Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Tου Αγίου Μάρτυρος ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ του από μίμων.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ του από μίμων.                            

Πορφύριος ο Άγιος Μάρτυς, μίμος ων κατά τους χρόνους του παραβάτου Ιουλιανού εν έτει τξα΄ (361), προσετάχθη μίαν φοράν από τον Παραβάτην, όταν εωρτάζοντο τα μιαρά και ανόσια αυτού γενέθλια (ήτοι η ημέρα εκείνη κατά την οποίαν εγεννήθη), να μιμηθή και να περιπαίξη τα Μυστήρια των Χριστιανών. Όθεν βαπτισθείς εις την κολυμβήθραν εφώναξε· «Βαπτίζεται Πορφύριος, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Και εξελθών του ύδατος και ενδυθείς ιμάτια λευκά, καθώς δηλαδή οι Χριστιανοί ποιούσιν όταν βαπτίζωνται, ταύτα, λέγω, ποιήσας, ωμολόγησε τον εαυτόν του Χριστιανόν με πολλήν παρρησίαν, επειδή η θεία Χάρις ενέπνευσεν εις αυτόν την ομολογίαν του ταύτην. Όθεν δια τούτο με το ξίφος την κεφαλήν αποτέμνεται. 

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Του Αγίου Μάρτυρος ΝΙΚΗΤΑ.

Τη ΙΕ΄ (15ην) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΝΙΚΗΤΑ.                                   

Νικήτας, ο της νίκης φερώνυμος και του Χριστού στρατιώτης γενναιότατος, ο περικαλλής και θαυμάσιος, εγεννήθη από γονείς περιφανείς και πλουσίους, το γένος Γότθους. Το γένος τούτο είναι βάρβαρον και σκληρόν, και κατοικεί εις τον ποταμόν Ίστρον, όστις κατά την εγχώριον γλώσσαν λέγεται Δούναβις. Ανετράφη δε ο Άγιος Νικήτας με βάρβαρα και απάνθρωπα ήθη, καθώς ήτο επόμενον κατά το τοπικόν έθος να τον αναθρέψουν οι γονείς αυτού. Επειδή αν και ήσαν πλούσιοι και ένδοξοι, όμως δεν ήτο ακόλουθον να μη είναι όμοιοι με τους λοιπούς Γότθους· τούτο δε είναι το πλέον θαυμασμού άξιον, ώστε και να απορήση κανείς. Ότι μολονότι από τοιούτους γονείς εγεννήθη και ανετράφη, δεν ενόθευσεν όμως την έμφυτον της ψυχής του ευγένειαν. Εξ οικείας όθεν αγαθής προαιρέσεως εφάνη ο θείος Νικήτας εις λαμπρός ήλιος ανάμεσα εις εκείνα τα σκοτεινά της βαρβαρότητος νέφη, διότι δεν εγένετο όμοιος με τους λοιπούς της πατρίδος του, ούτε κατά τους τρόπους, ούτε κατά τον βίον, αλλ’ ούτε και κατά την πίστιν· διότι η μεν αγαθή του γνώμη ενίκα την σκληρότητα του γένους, η δε προς Χριστόν διακαής αγάπη ενίκα την βαρβαρικήν εκείνην και θηριώδη δόξαν· καθώς και ο έρως, τον οποίον είχεν εις την αρετήν, δια να λέγω με συντομίαν, ενίκα πάσαν την ακρασίαν και αγριότητα των βαρβάρων Γότθων. Και τούτο επειδή εποτίσθη εξ απαλής έτι και νεανικής ηλικίας από τα καθαρώτατα νάματα της διδασκαλίας του θαυμαστού και αγίου ανδρός Θεοφίλου, του Αρχιερέως των Γότθων, ο οποίος, ως μανθάνομεν εκ των ιστορησάντων τα Γοτθικά, ανεδείχθη μέγας και περιβόητος, κατά την εποχήν της Αγίας πρώτης Οικουμενικής Συνόδου της εν Νικαία, ζηλωτής περί του Ομοουσίου, κρατύνων και δια χειρός και δια γλώσσης ελευθέρας τα κατά την Σύνοδον, ως και από τον περιβόητον Ούρφιλον τον διάδοχον του Θεοφίλου εις την Εκκλησίαν των Γότθων, όστις έφθασε και μέχρι της εποχής της Αγίας Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου της εν Κωνσταντινουπόλει, όστις περισσότερον από πάντα άλλον ωφέλησε το βάρβαρον αυτού γένος. Ούτος ων πεπαιδευμένος εις την Ελληνικήν διάλεκτον, με την μάθησιν των τοιούτων γραμμάτων και την πολλήν του γνώσιν και άκραν σύνεσιν, επενόησεν αυτός πρώτος τους τύπους των Γοτθικών γραμμάτων, και μετέφρασεν όλην την θείαν Γραφήν από της Ελληνικής διαλέκτου εις την Γοτθικήν, και με μεγάλην φροντίδα, όσην πρέπει να έχωσιν οι των λογικών ποιμνίων προϊστάμενοι, παρεσκεύασεν όλους τους ομοφύλους του, να μανθάνουν με όλην των την σπουδήν τας ιεράς Γραφάς, εκ τούτου ηύξησεν η ευσέβεια εις τους βαρβάρους και έφθασαν εις μεγάλην προκοπήν πίστεως και πληθυσμόν, οι πρώην άγριοι και βάρβαροι. Ας έλθωμεν όμως εις τον σκοπόν του λόγου μας, δια να είπωμεν ήδη και την αιτίαν του μαρτυρίου του θαυμασίου Νικήτα. Δεν παρήλθε πολύς χρόνος και διεχωρίσθη το γένος αυτό των Γότθων εις δύο αντιπάλους και εχθρικάς παρατάξεις· και του μεν ενός μέρους ήτο αρχηγός ο Φριτιγέρνης, του δε άλλου ο Αθανάριχος, άνθρωπος σκληρός και όλως δι’ όλου απάνθρωπος και ασεβέστατος. Μη δυνάμενος δε να νικήση τούτον ο Φριτιγέρνης, και επειδή είχον μεταξύ των διαρκείς πολέμους, απεφάσισε να μεταβή προς συνάντησιν του βασιλέως των Ρωμαίων (ήτο δε τότε βασιλεύς εις την Κωνσταντινούπολιν ο Ουάλης ο Αρειανός και μισόχριστος), τον οποίον συναντήσας παρεκάλεσε να του δώση στρατιώτας, δια να καταβάλη τον εχθρόν του Αθανάριχον. Ευθύς όθεν ο βασιλεύς Ουάλης επρόσταξε το θρακικόν στράτευμα να υπάγη με τον Φριτιγέρνην κατά του Αθαναρίχου. Διελθών δε ο Φριτιγέρνης τον Ίστρον ποταμόν, προτεταγμένον έχων τον Τίμιον Σταυρόν, νικά κατά κράτος τον Αθανάριχον, όστις με ολίγους στρατιώτας φεύγων μόλις ηδυνήθη να διασώση την ζωήν του. Μετά καιρόν όμως ήρξατο πάλιν ο δυσσεβής και απάνθρωπος Αθανάριχος να γίνηται ως και πρώτον ισχυρός, διατηρών δε την συνήθη εις αυτόν κακίαν, εγένετο προσέτι και εχθρός άσπονδος των ευσεβών Χριστιανών, επειδή οι βασιλείς των Ρωμαίων εβοήθησαν τον εχθρόν του Φριτιγέρνην και τον κατετρόπωσε. Περισσότερον δε ήρχετο εις θυμόν, επειδή ήκουσε πως ο πάνσοφος Νικήτας αφόβως και μετά παρρησίας πολλής εκήρυττε την ευσέβειαν, και πολλοί δια της διδαχής του επίστευον εις τον Χριστόν, όπερ εσύγχιζε κατά πολύ και τον Αθανάριχον και τους λοιπούς πάντας ομοπίστους και υποχειρίους αυτού. Όθεν ηγανάκτουν κατά του Μάρτυρος και τρίζοντες τους οδόντας εφοβέριζον να τον θανατώσουν ανηλεώς, αν δεν παύση από του να διδάσκη και να ελκύη τους πάντας εις την πίστιν του Χριστού. Τας απειλάς όμως ταύτας των απίστων ουδόλως πτοούμενος ο Άγιος περισσότερον και παρρησιαστικώτερον εκήρυττεν αφόβως, και κατ’ ιδίαν και κοινώς, την ευσέβειαν. Μη υποφέροντες τέλος την παρρησίαν του Αγίου οι ασεβείς εκείνοι, θηρία μάλλον ή άνθρωποι, εφανέρωσαν την οργήν των και τον θυμόν, τον οποίον έτρεφον προ πολλού κατά του Αγίου· ελθόντες όθεν αιφνιδίως εις εκείνον τον τόπον, όπου εκήρυττεν ο Μάρτυς τον λόγον της αληθείας, και με βίαν αρπάσαντες αυτόν, τον έφεραν εις τον τοπάρχην αυτών Αθανάριχον, βιάζοντες αυτόν να αφήση την προς Χριστόν πίστιν ή να υπομείνη θάνατον. Ο δε μάλλον μετά παρρησίας λαμπροτέρας εκήρυττε λέγων· «Χριστιανός είμαι, και προκρίνω πολλούς θανάτους ή να αρνηθώ το γλυκύτατον όνομα του Σωτήρος μου Χριστού, τον οποίον ομολογώ ενώπιον πάντων υμών Θεόν αληθινόν, και προσφέρω προς αυτόν όλον μου το σέβας, είμαι δε έτοιμος να χύσω δια την αγάπην του όλον μου το αίμα· το δε ιδικόν σας σέβας και τους θεούς σας χλεύην και μύθους γινώσκων αυτά, καλώς τα αποστρέφομαι, και ουδέ εις τον νουν μου τα βάλλω ως αληθή, καθώς και σας, οίτινες ως άγριοι θήρες σήμερον με εφέρατε εις το άνομον τούτον κριτήριόν σας». Μη υποφέροντες την παρρησίαν του Μάρτυρος οι της αληθείας διώκται και του ψεύδους υπερασπισταί, ώρμησαν ομοθυμαδόν, και άλλος με πέτρας, άλλος με ξύλα συνέτριβον όλα τα μέλη του Μάρτυρος. Είτα ανάψαντες πυράν μεγάλην έρριψαν αυτόν εντός αυτής δια να καή· αλλά και από της καιομένης ταύτης καμίνου δεν έπαυεν ο Άγιος από του να υμνή τον Θεόν, και να φυλάττη μέχρι τέλους την ομολογίαν της πίστεως καθαράν και ανόθευτον. Όθεν με άλλους πολλούς ομογενείς του μαρτυρικού ηξιώθη στεφάνου, εις χείρας Θεού παραθέμενοι τας μακαρίας ψυχάς των, παντελώς μη λυμανθέντων των σωμάτων αυτών υπό της πυρός, τα οποία έρριψαν οι ασεβείς, αφού εσβέσθη το πυρ, εις τόπον άγριον, δια να τα φάγουν τα θηρία. Αλλ’ ακούσατε τι ωκονόμησεν ο Κύριος, δια να μη υστερηθούν οι φιλόχριστοι του θείου τούτου θησαυρού, του μαρτυρικού, λέγω, σώματος. Κατ΄ εκείνον τον καιρόν ήτο εκεί, εις την χώραν του Μάρτυρος εις Χριστιανός ευσεβέστατος, το γένος Κίλιξ, την κλήσιν Μαριανός, εκ της πόλεως Μοψουεστίας ορμώμενος, ο οποίος με το να ήτο βίου εναρέτου, εγνωρίσθη με τον Μάρτυρα Νικήταν, και εκατοικούσαν ομού εις ένα οίκον πολύν καιρόν· αφού δε εμαρτύρησεν ο θαυμαστός Μάρτυς του Χριστού Νικήτας, δεν ηδύνατο πλέον να ειρηνεύση ο Μαριανός, αλλ’ εσκέπτετο με τι τρόπον και με ποίαν τέχνην θα δυνηθή να πάρη το τίμιον λείψανον του Μάρτυρος, πρώτον μεν προς αγιασμόν ιδικόν του, και δεύτερον των λοιπών ευσεβών Χριστιανών· εξ άλλου δε ήθελε να είναι αχώριστος του Μάρτυρος και μετά θάνατον, κατά τους αψευδείς όρους της αδόλου και μη κατά πρόσωπον γινομένης αγάπης. Εγερθείς όθεν την νύκτα μετά πολλού φόβου, ένεκα του σκληρού και απανθρώπου Αθαναρίχου, επήγεν εις τον τόπον όπου ήσαν ερριμμένα των Μαρτύρων τα λείψανα. Όταν δε επήγαινεν ο καλός εκείνος Μαριανός εις τον ρηθέντα τόπον, είχε και άλλην έννοιαν, πώς να γνωρίση το σώμα τού πεφιλημένου του Νικήτα; Ευθύς δε όπου έβαλεν αυτά εις τον νουν, ιδού άνωθεν του δύναμις ουρανία και ασώματος εις σχήμα αστέρος προηγείτο αυτού, έως ου έστη επάνω του μαρτυρικού σώματος, καθώς συνέβη εις τους Μάγους εις τον καιρόν της γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και με τον τρόπον τούτον, με την οδηγίαν του αστέρος δηλαδή, γνωρίσας ο Μαριανός το σώμα του Μάρτυρος, το οποίον ήτο σώον και ανελλιπές, χωρίς να λάβη καμίαν φθοράν από το πυρ, εκτός μόνον μικρών τινων σημείων, τα οποία εφανέρωναν πως ερρίφθη εις πυρ· και τούτο ωκονομήθη υπό της θείας δυνάμεως προς περισσοτέραν βεβαίωσιν του θαύματος. Ευθύς δε ως εύρεν ο Μαριανός τον ποθούμενον θησαυρόν του μαρτυρικού σώματος, πεσών μετά χαράς και ευλαβείας κατεφίλησεν αυτό· και εγείρων αυτό το έβαλεν εις την θήκην, την οποίαν είχε προητοιμασμένην, και ευθύς εκίνησε δια την πατρίδα του· με την βοήθειαν δε του Αγίου αφόβως και ακινδύνως φθάσας εις αυτήν, το απέθεσεν εις τον οίκον του με την πρέπουσαν τιμήν, πολλάς και αναριθμήτους ιατρείας πηγάζον. Και δεν είναι αμάρτημα ανίσως και ονομάση τις τον οίκον του Μαριανού προβατικήν κολυμβήθραν· επειδή όχι μόνον οι Μοψουεστείς απελάμβανον τας ιατρείας, αλλά και από όλα τα περίχωρα, όσοι ήρχοντο, δεν έφευγον παραπονούμενοι, αλλ’ όλοι ελάμβανον την υγείαν των δια της χάριτος του αγίου λειψάνου. Μετά παρέλευσιν δε ολίγου χρόνου κτίσαντες οι Μοψουεστείς Ναόν του Μάρτυρος, μετεκόμισαν εκεί εκ του οίκου του Μαριανού το τίμιον λείψανον, εκράτησε δε ο Μαριανός εις τον οίκον του μόνον τον μεγάλον δάκτυλον της δεξιάς χειρός του Μάρτυρος δια ψυχικόν του αγιασμόν και σωματικήν θεραπείαν, μη εναντιωθέντος εις τούτο του Αγίου, καθώς εις άλλους θελήσαντας να πάρουν μέρος των λειψάνων του έκαμε· δι’ αυτού δε εφανέρωσεν ο Άγιος την τε αγάπην όπου είχε προς τον Μαριανόν, και τρόπον τινά ωσάν να αντήμειψε με αυτό τους μεγάλους κόπους, τους οποίους έκαμεν ο Μαριανός, και την φιλοξενίαν όπου έδειξεν. Κτίσας δε ούτος Εκκλησίαν εις τον Μάρτυρα, εώρταζε κατ’ έτος με μεγάλην ευλάβειαν και φιλοφροσύνην την ημέρα της τελειώσεώς του, γενομένην κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου μηνός, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς Θεότητος τε και Βασιλείας, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους απεράντους αιώνας των ατελευτήτων αιώνων. Αμήν.

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

O Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΜΑΚΑΡΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΜΑΚΑΡΙΟΣ, ο εν Θεσσαλονίκη μαρτυρήσας κατά το έτος αφκζ΄ (1527) ο και μαθητής χρηματίσας του Αγίου Νήφωνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ξίφει τελειούται.                                      

Μακάριος  ο αοίδιμος Οσιομάρτυς ποίαν μεν είχε πατρίδα, και ποίων γονέων ήτο υιός, δεν εφανέρωσεν ιστορία ιδιαιτέρα· ότι δε υπήρξε μαθητής του αγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κυρίου Νήφωνος, ωραίος μεν το σώμα, ωραιότερος δε την ψυχήν, και ότι μαρτυρικόν τέλος έλαβε, το ευρίσκομεν γεγραμμένον εις τον Βίον τού αυτού Αγίου Νήφωνος. Ούτος λοιπόν ο τη αληθεία μακάριος υπήρξεν εις από τους μεγάλους αγωνιστάς της εν Χριστώ ασκήσεως και της ακριβείας του μοναδικού βίου φύλαξ, και ζηλωτής εν πάσι των αρετών του διδασκάλου του Αγίου Νήφωνος· φθάσαντος δε εις το άκρον και τέλειον της θείας αγάπης, εφλέγετο καθ’ εκάστην η καρδία του και επόθει όπως αξιωθή και τελειώση την ζωήν του δια μαρτυρικού θανάτου. Εφανέρωσε όθεν τον πόθον και τον ένθεον τούτον σκοπόν του εις τον Άγιον Νήφωνα, ευρισκόμενον τότε εν τη Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου, κατά την δευτέραν φοράν της εις το Άγιον Όρος ελεύσεώς του. Ο δε, ακούσας τον σκοπόν του, και γνωρίσας ότι είναι κατά θείαν βούλησιν, είπεν εις αυτόν· «Άπελθε, τέκνον, εις την οδόν του Μαρτυρίου, ότι κατά την προθυμίαν σου θεόθεν θ’ αξιωθής να λάβης τον στέφανον της αθλήσεως και θα αγάλλεσαι αιωνίως μετά των Μαρτύρων και των Οσίων». Και ποιήσας ευχήν, και σφραγίσας αυτόν δια του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και καταφιλήσας, απέλυσεν αυτόν εν ειρήνη. Ο δε ευλογημένος Μακάριος, οπλισθείς δια των ευχών του Αγίου, εξήλθε χαίρων από το Όρος και έτρεχεν ίνα φθάση εις τον ποθούμενον αγώνα· κατευοδωθείς δε εις την Θεσσαλονίκην, βλέπει εκεί συνηγμένον πλήθος πολύ Οθωμανών και αρχίζει ευθύς να διδάσκη παρρησία, ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, όστις κατήλθεν από τους κόλπους του Πατρός, και έγινε δι’ ημάς άνθρωπος και ούτω καθεξής εκήρυττε λεπτομερέστατα όλα τα της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Ακούσαντες δε οι Οθωμανοί ταύτα, ώρμησαν κατ’ αυτού μετά μαχαιρών και ξύλων και κτυπώντες αυτόν κατεπλήγωσαν όλον του το σώμα, ώστε έτρεχε το αίμα ποταμηδόν από τας πληγάς· έπειτα έβαλον αυτόν εις την φυλακήν. Το δε πρωϊ συναχθέντες έφερον τον Μάρτυρα εις το κριτήριόν των, και κατ’ αρχάς μεν τον εκολάκευον, υποσχόμενοι πλούσια δώρα δια να τον μεταστρέψωσιν από την πίστιν του Χριστού εις την θρησκείαν των. Αλλ’ ο Μάρτυς του Χριστού μετά παρρησίας απεκρίνετο· «Είθε και σεις να γνωρίσητε την αληθινήν και ακατηγόρητον πίστιν ημών των Χριστιανών, και να βαπτισθήτε εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος και να ελευθερωθήτε από την πεπλανημένην θρησκείαν σας». Καθώς ήκουσαν ταύτα οι Τούρκοι, ήρπασαν παρευθύς τον Μάρτυρα και κτυπώντες αυτόν, και δια μαχαιρών κεντώντες το σώμα του και καταπληγώνοντες αυτό, τέλος απέκοψαν και την τιμίαν αυτού κεφαλήν, κατά την ιδ΄ (14ην) Σεπτεμβρίου του έτους αφκζ΄ (1527) και τοιουτοτρόπως έλαβεν ο Οσιος τον αδαμάντινον στέφανον του Μαρτυρίου. Ο δε Άγιος Νήφων, ευρισκόμενος εις το Βατοπαίδιον, επληροφορήθη εκ Πνεύματος Αγίου το μαρτυρικόν τέλος του Μακαρίου και είπε προς τον άλλον του μαθητήν Ιωάσαφ· «Γίνωσκε, τέκνον μου, ότι ο συνάδελφός σου Μακάριος ετελεύτησε σήμερον μαρτυρικώς, και υπάγει ήδη εις τους ουρανούς, ίνα συγχαίρη εκεί εις τους ενδόξους χορούς των Οσίων και των Μαρτύρων»· ων ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανίου μακαριότητος. Αμήν.


Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

O Άγιος Μάρτυς Πάπας

 Τη αυτή ημέρα Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΠΑΠΑ.                                                               

Πάπας ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Μαξιμιανού του βασιλέως και Μάγνου ηγεμόνος της πόλεως Λαράνδου της επαρχίας Λυκαόνων. Ο δε τρόπος του Μαρτυρίου αυτού είναι ποικίλος και πολυειδής· διότι και πληγάς εις τας σιαγόνας έλαβε, και κρεμασθείς εξέετο δια σιδηρών ονύχων, και καρφωθέντων εις τους πόδας του σιδηρών υποδημάτων ηναγκάζετο να τρέχη με αυτά έμπροσθεν των ίππων και ούτω με τοιαύτας βασάνους παρέδωκεν ο μακάριος την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. 

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Μνήμη της Αγίας ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου

Μνήμη της Αγίας ΣΤ’  Οικουμενικής Συνόδου των Αγίων Εκατόν Εβδομήκοντα Πατέρων, των εν Κωνσταντινουπόλει κατά των Μονοθελητών συνελθόντων.                 

Η Αγία Έκτη Οικουμενική Σύνοδος συνηθροίσθη εν τω Τρούλλω του παλατίου τω λεγομένω Ωάτω, επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του Παγωνάτου, πατρός Ιουστινιανού του Β΄ του καλουμένου Ρινοτμήτου, εν έτει χπ΄ (680) μ.Χ. Λέγεται δε αύτη Τρίτη των εν Κωνσταντινουπόλει γενομένων. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήτο ο Γεώργιος, Πάπας δε της Ρώμης ο Αγάθων. Παρόντες εν αυτή ήσαν ρο΄ (170) Άγιοι Πατέρες, προεξήρχον δε της Συνόδου ο Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιος παραστάς εν τη Συνόδω αυτοπροσώπως, ο Ρώμης Αγάθων, όστις αντεπροσωπεύετο δια τοποτηρητών (Θεόδωρος και Σέργιος Πρεσβύτεροι και Ιωάννης Διάκονος), Πέτρος Μοναχός τοποτηρητής του θρόνου Αλεξανδρείας, Θεοφάνης ο Αντιοχείας (ο μετά τον υπό της Συνόδου ταύτης καθαιρεθέντα Μακάριον πατριαρχεύσας) και Γεώργιος Ιερομόναχος Τοποτηρητής του θρόνου Ιεροσολύμων. Η Σύνοδος αύτη συνήλθε δια την εκταράττουσαν τότε την Εκκλησίαν αίρεσιν των Μονοθελητών. Διεκρίθησαν δε εν αυτή ο της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης Γεώργιος, Στέφανος ο της εν Πόντω Ηρακλείας φωστήρ, Ιωάννης Αθηνών Επίσκοπος και άλλοι επί σοφία και τη των Γραφών πολυμαθεία διάσημοι. Κατεδίκασε δε και ανεθεμάτησε η Σύνοδος αύτη τους αιρετικούς Μονοθελητάς. Ήσαν δε τότε εν ζωή ο Αντιοχείας Μακάριος, του οποίου μάλιστα η καθαίρεσις εγένετο εν δημοσία τελετή δια της αφαιρέσεως των ιερατικών ενδυμάτων και άλλοι ομόφρονες αυτού. Κατέκρινεν επίσης η Σύνοδος και ανεθεμάτισε και τους προαποθανόντας Μονοθελητάς Ονώριον τον Ρώμης Πάπαν, Σέργιον, Πύρρον, Πέτρον και Παύλον τους της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχας, και Κύρον Αλεξανδρείας. Επίσης Θεόδωρον τον της Φαράν Επίσκοπον, Στέφανον τον μαθητήν του Μακαρίου, Πολυχρόνιον τον νηπιόφρονα γέροντα και τους συν αυτοίς, οίτινες εδογμάτιζον ασεβώς επί Χριστού μίαν θέλησιν και μίαν ενέργειαν. Δια του πονηρού τούτου δόγματος κατεβίβαζον οι αιρετικοί Μονοθεληταί εις πάθος το απαθές της Θεότητος, και εις άλλας πολλάς ατοπίας κατεκρημνίζοντο. Εδογμάτισε δε η αυτή Αγία Σύνοδος να φρονώμεν και να σεβώμεθα επί Χριστού μίαν μεν υπόστασιν της θεότητος και της ανθρωπότητος, δύο δε φυσικάς θελήσεις και ενεργείας· καθότι και αι δύο φύσεις εν τω ενί Χριστώ ετηρήθησαν άτρεπτοι και ασύγχυτοι· και ποτέ μεν η μία φύσις, ποτέ δε η άλλη επεδείξατο την ιδικήν της θέλησιν και ενέργειαν. Κανόνας η Αγία αύτη Σύνοδος δεν εξέθεσεν. Εξέδωκεν όμως τοιούτους η Πενθέκτη λεγομένη Σύνοδος η συγκληθείσα υπό Ιουστινιανού του Ρινοτμήτου, του υιού του Κωνσταντίνου τούτου εν τω αυτώ Τρούλλω εν έτει 691. 

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Η μνήμη της βασιλίσσης ΠΛΑΚΙΛΛΗΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμη της ευσεβεστάτης βασιλίσσης ΠΛΑΚΙΛΛΗΣ, συζύγου γενομένης του ευσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου.                                     

Πλακίλλα η ευσεβεστάτη και Αγία βασίλισσα ήτο γυνή  του ευσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου του εν έτει τοθ΄ (379) βασιλεύσαντος· καίτοι δε έχουσα την επί γης βασιλείαν, ηγάπα όμως και επεθύμει να αποκτήση περισσότερον την Βασιλείαν των ουρανών. Δια τούτο δεν εξώθει αυτήν εις υπερηφάνειαν το ύψος της επιγείου βασιλείας, όπερ είχεν, αλλά μάλλον εταπείνωνε και ήναπτεν αυτήν εις τον πόθον τής ουρανίου Βασιλείας. Όσον δε μεγάλη ήτο η ευεργεσία, την οποίαν εχάρισεν εις αυτήν ο Θεός, τόσον και αυτή έδειξε μεγάλην αγάπην εις τον ευεργέτην αυτής Κύριον. Δια τούτο η αοίδιμος αυτοπροσώπως εφρόντιζε να επισκέπτηται τους ασθενείς και αναπήρους, τους εστερημένους από τα μέλη του σώματος ή έχοντας ταύτα βεβλαμμένα· επεσκέπτετο δε αυτούς χωρίς να λαμβάνη εις συνοδείαν της πλήθος υπηρετών και δούλων και δορυφόρων, καθό βασίλισσα, αλλά ενοσήλευεν αυτούς μόνη με τας ιδίας της χείρας. Μετέβαινε μόνη εις τους οίκους των, και έδιδεν εις έκαστον τα χρειώδη. Αλλά και εις τα ξενοδοχεία της Εκκλησίας περιπατούσα η μακαρία υπηρέτει τους κλινήρεις, μόνη λαμβάνουσα την χύτραν και μαγειρεύουσα δι’ αυτούς· μόνη γευομένη από τον ζωμόν, δια να δοκιμάση το φαγητόν των· μόνη πλύνουσα το ποτήριον των αρρώστων, και μόνη κάμνουσα όλα τα άλλα έργα, όσα είναι ίδια των δούλων και υπηρετριών. Εις εκείνους δε, οι οποίοι προσεπάθουν να εμποδίσουν τους ασθενείς, έλεγε ταύτα τα αξιομνημόνευτα λόγια· «Η μεν βασιλεία, την οποίαν έχω, πρέπει να διαμοιράζη εις τους πτωχούς το χρυσίον και το αργύριον· εγώ δε πάλιν η βασίλισσα πρέπει να προσφέρω εις τον Θεόν την δια σώματός μου υπηρεσίαν, ευχαριστούσα, διότι μοι εχάρισε την βασιλείαν ταύτην». Εις δε τον σύζυγόν της βασιλέα Θεοδόσιον συνείθιζε να λέγη συχνάκις· «Πάντοτε, ω άνδρα μου, πρέπει να συλλογίζησαι, τι ήσουν προ του να γίνης βασιλεύς, και τι είσαι τώρα. Διότι, εάν αυτά ενθυμήσαι, δεν θα γίνης ποτέ εις τον ευεργέτην σου Θεόν αχάριστος, αλλά θα κυβερνήσης πάντοτε κατά τους νόμους την βασιλείαν την οποίαν Αυτός σοι εχάρισε· και με αυτόν τον τρόπον θα ευχαριστήσης τον χαρίσαντά σοι την επίγειον βασιλείαν». Τοιαύτα λόγια μεταχειριζομένη πάντοτε η αείμνηστος βασιλίς, προσέφερεν αυτά εις τα καλά σπέρματα της αρετής του ανδρός της ως πότισμα κάλλιστον και αρμοδιώτατον. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον εδίδασκεν ακριβώς τους νόμους του Θεού, τόσον εις τον εαυτόν της, όσον και εις τον άνδρα της. Όθεν δουλεύουσα τον Θεόν εις όλην της την ζωήν με εγκράτειαν, με προσευχήν, με κακοπάθειαν γενναίαν, με την προς πάντας ιλαρότητα και με την συμπάθειαν των δεομένων πτωχών, ούτω παρέδωκε το πνεύμα της εις ον εδούλευε Θεόν, προ του να αποθάνη ο σύζυγός της· τόσην δε αγάπην έδειξεν εις αυτήν και μετά τον θάνατόν της ο βασιλεύς και σύζυγος αυτής Θεοδόσιος, ώστε, επειδή οι Αντιοχείς, κινηθέντες από ένα άγριον και πονηρόν δαίμονα, εξηγέρθησαν εναντίον των βασιλικών ανδριάντων, και τον χάλκινον ανδριάντα της πανευφήμου Πλακίλλης ταύτης κατεκρήμνισαν και έσυραν ατίμως αυτόν εις μέγα μέρος της πόλεως, τόσην, λέγω, αγάπην έδειξεν εις αυτήν τότε, ώστε ωργίσθη μεγάλως δια την ατιμίαν ταύτην, καθώς ήτο και πρέπον να οργισθή, και αφήρεσε τα προνόμια της πόλεως Αντιοχείας, απειλήσας άμα, ότι θα κατακαύση αυτήν και θα την μεταβάλη εις χωρίον. Επειδή δε ο Όσιος Μακεδόνιος, ο οποίος τότε ησκήτευεν εις τους πρόποδας του εν Αντιοχεία όρους, έγραψεν εις τον βασιλέα και συνεβούλευεν αυτόν να παύση την οργήν του, δια τούτο παρεκινήθη να αποκριθή προς αυτόν ο βασιλεύς ταύτα· «Δεν έπρεπεν, ω Πάτερ, διότι εγώ έσφαλα εις τους Αντιοχείς, αυτοί να δείξουν τόσην ύβριν και ατιμίαν μετά θάνατον εις μίαν τοιαύτην γυναίκα, ήτις ήτο αξιωτάτη παντός επαίνου και τιμής· κατ’ εμού δε έπρεπεν οι Αντιοχείς να εξεγείρωσι τον θυμόν των και όχι κατ’ εκείνης». Μετά ταύτα όμως ωφελήθη ο αυτός βασιλεύς από τας ειρημένας αγαθάς συμβουλάς της μακαρίας συζύγου του Πλακίλλης, εις το να κρατή τον θυμόν του και να νικά την οργήν του. Διότι εν ω ο βασιλεύς έπρεπε να εκδικήση με μεγάλας τιμωρίας τους Αντιοχείς, δια την μεγάλην ατιμίαν την οποίαν έδειξαν εις τους βασιλικούς ανδριάντας, και έπρεπε να τους αφανίση εξ ολοκλήρου, αυτός όμως ενθυμούμενος τους ανωτέρω λόγους της γυναικός του, και τον νόμον τον οποίον ενομοθέτησεν εις αυτόν ο Άγιος Αμβρόσιος ο Μεδιολάνων, αυτά, λέγω, ενθυμούμενος, εφοβέρισε μεν μόνον ότι θα αφανίση την πόλιν των Αντιοχέων, αλλά πάλιν εφέρθη εις αυτούς πράως και φιλανθρώπως. 

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Λόγος Δ΄ εἰς τήν ῞Υψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ

ΦΙΛΟΘΕΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

α´ ᾿Επειδή ἀπεκόπημεν ἀπό τήν πρώτη καί θεία καί μακαρία ζωή λόγῳ τῆς παραβάσεως τοῦ προπάτορος, καί μακρυνθέντες ἀπό τόν Θεόν, ἐγίναμε  ἐξόριστοι τοῦ Παραδείσου, καί ξεπέσαμε εἰς μία πολύ ἁμαρτωλή ζωή, καί κατεκρίθημεν εἰς τό νά ἀποθάνωμε, καί  κατατεμαχισθήκαμε σέ ἀναρίθμητες γνῶμες, καί πλάνες καί ἀσέβειες, ὡς  δοῦλοι τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου μέ τίς φιληδονίες καί τά πάθη τῆς σαρκός, καί διά τοῦτο εἴχαμε ἀνάγκη νά σαρκωθῇ ὁ Θεός, ὁ ῾Οποῖος δέν ὑπέφερε τήν ζημία τοῦ πλάσματός Του, οὔτε ἤθελε νά τό ἀφήσῃ νά καταστραφῇ·  προκειμένου ἀπό Αὐτόν πού ἐπλάσθημεν, ἀπό Αὐτόν καί νά ἀναπλασθῶμεν, δι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγον, ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ  καί Λόγος, ὁ ῾Οποῖος ἀπ᾿ αἰῶνος ὑπάρχει μαζί μέ τόν Πατέρα, ἄχρονος ὤν,  εὐσπλαγχνισθείς τήν φύσιν μας, ἡ ὁποία ἐγλίστρησε καί ἀπεμακρύνθη ἀπό τό καλό, καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας ἔφθασε εἰς τά βάθη τοῦ ᾅδου· εὐδόκησε καί ἠθέλησε νά γίνῃ ἄνθρωπος σέ μία ὡρισμένη στιγμή,  καί νά εἰσέλθῃ μέσα εἰς τόν χρόνον, καί νά γίνῃ ὅμοιος κατά πάντα μέ ἡμᾶς, πλήν τῆς ἁμαρτίας. Διά τοῦτο ὁ ᾿Αχώρητος χωρεῖται μέσα σέ Παρθενικά σπλάγχνα, καί περιγράφεται κατά τήν σάρκα ὁ ᾿Απερίγραπτος, καί διά τῆς κοινωνίας αὐτῆς θεώνει τό πρόσλημμα, καί γίνεται ἀληθινός καί τέλειος ἄνθρωπος, Αὐτός πού πάντοτε ἦτο τέλειος Θεός.
β´ ᾿Αφοῦ λοιπόν συνανεστράφη καί ἔζησε μέσα εἰς τόν κόσμον, ἔδωσε ἐντολάς δικαιοσύνης καί ἀρετῆς, καί ἔδειξε τήν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας, ἐδίδαξε τά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη, ἔκαμε θαύματα ὑπερφυσικά, μεγάλα καί θαυμαστά. ῞Υστερα παραδίδεται ἑκουσίως εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καί ἀδίκων, καί κατακρίνεται, καί καταδικάζεται, καί πάσχει, καί ὑπομένει τά φρικτά Πάθη, φέροντας ᾿Εκεῖνος ἀντί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, τήν σωτήριον τιμωρίαν, καί ὀδύνην, καί κάκωσιν σύμφωνα μέ ἐκεῖνο πού ἔχει γραφῇ· «Οὗτος τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται· Αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν».
Καταδέχεται ὁ Κύριος τῆς δόξης καί πτυσίματα καί κτυπήματα εἰς τό πρόσωπον, κολαφίσματα, καί ὕβρεις, καί γέλωτα, τόν κόκκινον μανδύαν καί τόν ἀκάνθινον στέφανον, κάλαμον καί σπόγγον καί χολήν μέ ξύδι, τούς ἥλους καί τήν λόγχην, καί μαζί μέ ὅλα αὐτά τόν Σταυρόν καί τόν θάνατον· ἔτσι ἀφ᾿ ἑνός μέν, καταργεῖ διά τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ θανάτου Του τήν καταδίκη καί τήν ἀπόφασι τῆς παλαιᾶς κατάρας, μέ τό νά γίνῃ κατάρα γιά χάρι μας, καθώς ἔχει γραφῇ· «᾿Επικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου»· ἀφ᾿ ἑτέρου δέ, διά τῆς ταφῆς καί τῆς ἀναστάσεως μᾶς ἐξάγει ἀπό τό σκοτάδι τῆς πικρᾶς καταδίκης, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά ἄλυτα δεσμά τοῦ τυράννου διαβόλου, καί χαρίζει κάθε ἐλευθερία. Διότι ὁ Κύριος ἀνίσταται τήν τρίτην ἡμέραν, καί ἀναβαίνει εἰς τούς Οὐρανούς μεσιτεύων καί προσευχόμενος γιά μᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός· καί πρόκειται πάλιν νά ἔλθῃ μέ δόξα, διά νά κρίνῃ ὅλην τήν γῆν, καί νά ἀποδώσῃ εἰς τόν καθ᾿ ἕνα κατά τά ἔργα αὐτοῦ.
γ´ ῎Ετσι ἐπρονόησε γιά μᾶς ὁ Θεός, καί ἔτσι ἐφρόντισε νά μᾶς βγάλῃ ἀπό τήν τυραννία καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου. ῎Ετσι ηὐδόκησε νά γίνῃ ἄνθρωπος ὑπέρ ἡμῶν, καί μᾶς ἔδωσε ὡς φάρμακα πρός θεραπείαν τῆς ἀσθενείας μας τά θεῖά Του Πάθη. Καί μέ αὐτά ἀνεπλάσθημεν, καί ἀξιωθήκαμε τῆς αἰωνίου ζωῆς, καί ἐγίναμε μέτοχοι θείων Μυστηρίων, καί ἀπολαμβάνομε τά Χαρίσματα καί τάς Δωρεάς τοῦ Πνεύματος. Κατά τόν θεῖον ᾿Απόστολον· «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου, γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Εγινε κατάρα γιά μᾶς ὁ Χριστός, ἐπειδή θυσίασε τόν ἑαυτόν Του ὑπέρ ἡμῶν, μέ τό νά ἀποθάνῃ μέ τήν θέλησίν Του τόν ἐπονείδιστον καί ἀδοξότατον θάνατον. Μᾶς ἐξηγόρασε ἀπό τήν κατάρα, διότι προσέφερε τό θεῖον καί ῞Αγιον Αἷμά Του καί μᾶς ἐλύτρωσε ἀπό τήν δουλεία τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, καθώς καί ἀπό τήν καταδίκη καί τήν φθορά τοῦ ᾅδου. ῎Εγινε κατάρα ὁ Χριστός, ἐπειδή ἀπέθανε τόν θάνατον τῶν ἐπικαταράτων καί κακούργων. ᾿Επειδή δέ, «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι Αὐτοῦ», διά τοῦτο μετέβαλε τήν κατάρα εἰς εὐλογίαν, καί βέβαια, ἀπεμάκρυνε καί συνέτριψε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί μᾶς ἐχάρισε ὁδόν σωτηρίας. Διότι ἦλθε ὁ Κύριος διά νά βαστάσῃ καί νά ἐξαλείψῃ τήν ἐναντίον μας κατάραν. Δι᾿ αὐτό καί ἐδέχθη τόν σταυρικόν θάνατον. Διότι πῶς ἠμποροῦσε διαφορετικά νά γίνῃ κατάρα, παρά μέ τό νά δεχθῇ τόν σταυρικόν θάνατον, τόν ὁποῖον ἐδοκίμαζον οἱ ἐπικατάρατοι; Πῶς ἐπίσης θά μᾶς προσκαλοῦσε εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας, ἐάν δέν ἐσταυρώνετο; Διότι μόνον ἐπάνω σέ σταυρό ἀποθνήσκει κανείς ἔχοντας ἐκτεταμένα τά χέρια του. ῞Απλωσε λοιπόν τάς παλάμας ὁ Κύριος διά νά ἑλκύσῃ ὅλους κοντά Του καί νά τούς ἑνώσῃ μέ μίαν μυστικήν καί θείαν κοινωνίαν μεθ᾿ ἑαυτοῦ, καθώς Αὐτός εἶπεν· «῞Οταν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν».
δ´ Διότι ὁ διάβολος πεσών ἀπό τόν Οὐρανόν μαζί μέ τούς συναποστάτας του πονηρούς δαίμονες, περιπλανᾶται τριγύρω εἰς τόν ἀέρα, καί προσπαθεῖ νά ἐμποδίσῃ αὐτούς πού ἀνέρχονται εἰς τόν Οὐρανόν.῏Ηλθε λοιπόν ὁ Κύριος, διά νά συντρίψῃ τόν διάβολον, καί τόν ἀέρα νά καθαρίσῃ, καί νά ἀνοίξῃ γιά μᾶς δρόμο πρός τόν Οὐρανόν διά τῆς σαρκός Του, καί νά δείξῃ ὅτι Αὐτός εἶναι πού συνέχει καί διακρατεῖ τά πάντα. ᾿Επειδή λοιπόν ὁ θάνατός Του ἁγιάζει τά σύμπαντα, διά τοῦτο εὐλόγως ἐδέχθη νά ὑποστῇ τόν ἀτιμότατον σταυρικόν θάνατον.
Τοῦτο τό σχῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐγκωμίασε καί ὁ θεῖος Δαυίδ λέγων· «Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός Σου, καί ἀπό τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ᾿Εάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν», τοῦτο φανερώνει τό ὕψος, «ἐάν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», τοῦτο φανερώνει τό βάθος, «ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», τό ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου· τοῦτο φανερώνει τό πλάτος, «καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης», τάς δυσμάς ὀνομάζει ἔτσι· τοῦτο φανερώνει τό μῆκος.
ε´ Καί ὁ θεῖος Παῦλος τοῦτο τό σχῆμα ὑπονοοῦσε γράφων πρός ᾿Εφεσίους· «῞Ινα ἐξισχύσητε», λέγει, «καταλαβέσθαι σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις, τί τό μῆκος, καί πλάτος, καί βάθος, καί ὕψος»· ἐννοῶντας διά μέν τοῦ ὕψους τά ἐπουράνια, διά δέ τοῦ βάθους τά ὑπόγεια τοῦ ᾅδου, διά δέ τοῦ πλάτους καί μήκους τά ἑκατέρωθεν ἄκρα, τά ὁποῖα κατέχονται ἀπό τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία βαστάζει καί διακρατεῖ τά πάντα. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ Κύριος, ὅτι· «Δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου σταυρωθῆναι», δηλαδή, δέν μπορεῖ διαφορετικά νά γίνῃ τό Πάθος, παρά μόνο διά τοῦ Σταυροῦ· καί ἐνῶ ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα μέσα θανατικῆς καταδίκης, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσε ὁ Κύριος νά πληρώσῃ τήν οἰκονομίαν τοῦ θανάτου ὑπέρ ἡμῶν, ἀπό ὅλα τά ἄλλα εἴδη, προετιμήθη ὁ σταυρικός θάνατος, ὡς ἀναγκαῖος καί ἀπαραίτητος.
῎Ετσι τώρα ὅπου καί νά χαραχθῇ ὁ Σταυρός, εὐλογεῖ, ἁγιάζει, φωτίζει, καί δίδει ὅλα τά σωτήρια. Τοῦτον λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἔχοντας ἀκατανίκητον ὅπλον, ἄς μή τρέμωμε, καί ἄς μή φοβούμεθα τούς ἐχθρούς· διότι αὐτοί τρέμουν τόν θεῖον Σταυρόν, καί φοβοῦνται, καί φεύγουν, ἐπειδή δέν μποροῦν, οὔτε γιά λίγο, νά ἀντικρύσουν τό σημεῖο του. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον, ὅλα μας τά ἔργα ἄς τά ἐπιτελοῦμε καί τελειώνουμε μέ τό σημεῖον τοῦ θείου Σταυροῦ. Διά τοῦτο ὑψώνοντες καί προσκυνοῦντες αὐτόν, μεγαλύνομε καί δοξάζομε τόν Χριστόν, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη ἐπ᾿ αὐτοῦ. Διότι ἐκεῖνος πού ἐγκωμιάζει τόν Σταυρόν, τιμᾷ καί δοξάζει καί προσκυνεῖ τόν Σταυρωθέντα Χριστόν. Διότι διά τοῦ Σταυροῦ ὁ τύραννος διάβολος ᾐχμαλωτίσθη· διά Σταυροῦ ὁ θάνατος ἐνικήθη καί ἐξηφανίσθη, καί ὁ ᾅδης ἀπεγυμνώθη. ῎Επρεπε δηλαδή, μέ ἐκεῖνα πού μᾶς ἐνίκησε ὁ διάβολος, μέ ἐκεῖνα πάλιν νά ὑπερισχύσῃ καί νά ἐπικρατήσῃ ὁ Χριστός.
στ´ Τά αἴτια, δηλαδή, τῆς καταδίκης καί τῆς φθορᾶς μας ἦσαν ἡ γυναῖκα, τό ξύλον καί ὁ θάνατος. Διότι ἡ Εὔα ἐξηπατήθη ἀπό τόν ὄφιν διάβολον. Τό ξύλον ἦτο τό δένδρον ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖον καί ἡ Εὔα καί ὁ ᾿Αδάμ ἔφαγον παρανόμως. ῾Ο θάνατος δέ, ἦτο ἡ τιμωρία τῆς παρανόμου αὐτῆς γεύσεως. ᾿Αλλ᾿ ὅμως, νά ὅτι πάλι Παρθένος καί Ξύλον καί Θάνατος! Καί ἐκεῖνα πού ἦσαν τότε αἴτια τῆς κατακρίσεως καί τῆς καταδίκης μας, τώρα ἔχουν γίνει πρόξενα τῆς νίκης καί τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας μας. ᾿Αντί τῆς Εὔας ἡ ὑπερευλογημένη καί ᾿Αειπάρθενος Μαριάμ· ἀντί τοῦ ξύλου πού ἦτο εἰς τόν Παράδεισον, τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ· ἀντί τοῦ θανάτου τοῦ ᾿Αδάμ, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Διότι μέ ἐκεῖνα πού ἐνίκησεν ὁ διάβολος, μέ αὐτά πάλι κατηργήθη καί συνετρίβη. Διά τοῦ δένδρου ἐκείνου ὁ ἐχθρός ἐνίκησε τόν ᾿Αδάμ· διά τοῦ Σταυροῦ συνέτριψε τόν ἐχθρόν ὁ Χριστός. Καί ἐκεῖνο μέν τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔγινε αἰτία θανάτου καί μᾶς ὡδήγησε εἰς τόν ᾅδην· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ καί αὐτούς πού εὑρίσκοντο εἰς τόν ᾅδην τούς ἠλευθέρωσε. Τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔκαμε τόν ᾿Αδάμ αἰχμάλωτον καί γυμνόν, καί τόν ἠνάγκασε νά κρυβῇ· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ ἔδειξε ἀπό ψηλά πρός ὅλους τόν νικητήν Χριστόν ἐπάνω εἰς τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ, ἐνίκησε τελείως, ὡσάν ἄλλος γενναῖος ἀθλητής, τάς ἐχθρικάς δυνάμεις τοῦ Πονηροῦ. Καί ὁ μέν θάνατος τοῦ ᾿Αδάμ, καί τούς ἀπογόνους του κατεδίκασε, κατέκρινε καί ἐθανάτωσε· ἐνῶ ἀντιθέτως, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, καί τούς πρίν ἀπό Αὐτόν πεσόντας καί θανατωθέντας ἀνέστησε, καί ἐζωοποίησε, καί εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἐχάρισε τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.
ζ´ «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Ας προσέχωμε τούς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί, μήπως πάλι πέσωμεν ὑπό κατάραν, μέ τό νά ἀμελήσωμε τόν φόβον τοῦ Θεοῦ καί τάς σωτηρίους ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς ἔλουσε ὁ Χριστός μέσα εἰς τό ῞Αγιον Βάπτισμα «διά λουτροῦ παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου»· ἄς μήν ἐπιστρέψωμε πάλιν «ἐπί τόν ἴδιον ἔμετον».
Μᾶς ἔκαμε ὁ Χριστός συμμόρφους καί συσσώμους μέ τόν ἑαυτόν Του· μή λοιπόν κάνωμε «τά μέλη τοῦ Χριστοῦ μέλη πόρνης», καταμολύνοντες τό σῶμα, καί ἀμαυροῦντες τήν βασιλικήν εἰκόνα. Μᾶς ἁγίασε ὁ Χριστός, καί μᾶς ἐκαθάρισε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας διά τοῦ τιμίου καί ἀχράντου Αἵματός Του, ὥστε νά «μή ἔχωμε κανένα σπῖλο ἤ ῥυτίδα», οὔτε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού δημιουργοῦν ἀσχήμιαν ἤ ἀποκρουστικότητα. ῎Ας μή ἐγκαταλείψωμε τήν ἀρετή, διά νά ὑπάγωμεν εἰς τήν ἁμαρτίαν, μήτε νά ἀγαπήσωμε τήν δυσωδία τῶν παθῶν, καί τήν ἀκαθαρσία τοῦ ῥύπου τῶν ἡδονῶν πού προέρχεται ἀπό αὐτά. Μᾶς ἐγέμισε ὁ Χριστός ἀπό φῶς λαμπρότατο καί καθαρό· ἄς μή προτιμήσωμε πάλι τό ζοφερό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Μᾶς ἔκαμε ὁ Θεός συμπολίτας μέ τούς ἁγίους ᾿Αγγέλους, καί μᾶς ἀξίωσε νά γίνωμε συγκληρονόμοι τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν· ἄς μή διαλέξωμε πάλι τήν ἀδοξίαν, τήν φθοράν καί τήν καταδίκην, ἀλλά ἄς παραμείνωμε σταθεροί εἰς τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν πού μᾶς ἐξησφάλισε ὁ Χριστός, ἁγιαζόμενοι ἐν τῇ δόξῃ Αὐτοῦ· καί ἄς πολιτευώμεθα, ἀδελφοί μου, μέ κάθε νῆψι καί προσοχή, ὥστε νά μείνωμε σταθεροί εἰς τήν πίστιν καί τήν σωτηρίαν πού μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεός, καί διά τῆς ὁποίας δικαιούμεθα καί σωζόμεθα. Διότι ἐάν δέν μείνωμεν ἔτσι σταθεροί, ἀλλά γυρίσωμεν εἰς τά ὀπίσω, θά τιμωρηθοῦμε αὐστηρά, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος διά νά κρίνῃ τήν γῆν. Διά νά μή γίνῃ λοιπόν αὐτό, ἄς ζήσωμε μέ εὐλάβεια καί μετάνοια, ὅπως ἀρέσει εἰς τόν Θεόν, ἀγωνιζόμενοι νά ἀποκτήσωμε τήν καθαρότητα τοῦ βίου, τάς ἀρετάς τῶν δακρύων καί τῆς κατανύξεως, ὑποτάσσοντες καί δουλαγωγοῦντες τό σῶμα, ζωογονοῦντες καί διατρέφοντες τήν ψυχήν, μέ Πνευματικά λόγια καί ἔργα, ἐργαζόμενοι τά ἔργα τοῦ Θεοῦ χωρίς ῥαθυμίαν, καί χωρίς νυσταγμόν καί ἀμέλειαν.
η´ ᾿Εάν δέ ῥαθυμήσωμε καί ἀμελήσωμε, ἐπειδή ἡ φύσις μας εἶναι ἀσθενής καί εὔκολα γλιστρᾷ, πάλιν ἄς μετανοῶμεν, ἄς μεταμελώμεθα καί ἄς ἐξομολογούμεθα τά ἁμαρτήματά μας. ῎Ας συντρίβωμε τάς καρδίας μας μέ μετάνοια καί νῆψι, καί ἔτσι ἄς ἐπανερχώμεθα εἰς τήν προηγουμένην καλήν κατάστασίν μας.
῎Ας φυλάττωμε τήν καλήν «παρακαταθήκην», καί τόν σεβασμό πρός τόν νέον βασιλέα μας, «τόν χριστόν Κυρίου», ὁ ὁποῖος ἔχει τήν βασιλείαν ἐκ πατρός καί πάππου καί προπάππου. ῎Ας ὑποτασσώμεθα εἰς τήν δικαίαν καί νόμιμον ἐξουσίαν του σέ ὅλα. ῎Ετσι ἀγαπῶντες καί διακονοῦντες αὐτόν, θά ζήσωμε μέ εὐσέβειαν, θά ἀναδειχθῶμεν καθαροί ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, καί θά ἀκούσωμε τόν Θεόν νά μᾶς λέγῃ· ᾿Εγώ «ὕψωσα τόν δοῦλόν μου» τόν βασιλέα, διά τῆς ᾿Εκκλησίας μου· «ἐν ἐλέει ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν· ἡ γάρ χείρ μου συναντιλήψεται αὐτῷ καί ὁ βραχίων μου κατισχύσει αὐτόν· οὐκ ὠφελήσει ἐχθρός ἐν αὐτῷ, καί υἱός ἀνομίας οὐ προσθήσει τοῦ κακῶσαι αὐτόν. Καί συγκόψω ἀπό προσώπου αὐτοῦ τούς ἐχθρούς αὐτοῦ καί τούς μισοῦντας αὐτόν τροπώσομαι. Καί ἡ ἀλήθειά μου καί τό ἔλεός μου μετ᾿ αὐτοῦ, καί ἐν τῷ ὀνόματί μου ὑψωθήσεται τό κέρας αὐτοῦ. Καί θήσομαι ἐν θαλάσσῃ χεῖρα αὐτοῦ καί ἐν ποταμοῖς δεξιάν αὐτοῦ». ᾿Εγώ εἶμαι ὁ Πατέρας σας, ἐγώ ἡ ῥίζα, ἐγώ τό θεμέλιον, ἐγώ ὁ τροφεύς, ἐγώ τό σπίτι, ἐγώ τό ἱμάτιον, κάθε τι πού θελήσετε, ἐγώ εἶμαι γιά σᾶς. Τίποτε δέν θά ἔχετε ἀνάγκη, ἀρκεῖ νά εὑρίσκεσθε κοντά μου διά τῆς ἀρετῆς. Σεῖς εἶσθε δι᾿ ἐμέ ὅλα· καί φίλοι, καί μέλη, καί συγκληρονόμοι, ἀρκεῖ μόνον νά πορεύεσθε, κατά τά προστάγματά μου καί νά φυλάσσετε τάς ἐντολάς μου, μέ τό νά ποιῆτε αὐτάς· παραλλήλως δέ, νά δείχνετε κάθε φροντίδα καί προστασίαν καί εὐσπλαχνίαν πρός τούς πτωχούς τοῦ λαοῦ μου.
θ´ Εἰς τάς κρίσεις σας μή κάμετε καμμία ἀδικία, οὔτε νά διαστρέψετε καί νά καταπατήσετε τό δίκαιον τοῦ πτωχοῦ. Νά μή σᾶς ἐπηρεάζῃ καμμία προσωποληψία ἀρχόντων, οὔτε νά ἔχετε σχέσεις μέ δωροδοκίας. ᾿Εξ ἴσου νά κρίνεται καί τούς ταπεινούς καί ἀσήμους, καί τούς ἀξιωματούχους καί ἐπισήμους καί νά ἀποσπάσετε τόν ἀθῷον ἀπό τά χέρια ἐκείνου πού τόν ἀδικεῖ. Μή θέλετε νά ἀκούετε λόγους πονηρούς καί ματαίους. Διότι ὑπάρχουν μερικοί πού δέν ἔχουν καλή συμπεριφορά, καί μή ἔχοντες προσωπικάς ἀρετάς, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσαν νά ἐκτιμηθοῦν, διαμορφώνουν τόν ἑαυτό τους παρασυρόμενοι ἀπό τήν κακίαν τοῦ περιβάλλοντος.
Μή στηρίζετε τάς ἐλπίδας σας εἰς τόν πλοῦτον καί εἰς τήν ἀδικίαν. Μή φλογίζεσθε ἀπό τόν πόθον διά πλούτη, πού προέρχονται ἀπό ἁρπαγάς. Κάμετε κρίσεις δικαίας, διά νά σκεπασθῆτε κατά τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς Κρίσεώς μου. Καμμία χήραν καί κανένα ὀρφανόν νά μή ἀδικήσετε. ᾿Εάν ἀδικήσετε αὐτούς καί κράξουν πρός ἐμέ ἐναντίον σας, ἐγώ θά ἀκούσω τήν φωνήν των καί θά ὀργισθῶ καί θά ἐπιτρέψω νά φονευθῆτε ἐν στόματι μαχαίρας καί ἔτσι αἱ γυναῖκες σας θά γίνουν χῆραι καί τά παιδιά σας ὀρφανά, ὡσάν ἐκεῖνα πού ἐσεῖς ἠδικήσατε.

῎Ας φοβηθῶμεν καί ἄς φρίξωμεν, ἀδελφοί μου, ἀκούοντες αὐτά, καί ὅσοι εὑρίσκεσθε μέσα εἰς τήν κακίαν, τήν ἀδικίαν, τήν ἁρπαγήν, τήν πλεονεξία καί τήν ἀπιστίαν, ἐπιστρέψατε καί μετανοήσατε. ῞Οσοι δέ στέκεσθε εἰς τήν ἀρετήν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἀλήθειαν καί τήν πίστιν, μή ῥαθυμήσετε, οὔτε νά ὑποχωρήσετε· ὥστε καί ὁ Σταυρός ὁ Τίμιος, ὁ ἄξιος προσκυνήσεως καί σεβασμοῦ, ἡ ἰσχύς τῆς οἰκουμένης, τό στερεό φρούριον τῆς Χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας, τό ἀνίκητον ὅπλον τῶν ᾿Ορθοδόξων βασιλέων, τό ἄθραυστο ὀχύρωμα, νά μᾶς ἐνδυναμώσῃ μέ τήν ἀήττητον δύναμίν του, καί νά μᾶς καταξιώσῃ νά διέλθωμε τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μας μέ ἁγιασμόν καί θεάρεστον πολιτείαν· καθώς ἐπίσης νά ἀναδείξῃ τούς ᾿Ορθοδόξους καί ἁγίους βασιλεῖς μας νικητάς κατά τῶν ἐχθρῶν πού μᾶς πολεμοῦν, μᾶς ἀδικοῦν καί μᾶς μισοῦν· καί ἔτσι νά λάβωμε κάποια παρηγορία, εἰρήνη καί γαλήνη, ὅπως ἐλπίζομε καί προσευχόμεθα, κατά τόν παρόντα βίον. Εἰς δέ τόν μέλλοντα αἰώνα νά ἀπολαύσωμε τήν ἄφατον χαράν καί ἀγαλλίασιν τῶν δικαίων· αὐτῆς εἴθε νά ἀξιωθῶμεν ὅλοι διά τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ῟ῼ πρέπει δόξα καί κράτος σύν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί καί Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ᾿Αμήν.