να καταπιάνεται με πολλά, και τη συμβουλεύει· ενός δε εστι χρεία, είναι, δηλαδή, αρκετό ένα φαγητό.                                                                                  
Ο Ιησούς προτιμά να τρέφει αυτούς, που τον φιλοξενούν με την διδασκαλία Του παρά να απολαμβάνει τα πολλά τους εδέσματα. Δεν θέλει να στερείται ούτε η Μάρθα ούτε η Μαρία τηναγαθήν μερίδα, τη θεία διδασκαλία Του, που είναι η τροφή της ψυχής, ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη τροφή και προσφορά.                                         
Οπωσδήποτε, όπως σημειώνει ο άγιος Μακάριος, ο Κύριος δεν αποποιείται, δεν απορρίπτει το έργο της διακονίας. Απλώς μιλά «ως το μείζον του ελάττονος προτιθείς». Δίδει την πρώτη θέση στη διδαχή και τη δεύτερη στη διακονία του φαγητού. Με την ίδια νοοτροπία οι απόστολοι, όταν δημιουργήθηκε πρόβλημα στην πρώτη εκκλησία, ανέθεσαν στους διακόνους τη διακονία των τραπεζών, για να έχουν οι ίδιοι την άνεση να διακονούν απερίσπαστα το κήρυγμα του θείου λόγου (Πράξ. 6: 1-6). Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα συγκρίσεως μεταξύ ακροάσεως του θείου λόγου και διακονίας. Ο Κύριος τονίζει την αξία του πρώτου, διότι αυτό θα κινητοποιήσει για το δεύτερο, τη διακονία.                      
Όπως καθαρά φαίνεται στις σχετικές ευαγγελικές διηγήσεις, η Μάρθα δεν υστερεί πνευματικά έναντι της Μαρίας. Λαχταρούσε κι αυτή να ακούσει τον Διδάσκαλο. Υπερνικά, ωστόσο, την προσωπική της επιθυμία και ευχαρίστηση, μεριμνώντας για την εξυπηρέτηση των άλλων. Ως μεγαλύτερη και ωριμότερη θυσιάζεται, για να εκφράσει την αγάπη και τη στοργή της στους κουρασμένους επισκέπτες. Φιλότιμα μάλιστα, καταπιάνεται με πολλές φροντίδες και δουλιές, ώστε να τους περιποιηθεί πλούσια και να τους ευχαριστήσει με πολλά και αξιόλογα φαγητά. Με τη συμπεριφορά της μιμείται τον Κύριο, που, ενώ έφθασε στο σπίτι της κατάκοπος από την οδοιπορία, δεν σκέπτεται τη δική του ανάπαυση, δεν ενδιαφέρεται για το φαγητό, αλλά διδάσκει για να ωφελήσει τους ακροατές. Η Μαρία, η οποία ήταν και μικρότερη, κάθησε αμέριμνη και απολάμβανε τη διδασκαλία του Κυρίου. Η Μάρθα προχώρησε στην εφαρμογή, στη θυσία.                                                                                      
Η αγαθή μερίδα, λοιπόν, στην οποία αναφέρεται ο Κύριος είναι η ίδια η διδαχή του. Η Μαρία την απολαμβάνει, η Μάρθα τη στερείται, όχι από αδιαφορία ή άλλη αιτία, αλλά από τον πόθο τής προσφοράς. Δηλαδή εφαρμόζει ήδη τη διδασκαλία του Κυρίου, ακολουθώντας το δικό του παράδειγμα, που «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι» (Ματθ. 20: 28).

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Το εικόνισμα της Παναγίας . Αληθινή Ιστορία

http://agiooros.org/viewtopic.php?f=43&t=11314


O γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας. Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν. Μ’ αυτόν τον καημό έφυγε για την ζωή.

Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη, και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε. Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύθηκε, απέκτησε τα παιδιά του. Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του…..

Και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο είχε οργανώσει εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο, στη μνήμη του παππού του.

Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπάμπη, όταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του…… ήταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι ‘έφτασε μπροστά στο σπίτι…..

Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε.”Έλα παιδί μου, τι θέλεις?” τον ρώτησε στα τούρκικα…

Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει πως είχε έρθει από την Ελλάδα για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν τ άκουσε ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του… ”Καλώς όρισες” του είπε ελληνικά. “Το ξέρα πως θα ρθείς και σε περίμενα”

Ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ΄ ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.

Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα . Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε.

Γεννήθηκα σ΄ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας. Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες.

Εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όταν οι άλλοι λείπανε όλη μέρα στα κτήματα εγώ έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Νικολάκη. Πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας.

Οι γονείς του μ΄ αγαπούσαν και δεν με ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ήταν καλοί άνθρωποι και πιστοί χριστιανοί.

Εκκλησιάζονταν συχνά το βράδυ όλη η οικογένεια, γονάτιζαν και προσεύχονταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας όπου έκαιγε συνέχεια το καντήλι, και δίπλα το θυμιατήρι, που σκορπούσε σ΄ όλο το σπίτι ευωδία.

Όλα αυτά εμένα μ΄ έκαναν να νιώθω δέος. Πολλές φορές γονάτιζα και εγώ μαζί τους και μιλούσα με την Παναγία σαν να μιλούσα με την μάνα μου. Η ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη.

Κάποια μέρα η οικογένεια του Νικολάκη πήγανε σ΄ ένα ξωκλήσι που πανηγύριζε. Με πήραν κι εμένα μαζί τους.

Παρακολούθησα τη Θεία λειτουργία κι όταν είδα τους πιστούς να προχωρούν προς την Ωραία Πύλη για να μεταλάβουν ακολούθησα και εγώ.

Ο πατέρας του φίλου μου με συγκράτησε.”Όχι εσύ παιδί μου” μου είπε χαμηλόφωνα. “

“Δεν μπορείς να μεταλάβεις γιατί είσαι αβάφτιστος” Τον κοίταξα με παράπονο..”

“Τότε να βαπτιστώ” του απάντησα.

Λίγο αργότερα ο κυρ Δημήτρης μου εξήγησε πως ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες και οι γονείς μου δεν θα μου επέτρεπαν να βαπτιστώ. Θα μπορούσα όμως να το κάνω όταν γινόμουνα ενήλικος κι εξακολουθούσα να έχω τον ίδιο πόθο.

Κι εγώ περίμενα την πολυπόθητη εκείνη μέρα και συνέχιζα να προσεύχομαι στην Παναγία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω τη μεγάλη μου επιθυμία.

Πρίν ακόμα ενηλικιωθώ έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών. Με πήραν οι γονείς μου και με φέρανε σε τούτο εδώ το χωριό.

Ήταν νύχτα και δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και την αγαπημένη μου εκείνη οικογένεια. Αυτό μου στοίχισε πολύ. Μια δυο φορές θέλησα να φύγω από το σπίτι. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με κλειδώσουν σε τούτο εδώ το δωμάτιο, και συνέχισα να μένω όλα αυτά τα χρόνια.

Ένα βράδυ πάνω στην απελπισία μου γονάτισα, όπως έκανε η οικογένεια του Νικολάκη και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσα την Παναγία να με βοηθήσει να γυρίσω πίσω. Και ξαφνικά ένιωθα μια υπέροχη ευωδιά να πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το θεώρησα σαν απάντηση της Παναγίας στην προσευχή μου. Την ίδια ευωδία την νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα, όταν το βράδυ προσεύχομαι.

Αργότερα άρχισα να ακούω κάποια ελαφρά χτυπήματα κάτω από το κρεβάτι που κοιμόμουν. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε, ούτε όμως τολμούσα να το πώ σε κάποιον.

Βρήκα την ευκαιρία κάποια μέρα που όλη η οικογένεια μου είχε πάει σ΄ ένα γάμο στο διπλανό χωριό κι έψαξα με πολύ προσοχή στο σημείο εκείνο.

Πρόσεξα πως κάποια σανίδια δεν εφάρμοζαν εντελώς. Τα ανασήκωσα μ’ ένα αιχμηρό αντικείμενο. Είδα από κάτω ένα μεταλλικό κουτί.

“Σίγουρα θα είναι κάποιος κρυμμένος θυσαυρός” σκέφτηκα.

Ρίγος με κατέλαβε όταν το άνοιξα. Μέσα υπήρχε μια ολόχρυση εικόνα της Παναγίας, ένα καντήλι και ένα θυμιατήρι που ευωδίαζαν.

“Σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που φύγανε από αυτό το σπίτι έκρυψαν τον πολύτιμο θυσαυρό τους για να μήν πέσει σε βέβηλα χέρια”.

Το ίδιο σκέφτηκα να κάνω και εγώ.

Να φυλάξω την εικόνα μέχρι να βρεθεί κάποιος από την οικογένεια που θα μπορούσα να την παραδώσω.

Κι αυτό ήταν το αίτημα μου όταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στην Παναγία.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Οι γονείς μου φύγανε από τη ζωή. Τ’ αδέρφια μου παντρεύτηκαν κι έκαναν δικό τους σπιτικό.

Εγώ έμεινα εδώ μόνος. Φύλαγα την εικόνα της Παναγίας.

Δεν θέλησα να παντρευτώ, ούτε να μπεί γυναίκα στο σπίτι μου.

Οι συγγενείς και συγχωριανοί μου με θεωρούσαν αλλοπαρμένο και δεν με πλησίαζαν. Αυτό με βόλευε, γιατί δεν με ενοχλούσαν. Είχα πάντα την Παναγία που με προστάτευε.

Τελευταία οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν.

“Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου” Προσευχόμουνα συνέχεια. Και ψες το βράδυ πήρα την απάντηση της . Η ευωδία σταμάτησε. Μια δροσερή αύρα απλώθηκε στην ψυχή μου.

Έβγαλα την εικόνα από το κουτί και μου φάνηκε πως η Παναγία μου χαμογέλασε.

“Κάποιον θα στείλει σήμερα να την πάρει”, σκέφτηκα και κάθισα από το πρωί στα σκαλοπάτια να περιμένω.

Τώρα πια μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος.

Συγκινημένος ο Μπάμπης πήρε το ιερό κειμήλιο από τα χέρια του γέροντα.

Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του κι ένιωσε σαν να φιλούσε το χέρι του παππού του.

Τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά.

Αποχαιρετίστηκαν δακρυσμένοι.

Πρίν φύγει ο Μπάμπης, ο γέροντας του έδωσε ένα σακουλάκι “Πάρτο παιδί μου, του είπε.

Έχει χώμα από τον κήπο του παππού σου. Βάλτο στον τάφο του να αναπαυθεί η ψυχή του.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. --- (Του Κερνίκης και Καλαβρύτων Επισκόπου Ηλία Μηνιάτη).

«Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. μδ΄).


Αυτή είναι η πλέον ζωντανή και πρεπώδης εικών της μεταστάσης εις ουρανούς Θεομήτορος, ην εζωγράφησε με θεοκίνητον κάλαμον ο Προφητάναξ· και προς την θεωρίαν της εικόνος ταύτης προσκαλώ σήμερον τα όμματα της ευλαβούς σας διανοίας, ω φιλέορτον σύστημα. Μη στοχασθήτε εδώ κάτω τα θλιβερά εκείνα σύμβολα του θανάτου· εκεί δηλαδή, όπου φαίνεται ένα σώμα νεκρόν ηπλωμένον επάνω εις ένα κράββατον, κηδευόμενον σεπτώς παρά των ιερών Αποστόλων, παραδόξως συνηγμένων εκ των περάτων της γης.

Εις την αγιωτάτην Παρθένον όλα εστάθησαν υπέρ άνθρωπον· εις τούτο μόνον έδειξε πως ήτο φύσεως ανθρωπίνης, διότι σήμερον φαίνεται, ότι είναι φύσεως θνητής· αλλά και εις τούτο εφάνησαν και τα προνόμια της θείας χάριτος· διότι καθώς όταν η πανάμωμος Μαρία συνέλαβεν, η σύλληψις εστάθη άσπορος, και όταν εγέννησεν, η κύησις εστάθη αδιάφθορος, έτσι όταν απέθανεν, η νέκρωσις εστάθη αθάνατος. Δεν είναι θάνατος αυτός, ωσάν εκείνος ο τύραννος του γένους μας, ο υιός της κατάρας και πατήρ της φθοράς, όπου εις το σκοτεινόν του βασίλειον κρατεί αιχμάλωτον του Αδάμ την κληρονομίαν. Αυτός είναι ή ένας γλυκύς ύπνος, με τον οποίον ηθέλησεν η Πάναγνος Δέσποινα ως να αναπαυθή ολίγον εις το πέρας της επιγείου ταύτης ζωής, δια να αρχίση την οδόν εκείνης της ακηράτου· ή μία θαυμαστή έκστασις θείου έρωτος, εις την οποίαν η μεν μακαριωτάτη εκείνη ψυχή, σπεύδουσα το ογληγορώτερον να φθάση προς τον ηγαπημένον θείον Υιόν, άφησε δι΄ ολίγον το ομοδίαιτον σώμα· και τούτο ομοίως αιρόμενον υπό χερουβικού άρματος ηκολούθησε τον αυτόν δρόμον, και ανέβη δεδοξασμένον εις τους ουρανούς. Ιδέτε τον τάφον εις το χωρίον Γεθσημανή, και θέλετε τον εύρει κενόν· διότι τάφος δεν δύναται να χωρήση την Μητέρα της Ζωής, το δοχείον της σεσαρκωμένης Θεότητος, του οποίου τόπος αντάξιος είναι ο θρόνος της θείας δόξης. Και επάνω εις τοιούτον θρόνον, εκ δεξιών του Βασιλέως Θεού, μεταστάσα η Μήτηρ του Θεού κάθηται ως Βασίλισσα των ουρανίων και επιγείων, υπερτέρα πάσης κτίσεως: «Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου». Βασίλισσα των επιγείων· εις Αυτήν αποδίδει τας δευτέρας, μετά Θεόν, τιμητικάς λατρείας των πιστών η Εκκλησία· εις τους αχράντους αυτής πόδας ρίπτουσι τα σκήπτρα και διαδήματα οι ευσεβείς βασιλείς. Αυτής τον υψηλόν θρόνον περικυκλώνουσι των Ορθοδόξων τα συστήματα· και ποίος παρακαλεί υγείαν εις τας νόσους· ποίος απαλλαγήν εις τους κινδύνους· ούτος παρηγορίαν εις τας θλίψεις· εκείνος βοήθειαν εις τας συμφοράς· όλοι ζητούσιν έλεος από την πηγήν του ελέους· και ο παρακαλών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει· διότι ανεξάντλητον είναι το πέλαγος των χαρίτων, ακένωτος είναι η πηγή των αγαθών. «Βασίλισσα των ουρανίων» · Αυτήν σέβονται και προσκυνούσιν όλα των Ασωμάτων τα τάγματα· οι Άγγελοι, το πολύτιμον σημείον των θείων αποκαλύψεων· αι Εξουσίαι, το πανσθενές κράτος των πιστών· αι Δυνάμεις, το ακαταμάχητον τείχος της Εκκλησίας· αι Αρχαί, την σωτήριον αρχήν της παγκοσμίου απολυτρώσεως· αι Κυριότητες, την υπερτάτην Κυρίαν του παντός· οι Θρόνοι, τον έμψυχον θρόνον του Βασιλέως της δόξης· τα Χερουβείμ, την θεοδίδακτον μυσταγωγόν της υψηλής γνώσεως· τα Σεραφείμ, την άσβεστον λαμπάδα της θείας καθαρωτάτης αγάπης. Βασίλισσα, την οποίαν ασπάζεται αυτή η τρισήλιος Θεαρχία, το Πνεύμα το Άγιον, την ανύμφευτον νύμφην, ο Υιός και Λόγος, την απείρανδρον Μητέρα· ο Θεός και Πατήρ, την ηγαπημένην Θεόπαιδα: «Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου». Αλλ΄ η δεδοξασμένη Παντάνασσα του ουρανού και της γης, είναι (λέγει), «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». Δηλαδή το θεοϋφαντον ένδυμα της μακαριότητος, οπού την στολίζει, είναι διάχρυσον, δια τας υπερκάλους αγλαϊας του απροσίτου φωτός. Είναι πεποικιλμένον, ήγουν διακεκοσμημένον με διάφορα χρώματα, οπού θέλει να ειπή: καθώς εις την Παρθένον, ζώσαν επί της γης, ήσαν όλοι οι διάφοροι χαρακτήρες των αρετών, τας οποίας εις πάντων των Αγίων τας ψυχάς τυπώνει η χάρις, έτσι εις την Παρθένον, μεταστάσαν εις ουρανούς, είναι όλα τα διάφορα χρώματα των θείων ελλάμψεων, οπού εις πάντων των μακαρίων τα πρόσωπα ζωγραφίζει της θείας δόξης το τρισόλβιον φως. Όταν ο ήλιος φθάση εις την μέσην αψίδα του ουρανού, εξίσου χύνει εις όλα τα μέρη των ακτίνων το φως, αλλά εξίσου δεν φωτίζονται πάντα τα φωτιζόμενα σώματα· καθώς είναι ή αραιότερα, ή πυκνότερα, έτσι ή περισσότερον ή ολιγώτερον λαμβάνουσι το προσβάλλον απαύγασμα της ηλιακής λαμπηδόνος· τα μεν καθαρά εκλάμπουσιν εύδια, και τα στερεά και αντίτυπα αντιλάμπουσιν όσον μόνον γίνονται ορατά. Αλλ΄ όταν λάχη και ο ήλιος προβάλη τας ακτίνας του εις ένα ακηλίδωτον καθρέπτην, όχι μόνον τον φωτίζει, αλλ΄ αυτός όλος ο ήλιος εκεί φαίνεται να εισβαίνη, και να περικλείεται εις τρόπον, ώστε εκείνος δεν φαίνεται τόσον ένα κρύσταλλον οπού φωτίζεται, αλλ΄ αυτός ο ήλιος οπού φωτίζει. Αυτή είναι ανάμεσα των άλλων φωτιζομένων σωμάτων και του καθρέπτου η διαφορά· ότι τα μεν άλλα σώματα λαμβάνουσι μόνον του ηλίου το φως, ο καθρέπτης λαμβάνει αυτόν όλον τον ήλιον και ακτινοβολεί ως ήλιος. Ομοίως ο άδυτος εκείνος της δικαιοσύνης Ήλιος, όστις λάμπει εν ταις λαμπρότησι των Αγίων, εξίσου χύνει εις όλα τα πνεύματα των μακαρίων της θείας δόξης ανέσπερον φως, αλλ΄ εξίσου δεν φωτίζονται πάντα· καθ΄ ένα λαμβάνει το ίδιον μέτρον της θείας φωτοχυσίας, ως ένα μερικόν χρώμα μακαρίας ελλάμψεως· και δέχεται ή περισσότερον ή ολιγώτερον το μέτρον του θείου τούτου φωτός, καθώς είναι δεκτικόν, κατά τον βαθμόν δηλαδή και αναλογίαν της ιδίας του καθαρότητος. Έτσι αλλέως φωτίζονται οι Άγιοι Άγγελοι, οπού είναι άϋλα πνεύματα· αλλέως οι άνθρωποι, οπού είναι φύσεως παχυτέρας· και πάλιν ανάμεσα και εις τους Αγγέλους, διαφωρετικά φωτίζονται από τας Κυριότητας οι Θρόνοι· από τους Θρόνους, τα Χερουβείμ, και από τα Χερουβείμ τα Σεραφείμ· και ανάμεσα εις τους ανθρώπους, από τους Προφήτας, οι Απόστολοι, από τους Ομολογητάς, οι Μάρτυρες, και από τους Ασκητάς οι Παρθένοι· όλοι είναι άστρα του νοητού στερεώματος, όθεν οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως φωστήρες· «Πλήν αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη» κατά το ρητόν. Η Παναγία Παρθένος είναι ανάμεσα εις όλους τους μακαρίους ακηλίδωτος καθρέπτης αγνείας και καθαρότητος, όλη καλή, όλη άμωμος, καθώς την ονομάζει εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον: «Όλη καλή, η πλησίον μου, και μώμος ουκ έστιν εν σοι» · καθαρωτέρα ασυγκρίτως και των ανθρώπων και των Αγγέλων. Όθεν όχι μόνον εις αυτήν χύνει της μακαριότητος το φως, αλλ΄ εις αυτήν εισβαίνει και ωσάν να περικλείεται όλη, όλη εκείνη η πολυχεύμων πηγή του φωτός, όλος, όλος της δόξης ο ήλιος· εις τρόπον ώστε ως άλλος δεύτερος της δόξης ήλιος ακτινοβολεί της Παναγίας Παρθένου το μακάριον πρόσωπον, και κάμνει διπλούν το φως της ανεσπέρου ημέρας. Καταλάβετε δε την διαφοράν της μακαριότητος οπού χαίρονται των λοιπών δικαίων τα πνεύματα, και της μακαριότητος οπού χαίρεται η Θεομήτωρ Μαρία· ότι εκείνοι μεν κατά μέρος δέχονται της θείας δόξης το φως, αυτή δε όλον δέχεται της δόξης τον Ήλιον. Εκείνοι μερικώς έλαβον εδώ την χάριν και κατά το μέτρον της χάριτος απολαμβάνουσιν εκεί την δόξαν, Αυτή είναι δοχείον δεκτικόν εκεί όλης της δόξης, καθώς εδώ εστάθη δοχείον δεκτικόν όλης της χάριτος. Όθεν εδώ ήτο, καθώς την ωνόμασεν ο Αρχάγγελος, κεχαριτωμένη, είχε δηλαδή όλον το πλήρωμα της θείας χάριτος, το ομολογεί και ο Θεολόγος: «Έκαστος των εκλεκτών η χάρις κατά μέρος εδόθη, τη δε Παρθένω άπαν το της χάριτος πλήρωμα»· εκεί δε είναι δεδοξασμένη, έχει δηλαδή όλον το πλήρωμα της θείας δόξης, καθώς την προείδεν ο Ιεζεκιήλ: «Και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου· παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». Αδύνατον είναι, Χριστιανοί, ο νους μας να φαντασθή το υπέρλαμπρον εκείνο φως, με το οποίον αστράπτει η μακαρία Παρθένος εις τον Παράδεισον· η σελήνη, ο ήλιος είναι σκοτεινά πράγματα παραβαλλόμενα με εκείνο το ανεκλάλητον κάλλος, το οποίον βλέπουσι και δεν χορταίνουσιν οι μακάριοι! Τι ωραίον! Τι φαεινόν! Τι θεοειδές θέαμα εις τα μάτια των Σεραφείμ! Τούτο επεθύμησε να ίδη ένας νέος πολλά ευλαβής της Παρθένου, και έκαμε προς Αυτήν τοιαύτην δέησιν· «Μαρία Θεοτόκε, γλυκύτατον όνομα, όπου εγώ μετά Θεόν σέβω και προσκυνώ, με όλον τον πόθον και ευλάβειαν της ψυχής μου, διότι είσαι της ψυχής μου η παρηγορία και η χαρά· αν εύρηκα χάριν ενώπιόν σου ο ταπεινός δούλος σου, μίαν χάριν να μου κάμης σε παρακαλώ· ανάμεσα εις τας ευεργεσίας, να με αξιώσης να σε ίδω καθώς είσαι εις τον Παράδεισον. Αξίωσόν με, αειπάρθενε Κόρη, αξίωσόν με Μήτερ ελέους· ας σε ίδω, και ευχαριστούμαι να χάσω ένα από τα μάτια μου». Εισήκουσεν η Πάναγνος Δέσποινα του ευλαβούς δούλου της την προσευχήν· του εφάνη μίαν νύκτα εις τον ύπνο του ολολαμπής, με όλον εκείνο το φως της δόξης, με το οποίον λάμπει εις τον ουρανόν. Εξύπνησεν ο νέος, και αληθινά έχασε το ένα από τα ομμάτιά του, αλλά από την χαράν οπού είχεν, ότι ηξιώθη να ίδη την Βασίλισσαν του ουρανού και της γης, δεν ελυπείτο ολότελα, ότι εστερήθη το φως του· μάλιστα πάλιν παρακαλεί να την ίδη άλλην μίαν φοράν, και ευχαριστείται να χάση και τον άλλον οφθαλμόν, όστις του έμεινε. Και πάλιν ηξιώθη, πάλιν την είδε· αλλά τι λογιάζετε, Χριστιανοί; Πως τάχα να έμεινε τυφλός και από τους δύο οφθαλμούς; Η συμπαθεστάτη Μήτηρ του Θεού, όταν του εφάνη την δευτέραν φοράν, όχι μόνον δεν τον εστέρησεν από τον ένα οφθαλμόν όπου του έμεινεν, αλλά του έστρεψε και τον άλλον που είχε χαμένον· εξύπνησεν ο νέος εκείνος και με τους δύο οφθαλμούς υγιείς και όλος εκστατικός από την διπλήν χαράν, με πολλά δάκρυα ευλαβούς αγαλλιάσεως έδωκεν εις την Υπερένδοξον Θεομήτορα χιλίας ευχαριστίας. Κεχαριτωμένη, δεδοξασμένη Παντάνασσα, από την άφθονον εκείνην ακτινοβολίαν του θείου φωτός οπού χαίρεσαι, παρισταμένη εκ δεξιών του μονογενούς σου Υιού, πέμψον εδώ κάτω και εις ημάς τους ευλαβείς δούλους σου μίαν μακαρίαν ακτίνα, οπού να είναι και φως εις τον εσκοτισμένον μας νουν, και φλόγα εις την ψυχραμένην μας θέλησιν, δια να βλέπωμεν και να περιπατώμεν σπουδαίοι εις την οδόν των θείων δικαιωμάτων. Ημείς, μετά Θεόν, εις σε του Θεού την Μητέρα, και Μητέρα ημών, έχομεν την ελπίδα της σωτηρίας μας· από σε ελπίζομεν τας νίκας της γαληνοτάτης Αυθεντίας· τα τρόπαια των ευσεβών βασιλέων· την στερέωσιν της Εκκλησίας· την αντίληψιν του Ορθοδόξου Γένους· την σκέπην της ευλαβούς σου ταύτης πολιτείας, ήτις είναι αφιερωμένη εις την άμαχόν σου βοήθειαν. Ναι, Παναγία Παρθένε Μαρία, όνομα, που είναι η παρηγορία, το καύχημα των Χριστιανών· δέξαι την νηστείαν και παράκλησιν των αγίων τούτων ημερών, οπού εκάμαμεν εις τιμήν σου, ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον· και αξίωσόν μας, καθώς εδώ εις την Εκκλησίαν ευλαβώς ασπαζόμεθα την αγίαν σου και θαυματουργόν ταύτην Εικόνα, έτσι και εκεί εις τον Παράδεισον να ίδωμεν αυτό το μακάριόν σου πρόσωπον, το οποίον να προσκυνούμεν, συν τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Μαρία η Μητέρα του Θεού.

«Ο Θεόφρων ήθροισται λαός· της γαρ δόξης Θεού το σκήνωμα, εκ Σιών μεθίσταται προς ουράνιον δόμον, ένθα ήχος καθαρός εορταζόντων, φωνή αφράστου αγαλλιάσεως· και εν ευφροσύνη βοά τω Χριστώ· ο δεδοξασμένος, των Πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει (ωδή ζ΄).


Ο λαός, λέγει, των Χριστιανών, ο τα θεία και ουράνια φρονών, εσυνάχθη σήμερον εν ταις του Χριστού αγίαις Εκκλησίαις, δια να εορτάση και να πανηγυρίση. Επιφέρει δε ακολούθως ο Μελωδός και την αιτίαν της τοιαύτης εορτής τε και πανηγύρεως. Επειδή, λέγει, το σκήνωμα της δόξης του Θεού, η Κυρία Θεοτόκος, περί της οποίας γράφει ο Δαβίδ «Ηγίασε το σκήνωμα αυτού ο Ύψιστος» (Ψαλμ. με΄ 4)· όπερ ερμηνεύει ο Δαμασκηνός Ιωάννης· «Σκήνωμα αυτού την Παρθένον ο Ύψιστος έθετο και ηγίασεν, εν μέσω αυτής κατασκηνώσας, και ασάλευτον έδειξε, των της Παρθενίας σημάντρων αυτής μη παρασαλευθέντων». Επειδή η Παρθένος, λέγω, μετεστάθη από την Σιών εις τας ουρανίους μονάς του Υιού της, όπου εκφωνείται ο καθαρός ήχος των εορταζόντων, και εξέρχεται η φωνή της α ρ ρ ή τ ο υ  χαράς και αγαλλιάσεως, κατά το ειρημένον υπό του Δαβίδ «Ότι διελεύσομαι εν τόπω σκηνής θαυμαστής έως του οίκου του Θεού, εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως ( ήτοι ευχαριστίας), ήχου εορτάζοντος» (Ψαλμ. μα΄ 4). Τούτο δε το ρητόν ο μεν Θεολόγος Γρηγόριος ούτως ερμηνεύει· «Οίμαι δε τον εκείθεν των μηδέν άλλο είναι, ή Θεόν υμνούμενόν τε και δοξαζόμενον παρά των της εκείσε πολιτείας ηξιωμένων». Ο δε μέγιστος Μάξιμος, σύμβολον μεν προκοπής την σκηνήν τελειότητος δε τον οίκον νοεί λέγων «Ο της θαυμαστής Σκηνής τόπος, η απαθής εστιν έξις των αρετών, καθ΄ ην ο του Θεού γινόμενος λόγος, διαφόροις αρετών κάλλεσι κατακοσμεί καθάπερ σκηνήν την ψυχήν ο δε οίκος του Θεού, η εκ πολλών και διαφόρων συγκειμένη γνώσις θεωρημάτων εστί, καθ΄ ην ενδημών τη ψυχή ο Θεός, του της σοφίας κρατήρος εμπίπλησιν· η δε φωνή της αγαλλιάσεώς εστι το επί τω πλούτω των αρετών της ψυχής σκίρτημα· η δε της εξομολογήσεως, η επί τη δόξη της κατά την σοφίαν ευωχίας ευχαριστία· ο δε ήχος των εορταζόντων, η εξ αμφοίν, αγαλλιάσεως, φημί, και εξομολογήσεως, κατά σύγκρισιν γινομένης διηνεκής δοξολογία». Επιφέρει δε ο Μελωδός: Ο αθροισθείς λαός των Χριστιανών βοά εις τον Χριστόν με ευφροσύνην καρδίας «Ο δεδοξασμένος» και τα λοιπά. Εν άλλοις δε γράφεται, Βοώντων, συναπτομένου τούτου με το, Εορταζόντων· ορθότερον είναι όμως, ως νομίζω, το πρώτον. Πανηγυρίζει δε και ο Κρήτης Ανδρέας εις την εορτήν, συμφώνως σχεδόν λέγων με τον Ιερόν Κοσμάς, ως εκ μέρους των Αποστόλων «Άπιθι τοίνυν εν ειρήνη, Παντάνασσα, άπιθι εν ευφροσύνη, εν χαρά ανεκλαλήτω, εν αϊδίω φωτί, ένθα το αληθινόν φως, η ολόφωτος βασιλεία, η ακατάληκτος των Αγγέλων χορεία· εκεί, όπου ο χειμάρρους της αιωνίου τρυφής, ένθα οι λειμώνες της αφθαρσίας, αι πηγαί της αενάου ζωής, τα ρείθρα του θεοβλύτου φωτός, οι ποταμοί της αειζώου φωτοχυσίας· εκεί, όπου η περιοχή πάντων των αγαθών, το έσχατον τέλος, ου επέκεινα παντελώς ουδέν· εκεί Πατήρ προσκυνείται, και Υιός δοξάξεται, Πνεύμα Άγιον ανυμνείται, η ενιαία της μιας εν τριάδι Θεότητος φύσις».

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Τάδε έφη Κοσμάς

Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό το φαινόμενο ν’ ανακηρύσσουν μερικοί, κατά τις προτιμήσεις τους, ή τις σκοπιμότητές τους, ή για οποιαδήποτε άλλο λόγο, νέους «αγίους».
Κατ’ αρχήν, οφείλω να διευκρινίσω ότι με τις παρακάτω απόψεις μου, δεν θέλω ούτε κατ’ ελάχιστον να αμφισβητήσω το κύρος, τη αρετή και τους ασκητικούς ή άλλους προσωπικούς αγώνες τέτοιων προσώπων, τουλάχιστον όσους ευτύχησα να γνωρίσω. Πιστεύω, ότι τα πρόσωπα αυτά, μάλλον λυπούνται όταν βλέπουν απ’ τον ουρανό την «αγιοποίησή» τους. Θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους πιστεύω αυτό το πράγμα. Είναι δε αυτοί οι εξής:

1. Τους αγίους τους φανερώνει στην Εκκλησία ο Θεός. Δεν τους κάνουν οι άνθρωποι.
Βέβαια, στον Παράδεισο θα πάνε μόνο οι άγιοι. Εύχομαι όλοι οι κεκοιμημένοι να προγεύονται τα αγαθά της βασιλείας των Ουρανών. Όμως, όσους θα βάλει ο Θεός στον Παράδεισο, δεν σημαίνει ότι η εν τω κόσμω ευρισκομένη ακόμη Εκκλησία πρέπει να τους τιμά ως αγίους. Η Εκκλησία τιμά ως αγίους, όσους φανέρωσε ο Θεός ότι θέλει να δοξάζονται απ’ την παρούσα ζωή, για να είναι πρότυπα για τη δική μας σωτηρία. Να είναι «κανόνες πίστεως» και «εικόνες» αρετής!
Τόσο, η Αγία Γραφή, όσο και οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε, πως απαραίτητος όρος της σωτηρίας μας είναι η Ορθόδοξη Πίστη, και τα ενάρετα έργα μας. Χωρίς αυτά τα δύο πράγματα, δεν πρέπει να ελπίζουμε ότι θα σωθούμε. ΄Ομως, ο Θεός δεν δεσμεύεται ο ίδιος από τις εντολές Του αυτές. Μπορεί δηλ. ο Κύριος να σώσει και κάποιον, πέρα απ’ τις προϋποθέσεις Του αυτές. Οι νόμοι του Κυρίου είναι υποχρεωτικοί για μας. Δεν δεσμεύεται όμως ο Θεός από κανένα νόμο Του.
Πως, φανερώνει ο Θεός στην Εκκλησία Του, ποιους σεσωσμένους θέλει να τιμά και δοξάζει ως αγίους; Με «θεία σημεία», τα οποία εκδηλώνονται και εν ζωή, προπαντός όμως κατά το θάνατό τους ( π.χ. το μαρτύριό τους), αλλά και μετά θάνατον.
΄Ετσι, το σκήνωμά τους πολλές φορές τηρείται αδιάφθορο, μυροβλύζει, θαυματουργεί. Το σημείο αυτό πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα, γιατί πολλές φορές ο διάβολος παρουσιάζει ψεύτικα θαύματα («θαυματουργίες») για να πλανήσει τους πιστούς, όπως θα κάνει ο Αντίχριστος με τον ψευδοπροφήτη στις έσχατες μέρες. Θ’ αναφέρω ένα απλό παράδειγμα. Ο διάβολος γνωρίζει π.χ. ότι στη γη είναι θαμμένα οστά νεκρών. Μπορεί, λοιπόν, να εμφανισθεί δήθεν ως «άγιος» στον ύπνο ή όραμα σ’ ορισμένους και να του είπει που είναι θαμμένος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ορίζουν να γκρεμίζονται ναοί, που έχουν ανεγερθεί σε τέτοιους «αγίους», που τα δήθεν «λείψανά» τους ανακαλύφθηκαν με όνειρα, ή οράματα! Κάτι πρέπει να ήξεραν οι Πατέρες από τις μεθοδείες αυτές του διαβόλου.

2. Βασικό στοιχείο που πρέπει επίσης ιδιαίτερα να προσέχουμε εμείς οι πιστοί, είναι οι άγιοι που τιμάμε να είναι Ορθόδοξοι. Τονίζουμε αυτό, γιατί στις έσχατες μέρες μας θα προβάλλονται ως άγιοι, άτομα, που δεν θα είναι Ορθόδοξοι.
Η φοβερή αίρεση του Οικουμενισμού, που μαστίζει σήμερα τους πιστούς, δεν προσπαθεί να νοθεύσει μόνο τις αλήθειες της πίστης μας, αλλά και το Ορθόδοξο αγιολόγιο της Εκκλησίας. Κι’ αυτό, αν το πετύχει είναι μέγιστο κατόρθωμα του διαβόλου, γιατί οι άγιοι είναι οι απλανείς οδηγοί στη σωτηρία μας. Αν πιστεύουμε, ό,τι πίστευαν και εκείνοι, και αν πράττουμε ό,τι έπρατταν και εκείνοι, τότε θα αποκτήσουμε και εμείς τον Παράδεισο.
Για να μη μακρύνω τον λόγο, θα επισημάνω μόνο τούτο. Πολύ φοβάμαι, ότι σήμερα «αγιοποιούνται» πρόσωπα, τα οποία σπάνια, ή καθόλου δεν είναι Ορθόδοξα, ή στην καλύτερη περίπτωση δεν μιλάνε για την ορθή πίστη, ως απαραίτητο όρο της σωτηρίας των ανθρώπων. Και το ακόμη χειρότερο, για να εξουδετερώσουν την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, οι οποίοι εντέλλονται την παύση της «κοινωνίας» των πιστών με τους αιρετικούς επισκόπους, ή με όσους «κοινωνούν» με αιρετικούς επισκόπους, διδάσκουν τ’ αντίθετα!
Αυτό γίνεται όχι μόνο με τα όσα είπαν εν ζωή, ή τα όσα οι βιογράφοι τους βάζουν στο στόμα τους, ότι δήθεν είπαν, αλλά και απ’ το γεγονός, ότι οι ίδιοι είχαν «κοινωνία» με αιρετικούς επισκόπους, ή «κοινωνούσαν» με όσους είχαν «κοινωνία» με αιρετικούς επισκόπους! Στώμεν καλώς!