Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Oι Άγιοι Μάρτυρες ΔΙΟΔΩΡΟΣ, ΔΙΟΜΗΔΗΣ και ΔΙΔΥΜΟΣ

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι Μάρτυρες ΔΙΟΔΩΡΟΣ, ΔΙΟΜΗΔΗΣ και ΔΙΔΥΜΟΣ μαστιγούμενοι τελειούνται.                                                                               

Διόδωρος ο Άγιος Μάρτυς και οι συν αυτώ αθλήσαντες Άγιοι ήσαν από την Λαοδίκειαν της Συρίας· συλληφθέντες δε από τον επιτόπιον άρχοντα και παρρησία ομολογήσαντες ότι είναι Χριστιανοί, εδάρησαν τόσον ασπλάγχνως, ώστε από τον πολύν δαρμόν παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού και έλαβον παρ’ αυτού τους στεφάνους του μαρτυρίου. 

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Ο Όσιος Ευφρόσυνος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΥ του μαγείρου. 
                                                                                                         
Ευφρόσυνος ο Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη από αγροίκους γονείς και επομένως ανατραφείς με ιδιωτικήν και απαίδευτον ανατροφήν, ύστερον εισήλθεν εις Μοναστήριον και ενδυθείς το άγιον Σχήμα έγινεν υπηρέτης των Μοναχών. Επειδή δε κατεγίνετο πάντοτε εις το ναγειρείον ως αγροίκος, κατεφρονείτο από όλους τους Μοναχούς και περιεπαίζετο· πλην υπέφερεν ο μακάριος όλας τας καταφρονήσεις με γενναιότητα καρδίας και σύνεσιν και ησυχίαν του λογισμού, χωρίς να ταράττεται δι’ όλου. Διότι, αν και ήτο ιδιώτης κατά τον λόγον, όμως δεν ήτο ιδιώτης κατά την γνώσιν, καθώς τούτο θα αποδείξη καθαρώτατα αυτό το οποίον θέλομεν τώρα αμέσως αναφέρει εν συνεχεία. Εις το Μοναστήριον εκείνο, όπου ευρίσκετο ο αοίδιμος ούτος Ευφρόσυνος, ήτο και εις Ιερεύς φίλος του Θεού, όστις παρεκάλει προθύμως να φανερώση εις αυτόν ο Θεός τα αγαθά, τα οποία μέλλουν να απολαύσουν οι αγαπώντες αυτόν. Μίαν νύκτα λοιπόν, κοιμωμένου του Ιερέως, εφάνη εις τον ύπνον του, ότι ευρέθη εντός κήπου τινός και έβλεπε τα εκεί ευρισκόμενα πανευφρόσυνα αγαθά με θάμβος και έκστασιν· εκεί δε είδε και τον ανωτέρω μάγειρον του Μοναστηρίου Ευφρόσυνον, όστις ίστατο εις το μέσον του κήπου, και απελάμβανε τα διάφορα αγαθά εκείνα. Πλησιάσας λοιπόν εις αυτόν, ηρώτα δια να μάθη, ποίος άραγε είναι ο κήπος εκείνος και πως ευρέθη εις αυτόν. Ο δε Ευφρόσυνος απεκρίθη· «Ο κήπος ούτος είναι η κατοικία των εκλεκτών του Θεού· εγώ δε δια την πολλήν αγαθότητα του Θεού μου συνεχωρήθην να ευρίσκωμαι εδώ». Λέγει τότε ο Ιερεύς· «Και τι άραγε κάμνεις εις τον κήπον τούτον»; Ο Ευφρόσυνος απεκρίθη· «Εγώ εξουσιάζω όλα όσα βλέπεις εδώ, χαίρω δε και ευφραίνομαι εις την τούτων θεωρίαν και νοεράν απόλαυσιν». Είπε τότε ο Ιερεύς εις τον Ευφρόσυνον· «Δύνασαι να μοι δώσης κανέν από τα αγαθά ταύτα»; Ο δε Ευφρόσυνος απεκρίθη· «Ναι, θα λάβης από όλα αυτά με την Χάριν του Θεού μου». Τότε ο Ιερεύς έδειξεν εις τον Ευφρόσυνον μήλα τινα και εζήτει να του δώση από αυτά· λαβών δε μερικά μήλα ο Ευφρόσυνος έβαλεν αυτά εις το επανωφόριον του Ιερέως, ειπών· «Ιδού, κατατρύφησον τα μήλα τα οποία εζήτησας». Επειδή δε κατά την ώραν εκείνην εκτύπησε το σήμαντρον δια να εγερθούν οι πατέρες εις τον Όρθρον, εξύπνησεν ο Ιερεύς και ενώ ενόμιζεν, ότι η οπτασία, την οποίαν είδεν, ήτο όνειρον, απλώσας την χείρα του εις το επανωφόριόν του, ω του θαύματος! εύρε πραγματικώς τα μήλα. Και θαυμάσας δια την παράδοξον αυτών ευωδίαν, έμεινεν ακίνητος επί πολλήν ώραν. Έπειτα πορευθείς εις την Εκκλησίαν, και βλέπων εκεί ιστάμενον τον Ευφρόσυνον, απέσυρεν αυτόν εις παράμερον τόπον και τον ώρκισε δια να τω είπη, που ήτο εκείνην την νύκτα. Ο δε Ευφρόσυνος είπεν· «Συγχώρησόν μοι, πάτερ· εις κανέν μέρος δεν υπήγα κατά την νύκτα ταύτην, ειμή τώρα ήλθον εις την Ακολουθίαν». Και ο Ιερεύς είπε· «Δια τούτο εγώ πρότερον σε έδεσα με όρκους, δια να φανούν εις όλους τα μεγαλεία του Θεού και συ δεν πείθεσαι να φανερώσης την αλήθειαν»; Τότε ο ταπεινόφρων Ευφρόσυνος υπακούων εις τον Ιερέα απεκρίθη· «Εκεί, πάτερ, ήμην, όπου είναι τα αγαθά, τα οποία μέλλουν να κληρονομήσουν οι αγαπώντες τον Θεόν και τα οποία και προ πολλών ετών εζήτεις να ίδης· εκεί είδες και εμέ απολαμβάνοντα τα του κήπου εκείνου αγαθά· διότι θέλων ο Κύριος να πληροφορήση την αγιωσύνην σου περί των ζητουμένων αγαθών των Δικαίων ενήργησε δι’ εμού του ευτελούς τοιούτον θαύμα». Ο δε Ιερεύς είπε· «Και τι, πάτερ Ευφρόσυνε, έδωκας εις εμέ εκ των αγαθών του κήπου»; Ο δε Ευφρόσυνος απεκρίνατο· «Τα ωραία και ευωδέστατα μήλα, τα οποία τώρα έβαλες εις την κλίνην σου· όμως, πάτερ, συγχώρησον, ότι σκώληξ εγώ ειμι και ουκ άνθρωπος». Τότε ο Ιερεύς διηγήθη εις όλους τους αδελφούς την οπτασίαν την οποίαν είδε και δια μέσου αυτής παρεκίνησεν όλους εις θαυμασμόν και έκπληξιν και εις ζήλον του καλού και της αρετής. Ο δε μακάριος Ευφρόσυνος, φεύγων την δόξαν των ανθρώπων, ανεχώρησε κρυφίως από το Μοναστήριον και εμακρύνθη φυγαδεύων, μείνας αγνώριστος παντελώς, πολλοί δε ασθενείς τρώγοντες εκ των μήλων εκείνων ιατρεύθησαν από τας ασθενείας των.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Της Οσίας ΘΕΟΔΩΡΑΣ της εν Αλεξανδρεία.

Τη ΙΑ΄ (11η) του αυτού μηνός μνήμη της Οσίας μητρός ημών ΘΕΟΔΩΡΑΣ της εν Αλεξανδρεία.                                                                      

Θεοδώρα η όντως μακαρία και τρισόλβιος και της θείας δωρεάς τε και χάριτος επώνυμος το της μοναχικής πολιτείας και οσιότητος διήνυε στάδιον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ζήνωνος εν έτει υοδ΄ (474). Αύτη εγεννήθη και ανετράφη εις την μεγαλόπολιν Αλεξάνδρειαν· η οποία πόλις, ούσα τότε στολισμένη με διαφόρους καλλωπισμούς, περισσότερον εκαλλωπίζετο με τας αρετάς ταύτης της Οσίας και επηνείτο. Εις ταύτην την πόλιν λοιπόν οι γονείς αυτής την υπάνδρευσαν με ένα νέον ευγενή και σώφρονα εις τα ήθη, προς τον οποίον εφύλαττεν η κόρη πάσαν υποταγήν, και όσα άλλα είναι επιβεβλημένα εις τας σώφρονας γυναίκας να φυλάττουν εις τους οικείους άνδρας νομίμως και καθαρώς. Όθεν ο ανήρ αυτής, ως φρόνιμος εκ φύσεως, βλέπων την πολιτείαν και ενάρετον διαγωγήν της συζύγου, εμιμείτο όσον ηδύνατο την χρηστοήθειαν εκείνης, ούτως ώστε και οι δύο επολιτεύοντο θεαρέστως, με πάσαν κοσμιότητα χριστιανικήν. Αλλ’ επειδή δεν είναι δυνατόν εκείνοι, οίτινες ζώσι κατά Θεόν εναρέτως, να μη έχουν πειρασμούς και ενοχλήσεις από τον μισόκαλον σατανάν, δια ταύτα βλέπων ο εχθρός το ευλογημένον τούτο ανδρόγυνον να πολιτεύηται τοιουτοτρόπως και να φυλάττη επιμελώς τας παραγγελίας του Κυρίου, και με τόσην προθυμίαν και ευλάβειαν να εργάζηται τας αρετάς των ερημιτών, εφθόνησεν ο μιαρός και έβαλε πάσαν σπουδήν να διαχωρίση το ευλογημένον αυτό ανδρόγυνον με τοιούτον τρόπον. Ήναψεν εις την καρδίαν ενός νέου πλουσίου κατά πολλά και ευγενούς έρωτα σατανικόν κατά της σωφρονεστάτης Θεοδώρας, και τόσον τον εκυρίευσε το πάθος, ώστε ημέραν και νύκτα, κοιμώμενος και έξυπνος, την Θεοδώραν εφαντάζετο, με την φαντασίαν της ωμίλει, και δι’ αυτήν εστέναζεν αδιαλείπτως ο άθλιος. Όθεν με μεγάλας αμοιβάς έβαλε γυναίκας επιδιδομένας εις την μαντείαν και τον εκμαυλισμόν να επιμεληθούν δια παντός τρόπου, άλλη με λόγους έρωτος και άλλη με παγίδας σατανικάς να καταπείσουν την Θεοδώραν και να την φέρουν εις το θέλημά του. Μία δε από τας πολλάς εκείνας γυναίκας, δεδιδαγμένη υπό του διαβόλου, αφού έκαμε τας μαντείας της, ήρχισε με διαφόρους λόγους να παρακινή την Θεοδώραν, ήτις είπε προς αυτήν· «Διατί με αναγκάζετε να πράξω τοιούτον έργον παρανομώτατον; Εγώ τρέμω εκείνην την φοβεράν ημέραν της κρίσεως, φοβούμαι η τάλαινα την γέενναν του πυρός, αλλά και αυτόν τον ήλιον εντρέπομαι, ο οποίος μέλλει να γίνη μάρτυς της κακής ταύτης πράξεως». Λέγει της η κακότροπος εκείνη γυνή· «δια τούτο μη φοβείσαι, κόρη μου, άκουσον την συμβουλήν μου, και ας γίνη το πράγμα αφού βασιλεύση ο ήλιος, και ούτως ουδείς άλλος δύναται να γνωρίση τίποτε, μήτε θέλει ευρεθή τις να μαρτυρήση, ούτε έμπροσθεν του Θεού, ούτε ενώπιον των ανθρώπων». Τότε (αλλοίμονον!) αφ’ ενός μεν διότι το γένος των γυναικών είναι εκ φύσεως ευκολοκατάπειστον, αφ’ ετέρου δε από συνέργειαν του σατανά, κατεπείσθη η Θεοδώρα και εγένετο το έργον. Αφού όμως εξετελέσθη η πονηρά βουλή, ήρχισεν ευθύς το ξίφος της συνειδήσεως με τον έλεγχον να κεντά πικρότατα την καρδίαν της. Βεβαίως, όταν μία ψυχή συνειθίση εις τας αρετάς, έπειτα δε εκπέση δια μικράν ηδονήν, παρηγορίαν δεν ευρίσκει. Ενθυμουμένη όθεν και αύτη η αείμνηστος την προτέραν της τιμήν και σωφροσύνην, και πως έχασε ταύτην δια μιας στιγμής αισχράν ηδονήν, εφλογίζετο η καρδία της από άμετρον λύπην, έκλαιε πικρώς ολολύζουσα, και με βαρυτάτους αναστεναγμούς εβόα προς Κύριον εκάστην στιγμήν εκείνους τους προφητικούς θλιβερούς λόγους· «Προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου», και καν να ζητήση συγχώρησιν από τον Θεόν δια το αμάρτημα δεν ετόλμα, φοβουμένη μήπως την οργισθή ο Θεός περισσότερον. Ο άνδρας της όμως, μη γνωρίζων την αιτίαν, βλέπων την τοσαύτην λύπην, την παρηγόρει δια παντός τρόπου. Εκείνη όμως έλαβεν αθεράπευτον την πληγήν της λύπης εις την ψυχήν της, και δεν της έδιδε παραμικράν άνεσιν. Αναχωρήσασα όθεν κρυφίως κατέφυγεν εις ένα γυναικείον Μοναστήριον, το οποίον είχεν ενάρετον Ηγουμένην, αφού δε επροσκύνησε ταύτην μετά πάσης ευλαβείας και ταπεινώσεως, πίπτουσα εις τους πόδας της με θερμότατα δάκρυα παρεκάλει να φέρουν εκεί το ιερόν Ευαγγέλιον, δια να ίδη, κατά τον λόγον της μάντισσας, εάν εγνώρισεν ο Θεός την αμαρτίαν την οποίαν έκαμε την νύκτα. Λέγει της η Ηγουμένη· «και τι πράγμα γίνεται εις τον κόσμον μεγάλον ή μικρόν, και δεν το ηξεύρει ο Θεός; καθώς λέγει και ο Προφήτης, εκείνος όστις έδωκε την ακοήν και την όρασιν εις τον άνθρωπον, δεν ακούει και δεν βλέπει τα πάντα; Και μόνον να κινηθή και να σκεφθή ο άνθρωπος το παραμικρότερον κίνημα και νόημα, έχει την είδησιν ο Θεός. Όμως εάν θέλης να ελευθερωθής το συντομώτερον από την πληγήν όπου θλίβει την καρδίαν σου, φανέρωσον εις εμέ την υπόθεσιν, και ίσως δια της χάριτος του Κυρίου θέλω εύρει την θεραπείαν». Η δε Θεοδώρα πάλιν μετά δακρύων εζήτει να φέρωσι το ιερόν Ευαγγέλιον· και φέροντες αυτό, ευθύς ως ήνοιξαν τούτο εύρε το «Ο γέγραψα γέγραψα», το οποίον την έκαμεν από την λύπην της να γίνη παρ’ ολίγον έξω φρενών. Τότε έκλαιε και ωδύρετο, και με τας δύο χείρας της διεσπάραττε το πρόσωπόν της και με θλιβεράς φωνάς εβόα λέγουσα· «Αλλοίμονον εις εμέ την παναθλίαν, πως ετόλμησα η πάντολμος και ητίμασα την κοίτην του ανδρός μου». Με τοιαύτας λοιπόν φωνάς και πλήθος δακρύων έκρινε τον εαυτόν της, ότι δεν είναι πλέον αξία μήτε τον ουρανόν να βλέπη, μήτε το φως, μήτε τον αέρα, δια το ανόμημα το οποίον έκαμεν· όθεν δεν ηδυνήθη να εύρη άλλον τρόπον, από του να αφήση τον κόσμον και τα εν τω κόσμω τελείως, να λάβη το σχήμα των Μοναχών, και ούτως αμερίμνως να δοθή εις τους αγώνας της μετανοίας. Όμως γνωρίζουσα ότι θέλει την ζητήσει κατόπιν ο άνδρας της επιμελώς, εφόρεσεν ανδρικήν στολήν, και μετέβη εις ένα Κοινόβιον ανδρών δέκα οκτώ σημεία μακράν από την πόλιν της Αλεξανδρείας δια να μονάση εκεί. Φθάσασα εις το Κοινόβιον παρεκάλει τους αδελφούς να την δεχθώσιν εις το Μοναστήριον, επειδή έχει απόφασιν να γίνη Μοναχός. Εκείνοι δε οι αδελφοί απεκρίθησαν, ότι δεν είναι δυνατόν να τον δεχθώσιν ευθύς, αλλά πρότερον να μείνη καθ’ όλην την νύκτα έξω του Μοναστηρίου ασκεπής, δια να δοκιμασθή με την υπομονήν, και τότε να τον δεχθώσιν εις το Μοναστήριον. Ταύτα ακούσασα η Θεοδώρα παρ’ όλον ότι δια την ερημίαν του τόπου εγνώριζεν ότι δεν απολείπουν απ’ εκεί θηρία, όμως εδέχθη το πράγμα μετά χαράς, και έμεινε καθ’ όλην εκείνην την νύκτα έξω της θύρας του Μοναστηρίου. Ο δε Θεός, όστις εφύλαξε τον Δανιήλ από τους λέοντας, εφύλαξε και τότε την δούλην του από τα θηρία αβλαβή. Την επομένην ιδόντες οι αδελφοί της Μονής την μετά προθυμίας υποταγήν και υπομονήν της Οσίας, την εδέχθησαν ως άνδρα φιλοφρόνως εις την συνοδίαν των. Ο δε της Μονής προεστώς την επήρεν εις έναμέρος κατά μόνας και την εξήτασεν ακριβώς λέγων· «Πως ονομάζεσαι και δια ποίον λόγον θέλεις να αφήσης τον κόσμον και να γίνης Μοναχός; Μήπως και είναι από μεγάλην τινά ανάγκην»; Λέγει η μακαρία· «Άλλη ανάγκη δεν με ηνάγκασε, πάτερ, να γίνω Μοναχός, εκτός από τον πόθον μου να εγκαταλείψω τας φροντίδας του κόσμου, και να παρακαλέσω τον Θεόν να συγχωρήση τας αμαρτίας μου· το δε όνομά μου είναι Θεόδωρος δούλος της αγιωσύνης σου». Λέγει ο Ηγούμενος· «Άκουσον, αδελφέ Θεόδωρε· γνώριζε, ότι εδώ όπου επιθυμείς να κοινοβιάσης έχεις να υποφέρης κόπους και μόχθους πολλούς και βαρυτάτους· χρειάζεσαι υπακοήν και άκραν υποταγήν εις τας υπηρεσίας του Μοναστηρίου, όχι μόνον έσω, αλλά και έξω του Μοναστηρίου, και οπότε ο καιρός το καλέση θα πηγαίνης και εις την χώραν δια τινα αναγκαίαν υπόθεσιν. Αυτά όλα πρέπει να τα εκτελής χωρίς κανένα γογγυσμόν. Εκτός δε τούτων έχεις χρέος απαραίτητον να κάμης απαραιτήτως τον κανόνα σου χωρίς καμμίαν πρόφασιν· να νηστεύης, να αγρυπνής εις τας ακολουθίας του Μοναστηρίου, και ακόμη να κάμνης γονυκλισίας καθ’ εκάστην, και να παιδεύης το σώμα δια να το υποτάξης εις την εξουσίαν της ψυχής, να έχης δε και ακατάπαυστον μάχην με τους πονηρούς λογισμούς, οι οποίοι είναι ο ψυχικός θάνατος του Μοναχού». Ταύτα ακούσασα η μακαρία Θεοδώρα τα εδέχθη εις την καρδίαν μετά πολλής χαράς, και της εφάνησαν γλυκύτερα μέλιτος· και ούτως υπεσχέθη εις τον προεστώτα να τα φυλάξη μετά προθυμίας συνεργούσης της θείας Χάριτος. Τότε ο προεστώς την εκούρευσε και την έκαμε Μοναχόν, ευθύς δε ως ενεδύθη το Σχήμα ηρνήθη πάσαν κοσμικήν προσπάθειαν, και εμίσησε τας αναπαύσεις του σώματος, εδόθη δε εις τους κόπους και εις τους αγώνας της ασκήσεως· και εις όσας υπηρεσίας του Μοναστηρίου την επρόσταζον, χωρίς καμμίαν πρόφασιν έτρεχε μετά προθυμίας. Έκαμε δε χρόνους οκτώ σκάπτουσα και επιμελουμένη τους κήπους, εκ των οποίων επρομηθεύοντο οι πατέρες της Μονής τα λάχανα, ήθελε τον σίτον και εζύμωνεν άρτους δια τους αδελφούς, και πάλιν με τόσας υπηρεσίας ποτέ δεν έλειψεν από τας ακολουθίας της Εκκλησίας, και μάλιστα όταν εισήρχετο εις την Εκκλησίαν, τότε εφαίνετο η ζέσις και η αγάπη της προς την θείαν μεγαλειότητα, και με τους κόπους τους οποίους έκαμνεν αδιακόπως, και με τοιούτον διάπυρον έρωτα όπου είχε προς τον Κύριον, οπότε ήθελεν ενθυμηθή το σφάλμα το οποίον έκαμε, δεν είχε παρηγορίαν· μόνον όταν ησύχαζεν από τας υπηρεσίας, και ήτο καιρός την νύκτα να αναπαυθή με ολίγον ύπνον, τότε εκτύπα με λύπην το στήθος της λέγουσα μετά θερμών δακρύων· «Συγχώρησόν μοι, Κύριε, ότι έφθειρα η ταλαίπωρος το κάλλος της σωφροσύνης». Ένα καιρόν δεν είχε το Μοναστήριον έλαιον, και ο προεστώς έστειλεν αυτήν με δύο καμήλους εις την Αλεξάνδρειαν να φέρη το συνειθισμένον έλαιον· και καθώς εμάκρυνεν ολίγον από το Μοναστήριον, συναντά τον άνδρα της εις τον δρόμον (και τούτο πάντως κατά θείαν οικονομίαν), επειδή ο ανήρ αυτής από τον καιρόν όπου υστερήθη τοιαύτης γυναικός, δεν εστέγνωσαν ποτέ οι οφθαλμοί του από τα δάκρυα, και ο πόνος του ήτο μήπως η Θεοδώρα ηκολούθησεν άλλον άνδρα και αφήκεν αυτόν, δια τούτο παρεκάλει ημέραν και νύκτα τον Θεόν να του φανερώση εάν ευρίσκετο εις άλλον άνδρα ή όχι. Ο δε Πανάγαθος Θεός, σπλαγχνισθείς τα δάκρυά του, έστειλε θείον Άγγελον, όστις είπε προς αυτόν· «Εάν θέλεις να ιδής και με τους οφθαλμούς σου την Θεοδώραν, ανάστα λίαν πρωϊ και πήγαινε εις τον δρόμον, όστις ονομάζεται Μαρτύριον Πέτρου του Αποστόλου, και εκεί θέλει σε απαντήσει άνθρωπος, τον οποίον να στοχασθής επιμελώς εις το πρόσωπον, και θέλεις επιτύχει εκείνο το οποίον ζητείς». Κατά τον λόγον όθεν του Αγγέλου, εις τον καιρόν του όρθρου εκίνησεν ο άνθρωπος, και το πρω»ι φθάσας εις το διορισθέν μέρος, συνηντήθησαν ο εις μετά του άλλου κατά πρόσωπον. Και η μεν Θεοδώρα εγνώρισεν ευθύς τον άνδρα της, και ενεθυμήθη την αγάπην την οποίαν είχεν ούτος προς αυτήν, και την αμαρτίαν την οποίαν έκαμεν αύτη, και με μεγάλους αναστεναγμούς εγέμισαν δάκρυα οι οφθαλμοί της· πλησιάσασα δε εχαιρέτησεν αυτόν, και ευθύς επροχώρησε την οδόν της. Εκείνος όμως, επειδή εφόρει ανδρικά μοναχικά ενδύματα, και από την κακοπάθειαν και την άμετρον λύπην, την οποίαν επερνούσεν, είχεν αλλάξει παντάπασιν το σχήμα και την μορφήν, δια τούτο δεν την εγνώρισε τότε, μόνον την αντεχαιρέτησε και αυτός και ούτως εχωρίσθησαν. Τότε πάλιν ήρχισε να παραπονήται περισσότερον προς τον Θεόν, ότι δήθεν ηπατήθη, εφ’ όσον ο Άγγελος δεν επλήρωσεν την υπόσχεσιν. Όμως εφάνη προς αυτόν πάλιν ο Άγγελος και του λέγει· «Κατά την υπόσχεσίν μου σου έδειξα την γυναίκα σου, ήτις ήτο εκείνος ο Μοναχός με τον οποίον συνηντήθητε χθες καθ’ οδόν, και εχαιρετίσθητε, αυτός ήτο η γυνή σου Θεοδώρα». Από τότε επληροφορήθη ο άνθρωπος, ότι η Θεοδώρα δεν επήγε με άλλον άνδρα και ούτως έπαυσε του λοιπού από τοιαύτην υποψίαν, ελυπείτο μόνον ότι εστερήθη την καλήν ομόζυγον. Η δε μακαρία Θεοδώρα εδόθη εις μεγαλυτέρους αγώνας της ασκήσεως, και ημέραν παρ’ ημέραν ήναπτεν η καρδία της εις τον θείον έρωτα. Και πρώτον έτρωγε μίαν φοράν την ημέραν άρτον και ύδωρ· κατόπιν εις δύο ημέρας, αυξάνουσα και τους κόπους εις τας υπηρεσίας της Μονής. Έπειτα έβαλε μεσίτας εις τον Προεστώτα να την συγχωρήση να τρώγη μίαν φοράν την εβδομάδα· και αφού έλαβεν εις τούτον την άδειαν, εζήτησε και δεύτερον θέλημα, να φορή κατάσαρκα τρίχηνα ράσα, δια να παιδεύη αυτό το σώμα, το οποίον την έκαμε να εκπέση από την πρώτην της σωφροσύνην. Ω μακαρία τής όντως μακαρίας Θεοδώρας διάθεσις! Με τοσαύτην εγκράτειαν, με τοσούτους αγώνας, με τοσαύτην καρτερίαν εις τους κόπους τής μετανοίας, δεν έπαυε πάλιν ο πόνος της καρδίας της, δι’ εκείνο το σφάλμα το οποίον έκαμεν, αλλά πάντοτε το ενεθυμείτο και πάντοτε έκλαιε· και είχε δίκαιον θυμόν η αείμνηστος, να κάμη εκδίκησιν κατά του διαβόλου, να πληγώση με πολλάς και ισχυράς πληγάς εκείνον, όστις την επλήγωσε μίαν φοράν. Ο δε μισθαποδότης Θεός, όχι μόνον συνεχώρησε το αμάρτημα, δια την μετάνοιάν της, αλλά και δια τας αρετάς της την εχαρίτωσε και την ενίσχυσε να κάμη και θαύματα, και ακούσατε. Πλησίον του Μοναστηρίου εκείνου είναι λίμνη μεγάλη, εις την οποίαν κατώκησε κροκόδειλος μέγας και φοβερός και έτρωγε και ανθρώπους και ζώα, όσα ήθελον πλησιάσει εκεί. Όσοι λοιπόν εκατοικούσαν εις τα χωρία όπου ήσαν πέριξ της λίμνης, δεν απετολμούσαν να διέλθουν από κανέν μέρος της λίμνης δια τον φόβον του θηρίου. Αλλά και ο έπαρχος της Αλεξανδρείας Γρηγόριος έβαλε στρατιώτας και εφύλασσον πέριξ, και δεν επέτρεπον εις ουδένα να περάση από εκείνους, οίτινες δεν εγνώριζον δια το θηρίον. Ο δε Προεστώς της Μονής, γνωρίζων τας αρετάς της Οσίας Θεοδώρας, και ότι είναι αδύνατον δια την υπερβολήν των αγώνων της να μη απέκτησε θείον χάρισμα, την εκάλεσε προς εαυτόν και λέγει προς αυτήν· «Τέκνον μου Θεόδωρε, λάβε το σταμνίον και ύπαγε να φέρης ύδωρ από την λίμνην». Εκείνη δε ευθύς ως ήκουσε την προσταγήν του Ηγουμένου, δια την προθυμίαν της υποταγής, δεν εσυλλογίσθη μήτε φόβον, μήτε κίνδυνον θανάτου πικρού, αλλ’ ευθύς ήρπασε το σταμνίον και έσπευσε να εκτελέση την εντολήν. Φθάσασα η Θεοδώρα εις το χείλος της λίμνης, την ημπόδιζον πολλοί με φωνάς να μη πλησιάση και φαγωθή από το θηρίον. Αλλ’ εκείνη μετά πίστεως και ελπίδος της ευλογημένης υπακοής επλησίασεν εις τα ύδατα. Και εκεί είδον οι παριστάμενοι θαύμα φρικτόν, ότι καθώς εισήλθεν η Αγία εις την λίμνην να γεμίση το σταμνίον, ευθύς ήλθεν ο κροκόδειλος και την επήρεν εις την ράχιν του, αφού δε εγέμισε το σταμνίον από τα βάθη, την έφερε πάλιν σηκωτήν έξω εις την γην. Και εξελθούσα η Οσία επετίμησεν εκείνο το παμφάγον θηρίον, το οποίον ευθύς εθανατώθη, και ελυτρώθη ο κόσμος από τον φόβον και τον κίνδυνον, πάντες δε εδόξαζον τον Θεόν και ηυχαρίστουν την Αγίαν. Ο φθόνος όμως, όστις εισήλθε κατ’ αρχάς ακόμη και εις τον Παράδεισον, κατέλαβε τότε και τινας κακομονάχους, οι οποίοι ακούοντες επαινούμενον υπό πάντων τον Όσιον Θεόδωρον, και βλέποντες την αγγελικήν και αμίμητον πολιτείαν του, εφθόνησαν την Οσίαν φθόνον θανάσιμον. Όθεν εκάλεσαν τον νομιζόμενον Θεόδωρον κρυφίως από τον Προεστώτα, και του έδωκαν μίαν επιστολήν να την υπάγη μακράν εις ένα ερημίτην, επειδή ήτο δήθεν αναγκαία υπόθεσις· η γνώμη των όμως ήτο να την φάγουν την νύκτα καθ’ οδόν τα θηρία, επειδή η έρημος εκείνη είναι γεμάτη από ανθρωποφάγα τετράποδα και ερπετά φαρμακερά. Όμως ματαίως έπασχον· και μάλιστα εκείνο το οποίον ήθελον και μετεχειρίσθησαν δια κακόν της Οσίας, ο Θεός το ωκονόμησεν εις βοήθειάν της. Διότι καθώς εκείνη πρόθυμος εις την υπακοήν εξήλθε και απεμακρύνθη από το Μοναστήριον βαδίζουσα εις την έρημον, έχασε την οδόν και δεν εγνώριζε ποίον μέρος να ακολουθήση. Εκεί δε εφάνη θηρίον τι άγριον, το οποίον εγένετο οδηγός τής Αγίας, και την επήγεν μέχρι του κελλίου εκείνου, όπου έμελλε να δώση την επιστολήν. Και όχι μόνον κατά την μετάβασιν εφάνη το θηρίον οδηγός της Οσίας, αλλά και κατά την επιστροφήν ηκολούθησεν αυτήν μέχρι του Μοναστηρίου και εισήλθον ομού εντός αυτού. Μεταβάσα δε η Οσία εις τον Προεστώτα δια να δώση την απόκρισιν, ώρμησε το θηρίον επάνω εις τον θυρωρόν, και βάλλον τους όνυχας εις το σώμα του δια να τον κατασπαράξη, εφώναζεν αυτός μεγαλοφώνως, και έτρεξαν οι αδελφοί, αλλά δεν ετόλμησε να πλησιάση κανείς, παρά μόνη η Αγία, ήτις ήρπασε το θηρίον και το έσυρεν από τον άνθρωπον, τον οποίον είχεν ήδη πληγώσει με τους όνυχας, τον ελύτρωσεν όμως από τον θάνατον των οδόντων· και το μεν θηρίον επετίμησε, και παρευθύς έπεσε τούτο έμπροσθέν της και απέθανε, του δε θυρωρού αλείψασα τας πληγάς με άγιον έλαιον και επικαλεσαμένη τον Δεσπότην Χριστόν, ιάτρευσεν αυτόν πάραυτα. Το θαύμα τούτο δεν ήθελεν η μακαρία να γνωρίζη τις, αλλά δεν ήτο δυνατόν να κρυβή το γενόμενον. Όθεν όλοι οι αδελφοί ιδόντες τούτο εβόων με ευχαριστίας δια την απελευθέρωσιν του αδελφού από τον θάνατον και τας θανασίμους πληγάς. Ακούσας ταύτα ο Προεστώς, μαθών δε και την αποστολήν, λέγει προς την Αγίαν· «Αδελφέ Θεόδωρε, ειπέ μοι ποίος σε έστειλε να υπάγης να πέσης εις τοιούτον φανερόν κίνδυνον, εις έρημον τόπον και εις καιρόν νυκτός»; Στοχασθήτε τώρα, αδελφοί, ψυχήν όντως δια τον Παράδεισον! Εις το ερώτημα του Ηγουμένου απεκρίθη η Οσία· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ, τω δούλω σου, διότι την ώραν εκείνην ευρισκόμην βεβυθισμένος εις ύπνον ψυχικόν και σωματικόν, και δεν δύναμαι τώρα ούτε να ενθυμηθώ, αλλ’ ούτε να αποκριθώ». Όθεν με τοιαύτην πρόφασιν απέφυγε και την κενοδοξίαν, και δεν εφανέρωσεν εκείνους οίτινες την επεβουλεύθησαν. Ταύτα βλέπων ο εχθρός της αληθείας έτριζε τους οδόντας εναντίον της Αγίας· και όχι πλέον με κρυφίας επιβουλάς, αλλά και φανερά ήρχισεν ο μιαρός να την φοβερίζη, ότι δεν θα την αφήση να ησυχάση, εάν δεν την καταστήση παίγνιον εις εκείνους οίτινες τώρα την ευλαβούνται. Μετ’ ολίγας ημέρας ετελείωσε το σιτάρι του Μοναστηρίου, και ο Ηγούμενος επρόσταξε την Αγίαν να πάρη τας καμήλους και να υπάγη εις την Αλεξάνδρειαν δια να αγοράση σιτάρι· παρήγγειλε δε εις αυτήν, ότι ανίσως και δεν προφθάση να έλθη την ημέραν, να μείνη το εσπέρας εις τι Μονύδριον ονομαζόμενον του Ενάτου να αναπαύση εκεί τας καμήλους και τον εαυτόν του. Αφού εξετέλεσε την υπηρεσίαν ταύτην η Οσία, κατά την επιστροφήν, επειδή έφθασεν εις το Μονύδριον βασίλευμα ηλίου, έμεινε κατά την παραγγελίαν τού Προεστώτος εκεί την νύκτα εκείνην πλησίον εις τους πόδας των καμήλων κοιμηθείσα. Και τότε έκαμεν αρχήν να την πολεμήση ο Σατανάς με τοιούτον τρόπον. Εις το Μονύδριον, εις το οποίον έμεινεν η Αγία, ευρίσκετο μία κόρη, ήτις είχε συγγένειαν με τινας εκεί εφησυχάζοντας· αυτήν δε την κόρην παρεκίνησεν ο διάβολος να πέση εις έρωτα της Οσίας, νομίζουσα ότι είναι ανήρ. Όθεν επήγε χωρίς καμμίαν εντροπήν και επλάγιασεν εκεί όπου ανεπαύετο η Αγία, και την εβίαζεν εις την αισχράν πράξιν της αμαρτίας. Αλλ’ επειδή είδεν η άσεμνος εκείνη νεάνις, ότι μάτην εκοπίαζεν, απελπισθείσα και μη υποφέρουσα την πύρωσιν της σαρκός, παρεδόθη εις ένα ξένον, όστις είχεν έλθει να μείνη εκείνην την νύκτα εις το Μονύδριον. Το δε πρωϊ, ο μεν πράξας την ανομίαν ανεχώρησεν εις τα ίδια, η δε Οσία επήγε με τας καμήλους εις το Μοναστήριόν της. Αφού παρήλθεν ολίγος καιρός, εφάνη η κόρη εγκαστρωμένη· και επειδή την εξήταζον οι συγγενείς της και εζήτουν να είπη εκείνον, όστις την έφθειρεν, εκείνη, βαλμένη από τον σατανάν, είπε προς τους εξετάζοντας, ότι ο Μοναχός Θεόδωρος από το Μοναστήριον του Οκτώ και δεκάτου έμεινεν εδώ και με εβίασε την νύκτα. Πιστεύσαντες όθεν οι ακούσαντες εις τους λόγους της, ευθύς έδραμον εις το Μοναστήριον, εις το οποίον ηγωνίζετο η Οσία, και με φωνάς και θορύβους εβόων· «Ο Μοναχός Θεόδωρος δεν εφοβήθη Θεόν, δεν εντράπη ανθρώπους ο πάντολμος, αλλά έκαμεν εις το Μοναστήριον όπου τον εδέχθημεν τοιούτον έργον αισχρότατον και παράνομον». Ταύτα ακούσας παρ’ ελπίδα ο Ηγούμενος, παρέστησε την Αγίαν και την ηρώτησεν ανίσως και έχει είδησιν περί τούτου του αμαρτήματος. Η δε μακαρία αποκριθείσα, ότι δεν έχει είδησιν του πράγματος αυτού, εκείνοι οι κατήγοροι ανεχώρησαν εις το Μοναστήριον αυτών. Όταν εγεννήθη το παιδίον, το επήραν οι συγγενείς της γυναικός εκείνης, και φέροντες αυτό εις το Μοναστήριον της Αγίας, το έρριψαν εις το μέσον και ανεχώρησαν. Και τούτο ήτο τέχνη του σατανά δια να λυπήση εκείνην, ήτις τον επλήγωνε, και να εμποδίση την ευθείαν οδόν των κατορθωμάτων της· αλλ’ εις μάτην εμηχανάτο ο τρισκατάρατος, μάλιστα τα βέλη τα οποία ηκόνιζε κατά της Αγίας εκαρφώνοντο εις την καρδίαν του· και όσα αυτός μετεχειρίζετο εις ατιμίαν της Οσίας, εστρέφοντο εις τιμήν και δόξαν αυτής. Τι γίνεται λοιπόν; Επίστευσαν οι αδελφοί ότι αυτός ο Θεόδωρος είναι ο πατήρ του παιδίου· όθεν ομού με το βρέφος εξωρίσθη από το Μοναστήριον. Αναλαβούσα όθεν η μακαρία Θεοδώρα την φροντίδα του παιδίου ως ιδία μήτηρ έτρεφεν αυτό με γάλα προβάτων, το οποίον εζήτει παρά των ποιμένων, από δε το μαλλί αυτών του έκαμνε και ενδύματα. Ω της υπέρ άνθρωπον υπομονής της μακαρίας ψυχής! Και ποίος ήθελεν υποφέρει τοιαύτην παράλογον συκοφαντίαν, δυνάμενος μάλιστα εις μίαν στιγμήν να φανή αθώος; Αλλ’ αυτή η αδαμάντινος υπέμεινεν επτά χρόνους καταφρονουμένη εις τοιαύτην δεινήν κατηγορίαν και εις τόσην πολυκαιρίαν ούτε ηδημόνησε ποτέ, ούτε καν λόγον ψυχρόν ελάλησεν· αλλά ενθυμουμένη εκείνο το αμάρτημα, όπερ έπραξεν, έπασχε με τοιαύτην καταφρόνησιν να το εξαλείψη. Η δε τροφή της μακαρίας ήτο άγρια βότανα, και το ποτόν ύδωρ της λίμνης, και εκείνο ανακατωμένον με δάκρυα, τα οποία δεν έλειπον ποτέ από τους οφθαλμούς της. Όθεν το μεν σώμα εφθείρετο από την άμετρον κακοπάθειαν, οι όνυχες εμακρύνοντο, αι τρίχες της κεφαλής από την αλουσίαν εγένοντο ως των αλόγων ζώων και η όψις αυτής από την θερμότητα των ηλιακών ακτίνων εφαίνετο ως του αιθίοπος καταμέλαινα. Τις να διηγηθή τας ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας δια των οποίων ήλλαξεν η μορφή της και εφαίνετο ως τέρας παράδοξον; Με όλον δε ότι ηγωνίζετο τοιουτοτρόπως ως άσαρκος, και υπέμενε τοσαύτην καταφρόνησιν, και διαφόρους πειρασμούς υπό δαιμόνων, πάλιν δεν ηθέλησε να απομακρυνθή από το Μοναστήριον, αλλά κάμνουσα μίαν μικράν καλύβην, ευρίσκετο εκεί με το βρέφος, έξω της θύρας του Μοναστηρίου. Δεν έπαυεν όμως ο εχθρός και εδώ από του να πολεμή την Αγίαν με διαφόρους πειρασμούς, επειδή εις εκάστην ευκαιρίαν έδιδεν η καρτερόψυχος εις αυτόν αφορήτους πληγάς με τους υπέρ άνθρωπον αγώνας της. Μετεσχηματίσθη όθεν ο διάβολος εις το είδος του ανδρός της Οσίας και επήγεν έμπροσθέν της και λέγει προς αυτήν μετά πολλών δακρύων· «Ω ηγαπημένη μου και περιπόθητος Θεοδώρα, ω φως και ακτίνες των ομμάτων μου και παρηγορία, χαρά και ηδονή της καρδίας μου, φθάνει τόσους χρόνους όπου με ετυράννησεν η ιδική σου υστέρησις· παύσον, παρακαλώ, τώρα τους πόνους της λύπης μου· ας υπάγωμεν ομού εις την οικίαν μας, να ζήσωμεν ομού και οι δύο θεάρεστα». Η δε Αγία, νομίζουσα ότι είναι αληθινά ο άνδρας της, απεκρίθη προς αυτόν λέγουσα· «Δεν είναι δυνατόν, εφ’ όσον εγώ μίαν φοράν ηρνήθην τον κόσμον και τα εγκόσμια, να στραφώ πάλιν εις του κόσμου τα μάταια και ψευδή· έπειτα πως ήθελον βλέπει το πρόσωπόν σου χωρίς εντροπήν, αφού ερρύπωσα η ταλαίπωρος την τιμήν της συζυγίας»; Και λέγουσα ταύτα η Οσία, ήλθεν εις την μνήμην της το αμάρτημα και εσήκωσε τας χείρας της εις προσευχήν· και καθώς ήνοιξε το στόμα να αναφέρη το φοβερόν όνομα του Ιησού Χριστού, ευθύς ο δαίμων εγένετο άφαντος. Άλλην φοράν πάλιν κατά φαντασίαν εσύναξεν ο μιαρός πλήθος θηρίων της γης και θαλάσσης, και ανάμεσα εις ταύτα εφάνη εις μεγαλόσωμος άνθρωπος, και έδραμε κατά της Αγίας, προστάσσων και τα θηρία να την καταφάγουν. Εκείνη δε πάλιν αφόβως ίστατο μελετώσα το προφητικόν λόγιον· «Κυκλώσαντες εκύκλωσάν με οι εχθροί μου, και με το όνομά σου τους απεδίωξα, Κύριε» και ευθύς όλα τα φαινόμενα διελύθησαν εις τον αέρα ωσεί κονιορτός. Άλλοτε το ακάθαρτον πνεύμα εφάνη με πλήθος στρατιάς ως άρχων και στρατηγός, και έλεγον προς την Αγίαν οι υπηρέται του σατανά· «Προσκύνησον τον άρχοντα». Η δε Αγία καθώς είπεν, ότι μόνον τον Θεόν πρέπει να προσκυνώμεν, επρόσταξεν εκείνος ο φαινόμενος άρχων και έδειραν τοσούτον την Αγίαν και την επλήγωσαν τόσον, ώστε έμεινεν ακίνητος ωσεί νεκρά. Και βλέποντες αυτήν τινές βοσκοί την άλλην ημέραν, επήγαν και είπον προς τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου, ότι απέθανεν ο Μοναχός Θεόδωρος. Η δε μακαρία Θεοδώρα περί το μεσονύκτιον συνήλθεν ολίγον, και ήρχισε να λέγη· «Δίκαια έπαθον, εγώ είμαι όλη η αιτία της παιδεύσεως, διότι έκαμα εκείνην την ανομίαν εις την αρχήν». Προσηύχετο όθεν προς τον Θεόν να την συγχωρήση, και να παύσουν πλέον οι πειρασμοί, να λάβη και αυτή ολίγην άνεσιν. Εκείνοι δε όπου ήλθον να την ενταφιάσουν ως νεκράν, ακούσαντες ότι προσεύχεται, εδόξασαν τον Θεόν, και έδραμον εις το Μοναστήριον, λέγοντες, ότι ανέστη ο Θεόδωρος. Έκρινε δε ο Ηγούμενος, ότι φθάνει πλέον ο κανών τον οποίον έκαμε, δια την κακοπάθειαν, και να έχη εις το εξής και το παιδίον κοντά της, επειδή, αφού απεγαλακτίσθη, το είχον εξόριστον μακράν από το Μοναστήριον. Αλλά πάλιν ο Σατανάς έστησεν άλλην παγίδα, και όλα τα άφηνεν η Θεία Πρόνοια να γίνωνται υπό του εχθρού, δια να της πλέξη λαμπρότερον και ενδοξότερον τον στέφανον. Μίαν φοράν έξωθι του Μοναστηρίου εφάνη εις αυτήν χρυσίον πολυάριθμον χυμένον εις την γην, και πλήθος ανθρώπων οίτινες το συνέλεγον. Άλλοτε πάλιν καθημένη εις την κέλλαν της ήλθε πλήθος υπηρετών, και έφερον εις αυτήν διάφορα εκλεκτά φαγητά με αρτύματα και αρώματα κατεσκευασμένα και έλεγον· «Ο άρχων εκείνος, όστις έβαλε τότε και σε έδειραν, το μετενόησε, και σου στέλλει ταύτα φιλοφρονούμενος να τον συμπαθήσης». Όμως η Αγία έμαθε πλέον τας τέχνας του σατανά, και με το σημείον του σωτηρίου όπλου του Σταυρού ηφάνιζεν ευθύς τας φαντασίας του. Αφού επέρασαν οι επτά χρόνοι, εκείνοι οι Μοναχοί από το Μοναστήριον του Ενάτου, οίτινες εσυκοφάντησαν την Αγίαν, ήλθον εις το Μοναστήριον, εις το οποίον ευρίσκετο, και παρεκάλεσαν τον Ηγούμενον να δεχθή τον Μοναχόν Θεόδωρον εις την των αδελφών συνοδείαν, επειδή και έκαμεν αρκετόν τον κανόνα δια το πταίσιμον εκείνο, προσθέτοντες ότι και εκ θείας αποκαλύψεως επληροφορήθησαν ότι συνεχωρήθη το αμάρτημα του Θεοδώρου. Όθεν ο Ηγούμενος υπακούσας εις αυτούς επρόσταξε να καθίση ο Θεόδωρος εις το εσωτερικόν κελλίον ελεύθερος και συγκεχωρημένος από την καταδίκην της συκοφαντίας, να μένη δε και ελεύθερος από πάσαν υπηρεσίαν του Μοναστηρίου. Η δε μακαρία και ούτω δεν ανεπαύθη, αλλά και εις περισσοτέρους αγώνας τής ασκήσεως και νηστείας και προσευχάς εσχόλαζε. Παρετήρει δε ο Ηγούμενος την πολιτείαν της Αγίας, και την ηυλαβείτο κρυφίως, συλλογιζόμενος την πρώτην αυτής υπακοήν, και την μετά ταύτα άκραν υπομονήν της, έτι δε διότι ησθάνετο ότι είχεν αξιωθή και θείας Χάριτος, και όλον ήλπιζε να ίδη εις αυτήν κανέν σημείον επάξιον της πολιτείας της. Εκείνας τας ημέρας εγένετο τοσαύτη ξηρασία, ώστε εστέγνωσαν παντελώς αι λίμναι και οι λάκκοι εις τους οποίους συνεκεντρούτο και εναποθηκεύετο το ύδωρ δια τας ανάγκας του Μοναστηρίου. Τότε ο Ηγούμενος επρόσταξε την Αγίαν να πάρη το αγγείον, με το οποίον έσυρον το ύδωρ, να το γεμίση από τον λάκκον του Μοναστηρίου, και να το φέρη γεμάτον. Η δε Οσία χωρίς καμμίαν περιέργειαν υπήκουσε προθύμως και αρπάσασα το αγγείον το κατεβίβασεν εις τον εξηραμμένον λάκκον, και το ανέσυρε πλήρες ύδατος. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και όλοι οι λάκκοι του Μοναστηρίου ευρέθησαν πλήρεις ύδατος, με την ευχήν της Αγίας. Μετά δε παρέλευσιν ολίγων ημερών ήρχισεν η μακαρία να νουθετή το παιδίον ως πατήρ γνήσιος οδόν σωτηρίας· και ακούοντες οι αδελφοί έξωθεν την ομιλίαν, το ανέφερον προς τον Ηγούμενον· ο δε Ηγούμενος παρήγγειλεν εις τινας αδελφούς να ίστανται έξωθεν της κέλλης κρυφίως, να ακούουν τι ομιλεί ο Θεόδωρος εις το παιδίον. Εκτελούντες δε οι Μοναχοί εκείνοι την παραγγελίαν του Προεστώτος, ήκουον την Αγίαν όπου συνεβούλευε το παιδίον λέγουσα ταύτα· «Άκουσον, τέκνον μου αγαπητόν, ο καιρός της ιδικής μου ζωής βλέπω ότι έφθασε πλησίον εις το τέλος, εγώ δε επιθυμώ να υπάγω όσον ταχύτερον εις εκείνην την αληθή και μακαρίαν ζωήν. Εσέ δε, τέκνον μου, αφήνω εις τον πατέρα των ορφανών Θεόν και εις τον Προεστώτα της Μονής. Ζήτει, τέκνον μου, την ευγένειαν της ψυχής, ήτις είναι αληθινή, και όχι του σώματος, ήτις είναι ψευδής. Μη ζητής τιμήν από τους ανθρώπους, διότι αύτη κολάζει τον άνθρωπον, αλλά ζήτει την ουράνιον δόξαν· μίσησον την πολυϋπνίαν, αγάπησον την εγκράτειαν, φεύγε τον καλλωπισμόν των ενδυμάτων. Να είσαι πρόθυμος πάντοτε εις την προσευχήν· πρόσεχε να μη αφήσης ουδέποτε την ακολουθίαν σου, να είσαι συμπαθής εις όλους τους αδελφούς, να βοηθής όσον δύνασαι, και να υπηρετής τους αδυνάτους. Μη θελήσης να ζης με ξένον κόπον· φυλάττου μήτε με τον νουν σου να μη κατακρίνης τινά ή καλόν ή κακόν. Όταν σε ερωτούν, σκύπτε το πρόσωπον εις την γην, και ούτω να αποκρίνεσαι. Μη περιγελάσης τινά, και μάλιστα όταν δυστυχή. Όταν ακούης ότι πολιτεύεται κανείς αδελφός ατάκτως, παρακάλεσον τον Θεόν να διορθώση την πολιτείαν του. Επισκέπτου και βοήθει τους ασθενείς, υπηρέτει τους αδελφούς ως δούλος αυτών, ίνα γίνης φίλος Χριστού, όστις δι΄ εσέ εγένετο δούλος και υπηρέτης. Προσεύχου πάντοτε, τέκνον μου, δια να μη πίπτης εις πειρασμούς· ει δε και τύχη να πέσης, ευθύς να εγείρεσαι με την διόρθωσιν της μετανοίας, και πάλιν τρέχε εις την προσευχήν. Τοιουτοτρόπως πολιτευόμενος, τέκνον μου, θέλεις έχει τον Θεόν πάντοτε να σε επακούη και να σε βοηθή ψυχή τε και σώματι». Αφού εδίδαξεν η μακαρία το παιδίον, ευθύς παρέδωκε και την ολόφωτον ψυχήν της εις χείρας Θεού· το δε παιδίον ήρχισε να κλαίη μεγάλως, ώστε εκ των φωνών εγέμιζεν όλον το κελλίον. Ακούσαντες ταύτα οι απεσταλμένοι αδελφοί έσπευσαν εις τον Ηγούμενον και είπον εις αυτόν όσα ήκουσαν εις την παραίνεσιν. Λέγει δε εις αυτούς ο Ηγούμενος· «Είδον και εγώ, αδελφοί, όραμα θαυμαστόν, και ακούσατε αυτό. Είδον ως να ήλθον δύο άνθρωποι, οίτινες με εσήκωσαν εις τον αέρα κατά πολλά υψηλά, και εκεί έβλεπον πλήθος Αγγέλων, ήκουσα δε φωνήν ήτις μου έλεγε· «Βλέπε πόσα αγαθά ητοιμάσθησαν εις την νύμφην μου Θεοδώρα». Μου εφαίνετο ακόμη, ότι εβάσταζεν εις Άγγελος μίαν κλίνην, εις την ωραιότητα θαυμαστήν κι ανεκδιήγητον· εγώ δε βλέπων τοιούτον στολισμόν ως νυμφικόν, ηρώτων να μάθω δια ποίον ετοιμάζεται αυτή η παράταξις. Καθώς λοιπόν εξήταζον δια να μάθω από εκείνους τους δύο, οίτινες με επήγαιναν, βλέπω έξαφνα παράταξιν Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, και πάντων των Δικαίων, και ανάμεσα εις τα τάγματα εκείνα εφάνη μία γυνή εστολισμένη με δίξαν και λαμπρότητα, η οποία εκάθησεν εις εκείνην την υπερένδοξον κλίνην· εκείνοι δε όπου με έφερον έλεγον, ότι αυτός είναι ο Αββάς Θεόδωρος, όστις αδίκως εσυκοφαντήθη, και ο οποίος προέκρινε να υπομείνη τοσαύτην καταφρόνησιν εις επτά χρόνους, εξόριστος από την αδελφότητα, και να νομίζηται πατήρ ξένου παιδός, και να τρέφη αγογγύστως σπέρμα αλλότριον με τοσαύτην κακοπάθειαν, παρά να φανερώση ποίος είναι και να ελευθερωθή από τοιαύτην εντροπήν και κακοπάθειαν· δια τούτο λοιπόν, καθώς βλέπεις, ηξιώθη και εις τόσην δόξαν και λαμπρότητα. Έως εδώ, αδελφοί, ετελείωσε το όραμα, μόνον τώρα ας υπάγωμεν εις την κέλλαν του Θεοδώρου δια να ίδωμεν το γεγονός». Μετέβη όθεν ο Ηγούμενος με τους αδελφούς εις το κελλίον της Αγίας, και εύρον το παιδίον όπερ έκλαιε πικρώς, την δε μακαρίαν Θεοδώραν τελειωθείσαν. Τότε, καθώς εγνωρίσθη ότι η Αγία ήτο γυνή, έρρεον από τους οφθαλμούς του Ηγουμένου και των αδελφών ως βρύσις τα δάκρυα επάνω εις το άγιον λείψανον. Επρόσταξε δε ο Ηγούμενος να προσκαλέσουν εκείνους τους Μοναχούς, οίτινες εσυκοφάντησαν την Αγίαν, να έλθουν να ιδούν το παράδοξον πράγμα, και να κλαύσουν δια την απάτην της ψευδούς συκοφαντίας· οι οποίοι καθώς ήλθον και είδον, έμειναν ως εκστατικοί, και έτρεμον από τον φόβον των, νομίζοντες ότι θέλει τους εύρει οργή θεήλατος δια την προς την Αγίαν άδικον κατηγορίαν. Συνήχθη δε εκεί πλήθος Μοναχών πανταχόθεν, και κανείς δεν έμεινεν όστις να μη δακρύση με εγκάρδιον και διάπυρον κατάνυξιν. Τότε παρεστάθη Άγγελος Κυρίου προς τον Ηγούμενον, και του παρήγγειλε να στείλη τάχιστα άνθρωπον έφιππον εις την χώραν, και εκείνον τον οποίον ήθελεν απαντήσει πρώτον, να τον βάλη επάνω εις το άλογο και να τον φέρη εις το Μοναστήριον. Ούτος ήτο ο άνδρας της μακαρίας Θεοδώρας· ο οποίος, και πριν να τον προσκαλέσουν, είχεν ίδει θείαν αποκάλυψιν, και είχε κινήσει να έλθη εις το Μοναστήριον. Φθάσας λοιπόν εις το Μοναστήριον, και ιδών της μακαρίας το ιερώτατον λείψανον, έπεσεν επάνω πικρώς κλαίων και οδυρώμενος, και ανακαλών εξ ονόματος την Αγίαν και αναθυμίζων την σώφρονα ζωήν, την οποίαν επέρασαν ομού προτού να αναχωρήση, τόσον ώστε και τα ακουόμενα ήσαν αξιέπαινα, και τα βλεπόμενα αξιοθαύμαστα εις τους παρεστώτας. Τότε λοιπόν μετά πάσης ευλαβείας και κατανύξεως έψαλαν ύμνους και δοξολογίας προς τον Θεόν, και ούτως ενεταφίασαν εκείνο το πολύαθλον και σεβάσμιον λείψανον. Ο δε ανήρ αυτής με τας ευχάς της Αγίας πλέον δεν ανεχώρησεν εκείθεν, αλλά γενόμενος Μοναχός κατώκησεν εις το κελλίον της συζύγου, και ζήσας ζωήν ασκητικήν απήλθε προς Κύριον, και ετάφη ομού με την Αγίαν· αλλά και το παιδίον, το οποίον ανέθρεψεν η Οσία, επρόκοψε τοσούτον εις την μοναδικήν πολιτείαν, ώστε κατεστάθη βραδύτερον και Προεστώς της Μονής εκείνης παρακληθείς υπό των αδελφών. Ταις της μακαρίας και Αγιωτάτης μητρός ημών Θεοδώρας πρεσβείαις ελεήσαι και σώσαι ημάς Χριστός ο Θεός ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Οι Άγιοι Απόστολοι Απελλής, Λουκάς και Κλήμης

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΑΠΕΛΛΟΥ, ΛΟΥΚΑ και ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ.                                                                                                  

Απελλής ο Απόστολος ούτος είναι άλλος και άλλος ο Απελλής εκείνος, όστις έγινεν Επίσκοπος της εν Θράκη Ηρακλείας και εορτάζεται κατά την τριακοστήν πρώτην του Οκτωβρίου μετά Στάχυος, Αμπλίου, Ουρβανού, Ναρκίσσου και Αριστοβούλου. Τούτον δε τον Απελλήν αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εν τη προς Ρωμαίους επιστολή λέγων· «Ασπάσασθε Απελλήν τον δόκιμον εν Χριστώ» (ιστ: 10)· ούτος λοιπόν γενόμενος της Σμύρνης φωστήρ και τω Χριστώ οσίως δουλεύσας, προς Αυτόν εξεδήμησεν. Ο δε Λουκάς ούτος είναι άλλος από τον Ευαγγελιστήν· αναφέρει δε και αυτόν ο Απ. Παύλος εν τη προς Τιμόθεον επιστολή λέγων· «Λουκάς εστι μόνος μετ’ εμού» (Β΄ Τιμ. δ: 11)· ούτος λοιπόν γενόμενος πρώτος Επίσκοπος της εν Συρία Λαοδικείας και καλώς ποιμάνας το λογικόν αυτού ποίμνιον, απήλθε προς Κύριον. Και ο Κλήμης δε ούτος άλλος είναι από τον Κλήμεντα τον Ρώμης Επίσκοπον· τούτον δε αναφέρει ο ίδιος Απ. Παύλος εν τη προς Φιλιππησίους Επιστολή λέγων· «Εν τω Ευαγγελίω συνήθλησάν μοι μετά και Κλήμεντος και των λοιπών συνεργών μου» (δ: 3)· ούτος λοιπόν γενόμενος Επίσκοπος των Σάρδεων, και τα στίγματα του Χριστού εν τη σαρκί περιφέρων, προς Αυτόν εξεδήμησεν.


Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Η Αγία ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ

Τη αυτή ημέρα η Αγία ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ η βασίλισσα εν ειρήνη τελειούται.  
                                                                                                          
Πουλχερία η μακαρία βασίλισσα ήτο αδελφή του βασιλέως Θεοδοσίου του Μικρού, διεδέχθη δε αυτόν εις την βασιλείαν εν έτει υν΄ (450). Η Πουλχερία υπανδρεύθη τον ευσεβέστατον Μαρκιανόν, γέροντα όντα, ίνα αυτός διοική την βασιλείαν καλώς, αλλ’ όμως την παρθενίαν αυτής μέχρι τέλους άφθορον και καθαράν διεφύλαξεν· αφού λοιπόν η μακαρία αύτη έζησε με ευσεβή και θεοφιλή πολιτείαν, και έκτισε πολλούς Ναούς και Νοσοκομεία, και συνεκρότησε την εν Χαλκηδόνι Αγίαν και Οικουμενικήν Τετάρτην Σύνοδον, και απλώς ειπείν, αφού αύτη διέλαμψε με πλείστα κατορθώματα, εν ειρήνη εξεδήμησε προς τον παρ’ αυτής ποθούμενον Νυμφίον Χριστόν. 

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

O Άγιος Μάρτυς ΒΑΡΥΨΑΒΑΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΒΑΡΥΨΑΒΑΣ ξύλω συντριβείς τελειούται.                                                                                                           

Βαρυψαβάς  ο Άγιος Μάρτυς λαβών από ένα ερημίτην το Τίμιον Αίμα όπερ έρρευσεν από την πλευράν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εποίει δι’ αυτού πολλάς ιατρείας· δια τούτο και από τους απίστους φονεύεται με ξύλα κατά τον καιρόν της νυκτός· ο δε τίμιος θησαυρός του Δεσποτικού Αίματος έμεινε πάλιν σώος και ακέραιος φυλαττόμενος από τον μαθητήν του Αγίου. 

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Των Αγίων Μαρτύρων γυναικών ΜΗΝΟΔΩΡΑΣ, ΜΗΤΡΟΔΩΡΑΣ και ΝΥΜΦΟΔΩΡΑΣ.

Τη Ι΄ (10η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων γυναικών ΜΗΝΟΔΩΡΑΣ, ΜΗΤΡΟΔΩΡΑΣ και ΝΥΜΦΟΔΩΡΑΣ.                                    

Μηνοδώρα, Μητροδώρα και Νυμφοδώρα αι Άγιαι τρεις Παρθένοι και Μάρτυρες αδελφαί κατήγοντο εκ Βιθυνίας, ήθλησαν δε εν τω μαρτυρικώ σταδίω κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου τυράννου της Ρώμης Μαξιμιανού, εν έτει τδ΄ (304). Αληθώς το μαρτυρικόν στάδιον όχι μόνον εις τους άνδρας, αλλά και εις αυτάς τας γυναίκας και τας κόρας ηνέωκται και αυτάς ακόμη τας νεάνιδας· διότι ήδη και αύται καταφρονούσι τον θάνατον, και την τελευτήν υποδέχονται, και όλα τα ηδέα και τερπνά του κόσμου τούτου, όπως δια της τοιαύτης εμπορίας κερδήσωσι την Βασιλείαν των ουρανών. Δια τούτο και η θαυμαστή των Παρθένων τούτων τριάς, τα αληθινά της παρθενίας δώρα και αφιερώματα, ήλθον προθύμως εις το μαρτυρικόν στάδιον αγωνισάμεναι γενναίως, και με γλυκύτητα εδέχθησαν το κέρδος του θανάτου, ο οποίος δεν κατεβίβασεν αυτάς εις τον άδην (το οποίον είναι  φυσική συνέπεια του θανάτου), αλλά τας ανεβίβασεν εις τους αθανάτους νυμφώνας, προς τας ιεράς παστάδας, και προς αυτόν τον Νυμφίον Χριστόν. Αύται αι Παρθένοι και Μάρτυρες εγεννήθησαν και ανετράφησαν εις την επαρχίαν της Βιθυνίας εξ ευγενών και Χριστιανών γονέων, αδελφαί ούσαι κατά σάρκα· περιεκόσμουν δε και εστόλιζον αυτάς πλείσται χάριτες και κάλλη ψυχής τε και σώματος, και μετά της παρθενίας η ωραιότης του προσώπου διέλαμπε και εκ της σωματικής καλλονής, η ωραιότης της ψυχής και ευγένεια διεκρίνετο· ολίγον δε κατ’ ολίγον, προχωρούσης της ηλικίας αυτών, και επειδή ηγάπων την παρθενίαν, δια τούτο απέφευγον τας μετά των ανδρών ομιλίας και συναναστροφάς, επόθουν δε την ερημίαν και ησυχίαν. Όθεν δια την αγάπην του Χριστού, εγκαταλείψασαι την εαυτών πτρίδα, κατώκησαν εις ένα υψηλόν τόπον όχι πολύ μακράν των Πυθίων θερμών υδάτων, και εκεί έζων με σωφροσύνην και την άσκησιν πασών των άλλων αρετών. Μετά δε παρέλευσιν καιρού λαβούσαι πάσαν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, διέλαμπον δια των καλών έργων, των θαυμάτων και δια της αφθονίας των άλλων του Θεού χαρισμάτων· όθεν επειδή ήσαν ως «πόλις επάνω όρους κειμένη», κατά το Ευαγγέλιον, δια τούτο συντόμως εφανερώθησαν εις τους ανθρώπους, και ως εκ τούτου πολλοί έτρεχον εις αυτάς, οι οποίοι όχι μόνον εκ των ασθενειών και των πονηρών πνευμάτων (δαιμόνων) απηλλάττοντο, αλλά και φωτιζόμενοι κατά τας ψυχάς, την σωτηρίαν αυτών εκέρδιζον. Ταύτα πάντα όμως εγένοντο γνωστά και εις τον ασεβέστατον Φρόντωνα, όστις είχε τότε την ηγεμονίαν των μερών εκείνων, λαβών αυτήν παρά του βασιλέως των Ρωμαίων Μαξιμιανού· ούτος δε αποστέλλει αμέσως τον συγκάθεδρον αυτού και δευτερεύοντα μετά πολλών υπηρετών και δορυφόρων, δους εις αυτόν και πάσαν κατά των Παρθένων εξουσίαν· ο οποίος, δια των υπηρετούντων εις αυτόν δημίων, παραστήσας αυτάς έμπροσθέν του, είπε· «Πόθεν εγένετο εις σας η τόση τόλμη και αυθάδεια, ώστε (ίνα αφήσω τα άλλα) να σέβητε ένα Θεόν, τον οποίον ούτε αυτός ο μέγας βασιλεύς Μαξιμιανός, ούτε ημείς μέχρι σήμερον εφάνημεν τιμώντες»; Απεκρίθησαν δε αι Παρθένοι με το αυτό της ψυχής παράστημα και θάρρος. «Ημείς, ω άρχων, δεν εδιδάχθημεν από ανθρώπινον δόγμα δια να γνωρίζωμεν Θεόν πρόσκαιρον, αλλά πιστεύομεν και ομολογούμεν (διδαχθείσαι εκ των θείων μας Γραφών) Θεόν αιώνιον, τον τα πάντα βλέποντα και συγκρατούντα με σοφίαν και τάξιν πάσαν κτίσιν, και ο οποίος όχι κατά την ουσίαν, αλλά μόνον κατά την δύναμιν κατανοείται, και ο οποίος ευφραίνεται και επαναπαύεται εις τους έχοντας αρετήν και καρδίαν καθαράν και εις τους τοιουτοτρόπως καθαρώς και εναρέτως ζώντας αγαπά να εμφανίζηται δια την ιδικήν του χάριν και αγαθότητα· δι’ αυτού δε «Βασιλείς βασιλεύουσι και τύραννοι κρατούσι γης». Ταύτα αφόβως και με χάριν και τάξιν αι Παρθένοι αποκριθείσαι, ο άρχων βλέψας κατά πρόσωπον αυτών, εθαύμασε δια την σεμνήν παράστασίν των και το νουνεχές τών αποκρίσεων· δια τούτο και επί πολλήν ώραν ίστατο σιωπών και θαυμάζων. Μετά παρέλευσιν πολλής ώρας όμως επιφέρει προς αυτάς και δευτέραν ερώτησιν λέγων· «Ποία είναι τα ονόματα και ποία η πατρίς υμών»; Αι δε Παρθένοι απεκρίθησαν ειπούσαι· «Πρώτον μεν από του ονόματος του Χριστού, Χριστιαναί ονομαζόμεθα· εάν δε και τα από του Αγίου Βαπτίσματος ονόματα πρέπει να προσθέσωμεν, άκουσον και αυτά· η μεν πρώτη Μηνοδώρα, η ετέρα Μητροδώρα, και η Τρίτη Νυμφοδώρα λεγόμεθα, πατρίδος δε καταγόμεθα εκ της επαρχίας της Βιθυνίας· εγεννήθημεν δε εκ του αυτού πατρός και υπό της αυτής μητρός ανετράφημεν, και υπό των ιδίων γονέων ηγαπήθημεν, και τους ιδίους γονείς ωνομάσαμεν (ήτοι είμεθα κατά σάρκα αδελφαί)· την ιδίαν δε κοινώς πολιτείαν ακολουθούμεν, και το αυτό φρόνημα έχομεν μέχρι τούδε, ευχόμεναι όπως και μέχρι τέλους έχωμεν αυτό». Την ελευθεροστομίαν, τον τρόπον και τους λόγους των Αγίων καθ’ εαυτόν θαυμάσας ο άρχων, με πολλήν πονηρίαν ο δεινός εδοκίμαζε να υποσκελίση τας Παρθένους· δι’ ο και έλεγε προς αυτάς· «Μη θελήσετε, ω φίλαι κόραι, δι’ εκείνα τα οποία οι θεοί παρέσχον εις απόλαυσίν σας αγαθά να φανήτε αχάριστοι ποιούσαι αυτά άχρηστα, προτιμώσαι τα αβέβαια· μάλιστα δε τιμήσατε αυτούς (τους θεούς), οικοδομούσαι επάνω εις αυτά και άλλα αγαθά έργα· και ούτω συμφωνείτε μετ’ εμού υποτασσόμεναι και θυσιάζουσαι κοινώς εις τους θεούς ως αδελφαί· μη χωρισθήτε απ’ αλλήλων δια την προς αυτούς εύνοιαν και το σέβας, και γίνητε αφορμή δια να ίδητε την (μη συμφωνούσαν) αδελφήν σας πικροτάτας τιμωρίας υπομένουσαν επάνω εις αυτό το άνθος της ηλικίας της. Αλλά καθώς εγώ λοιπόν σας συμβουλεύω τα πρέποντα και ωφέλιμα, τοιουτοτρόπως και σεις πρέπει να δεχθήτε τους λόγους μου, ωσάν να επέχω σήμερον την θέσιν του πατρός σας. Διότι εάν ούτω πράξητε, θα απολαύσητε της συμπαθείας του βασιλέως και της δόξης αυτού, αλλά και ευτυχίαν βίου και πλησμονήν παντός αγαθού, ένεκα των οποίων θα μακαρίζεσθε δικαίως εις τον αιώνα μένον το μνημόσυνόν σας. Εάν όμως δεν θελήσητε να μου ακούσητε, αλλοίμονον! αι σκληραί τιμωρίαι και αι βάσανοι θα αφανίσωσι το τρυφερόν και ανθηρόν της ηλικίας σας». Προς τους λόγους τούτους αποκριθείσα η Μηναδώρα είπεν· «Αλλ’ εις ημάς, ω άρχων, ούτε τα παρά σού υποσχόμενα αγαθά φαίνονται μεγάλα και άξια προσοχής, ούτε πάλιν αι απειλούμεναι τιμωρίαι και κολάσεις δύνανται να μας φοβίσωσι· διότι η απόλαυσις του πλούτου, της τρυφής, της δόξης και των άλλων γλυκέων του κόσμου τούτου, όσον έχουσι πρόσκαιρον την ηδονήν ενταύθα, τοσούτον έχουσι μόνιμον και αιώνιον την τιμωρίαν εις την μέλλουσαν ζωήν· αι δε τιμωρίαι και η του φθαρτού τούτου σώματος κακοπάθεια, ίσως μεν να μας λυπήσωσιν ενταύθα ολίγον και να μας προξενήσωσιν ολίγους πόνους, όμως θα γίνωσιν εις ημάς αύται πρόξενοι χαράς και ευφροσύνης μηδέποτε εχούσης τέλος· διότι το μεν ιδικόν σου κακόν είναι πρόσκαιρον, και το αγαθόν επίσης παρερχόμενον· του δε ιδικού μας Δεσπότου Χριστού καθώς τα λυπηρά δια την τούτου αθέτησιν και άρνησιν είναι αιώνια, τοιουτοτρόπως και τα ευφρόσυνα δια την υπέρ αυτού ομολογίαν και τον θάνατον είναι αιώνια και ατελεύτητα. Και τούτο όθεν, την μίαν γνώμην και την υπέρ Χριστού του Θεού ομολογίαν δηλαδή, θα φανώμεν ότι είμεθα περισσότερον αδελφαί κατά την ψυχήν ή κατά τα σώματα».  «Καθώς λοιπόν μία μητρική κοιλία ώδινε και εγέννησεν ημάς, ούτω και εις θάνατος, ο υπέρ της ευσεβείας, θα τελειώσει ημάς, και εις και ο αυτός ουράνιος θάλαμος θέλει μάς υποδεχθή. Και κατ’ αυτόν τον τρόπον δεν θα λυθή ο θεσμός και η φιλία της αδελφότητος ημών, ουδέ θα διαχωρισθώμεν απ’ αλλήλων, αλλά παντοτινήν και αιώνιον την αδελφότητα και την ένωσιν εις τον εαυτόν μας θα φυλάξωμεν, εάν παραστήσωμεν αδελφικόν το φρόνημα και το θέλημα εις τον πλάστην μας Θεόν, όστις μας έπλασεν αδελφάς κατά σάρκα. Αλλά, μη γένοιτο! Νυμφίε Χριστέ, να σε αρνηθώμεν έμπροσθεν των ανθρώπων, μηδέ λοιπόν και Συ αυτός αρνηθής ημάς έμπροσθεν του Πατρός σου τού εν τοις ουρανοίς. Ιδού ήκουσας την γνώμην ημών, ω δικαστά· βασάνιζε λοιπόν το σώμα τούτο, το οποίον φαίνεται εις σε ωραίον, και αφάνισον αυτό με τας μάστιγας· διότι ουδείς άλλος στολισμός δι’ αυτό είναι καλλίτερος, ούτε ο χρυσός, ούτε τα πολυτελή και ποικίλα ενδύματα δύνανται να κοσμήσωσι και στολίσωσιν αυτό, καθώς θα στολίσωσι τούτο αι ιδικαί σου πληγαί και αι παρά σού μάστιγες, τας οποίας ημείς από πολλού καιρού διψώμεν να υπομείνωμεν δια τον Χριστόν, και τας οποίας και τώρα ακόμη επιθυμούμεν». Ταύτα παρ’ ελπίδα ακούσας ο δικαστής, δεν ηδυνήθη να υποφέρη μετά πραότητος, αλλ’ αφήκε όλον τον θυμόν του κατά της παρθένου Μηνοδώρας· και αμέσως διατάσσει ίνα, γυμνώσαντες και δέσαντες αυτήν, ξέωσι το σώμα της τέσσαρες δήμιοι, και ο κήρυξ φωνάζη προς αυτήν λέγων· «Τίμα τους θεούς, λέγε καλούς λόγους και εγκωμίασον τον βασιλέα, και μη υβρίζης τους υπάρχοντας νόμους αυτού». Η δε Μάρτυς Μηνοδώρα, αν και δύο ολοκλήρους ώρας εξέετο εις το σώμα, το οποίον είχε γίνει όλον ως μία πληγή, εφαίνετο όμως ως να μη ησθάνετο κανένα πόνον εκ της πολλής της γενναιότητος, ούτε ανεστέναξεν, ούτε η ωραιότης του προσώπου της ήλλαξεν ή ωχρίασεν έστω και επ’ ελάχιστον· διότι όλον τον νουν, την καρδίαν και τα όμματα αυτής είχεν εστραμμένα προς τα μέλλοντα αγαθά, εκείνα μόνα βλέπουσα, και προς τας ελπίδας εκείνων είχε την ψυχήν προσηλωμένην. Ο δε ανόητος άρχων, μη δυνάμενος ούτε καν να ίδη τα τοιαύτα, επειδή ήτο τετυφλωμένος κατά τους ψυχικούς οφθαλμούς, και νομίζων ότι ένεκα των βασάνων θα έγινε μαλακωτέρα η Μάρτυς, παρεκάλει αυτήν ως και πρότερον ίνα θυσιάση εις τους θεούς. Η Αγία όμως μετά του αυτού θάρρους και της αυτής γενναιότητος απεκρίθη προς αυτόν· «Τι νομίζεις, ω μάταιε δικαστά, ότι το έργον τούτο της μεγάλης υπομονής εις τας βασάνους είναι ιδικόν μου; Ή δεν βλέπεις ότι όλον τον εαυτόν μου αφιέρωσα δια θυσίαν εις τον ιδικόν μου αληθινόν Θεόν; διότι ποία ωφέλεια εις το αίμα και το σώμα μου εφ’ όσον μετά θάνατον φθείρονται; («Τι ωφέλεια εν τω αίματί μου εν τω καταβαίνειν με εις διαφθοράν»; Ψαλμ. κθ΄). Δεν είναι προτιμότερον ίνα προλάβω και παραδώσω τούτο, δια του μαρτυρικού θανάτου, εις τον ιδικόν μου Νυμφίον Ιησούν Χριστόν»; Οι λόγοι ούτοι της Αγίας Μάρτυρος Μηνοδώρας, ώσπερ τις σπινθήρ πυρός έπεσον επάνω εις τον θυμόν του τυράννου και συγκαθέδρου του ηγεμόνος, ηρέθισαν δε αυτόν περισσότερον καιόμενον από τον θυμόν· δια τούτο και μετά περισσοτέρας μανίας ωπλίζετο κατά της ιεράς εκείνης ψυχής της Παρθένου και Μάρτυρος. Όθεν και προσέταξεν ούτος ίνα με ράβδους συντρίψωσι τα οστά της Μάρτυρος, η οποία και συντριβομένη ίστατο ακίνητος και μη καταπίπτουσα· διότι με τον ισχυρόν πόθον προς τον Νυμφίον της Χριστόν ήτο πανταχόθεν δεδεμένη και εστηριγμένη. Και μετ’ ολίγον αποτεινομένη προς αυτόν τον Νυμφίον της Ιησούν Χριστόν, τον οποίον έβλεπε νοερώς, εφώνησε με μεγάλην φωνήν· «Κύριε Ιησού Χριστέ, το εμόν αγαλλίασμα και ο ιδικός μου έρως, επί σε την ελπίδα μου καταφεύγω· δέξαι μου την ψυχήν». Και ευθύς μετ’ ειρήνης αφήκε το πνεύμα, και προς ον ηγάπα Νυμφίον μετά δόξης ανέρχεται, εστολισμένη δια των στιγμάτων των τραυμάτων και των πληγών, και ευμορφοτέρα παντός άνθους καλοχρωματισμένου και πολυχρώμου. Μετά παρέλευσιν τεσσάρων ημερών, σκεφθείς ωριμώτερον ο τύραννος τι να πράξη δια τας άλλας δύο αδελφάς, μήπως και υπ’ εκείνων νικηθείς καταισχυνθή, και προετοιμασθείς καλώς, φέρει επί του βήματός του την Μητροδώραν και Νυμφοδώραν· παρουσιάζει δε ο άθλιος έμπροσθεν και ρίπτει προ των ποδών αυτών το μαρτυρικόν σώμα της Αγίας Μηνοδώρας ολόγυμνον, άνευ του ελαχίστου περικαλύμματος, εξωγκωμένον υπό του δαρμού, έχον φανερά τα ίχνη εκ των μαστίγων και των πληγών εις όλα τα μέλη από κεφαλής έως ποδών, παράξενον θέαμα και τοιούτον, ώστε αδύνατον να μη φρίξη ο βλέπων αυτό. Τούτο δε εποίησεν ο ανόητος τύραννος, νομίζων ότι δια του θεάματος αυτού θα εκφοβίση τας Παρθένους, μήπως και αύται πάθωσι τα όμοια, ίνα πεισθώσιν εις το θέλημά του. Αλλά το μεν σώμα της Αγίας Μηνοδώρας τοιουτοτρόπως έκειτο ερριμμένον, και πάντες οι παριστάμενοι εκινούντο εις λύπην και δάκρυα και εις συμπάθειαν, εκτός της ψυχής του δικαστού της ασπλάγχνου και απανθρώπου σκληρυνομένης περισσότερον· τούτον δε όχι έλεος και συμπάθεια, αλλ’ η οργή και αγανάκτησις εκίνει. Αι Άγιαι όμως Μάρτυρες παρεκινούντο μεν υπό των αδελφικών σπλάγχνων ίνα δακρύσωσι, δεν επέτρεπεν όμως εις αυτάς η συνείδησις ίνα πράξωσι τούτο· διότι εγνώριζον καλώς ότι η αδελφή των είναι πλέον Μάρτυς και εις τον χορόν των Μαρτύρων, και ότι το τοιούτον θα συμβή και εις αυτάς τας ιδίας μετ’ ολίγον, και ότι θα παρευρεθώσι συντόμως προς συνάντησιν αυτής δια της μαρτυρικής τελειώσεως. Και ως να ευρίσκοντο εις τον νυμφικόν θάλαμον της αδελφής των, ούτως ήσαν λαμπραί εις την όψιν και πλήρεις γλυκύτητος, επειδή προέπεμπον αυτήν εις τους αφθάρτους εκείνους ουρανίους νυμφώνας, εκ των οποίων έσπευδον και αύται ίνα μη μείνωσιν έξω. Ο δε παράνομος δικαστής, αν και έβλεπε το γενναίον φρόνημα των Παρθένων και ότι αύται ουδόλως εφοβήθησαν εκ της θεωρίας του νεκρού σώματος της αδελφής των, εν τούτοις όμως δεν απηλπίσθη, αλλ’ εδοκίμαζεν ίνα μεταπείση αυτάς, και, κατά την παροιμίαν, εκίνει προς τούτο πάντα λίθον, άλλοτε μεν με απειλάς βασάνων δοκιμάζων να μετακινήση το στερεόν φρόνημά των, άλλοτε δε με υποσχέσεις αγαθών προσπαθών ίνα παραπλανήση αυτάς, λέγων· «Εάν, ω φίλαι κόραι, θυσιάσητε εις τους θεούς, θα γράψω αμέσως προς τον βασιλέα, ο οποίος θέλει σάς χαρίσει και χρήματα και άλλον πλούτον πολύν, αλλά και με άνδρας επιφανείς κατά την ευγένειαν και τα αξιώματα θέλει σάς συνάψει εις γάμον· και ούτω συμφώνως με το κάλλος και την ευμορφίαν σας θέλετε επιτύχει και τους νυμφίους και συζύγους σας». Και ταύτα μεν έλεγεν υποσχόμενος ο παράνομος δικαστής· αι δε Παρθένοι και όντως νύμφαι του Χριστού απεκρίθησαν εις αυτόν λέγουσαι· «Έως πότε δεν παύεις, άθλιε, με τον δήθεν ήμερον τρόπον σου ομιλών και τα εις τον εαυτόν σου εναντία; Και άλλοτε μεν ονομάζων ημάς αδελφάς της μακαρίας Μηνοδώρας, άλλοτε δε ως να είμεθα ξέναι και μηδεμίαν σχέσιν έχουσαι προς εκείνην, δοκιμάζεις ευκόλως να μας καθυποτάξης εις το θέλημά σου; Εάν λοιπόν πιστεύης πράγματι, ότι είμεθα αδελφαί κατά σάρκα, γνώριζε ότι είμεθα πολύ περισσότερον αδελφαί και εις την καλήν ταύτην υπέρ της πίστεως ομολογίαν και την υπέρ της ευσεβείας αντίστασιν, και μη νομίζης ότι θα εύρης εις ημάς τίποτε το δειλόν, το οποίον να φανερώνη ότι δεν είμεθα γνήσιαι αδελφαί Εκείνης, μηδέ γνώσιοι κλάδοι και τέκνα της ευγενούς ρίζης εκείνης και μητρός εκ της οποίας και αι τρεις εγεννήθημεν. Εάν λοιπόν θέλης να μάθης περί ημών οποίαι θα είμεθα κατά την υπέρ της πίστεως αντίστασιν και ομολογίαν, μάνθανε ακριβώς από την προλαβόντως μαρτυρήσασαν μακαρίαν αδελφήν μας· διότι εάν εκείνη, και χωρίς τινος προηγουμένου παραδείγματος, τοιαύτη εφάνη κατά την ανδρείαν και αρετήν, τι πρέπει να πράξωμεν ημείς προς τοιούτον παράδειγμα, την αδελφήν μας βλέπουσαι; Ή δεν βλέπεις ότι πως, αν και νεκρά κειμένη, μάς παρακινεί εις την ευσέβειαν, και την αδελφικήν σχέσιν και συγγένειαν μάς υπενθυμίζει, και προς τον όμοιον ζήλον μάς ενθαρρύνει με το ιδικόν της παράδειγμα της αθλήσεως, κατά το οποίον, γνώριζε, ότι δεν θα φανώμεν ημείς κατώτεραι, ουδέ θέλομεν ατιμάσει την εκείνης ευγένειαν· διότι εάν εν τοιούτον (ο μη γένοιτο ποτέ!) πράξωμεν, και προδώσωμεν την ευσέβειαν, θα αποδείξωμεν ότι ψευδόμεθα λέγουσαι ότι έχομεν τους ιδίους γονείς και ότι είμεθα κατά σάρκα αδελφαί της προκειμένης νεκράς καλλινίκου Παρθένου και Μάρτυρος. Ας χαθή λοιπόν τοιούτος πλούτος, ας αφανισθή τοιαύτη δόξα, τα οποία είναι μόνον πρόσκαιρα εδώ εις την γην, και πάλιν εις την γην χάνονται· ερρέτωσαν (ας πάνε να χαθούν) οι φθαρτοί μνηστήρες, διότι ημείς έχομεν τον ιδικόν μας άφθαρτον Νυμφίον Χριστόν τον Θεόν ημών, τον οποίον σφόδρα αγαπώμεν, και προς τον οποίον ως μόνην προίκα δίδομεν τον υπέρ αυτού θάνατον, ίνα λάβωμεν παρ’ αυτού τας ιεράς παστάδας και τους αιωνίους νυμφικούς θαλάμους και παρ’ αυτώ λαμπρώς και αιωνίως συμβασιλεύσωμεν». Ταύτα ακούσας ο δικαστής και γνωρίσας ότι ματαίως κοπιάζει δοκιμάζων να πλανήση τας Παρθένους, και βράζων από τον θυμόν του, παραδίδει την δευτέραν εκ των αδελφών Μητροδώραν εις τας βασάνους. Κρεμάται λοιπόν επάνω εις ξύλον η γενναία Μάρτυς του Χριστού και με ανημμένας λαμπάδας πυρός κατακαίουσιν αυτήν πανταχόθεν· δύο ολοκλήρους ώρας εις την σκληράν ταύτην βάσανον προσκαρτερήσασα και μηδόλως δείξασα σημείον δειλίας, μόνον προς τον ουράνιον εραστήν της Ιησούν Χριστόν προσηύχετο, και την παρ’ αυτού βοήθειαν εζήτει να λάβη. Αλλά και ούτω πάσχουσα, δεν έπαυεν όμως χλευάζουσα και κατηγορούσα την ειδωλικήν πλάνην, και αποδεικνύουσα αυτήν, όπως και αληθώς είναι, αξία αισχύνης και γέλωτος. Όθεν καταβιβάσας ο τύραννος από του ξύλου την γενναίαν Μάρτυρα, έθηκε βαρέα σίδηρα επάνω εις το σώμα της, το οποίον συνθλίβεται και κατασπώνται τα οστά από το βάρος. Εκείνη δε βλέπουσα ότι την εγκατέλειψαν αι σωματικαί δυνάμεις και ότι προσεγγίζει προς τον θάνατον, προσηύχετο νοερώς προς τον ηγαπημένον της Νυμφίον Ιησούν Χριστόν, επειδή και δια του θανάτου επλησίαζε προς Αυτόν, όστις και τον Νυμφώνα είχε δι’ αυτήν προπαρασκευάσει· είτα δε και την ψυχήν παραδίδει εις χείρας των Αγγέλων, και όλη μεταβαίνει προς τον ποθούμενόν της Χριστόν. Μετά την τελείωσιν και της Αγίας Μητροδώρας, ο παράνομος άρχων εκείνος, μη δυνάμενος να υποφέρη την μεγίστην εντροπήν, την οποίαν έλαβεν εκ της γενναιότητος και της υπομονής των Μαρτύρων, εθλίβετο καθ’ υπερβολήν· είχεν όμως μίαν μικράν παρηγορίαν, υπολαμβάνων ότι ίσως ήθελε παρασύρει εις την πλάνην του την τρίτην και νεωτέραν αδελφήν Νυμφοδώραν, την οποίαν και παρέστησεν επί του βήματός του, αναισχύντως τον πράον και ιλαρόν υποκρινόμενος ο θηριώδης κατά την γνώμην και λυκοκάρδιος. Όθεν και λέγει προς αυτήν· «Υπάκουσόν μου τουλάχιστον συ, ω καλή νεάνις, την οποίαν εγώ περισσότερον από τας άλλας αγαπώ, και το οποίον οι θεοί γνωρίζουσι, ότι και το κάλλος σου θαυμάζω και επαινώ, και την ηλικίαν σου λυπούμαι· υπάκουσον εις εμέ, ο οποίος ως τέκνον μου γνήσιον σε αγαπώ, και προσελθούσα (μήπως είναι τούτο βαρύ ή δύσκολον πράγμα;) προσκύνησον μόνον εις τους θεούς, και αμέσως μεγίστην χάριν θα σοι γνωρίση ο βασιλεύς, και θα σοι δώση πολλά χρήματα και τιμάς, αλλά το σπουδαιότερον και μεγαλύτερον θα σε αξιώση παρρησίας και σχέσεως προς εαυτόν. Εάν όμως δεν μου υπακούσης εις ταύτα όπου πατρικώς σε συμβουλεύω, οίμοι! Και συ κακώς θα απολεσθής, και δεν θα ωφεληθής τίποτε εκ της πικράς αυτής τελευτής, καθώς δεν ωφελήθησαν τίποτε και αι προαποθανούσαι αδελφαί σου». Ταύτα του άρχοντος ειπόντος προς την Αγίαν Νυμφοδώραν, ακόμη και φρονιμωτέραν και γνωστικωτέραν από τας άλλας ονομάσαντος αυτήν, εκείνη δια μεν τους άλλους ανοήτους λόγους και τας φλυαρίας του ουδόλως εφρόντισε· λαβούσα δε ως στόχον μόνον την λέξιν «φρόνιμον» απεκρίθη λέγουσα· «Δεν αισχύνεσαι, ταλαίπωρε, και δεν ερυθριάς από την εντροπήν να με ονομάζης φρόνιμον, και ύστερον να με συμβουλεύης να εγκαταλείψω τον αληθινόν Θεόν και να προσέλθω εις τους ιδικούς σου δαίμονας; Και δεν είναι τούτο η μεγαλυτέρα ανοησία και διαφθορά φρενών (φρενοληψία), να απομακρυνθώ από τον κοινόν Δεσπότην και Δημιουργόν των όλων Θεόν, και να ακολουθήσω προσκυνούσα είδωλα έργα χειρών ανθρώπων στερούμενα αισθήσεως και φρενών, θεωρούσα αυτά ίσα με τον αληθινόν Θεόν; Και τι να ελπίσω από αυτά; Και τι κέρδος θα έχω; Ειπέ εις εμέ και δέχομαι. Ειπέ και δείξον εις εμέ τι καλόν απήλαυσας συ από την προς αυτά (τα είδωλα) πίστιν σου, και τότε πείθομαι εις τους λόγους σου. Αλλά δεν έχεις να είπης ή να παρουσιάσης τοιούτον τι· διότι κατά αλήθειαν «τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων· όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες και τιμώντες αυτά», ως είπεν ο ιδικός μας Προφήτης Δαβίδ. Επομένως, ω δικαστά, μη ελπίζης να απολαύσης παρ’ εμού εκείνο το οποίον επιθυμείς. Ιδού λοιπόν εις την διάθεσίν σου είναι αι σάρκες μου έτοιμοι να πάθωσι δια τον Χριστόν με περισσοτέραν προθυμίαν, παρά όσην έχεις συ δια να κολάζης ημάς». Μη έχων λοιπόν ο μιαρός άρχων τι να πράξη πλέον, μηδέ άλλην ελπίδα, επειδή πανταχόθεν απεκρούσθη υπό της Μάρτυρος, προστάσσει ίνα και ταύτην κρεμάσωσιν επί του ξύλου και να ζέωσι με σιδηρούς όνυχας· πλην όμως αύτη η μακαρία, καίτοι δεινώς τιμωρουμένη, ουδεμίαν φωνήν, ουδένα στεναγμόν άφησε· φανερά δε ήτο συνομιλούσα με τον Θεόν δια της προσευχής· και τούτο εφανέρωνον τα χείλη αυτής κινούμενα και οι οφθαλμοί αυτής όντες προς τον ουρανόν υψωμένοι. Ο δε ανόητος εκείνος δικαστής πάλιν έλεγε λόγους προς αυτήν δια του κήρυκος, ίνα θυσιάση εις τους θεούς δια να απαλλαγή από τα βάσανα· αλλ’ η Μάρτυς απεκρίνατο· «Εθυσίασα εγώ τον εαυτόν μου εις τον Κύριον, δια τον οποίον και το να πάθω μού είναι ηδονή και γλυκύτης, και το να αποθάνω δι’ Αυτόν κέρδος μέγιστον». Ταύτα δε περισσότερον ήναψαν τον θυμόν του τυράννου· δια τούτο με σιδηρούς μοχλούς συνέσφιξε και συνέτριψε τα οστά της. Αλλ’ ο Θεός, όστις ενίσχυε και τας άλλας αδελφάς εις τας βασάνους, αυτός ομοίως, φροντίζων και δια την Αγίαν Νυμφοδώραν, ενεδυνάμωνεν αυτήν εις την σκληράν βάσανον· είτα και προς τον εαυτόν του προσκαλεί την Παρθένον, η οποία τοιουτοτρόπως με γλυκύτητα παραδίδει εις τους κόλπους τού εαυτής εραστού και Νυμφίου Ιησού Χριστού την μακαρίαν της ψυχήν συναριθμηθείσα εις τον χορόν των προαθλησασών αυταδέλφων αυτής Μηνοδώρας και Μητροδώρας. Ο άδικος λοιπόν και παράνομος εκείνος δικαστής, βράζοντα έχων ακόμη τον θυμόν, και τούτον σύμμαχον παραλαβών, εκστρατεύει και εναντίον αυτών των μαρτυρικών λειψάνων· ανάψας όθεν μεγάλην κάμινον και ταύτην κάψας αρκετά με επιτηδείαν ύλην, έρριψεν εις το μέσον αυτής τα μαρτυρικά σώματα. Όμως ο των ψυχών εραστής Θεός ουδέ τα σώματα παρέβλεψεν· αλλά βρονταί και αστραπαί εξαίφνης γενόμεναι, προσλαμβάνουσι το πυρ της καμίνου, και αυτόν τον δικαστήν και τους πολυπληθείς υπηρέτας αυτού κατέκαυσαν, κάρβουνα και στάκτην ποιήσασαι τούτους· και τούτο ήτο προοίμνιον της ατελευτήτου γεέννης και κολάσεως δια την οποίαν και μόνην εκείνοι, ένεκα της κακής των προαιρέσεως, ήσαν άξιοι· βροχή δε ραγδαία πεσούσα άνωθεν αμέσως έσβησε την κάμινον και τοιουτοτρόπως οι ευσεβείς Χριστιανοί ευρόντες ευκαιρίαν μετά πολλού πόθου έλαβον εκείθεν τα παρθενικά λείψανα, και μεγαλοπρεπώς στολίσαντες, έθαψαν αυτά ενδόξως εκεί εις τον τόπον της τελειώσεως αυτών, του Θεού και ενταύθα θαυματουργήσαντος· όπως δηλαδή εκείνας τας οποίας μία μητρική γαστήρ εκοιλοπόνησε και εγέννησε, ταύτας και εις τάφος εδέχθη προς κατοικίαν μέχρι της κοινής αναστάσεως· και εκείνων των οποίων αι ψυχαί ένα νυμφικόν θάλαμον εκληρονόμησαν εις κατοικίαν, τούτων μηδέ η αναίσθητος κόνις των σωμάτων εχωρίσθη. Αλλά καθώς ήσαν αδελφαί εις την ζωήν ταύτην, ούτω να είναι αδελφαί και εις τον ουρανόν, αδελφαί και εις την γην μετά θάνατον να φαίνωνται προς πάντας. Έκτισαν δε οι ευσεβείς Χριστιανοί επάνω εις τον τάφον τών Αγίων Μαρτύρων μεγαλοπρεπή Εκκλησίαν σωζομένην μέχρι σήμερον, ως ποταμός ανεξάντλητος προχέουσαν τα θαύματα. Ας ακούσωσι ταύτα πάντα αι αδελφαί και αι παρθένοι και όσαι είσθε εις τον του γάλου ζυγόν· και αι μεν αδελφαί και παρθένοι τοιουτοτρόπως ας αγαπώσιν αλλήλας· αι δε υπό τον ζυγόν του γάλου ας μη κατηγορώσιν εαυτάς μηδέ να απελπίζωνται, διότι ηνοίχθη και εις τας γυναίκας η θύρα του Μαρτυρίου· Όλαι λοιπόν ας καταφρονήσωσι τα πάντα και τον θάνατον ακόμη δια τον Χριστόν, ίνα απολαύσωσι παρά της αυτού φιλανθρωπίας και χρηστότητος πάντων των αγαθών· ων γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί άμα τω Αγίω Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.