Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

Τη  αυτή ημέρα ο Άγιος Νεομάρτυς ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ο εν Θεσσαλονίκη μαρτυρήσας εν έτει αψοδ΄ (1774) δι’ αγχόνης τελειούται.                                                                                                 
Αθανάσιος ο Νεομάρτυς και του Χριστού Αθλητής ήτο από μίαν κωμόπολιν της Θεσσαλονίκης, η οποία κοινώς ονομάζεται Κολιακία, υιός γονέων ευσεβών και πρώτων κατά κόσμον εις την χώραν εκείνην, διότι ο μεν πατήρ του, όστις ωνομάζετο Πολύχρους, ήτο προεστώς της κωμοπόλεως επί έτη πολλά, η δε μήτηρ του, ονομαζομένη Λουλούδα, κατήγετο εκ γένους επισήμου βουλγαρικού. Τούτον λοιπόν τον αοίδιμον Αθανάσιον εξεπαίδευσε καλώς ο πατήρ αυτού γερο-Πολύχρους πρώτον μεν εις τα κοινά γράμματα, είτα και εις την Θεσσαλονίκην τον έφερε και τον έβαλεν εις το ελληνικόν σχολείον, εις το οποίον εδίδασκε τότε Αθανάσιος ο Πάριος. Έτυχε δε ο παις ευφυής και επιμελέστατος· διδαχθείς όθεν τα πρώτα γραμματικά, ύστερον ανεχώρησεν εκείθεν εις το όρος του Άθωνος και εμαθήτευσεν εις την Αθωνιάδα Σχολήν (του Βατοπαιδίου) δια τελειοτέραν παιδείαν, παρά τω διδασκάλω Παναγιώτη τω Παλαμά· εκεί ετελείωσε τα γραμματικά με επίδοσιν καλήν και μετά ταύτα εδιδάχθη και την λογικήν του Ευγενίου από τον διδάσκαλον Νικόλαον τον Τζαρτζούλιον, τον εκ Μετσόβου, όστις εστάλη υπό της Μεγάλης Εκκλησίας εις τον τόπον του σοφωτάτου διδασκάλου Ευγενίου· αναχωρήσαντος δε εκείθεν του διδασκάλου του Νικολάου Τζαρτζουλίου, ανεχώρησε και ο Αθανάσιος και απελθών εις την Κωνσταντινούπολιν, προσεκολλήθη εις τον τότε νεοχειροτόνητον Πατριάρχην Αντιοχείας Φιλήμονα, έμεινε δε μετ’ αυτού δύο έτη και περισσότερον, είτα επέστρεψεν εις το Άγιον Όρος και εκείθεν εις την πατρίδα του Κολιακίαν. Εις το μέρος εκείνο υπήρχεν εν βασιλικόν ιπποστάσιον εις το οποίον εσυνείθιζε να πηγαίνη ο Αθανάσιος, χάριν συνομιλίας και των διαφόρων ειδήσεων, τας οποίας μετέφερον οι εκείθεν διερχόμενοι από διαφόρους τόπους άνθρωποι, ευρίσκετο δ’ εκεί πάντοτε εις Τούρκος ως επιστάτης του ιπποστασίου. Ημέραν τινά έτυχε να συνευρεθή εκεί και εις εμίρης Τούρκος, με τον οποίον συνομιλών ο Αθανάσιος περί πίστεως (επειδή ήτο καλώς γεγυμνασμένος εις την απλήν τουρκικήν διάλεκτον και εις την αραβικήν), είπε με θάρρος και απλότητα προς τον εμίρην· «Η ιδική σας πίστις συνίσταται εις τούτους τους λόγους», και είπε με απλότητα το κείμενον του σαλαβατίου ήτοι της Μωαμεθανικής ομολογίας. Ο εμίρης ακούσας ήρπασεν ευθύς την απλήν εκείνην προφοράν ως τελείαν ήδη ομολογίαν και λέγει· «Ω! σαλαβάτι έκαμες, ετούρκεψες». «Μη γένοιτο», απεκρίθη ο Αθανάσιος, «Ούτε σαλαβάτι έκαμα, ούτε ετούρκεψα, αλλά μόνον είπα ότι η πίστις η ιδική σας εμπερικλείεται εις τούτους τους λόγους». Ο εμίρης όμως δεν χάνει καιρόν, αλλά στραφείς προς τον Τούρκον επιστάτην λέγει· «Ιδού παραδίδω τούτον εις τας χείρας σου, να τον φυλάττης, μη σου φύγη». Εγερθείς όθεν εκείθεν ο κατάρατος έρχεται εις την Θεσσαλονίκην, τόσων ωρών διάστημα, και παρουσιασθείς εις τον κριτήν συκοφαντεί τον καλόν Αθανάσιον, ότι έκαμε δήθεν σαλαβάτι, ωμολόγησε δηλαδή την πίστιν των και έπειτα, λέγει, μεταγνωμήσας αρνείται και περιπαίζει την πίστιν μας. Ο δε κριτής στέλλει παρευθύς και φέρει τον κατηγορούμενον εις την Θεσσαλονίκην έμπροσθέν του και λέγοντος του εμίρη, ακούει απ’ αρχής την κατηγορίαν ή μάλλον ειπείν την συκοφαντίαν· είτα ερωτά τον κατηγορούμενον ο κριτής και αποκρίνεται ο Μάρτυς της αληθείας τα ίδια εκείνα, τα οποία απεκρίθη και εις τον εμίρην πρότερον· ο δε κριτής ακούσας, τότε μεν έκρινεν ορθώς, ειπών ότι δεν γίνεται Τούρκος κανείς αν είπη ότι ηξεύρει τους λόγους της ομολογίας της τουρκικής πίστεως. Και συ (λέγει προς τον εμίρην), ν ήξευρες την ομολογίαν της πίστεως αυτού, ημπορούσες να είπης εις αυτόν ότι και η ιδική σου πίστις συνίσταται εις τούτους τους λόγους, αλλά με τούτο δεν εγίνεσο Χριστιανός, προφέρων μόνον τους λόγους της ομολογίας της πίστεώς του. Τοιουτοτρόπως απεφάνθη ο κριτής· αλλ’ οι παρόντες αγάδες έκαμαν θόρυβον, λέγοντες ότι δεν πρέπει να περιπαίζηται η πίστις· όθεν ο κριτής, μεταβαλών γνώμην, ήρχισε να τον παρακινή και να του λέγη κολακεύων και απειλών, ότι από Θεού κινούμενος έκαμε την ομολογίαν της πίστεως και πρέπει να την ακολουθήση, διότι αλλέως η πίστις δεν υποφέρει να καταφρονήται. Ταύτα και τα τοιαύτα είπεν ο κριτής· ο δε Μάρτυς, στερεός ων εις την ιδικήν του αληθινήν ομολογίαν, ηναντιώθη εις τους λόγους του κριτού, λέγων ότι είναι κάλλιστα εστερεωμένος και βεβαιωμένος εις την αληθινήν πίστιν του Χριστού και άλλην πίστιν πλην αυτής δεν ηξεύρει αληθινήν και σωτήριον. Αφού δε ήκουσε ταύτα ο κριτής, προσέταξε να τον βάλουν εις την φυλακήν, μηπως τάχα μεταβληθή και κάμη το προσταττόμενον. Εις την φυλακήν έμεινεν αρκετάς ημέρας ο γενναίος του Χριστού στρατιώτης χωρίς να τον ενεχλήση πλέον κανείς, διότι φήμη εξήλθεν ότι ο Αθανάσιος ωμολόγησε τον Μωαμεθανισμόν και ύστερον μετεμελήθη. Όθεν και ο ίδιος ο πατήρ του εφοβήθη να κινηθή προς απελευθέρωσίν του, αν και ηδύνατο δι’ ολίγων χρημάτων να τον απελευθερώση, μεταχειριζόμενος την μεσιτείαν ενός μεγάλου δυνάστου, καλουμένου Ισούφ μπέη, όστις ήτο αγάς της χώρας. Αλλ’ ο φόβος τον οποίον είχεν, ως είπον, τον έκαμε να φανή άσπλαγχνος εις ένα υιόν, όστις ήτο ο στολισμός του οίκου του και το καύχημα του γένους του. Τούτο όμως ήτο Θεού οικονομία, διότι τώρα μάλιστα είναι μεγαλύτερος στολισμός και πολύ περισσότερον καύχημα με το ένδοξον και λαμπρόν μαρτύριον, όπερ ηξιώθη να δεχθή παρά του Ιησού Χριστού ο καλλίνικος Αθανάσιος. Αφού λοιπόν παρήλθον ολίγαι ημέραι, τον εξήγαγεν ο κριτής από την φυλακήν και παρακινών αυτόν απ’ αρχής να δεχθή και να ομολογήση την ιδικήν των θρησκείαν και ευρίσκων αυτόν στερεόν και αμετάτρεπτον, εξέδωκε κατ’ αυτού την θανατικήν απόφασιν. Όθεν λαβόντεςαυτόν οι δήμιοι τον εκρέμασαν έξω της πόλεως, το δε σώμα του έθαψαν οι Χριστιανοί εις την περιοχήν της Αγίας Παρασκευής. Τοιουτοτρόπως ετελειώθη τη δυνάμει του Εσταυρωμένου Ιησού ο γενναίος Αθλητής Αθανάσιος, νεώτατος την ηλικίαν, 25 ετών, τη ογδόη του Σεπτεμβρίου μηνός, καθ’ ην ημέραν εορτάζομεν το ιερώτατον και πάνσεπτον Γενέσιον της Κυρίας ημών Θεοτόκου. Τω δε Θεώ ημών δόξα εις τους αιώνας. Αμήν. 

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Διήγησις περί Αγάπης πάνυ ωφέλιμος.

                                                                                          
Εις Ιερεύς και εις ευλαβής Διάκονος, τρέφοντες αμοιβαίαν αγάπην, την υπό Θεού πεφιλημένην, εκ δαιμονικής συνεργίας έπεσαν εις μίσος και έχθραν και έμειναν επί πολύν καιρόν ασυμφιλίωτοι. Επειδή δε συνέβη να αποθάνη ο Ιερεύς με το μίσος αυτό, δια τούτο ο Διάκονος ελυπείτο απαρηγόρητα, ότι δεν προέφθασε να διαλύση την έχθραν εν όσω έζη ο Ιερεύς. Όθεν εξομολογηθείς το συμβεβηκός εις τινας Πατέρας διακριτικούς, παρεκινήθη υπ’ αυτών να υπάγη εις ένα ερημίτην Μοναχόν και να φανερώση την υπόθεσιν· ο δε Διάκονος με μεγάλην προθυμίαν περιέτρεχεν εις τους ερημικωτάτους τόπους, ζητών τον ιατρόν της πληγής του. Ευρίσκει λοιπόν ένα Γέροντα και φανερώνει εις αυτόν της μνησικακίας το πάθος και ζητεί από αυτόν πληροφορίαν της συγχωρήσεως της τοιαύτης του αμαρτίας· ο δε Γέρων είπε προς αυτόν· «Αδελφέ, όστις με πίστιν ζητεί, εκείνος και ευρίσκει· και όστις κρούει προθύμως, εις εκείνον και η θύρα ανοίγεται, κατά την αψευδή του Κυρίου ρήσιν. Όθεν και εις σε, αγαπητέ, θα χαρίση ο Κύριος την λύσιν παντός ζητήματός σου, εάν με πόνον καρδίας το ζητής· πλην κατά το παρόν, ύπαγε εκείθεν, οπόθεν ήλθες και την νύκτα, ύπαγε εις την Μεγάλην Εκκλησίαν πριν ακόμη υπάγη άλλος τις και στήθι εις τας ωραίας πύλας του Ναού· εκεί ανάμεινον και όστις έλθη πρώτος να έμβη εις αυτάς, εκείνον λάβε από της χειρός, χαιρέτισον από μέρους μου, και δος εις αυτόν το εσφραγισμένον τούτο γράμμα και εξ άπαντος από εκείνον θα λάβης βεβαίαν του σφάλματός σου την διόρθωσιν». Πορεύεται τότε ο Διάκονος κατά το μεσονύκτιον εις τον Ναόν της Αγίας Σοφίας και ίσταται εις τας έξω θύρας του Νάρθηκος. Μετ’ ολίγον εφάνη και ο δηλωθείς υπό του Γέροντος θείος άνθρωπος, εις τον οποίον ο Διάκονος, αφού τον εχαιρέτησεν, έδωκε το γράμμα του Γέροντος, εξομολογείται δε και την περί του μίσους υπόθεσιν. Ο δε θείος εκείνος άνθρωπος, οξύς ων εις τον νουν, εσκέφθη, ότι αυτή είναι μία θεία οικονομία· δια τούτο ήρχισε να δακρύη και να ταπεινώνηται λέγων· «Ποίος είμαι εγώ ο ελάχιστος, δια να τολμήσω το τοιούτον μέγα επιχείρημα; Όμως θαρρών εις τας ευχάς του Αγίου Γέροντος, ο οποίος σε απέστειλε, τολμώ τα υπέρ την εμήν δύναμιν». Καθώς όθεν ίστατο έμπροσθεν εις τας κεκλεισμένας θύρας του Ναού, ήγειρε τας χείρας του εις τον ουρανόν και κλίνας τα γόνατα και την κεφαλήν στηρίξας εις το έδαφος του Ναού, προσηύχετο σιωπηλώς εις τον Θεόν. Και μετ’ ολίγον ηγέρθη και είπεν· «Άνοιξον εις ημάς την θύραν του ελέους σου, Κύριε»· και ω του θαύματος! παρευθύς αι έξω θύραι του Νάρθηκος ήνοιξαν αφ’ εαυτών και ομού με τον Διάκονον εισήλθον εις την αυλήν του Νάρθηκος· από εκεί δε πάλιν επήγαν έως εις τας αργυράς θύρας του Ναού. Τότε ο ιερός εκείνος άνθρωπος λέγει προς τον Διάκονον· «Εδώ στήθι και μη προχωρήσης πλέον». Εκεί λοιπόν πάλιν εις την είσοδον, ποιήσας την συνήθη προσκύνησιν ο θαυμάσιος εκείνος, ήνοιξε και τας θύρας εκείνας· όταν δε εμβήκεν εις τον Ναόν, είδεν ο Διάκονος παράδοξον θέαμα· διότι άνωθεν από την σκέπην του Ναού καταβάσα μία φωτεινή λυχνία εις την κεφαλήν του θαυμαστού εκείνου ανδρός εν ταυτώ και τον Ναόν όλον εφώτιζε και όπου εκείνος επορεύετο εκεί ηκολούθει και η λυχνία. Όταν δε έφθασεν εις το Άγιον Βήμα, έκλινε και εκεί την κεφαλήν του και προσηυχήθη· έπειτα ησύχως εξήλθεν έξω εις τον Διάκονον και ευθύς πάλιν άπασαι αι θύραι εκλείσθησαν μόναι. Τότε ο Διάκονος εγένετο όλος έμφοβος και αγωνιών, διότι εξεπλάγη και δεν ετόλμα να πλησιάση ποσώς εις τοιούτον θαυμαστόν άνδρα, επειδή είχε το πρόσωπον δεδοξασμένον και λαμπρόν ως πρόσωπον Αγγέλου. Όθεν με τους λογισμούς παλαίων έλεγε· «Μήπως ο φαινόμενος ούτος είναι Άγγελος και όχι άνθρωπος»; Ταύτην δε την πάλην των λογισμών γνωρίσας με το διορατικόν πνεύμα ο διορατικώτατος εκείνος ανήρ, λέγει προς τον Διάκονον· «Τι πολεμείσαι δι’ εμέ και ταράττεσαι από τους λογισμούς σου, ω άνθρωπε; Πίστευσον, ότι και εγώ άνθρωπος είμαι χοϊκός, σύνθετος από ψυχήν και σώμα, ως και οι λοιποί άνθρωποι· είμαι δε το επάγγελμα χαρτουλάριος (γραμματεύς) μιάς ευαγούς οικίας και εκ του επαγγέλματός μου λαμβάνω τα προς την ζωήν αναγκαία· αλλ’ η τα πάντα καλώς κυβερνώσα του Θεού Πρόνοια συνειθίζει πολλάκις να ενεργή δια των ευτελών μεγάλα θαυμάσια. Πλην, αδελφέ, ας υπάγωμεν δια την προκειμένην υπόθεσίν σου». Και λοιπόν πηγαίνοντες και οι δύο εις την αγοράν, έφθασαν εις τον εκεί ευρισκόμενον Ναόν της Θεοτόκου· εκεί δε πάλιν προσευξάμενος, ήνοιξε διατης προσευχής του τας θύρας και εμβήκεν εις τον Ναόν· αφού δε έφθασεν εις το Άγιον Βήμα, ποιήσας την συνήθη ευχήν, εξήλθε πάλιν προς τον Διάκονον, όστις εκραύγαζε με θαυμασμόν το, Κύριε ελέησον· και πάλιν αι θύραι εκλείσθησαν μόναι των. Έπειτα πηγαίνουν εις τον εν Βλαχέρναις Ναόν· τόσον δε ταχέως περιεπάτουν, καθώς διηγήθη αυτός ο ίδιος Διάκονος, ώστε ουδέ πέτασμα πτηνού ηδύνατο να συγκριθή με την ταχύτητα εκείνων· φθάσας λοιπόν εις τας θύρας, ευθύς ήνοιξε και εκείνας δια της προσευχής του· όταν δε έφθασεν εις τας θύρας του Ναού, εντός του οποίου ήτο η Κιβωτός η έχουσα την τιμίαν Ζώνην της Θεοτόκου, τότε ο ιερός χαρτουλάριος, βρέχων το πρόσωπόν του με δάκρυα, ετοποθέτησε τον Διάκονον εις τας ρηθείσας θύρας και παρήγγειλεν εις αυτόν να βλέπη προσεκτικά εκείνους, οι οποίοι εμβαίνουν εις τον Ναόν. Προσευχηθέντος δε κατά το σύνηθες εις την είσοδον, παρευθύς ηνοίχθησαν και εκείναι αι θύραι· τότε εμβάς εις τον Ναόν και φθάσας εις το μέσον αυτού, έκλινε τα γόνατα εις το έδαφος και θερμοτέραν εποίησε προσευχήν· ο δε Διάκονος, έξω ιστάμενος εις τας βαθμίδας της θύρας του Ναού, και βλέπων εγένετο έκθαμβος, διότι είδε καθαρώς ένα ως Διάκονον, όστις εξελθών από το Άγιον Βήμα και κρατών εις τας χείρας θυμιατήριον εθυμίαζεν όλον τον Ναόν. Μετ’ ολίγην ώραν είδε πάλιν τινάς κληρικούς, οίτινες εφόρουν στολήν ιερατικήν πολύ λαμπράν, ύστερον δε από αυτούς είδεν άλλο τάγμα Ιερέων φωτεινόν, οίτινες αφού εμβήκαν, εστάθησαν εις δύο χορούς και έψαλλον εν μέλος γλυκύτατον και θαυμάσιον· από το μέλος δε εκείνο άλλον λόγον δεν ηδυνήθη να εννοήση ο Διάκονος, παρά μόνον το Αλληλούϊα. Ο δε θαυμαστός χαρτουλάριος, αφού ετελείωσε την προσευχήν του, εξήλθε και λέγει εις τον Διάκονον· «Αδελφέ, έμβα ανεμποδίστως εις τον Ναόν και παρατήρησον εις τον αριστερόν χορόν των Ιερέων, αν εκεί ίσταται ο Ιερεύς εκείνος, με τον οποίον έμεινας ασυμφιλίωτος». Τότε εμβάς με φόβον και τρόμον ο Διάκονος και παρατηρήσας εις τον αριστερόν χορόν καθώς προσετάχθη, ήλθεν έξω προς τον άνθρωπον του Θεού και λέγει: «Δεν ηδυνήθην να γνωρίσω εκεί τον Ιερέαν εκείνον, με τον οποίον είχον την έχθραν». Τότε λέγει εις τον Διάκονον ο επίγειος εκείνος Άγγελος: «Έμβα πάλιν εις τον Ναόν, και βλέπε εις τον δεξιόν χορόν»· ο δε Διάκονος, ποιήσας το προσταχθέν, εγνώρισεν εκεί τον ζητούμενον Ιερέα. Όθεν εξήλθε και ανήγγειλε τούτο προς τον θείον άνδρα, όστις είπε προς τον Διάκονον: «Εάν γνωρίζης καλώς ότι αυτός είναι ο παρά σου ζητούμενος Ιερεύς, ύπαγε και ειπέ εις αυτόν: Νικήτας ο χαρτουλάριος ίσταται έξω και σε προσκαλεί». Ευθύς τότε ο Διάκονος πορευθείς έλαβε τον ζητούμενον Ιερέα από την δεξιάν χείρα και φέρει αυτόν έξω· τούτον δε ιδών ο θαυμάσιος εκείνος, λέγει προς αυτόν με πραείαν φωνήν· «Κύριε Πρεσβύτερε, κάμε αγάπην με τον αδελφόν, επειδή και δεν προέφθασες να αγαπηθής, όταν ήσο ακόμη ζων». Τότε ο Ιερεύς και ο Διάκονος κλίναντες και οι δύο τα γόνατα, και ποιήσαντες ο εις προς τον έτερον μετάνοιαν, ησπάσθησαν αλλήλους και ούτω την έχθραν διέλυσαν· και ο μεν Ιερεύς εμβήκε πάλιν εις τον Ναόν και εστάθη εις τον τόπον του εν χορώ, ο δε του Θεού άνθρωπος λαβών τον Διάκονον εξήλθε και ποιήσας προσευχήν εις την είσοδον, εκλείσθησαν πάλιν αι θύραι δια θείας δυνάμεως. Αφού δε περιεπάτησε με τον Διάκονον ολίγον, εστάθη εις ένα τόπον και λέγει προς αυτόν: «Αδελφέ, σώζων σώσον την σεαυτού ψυχήν· εις δε τον Άγιον Γέροντα, όστις σε απέστειλε προς την ιδικήν μου ευτέλειαν, ειπέ, ότι η καθαρότης των ευχών του και η παρρησία, την οποίν έχει εις τον Θεόν, αύτη ηδυνήθη να αναστήση και νεκρόν, δια να κάμη διαλλαγήν και ειρήνην με τον αδελφόν του, χωρίς εγώ να συνεργήσω εις τούτο παντάπασι». Ταύτα ειπών ο τρισμακάριστος άνθρωπος εκείνος εγένετο άφαντος από τους οφθαλμούς του Διακόνου· ο δε Διάκονος, προσκυνήσας τον τόπον, εις τον οποίον επάτουν οι ιεροί πόδες του θείου ανδρός, περιεπάτησεν όλος έκθαμβος το επίλοιπον διάστημα της οδού· και ελθών προς τον αποστείλαντα ερημίτην εφανέρωσεν εις αυτόν όλα, όσα είδε και ήκουσε. Ταύτα δε διηγήθη και εις εμέ ο ίδιος αυτός Διάκονος, πληροφορών με όρκους τα λεγόμενα, ότι έχουσιν ούτω, καθώς ενταύθα εγράφησαν, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών. Αμήν. 

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Λόγος Γ΄ εις το Γενέσιον της Θεομήτορος.

Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; (Άσμα Ασμάτων 6, 10).


Και ποίος νους πλέον δύναται να εννοήση το μεγαλείον τής χαράς τής σημερινής εορτής; Ποία γλώσσα ημπορεί να διηγηθή το ύψος της Παρθένου, οπόταν το Πνεύμα το Άγιον δια να φανερώση το μέγεθος, την τιμήν, την καθαρότητα της σήμερον τικτομένης Μαριάμ, προβάλλει ωσάν με απορίαν ερωτηματικώς: «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος;» Ποίος νους, λέγω, δύναται να εννοήση τους προσήκοντας ύμνους της Παρθένου, οπόταν ιλιγγιά εις το να υμνή την Θεοτόκον και ο υπερκόσμιος και Αγγελικός νους;  Ποία γλώσσα ημπορεί να είπη τους πρέποντας της Παρθένου επαίνους, οπόταν ορώμεν ως ιχθύας αφώνους εις το ύψος της Θεοτόκου και τους πολυφθόγγους ρήτορας; Φθάνει η γραφική αυτή απορία, οπού φανερά ερμηνεύει, ότι τούτο είναι υπέρ δύναμιν, διότι τούτο είναι το έθος της Γραφής εις τα δυσνόητα και υψηλά. Όθεν και δια τον Χριστόν έλεγεν ο Δαβίδ: «Τις ούτος ο Βασιλεύς της δόξης;» Και ο Ησαϊας: «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ, και ίνα τι ερυθρά αυτού τα ιμάτια;» Και δια την Μετάστασιν της Θεοτόκου λέγεται εις το Άσμα: «Τις αύτη η αναβαίνουσα εκ της ερήμου;» Και εις το Ευαγγέλιον: «Πως έσταί μοι τούτο επεί άνδρα ου γινώσκω;» και όσα τοιαύτα υπάρχουν εις την Γραφήν. Αρκεί, λέγω, η ερώτησις αύτη να σε χειραγωγήση, ότι το Πνεύμα το Άγιον εις το Άσμα με την Σολομώντειον γλώσσαν διδάσκει δια του ερωτηματικού αυτού, ότι ουδείς ισχύει κατ΄ αξίαν να επαινέση την Θεοτόκον ως Μητέρα Θεού γενομένην.                                                                                       
Αρκετός ο έπαινος και υπέρ άπαντα νουν Αγγελικόν και ουράνιον είναι, να λέγης την Μαριάμ πως είναι Μητέρα Θεού, όνομα είναι αληθώς το υπέρ παν όνομα, δια να είπω ούτω, να ειπής την Μαριάμ, ότι εχρημάτισε Θεοτόκος. Διότι με τούτο μόνον έπλεξες τον μεγαλύτερον έπαινον, τίτλον τε και στέφανον των επαίνων, με τούτο έδειξες την Παρθένον υπερτέραν, με το να εστάθη Θεοτόκος και Μήτηρ Θεού, όχι μόνον των ανθρώπων, αλλά και όλων των Αγγελικών ταγμάτων. Ας καταισχυνθώσι λοιπόν οι Λούθηροι, οίτινες με απύλωτον στόμα δεν μεγαλύνουσι την Θεοτόκον. Ας αισχυνθώσιν οι Καλβίνοι, ότι με αυθάδειαν κινούσι βλάσφημον γλώσσαν κατά της Μητρός του Θεού. Ας κατακριθώσιν μετά του βλασφήμου και αιρετικού Νεστορίου, και των ομοίων εκείνου τε και αυτών. Ημείς δε μετά χαράς πνευματικής επιτελούντες τας εορτάς της Μητρός του Θεού, και Μητρός μας πάντοτε, είπωμεν και σήμερον με την Αγίαν μας Εκκλησίαν, ευφραινόμενοι εις το ιερόν της Παρθένου Γενέσιον: «Η Γέννησίς Σου Θεοτόκε χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη», διότι χαράς πρόξενος είναι η υπόθεσις, ότι Μήτηρ Θεού χρηματίσασα, υπερέχει ουράνια και επίγεια, διότι η Μήτηρ του Θεού, Αγγέλων τε και ανθρώπων υπέρκειται. Όθεν και με ευλαβητικήν καρδίαν ας την ασπασθώμεν, όχι με λόγια ιδικά μας, αλλά με την Αρχαγγελικήν εκείνην λέγοντες φωνήν: «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου» και τα επόμενα. «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος;» Δόγμα πίστεως είναι ότι μόνος ο Υιός και Λόγος του Θεού, θελήσας να γίνη άνθρωπος δια να σώση τον άνθρωπον, εγεννήθη εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου· το οποίον μας διδάσκει φανερά εις το γ΄ άρθρο το άγιον Σύμβολον, το οποίον υπό των επτά Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων εδέχθη, και υπό πάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας αναγινώσκεται καθ΄ εκάστην παρρησία ακαινοτόμητον. Οι δε λοιποί πάντες άνθρωποι (χωρίς του θεοπλάστου Αδάμ και της Εύας), είτε εξ επαγγελίας γεγεννημένοι, είτε εκ νηδύος στειρωτικής, εξ ανδρός και γυναικός είναι, κατά τους όρους της φύσεως· όθεν ως εκ συναφείας σαρκικής και ροής ενηδόνου γεννηθέντες, ένοχοι είμεθα πάντες, τω και ακουσίως επισυρομένω τω γένει προπατορικώ αμαρτήματι· επειδή, κατά την Γραφήν, μόνος αναμάρτητος ο Θεός, πάντες δε ημείς εν τω Αδάμ ημάρτομεν. Διο και ο Απόστολος έλεγε προς Ρωμαίους· «Πάντες εν τω Αδάμ ήμαρτον». Όθεν ουδέ η Θεοτόκος, κατά φύσιν γεννηθείσα εξ Ιωακείμ και Άννης, ας μη κριθή ποτέ αμέτοχος του γενικού τούτου προπατορικού πλημμελήματος, καν οι εναντίοι εν προσχήματι ευλαβείας διαρραγώσι, και βίβλους νοθεύσωσι, ρητά παρερμηνεύοντες της Γραφής· αμέτοχος δε του προαιρετικού αμαρτήματος, διο και άμωμος λέγεται. Μόνος όθεν ο Θεάνθρωπος Ιησούς είναι αναμάρτητος· πάντες δε οι άλλοι άνθρωποι, οποίοι αν είναι, μολονότι και ως μη πρακτικώς αμαρτήσαντες, είναι μεν ακατηγόρητοι όπωσδήποτε δια το ακουσίως εις ημάς επιγινόμενον έγκλημα του Προπάτορος, ένοχοι όμως ως γεγεννημένοι εκ φυσικής συναφείας ανδρός και γυναικός· και τούτο είναι το του Δαβίδ, «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην», δια να μη λέγω τα προσωπικά αμαρτήματα, εκ των οποίων η Παρθένος τυγχάνει αμέτοχος. Αλλά δεν αναπαύονται εις τα θειωδώς παραδιδόμενα οι νεώτεροι, δεν είναι της Ορθοδόξου γνώμης οι Λατίνοι, δεν στέργουσι την αρχαίαν της Εκκλησίας παράδοσιν οι δυτικοί· αλλ΄ ως καινοτόμοι πλάττουσι και εδώ με το σκότος σκοτεινά εφευρήματα, παρερμηνεύουσι με τους σχολαστικούς των τα της Γραφής, και σοφιστικώς μάλλον αγωνιζόμενοι, ή Ευαγγελικώς, λέγουσι, μολονότι είμεθα ακατηγόρητοι ημείς δια το ακουσίως εις την φύσιν ημών επισυρόμενον γενικώς και καθολικώς προκατορικόν έγκλημα, ως των «Ουκ εφ’ ημίν», (διότι τα της προαιρέσεως μόνον «Εφ’ ημίν»· όθεν και κατηγορίας είμεθα άξιοι δια τα προαιρετικά αμαρτήματα, ως ιδικά μας, το δε προπατορικόν και μη θελόντων ημών φυσικώς επιγίνεται διο ουδέ «Εφ’ ημίν»), πλην αμέτοχος, λέγουσιν, είναι και τούτου η Παρθένος δια της θείας Χάριτος, καίτοι γεγεννημένη εξ Ιωακείμ και της Άννης. Ταύτα τινές των Λατίνων με υποκριτικήν ευλάβειαν δογματίζουσι, φαίνονται όμως και άλλοι από τους ιδίους να αναιρώσιν εκείνους· ιδού ότι το κακόν τούτο είναι και προς εαυτό πολέμιον. Η Ανατολική όμως Εκκλησία, η Αποστολική και Ορθόδοξος, αποστρέφεται την εν προσχήματι ευλαβείας καινοτομίαν των Λατίνων· δεν δέχεται τους αλογίστους των σχολαστικών συλλογισμούς· (διότι ουδέ ευλάβεια τούτο ή έπαινος είναι της Παρθένου, ίνα και Θεόν αυτήν ονομάση τις τολμηρώς και μη άνθρωπον), φυλάττουσα δε την αρχαίαν παράδοσιν, ασφαλίζεται τα ίδια τέκνα με τον λόγον του Αποστόλου· «Ει τις ευαγγελίζεται ημίν παρ’ ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω». Λέγει δε και προς τον Λατίνον· «Εκ του στόματος σου κρινώ σε, πονηρέ δούλε». Ανίσως και το έγκλημα του Προπάτορος, ως ακουσίως επισυρόμενον εις την φύσιν είναι εις ημάς ακατηγόρητον, καθώς μόνος είπας, ως των «ουκ εφ’ ημίν»· δι’ ο ουδέ την προς Αβραάμ και Μωϋσήν και τους άλλους του Θεού φιλίαν εκώλυεν, ως φυσικόν και ουχί των «Εφ’ ημίν». Ποίον όθεν τούτο ήθελε προσάψει μώμον εις την εξ Ιωακείμ και Άννης γεγεννημένην Παρθενομήτορα Κόρην γενικόν υπάρχον και ουχί ειδικόν, ή προσωπικόν, οπότε άψογον τούτο ως είπας και ακούσιον; Δια τούτου μάλιστα του καινοτομήματός σου, νεωτεριστά, προσάγεις κατηγορίαν αντί επαίνου εις την Παρθένον και μώμον εις την άμωμον Κόρην, επειδή το παν αποδίδεις εις την Θείαν Χάριν και ουχί και εις την ιδίαν αρετήν και αυτοπροαίρετον γνώμην της Αειπαρθένου· ήτις ουχί κατά Χάριν μόνην Θείαν (δεν είναι προσωπολήπτης ή άδικος ο Θεός, μη γένοιτο), αλλά και δια την υπερβάλλουσαν αυτής αρετήν, την οποίαν είχε καθ’ υπεροχήν των άλλων, ηξιώθη η Παρθένος να γίνη τοιαύτη, Μήτηρ Θεού δηλαδή, προκαθαρθείσα εκ Πνεύματος Αγίου ψυχή τε και σώματι. Περί τούτου ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγει· «Άνθρωπος Θεός κυηθείς εκ Παρθένου, και ψυχήν και σάρκα προκαθαρθείσης τω Πνεύματι». Όθεν και ο Άγγελος είπε· «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί Σε»· δια του τεχθέντος Χριστού εφάνη, κατά τον Χρυσόστομον, πάσης κτίσεως υπερτέρα και τιμιωτέρα. Όθεν ο Μάξιμος εν τω περί προσλήψεως λόγω αυτού είπε· «Τούνομα κεχαριτωμένη το ρηθέν παρά του Αγγέλου, την οργήν απώσασθαι, και την ευλογίαν προξενήσαι». Ο δε Αυγουστίνος εις το βιβλίον β’  περί των μισθών των αμαρτημάτων, Κεφ. κδ’, είπε περί του Χριστού· «Μη λαβείν σάρκα αμαρτίας, αλλ’ εκ της μητρώας σαρκός της αμαρτίας, της αναμαρτήτου δια του ασπασμού». Τα αυτά είπον και ο Ιεροσολυμίτης Χρύσιππος, και ο θείος Χρυσόστομος· «Επί του ασπασμού λυθήναι το της λύπης αντίθετον». Ο δε Κυπριανός και ο Ιεροσολύμων Κύριλλος εις την ιζ΄ κατήχησιν «Επί της συλλήψεως του Χριστού, λυθήναι από της αρχεγόνου πλημμελήσεως την Παρθένον». Και Γεώργιος ο Κορέσιος είπε· «Σελήνη πάμφωτος, επιδεκτική της ηλιακής αγλαϊας και μαρμαρυγής, η Παρθένος, λειψοφωτούσα προ του ασπασμού, και πάμφωτος επί της συλλήψεως». Άμωμον δε καλεί ο Δαμασκηνός, και ο θείος Σωφρόνιος δια τα προσωπικά αμαρτήματα, δια τα οποία η Παρθένος ήτο όλως ανεπήβολος και προ της συλλήψεως. Και ήλιος δε προς ημάς λέγεται η Παρθένος, επί θείου φωτισμού και μεγάλων δωρεών δι’ ης ηξιώθη το ανθρώπινον γένος, και ως εγείρουσα τα έθνη εκ του ύπνου της αγνωσίας. Όρθρος δε αύτη λέγεται, ως ότε ετέχθη εκ της Άννης· διο και λέγει· «Τις αύτη, η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»; Τα οποία πάντα ευρήσεις πλατύτερον εις τον Κορέσιον. Η Παρθένος όθεν, ως Θεομήτωρ, εξόχως των άλλων απασών τιμητέα και θαυμαστέα, και υπερδούλω προσκυνήσει προσκυνητέα υπάρχει. Εάν δε είναι δούλη Κυρίου, είναι όμως και Μήτηρ Θεού. Μολονότι και ο Λατίνος, δια να συστήση ποτέ την υπεροχήν του Πάπα του, δεν εντρέπεται ουδέ το ύψος της Παρθένου, δεν ευλαβείται ο αναιδής την Μητέρα του Θεού, αλλά με τολμηράν γλώσσαν λέγει πως ο Πέτρος, ως κεφαλή της Εκκλησίας, υπερείχε της Παρθένου ζώσης, και ο Κλήμης, ως διάδοχος Πέτρου, υπερείχε του Θεολόγου Ιωάννου ζώντος, επειδή ήσαν εις την Εκκλησίαν που φαντάζεται υποκείμενοι. Άπαγε της βλασφημίας και λατινικής ατοπίας! Διότι η Θεοτόκος πάσης υπέρκειται κτίσεως ως Θεού Μήτηρ. Ω της ματαιοφροσύνης σου αληθώς σχολαστικέ, ω της παραπληξίας σου καινοτόμε! Οπότε και αυτός εαυτόν αναιρείς, εναντία δογματίζων, πότε εν προσχήματι ευλαβείας λατινίζων όλως, πότε πάλιν λατινοκαλβινίζων με εωσφορικήν αλαζονείαν, η, ως συμπεραίνω, ένας νεωτερίζων και συ φαινόμενος, δογματίζεις όπερ και θέλεις. Και λοιπόν αυτή η νέα άπιστος πίστις έχει θεμέλιον το αυτεξούσιον, το θέλημά του φρονεί δόγμα εκείνος ο νέος ασεβής· δια τούτο και Εβραίους, και Οθωμανούς, και Καλβίνους, και Αρμενίους, και Λατίνους δέχεται, και αυτούς ακόμη τους αθέους. Και μολονότι από φόβον δεν λέγουσιν οι φραμασόνοι ουδέν εναντίον βασιλέως, ουδέν εναντίον θρησκείας, πλην ούτε εξουσίαν στέργουσιν, ούτε Εκκλησίαν δέχονται, ούτε Γραφήν πιστεύουσι· διότι εμποδίζεται το αυτεξούσιόν των, κόπτεται με τους νόμους το θέλημά των. Η κορωνίς της κακίας τούτων είναι κρύφιος, επειδή η δυσσεβής αυτών επικούρειος πίστις, ως μυστήριον μέγα φυλάττεται άγνωστον εις άλλους και εις πολλούς εξ αυτών· ολίγοι δε γνωρίζουσι τα βάθη της μιαρότητος αυτών, πλήθη τούτων όμως άπειρα, πανταχού της Δύσεως, οι πλείονες δια περιέργειαν απατώνται· κι ίσως ο τοιαύτα λέγων Λατίνος να είναι γόνος της νέας απίστου των φαρμασόνων πίστεως. Ούτως ούτε τι λέγουσιν οι Λατίνοι γνωρίζουσιν· άπαξ εκτραπέντες της αληθείας και ως εν σκότει περιπατούντες, δεν γνωρίζουσι που υπάγουσι· και ουδέν θαυμαστόν αφού και εις αυτήν την Θεότητα βλασφημούσι, το Πανάγιον Πνεύμα δια της καινοτομηθείσης παρ’ αυτών διαρχίας σμικρύνοντες, και τον Χριστόν αυτόν εις ουρανόν περικλείοντες, δια την εξουσίαν του Πάπα, μολονότι διακηρύττει εις το Ευαγγέλιόν του· «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης»· και αρπάσαντες εκ των παντοκρατορικών χειρών του Θεού τας κλεις του άδου και του θανάτου, κατά το εις την Αποκάλυψιν γεγραμμένον, τας ενεχείρισαν εις τον Πάπαν των, ίνα εισάγη εις άδην και εξάγη εκείνους τους οποίους θέλει, ως πάντα δυνάμενος, καθώς φλυαρούσι. Συγχωρήσατέ μοι δια ζήλον εις τοιαύτα ελθόντα, ουχί κατά ρήτορας· αφήσαντες δε τους Λατίνους, ως δια την υπερηφάνειάν των πάντη αδιαρθώτους, κατά τον θείον Κυπριανόν και τον Ιεροσολυμίτην Κύριλλον, συν τω Θεολόγω και ιερώ Χρυσοστόμω, είπωμεν μετά του Μαξίμου, ότι η Παρθένος επί του Αρχαγγελικού ασπασμού ελύθη από της αρχεγόνου πλημμελήσεως, δι του επελθόντος, συν τω λόγω του Αγγέλου, Παναγίου Πνεύματος. Και τούτο ψάλλει ως εκ μέρους της η του Θεού Εκκλησία εις εν τροπάριον του Ευαγγελισμού με την γλώσσαν του μελωδού Ιωάννου, «Ψυχήν ήγνισε και σώμα καθηγίασεν η επέλευσις του Παναγίου Πνεύματος, ναόν ειργάσατο χωρητικόν με Θεού», και τα ακόλουθα. Άμωμος δε είναι κατά τα προσωπικά αμαρτήματα, και προ της συλλήψεως και του ασπασμού. Και λοιπόν, ας ίδωμεν τα της εορτής εις το εξής, ίνα μη πολυλογώμεν πλέον εις αυτά, και ας κατανοήσωμεν εκ των Γραφών, κατά το δυνατόν, «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»; Τούτο ζητείς, ω ακροατά, και όμως τούτο να γνωρίσης κατά πλάτος αδύνατον. Αύτη λοιπόν είναι η εκλελεγμένη εκ πασών των γενεών, δια να είπω ολίγα προς παραμυθίαν σου, εις κατοικητήριον του Παντάνακτος Θεού. Αυτό το θεοχαρίτωτον βρέφος, η σήμερον, λέγω, γεννηθείσα Μαριάμ, είναι εκείνη ήτις έχει να μας δώση την χαράν, αντί δια την λύπην, την οποίαν μας επροξένησεν η Εύα. Αυτής πρέπει το όνομα εκείνο το οποίον είπεν εις την Εύαν ο Αδάμ, ονομάσας αυτήν ζωήν· «Ότι αύτη Μήτηρ πάντων των ζώντων»· και όμως εκείνη τον θάνατον έφερεν εις το γένος δια της παρακοής, η δε Παρθένος επροξένησε την αθανασίαν δια της υπακοής εις το ανθρώπινον γένος· όντως ζωή, ως Μήτηρ πάντων των κατά Χριστόν ζώντων. Αύτη επλήρωσεν εις τον νέον Αδάμ τον Χριστόν, εκείνο όπερ εχρεώστει η Εύα εις τον παλαιόν Αδάμ· όπως δε εκ της πλευράς του Αδάμ έγινεν η Εύα δίχα μέσου της γυναικός, ούτως εκ των καθαρωτάτων της Παρθένου αιμάτων έλαβε δίχα μεσιτείας ανδρός την σάρκα ο Υιός του Θεού, χρηματίσας αυτός τη σαρκί υπόστασις, εις και ο αυτός τέλειος εν Θεότητι, και τέλειος εν ανθρωπότητι γνωριζόμενος, πλην της αμαρτίας. Και ώσπερ εκ της πλευράς του Αδάμ παραχθείσης της Εύας σώος εφυλάχθη ο Αδάμ, ούτω και του Δεσπότου Χριστού γεννηθέντος εκ της Παρθένου Μαρίας, πάλιν η Μαριάμ Παρθένος διέμεινεν. Όντως ευλογημένη Συ εν γυναιξί, επειδή έγινες δια των πέντε αισθήσεων, με την ορθήν κρίσιν εξ γενομένων, μεθ’ ων εφύλαξας τας δέκα εντολάς ακριβώς και με τελειότητα, αίτινες εξαπλασιαζόμεναι, τον εξήκοντα αριθμόν αποτελούσι, κατά τον ιερόν Θεοδώρητον· έγινες, λέγω, εκείνη η περικυκλουμένη κλίνη του Σολομώντος, από τους εξήκοντα νοουμένους δυνατούς, κλίνη αληθώς μυστική, εις την οποίαν ανεπαύθη ο ειρηνικός Σολομών, ήτοι ο Χριστός. Όντως κεχαριτωμένη, επειδή ως άλλη μυστική Κιβωτός εφάνης, το γένος των ανθρώπων από τον κατακλυσμόν της αμαρτίας δια του νοητού Νώε, του Θεανθρώπου Σωτήρος μας και Υιού Σου σώζουσα, και πλέον δεν καταντώμεν εις άδην, αλλ’ εις τον ουρανόν, εις τον οποίον πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθε Χριστός, κατά τον θείον Απόστολον. Τις αύτη, ερωτάς να μάθης, η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; Μάθε από αυτήν την συνέχειαν της Γραφής, ότι είναι αυτή, λέγει, καλή ως η σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος. Αυτό το θεοχαρίτωτον βρέφος, η Μαριάμ, είναι εκείνη όπερ περιγράφει από κεφαλής έως ποδών εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον. «Η κεφαλή σου, λέγει δι’ Αυτήν, επί σε ως Κάρμηλος· οι οφθαλμοί σου περιστεραί· ως σπαρτίον κόκκινον χείλη σου, και η λαλιά σου ωραία· τράχηλός σου ως ορμίσκος, και κηρίον αποστάζουσι τα χείλη σου νύμφη, μέλι και γάλα υπό την γλώσσαν σου· οι μαστοί σου αγαθοί υπέρ οίνον, και η κοιλία σου ως θημωνία σίτου πεφραγμένη εν κρίνοις». Και τι τα πολλά; Οπόταν και δια τα φορέματα αυτής λέγεται· «Οσμή των ιματίων σου υπέρ πάντα αρώματα». Και δια να μη πολυλογώ εις τα κατά μέρος· «Ιδού καλή η πλησίον μου», λέγει ο νυμφίος προς αυτήν· «Ιδού ει καλή, όλη καλή, και μώμος ουκ έστιν εν σοι». Εγνώρισας τώρα τούτο το τρυφερόν βρέφος, πως η Θεία Πρόνοια απέδειξε σκήνωμα όλων των χαρίτων, και πολυσύνθετον των αρετών συνάθροισμα; Ήκουσες περιγραφήν θαυμαστήν της αρτιτόκου αυτής κόρης; Όμως αν εξετάσης ακόμη τα περί αυτής προφητευόμενα, και όσα άλλα ελαλήθησαν δι’ αυτήν την χρηματίσασαν Μητέρα του Θεού ημών, ποίος άραγε θέλεις γίνει, όταν φαίνεσαι να απορής εις τα παραμικρά; Και λοιπόν αν με ερωτάς· «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»; Σοι λέγω, πως είναι εκείνη όπου λέγει ο νυμφίος εις το Άσμα· «Ως κρίνον εν μέσω ακανθών, ούτως η πλησίον μου αναμέσον των θυγατέρων». Αν ερωτάς· «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; Καλή ως η σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος, θάμβος ως τεταγμένη», αποκρίνομαι, ότι αύτη είναι όπου καλεί ο νυμφίος λέγων· «Ελθέ η πλησίον μου, καλή μου περιστερά μου», αυτή είναι εκείνη οπού λέγει ο νυμφίος· «Κήπος κεκλεισμένος, αδελφή μου, νύμφη, κήπος κεκλεισμένος, πηγή εσφραγισμένη», αυτή είναι η καλή εν γυναιξίν, αυτή και το χωρίον, ο εποίησεν εαυτώ ο βασιλεύς Σολομών. Τις αύτη, ακόμη αν ζητής να μάθης, η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; Μάνθενε από τους λόγους τους οποίους έγραψεν εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον, ότι αυτή είναι εκείνη περί της οποίας λέγει ο νυμφίος· «Μία εστί περιστερά μου, τελεία μου, μία εστί τη μητρί αυτής, εκλεκτή τη τεκούση αυτήν, είδοσαν αυτήν θυγατέρες και εμακάρισαν αυτήν· βασίλισσαι και γε παλακαί αινέσουσιν αυτήν». Έμαθες τώρα τις αύτη η κεχαριτωμένη κόρη και εν γυναιξίν ευλογημένη; Αυτή είναι η μετά της λέξεως κατ’ εξοχήν Παρθένος δια το υπερβάλλον της καθαρότητος. Και ας μαρτυρήση τούτο ο ουρανός όλος, και όλη η γη, το λαμπρόν όμμα της ημέρας ο ήλιος, και ο καθαρός οφθαλμός της νυκτός η σελήνη, και ο σύμπας κόσμος, αισθητός, λέγω, και νοερός· ας είπωσιν, αν εγνώρισαν άλλην μίαν τοιούτου είδους Παρθένον, τοιαύτην καθαράν και άμωμον· ποτέ, ποτέ, ούτε είδον, ούτε θέλουσιν ιδεί. Όθεν και έγραψεν εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον· «Μία μόνη εστίν η αληθινή μου, περιστερά μου, τελεία μου». Χαίρε λοιπόν Αειπάρθενε Κόρη, ότι Συ εφάνης των Προφητών το κήρυγμα, και των προφητευομένων πλήρωμα και σφράγισμα, Συ των Αποστόλων κλέος, των Μαρτύρων εγκαλλώπισμα, των Ιεραρχών καύχημα, των Οσίων και Δικαίων η δόξα και το σεμνολόγημα, και πάντων των ευσεβών παρηγορία και βοήθεια· Σε υμνούσιν Άγγελοι, Σε δοξάζουσιν άνθρωποι, Σε η άνω και κάτω Εκκλησία ευφημεί, Σε οι Προφήται και θεόσοφοι Διδάσκαλοι ακαταπαύστως εγκωμιάζουσι, την όντως μακαρίαν, την όντως ευλογημένην και κεχαριτωμένην. Χαίρε Μαρία, ο έμψυχος ναός του Θεού, το αστραπηφόρον άρμα και πυρίμορφον του Λόγου του Θεού όχημα. Χαίρε Μαρία, το φωτοφόρον Θεού παλάτιον, η χρυσοπόρφυρος κλίνη και παστάς αγλαόμορφος. Χαίρε Μαρία, ο θρόνος του Θεού ο σαπφειροφαίδιμος και ηλιοστάλακτος, το δοχείον του αστέκτου και χωρίον του απείρου. Χαίρε Μαρία, το θεότευκτον άγαλμα του Αγίου Πνεύματος, ο ανθευωδέστατος των αρετών παράδεισος, και της παρθενίας το μέγα κειμήλιον. Χαίρε Μαρία, ο θησαυρός των χαρίτων του Πνεύματος, ο χρυσοπλοκώτατος πύργος, και η δωδεκάτειχος πόλις της άνω Ιερουσαλήμ. Χαίρε Παρθένε, η καθέδρα του βασιλέως, η Μήτηρ του Θεού και Παρθένος, το ακατανόητον θαύμα, και θαύμα όντως καινότατον. Χαίρε Παρθένε, ότι δεδοξασμένα αληθώς ελαλήθη περί Σου· διότι Σε είδεν ως Κλίμακα ο Ιακώβ, εις την οποίαν επεστηρίζετο ο Κύριος. Χαίρε Παρθένε, ότι Σε προείδεν ως Βάτον καιομένην και μη καταφλεγομένην ο Μωϋσής, διότι εβάστασας εις την κοιλίαν Σου το πυρ της Θεότητος, ή να ειπώ καλλίτερα, αυτόν τον Υιόν του Θεού αβλαβώς. Χαίρε Μαρία, διότι Συ είσαι η Αγία Γη εκείνη, δια την οποίαν είπεν ο Θεός εις τον Μωϋσήν, το· «Λύσον το υπόδημα εκ των ποδών σου, ο γαρ τόπος, εφ’ ον συ έστηκας, Γη Αγία εστί»· και η Γη εκείνη την οποίαν είπεν ο Δαβίδ· «Και η Γη ημών δώσει τον καρπόν αυτής»· και η Γη ακόμη εκείνη, εις την οποίαν εφάνη ο Θεός κατά τον Ιερεμίαν εις τον Βαρούχ· «Ούτος ο Θεός ημών, ου λογισθήσεται έτερος προς αυτόν»· μετά δε ταύτα· «Επί της Γης ώφθη»· και ο Ησαϊας· «Πλήρης πάσα η Γη της δόξης Αυτού». Χαίρε Μαρία, ότι Σε προεδήλου η Ράβδος του Ααρών η βλαστήσασα· και Συ είσαι εκείνη η Ράβδος περί της οποίας λέγει ο Ησαϊας· «Εξελεύσεται Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί, και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται». Χαίρε Μαρία, ότι Σε προεδήλου ο ένδροσος Πόκος του Γεδεών. Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη, διότι Σε είπεν ο Αββακούμ· «Όρος δασύ και κατάσκιον» δια τας αρετάς Σου, και τα πνευματικά χαρίσματα. Και ο Δανιήλ Σε προείπεν· «Όρος αλατόμητον, εξ ου ετμήθη Λίθος άνευ χειρός», ο Χριστός δηλαδή δίχα σποράς ανδρός. Και ο Ησαϊας μεγαλοφώνως, Όρος Σε προεκήρυξε λέγων· «Έσται εν ταις εσχάταις ημέραις εμφανές το Όρος Κυρίου». Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη, ότι Σε Πύλην κεκλεισμένην δια το αειπάρθενον προέφη ο Ιεζεκιήλ· «Η Πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, και ουδείς ου μη διέλθη δι’ αυτής»· ως γαρ προ τόκου, ούτω και εν τόκω, και μετά τόκον Παρθένος διέμεινες. Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη, ότι Σε προείδεν ο Ησαϊας Τόμον καινόν· «Και είπε Κύριος προς με· λάβε σεαυτώ Τόμον καινόν μέγαν, και γράψον εις αυτόν γραφίδι ανθρώπου, του οξέως προνομήν ποιήσαι σκύλων». Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη, ότι Σε προείπεν ο αυτός Προφήτης Παρθένον· «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί λήψεται». Χαίρε, ότι Σε προείπεν ο αυτός Ησαϊας Βίβλον εσφραγισμένην δια την μεγάλην σου καθαρότητα· «Και δοθήσεται το Βιβλίον το εσφραγισμένον τούτο ανθρώπω επισταμένω γράμματα και ερούσιν αυτώ, ανάγνωθι ταύτα, και ερεί· ου δύναμαι αναγνώναι· εσφράγιστα γαρ». Χαίρε Μαρία, ότι Σε ο αυτός Ησαϊας προείπε κούφην Νεφέλην, λέγων· «Ιδού Κύριος κάθηται επί Νεφέλης κούφης». Και πάλιν ο αυτός Προφήτης Σε είπε Προφήτιν· «Και προσήλθον, λέγει, προς την Προφήτιν· και εν γαστρί έλαβε». Χαίρε Μαρία, η εν γυναιξίν ευλογημένη· ότι Σε ο Ιεζεκιήλ είπεν Οίκον πεπληρωμένον της δόξης του Θεού· «Και είδον και ιδού πλήρης δόξης ο Οίκος Κυρίου». Και ο Ησαϊας λέγει· «Είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου, και πλήρης ο Οίκος της δόξης αυτού». Χαίρε ευλογημένη Μαριάμ, ότι Συ είσαι η επτάφωτος Λυχνία όπου είδεν ο Προφήτης Ζαχαρίας, και η Λαβίς η τον θείον Άνθρακα φέρουσα, οπού είδεν ο Ησαϊας. Χαίρε ευλογημένη Μαριάμ, ότι Συ είσαι η Στάμνος η χρυσή η έχουσα το μάννα, και το χρυσούν Θυμιατήριον· Σε προεδήλουν αι Πλάκες του Νόμου, η Κιβωτός η αγία, και τα Χερουβίμ εκείνα οπού λέγει ο Δαβίδ, ένθα επέβη ο Θεός. Χαίρε ευλογημένη Μαριάμ, ότι Συ είσαι η Τράπεζα η Αγία, η τον ουράνιον Άρτον έχουσα, Συ το θείον Ιλαστήριον, Συ η Σκηνή η Αγία, και σχεδόν όλων των Προφητών το κήρυγμα. Χαίρε Μαρία, ότι Συ είσαι η Βασίλισσα εκείνη οπού λέγει ο Δαβίδ, η δεδοξασμένη· «Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη». Και δια να μη πολυλογώ, Συ είσαι εκείνη η Θυγάτηρ οπού υπερέβης απάσας τας λοιπάς κατά τον Σολομώντα· «Πολλαί θυγατέρες εποίησαν δύναμιν, πολλαί εκτήσαντο δόξαν, Συ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας». Απέκαμον πλέκων εις την Παρθένον εκ των Προφητών τον παρθενικόν ανθομυριοχαριτόπλεκτον στέφανον· πλην η προς Αυτήν αγάπη με αναγκάζει να συνεχίσω· διο λέγω, ότι η Παρθένος είναι Ναύς, διότι εν τω όρμω της γαλήνης και αταραξίας καθοδηγεί τους επιβάτας· Όμμα της Εκκλησίας οξυδερκέστατον, την Εκκλησίαν επερχόμενον· Έλαιον, του ύδατος των πειρασμών ανώτερον· Δένδρον, τον γλυκύτατον καρπόν Χριστόν αποτεκόν· Επτάφωτος Λυχνία, κατά τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος πλουτίζουσα, κατά τον Μάξιμον· και Πόλις όντως Θεού, περί ης δεδοξασμένα κατά τον Δαβίδ ελαλήθη. Αυτήν και ο υψιπέτης αετός της Θεολογίας Ιωάννης είδεν εις την Αποκάλυψίν του Γυναίκα περιβεβλημένην τον Ήλιον Χριστόν, και η σελήνη, η κοσμική, λέγω, ματαιότης, επί τους πόδας αυτής, και επί την κεφαλήν αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα, οι του Αγίου Πνεύματος δώδεκα καρποί. Αυτήν ο Διονύσιος και Ιερόθεος οι θεόληπτοι εκείνοι υμνολόγοι και Ισαπόστολοι άνδρες, συνευρεθέντες με τον διδάσκαλόν των Παύλον εις την κηδείαν Της τότε, είπον τοσαύτα προς αυτήν εγκώμια, οπού και οι ουράνιοι νόες εξεπλάγησαν. Όθεν αν ερωτάς ακόμη· «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος»; Μανθάνεις πως είναι η κατ’ εξοχήν ευλογημένη εν γυναιξίν· η μόνη όντως Κεχαριτωμένη Μαρία, καθώς ο Θεοφόρος Ιγνάτιος καλεί «Μητέρα Θεού, χαριτώνυμον των θεαρχικών δωρεών, και απασών των αρετών έμπλεων»· ο δε Ιουστίνος ο φιλόσοφος και Μάρτυς λέγει, ότι «Όσον ο Χριστός υπερέσχε πάντων των ανθρώπων, τοσούτον η Θεομήτωρ πάσας τας γυναίκας παρήλασε». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο Ειρηναίος είπε «Θρόνον και Οίκον Θεού, και Κέρας ακαταμάχητον και αήττητον»· ο Κυπριανός «Σκεύος εκλεκτόν», και ο Νείλος «Κρίνον». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Νεοκαισαρείας θείος Γρηγόριος «Θησαυρόν των πνευματικών δωρημάτων», και ο Μέγας Βασίλειος «Σημείον μέγα και Θαύμα Αγγέλοις και ανθρώποις». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο Μέγας Αθανάσιος «Άμωμον» καλεί καθ’ υπεροχήν των άλλων· ο Θεολόγος Γρηγόριος «Μητέρα, καλεί, και Παρθένον δεκτικωτέραν απάντων των κτισμάτων των θείων δωρεών»· και ο Νύσσης θείος Γρηγόριος «Πράγμα, λέγει, πανθαύμαστον, η Παρθένος γίνεται Μήτηρ και μένει Παρθένος». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο Σύρος Εφραίμ «Άνασσαν, είπεν, Αγγέλων τε και ανθρώπων, Ελπίδα των απεγνωσμένων, Κυρίαν ενδοξοτάτην, υπερτέραν των Χερουβίμ και Σεραφείμ»· ο Κύπρου Επιφάνιος «Θεού μόνου, είπεν, εξηρημένου, υπερτέρα πάντων η μακαρία Παρθένος». Και μετά του Ευσεβίου, Θεοφύλακτος και Ευθύμιος λέγουσιν· «Ευκλεεστάτην, και πανεύφημον Παρθένον». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο θείος Χρυσόστομος «Μέγα Θαύμα, καλεί, του κόσμου, και ότι μόνη το πλάτος του κόσμου και του ουρανού παρήλασας»· ο Αυγουστίνος «Μονωτάτην Ελπίδα των αμαρτωλών» προσηγόρευσε· και συν τω Χρυσολόγω ο Ιλάριος είπεν «Ομβροφόρον Νεφέλην των πνευματικών δωρεών». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Θεοδώρητος «Εκλεκτήν Περιστεράν»· ο θείος δε Αμβρόσιος «Παρθένος ην, λέγει, η Μαρία, όχι μόνον σώματος, αλλά και του νοός, καθαρά τη καρδία, καθαρά τοις λόγοις, καθαρά τοις νοήμασι»· και ο Κρης Ηλίας, συν τω Ιεροσολύμων Ιωάννη, και Θεοφάνει και Μιχαήλ Συγκέλλω «Η Θεογεννήτρια, λέγουσιν, ου μόνον συγκαταθέσεως εις αμαρτίαν, αλλά και φαντασίας απελείφθη». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε ο Κύριλλος με όλην την Αγίαν Γ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον εκήρυξε «Θεοτόκον», ο δε Πρεσβύτερος Χρύσιππος «Όντως Κεχαριτωμένην και Μακαρίαν» εκάλεσε· και ο Εμεσηνός Ευσέβιος συν τω Νικηφόρω «Σκεύος εκλεκτόν, είπε, την Παρθένον, και αιρετώτερον των άλλων καταθυμίων τω Θεώ».  Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Ανδρέας Κρήτης «Επίλογον των θείων δωρεών»· ο Δαμασκηνός Ιωάννης «Των ουρανών ευρυχωροτέραν», και ο Ανατόλιος συν Ευοδίω και Λέοντι είπεν· «Αγγελοπαρόχου τροφής μέτοχον, και εικόνα Θεού πασών των άλλων θεοεικέλων καθαρωτέραν». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλος «Σύνδεσμον και ένωσιν των κάτω μετά των άνω, θησαυρόν παρθενίας και πνευματικόν του δευτέρου Αδάμ Παράδεισον»· ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος «Όλη, λέγει περί της Παρθένου, όλη εστί καθαρότης, όλη απλότης, όλη χάρις, όλη αλήθεια και της θείας έσοπτρον λαμπηδόνος»· και ο Πατριάρχης Γερμανός είπε· «Απόντος του αμυντηρίου της Θεομήτορος, μηδένα σωτηρίας αξιούσθαι». Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ότι Σε είπεν ο Πατάρων Μεθόδιος «Ανωτέραν πάσης της οικουμένης»· ο θείος Ιερώνυμος είπεν· «Εκάστοις των εκλεκτών η Χάρις κατά μέρος εδόθη, τη δε Παρθένω άπαν το της Χάριτος πλήρωμα»· και ο θείος Κοσμάς καλεί την Παρθένον Μητέρα του Θεού με όλην την Εκκλησίαν· «Αδιάφθορον, όντως Θεοτόκον, τιμιωτέραν των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ»· εγώ δε λέγω, ότι την Θεοτόκον Παρθένον ουδείς κατ’ αξίαν δύναται να εγκωμιάση, ως Μητέρα Θεού γενομένην, το οποίον είναι ο ακρότατος έπαινος.            
Εκινήθη ποτέ η Ελλάς δια των ζωγράφων να ιστορήση τα κάλλη της περιφήμου Ελένης· και άλλος μεν την ιστορούσε με όλην την συμμετρίαν των μελών, άλλος με την ανθηρότητα των χρωμάτων, και πάντες σχεδόν με όσα ηδύναντο κάλλη· εις όμως εξ αυτών, αφού την εζωγράφισεν, εμηχανεύθη ένα λεπτόν ύφασμα, ζωγραφίσας τούτο επάνωθεν, το οποίον εσκέπζεν όλην, και με τούτο απέδειχνεν, ότι τα κάλλη της Ελένης περισσότερον ούτω κατανοούνται υποκάτω εις το λεπτόν ύφασμα κεκρυμμένα, παρά με όλα τα εξαίρετα χρώματα φανερά. Τούτον μιμούμενος και εγώ, επάνω εις όλους τους επαίνους των Προφητών και Αγίων, επιφέρω δια την αδυναμίαν μου την σιωπήν και λέγων την Παρθένον Μητέρα Θεού, φανερώνω με τούτο, ωσάν με λεπτόν ύφασμα, ότι είναι κεκρυμμένα εις τούτο όλα τα παρθενικά κάλλη της κεχαριτωμένης Μαρίας· διότι ως Μήτηρ του Θεού είναι πάσης ανωτέρα κτίσεως, και εν τούτω άπας ο των εγκωμίων επίλογος, και των επαίνων το συμπέρασμα. Σε λοιπόν την Μητέρα του Θεού, την ελπίδα των απηλπισμένων, την βοήθειαν των αδυνάτων, των αμαρτωλών την παρηγορίαν· Σε επικαλούμαι σήμερον, παροραθεισών των εμών αμαρτιών, να ελεήσης το κλεινόν των Ελλήνων γένος, των πιστών δούλων του Υιού Σου, ως Ορθοδόξων Χριστιανών. Ναι, επίβλεψον εφ’ ημάς ιλέω τω όμματι, καταπραϋνουσα την σκληρότητα του τυραννικού γένους των ασεβών, και την Εκκλησίαν, ην ο Υιός σου τω τιμίω αυτού περιεποιήσατο αίματι, ελευθέρωσον εκ της Δυτικής οφρύος και καταδρομής, και των λατινικών καινοτομημάτων, έως της συντελείας του αιώνος. Γνωρίζομεν ότι με τας αμαρτίας μας παρωργίσαμεν τον φιλάνθρωπον ημών Δεσπότην και Υιόν Σου· όμως δια της Σης μεσιτείας θαρρούμεν να τύχωμεν αφέσεως. Ανίσως ο Αλέξανδρος ακούων δια την Ολυμπιάδα τόσας κατηγορίας και διαβολάς εκ του Αντιπάτρου, απεκρίνατο· «Μητρός εν δάκρυ, πολλάς διαβολάς εξαλείφει», πως είναι τρόπος να μη εισακουσθή δεομένη τοιαύτη Μήτηρ εις ένα φιλεύσπλαγχνον Θεόν υπέρ ημών πρεσβεύουσα των Χριστιανών, οπότε ακούομεν: «Πολλά ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου»; Και ανίσως εκείνος ο θυμωμένος πολλά κατά των Ρωμαίων Κοριολανός, όστις δεν εκάμπτετο ούτε εις δώρα, ούτε εις δάκρυα, ευθύς όταν είδε την μητέρα του Ουετουρίναν με δάκρυα να παρακαλή δια την συγχώρησιν των Ρωμαίων, και με τα λόγια εκείνα να του δείχνη την κοιλίαν, ήτις τον εγέννησε, και τους μαστούς οίτινες τον ανέθρεψαν, πάραυτα εσυγκατέβη, παρευθύς έκλαυσε περιπλεχθείς την μητέρα, και εχάρισε το σφάλμα των Ρωμαίων, πως είναι δυνατόν ο φιλάγαθος Δεσπότης, βλέπων την ιδίαν Μητέρα να παρακαλή δια τους ιδικούς του δούλους, μολονότι και αχαρίστους, πως είναι, λέγω, τρόπος να μη υπακούση της μητρικής δεήσεως, και να χαρίση τα σφάλματα χάριν της πρεσβευούσης Μητρός Του; λέγων, ώσπερ ο Κοριολανός εκείνος, τα θαυμαστά εκείνα λόγια, οπού έγραψε με αλήθειαν ο ιστορικός Ζωναράς· «Ίδε, μήτερ, πείθομαί σοι, συ γαρ με νικάς, και σοι την χάριν ταύτην πάντες εχέτωσαν». Και λοιπόν ας μη απολείπη από το στόμα του προσευχομένου το όνομα της Κεχαριτωμένης Μαρίας μαζί με την ονομασίαν του γλυκυτάτου Ιησού Χριστού και Δεσπότου μας· διότι Ιησούς και Μαρία, των αμαρτωλών εισί σωτηρία και των απηλπισμένων παρηγορία. Σου όθεν πάλιν δέομαι, ω Θεοτόκε Παρθένε, ελέησον και διδάσκοντας και διδασκομένους· βοήθησον το γένος των Ορθοδόξων τη αμάχω Σου πρεσβεία, στήριξον τον θείον φόβον εις τας καρδίας ημών, και πληρωτάς ανάδειξον των εντολών του Υιού Σου· όπως χριστιανικώς βιούντες, και εν φόβω Κυρίου πολιτευόμενοι, αξιωθώμεν τέλους ειρηνικού και να αναδειχθώμεν κληρονόμοι της Βασιλείας των ουρανών· Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

ΛΟΓΟΣ Β΄ εις το Γενέσιον της υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ. Του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Ιωάννου Μοναχού και Πρεσβυτέρου του Δαμασκηνού.

Δεύτε πάντα τα έθνη, παν γένος ανθρώπων και γλώσσα και ηλικία πάσα και άπαν αξίωμα, μετ΄ ευφροσύνης το της παγκοσμίου ευφροσύνης Γενέθλιον εορτάσωμεν· ει γαρ Ελλήνων παίδες, δαιμόνων ψεύδη, μύθω κλεπτόντων τον νουν και συσκιαζόντων την αλήθειαν, και βασιλέων γενέσια δια πάσης ήγον τιμής, δώρον έκαστος προσφέρων το κατά δύναμιν, και ταύτα λυμαινομένων τον βίον, πόσω μάλλον ημάς εχρήν της Θεοτόκου τιμάν το Γενέθλιον, δι΄ ης άπαν το βρότειον επανώρθωται γένος, δι΄ ης της προμήτορος Εύας η λύπη εις χαράν μεταβέβληται; Εκείνη μεν γαρ, «Εν λύπαις τέξη τέκνα» δι΄ αποφάσεως θείας ακήκοεν· αύτη: «Χαίρε, κεχαριτωμένη»· εκείνη: «Προς τον άνδρα η αποστροφή σου»· αύτη: «Ο Κύριος μετά σου». Τι ουν τη Μητρί του Λόγου, αλλ΄ ή λόγον προσοίσωμεν; Πάσα η κτίσις συνευωχείσθω και υμνείτω της ιεράς Άννης την ιερωτάτην λοχείαν· ήνεγκε γαρ τω κόσμω θησαυρόν αγαθών αναφαίρετον· δι΄ αυτής γαρ ο Κτίστης πάσαν φύσιν προς το κρείττον μετεστοιχείωσε δια μέσης της ανθρωπότητος· ει γαρ άνθρωπος, μέσος νου και ύλης ιστάμενος, σύνδεσμός εστι πάσης ορατής και αοράτου κτίσεως, ενωθείς ο Δημιουργός Λόγος του Θεού τη φύσει της ανθρωπότητος, δια ταύτης απάση τη κτίσει ήνωται. Εορτάσωμεν (τοίνυν) την λύσιν της ανθρωπίνης στειρώσεως, ότι λέλυται ημίν των αγαθών η στείρωσις. Αλλά τίνος ένεκεν εκ στείρας η Παρθένος Μήτηρ γεγένηται; Έδει γαρ το μόνον καινόν υπό τον ήλιον, το των θαυμάτων κεφάλαιον, προοδοποιηθήναι τοις θαύμασι, και κατά μικρόν από των ταπεινοτέρων επαναβήναι τα μείζονα. Έχω και έτερον λόγον υψηλότερον και θειότερον· η γαρ φύσις ηττάται τη χάριτι, και έστηκεν υπότρομος προβαίνειν μη φέρουσα. Επεί ουν έμελλεν η Θεοτόκος Παρθένος εκ της Άννης τίκτεσθαι, ουκ ετόλμησεν η φύσις προβαλείν το της χάριτος βλάστημα, αλλ΄ έμεινεν άκαρπος, έως η Χάρις τον καρπόν εβλάστησεν· έδει γαρ πρωτότοκον τεχθήναι, την τεξομένην τον ποιητήν της κτίσεως, εν ω τα πάντα συνέστηκεν. Ω μακαρία ξυνωρίς Ιωακείμ και Άννα, υπόχρεως υμίν εστι πάσα η φύσις· δι΄ ημών γαρ προσήγαγε δώρον απάντων υπερφερέστατον, Μητέρα σεμνήν μόνην αξίαν του κτίσαντος. Ω οσφύς του Ιωακείμ παμμακάριστε, εξ ης κατεβλήθη σπέρμα πανάμωμον. Ω μήτρα της Άννης αοίδιμε, εν η ταις κατά μικρόν προσθήκαις ηυξήθη, και διαμορφωθέν ετέχθη βρέφος πανάγιον. Ω γαστήρ, ουρανόν εν εαυτή κυοφορήσασα έμψυχον, της ουρανών ευρυχωρίας πλατύτερον. Ω άλως, η ενέγκασα θημωνίαν του ζωοποιού σίτου, ως αυτός ο Χριστός απεφήνατο: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει». Ω μαστοί, θηλάσαντες την θρέψασαν τον τροφέα του κόσμου. Ω θαυμάτων θαύματα, και παραδόξων παράδοξα! Έδει γαρ την του Θεού άφραστον και συγκαταβατικήν σάρκωσιν προοδοποιηθήναι τοιούτοις τοις προοιμίοις. Αλλά πως τοις πρόσω προβήσομαι; Η διάνοια μεν εξίσταται· φόβος δε με και πόθος κατεμερίσαντο· η καρδία θάλλει και η γλώσσα πεπέδηται· ου φέρω την ηδονήν· νικώμαι τοις θαύμασιν· ένθους υπό του πόθου γέγονα· νικάτω ο πόθος, υποχωρείτω ο φόβος, αδέτω η κιθάρα του Πνεύματος. «Ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη». Σήμερον στειρωτικαί πύλαι ανοίγονται, και Πύλη Παρθενική θεία προέρχεται, εξ ης και δι΄ ης Θεός ο πάντων των όντων επέκεινα, εις την οικουμένην σαφώς εισελεύσεται σωματικώς, κατά Παύλον τον των αρρήτων υπήκοον. Σήμερον εκ ρίζης της Ιεσσαί ράβδος έφυ, εξ ης άνθος αναβήσεται τω κόσμω θεοϋπόστατον. Σήμερον εκ της γηϊνης φύσεως, ουρανόν κατεσκεύασεν επί γης ο πάλαι ποτέ εξ υδάτων πήξας και προς ύψος μετεωρίσας στερέωμα· και όντως ούτος, εκείνου πολύ θειότερος και παραδοξότερος· ο γαρ εν εκείνω κατασκευάσας τον ήλιον, εκ ταύτης δικαιοσύνης ανέτειλεν Ήλιος. Δύο φύσεις, καν ακέφαλοι μαίνονται· μία υπόστασις, καν Νεστόριοι διαρρήγνυνται· το γαρ φως το αϊδιον, το εξ αϊδίου φωτός προ αιώνων έχον την ύπαρξιν, το άϋλον και ασώματον, εκ ταύτης σωματούται, και ως εκ παστού νυμφίος προέρχεται· και Θεός ων, και γηγενής γενόμενος ύστερον, ως γίγας την οδόν δραμείν της ημετέρας αγαλλιάται φύσεως· και δια παθών οδεύσαι προς τον θάνατον, και δήσαι τον ισχυρόν, και διαρπάσαι αυτού τα σκεύη, την ημετέραν φύσιν, και προς την ουράνιον γην αγαγείν το πλανώμενον πρόβατον. Σήμερον ο του τέκτονος Υιός, ο παντευχήμων Λόγος του δι΄ αυτού τα πάντα κατασκευάσαντος, ο βραχίων ο ισχυρός του Θεού του Υψίστου, ως εαυτού δακτύλω τω πνεύματι, αμβλωθέν το σκέπαρνον ακονήσας της φύσεως, έμψυχον εαυτώ κατεσκεύασε κλίμακα, ης η κατάβασις επί γης εστήρικται, η δε κεφαλή προς αυτόν τον ουρανόν, εφ΄ ης ο Θεός αναπέπαυται, ης τον τύπον Ιακώβ εθεάσατο, δι΄ ης καταβάς αμεταβάτως, μάλλον δε συγκαταβάς, επί της γης ώφθη, και τοις ανθρώποις συνανεστράφη· ταύτα γαρ η κατάβασις, η συγκαταβατική ταπείνωσις, η επί γης πολιτεία, η τοις επί γης δοθείσα αυτού επίγνωσις. Επί γης η νοητή κλίμαξ, η Παρθένος εστήρικται· εκ της γης έχει την γέννησιν· η δε κεφαλή προς τον ουρανόν· πάσης γαρ γυναικός κεφαλή ο ανήρ· αλλ΄ αύτη, επεί άνδρα ουκ έγνω, κεφαλή αυτής ο Θεός και πατήρ εχρημάτισε, Πνεύματι Αγίω τας συναλλαγάς ποιησάμενος, και οιονεί θείον σπόρον πνευματικόν, τον εαυτού Υιόν και Λόγον, την παντοδύναμον δύναμιν εξαποστείλας· ευδοκία γαρ Πατρός, ουκ εκ συναφείας φυσικής, αλλ΄ εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, υπερφυώς ο Λόγος σαρξ ατρέπτως εγένετο, και εσκήνωσεν εν ημίν· συνάφεια γαρ Θεού προς ανθρώπους, δια Πνεύματος Αγίου γίνεται. Ο χωρών χωρείτω· ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω. Έξω των σωματικών γενώμεθα. Απαθές το θείον, ω άνθρωποι, και απαθώς γεννήσαν το πρότερον φυσικώς, απαθώς τον αυτόν Υιόν γεννά και το δεύτερον, οικονομικώς· και μάρτυς Δαβίδ θεοπάτωρ: «Κύριος είπε προς με. Υιός μου ει συ· εγώ σήμερον γεγέννηκά σε»· το δε σήμερον, επί της προαιωνίου γεννήσεως, χώραν ουκ έχει· εκείνη γαρ άχρονος.                                                                                                                                                                                           Σήμερον η κατά ανατολάς ωκοδόμηται πύλη, δι΄ ης Χριστός εισελεύσεται, και έσται κεκλεισμένη· πύλη εν η Χριστός η θύρα των προβάτων, ανατολή όνομα αυτώ· δι΄ ου την προς τον αρχίφωτον Πατέρα προσαγωγήν εσχήκαμεν. Σήμερον έπνευσαν αύραι, χαράς παγκοσμίου προάγγελοι. Ευφραινέσθω ο ουρανός άνωθεν, και αγαλλιάσθω η γη· σαλευθήτω η του κόσμου θάλασσα· εν αυτή γαρ κόχλος γεννάται, ήτις ουρανόθεν εκ της αστραπής της θεότητος, εν γαστρί έξει και τέξεται τον πολύτιμον μαργαρίτην Χριστόν· εξ ης ο Βασιλεύς της δόξης, της σαρκός πορφύραν περιβαλλόμενος, τοις αιχμαλώτοις επιδημήσας, κηρύξει άφεσιν. Σκιρτάτω η φύσις· η γαρ αμνάς τίκτεται, εξ ης ο ποιμήν περιβαλείται το πρόβατον, και τους χιτώνας διαρρήξει της πάλαι νεκρώσεως. Χορευέτω η παρθενία· ότι ετέχθη, κατά τον Ησαϊαν, παρθένος, ήτις εν γαστρί έξει και τέξεται Υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, τουτέστι μεθ΄ ημών ο Θεός. Γνώτε Νεστόριοι και ηττάσθε ότι μεθ΄ ημών ο Θεός· ουκ άνθρωπος, ου πρέσβυς, αλλ΄ αυτός ο Κύριος ήξει και σώσει ημάς. Ευλογημένος ο ερχόμενος· Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν. Συστησώμεθα εορτήν επί τη Γεννήσει της Θεοτόκου. Ευφραίνου Άννα στείρα η ου τίκτουσα, ρήξον και βόησον η ουκ ωδίνουσα. Αγάλλου Ιωακείμ, ότι εκ της σης θυγατρός «Παιδίον εγεννήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν· και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής, της παγκοσμίου σωτηρίας, Άγγελος». Αισχυνέσθω Νεστόριος και τιθέτω χείρα επί στόματι· το παιδίον Θεός, και πως ου Θεοτόκος η τεκούσα; Ει τις ου Θεοτόκον ομολογή την Αγίαν Παρθένον, χωρίς εστι της Θεότητος· ουκ εμός ο λόγος, και εμός ο λόγος· κλήρον γαρ τούτον εκ του Θεολόγου πατρός Γρηγορίου θεολογικώτατον δέδεγμαι. Ω μακάριον ζεύγος Ιωακείμ και Άννα, και όντως πανάχραντον· εκ καρπού της κοιλίας υμών εγνώσθητε, καθώς φησί που ο Κύριος: «Εκ των καρπών αυτών επιγνώσεσθε αυτούς»· ευαρέστως τω Θεώ αξίως της εξ υμών τεχθείσης επολιτεύσασθε· σωφρόνως γαρ και οσίως πολιτευσάμενοι το της παρθενίας κειμήλιον προσηγάγετε, την προ του τόκου παρθένον, την μόνην και ψυχή και νω και σώματι αεί παρθενεύουσαν· έδει γαρ εκ σωφροσύνης την παρθενίαν βλαστήσασαν, το μόνον μονογενές προαγαγείν φως σωματικώς, ευδοκία του ασωμάτως γεννήσαντος το μη γεννών, αεί δε γεννώμενον, ου το γεννάσθαι υποστατικόν μόνον ιδίωμα. Ω πόσων θαυμάτων και οίων συναλλαγών εργαστήριον τουτί το θυγάτριον γέγονε! Στειρώσεως γέννημα, παρθενία τίκτουσα, μίξις θεότητός τε και ανθρωπότητος, πάθους και απαθείας, ζωής και θανάτου, ως αν εν πάσιν εκνικηθείη το χείρον υπό του κρείττονος. Και ταύτα πάντα δια την εμήν σωτηρίαν, ω Δέσποινα· ούτω γαρ με ηγάπησας, ως ουδέ Αγγέλων, ουδέ τινος ταύτην κατεργάσασθαι κτίσεως· αλλ΄ ώσπερ την πρώτην πλάσιν, ούτως αυτουργήσαι και την ανάπλασιν. Εντεύθεν χορεύω και κομπάζω και γέγηθα, και προς την πηγήν πάλιν των θαυμάτων επάνειμι, και του της ευφροσύνης εμφορούμενος νάματος, την κιθάραν πάλιν κινώ του πνεύματος, και θείον ύμνον άδω γενέθλιον. Ω ζεύγος λογικών τρυγόνων, Ιωακείμ και Άννα το σωφρονέστατον, υμείς τον της φύσεως νόμον τη σωφροσύνη τηρήσαντες, των υπέρ φύσιν κατηξιώθητε· τετόκατε γαρ εν κόσμω Θεού Μητέρα απείρανδρον· υμείς ευσεβώς και οσίως εν ανθρωπίνη φύσει πολιτευσάμενοι, την υπέρ Αγγέλους και των Αγγέλων δεσπόζουσαν νυν θυγατέρα τετόκατε. Ω θύγατερ ωραιοτάτη και γλυκυτάτη· ω κρίνον αναμέσον των ακανθών εκφυέν, εξ ευγενεστάτης και βασιλικωτάτης ρίζης Δαβιτικής· δια σου την ιερωσύνην βασιλεία πεπλούτηκε· δια σου νόμου μετάθεσις γέγονε, και ανεκαλύφθη το υπό τω γράμματι πνεύμα κρυπτόμενον, μετατεθέντος εκ της Λευϊτικής φυλής επί την Δαβιτικήν του ιερατικού αξιώματος. Ω ρόδον εξ ακανθών των Ιουδαίων φυέν, και ευωδίας θείας πληρώσαν τα σύμπαντα. Ω θύγατερ Δαβίδ και Μήτηρ Θεού, μακαρία η οσφύς και η γαστήρ εξ ων ανεβλάστησας· μακάριαι αι αγκάλαι αι σε εβάστασαν, και μακάριοι οι μαστοί ους εθήλασας. Σήμερον αρχή σωτηρίας τω κόσμω· «Αλαλάξατε τω Κυρίω πάσα η γη· άσατε και αγαλλιάσθε και ψάλατε· υψώσατε την φωνήν υμών, υψώσατε μη φοβείσθε»· ότι ετέχθη ημίν Μήτηρ Θεού ευδοκήσαντος ομιλήσαι τοις εν τη γη δια σαρκός, του επουρανίου και αναμαρτήτου, του δια φιλανθρωπίαν αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου. Σκιρτήσατε όρη, λογικαί φύσεις, προς ύψος της πνευματικής θεωρίας ανατεινόμεναι· το γαρ όρος Κυρίου το εμφανέστατον τίκτεται, το επαναβεβηκός και υπερκείμενον παντός βουνού και παντός όρους ανθρώπων και Αγγέλων τη υψηλότητι, εξ ου, χειρών άνευ, σωματικώς τμηθήναι ηυδόκησεν ο ακρογωνιαίος λίθος Χριστός, η μία υπόστασις τα διεστώτα συνάπτουσα, θεότητά τε και ανθρωπότητα, Αγγέλους και ανθρώπους, τους εξ Εθνών και τον σαρκικόν Ισραήλ εις ένα πνευματικόν Ισραήλ. «Όρος Θεού, όρος πίον, όρος τετυρωμένον, το όρος ο ηυδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτώ· το θείον άρμα το μυριοπλάσιον» των τη θεία Χάριτι ευθηνούντων, Χερουβίμ, λέγω, και Σεραφείμ. Κορυφή, η του Σινά αγιωτέρα, ην ου καπνός, ου γνόφος, ου θύελλα, ου πυρ δειματούν καλύπτει, αλλά φωτιστική του Παναγίου Πνεύματος έλλαμψις· εκεί μεν λόγος Θεού πλαξί λιθίναις νόμον ενέγραψεν ως δακτύλω τω Πνεύματι· εν ταύτη δε εκ Πνεύματος Αγίου και των αυτής αιμάτων, αυτός ο Λόγος σεσάρκωται, και εαυτόν δέδωκε τη ημετέρα φύσει, σωτηρίας δραστικώτερον φάρμακον· εκεί μάννα, εν ταύτη ο του μάννα δους την γλυκύτητα. Υποκυπτέτω σκηνή η περίπυστος, ην εν ερήμω Μωϋσής κατεσκεύασεν εκ πολυτίμου και παντοδαπής ύλης, και προ ταύτης η του Πατριάρχου Αβραάμ τη εμψύχω και λογική σκηνή του Θεού· αύτη γαρ ουκ ενεργείας Θεού υπήρξε δοχείον, αλλ΄ ουσιωδώς ασύγκριτον, κιβωτός πάντοθεν χρυσίω κακαλυμμένη, και μανναφόρος στάμνος χρυσή, και λυχνία, και τράπεζα και πάντα τα παλαιά· τω γαρ ταύτης τύπω τετίμηνται, ως αληθώς πρωτοτύπου σκιάσματα. Σήμερον τόμον καινόν, ο πάντα ποιών κατεσκεύασε Θεός Λόγος, ον εκ καρδίας ο Πατήρ εξηρεύξατο, γλώσση Θεού ως καλάμω τω Πνεύματι εν αυτώ γραφησόμενος· ος εδόθη ανδρί ειδότι γράμματα, και ουκ ανέγνω· ου γαρ έγνω την Μαριάμ ο Ιωσήφ, ουδ΄ αυ του μυστηρίου την δύναμιν. Ω θυγάτριον Ιωακείμ και Άννης, το ιερώτατον, το λαθόν τας αρχάς και τας εξουσίας και τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού· το εν θαλάμω του Πνεύματος πολιτευσάμενον, και τηρηθέν άμωμον εις Νύμφην εις Νύμφην Θεού και Μητέρα του φύσει Υιού του Θεού. Ω θυγάτριον ιερώτατον, το έτι μητρικαίς αγκάλαις φερόμενον, και φοβερόν ταις αποστατικαίς δυνάμεσιν. Ω θυγάτριον ιερώτατον, το μαζώ γάλα τρεφόμενον, και Αγγέλοις περιστοιχούμενον. Ω θυγάτριον θεοπόθητον, η των φυσάντων δόξα· σε γενεαί γενεών μακαρίζουσιν, ως έφης επαληθεύουσα. Ω θυγάτριον αξιόθεον, το κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως, της προμήτορος Εύας επανόρθωσις· δια γαρ της Σης τεκνογονίας η πάσα φύσις ηνώρθωται· των γυναικών το αγλάϊσμα· ει γαρ και η πρώτη Εύα εν παραβάσει γέγονε, και δι΄ αυτής εισήλθεν ο θάνατος, διακονησαμένης τω όφει προς τον προπάτορα, αλλ΄ η Αειπάρθενος Μαρία εξυπηρετησαμένη τω θείω βουλήματι, τον απατήσαντα όφιν ηπάτησε, και τω κόσμω την αφθαρσίαν εισήγαγεν. Ω θυγάτριον αειπάρθενον, ανδρός ου δεηθείσα προς σύλληψιν· έχει γαρ πατέρα αϊδιον ο υπό Σου κυοφορηθείς. Ω θύγατερ γηγενής, θεοπρεπέσιν αγκάλαις τον Κτίστην βαστάσασα· ημιλλώντο οι αιώνες, ποίος τη Ση εγκαυχήσεται γεννήσει· αλλ΄ ενίκα των αιώνων την άμιλλαν, η προωρισμένη βουλή του Θεού του τους αιώνας ποιήσαντος· και γεγόνασιν οι έσχατοι πρώτοι, της Σης γεννήσεως ευμοιρήσαντες. Όντως τιμιωτέρα πάσης κτίσεως γέγονας· εκ Σου γαρ μόνης ο Δημιουργός μοίραν προσείληφε την απαρχήν του ημετέρου φυράματος· σαρξ Αυτού εκ της σαρκός Σου, και αίμα Αυτού εκ του αίματός Σου, και γάλα μαστών Σου εθήλασεν ο Θεός. Ω ακαταλήπτων και απορρήτων πραγμάτων! Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν, ηγάπησε· και αγαπήσας προώρισε, και επ΄ εσχάτων των χρόνων εις το είναι προήγαγε, και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε. Τα εναντία μεν ουν φασι των εναντίων ιάματα· αλλ΄ ουκ εκ των εναντίων τα εναντία, ει και των εναντίων έκαστον ο πέφυκε, πλέκει εκ περιουσίας ου πέφυκεν· «ώσπερ γαρ δια του αγαθού μοι κατεργαζομένη θάνατον, καθ΄ υπερβολήν αμαρτωλός η αμαρτία», ούτω των αγαθών ο αίτιος, δια των εναντίων, ο πέφυκεν ημίν κατεργάζεται· «όπου γαρ επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις». Ει γαρ την πρώτην προς Θεόν εφυλάξαμεν κοινωνίαν, ουκ αν της μείζονος και παραδοξοτέρας κατηξιώθημεν· νυν δε, δια μεν της αμαρτίας, της προτέρας κοινωνίας απηξιώθημεν, μη φυλάξαντες ο ελάβομεν· Θεού δε συμπαθεία ηλεήθημέν τε και προσελήφθημεν, ως ασφαλή γενέσθαι την κοινωνίαν· δυνατός γαρ ο προσλαβόμενος φυλάξαι την ένωσιν αδιάσπαστον. Επεί γαρ «εκπορνεύσασα εξεπόρνευσε πάσα η γη, και ο λαός Κυρίου πνεύματι πορνείας επλανήθη από Κυρίου Θεού αυτού του κτησαμένου αυτόν εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλώ, και εξαγαγόντος εν σημείοις και τέρασιν εξ οίκου δουλείας Φαραώ, και διαγαγόντος δια θαλάσσης Ερυθράς, και οδηγήσαντος εν νεφέλη ημέρας και όλην την νύκτα εν φωτισμώ πυρός, και εστράφη η καρδία αυτών εις Αίγυπτον, και εγένετο ο λαός Κυρίου ου λαός αυτού, και ο ηλεημένος ουκ ηλεημένος, και ο ηγαπημένος ουκ ηγαπημένος»· δια τούτο τοίνυν Παρθένος τίκτεται, της προγονικής πορνείας αντίπαλος· και Αύτη τω Θεώ μεμνήστευται, και τίκτει του Θεού τον Έλεον· και λαός Θεού, ο πριν ου λαός καθίσταται, και ο ουκ ηλεημένος ηλέηται, και ο ουκ ηγαπημένος ηγάπηται· εξ Αυτής γαρ τίκτεται ο Υιός του Θεού ο αγαπητός, εν Ω ευδόκησεν. Άμπελος ευκληματούσα εξ Άννης εβλάστησε (σήμερον), και βότρυν γλυκύτατον ήνθησε, νέκταρ τοις γηγενέσιν αιώνιον πηγάζοντα. Ιωακείμ και Άννα έσπειραν εαυτοίς εις δικαιοσύνην, και εθέρισαν καρπόν ζωής· εφώτισαν εαυτοίς φως γνώσεως, και Κύριον εξεζήτησαν, και ήλθεν αυτοίς γέννημα δικαιοσύνης. Θαρσείτω η γη, και τέκνα Σιών χαίρετε επί Κυρίω τω Θεώ ημών· ότι εβλάστησεν η έρημος· στείρα ήνεγκε τον καρπόν αυτής. Ιωακείμ και Άννα, ως όρη νοητά, γλυκασμόν απεστάλαξαν. Ευφραίνου Άννα μακαριστή, ότι θήλυ τέτοκας· τούτο γαρ το θήλυ, Μήτηρ Θεού, πολύφωτος πύλη ζωής, και το των θηλειών λύσει έγκλημα. Τούτου του θήλεος το πρόσωπον, οι πλούσιοι λιτανεύσουσι. Τούτο το θήλυ οι βασιλείς των εθνών προσκυνήσουσι δώρα φέροντες. Τούτο το θήλυ προσάξει Θεώ τω παμβασιλεί, ως κροσσωτοίς χρυσοίς, την των αρετών περιβεβλημένην ευπρέπειαν, και κεκοσμημένην τη του Πνεύματος χάριτι, ης η δόξα έσωθεν· δόξα μεν γαρ πάσης γυναικός ο ανήρ, έξωθεν επιών· η δε δόξα της Θεοτόκου έσωθεν, ο της κοιλίας καρπός. Ω θήλυ ποθητόν και όντως μακάριον, ευλογημένη Συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου. Ω θήλυ, θύγατερ του βασιλέως, και Μήτηρ· θυγάτηρ του βασιλέως Δαβίδ, και Μήτηρ του παμβασιλέως Θεού. Ω θείον έμψυχον άγαλμα, εφ΄ ω ο δημιουργήσας ευφράνθη Θεός· νουν μεν έχον θεοκυβέρνητον, και μόνω Θεώ προσέχοντα· επιθυμίαν άπασαν τεταμένην προς το μόνον εφετόν τε και αξιέραστον· τον θυμόν κατά μόνης της αμαρτίας και του ταύτην κυήσαντος· ζωήν της φύσεως κρείττονα έξεις γαρ σεαυτή· ου γαρ σεαυτής ένεκα γεγέννησο· όθεν έξεις Θεόν δι΄ ον εις τον βίον ελήλυθας, όπως τη παγκοσμίω εξυπηρετήσης σωτηρία, όπως η αρχαία βουλή του Θεού της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών θεώσεως δια Σου πληρωθή. Έφεσιν είχες τοις θείοις λόγοις εντρέφεσθαι, και τούτοις πιαίνεσθαι, ως αεί εκαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού· ως ξύλον πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων του Πνεύματος· ως ξύλον ζωής, ο τον καρπόν αυτού έδωκεν εν τω προωρισμένω καιρώ υπό Θεού, Θεόν σεσαρκωμένον, την αιώνιον των απάντων ζωήν· πάντα λογισμόν τρόφιμον και ψυχωφελή έλκουσα, και πάντα περιττόν και ψυχοβλαβή πριν γεύσασθαι αποκρίνουσα. Σου οι οφθαλμοί προς τον Κύριον, φως ορώντες αέναον και απρόσιτον· ώτα, των θείων ακούοντα λόγων, και τερπόμενα τη κιθάρα του Αγίου Πνεύματος, δι΄ ων ο Λόγος εισήλθε σαρκωθησόμενος· ρίνες, τη οσμή των μύρων του Νυμφίου θελγόμεναι, ος εστι μύρον θείον εκουσίως κενούμενον και χρίον την εαυτού ανθρωπότητα· «Μύρον εκκενωθέν όνομά σοι», φησίν η Γραφή· χείλη αινούντα τον Κύριον, και τοις προς αυτόν ύμνοις ενηδυνόμενα· γλώσσα και φάρυγξ, λόγους Θεού διακρίνουσαι, και θείας γλυκύτητος εμφορούμεναι· καρδία καθαρά και αμόλυντος, ορώσα και ποθούσα Θεόν τον αόρατον· γαστήρ, εν η ο αχώρητος ώκησε, και μαστοί γάλακτος εξ ων ετράφη Θεός το παοδίον Ιησούς· πύλη Θεού, αεί παρθενεύουσα· χείρες, Θεόν φέρουσαι, και γόνατα, θρόνος των Χερουβίμ υψηλότερος, δι΄ ου ίσχυσαν χείρες ανειμέναι και γόνατα παραλελυμένα· πόδες, ως λύχνω φωτός τω του Θεού ποδηγούμενοι νόμω, και οπίσω αυτού ανεπιστρόφως τρέχοντες, έως προς την ποθούσαν τον ποθούμενον είλκυσαν. Όλη παστάς του Πνεύματος· όλη πόλις Θεού ζώντος, ην ευφραίνουσι του ποταμού τα ορμήματα, των του Πνεύματος χαρισμάτων τα κύματα. Όλη καλή, όλη πλησίον του Θεού· αύτη γαρ υπεραναβάσα των Χερουβίμ, και των Σεραφείμ υπεραρθείσα, πλησίον Θεού εχρημάτισεν. Ω θαύμα θαυμάτων πάντων υπέρτερον! Γυνή υπεράνω των Σεραφείμ γέγονεν, ότι ο Θεός ώφθη βραχύ τι παρ΄ Αγγέλοις ηλαττωμένος. Σιγάτω Σολομών ο σοφώτατος, και μη λεγέτω: «Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον». Ω Παρθένε θεοχαρίτωτε, ναός Θεού άγιος, ον ο πνευματικός Σολομών ο ειρηνάρχης κατασκευάσας κατώκησεν· ου χρυσώ και λίθοις αψύχοις καλλωπιζόμενος, αλλ΄ αντί χρυσού, λάμπων τω πνεύματι· αντί δε λίθων τιμίων, έχων τον πολύτιμον μαργαρίτην Χριστόν τον άνθρακα της θεότητος, ον άψασθαι των χειλέων υμών καθικέτευε· ως αν καθαρθέντες, τούτον συν τω Πατρί και τω Πνεύματι υμνήσωμεν ανακράζοντες: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ», μία φύσις θεότητος εν τρισίν υποστάσεσιν. Άγιος ο Θεός Πατήρ, ο ευδοκήσας εν Σοι και εκ Σου τελεσθήναι ο προώρισε προ αιώνων μυστήριον. Άγιος Ισχυρός ο Υιός του Θεού και Θεός, ο μονογενή σε πρωτότοκον προαγαγών εκ στείρας μητρός σήμερον, όπως μονογενής ων εκ Πατρός και πρωτότοκος πάσης της κτίσεως, μονογενής εκ σου γεννηθή της Παρθένου και Μητρός, πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς παραπλησίως ημίν, εκ σου μετεσχηκώς αίματος και σαρκός, αλλ΄ ουκ εκ μόνου σε πατρός, ή εκ μόνης προήγαγε μητρός, ίνα τω Μονογενεί φυλαχθή το κατά πάντα μονογενές· αυτός γαρ μόνος εκ μόνου Πατρός μονογενής, και μόνος εκ μόνης Μητρός. Άγιος Αθάνατος το Πανάγιον Πνεύμα, το δρόσω της εαυτού θεότητος, τω θείω πυρί σε φυλάξαν ανάλωτον· τούτο γαρ και η Μωσέως προϋπηνίττετο βάτος. Χαίροις προβατική, της του Θεού Μητρός το ιερώτατον τέμενος· χαίροις προβατική, της Βασιλίδος το προγονικόν καταγώγιον· χαίροις προβατική, του Ιωακείμ ο πάλαι σηκός, νυν δε της λογικής Χριστού ποίμνης ουρανομίμητος Εκκλησία· η ποτέ μεν άπαξ του ενιαυτού του Θεού δεχομένη τον Άγγελον, το νάμα ταράσσοντα, ένα τερωννύντα και της συνεχούσης απαλλάττοντα νόσου· νυν δε πλήθη ουρανίων δυνάμεων έχουσα υμνούντα συν ημίν την Θεομήτορα, την των θαυμάτων άβυσσον, την πηγήν της παγκοσμίου ιάσεως, ου λειτουργόν δεξαμένην Άγγελον, αλλά τον της μεγάλης βουλής, ως επί πόκον αψοφητί καταβάντα υετόν αγαθότητος, και πάσαν την φύσιν νοσούσαν και προς φθοράν υποκλίνασαν, προς υγείαν άνοσον, και προς ζωήν αγήρω επανορθώσαντα, δι΄ ου ο εν σοι παράλυτος ως έλαφος ήλατο. Χαίροις προβατική τιμία, αυξανέτω σου η χάρις. Χαίροις Μαρία, γλυκύτατον της Άννης θυγάτριον· (προς σε γαρ αύθις ο πόθος ανθέλκει με), πως εξεικονίσω σου το σεμνότατον βάδισμα; Πως την στολήν; Πως του προσώπου σου το χάριεν; Γηραλέον φρόνημα εν νεάζοντι σώματι· στολή κοσμία, πάσαν θρύψιν και μαλακίαν φεύγουσα· βήμα σεμνόν και ατάραχον, και βλακείας ελεύθερον· ήθος εστεμμένον και ιλαρότητι σύμμικτον· ανδράσιν απρόσιτον, και μάρτυς ο φόβος ο επισυμβάς τω ασυνήθει του Αγγέλου προσφθέγματι· γονεύσιν ευήνιος και υπήκοος· φρόνημα ταπεινόν εν θεωρίαις υψηλοτάταις· λόγος ιερός εξ αοργήτου ψυχής προφερόμενος· και τι γε άλλο, ή άξιον του Θεού καταγώγιον; Σε αξίως πάσαι αι γενεαί μακαρίζουσι, ως επίλεκτον δόξαν της ανθρωπότητος. Συ ιερέων καύχημα, βασιλέων στήριγμα, Χριστιανών ελπίς· παρθενίας πολύφορον φύτευμα· δια σου γαρ το κάλλος της παρθενίας ωράϊσται: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Οι ομολογούντές σε Θεοτόκον ευλόγηνται και οι αρνούμενοί σε κεκατήρανται. Ω ιερά ξυνωρίς Ιωακείμ και Άννα· δέχου παρ΄ εμού λόγον τουτονί τον γενέθλιον. Ω θύγατερ Ιωακείμ και Άννης και Δέσποινα· δέχου δούλου λόγον αμαρτωλού, αλλ΄ εμπείρως βοώντος και σέβοντος, και σε μόνην κεκτημένου χαράς ελπίδα, του βίου προστάτιν, και προς τον σον Υιόν διαλλαγήν και σωτηρίας αρραβώνα στερέμνιον· και των αμαρτιών διασκορπίσαις φορτίον· και το επισκοτούν τω εμώ νέφει, και την υλώδη διασκεδάσαις παχύτητα, και στήσαις τους πειρασμούς και κυβερνήσαις τον βίον αισίως, και προς την άνω χειραγωγήσαις μακαριότητα, λιταίς των σε φυσάντων και παντός του της Εκκλησίας πληρώματος. Γένοιτο, γένοιτο. Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά  σου· ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, Ιησούς Χριστός ο Υιός του Θεού. Αυτώ η δόξα συν τω Πατρί και τω Πνεύματι, εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Λογος Α΄ εις την Γέννησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Ανδρέου Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου.
Εκ του υπ΄ αριθ. 52 χειρογράφου Μεγίστης Λαύρας.


Αρχή μεν εορτών η παρούσα πανήγυρις, πρώτη δε μετά τον νόμον και τας σκιάς, και μέντοι και προς την χάριν και την αλήθειαν είσοδος·  έστι δε η αυτή και πρώτη και μέση και τελευταία. Αρχήν μεν έχουσα την του νόμου περαίωσιν, μεσότητα δε την προς τα άκρα συνάφειαν, τέλος δε την της αληθείας φανέρωσιν·  τέλος γαρ Νόμου Χριστός, ου μάλλον ημάς απάγων του γράμματος, όσον επανάγων επί το πνεύμα·  τούτο γαρ η τελείωσις, καθ΄ ην αυτός ο του Νόμου δοτήρ άπαντα συμπεράνας, επί το πνεύμα το γράμμα μετήνεγκεν, ανακεφαλαιώσας εις εαυτόν τα πάντα, και διαιτήσας Νόμω και Χάριτι· και τον μεν υποζεύξας, την δε συνάψας εναρμονίως· ου φύρας τα θατέρου προς θάτερον ίδια, μετοχετεύσας δε και λίαν θεοπρεπώς επί το κούφον τε και ελευθέριον, όσον δυσαχθές τε και δούλον και υποχείριον, «ίνα μηκέτι υπό τα στοιχεία του κόσμου ώμεν δεδουλωμένοι», καθώς φησιν ο Απόστολος, μηδέ ζυγώ δουλείας του νομικού γράμματος ενεχώμεθα· τούτο γαρ το περί ημάς ευεργετημάτων Χριστού το κεφάλαιον. Τούτο η του μυστηρίου φανέρωσις· τούτο η κενωθείσα φύσις, Θεός και άνθρωπος, και η του προσχήματος θέωσις.                                                         Αλλά της ούτω λαμπράς και περιφανεστάτης Θεού προς ανθρώπους επιδημίας έδει τι πάντως είναι και χαράς επεισόδιον, δι΄ ου το μέγα της σωτηρίας εις ημάς πρόεισι δώρον· το δε εστιν η παρούσα πανήγυρις, προοίμιον έχουσα της Θεοτόκου την Γέννησιν· συμπέρασμα δε, της του λόγου προς την σάρκα συμπήξεως την απότεξιν, καθ΄ ην το καινότατον απάντων εν θαύμασιν άκουσμα, δια παντός εκλαλούμενον, δύσληπτον μένει και δυσθεώρητον, όσω κρύπτεται φανερούμενον, και όσω φανερούται κρυπτόμενον. Εντεύθεν άρα της παρθενίας το φως υπέρ κεφαλής φέρουσα, και οίον εξ ακηράτων ανθέων των πνευματικών της Γραφής λειμώνων ερανιζομένη τον στέφανον η θεοχαρίτωτος αύτη και πρώτη των εορτών ημέρα, κοινήν τη κτίσει την ευφροσύνη προτίθεται· θαρσείτε λέγουσα, Γενέθλιος η πανήγυρις, και του γένους ανάπλασις· Παρθένος γαρ άρτι γεννάται και τιθηνείται και πλάττεται, και Θεώ τω Παμβασιλεί των αιώνων απειρογάμως ετοιμάζεται Μήτηρ· και τούτο ημίν η εκ Δαβίδ συν Δαβίδ το πνευματικόν συγκεκρότηκε θέατρον· η μεν ως Θεομήτωρ, την εαυτής προθείσα θεόσδοτον Γέννησιν· ο δε του γένους την ευκλησίαν παραδεικνύς, και την του Θεού προς ανθρώπους καινοπρεπεστάτην συγγένειαν. Βαβαί του θαύματος! Η μεν μεσιτεύει θεότητα ύψει και σαρκός ταπεινότητι, και γίνεται Μήτηρ του πλάσαντος υπέρ όλου του πλάσματος· ο δε προφητεύει το μέλλον ως ήδη παρόν, και όρκω λαμβάνει παρά Θεού την ευκλεά του γένους εξ οσφύος διαμονήν και συντήρησιν.                                                                                                                             Πανηγυριστέον ουν εικότως το της ημέρας μυστήριον, και δωροφορητέον τη του Λόγου Μητρί, τους λόγους αυτούς· ότι μη φίλον αυτή των άλλων ουδέν, πλην λόγου και της εκ των λόγων τιμής. Επεί και διπλούν εντεύθεν ημίν προσέσται ποιουμένοις το κέρδος· το μεν τοι προς αλήθειαν ημάς επανάγον, το δε τοι της νομικής εν γράμματι δουλείας και πολιτείας απάγον. Πως και τίνα τρόπον; Υποχωρούσης δηλαδή της σκιάς τη του φωτός παρουσία, και την ελευθερίαν του γράμματος αντεισφερούσης της χάριτος, ων η παρούσα πανήγυρις μεθόριος ίσταται· την αλήθειαν των τυπικών συμβόλων αντιπαραζευγνύσα, και τα νέα των παλαιών αντεισφέρουσα. Τούτο και ο Παύλος, η θεία του Πνεύματος σάλπιγξ, ανέκραζε λέγων: «Ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις, ανακαινίζεσθαι· τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε τα πάντα καινά». Επειδή γαρ μηδέν ετελείωσεν ο Νόμος, επεισαγωγή δε κρείττονος ελπίδος δι΄ ης εγγίζομεν τω Θεώ, της χάριτος εξεφάνθη τρανώς η αλήθεια, αυτός εαυτόν καθείς ο του Νόμου δοτήρ αφράστως εις κένωσιν· οικονομικώς άνθρωπος προελήλυθεν, ίνα πληρώση το λείπον, και αντιδώ των χειρόνων τα κρείττω και τελεώτερα· ο δη και ο υψηλός βούλητ΄ αν Ιωάννης, η Θεολόγος του Λόγου βροντή διασημαίνει σαφέστατα «εκ του πληρώματος αυτού, λέγων, ημείς πάντες ελάβομεν, και χάριν αντί χάριτος». Αυτού γαρ κενωθέντος, είτα και μορφωθέντος υπερφυώς εξ ημών το ημέτερον, ημείς το πλήρες ελάβομεν, και την αντιδοθείσαν του ληφθέντος φυράματος κατεπλουτίσθημεν θέωσιν.                                                                                                                           
Ουκούν αγαλλιάσθω τα σύμπαντα σήμερον, και η φύσις σκιρτάτω· ευφραινέσθω ο ουρανός άνωθεν, και αι νεφέλαι ρανάτωσαν δικαιοσύνην·  σταλαξάτω τα όρη γλυκασμόν, και οι βουνοί αγαλλίασιν· ότι ηλέησεν ο Θεός τον λαόν αυτού, εγείρας κέρας σωτηρίας ημίν εν οίκω Δαβίδ του παιδός αυτού, την υπεράμωμον ταύτην Παρθένον και άνανδρον, εξ ης ο Χριστός, η σωτηρία των Εθνών και η προσδοκία. Χορευέτω δη τοίνυν πάσα νυν ευγνώμων ψυχή, και συγκαλείτω την κτίσιν η φύσις προς καινισμόν εαυτής και ανάπλασιν. Στείραι συντόνως τρεχέτωσαν· η γαρ άπαις και στείρα, την θεόπαιδα Παρθένον επαιδοποίησε. Παρθένοι χαιρέτωσαν· την γαρ άσπορον γην, ης ο καρπός αγεώργητος, η άκαρπος εξεβλάστησεν άρουρα. Μητέρες σκιρτάτωσαν· η γαρ άγονος μήτηρ, την άφθορον Μητέρα και Παρθένον απέτεκε. Γυναίκες κροτείτωσαν· γυνή γαρ η πάλαι της αμαρτίας την αφορμήν σχεδιάσασα, της σωτηρίας άρτι την απαρχήν εισκεκόμικε· και η πάλαι κατάκριτος, εδείχθη θεόκριτος, Μήτηρ άνανδρος εκλελεγμένη του Πλάσαντος, και του γένους ανόρθωσις. Πάσα τοίνυν η κτίσις υμνείτω και χορευέτω, και συνεισφερέτω τι της ημέρας επάξιον. Γενέσθω μία κοινή σήμερον ουρανίων και επιγείων πανήγυρις, και συνεορταζέτω παν όσον εγκόσμιόν τε και υπερκόσμιον σύγκριμα. Σήμερον γαρ του πάντων Κτίστου το κτιστόν ωκοδόμηται τέμενος, και το κτίσμα τω Κτίστη θείον εναύλισμα θεοπρεπώς ετοιμάζεται.                                                                                                                                                 
Σήμερον η πριν απογεωθείσα φύσις αρχήν λαμβάνει θεώσεως, και προς δόξαν ο χους την ανωτάτω μετάρσιος ανατρέχειν επείγεται. Σήμερον εξ ημών ανθ΄ ημών απαρχήν ο Αδάμ τω Θεώ προσφέρων την Μαρίαν απάρχεται, και του όλου φυράματος η ζύμη προφυραθείσα, δι΄ αυτής αρτοποιείται προς την του γένους ανάπλασιν. Σήμερον ο μέγας κόλπος της παρθενίας ανακαλύπτεται, και τον άσπιλον μαργαρίτην της αληθούς αφθορίας η Εκκλησία νυμφικώς περιτίθεται.                                                                                                                                                                             
Σήμερον η καθαρά των ανθρώπων ευγένεια της πρώτης θεοπλαστίας απολαμβάνει το χάρισμα, και προς εαυτήν αντεπάνεισι· και ην απημαύρωσε του κάλλους ευπρέπειαν η της κακίας δυσγένεια, ταύτην η φύσις τεχθείση τη Μητρί του ωραίου προσάγουσα, πλάσιν αρίστην και θεοπρεπεστάτην εισδέχεται μόρφωσιν· και γίνεται κυρίως η πλάσις ανάκλησις, και η ανάκλησις θέωσις, η δε προς το αρχέτυπον ομοίωσις. Σήμερον η στείρα Μήτηρ παρ΄ ελπίδα ευρίσκεται, και τόκου μήτηρ απάτορος εξ αγόνων λαγόνων βλαστάνουσα, τας γονάς αγιάζει της φύσεως. Σήμερον η ευπρεπής της θείας αλουργίδος κατεχρώσθη βαφή, και την βασιλικήν αξίαν η πενιχρά των ανθρώπων αμφιέννυται φύσις. Σήμερον η Δαβιτική προφητικώς εξεβλάστησεν όρπηξ, ράβδος Ααρών αειθαλής χρηματίσασα, και ράβδον δυνάμεως ημίν τον Χριστόν εξανθήσασα. Σήμερον εξ Ιούδα και Δαβίδ Παρθένος Κόρη προέρχεται, βασιλείας και ιερατείας υπογράφουσα πρόσωπον, του κατά την τάξιν Μελχισεδέκ χρηματίσαντος, αλλ΄ ου κατά την τάξιν Ααρών ιερατεύσαντος. Σήμερον το μυστικόν της θείας ιερατείας ύφασμα η χάρις λευκάνασα, λευϊτικώ τυπικώς προεξύφανε σπέρματι, και την βασίλειον αλουργίδα βάψας, δαβιτικώ Θεός επορφύρωσεν αίματι. Και συνελόντα φάναι: Σήμερον η της φύσεως ημών αναμόρφωσις άρχεται, και ο γηράσας κόσμος θεοειδεστάτην λαμβάνων στοιχείωσιν, δευτέρας θεοπλαστίας προοίμια δέχεται. Επειδή γαρ η πρώτη των ανθρώπων διάπλασις εκ καθαράς γης και ασπίλου δεδημιούργηται, ηφάνισε δε το προσφυές η φύσις αξίωμα, συληθείσα την χάριν τω της παρακοής ολισθήματι, δι΄ ης εξερρίφθημεν του ζωηρού χωρίου και της εν Παραδείσω τρυφής, η φύσις την επίκηρον ζωήν αντηλλάξατο κλήρον ώσπέρ τινα πατρώον εις ημάς καταντήσασαν, εξ ης ο θάνατος και η εντεύθεν του γένους καταφθορά. Είτα εις την κάτω χώραν της άνω πάντων ανθελκομένων πάσα μεν αφήρητο σωτηρίας ελπίς· εδείτο δε βοηθείας η φύσις της ανωτάτω, νόμος δε ην ουδείς προς ιατρείαν του αρρωστήματος, ουχ ο έμφυτος, ουχ ο εν γράμματι κείμενος, ουχ ο των Προφητών πυρίπνους και διαλλακτήριος λόγος, ουχ όσα την ανθρωπίνην οίδεν επανορθούν φύσιν, και οις αν τάχα ραδίως ανεκομίσθη προς την προτέραν ευγένειαν· ηυδόκησεν άρτι τότε ο των όλων αριστοτέχνης Θεός, οίόν τινα παναρμόνιον και νεοπαγή κόσμον άλλον αρτιτελώς επιδείξασθαι και την εγκατασκήψασαν πάλαι της αμαρτίας επιφοράν, δι΄ ης ο θάνατος, αναχαιτίσαι τέως, είθ΄ ούτω ξένην τινά και αδούλωτον και όντως απαθεστάτην ημίν παραδείξαι ζωήν τοις αναγεννωμένοις δήποθεν τω της θεογενεσίας βαπτίσματι. Πως ουν έδει ταύτην εις ημάς προελθείν την ευεργεσίαν μεγάλην τε ούσαν και παραδοξοτάτην και νόμοις θείοις εμπρέπουσαν; ή ουχί Θεού δια σαρκός ημίν επιφανέντος και νόμοις φύσεως είκοντος, και τοις καθ΄ ημάς, οις οίδε λόγοις, εμπολιτεύεσθαι καινοπρεπώς επινεύοντος; Τούτο δε τίνα τρόπον εις πέρας άγοιτο ή εκ Παρθένου καθαράς και ανεπάφου διακονουμένης τω μυστηρίω πρότερον, είτα κυοφορούσης τον υπερούσιον νόμω τους νόμους υπερνικώντι της φύσεως; Αύτη δε τις αν νοείτο, πλην μόνης εκείνης της προ πασών γενών εκλελεγμένης τω Παγγενέτη της κτίσεως; Αύτη εστίν η Θεοτόκος Μαρία το θεόκλητον όνομα, ης εκ νηδύος μετά σαρκός ο υπέρθεος προελήλυθεν, ην Αυτός εαυτώ ναοποιήσας υπερουσίως επήξατο· ότι μη διέφθειρε την νηδύν η τεκούσα, μηδέ σποράς το τεχθέν εδέδεκτο· Θεός γαρ ην, ει και σαρκικώς γεννηθήναι προείλετο, λοχείας άνευ και ωδίνων χωρίς, ως αν και τα μητέρων η μήτηρ εκφύγοιτο παραδόξως, εκτρέφουσα γάλακτι ον ανάνδρως επαιδοποίησε, και η Παρθένος άσπορον αποκυήσασα γέννημα, μένη Παρθένος αγνεύουσα, σώα και μετά τόκον της παρθενίας τα σήμαντρα φέρουσα. Ω δη τρόπω και Θεοτόκος εικότως κηρύττεται, και παρθενία σεμνύνεται, και γέννησις προσκυνείται, και Θεός ανθρώποις ενούμενος· είτα σαρκί φανερούμενος, της οικείας δόξης χαρακτηρίζεται το αξίωμα· της γε τοι πρώτης εκείνης αράς, ευθύς η γυναικεία φύσις την διόρθωσιν δέχεται, ώσπερ ενήρξατο της αμαρτίας, απαρξαμένη της σωτηρίας. Ήκε τοίνυν ημίν ο λόγος επ΄ αυτό το κεφάλαιον· καντεύθεν εγώ σήμερον πανηγυριστής και λαμπρός εστιάτωρ της ιεράς ταύτης πανδαισίας υμίν προελήλυθα, την ευφρασίαν κοινήν προτιθέμενος. Βουληθείς γαρ, ως έφην, του γένους ο Λυτρωτής νέαν αντεπιδείξασθαι της προτέρας γέννησιν και ανάπλασιν, ώσπερ εκεί πρότερον εκ παρθενικής και ανεπάφου γης πηλόν ανελόμενος τον πρώτον Αδάμ επλαστούργησεν, ούτω και νυν ενταύθα την οικείαν σάρκωσιν αυτουργών, αντ΄ άλλης, ως αν είποιμεν, γης, την καθαράν τε και υπεράμωμον ταύτην Παρθένον, της όλης φύσεως εκλεξάμενος, το καθ΄ ημάς εξ ημών εν αυτή καινοποιήσας, νέος Αδάμ εχρημάτισεν, ίνα τον παλαιόν ο πρόσφατος υπέρχρονος ανασώσηται. Αλλά τις ούσα (η Παρθένος) και τίνων έφυ γονέων, λέγομεν επιτροχάδην την ιστορίαν επιδραμόντες εις δύναμιν. Αύτη τοίνυν το πάντων αυχημάτων εξαίρετον αύχημα, θυγάτηρ μεν έφυ του Δαβίδ, σπέρμα δε του Ιωακείμ· απόγονος μεν της Εύας, γέννημα δε της Άννης· Ιωακείμ γαρ ανήρ πράος, επιεικής και νόμοις εντεθραμμένος Θεού, σωφρόνως μεν βιούς, Θεώ δε προσκαρτερών· ούτω δε διατελών, άπαις κατεγήρα τον βίον, ακμαζούσης της φύσεως, αλλ΄ ουκ εχούσης του γένους αντίδωρον. Άννα, και αυτή φιλόθεος· σώφρων μεν, αλλά στείρα· φίλανδρος, αλλ΄ άτεκνος, και μηδέν έτι πλην τον νόμον Κυρίου εμμελέτημα φέρουσα. Αύτη της στειρώσεως περινυττομένη τοις κέντροις οσημέραι, και οία πάσχειν τας ατεκνούσας εικός, εδυσφόρει, ηνιάτο και ήσχαλλε, την απαιδίαν ου φέρουσα. Ούτω δε τη λύπη κατεχόμενοι Ιωακείμ και η σύνοικος, ότι μη παις υπήρχεν εκείνοις του γένους επίκληρος, τέως μεν της ελπίδος αυτοίς ουκ εσβέσθη τελείως η θρυαλλίς, ευχή δε ην αμφοτέρωθεν, παρασχεθήναι αυτοίς τέκνον, εις ανάστασιν σπέρματος. Και δη την εξάκουστον Άνναν (ενταύθα ο ιερός συγγραφεύς εννοεί την Προφήτιδα Άνναν την μητέρα του Προφήτου Σαμουήλ, ήτις στείρα ούσα πρότερον προσηυχήθη εις τον Κύριον και απάκτησε τον Σαμουήλ και έτερα εξ ακόμη τέκνα) παραζηλούντες εκάτεροι, τω ιερώ προσανείχον, λιταίς δε τον Θεόν εξεμείλισσον, δούναι λύσιν τη ατεκνία και καρπόν τη στειρώσει· οι ου πρότερον ανήκαν, πριν του ποθουμένου τύχωσι· και δη και τετυχήκασιν· ου γαρ μεθήκε της ελπίδος το δώρον ο του δώρου Δοτήρ. Ούτω γαρ ποτνιωμένοις και λιπαρούσι το θείον, επέστη θάττον αυτοίς η ου βραδύνουσα δύναμις· και τον μεν εις καρπογονίαν, την δε εις παιδοποιϊαν ενεύρωσε· και τους εξηραμμένους τέως των γεννητικών οργάνων πόρους ικμάσι σπερμογονίας επιτονίσας, εξ αγόνων γονίμους ειργάσατο. Και δη λοιπόν εξ ακάρπων τε και ξηρών ως ενύδρων ξύλων, καρπός ευκλεής, η Πανάγιος αύτη Παρθένος ημίν εξεβλάστησε. Και ελέλυτο δη τα δεσμά της στειρώσεως, και γόνιμος η ευχή παρ΄ ελπίδα εδείκνυτο, και παιδοτόκος η άγονος, και καλλίπαις η άτεκνος.                                                                        
Επεί δε προήλθεν εκ της αγόνου μήτρας η εκ μήτρας τον στάχυν της αφθαρσίας εκφύσασα, τω Ναώ ταύτην της ηλικίας το πρώτον άγουσαν άνθος, οι τεκόντες προσαγαγόντες ανέθεσαν. Ης, ο την εφημερίαν τότε της ιερατείας επιτελών ιερεύς, τας παρθενικάς ως είδε χορείας επίπροσθεν προπορευομένας τε και συνεπομένας, ήσθη τε και λίαν εγεγήθει, ως των ελπίδων ήδη τας θείας εναργείς εκβάσεις τεθεαμένος, και οίόν τι σεπτόν καλλιέρημα, το θείον ανάθημα τω Θεώ καθιέρωσεν, εις αυτά τα των Αγίων άδυτα τούτο το μέγα της σωτηρίας θησαύρισμα καταθέμενος· εν οις την παίδα λόγος οιονεί θαλάμοις νυμφικοίς εμβατεύουσαν, σιτείσθαι τροφήν, μέχρις ο της μνηστείας επέστη καιρός, ος προ παντός αιώνος διώριστο αυτώ τε τω εξ αυτής φύντι δι΄ ευπλαγχνίαν άρρητον, και τω προ πάσης κτίσεως και χρόνου και διαστήματος θεϊκώς αυτόν φύσαντι, και τω συμφυεί και συνθρόνω και προσκυνητώ αυτού Πνεύματι· ων ως μία θεότης, ούτω και φύσις και βασιλεία, μη μεριζομένη, μηδέ απαλλοτριουμένη, μηδέ τινί του προς εαυτήν διαλλάττουσα, πλην τη των θεαρχικών υποστάσεων ιδιότητι. Δια τούτο χορεύων πανηγυρίζω και σπένδομαι, και τη Μητρί του Λόγου προσάγω δώρον εόρτιον, ότι μοι της εις Τριάδος πίστεως το κεφάλαιον ο ταύτης τόκος εγνώρισε· του γαρ ανάρχου Λόγου και Υιού την οικείαν σάρκωσιν αυτουργούντος, και ο γεννήσας Πατήρ συνευδοκών φαίνεται, και το Πνεύμα το Άγιον προπηδών τε και την νηδύν αγιάζον της συλλαβούσης τον ακατάληπτον. Αλλ΄ ώρα νυν τον Δαβίδ ερωτήσαι, τι προς αυτόν εκείνον ο των όλων διομνύς έφησε Θεός. Άγε δη ουν, υμνογράφε, ίθι Προφήτα· τείνόν σου την κινύραν· κίνει τα κρούσματα· λέγε τρανώς:  Τι σοι ώμοσε Κύριος; Τι μοι ώμοσεν; Εκ καρπού της οσφύος μου θήσειν επί του θρόνου μου· τούτό μοι ώμοσεν· ώμοσε, και τοις έργοις τους λόγους εσφράγισεν· «Άπαξ ώμοσα, φησίν, εν τω αγίω μου· ει τω Δαβίδ ψεύσομαι· το σπέρμα αυτού εις τον αιώνα μενεί· και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος εναντίον μου, και ως η σελήνη κατηρτισμένη εις τον αιώνα και ο μάρτυς εν ουρανώ πιστός». Ταύτα μοι ομωμοκώς, εξεπλήρωσεν έργω· ταύτα θεσπίσας, εκύρωσεν· αδύνατον γαρ ψεύσασθαι Θεόν· ιδού δη ουν οράται κατά σάρκα Χριστός εμός υιός κηρυττόμενος, και Κύριος εμός και Θεού Υιός προσκυνούμενος άδεται, και πάντα τα έθνη αυτώ προσκυνεί· ορώσι γαρ αυτόν παρθενικοίς ενθρονιζόμενον κόλποις, ως αν επί τοις εμοίς εφεξόμενον θρόνοις. Ιδού και η Παρθένος αύτη, των εμών άρτι μηρών εξέφυ· ης εκ νηδύος ο προ αιώνων προς τω τέλει των αιώνων σαρκωθείς προελήλυθε, και το των ανθρώπων ανεκαίνισε σύγκριμα. Και ταύτα μεν ούτως.                                                                                                                                       
Ημείς δε ο του Θεού λαός, δήμος άγιος, σύστημα ιερόν, χορεύσωμεν πάτρια· τιμήσωμεν του Μυστηρίου την δύναμιν· έκαστος κατά το δοθέν αυτώ χάρισμα συνεισφερέτω τη πανηγύρει δώρον επάξιον. Οι πατέρες, την ευκληρίαν του γένους· αι μητέρες, την ευτεκνίαν· αι στείραι, της αμαρτίας το άγονον· αι παρθένοι, την διπλήν αφθορίαν, ψυχής, λέγω, και σώματος· αι υπό ζυγόν, την επαινετήν συμμετρίαν. Ει τις πατήρ εν ημίν, μιμείσθω τον της Παρθένου πατέρα· καν άπαις η, τρυγάτω γόνινον καρπόν την ευχήν, εκ φιλοθέου βίου ταύτην καρπούμενος· ει τις μήτηρ θηλάζουσα, συγχαιρέτω τη Άννη θηλαζούση παιδίον κατ΄ ευχάς μετά στείρωσιν· ει τις στείρα και άγονος καρπόν ευλογίας ουκ έχουσα, προσίτω πιστώς τω θεοσδότω της Άννης βλαστώ, και αποκειράσθω την στείρωσιν· ει τις παρθένος αγνεύουσα, γενέσθω μήτηρ του Λόγου, λόγω κοσμούσα της ψυχής την κατάστασιν· ει τις υπό ζυγόν, προσαγαγέτω τω Θεώ κάρπωμα λογικόν εξ ων δι΄ ευχής επορίσατο. Επί το αυτό πλούσιος και πένης, νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων, ιερείς και λευϊται, βασιλείς τε και στρατηγοί, βασιλίδες και άρχουσαι. Πάντες ομού και πάσαι λαμπροφορήσωμεν άμα και δωροφορήσωμεν τη νεάνιδι και Μητρί του Θεού και Προφήτιδι, εξ ης ο Προφήτης ον έγραψε Μωσής επεδήμησε, Χριστός ο Θεός η  αλήθεια.                                                                                                                                                                                     
Φθάσωμεν του ναού τα προπύλαια· συνδράμωμεν ταις προτρεχούσαις παρθένοις· εις αυτά τα των Αγίων συνεισέλθωμεν άγια· εκεί γαρ τα σπάργανα μετά γέννησιν· μετά μαζόν, μετά νηπίασιν, εις άνθος ώραν ηβώση, παστάδος δίκην ητοίμασεν αυτή ο Θεός το θρεπτήριον, φυλάξας εαυτώ το σεβάσμιον. Δια τούτο παρθένοι χορεύουσιν αι πλησίον αυτής, προοδοποιούσαι τα μέλλοντα· ένθα αι της Σιών θυγατέρες ως βασιλίδος προτρέχουσαι, εις οσμήν των μύρων αυτής προεξάρχουσιν· αυτόθεν και ο ναός ούτος τας ιεράς αναπετάσας ανερρίπισε πύλας, ίνα την βασίλειον του παντός υποδέξηται δόξαν. Τότε δη τότε και τα των Αγίων ηνεώγνυντο Άγια, την Παναγίαν του Παναγίου Μητέρα είσω των αδύτων εγκολπωσάμενα· τροφή δε ταύτη προσφέρεται πρόσφορος, και τρέφει τέως αχειροδότως την τρέφουσαν ο μετ΄ ολίγον τω ταύτης τρεφόμενος γάλακτι· και γίνεται τιθηνός της Παρθένου το Πνεύμα το Άγιον, μέχρις αναδείξεως αυτής εν τω Ισραήλ. Ότε δη και ο της μνηστείας επεφάνη καιρός, και την εκ Δαβίδ ο του Δαβίδ Ιωσήφ εμνηστεύσατο, και του Γαβριήλ την φωνήν αντί σποράς επεδείξατο· και γέγονε κυοφόρος, ου πειραθείσα κοίτης και γεγένηκεν Υιόν, ον ουκ έσπειρε πατήρ· και μεμένηκεν αγνή, μη συληθείσα την νηδύν, σώα και μετά τόκον φυλάξαντος αυτή του τεχθέντος της παρθενίας τα σήμαντρα. Ούτός εστι Χριστός Ιησούς ο Ναζωραίος ο εις τον κόσμον ερχόμενος. Ούτός εστιν ο αληθινός Θεός και ζωή η αιώνιος. Αυτώ η δόξα και η τιμή και η προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι· νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Η Γέννησις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.

Τη Η΄ (8η) του αυτού μηνός η Γέννησις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.                                                                                 
Μαριάμ της Θεόπαιδος και Θεοτόκου τα άγια Γενέθλια εορτάζομεν σήμερον. Ταύτης ο πατήρ Ιωακείμ και η μήτηρ Άννα είλκον αμφότεροι το γένος από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ· όθεν ήσαν και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν ευγενέστατοι από όλους. Επειδή δε παρέμενον άτεκνοι και ωνειδίζοντο δια την ατεκνίαν των ταύτην, τούτου ένεκεν δεν έπαυον από του να προσφέρουν εις τον Θεόν διπλά τα δώρα των ως πλούσιοι και φιλόθεοι. Επειδή όθεν και οι δύο ελυπούντο δια το όνειδος της ατεκνίας, ο μεν Ιωακείμ επήγεν εις το όρος, η δε Άννα εισήλθεν εις τον κήπον και οι δύο ομού παρεκάλουν με δάκρυα τον Θεόν δια να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας· δια τούτο και έτυχον του ποθουμένου, και εγέννησαν την Θεοτόκον Μαρίαν, την πάντων Αγίων Αγιωτάτην· και ούτω απέκτησαν μίαν καλλιτεκνίαν ασύγκριτον και εξοχωτάτην, ήτις υπερείχεν όλας τας καλλιτεκνίας των ανθρώπων· και μακάριοι όντες καθ’ εαυτούς δια την ενάρετον και θεοφιλή αυτών γνώμην, πολλώ μάλλον μακαριώτεροι έγιναν δια την ασύγκριτον χάριν και θείαν τεκνογονίαν ης ηξιώθησαν· επειδή από την ιδικήν των θυγατέρα, ήτοι την αειπάρθενον Μαριάμ, κατεδέχθη να γεννηθή ο Υιός του Θεού. Πως δε και η θεοπρομήτωρ Άννα κατήγετο από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ λέγομεν με συντομίαν τα εξής: Εικοστός τρίτος από το γένος του Δαβίδ ευρίσκεται ο Ματθάν (ή ακριβέστερον ειπείν εικοστός έβδομος, κατά την γενεαλογίαν του Ευαγγελιστού Ματθαίου). Ούτος λοιπόν λαβών γυναίκα Μαριάμ την εκ της φυλής του Ιούδα καταγομένην, εγέννησεν υιόν τον Ιάκωβον, τον πατέρα Ιωσήφ του Μνήστορος, και τρεις θυγατέρας, Μαρίαν, Σοβήν και Άνναν. Και η μεν Μαρία γεννά Σαλώμην την μαίαν, η δε Σοβή γεννά την Ελισάβετ, η δε Άννα γεννά την Θεοτόκον· ώστε η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η Θεοτόκος είναι εγγοναί μεν του Ματθάν και Μαρίας της γυναικός αυτού, πρώται δε εξαδέλφαι μεταξύ των. 

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

O Άγιος Μάρτυς ΕΥΨΥΧΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΕΥΨΥΧΙΟΣ ξίφει τελειούται.                                              
Ευψύχιος ο Μάρτυς ήτο γέννημα και θρέμμα της πόλεως Καισαρείας· επειδή δε ο πατήρ του απέθανεν, αυτός εβαπτίσθη και εδέχθη την εις Χριστόν πίστιν· και διαμοιράσας εις τους πτωχούς όλα τα υπάρχοντά του, εκήρυττεν εις όλους τους απίστους τον Χριστόν. Δια τούτο συλλαμβάνεται από τον άρχοντα της Καππαδοκίας, κατά τους χρόνους του βασιλέως Ανδριανού, εν έτει ριζ΄ (117), και αφού εξέσθη εις τας πλευράς, ρίπτεται εις την φυλακήν. Άγγελος δε Κυρίου φανείς ιάτρευσεν αυτόν· όθεν πάλιν κρεμάται και ξέεται δυνατά και τελευταίον αποκεφαλισθείς, αντί αίματος εκβάλλει γάλα και ύδωρ και ούτω λαμβάνει παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως.