Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ΝΕΣΤΑΒΟΣ και ΖΗΝΩΝ οι αυτάδελφοι

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι Μάρτυρες ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ΝΕΣΤΑΒΟΣ και ΖΗΝΩΝ οι αυτάδελφοι λίθοις τελειούνται.                                                                                                

Ευσέβιος, Νέσταβος και Ζήνων οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμαζον κατά τους χρόνους Ιουλιανού του Παραβάτου, εν έτει τξα΄ (361) μ. Χ. όντες αδελφοί κατά σάρκα, καταγόμενοι εκ της πόλεως Γάζης· επειδή δε εξ όλων των πολιτών της πόλεως εκείνης αυτοί μόνον ελάτρευον τον Χριστόν, δια τούτο εμισούντο υπό των ειδωλολατρών, οίτινες και ορμήσαντες συνέλαβον αυτούς εις τινα οίκον κεκρυμμένους υπάρχοντας, και μαστιγώσαντες ενέκλεισαν εις την φυλακήν· συνελθόντες δε είτα εις το μέσον της πόλεως, πλείστα εναντίον των Μαρτύρων κατεμαρτύρουν ψευδώς, ότι δήθεν ούτοι εξύβρισαν τους θεούς των και ειργάσθησαν κτά το παρελθόν μετά ζήλου δια την πτώσιν και τον αφανισμόν της Ελληνικής θρησκείας· και ούτω κράζοντες, παρεκίνουν αλλήλους εις θυμόν και εις τον φόνον των Αγίων Μαρτύρων. Ούτω κράζοντες και ερεθίζοντες ο εις τον άλλον, ως συμβαίνει εις λαόν και όχλον αγόμενον υπό μωρού ζήλου, ώρμησαν πάντες εις την φυλακήν· και εξαγαγόντες εκείθεν τους Αγίους Μάρτυρας, ήρχισαν σύροντες αυτούς ωμότατα εις την γην άλλοτε υπτίους και άλλοτε πρηνείς, και ούτω κατεξέσχιζον τας σάρκας αυτών· έτεροι δε εκτύπων αυτούς δια λίθων και ξύλων, και έτεροι δι’ άλλων παρατυχόντων αντικειμένων. Και τοσαύτη ήτο η κατά των Μαρτύρων μανία του όχλου τούτου, κινουμένου υπό του δαίμονος, ώστε και αι γυναίκες, εξελθούσαι των οικιών, εκτύπων και κατεκέντων αυτούς δια των εργαλείων, δι’ ων ύφαινον τα πανία και έκλωθον τα νήματα· οι δε εν τη αγορά μάγειροι έρριπτον επ’ αυτών ύδωρ βραστόν εκ των χυτρών και των μαγειρικών λαβήτων και δι’ αιχμηρών σουβλίων ετρύπων τα σώματα των μακαρίων Μαρτύρων. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπον μεταχειριζόμενοι τους Μάρτυρας του Χριστού οι παγκάκιστοι εκείνοι, έθραυσαν τας κεφαλάς αυτών, και ο εγκέφαλος χυθείς εμίγη μετά των αιμάτων· και είτα σύροντες τα σώματα έφερον αυτά έξω της πόλεως εις μέρος, εις το οποίον είχον συνήθειαν να ρίπτωσι τα θνησιμαία των αλόγων ζώων, και εκεί ανάψαντες πυράν κατέκαυσαν αυτά· τα δε εκ του πυρός διασωθέντα οστά ανέμιξαν μετά των εκεί ερριμμένων οστέων καμήλων, όνων και λοιπών ζώων, ώστε να καθίσταται αδύνατος η εύρεσις, αναγνώρισις και ο διαχωρισμός αυτών. Πλην όμως δεν εκρύβησαν επί πολύ· διότι γυνή τις Χριστιανή, μη καταγομένη μεν από της Γάζης, εν αυτή δε κατοικούσα τότε, κατά θείαν προσταγήν και αποκάλυψιν, συνέλεξε κτά την νύκτα τα ιερά των Μαρτύρων λείψανα, και κρύψασα εντός στάμνου, παρέδωκεν αυτά εις τον ανεψιόν των Αγίων, Ζήνωνα και αυτόν ονομαζόμενον, και τον οποίον δι’ ονείρου εφανέρωσεν ο Θεός εις την γυναίκα ως και το μέρος εις το οποίον ούτος ευρίσκετο κεκρυμμένος δια τον φόβον των ειδωλολατρών· διότι προ ολίγου είχε συλληφθή και ούτος υπό των Γαζαίων και επρόκειτο να θανατωθή ως Χριστιανός, πλην ασχολουμένων των ασεβών εκείνων περί τον φόνον των Μαρτύρων, ευρών αυτός ευκαιρίαν έφυγε και εκρύβη. Παραλαβών όθεν ο καλός εκείνος Ζήνων τα μαρτυρικά των Αγίων λείψανα, τότε μεν κατέκρυψεν εις τον οίκον εις τον οποίον διέμενεν· ότε δε επί της βασιλείας Θεοδοσίου του Μεγάλου, βασιλεύσαντος εν Κωνσταντινουπόλει από του έτους τοθ΄ (379) μέχρι του έτους 395, επαρρησιάσθη η ευσέβεια, εγένετο ο Ζήνων Επίσκοπος Γάζης, έκτισε δε Εκκλησίαν προ της πόλεως και κατέθεσεν εν αυτή τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων πλησίον των λειψάνων Νέστορος του Ομολογητού, θανατωθέντος και τούτου υπό των ειδωλολατρών κατοίκων της Γάζης κατά τον αυτόν καιρόν του μαρτυρίου των Αγίων ενδόξων Μαρτύρων Ευσεβίου, Νεστάβου και Ζήνωνος, των οποίων ήτο φίλος και γνώριμος· και ούτως εδοξάσθη ο Δεσπότης και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ο ενδοξαζόμενος εν τοις Αγίοις αυτού· ω πρέπει η δόξα και το κράτος, η τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς ΕΥΣΕΒΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος  Μάρτυς ΕΥΣΕΒΙΟΣ ξίφει τελειούται.                                                     

Ευσέβιος ο Άγιος Μάρτυς παρρησιασθείς αυτόκλητος εις τον άρχοντα της Φοινίκης, είπε προς αυτόν· «Τι ανόητον έργον κάμνεις και διώκεις, ω άρχων, την ποίμνην του Χριστού»; Ο δε άρχων, θυμωθείς, επρόσταξε να κρεμασθή ο του Χριστού Αθλητής και να ξεσχίζηται· είτα με τρίχινα πανία, ηνωμένα ομού με άλας, να τρίβωνται τα πληγωμένα μέλη του. Ο δε Μάρτυς έχαιρε και ηγαλλιάτο, ως αν ήτο άλλος όστις έπασχε και όχι αυτός ο ίδιος. Ο δε άρχων απορών και μη ηξεύρων τι να κάμη, επρόσταξε να αποκεφαλίσουν αυτόν. Και ούτως ο μακάριος ανέβη εις τους ουρανούς, δια να λάβη τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. 

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Του Αγίου ΙΩΝΑ του Σαββαϊτου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΙΩΝΑ του Σαββαϊτου, πατρός Θεοδώρου και Θεοφάνους των Γραπτών.                                                 

Ιωνάς ο Όσιος ήτο Πρεσβύτερος, εν έτει πκθ΄ (829) μ. Χ. πατήρ γνήσιος χρηματίσας των Οσιωτάτων Ομολογητών Πατέρων Θεοδώρου και Θεοφάνους των Γραπτών, ων τα πρόσωπα επέγραψε Θεόφιλος ο εικονομάχος. Ούτος λοιπόν μεταβάς εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, και γενόμενος Μοναχός, απέκτησεν άκραν προς τον Θεόν ευλάβειαν· και αφού κατώρθωσεν όλας τας αρετάς, με καλόν γήρας απήλθε προς Κύριον. 

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Tου Αγίου Προφήτου ΙΩΝΑ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Προφήτου ΙΩΝΑ.                                                              

Ιωνάς ο Προφήτης ήτο υιός του Αμαθί, καταγόμενος από Γιέτ Καριαθμαούς και κατοικών πλησίον εις την Άζωτον, ήτις ήτο πόλις των Ελλήνων παραθαλάσσιος· προεφήτευσε δε περί τα έτη ωλη΄- ωι΄ (838 – 810) προ Χριστού. Μήτηρ αυτού ήτο η χήρα εκείνη, προς την οποίαν επέμφθη ο Ηλίας, όταν δια προσευχής του εγένετο πείνα εις την Σαμάρειαν, και εις όλην την επικράτειαν των δέκα φυλών. Όθεν και δια την φιλοξενίαν εκείνην ηυλόγησε τον καμψάκην, ήτοι το αγγείον του εκαίου και την υδρίαν του αλεύρου, ώστε ούτε εκενώθη, ούτε ωλιγόστευσεν εν όσω επεκράτει η πείνα. Ούτος δε ο Ιωνάς είναι ο υιός της προρρηθείσης χήρας, τον οποίον παραδόξως ανέστησεν ο Προφήτης Ηλίας εκ των νεκρών. Αφού δε επέρασεν ο καιρός της πείνης, ηγέρθη και επήγεν εις γην Ιούδα και εκεί προεφήτευσε με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Προσταχθείς δε από τον Θεόν, δια να υπάγη να κηρύξη εις την Νινευϊ την καταστροφήν, την οποίαν έμελλε να πάθη μετ’ ολίγον, δεν υπήκουσεν. Όθεν φεύγων από προσώπου του Θεού περιέπεσεν εις μεγάλην τρικυμίαν της θαλάσσης και γνωρισθείς υπό των ναυτών, ότι αυτός είναι ο αίτιος της τρικυμίας, ρίπτεται εις την θάλασσαν· ευθύς δε από προσταγής Θεού κατέπιεν αυτόν κήτος μέγα· μετά δε τρεις ημέρας και τρεις νύκτας εξήμεσεν αυτόν το κήτος εις την ξηράν και ούτω προετύπωσε την τριήμερον Ταφήν και Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Πορευθείς λοιπόν και άκων εις Νινευϊ, εκήρυξεν ότι μετά τρεις ημέρας μέλλει να καταστραφή η πόλις εκείνη. Επειδή δε μετενόησαν οι Νινευϊται, δεν ηφάνισεν αυτούς ο Θεός. Όθεν ο Ιωνάς, επανελθών εις την πατρίδα του, δεν έμεινεν εις αυτήν· αλλά παραλαβών την μητέρα του, υπήγεν εις Ασσούρ, χώραν των αλλοφύλων, επιλέγων τούτον τον λόγον, ότι ούτω θα απαλλάξω τον εαυτόν μου από τον ονειδισμόν και την ατιμίαν, ότι εφάνην ψεύστης, προφητεύσας μεν εναντίον της πόλεως Νινευϊ, χωρίς όμως η προφητεία μου να αληθεύση. Αφού δε απέθανε η μήτηρ του και έθαψεν αυτήν, τότε επήγε και κατώκησεν εις γην Σαραάρ παρά την Βάλανον της Δεβόρρας, όπου αποθανών ενεταφιάσθη εν τω σπηλαίω του Κενεζαίου. Ούτος έγινε κριτής εις μίαν φυλήν των Εβραίων κατά τον καιρόν της αναρχίας. Προφητεύων δε είπεν, ότι μέλλει να γίνη εν σημείον θαυμάσιον και τερατώδες εναντίον της Ιερουσαλήμ και όλης της γης· ήτοι όταν ίδουν οι άνθρωποι μίαν πέτραν να φωνάζη ελεεινώς με μίαν λεπτήν φωνήν και ένα κάνθαρον να φωνάζη από το ξύλον προς τον Θεόν, τότε ας ηξεύρουν, ότι είναι εγγύς η σωτηρία. Τότε θα ίδουν και την Ιερουσαλήμ κατακρημνισμένην έως εις τα θεμέλια και επελθόντα εις αυτήν όλα τα έθνη να προσκυνήσουν τον Κύριον, θα μεταθέσουν τας πέτρας αυτής κατά τας δυσμάς του ηλίου. Και τότε μέλλει να γίνη η προσκύνησις του Ηλειμμένου, ήτοι του Μεσσία· και η Ιερουσαλήμ θα γίνη μισητή, διότι θα ερημωθή, και θα κατοικήσουν εις αυτήν θηρία. Και τότε θα επέλθη το τέλος πάσης πνοής. 

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Tου Αγίου Αποστόλου ΚΟΔΡΑΤΟΥ του εν Μαγνησία.

Τη ΚΑ΄ (21η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΚΟΔΡΑΤΟΥ του εν Μαγνησία.                                                                                                                                   
Κοδράτος ο Απόστολος και Μάρτυς ήτο ανήρ σοφός και πολυμαθής. Γενόμενος δε μαθητής των Αποστόλων, εχειροτονήθη Επίσκοπος των Αθηναίων και πολλούς επέστρεψεν εις την αληθή πίστιν του Χριστού, τους δε σοφούς των Ελλήνων, οίτινες υπερηφανεύοντο μεγάλως δια την σοφίαν των, απεστόμωσε και κατήσχυνε με την χάριν του Θεού και με την δύναμιν των λόγων του. Όθεν από τους διώκτας των Χριστιανών τιμωρηθείς με πέτρας, με πυρ και με πολλάς άλλας βασάνους, εδιώχθη από την επαρχίαν και το ποίμνιόν του· και απελθών εις την πόλιν Μαγνησίαν, εδίωξε και από εκεί με τας διδασκαλίας του το σκότος της πλάνης· ύστερον δε κατά τους χρόνους Αδριανού, του καλουμένου Αιλίου, εν έτει ριζ΄ (117), λαμβάνει του Μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε άγιον αυτού λείψανον ευρίσκεται εις την Μαγνησίαν, πηγάζον πλουσίως πάσαν ιατρείαν ασθενείας εις όλους τους πλησιάζοντας μετά πίστεως. 

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

O Νέος Οσιομάρτυς ΙΛΑΡΙΩΝ ο Κρης ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΙΛΑΡΙΩΝ ο Κρης ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας εν έτει από Χριστού αωδ΄ (1804) ξίφει τελειούται.                                                                                                                                       
Ιλαρίων ο Άγιος Οσιομάρτυς κατήγετο από την περίφημον νήσον Κρήτην, εκ της πόλεως Ηρακλείου, της κοινώς λεγομένης Κάστρον. Ο πατήρ αυτού εκαλείτο Φραντζέσκος, η δε μήτηρ του Αικατερίνα. Είχε δύο αδελφούς, Πολυζώην και Γεώργιον καλουμένους, και δύο αδελφάς. Ανατραφείς από τους γονείς του καλώς και χρηστοηθώς, έμαθε τα ιερά γράμματα και ήτο αγαθής προαιρέσεως, Ιωάννης πρότερον καλούμενος. Έχων θείον ιατρόν, προσελήφθη παρ’ αυτού, όστις απερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν έλαβε μεθ’ εαυτού και τον Ιωάννην, υπό την στέγην του οποίου παρέμεινεν επί δέκα έτη και επέκεινα. Αλλά δυστυχώς ο θείος του ούτε την ιατρικήν τον εμάνθανεν, αλλ’ ούτε και φροντίδα καμμίαν εδείκνυε προς αυτόν και ένεκα τούτου ηναγκάσθη να αποχωρήση εκείθεν και προσελήφθη εις την υπηρεσίαν εμπόρου τινός Χίου, Φραντζέσκου και αυτού λεγομένου. Ο νέος κύριός του Φραντζέσκος δια τινα εργασίαν απήλθεν εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα Χίον, αφήσας τον Ιωάννην με άλλον τινά Χριστιανόν εις το εργαστήριόν του, χωρίς όμως να καταμετρήση τα εν αυτώ πράγματα και παραδώση αυτά λεπτομερώς. Ότε δε επανήλθεν από την χίον, διϊσχυρίζετο και εφιλονίκει προς αυτούς, ότι τα συναχθέντα χρήματα από την πώλησιν δεν συμποσούνται με την τιμήν των πωληθέντων ειδών και ότι έλειπον εξ αυτών τριάκοντα γρόσια. Και δια μεν τον άλλον Χριστιανόν δεν υπωπτεύετο τι, ως έχων δήθεν αυτόν πολλούς χρόνους πλησίον του, όλον δε το βάρος της υποψίας έρριπτεν εις τον Ιωάννην και τον ηπείλει ότι έχει να του προξενήση μεγάλας ζημίας και κακά. Ο Ιωάννης, ευρεθείς εις τοιαύτην δύσκολον θέσιν και στενοχωρηθείς πολύ, έσπευσε προς τον θείον του, τον ιατρόν, ζητών παρ’ αυτού βοήθειαν, αλλ’ εκείνος δεν τον εδέχθη. Ω και τι κακόν είναι η συκοφαντία, αγαπητοί! Ολιγοψυχήσας τότε ο Ιωάννης εκ της πολλής λύπης και μεγάλης στενοχωρίας, απήλθεν εις το βασιλικόν ανάκτορον, δια να συναντήση την μητέρα του βασιλέως των Τούρκων, Βαλιδέ λεγομένην. Και κατά πρώτον παρουσιάσθη εις τον λεγόμενον Μπας Αγάν, όστις, Αιθίοψ ων, εκαλείτο Μερτζάν Αγάς. Εις τούτον, λοιπόν, εμφανισθείς (τον οποίον εκ των προτέρων εγνώριζεν), εδήλωσε την υπόθεσιν ζητών παρ’ αυτού βοήθειαν εις την προκειμένην δυσχερή δι’ αυτόν περίπτωσιν. Εκείνος τότε ο κάκιστος σύμβουλος, δραξάμενος της ευκαιρίας, τον συνεβούλευσε να γίνη Τούρκος και ακολούθως θα του παράσχη πολλάς δωρεάς και αξιώματα, ως πολλά ισχύων προς τον βασιλέα. Τότε ο Ιωάννης, αφ’ ενός μεν από την πολλήν στενοχωρίαν του, αφ’ ετέρου δε εκ συνεργίας του διαβόλου, σκοτισθείς την διάνοιαν, έδωκε λόγον εξωμοσίας και εν τω άμα ο μιαρός εκείνος ανέφερε τούτο εις την βασιλομήτορα και αύτη εις τον Σουλτάνον. Παραλαβόντες τότε ευθύς τον Ιωάννην, τον ετούρκευσαν και τον ενέδυσαν συγχρόνως ιμάτια λαμπρά, διορίσαντες και Χότζαν τινά να τον μανθάνη τουρκικά γράμματα και τα λοιπά ήθη αυτών, ποιήσαντες χαράν επί τούτω μεγάλην εις τα ανάκτορα. Αλλ’ ο πολυέλεος Κύριος, ο γινώσκων τα πάντα προ του γενέσθαι, διήγειρε τον έλεγχον της συνειδήσεως του Ιωάννου, όστις μετά τρεις ημέρας ελθών εις εαυτόν και ανανήψας, μετενόησεν εκ καρδίας, και ελυπήθη μεγάλως δια το μέγα κακόν όπου έπαθεν· όθεν εζήτει καιρόν και τρόπον να φύγη. Παρελθουσών έκτοτε δώδεκα ημερών εύρε κατάλληλον τρόπον και έφυγεν από το κατηραμένον εκείνο παλάτιον, ευρών δε και πλοίον ανεχώρησε δια την Κριμαίαν, ένθα παρέμεινε δέκα μήνας. Αλλά μη ευρίσκων ουδεμίαν ανάπαυσιν δια το μέγα πτώμα της αρνήσεως, εσκέφθη και απεφάσισε να απέλθη και να μαρτυρήση υπέρ του ονόματος του γλυκυτάτου Σωτήρος ημών Χριστού. Με τοιούτους αγαθούς λογισμούς εμβάς εις πλοίον ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, και επήγεν εις τινα πνευματικόν πατέρα, παπά Συμεών καλούμενον και σκητήν τινα Ιερεμίαν, εις τους οποίους και εφανέρωσε τον περί μαρτυρίου λογισμόν του. Αλλ’ εκείνοι τον συνεβούλευσαν και ήλθεν εις Άγιον Όρος, εξελθών δε εις την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων, απεστάλη περά των εκείσε Πατέρων εις την Ιεράν Σκήτην της Θεομήτορος Αγίας Άννης, παραγγείλαντες εις αυτόν να εύρη τον εν αυτή ασκούμενον Ιερομόναχον Βησσαρίωνα, τον και προ ενός έτους προ της αφίξεως του Ιωάννου συνοδεύσαντα τον Οσιομάρτυρα Λουκάν εις Μιτυλήνην, όπου και εμαρτύρησε. Ταύτα ακούσας ο Ιωάννης και περιχαρής γενόμενος, ήλθεν εις ταύτην την Ιεράν Σκήτην , ένθα ευρών τον ρηθέντα Ιερομόναχον Βησσαρίωνα, προσέπεσεν εις τους πόδας του δεόμενος και παρακαλών αυτόν να τον δεχθή εις την συνοδείαν του δι’ ολίγον καιρόν, ίνα διορθωθή και ό,τι είναι θέλημα Θεού να γίνη. Ο Βησσαρίων τον εδέχθη, αποφασίσας να τον βοηθήση όσον δύναται, εγκλείσας δε αυτόν εις τι μικρόν κελλίον της καλύβης του, τον διέταξε να ποιή μετανοίας μεγάλας χιλίας το ημερονύκτιον, και να τρώγη μετά την δύσιν του ηλίου μόνον άρτον και ύδωρ, και μετ’ ου πολύ τον ενέδυσε το Μοναχικόν Σχήμα, μετονομάσας αυτόν από Ιωάννην εις Ιλαρίωνα. Πρωϊαν τινά λέγει ο Ιλαρίων προς τον Γέροντά του Ιερομόναχον Βησσαρίωνα· «Άγιε Γέρων, σκεπτόμενος εγώ αφ’ ενός μεν την ματαιότητα του κόσμου, αφ’ ετέρου δε το μέγα πτώμα της αρνήσεως εις ο περιέπεσα, έκρινα, ότι καθώς ηρνήθην τον Ποιητήν και Πλάστην μου, ούτω πάλιν να τον ομολογήσω Θεόν αληθινόν, όπως τον ηρνήθην». Εις τον αγαθόν τούτον λογισμόν και την καλήν κρίσιν και απόφασιν του Ιλαρίωνος συγκατένευσεν ο Γέρων αυτού Βησσαρίων, και ευρόντες πλοίον εισήλθον εις αυτό και ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν. Περί δε τας πρωϊνάς ώρας της αυτής ημέρας εκοινώνησε παρά του Γέροντός του των Αχράντων Μυστηρίων και μετά απήλθεν εις το βασιλικόν παλάτιον, ένθα είχεν εξωμόσει, εχάρησαν δε χαράν μεγάλην οι εκεί όντες ως τον είδον. Αμέσως δε ο Άγιος παρουσιάσθη εις τον Αγάν του και λέγει ευθαρσώς· «Γνωρίζεις τον ερχομόν μου»; «Όχι», είπεν εκείνος. Επαναλαμβάνει ο Ιλαρίων· «Ευθύς τότε που εδέχθην τον Μουσουλμανισμόν, μετά τρεις ημέρας μετενόησα πικρώς και αμέσως αφήκα το σκότος της πλάνης και επανήλθον εις το φως το θαυμαστόν της αληθείας· όθεν αναθεματίζω την θρησκείαν σας και την ομολογίαν σας». Ταύτα ακούσας εκείνος και τρόπον τινά εμβροντηθείς, λέγει εις τον Μάρτυρα· «Και τις είσαι συ, βρε»; Ο δε Μάρτυς· «Χριστιανός ήμην και είμαι και αναθεματίζω την θρησκείαν και το σαλαβάτι σας». Και ρίψας κατά γης το σαρίκι, εφόρεσε τον μαύρον σκούφον, τον οποίον είχεν εις τον κόλπον του. Ιδών τότε ο Οθωμανός εκείνος άρχων το αμετάθετον της γνώμης του, προσέταξε και τον εβασάνισαν με διαφόρους βασάνους και σκληράς τιμωρίας, αίτινες είναι εξαρθρώσεις των αρμονιών και μελών όλου του σώματος και άλλαι δειναί τιμωρίαι, τας οποίας υπομείνας ο Μάρτυς γενναίως τελευταίον απετμήθη την κεφαλήν αυτού τη κ΄ (20η) Σεπτεμβρίου του έτους 1804. Και ούτως έλαβεν ο αξιάγαστος Οσιομάρτυς Ιλαρίων, τελέσας τον κάλλιστον δρόμον, διπλούν στέφος εκ χειρός του Κυρίου, της ασκήσεως και της αθλήσεως. Ο δε Θεός θέλων να δοξάση τον Άγιον, πολλά θαυμάσια ετέλεσε δι’ αυτού, τα οποία δια συντομίαν αφήσαντες, εν μόνον σημειούμεν, το εξής. Χριστιανός τις, ονόματι Κωνσταντίνος, πιττάρης το αξίωμα, παρεκάλεσε τον Γέροντα του Αγίου Ιερομόναχον Βησσαρίωνα, να υπάγη εις τον οίκον του δια να ευλογήση τα τέκνα του. Ο δε απήλθε με άλλον αδελφόν ομού, Ιωάννην καλούμενον. Ως δε εισήλθον και εκάθησαν, ήλθεν η γυνή του καλέσαντος αυτούς μετά των τριών τέκνων της και ησπάσθησαν ευλαβώς την χείρα του Αγίου Γέροντος. Έπειτα ήλθεν έτερον κοράσιόν των, έως οκτώ ετών, Αλεξάνδρα καλούμενον. Λέγει ο πατήρ του κορασίου· «Ευλόγησον το τέκνον μου, άγιε Πνευματικέ»· ηυλόγησε δε και αυτό. Τούτο όμως είχε δαιμόνιον κρυφόν και ευθύς ως το ηυλόγησεν, το εν αυτώ οικούν δαιμόνιον το έρριψε χαμαί, το δε πρόσωπόν του εμαύρισε και εξήμει και άλλα συγχρόνως άτακτα σημεία εποίει, έως ου έμεινεν ως νεκρόν. Ταύτα ιδόντες ο τε Γέρων και ο μετ’ αυτού Ιωάννης έμειναν έντρομοι. Τότε ενεθυμήθη ο Γέρων, ότι είχεν αίμα και τρίχας του Αγίου Ιλαρίωνος εις τι πανίον και μόλις ανοίξας αυτά, πριν φθάση να σφραγίση την πάσχουσαν δι’ αυτών, ω του θαύματος! αμέσως εξήμεσεν αίμα εκ του στόματός του και εν τω άμα ηγέρθη υγιές το κοράσιον. Ένθους τότε ο πατήρ αυτού έκραξε μεγαλοφώνως· «Άγιέ μου Ιλαρίων, ευχαριστώ σοι». Και ούτως εδόξασεν ο Κύριος τον δια μαρτυρικού τέλους δοξάσαντα Αυτόν άγιον Ιλαρίωνα. 

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Tου Οσίου ΙΩΑΝΝΟΥ του εν τη νήσω των Κρητών διαλάμψαντος.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ του εν τη νήσω των Κρητών διαλάμψαντος.                                                                              

Ιωάννης ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εκ γονέων ευσεβών και πλουσίων, εν τω χωρίω Σίββα, της επαρχίας Πυργιωτίσσης Κρήτης, κατά τον δέκατον μετά Χριστόν αιώνα, επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου, βασιλεύσαντος εν Κωνσταντινουπόλει από του έτους 951 μέχρι του έτους 959. Εκ παιδικής ηλικίας αγαπήσας τον μοναχικόν βίον και αρνηθείς γονείς, αδελφούς και λοιπούς συγγενείς, ως και πλούτον και δόξαν πρόσκαιρον και πάσαν άλλην του κόσμου ευμάρειαν, ανεχώρησεν εις τας ερήμους της Κρήτης, διάγων βίον ερημικόν και ισάγγελον, προσευχόμενος μόνος προς μόνον τον Θεόν, υπέρ της αγάπης του οποίου εβάσταζεν υποφέρων τον καύσωνα της ημέρας και τον παγετόν της νυκτός, ωσεί να ήτο πέτρινος ο γενναίος· εν τοιαύτη δε πολιτεία διάγων, ένευσεν ο Θεός εις την καρδίαν αυτού και ανήλθεν εις το όρος το καλούμενον Ράξος. Εν τη τοποθεσία εκείνη και εντός σπηλαίου ο Όσιος κατά θείαν αποκάλυψιν έκτισεν Ιερόν Ναόν επ’ ονόματι των αυταδέλφων Αγίων Ευτυχίου και Ευτυχιανού Επισκόπων Αρκαδίας της Κρήτης· ενταύθα δε καρείς Μοναχός υπό ευλαβούς τινος Γέροντος και αφήσας επιστάτην της Εκκλησίας ενάρετόν τινα Μοναχόν, ανεχώρησεν εκείθεν και περιπατών από τόπου εις τόπον, ανήλθεν εις την κορυφήν του όρους Μυριοκεφάλου. Εις το όρος λοιπόν τούτο του Μυριοκεφάλου έκτισεν ο Όσιος Ιωάννης εξ αποκαλύψεως την και σήμερον εισέτι σωζομένην Ιεράν Μονήν της Θεοτόκου Αντιφωνητρίας επονομαζομένην, την οποίαν και αποπερατώσας αφιέρωσεν εις αυτήν πάσαν την τε κινητήν και ακίνητον αυτού περιουσίαν, και όσας συνδρομάς και αφιερώματα συνέλεξεν εκ των ευλαβών Χριστιανών. Είτα παραδώσας την Μονήν εις τους εν τω μεταξύ προσελθόντας εξ Μοναχούς, των οποίων διώρισε προϊστάμενον Λουκάν τινα Ιερομόναχον, ανεχώρησεν αυτός εκείθεν, αφ’ ενός μεν εκ ταπεινοφροσύνης δια τας αποδιδομένας εις αυτόν μεγάλας τιμάς υπό των Χριστιανών, και αφ’ ετέρου ίνα και αλλαχού προσφέρη παρόμοια θεάρεστα έργα. Όθεν ελθών εις τόπον λεγόμενον Μέλικα εις Χαμοβούνι, έκτισεν εκεί Εκκλησίαν επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου. Επίσης εις τοποθεσίαν καλουμένην Αρρήου έκτισεν ετέραν Εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου Ψαροπιάστου επιλεγομένην, δι’ αιτίαν τοιαύτην, κατά την σωζομένην παράδοσιν. Ότε παρουσιάσθη έλλειψις τροφίμων κατά την οικοδομήν του Ναού, ο κτίτωρ Άγιος απέστειλε τους αλιείς του χωρίου εις την πλησίον θάλασσαν ίνα αλιεύσωσιν επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου· ούτοι δε αλιεύσαντες, συνέλαβον τοσούτον πλήθος ιχθύων, ώστε πάντες ωμολόγησαν ότι τούτο προήλθεν εκ θαύματος του Αγίου Γεωργίου, Ψαροπιάστου έκτοτε επονομασθέντος. Αφήσας ενταύθα επιστάτην της Εκκλησίας ο Όσιος Ιερομόναχον τινα, Ευτύχιον ονομαζόμενον, αυτός επέστρεψεν εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων· εκείθεν δε αναχωρήσας αύθις, μετέβη εις θέσιν καλουμένην Μουσσέλα, ένθα έκτισεν ετέραν Εκκλησίαν επ’ ονόματι του Αγίου Παταπίου, την οποίαν κατέστησεν ακολούθως Μοναστήριον· πάσας δε τας Εκκλησίας και τα Μονύδρια ταύτα αφιέρωσεν ο Όσιος Ιωάννης εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων. Θέλων όμως ο Όσιος ίνα καταστήση την Μονήν ταύτην ανεξάρτητον, ανενόχλητον και απείρακτον από παντός προσώπου εκκλησιαστικού και πολιτικού, απήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν επί αυτοκράτορος Ρωμανού του Β΄ (959 – 963) και Οικουμενικού Πατριάρχου Αλεξίου, των οποίων δεηθείς, έλαβε χρυσόβουλλον και σιγγιλλιώδες γράμμα, ίνα η Μονή αύτη λαμβάνη κατ’ έτος εκ του βασιλικού τελωνείου νομίσματα ημίσειαν λίτραν και άλλα τινά, και να τελή αύτη του λοιπού απείρακτος, ανεμπόδιστος, ανενόχλητος και παντελώς ελευθέρα μετά των συνηνωμένων μετ’ αυτής Μονυδρίων, επί των οποίων να μη έχωσιν ουδέν δικαίωμα οι κατά καιρούς Μητροπολίται και Επίσκοποι, αλλά να έχη αύτη το δικαίωμα ίνα αναφέρεται ελευθέρως προς τον Πατριάρχην επί πάσης υποθέσεως αυτής. Εδώρησαν δε εις αυτόν και οι Χριστιανοί της Κωνσταντινουπόλεως ιεράς Εικόνας, ιερά σκεύη, βιβλία και άλλα Εκκλησιαστικής φύσεως πράγματα, τα οποία πάντα έφερε και αφιέρωσεν εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων, εκ της οποίας αναχωρήσας πάλιν, μετέβη προς τα μέρη των Χανίων, ένθα εις θέσιν Κουφόν έκτισεν ετέραν Μονήν επ’ ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής, σωζομένην μέχρι σήμερον και φέρουσαν χρονολογίαν αδ΄ (1004) και όπισθεν αυτής προς τον αιγιαλόν έκτισεν ετέραν εις το χωρίον Αζωγυρέ επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου. Προβλέπων δε ο θείος Ιωάννης, ότι έφθασεν ο καιρός ίνα εγκαταλείψη τον μάταιον τούτον κόσμον και να μεταβή προς τον ποθούμενον Χριστόν, ανεχώρησεν εις το δυτικόν μέρος της επαρχίας Κισσάμου, εις χωρίον καλούμενον Ακτή, και εκεί ευρών μέρος ακατοίκητον και αρεστόν εις αυτόν, έκτισε κατοικητήριον πολύ ησυχαστικόν, και κατόπιν μέγα Κοινόβιον του Αγίου Ευσταθίου, περιέχον εντός και Ναούς του Αγίου Φωτίου, των Γενεθλίων της Θεοτόκου και του Αγίου Νικολάου. Ενταύθα συνέταξε την διαθήκην αυτού και εκοιμήθη εν ειρήνη μεταβάς προς τον αυτώ ποθούμενον Χριστόν. Σώζεται εισέτι εν τη Ακτή και εντός σπηλαίου Ιερός Ναός επ’ ονόματι του Οσίου τούτου τιμώμενος, περιέχων μεταξύ των άλλων και αρχαίαν βυζαντινήν ιεράν αυτού εικόνα φέρουσαν την επιγραφήν «ο Άγιος κυρ Ιωάννης ο εν Κρήτη» και παριστάνουσαν τον Άγιον ιστάμενον όρθιον και εις σχήμα γέροντος ερημίτου, κρατούντα εις μεν την δεξιάν χείρα Σταυρόν, εις δε την αριστεράν τεμάχιον χάρτου γράφοντος «Φυλάξωμεν εαυτούς, αδελφοί, από λογισμούς ρυπαρούς και ως παρακαταθήκην λαβόντες τηρήσωμεν τω Κυρίω την ψυχήν». Αυτού αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.