Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΣΗΦ ο Χαλεπλής

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΣΗΦ ο Χαλεπλής, μαρτυρήσας εν έτει αχπστ΄ (1686), ξίφει τελειούται.                                                                                                                     

Ιωσήφ ο Άγιος Μάρτυς ήτο από το Χαλέπιον της Συρίας. Κατά δε το έτος αχπστ΄ (1686) συλλαβόντες αυτόν Αγαρηνοί τινες τον παρουσίασαν σπρώχνοντες και δέρνοντες εις τον κριτήν με την συκοφαντίαν ότι είπε να γίνη Τούρκος, αυτός όμως κατ’ ουδένα τρόπον εδέχετο τούτο. Ως δε είδεν ο κριτής τον Μάρτυρα, λέγει προς αυτόν· «Έλα, άνθρωπε, να γίνης μουσουλμάνος, να εξέλθης από την ψεύτικην πίστιν και να έλθης εις την αληθινήν, να σε έχω κοντά μου, να γίνης μέγας άρχων». Ταύτα ως ήκουσεν ο Μάρτυς απεκρίθη με μεγάλην παρρησίαν και είπεν· «Ω! πίστιν όπου έχετε και παρακινείτε και άλλους να πιστεύσουν! Τρισάθλιοι, κακορρίζικοι και δυστυχείς όπου είσθε! Που την ηύρετε σεις την πίστιν και την εκάματε και αληθινήν; Σεις, ταλαίπωροι, ούτε την νηστείαν σας ηξεύρετε πότε είναι, ούτε το μπαϊράμι σας· μόνον αναμένετε πότε να ιδήτε την σελήνην, να αρχίσητε την νηστείαν σας ή, μάλλον ειπείν, την πολυφαγίαν σας· όπου κάθεσθε όλην την ημέραν ωσάν νεκροί εις τον τάφον και αν εξυπνήσετε, παρατηρείτε τον ήλιον πότε να βασιλεύση να ορμήσητε πάλιν εις το φαγητόν· έπειτα φυλάττετε πάλιν πότε να ιδήτε την σελήνην να κάμετε το μπαϊράμι σας· και αν τύχη συννεφία, το κάνετε άλλοι εμπρός και άλλοι οπίσω και σας έχουν όλα τα έθνη παίγνιον και γελούν μαζί σας. Αυτή είναι η πίστις σας και μου λέγετε να πιστεύσω εις αυτήν; Πως δε να ειπώ τα άλλα σας μυθώδη και μυσαρά θρησκεύματα, τα οποία είναι πως ο Θεός σας τρώγει και πίνει και πως σεις έχετε να απολαύσετε εις τον κατεσκευασμένον από υμάς παράδεισον φαγητά και ποτά και ασελγείας περισσοτέρας, όπου κάμνετε εδώ»; Ταύτα και άλλα πλείονα δημηγορήσας ο Μάρτυς και εκφαυλίσας την θρησκείαν των εσιώπησεν. Οι δε, ακούσαντες, έτριξαν κατ’ αυτού τους οδόντας και ο αλιτήριος κριτής έδωκε κατ’ αυτού την δια ξίφους απόφασιν. Παραλαβόντες λοιπόν αυτόν τον επήγαν δέροντες εις τον τόπον της καταδίκης και εκεί γονατίσας ο Μάρτυς εδέχθη το μακάριον τέλος και έλαβε χαίρων του Μαρτυρίου τον στέφανον, εις δόξαν Χριστού. 

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αβράμιος

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΒΡΑΜΙΟΥ, Επισκόπου Αρβήλ της Περσίδος.                                                                                                                                              
Αβράμιος ο ένδοξος του Χριστού Ιερομάρτυς ήτο Επίσκοπος πόλεως τινος της Περσίας ονομαζομένης Αρβήλ. Κατά δε το πέμπτον έτος του διωγμού, ο οποίος έγινεν εις την Περσίαν εναντίον των Χριστιανών συνελήφθη ούτος υπό Αδερφορά αρχιμάγου του βασιλέως, και εβιάσθη υπ’ αυτού να αρνηθή μεν τον Χριστόν, να προσκυνήση δε τον ήλιον. Ο δε μακάριος Αβράμιος έλεγεν εις αυτόν· «Άθλιε και ταλαίπωρε, πως δεν φοβείσαι παρακινών με να πράξω τα μη πρέποντα; Και είναι δυνατόν να αφήσω τον Ποιητήν του ηλίου και όλων των κτισμάτων και να προσκυνήσω τον ήλιον, τον του Θεού κτίσμα και ποίημα άψυχον»; Οι λόγοι ούτοι του Επισκόπου ετάραξαν ουχί ολίγον τον αρχιμάγον. Όθεν πάραυτα προστάσσει να εκδύσωσι τον Άγιον, να ρίψωσιν αυτόν εις την γην και να τον δέρωσιν αγρίως με ράβδους. Επειδή δε είδε τον Μάρτυρα ότι υπέφερε με γενναιοκαρδίαν την τιμωρίαν ταύτην και ότι προσηύχετο δια τους τιμωρούντας αυτόν και έλεγε «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην, διότι δεν ηξεύρουν τι πράττουσι», τούτου ένεκα διέταξεν ο θηριώδης και απέκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν και ούτως ετελειώθη ο μακάριος Αβράμιος εν κώμη καλουμένη Θελμάν και έλαβε παρά Κυρίου του Μαρτυρίου τον στέφανον. 

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

Ο Όσιος Νικόλαος ο Στουδίτης

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ του Ομολογητού του Στουδίτου.                                                                                                                                                 

Νικόλαος ο Όσιος Πατήρ ημών ο Στουδίτης εγεννήθη μεν εις την νήσον Κρήτην, επιθυμών δε να ίδη συγγενή του τινά, ονόματι Θεοφάνην, ανεχώρησεν εκ της πατρίδος του και επορεύθη εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα ευρών εκείνον ει το Μοναστήριον του Στουδίου συνηριθμημένον μετά των λοιπών αδελφών, ενδύεται και αυτός το σχήμα των Μοναχών. Αφ’ ου δε διήλθε πάσαν πνευματικήν παιδείαν και εδιδάχθη ακριβέστατα ποία είναι τα σημεία και ιδιώματα της Μοναχικής πολιτείας και αφ’ ου έφθασεν εις το άκρον της αρετής, εχειροτονήθη Ιερεύς. Τι δε συνέβη μετά ταύτα; Εξορίζεται ο αοίδιμος ούτος Νικόλαος μετά του Αγίου Θεοδώρου του Ηγουμένου του Μοναστηρίου των Στουδιτών, και ανακληθέντες και οι δύο εκ της εξορίας δέρονται έπειτα με βούνευρα κατά προσταγήν του βασιλέως Λέοντος Ε΄ Αρμενίου του εικονομάχου, εν έτει ωιστ΄ (816), διότι προσεκύνουν τας αγίας Εικόνας και ούτω ρίπτονται εις την φυλακήν. Πάλιν δε ερωτηθέντες και βεβαιούντες την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, δέρονται και είτα δεθέντες, ρίπτονται πάλιν εις την φυλακήν· μείναντες δε εκεί έτη τρία και ταλαιπωρηθέντες με πείναν και δίψαν και γύμνωσιν, εκείθεν στέλλονται εις την Σμύρνην. Δαρέντες δε και εκεί, ρίπτονται εις την φυλακήν και οι πόδες των σφαλίζονται εις το τιμωρητικόν ξύλον. Αφ’ ου παρήλθον είκοσι μήνες, απέθανεν ο Αρμένιος Λέων και τότε οι μακάριοι ούτοι Όσιοι και Ομολογηταί, ελευθερωθέντες από της φυλαλής, μετέβησαν εις την Χαλκηδόνα και εκεί συναντήσαντες τον τρισόλβιον Νικηφόρον, τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ευρίσκοντο μετ’ αυτού. Μετ’ ολίγον δε, όταν μετά τον Αρμένιον έγινε βασιλεύς Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός, ο εικονομάχος, εν έτει ωκ΄ (820), εξορίζονται εις την Προύσαν κατά προσταγήν του Μιχαήλ· από εκεί εξορίζονται εις τον Ακρίταν, ένθα διατρίβων ο Άγιος Θεόδωρος προς Κύριον εξεδήμησεν. Αφ’ ου δε απέθανε Μιχαήλ ο Τραυλός και εδέχθη την βασιλείαν Θεόφιλος ο υιός του, εν έτει ωκθ΄ (829), πάλιν εκινήθη πόλεμος κατά των ευσεβών, όσοι προσεκύνουν τας αγίας Εικόνας· αφ’ ου δε και ο Θεόφιλος έπαυσε του ζην, και η ευσεβεστάτη βασίλισσα Θεοδώρα μετά του υιού της Μιχαήλ Γ΄ έγιναν διάδοχοι της Βασιλείας εν έτει ωμβ΄ (842), επήλθεν ειρήνη σταθερά εις τους Ορθοδόξους. Όταν δε ο Μακεδών Βασίλειος Α΄ έγινε βασιλεύς εν έτει ωξζ΄ (867), τότε με πολλάς παρακινήσεις του κατέπεισε τον Όσιον τούτον και πολύαθλον Νικόλαον και κατέστησεν αυτόν Ηγούμενον εις το Μοναστήριον του Στουδίου, ότε ήτο πλέον γέρων εις την ηλικίαν. Με τοιούτους λοιπόν και τοσούτους αγώνας διανύσας την ζωήν του ο Ιερός ούτος Πατήρ και υπό των πολλών κακοπαθειών ταλαιπωρηθείς, εν ειρήνη ανεπαύσατο, ζήσας έτη εβδομήκοντα πέντε. 

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Ο Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης

Τη Δ΄  (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΣΙΔΩΡΟΥ του Πηλουσιώτου.                                                                                                                                     

Ισίδωρος ο θείος Πατήρ ημών ο Πηλουσιώτης κατήγετο εκ της Αιγύπτου, υιός ων γονέων ευγενών και θεοφιλών, συγγενής δε Θεοφίλου και Κυρίλλου των της Αλεξανδρείας Αρχιεπισκόπων, ακμάσας περί το υιβ΄ (412) έτος. Oύτος λοιπόν επειδή ήτο γεγυμνασμένος εις το άκρον, τόσον κατά την εσωτερικήν και θείαν φιλοσοφίαν, όσον και κατά την εξωτερικήν, δια τούτο και πάμπολλα συγγράμματα αφήκεν εις τους φιλομαθείς, λόγου και ενθυμήσεως άξια. Αυτός δε παραιτήσας πλούτον και γένος λαμπρόν, και ευδαιμονίαν ζωής, μετέβη εις το Πηλούσιον όρος και ενδυθείς το Μοναχικόν σχήμα, εκεί εσχόλαζε προσευχόμενος και συνομιλών νοερώς μετά του Θεού. Εκ του Πηλουσίου όρους εδίδασκεν ο Όσιος όλην την οικουμένην και εφώτιζεν αυτήν δια των θείων λόγων του, τους εναρέτους εις την αρετήν επιστηρίζων, τους απειθείς παρακινών εις ευπείθειαν και με τον αυστηρόν των ελέγχων του και εις αυτούς τους ιδίους τους βασιλείς υπομιμνήσκων και παραινών τα συμφέροντα εις την οικουμένην και γενικώς, εις όλους εκείνους, όσοι ηρώτων αυτόν δι’ απορίας εκ των Αγίων Γραφών, έδιδε σοφωτάτας λύσεις και ερμηνείας. Λέγουσι δε τινες, ότι αι επιστολαί του θείου τούτου Πατρός αριθμούνται, ως έγγιστα, εις δέκα χιλιάδας. Ούτω λοιπόν κάλιστα διανύσας την ζωήν του και κατά Θεόν πολιτευσάμενος, με γήρας βαθύ ετελείωσε τον Βίον του περί το υν΄ (450) έτος της σωτηρίας. 

Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

Χαίρει ο ουρανός ότι υποδέχεται την Θεοτόκον

«Δεύτε άπαντα τα πέρατα της γης, την Σεπτήν μετάστασιν της Θεομήτορος μακαρίσωμεν... Η γαρ των Ουρανών υψηλοτέρα και των Χερουβείμ ενδοξοτέρα και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν και πληρούνται τα σύμπαντα χαράς» (Τροπάριον β' Λιτής της εορτής).



Χαίρει ο ουρανός ότι υποδέχεται την Θεοτόκον, την αειπάρθενον, την μητέρα του φωτός. Χαίρει, γιατί υποδέχεται την θεοχώρητο κόρη και αγνή Θεοτόκο, το κλέος των προφητών, την θυγατέρα του Δαυΐδ. Χαίρει, όταν βλέπη να ανεβαίνη από την γη που είναι έρημος από αρετή και ωραιότητα Εκείνη που ανέτρεψε την κατάρα και την μετέτρεψε σε ευλογία. Χαίρει ο ουρανός, γιατί τιμάται υποδεχόμενος την πάντων Βασίλισσα «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη» και παρισταμένη στα δεξιά του Σωτήρος. Χαίρει βλέπων «την βάτον την φλεγομένην και μη καιομένην», «την λαβίδα των μυστικών την τον άνθρακα Χριστό συλλαβούσα εν γαστρί» να μετακομίζη εις την άνω Ιερουσαλήμ για ατελεύτητο κατάπαυση. Χαίρει ο ουρανός, γιατί μετέστη προς την ζωήν «η κλίμαξ δι ἧς κατέβη ο Θεός», «η της αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον», «η των ειδώλων ελέγξασα τον δόλον», η Θεοτόκος. Χαίρει και αγάλλεται και σκιρτά βλέπων στον ουρανό τον έμψυχο ναό του Θεού, την τον θείον μαργαρίτην προαγαγούσα, Εκείνη δια της οποίας ελύθη η κατάρα, Εκείνη που Χριστόν προαγαγούσα έγινε αιτία χαράς και έκτοτε αντεισάγεται στον κόσμο αντί της καταδίκης η χάρις, αντί της απωλείας η σωτηρία, αντί του σκότους το φως, αντί του παροδικού το αιώνιον, αντί της αδικίας η δικαιοσύνη, αντί νυκτός η ημέρα, αντί του Βελίαρ ο Χριστός, την Θεομήτορα. Σήμερα, αδελφοί μου, το ηγιασμένον σκήνωμα του Υψίστου έλαβε επίγειο τέλος, ένδοξο και ευκλεές. Σήμερα, γιορτάζουμε την Κοίμηση Εκείνης, η οποία εις τον ανενδεή Θεό σώμα και σάρκα εχάρισε. Γιορτάζουμε την Κοίμηση Εκείνης, που έδωσε ένδυμα εις τον αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον. Σήμερα, γιορτάζουμε την εορτή Εκείνης, που αποτελεί το παλάτιον και τον θρόνον του Βασιλέως, Εκείνης που είναι η αιτία της θεώσεως όλων, Εκείνης που εισήγαγε στον κόσμο και στην οικουμένη τον Χριστό προς σωτηρία των ψυχών ημών. Άνθρωποι σκιρτήσατε, λογικές φύσεις αλαλάξατε, πάσα η γη, τω Κυρίω υψώσατε φωνήν αινέσεως, ότι εκοιμήθη η μήτηρ της ζωής και τον «κόσμον ου κατέλιπεν». Ο ουρανός άνωθεν ευφραίνεται, η γη αγάλλεται, η θάλασσα του κόσμου αναταράσσεται. Απόστολοι εκ περάτων συναθροίζονται κηδεύσαι θεοπρεπώς την μεγάλη Μητέρα από την οποία ο Βασιλεύς της δόξης περιεβλήθη της σαρκός την πορφύρα και εκήρυξε την άφεση στους αιχμαλώτους της αμαρτίας και τους αποδήμους της θείας χάριτος. Πανηγυρίσατε φιλέορτοι και φιλόθεοι και θεόφιλοι. Η αμνάς η τεκούσα τον πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον, η αμνάς η ελπίς πάντων ημών, προς τον Μεγάλο Ποιμένα, τον Δεσπότην Χριστό σήμερα ανυψώνεται από γης εις τα άνω, πρεσβευτικό υπέρ ημών εξανοίγουσα στόμα. Πανηγυρίσατε άνθρωποι ότι ο τάφος δεν μπόρεσε να κρατήση στους κόλπους του την μητέρα της ζωής ότι «ουχ είχε κατέχειν εις τέλος γη και τάφος και θάνατος, ζωαρχικόν σώμα και θεοδόχον»! Χαρήτε αδέλφια χαρά μεγάλη «παρθενεύει γαρ τόκος και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος» «νενίκηνται γαρ της φύσεως οι όροι» στην Μητέρα του Θεού. Άσατε, άνθρωποι, τω Κυρίω «άσμα καινόν», αφού εν τη κοιμήσει της Θεοτόκου ο θάνατος δεν είναι πρόξενος λύπης αλλά χαράς. «Ζωής γαρ αϊδίου και κρείττονος ο θάνατος αυτής γέγονε». Είπωμεν πάντες οι ευλαβείς εορταστές και προσκυνητές της Παναγίας μας. «Πανύμνητε Μήτερ, Εσύ που μας προσέφερες το «σεσιγημένον» μυστήριον και το «σιωπόμενον δόγμα» εν τη Σεπτή Κοιμήσει Σου. Συ κόρη αμίαντε, παρθένε, αμόλυντε, άφθορε, πάγκαλε νεάνις. Συ γυναικών αγλάισμα, θυγατέρων καλλώπισμα. Συ εσφραγισμένη τη παρθενία, Συ του Νώε η Κιβωτός και του Ιωσήφ η σωφροσύνη. Συ η ράβδος του Ααρών η βλαστήσασα, Συ η θυγάτηρ του Δαυΐδ, Συ η υπάρχουσα των προφητών η διόπτρα. Δεόμεθά Σου σήμερον. Δέξου τις προσευχές όλων μας, κλήρου και λαού ως λαμπάδα αναμμένη προ της θαυματουργού εικόνος Σου, ως προσκύνηση και από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας. Σε γαρ μόνην ασφαλή και βεβαίαν άγκυραν έχομεν. Δεόμεθά Σου Θεοτόκε. Φρούρει, φύλαττε και σώζε τον κόσμον. Δίδου εις αυτόν θεογνωσίαν, στήριξε την Εκκλησία, φύλαττε την πατρίδα ημών, σε ειρήνη μετάβαλε κάθε επιβουλή, καθότι ο εκ Σου τεχθείς Ιησούς ο Θεός ημών, Θεός και Βασιλεύς υπάρχει. Ειρηνοδότης και ειρηνοφόρος και «άνδρα αιμάτων και δόλιον βλελύσσεται». Αδελφοί μου, εορταστές και προσκυνητές της Παναγίας μας. Η κεχαριτωμένη έστω εις πάντας Υμάς σκέπη, ευλογία και χάρις, χαρά και χαρίτωσις. Αμήν.

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017

H Θεοτόκος - του αειμνήστου Παναγιώτου Γκιουλέ

Ως προεγνωσμένον και κρύφιον Μυστήριον της Αγίας Τριάδος και ως Μήτηρ της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων

Ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους προ του ασυλλήπτου Θεολογικού Μυστηρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και ο ανθρώπινος λόγος μένει άφωνος και σιωπών, γιατί αδυνατεί να εκφράση το ασύλληπτο, απερινόητο, άρρητο και ανέκφραστο αυτό μυστήριο της ευσεβείας!...                                                                                                                                                         
Γιατί όντως και «ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί(1)» δια της Θεοτόκου. Γιατί η Παρθένος εγέννησε «εν σαρκί», τον ενυπόστατο Λόγο του Πατρός, την ενυπόστατη Αλήθεια και Ζωή(1α) και έγινε η ουράνιος παστάς του Λόγου, που μέσα Της ετελεσιουργήθη το μέγα Μυστήριο της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι΄ αυτό ο ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεολογεί: «Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ όνομα, άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν»(2). Αυτό σημαίνει ότι το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως συνιστών και εκφράζον «άπαν το μυστήριον της θείας οικονομίας», είναι «κρύφιον». Γιατί, κατά την έκφρασιν, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο Ιησούς «κρύφιος εστί και μετά την έκφανσιν και εν τη εκφάνσει και εν ουδενί λόγω ή νω το κατ΄ αυτόν εξήκται μυστήριον. Ώστε και νοούμενον άγνωστον μένει και λεγόμενον άρρητον μένει»(3). Το μυστήριο, δηλαδή, της Θεοτόκου, είναι και θα παραμείνη κρύφιο και κεκρυμμένο, γιατί και ο Ιησούς και κατά την σάρκωση και μετά την σάρκωση, παραμένει κρύφιος και κεκρυμμένος και το ανερμήνευτο μυστήριό Του, δεν μπορεί να εξηγηθή, από κανένα νου και από κανένα ανθρώπινο λόγο. Γι΄ αυτό και όταν προσπαθούμε να το εννοήσουμε, παραμένει απερινόητο και άγνωστο και όταν προσπαθούμε να το εκφράσουμε, παραμένει ανέκφραστο!...                                      
Επομένως και το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως υπουργήσαν το μέγα και απόκρυφο Μυστήριο της σαρκώσεως του Θείου Λόγου, παραμένει «κρύφιον και κεκρυμμένον» μυστήριον του Αγίου Πνεύματος και ανάγεται, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην «αρχαίαν και αληθινήν βουλήν του Θεού της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών Θεώσεως»(4). Γιατί στα ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας της, η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότης «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι»(5), κατά την έκφρασιν του Μεγάλου Φωτίου, είχε αποφασίσει προαιωνίως, την σάρκωση του Θείου Λόγου και την θέωση του ανθρώπου(6). Η προαιώνιος αυτή απόφασις και «προωρισμένη βουλή» της Αγίας Τριάδος, για την σάρκωση του Θείου Λόγου, συνυφαίνεται με την προαιωνία πρόγνωση της Τρισυποστάτου Θεότητος, για την αξία της ελευθέρας προαιρέσεως και της προσωπικής αγιότητος της Πανάγνου Παρθένου, να υπηρετήση της ευσεβείας τούτο το μέγα Μυστήριο, θεολογεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγων: «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν, ηγάπησε και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων, εις το είναι παρήγαγε και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε»(7). Ο απειροτέλειος, δηλαδή, Τριαδικός Θεός, προγνωρίσας την αξίαν της αγιότητος της Παρθένου, την ηγάπησε και αγαπήσας Την προώρισε και κατά τους εσχάτους χρόνους Την έφερε στην ύπαρξη και Την ανέδειξε Θεοτόκον και Μητέρα και τροφόν του οικείου Του Υιού και Λόγου. Και η πρόγνωσις αυτή, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «υπήρχε πάντοτε στην προαιώνια βουλή της Αγίας Τριάδος» ως «προεπινοούμενος τέλειος σκοπός της Δημιουργίας»(8). Γι΄ αυτό ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, θεολογών για το προεγνωσμένο μυστήριο της Θεοτόκου, λέγει ότι «η Παναγία και Ζωαρχική Τριάς έχαιρε και υπερέχαιρε προ του αιώνος, προγινώσκουσα, κατά την θεαρχικήν της ιδέαν την αειπάρθενον Μαριάμ»(9).  «Έχαιρε και υπερέχαιρε» η Παναγία Τριάς, γιατί μέσα στην προαιώνια πρόγνωσή Της, έβλεπε την Αειπάρθενο Μαριάμ, ως νέαν Πάναγνη Εύα, που θα ανεδεικνύετο η αγιασμένη συνεργός του Νέου Αδάμ της χάριτος, στην υποστατική ένωση κτιστού και ακτίστου, του πεπερασμένου κτίσματος με τον άπειρο Κτίστη και του πεπτωκότος ανθρώπου με τον «εν υψίστοις Θεόν». Γι΄ αυτό θεολογών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για την προαιώνια πρόγνωση και εκλογή της Θεοτόκου, λέγει ότι την Θεοτόκον «προ αιώνων ο Θεός προορίζει και των απ΄ αιώνων εξειλεγμένων εκλέγεται, ίνα ικανή προς τούτο ευρεθή»(10), για να συνεργήση στην πραγμάτωση «του απ΄ αιώνος αποκρύφου και αγνώστου μυστηρίου» της σαρκώσεως του Θείου Λόγου. Αυτό σημαίνει ότι η Θεοτόκος απετέλεσε «το μεθόριον της κτιστής και ακτίστου φύσεως»(11), λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ως τίμιο και αγιασμένο βλάστημα των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, προσεφέρθη σαν το τελειότερο δώρο της ανθρωπότητος στους γάμους του τεχθέντος Βασιλέως με την Νύμφη Του Εκκλησία. Γι΄ αυτό και ο Ιερός της Εκκλησίας μας υμνογράφος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός, στο τέταρτο Ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού των Χριστουγέννων ψάλλει: «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι΄ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό Σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν  Σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον Αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι Ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Μητέρα Παρθένον». Η ανθρωπότης προσέφερε προς τον τεχθέντα βασιλέα της κτίσεως το πιο τέλειο και πιο άγιο ευχαριστιακό της δώρο, την Αειπάρθενον Μαριάμ, ως Παναγίαν Μητέρα Του. Γιατί η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ήταν ο προεγνωσμένος και ο προετοιμασμένος καρπός της και «απ΄ αυτών, ακόμη, των του Αδάμ παίδων!»(12). Περιγράφων το γενεαλογικό δένδρον του Χριστού από την Παρθένο Μαρία, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγει: «Των μεν του Αδάμ παίδων εκλέγεται παρά Θεού ο Σηθ, διο και εις αυτόν ο Λουκάς γενεαλογών αναφέρει το γένος άπαν, εξ ου το κατά σάρκα Χριστός»(13), «Διο και υιοί Θεού το γένος άπαν εκαλούντο του Σηθ(14), δια το μέλλειν εκ της γενεάς ταύτης υιόν ανθρώπου γενήσεσθαι τον Υιόν του Θεού· επεί και ο Σηθ, ανάστασις, μάλλον δε εξανάστασις ερμηνεύεται, ήτις εστί κυρίως ο Κύριος ζωήν αθάνατον τοις εις αυτόν πιστεύουσιν επαγγελλόμενος τε και χαριζόμενος»(15). Αυτό σημαίνει, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι το σπέρμα του Σηθ καθαρίζεται υπό του Αγίου Πνεύματος «πολυειδώς άνωθεν των κατά γενεάς αριστίνδην εκλεγομένων»(16). Έτσι το Πνεύμα το άγιον, καθαρίζων από γενεάς εις γενεάν, το σπέρμα των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, «προωκονόμει δε και την εις το είναι πρόοδον άνωθεν εκλεγόμενον και ανακαθαίρον την του γένους σειράν, και τους μεν αξίους ή αξιολόγων εσομένους πατέρας προσιέμενον, τους δε αναξίους τελείως αποβαλόμενον»(17). Επομένως, θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του κόσμου και η θέωσις του ανθρώπου, εάν τις προηγηθείσες γενεές των Προπατόρων της Θεοτόκου, δεν τις αποκάθηρε διαδοχικά το Πνεύμα το Άγιον, για να γεννηθή εκ των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, το τίμιο βλάστημα σωφροσύνης, αγιότητος και προσευχής, η Πάναγνος Παρθένος Μαρία, που εγέννησε τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Γιατί η Πάναγνος Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ανεδείχθη, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «μη μόνον μολυσμού σαρκός υπερτέρα, αλλά και μεμολυσμένη λογισμών ανωτέρα»(18). Έτσι κατέστη η μόνη, κατά προαίρεσιν αναμάρτητος από όλους τους ανθρώπους, μολονότι ως θυγάτηρ του Αδάμ και κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος, είχε την δυνατότητα της κατά «προαίρεσιν αμαρτίας», Εκείνη, ως αγαπώσα τον αληθινό Θεό, «εξ όλης της καρδίας, και εξ όλης της ψυχής, και εξ όλης της διανοίας, και εξ όλης της ισχύος Της»(19), έμεινε από βρέφος, άτρωτος από τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού» και ακίνητος προς την κατά προαίρεσιν αμαρτίαν. Έτσι η Θεοτόκος, «ενώνοντας αυτεξούσια το πλήρωμα της ψυχικής ενεργείας με την Θεία Ενέργεια, καθήλωσε ανενεργό την μεταπτωτική ροπή προς το παρά φύσιν και κινητοποίησε αυτοπροαίρετα όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις προς τους λόγους και τρόπους των θείων αρετών», λέγει νεώτερος Αγιορείτης Θεολόγος(19α). Γι΄ αυτό θεολογεί ο Θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι η Θεοτόκος ανεδείχθη η «αληθής εστία  και διατριβή Θεού και ιλαστήριον εκείνου (του Μωϋσέως) κρείττον ασυγκρίτως, και θεοπρεπές ταμείον της κορυφαίας ακρότητος των μυστηρίων του Πνεύματος»(20). Γιατί απεκάλυψε στον κόσμο την τελειωτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και το «αρχαίον κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως στην προπτωτική του κατάσταση… η Νέα Εύα είναι ο τελειότερος άνθρωπος, η ένσαρκη εικόνα του Αγίου Πνεύματος. Γι΄ αυτό και δέχεται την μεγίστη Δωρεά Του, να γεννήση εν σαρκί τον ίδιο τον Θεό»(20α). Αυτό σημαίνει ότι ο θείος φωτισμός της Θεοτόκου, άρχισε από την παιδική της ηλικία και διήρκεσε καθ΄ όλη την επίγεια ζωή Της, η δε απέκδυσις εκ της αμαυρώσεως από το Προπατορικό Αμάρτημα, έγινε κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, όταν το «Πνεύμα το Άγιον επήλθεν επ΄Αυτήν, κατά τον του Κυρίου Λόγον, ον είπεν Άγγελος, καθαίρον ταύτην και δύναμιν δεικτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν»(21). Γι΄ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρομοιάζει την Θεοτόκον ως λαμπρόν πνευματικόν ουρανόν, από τον οποίον ανέτειλε ο άδυτος ήλιος της δικαιοσύνης, που την εχαρίτωσε περισσότερο από όλους τους υπό κάτω και υπέρ άνω του φυσικού ουρανού, χαριτωμένους! Γι΄ αυτό και πλήρης θαυμασμού για τον πλούτο των χαρισμάτων Της αναφωνεί: «Τις σου το θεαυγές κάλλος υπογράψοι Θεομήτορ Παρθένε, λόγος; Ου γαρ εστι τα σα λογισμοίς και λόγοις ορίζειν· πάντα γαρ υπερβαίνει και νουν και λόγον. Υμνείν δ΄ όμως, έξεστι σου φιλάνθρωπος προσιεμένης. Συ γαρ χαρίτων απασών χωρίον και πλήρωμα καλοκαγαθίας παντοίας και πίναξ έμψυχος αρετής τε και χρηστότητος πάσης, ως μόνη πάντων ηξιωμένη συλλήβδην των του Πνεύματος χαρισμάτων»(22).


Β) Η Θεοτόκος ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων.
Έτσι η Θεοτόκος, το μυρίπνοο δοχείο της χάριτος και το πλήρωμα «των του Πνεύματος χαρισμάτων, ο πίναξ ο έμψυχος πάσης αρετής τε και χρηστότητος», εισήλθε, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εις τα προσκαίρως των αγίων άγια, η ακατάληκτος αγία των Αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχος κιβωτός του αληθινά καταπεμθέντος άρτου της ζωής, του οποίου ήταν η αχειροποίητος εκείνη κιβωτός, που ευρίσκετο η στάμνος, που έφερε το μάννα.. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, η μη τύπους λόγου, αλλ΄ αυτόν τον του Πατρός Λόγον απορρήτως δεδαμένη..»(23). Αυτή, λοιπόν η Πάγκαλος και Πάναγνος Παρθένος, που είχε «εκ μητρικής νηδύος», το πλήρωμα των θείων χαρισμάτων και των αρετών, εισέρχεται τριετής, με την θέλησίν Της, εις τα Άγια των Αγίων! Εισέρχεται η «κεχαριτωμένη» κόρη εις τα Άγια των Αγίων, χωρίς να δεχθή καμμία επίκτητη γνώση από σοφούς και διδασκάλους, κατά τον θείο Γρηγόριο, «Αλλά τον μεν ηγεμόνα νουν υπήκοον δια πάντων αποφήνασα Θεώ, τας δε των ανθρώπων υφηγήσεις κατά κράτος απολελοιπυϊα (εγκαταλείψασα) και ούτω την άνωθεν σοφίαν άφθονον αποδεχθείσα… αύτη εν αγίοις αδύτοις καθάπερ εν θεσπεσίοις ανακτόροις ανέκειτο Θεώ!...»(24). Γιατί η Θεοτόκος, μέσα στα Άγια των Αγίων, υπερέβη την φυσική θεωρία των κτισμάτων και με την τελειωτική χάρη του Παναγίου Πνεύματος, μετεμόρφωσε το κατά φύσιν εις το υπέρ φύσιν και έθεσε υπό την εξουσίαν του Πνεύματος και αυτά τα αδιάβλητα πάθη, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γιατί «έζη καθάπερ εν παραδείσω… απεριμέριμνον, απραγμάτευτον ανύουσα βίον, λύπης άμοιρον, παθών αγενών αμέτοχον και θείας ηδονής, που είναι ανώτερος εκείνης, που δεν ξεχωρίζει από την οδύνη. Θεώ μόνω ζώσα, Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφομένη, Θεόν μόνον ορώσα!...»(25). Γιατί αμέσως, μετά την είσοδό Της στα Άγια των Αγίων η Πάναγνος Παρθένος, «διαπετάσασα το βλέμμα της προς τις αόρατες καλλονές, δεν θεωρούσε πλέον τίποτε ευχάριστο πάνω στη γη. Γιατί με το να γίνη ανωτέρα «των της φύσεως αναγκών και των της αισθήσεως ηδονών» και τα μεν ωραία στην όραση έκρινε ανάξια να τα βλέπη, τα δε καλά για βρώση άξια παραβλέψεως, ανεδείχθη πρώτη αυτή και μόνη από όλους ανέπαφος από όλα εκείνα, με τα οποία ο επιτιθέμενος επιβάλλει την τυραννία του σ΄ εμάς και έστησε από τότε το κατ΄  αυτού τρόπαιο. Και αυτά ανταγωνιζαμένη, όχι μόνο από το πρωϊ έως το βράδυ, όχι για τον καρπό ενός φυτού, αλλά επί πολλές περιόδους ετών, προς ποικίλες και παντός είδους ηδονές, που έχουν εφευρεθή από τους άρχοντες του σκότους ως δέλεαρ κατά των ψυχών. Και αφού περιφρόνησε όλες αυτές τις ηδονές, αυτή μόνη από όλους, η θεόπαις και παραδόξως, απ΄ αυτήν ακόμη την παιδική ηλικία, παίρνει δικαίως ως βραβείο, την ουράνια τροφή από τον άγγελο και ανεδεικνύετο, ευθύς εξ αρχής, βασίλισσα των ουρανών, έχουσα στην υπηρεσία Της τους ουρανίους νόας»(26). Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, θεωρεί την Πάναγνον θεόπαιδα ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας και ως προστάτιδα της Μοναχικής Πολιτείας, γιατί είναι «η πρώτη και μόνη αποταξαμένη εκ βρέφους τω κόσμω υπέρ κόσμου αειπάρθενος νύμφη…»(27). Γιατί η Πάναγνος θεόπαις, ζητούσα την άρρητο και την μυστική ένωσή Της με τον Θεόν, ευρίσκει σαν άριστο χειραγωγό Της την Νοερά Ησυχία, θεολογεί ο θείος Γρηγόριος. «Ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν· αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας…»(28). Έτσι χειραγωγουμένη υπό της νοεράς ησυχίας η Πάναγνος Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων, απαλλάσσεται από την αίσθηση κάθε αισθητού και υπερυψώνεται πάνω από λογισμούς και συλλογισμούς και από κάθε γνώση και απ΄ αυτήν ακόμα την διάνοια και την συμπάθεια προς το σώμα Της, και παραδίδεται στην νοερά ενέργεια «ην θείαν αίσθησιν ο Σολομών προείπε». Έτσι έφθασε στην «υπέρ γνώσιν άγνοια, γιατί συνήψε τον νουν Της με την στροφή προς τον εαυτόν Της και με την αδιάλειπτη θεία προσευχή, υπερέβη τον πολύμορφο συρφετό των λογισμών και διέκρινε» καινήν και απόρρητον οδόν προς τους ουρανούς, την νοητήν σιγήν. Έπειτα προσέχουσα η Παρθένος προς αυτήν, πετά, πάνω από όλα τα κτιστά και βλέπει μεγαλύτερη από τον Μωϋσή δόξα, και εποπτεύει την θεία Χάρη, που είναι θέαμα ασπίλων νόων και ψυχών!... Έτσι η Θεοτόκος, ενώθηκε με τον Θεό με την αδιάλειπτο νοερά προσευχή και με την καινή γλώσσα της νοητής σιγής έγινε όλη φως! Νεφέλη φωτεινή του όντως ζώντος ύδατος, αυγή της μυστικής ημέρας του μέλλοντος αιώνος!... Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, πλήρης θαυμασμού, για το ουράνιο πνευματικό μεγαλείο της Θεοτόκου, αναφωνεί: «Τις λαλήσει τα μεγαλεία σου, Παρθένε; Ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις σου, Θεόπαις. Θεομήτωρ εχρημάτισας· ήνωσας τον νουν Θεώ· ήνωσας Θεόν σαρκί· υιόν ανθρώπου εποίησας Θεόν, και τον άνθρωπον υιόν Θεού· κατήλλαξας τον κόσμον τω του κόσμου ποιητή…»(29). Αλλά και εμείς πάντες οι Ορθόδοξοι πιστοί, οι ευρισκόμενοι στις υπωρείες του όρους, της ορθοδόξου πνευματικότητος και ζωής, και ατενίζοντες έκθαμβοι και εκστατικοί, με το αγιασμένο βλέμμα των Αγίων Πατέρων, το ουράνιο θάμβος και το ανέκφραστο μεγαλείο του ανερμηνεύτου μυστηρίου της Θεοτόκου, ας δοξάσωμε τον μόνον αληθινό Τριαδικό Θεό, που εμεγάλυνε και εδόξασε τόσο πολύ τον εκπεσόντα άνθρωπο, ώστε να στεφανώση την Θεοτόκον ως Βασίλισσα των ουρανών μέσα στα άγια των Αγίων και έπειτα κλείνοντες ευλαβικά το γόνυ «θεασώμεθα το μέγα τούτο θέαμα, την Θεοτόκον συνδιαιωνίζουσαν την ημετέραν φύσιν με το πυρ της Θεότητος, κι΄ αφού απεκδυθούμε τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως, ους εκ παραβάσεως ενδεδύμεθα, στώμεν έκαστος εν γη αγία»(30) ψάλλοντες: «Εμεγάλυνας Χριστέ την τεκούσαν σε Θεοτόκον…» Αμήν.

1)  Α Τιμοθ. γ: 16
1α) Χρυς. Μοναχού Διονυσιάτου: Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος.
2) Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθ. Πίστεως Γ: 12  56  ΕΠΕ  Ι
3) Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου Προς Γάϊον επιστολή.
4) Μητρ.  Αθανασίου Γιέφτιτς: Η περί Θεοτόκου διδασκαλία  Αγ. Ι. Δαμασκηνού.
5) Αυτόθι, σελ. 23 και Μ. Φωτίου ομιλία Θ.
6) Αυτόθι σελ. 23.
7) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Λόγος εις το Γενέσιον.
8) Χρυσοστόμου Μοναχού Διονυσιάτου :Θεός Λόγος και…
9) Αγ. Νικοδήμου : Αόρατος Πόλεμος σελ. 118.
10) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΒ 8.
11) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΓ  37
12) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  11
13) Αυτόθι ΝΖ 6
14) Γεν. Δ : 26.
15) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  10
16) Αυτόθι ΝΖ  7
17) Αυτόθι  ΝΖ  6
18) Αυτόθι  ΝΒ  8
19) Μάρκου ιβ: 30
19α) Χρυσοστόμου Μοναχού Διον. : Θεός Λόγος και….
20) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  20
20α) Χρυσοστόμου Μοναχού: Θεός Λόγος και…
21) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθοδ. Πίστεως Γ 12
22) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  13.
23) Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ομιλία ΝΓ  43  ΕΠΕ   ΙΙ
24)                                                   >>    ΝΓ 18
25)                                                   >>     ΝΓ47
26)                                                   >>     ΝΓ 46
27)                                                   >>     ΝΓ 50
28)                                                  >>      ΝΓ52

29)                                                   >>     ΝΓ 59

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

Oi νεοφανείς Μάρτυρες Σταμάτιος και Ιωάννης

Τη Γ΄  (3η) Φεβρουαρίου, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων ενδόξων Νεομαρτύρων ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ και ΙΩΑΝΝΟΥ των αυταδέλφων και ΝΙΚΟΛΑΟΥ του Συναθλητού αυτών, των εκ Σπετσών καταγομένων και εν Χίω μαρτυρησάντων κατά το έτος αωκβ΄ (1822).                                                                                                                                  

Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, και αι οδοί σου ανεξιχνίαστοι! Με κάθε δίκαιον δύναταί τις θαυμάζων να φωνάζη, διότι τους τρόπους με τους οποίους η πάνσοφος και πανάγαθος πρόνοια του Θεού τα πάντα οικονομεί, ούτε ο νους του ανθρώπου δύναται να τους χωρέση, ούτε η διάνοια να τους διακρίνη, ούτε η γλώσσα να τους λαλήση. Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Ο Σαούλ ζητεί να εύρη τας χαμένας όνους του πατρός του και η θεία Πρόνοια χειροτονεί αυτόν βασιλέα του Ισραήλ. Ο Δαυϊδ πηγαίνει τροφάς εις τους αδελφούς του εις το στρατόπεδον και η πάνσοφος Πρόνοια ψηφίζει αυτόν και αποδεικνύει νικητήν και τροπαιούχον του αλλοφύλου ληστάρχου Γολιάθ. Οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες εξέρχονται της πατρίδος των να εμπορευθώσι, να κερδήσουν πλούτον πρόσκαιρον και η πάνσοφος Πρόνοια, με αυτόν τον τρόπον, τους προσκαλεί να λάβωσι κέρδος μέγα σχεδόν πάντη ανέλπιστον. Ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε, και αι οδοί σου ανεξιχνίαστοι! Εξέρχονται από την πατρίδα των δια κέρδος προσωρινόν και η δυστροπία των καιρών τους φέρει εις τον λιμένα των μαρτυρικών αγώνων και τους αποδεικνύει στεφανηφόρους και νικηφόρους Μάρτυρας. Πλην δια να εννοήση έκαστος την υπόθεσιν του Μαρτυρίου των, πως ηκολούθησεν, ας την διηγηθώμεν εν συντομία.                                                                   
Σταμάτιος και Ιωάννης οι νεοφανείς Μάρτυρες του Χριστού, οι λαμπροί της Εκκλησίας φωστήρες, ήσαν γέννημα και θρέμμα της νήσου των Σπετσών· ο πατήρ αυτών ωνομάζετο Θεόδωρος, Γκίνης την επωνυμίαν, η δε μήτηρ αυτών Ανέζω. Αφ’ ου απέθανεν ο πατήρ των, έχοντες μετρίαν περιουσίαν, ανετράφησαν ομού με τους άλλους αδελφούς των, όταν δε έφθασαν εις ηλικίαν, εμπορεύοντο εις μικράς ποσότητας κατά την συνήθειαν των εντοπίων των. Κατά το έτος 1822, εν ω εταράχθη γη και θάλασσα από την γενομένην επανάστασιν κατά των ασεβώς και παρανόμως τυραννούντων Οθωμανών, εξήλθον ούτοι της πατρίδος των δια να εμπορευθώσι. Περιερχόμενοι και έχοντες το πλοίον των φορτωμένον με έλαιον, από εναντιότητα των ανέμων και θαλασσοταραχήν κατήντησαν να πέσουν αντίκρυ της νήσου Χίου, προς το μέρος της Ανατολής το λεγόμενον Τσεσμέ, εις το μέρος το οποίον ονομάζεται Αλάτσατα. Εκεί λοιπόν αράξαντες εξήλθον εις την ξηράν και παρουσιάσθησαν εις τινα Χριστιανόν, τον οποίον εθεώρησαν ότι τωόντι ήτο Χριστιανός, και αφού του εξέθεσαν τι άνθρωποι ήσαν, τον παρεκάλεσαν, δίδοντές του και αρκετά γρόσια, να τους οικονομήση τα όσα εχρειάζοντο προς διόρθωσιν του μικρού των πλοίου. Εκείνος όμως, αντί να τους οικονομήση, ως υπεσχέθη, εφάνη άλλος Ιούδας και πηγαίνων εις τον αγάν του τόπου του τους επρόδωσε και παίρνων ανθρώπους του αγά επήγεν εις τον τόπον όπου ήσαν και τους συνέλαβον. Ήσαν δε όλοι οι συλληφθέντες επτά, εκ των οποίων οι δύο φεύγοντες εθανατώθησαν, οι άλλοι δύο έπεσον εις την θάλασσαν, τους δε τρεις, τον πλοίαρχον και τους δύο τούτους αυταδέλφους, συλλαβόντες τους έφερον εις την Χίον και τους παρέδωκαν εις τον εκεί ευρισκόμενον πασάν· ήτο δε η εικοστή έκτη του Ιανουαρίου. Ο πασάς παραστήσας αυτούς έμπροσθέν του, εξετάσας αυτούς και μαθών ποίοι άνθρωποι ήσαν, επρόσταξε τους μεν δύο αδελφούς να κλείσουν εις την σκοτεινήν φυλακήν, τον δε γεροντότερον, ονόματι Νικόλαον, να τον εκβάλωσιν έξω από το Κάστρον εις την πεδιάδα, η οποία ονομάζεται Βουνάκι, και να τον αποκεφαλίσωσι. Παρεκίνουν δε τούτον καθ’ όλον τον δρόμον να γίνη Τούρκος και να του χαρίσουν την ζωήν. Ούτος δε απεκρίθη· «Τώρα πλέον θα κάμω εγώ νέον κόσμον; Όχι. Χριστιανός εγεννήθην και Χριστιανός θ’ αποθάνω· δεν αρνούμαι την πίστιν μου». Και φθάσαντες εις τον διωρισμένον τόπον τον απεκεφάλισαν εις την ομολογίαν της Ορθοδόξου πίστεως. Ενώ δε οι νέοι ήσαν φυλακισμένοι εις την σκοτεινήν φυλακήν του κάστρου, ο πασάς διώρισε δύο ανθρώπους ιδικούς του, ένα Χίον Σερίφ τσαούσην ονομαζόμενον και ένα Λαζόν πεσκιρτζίμπασην την αξίαν, ανθρώπους και τους δύο κακίστους και παμπονήρους και υπεσχέθη εις αυτούς μεγάλας δωρεάς και χαρίσματα, αν κατορθώσουν να καταπείσουν τους δύο αδελφούς ή με απειλάς βασάνων, ή με υποσχέσεις δωρεών να γίνουν Τούρκοι. Είχε λοιπόν, ο κατάρατος, μεγάλον πόθον να τους κάμη να αρνηθώσι την αγίαν πίστιν του Χριστού και να γίνουν Μουσουλμάνοι, λογιζόμενος τούτο ως προκοπήν του και ως τιμήν του μεγάλην, καθώς έλεγον οι πορευθέντες εκεί, ότι είπε· «Συμφέρει εις ημάς να έχωμεν τοιούτους ανθρώπους εις την πίστιν μας». Λαβόντες λοιπόν οι δύο ούτοι την τοιαύτην προσταγήν από τον πασάν, τι δεν έκαμαν, τι δεν εμεθοδεύθησαν; Δεν έπαυσαν, οι κατάρατοι, καθ’ ώραν και στιγμήν, κινούντες πάντα λίθον, κατά την παροιμίαν, πότε με υποσχέσεις μεγάλων δωρεών και αξιωμάτων πότε με απειλάς βασάνων και τιμωριών. Πλην όμως ούτοι έμενον στερεοί και αμετακίνητοι και με μεγάλην τόλμην αντέλεγον εις αυτούς. Αφ’ ου παρήλθον επτά ημέραι, χωρίς να δυνηθούν παντελώς να τους διασείσουν από την στερεάν των πίστιν, πηγαίνουν και οι δύο εις τον πασάν και του λέγουν· «Αφέντη, αυτοί ηννόησαν ότι βάσανα δεν τους κάμνομεν και δια τούτο κρατούν καλά το πείσμα των. Λοιπόν να μας δώσης την άδειαν να τους επιβάλωμεν τιμωρίας, ίσως τότε δυνηθώμεν να τους καταπείσωμεν, διότι με μεγάλην τόλμην αντιστέκονται και αντιλέγουν». Ο πασάς, ακούσας ταύτα, εστάθη ολίγην ώραν συλλογιζόμενος, έπειτα λέγει προς αυτούς· «Αυτοί οι γκιαούρηδες έχουν την συνήθειαν αυτήν και αν βάλουν το πείσμα των είναι αδύνατον να τους μεταβάλη κανείς. Ευκολώτερον κόπτει τις την κεφαλήν των ή το πείσμα των». Αυτά είπεν εις τους ευρεθέντας εκεί αγάδες, τα οποία ων παρών και εις των αρχόντων της χώρας, Χατζή Πολυχρόνης το όνομα, τα ήκουσεν από το ίδιον στόμα του πασά. Και ακόμη είπεν· «Αύριον παίρνει τέλος αυτό το ζήτημα». Οι δε καλοί νέοι, όντες εις την φυλακήν κεκλεισμένοι χωρίς να τους είπη τις τίποτε, προεγνώρισαν ως εκ θείας αποκαλύψεως ότι την ερχομένην ημέραν έχουν να τελειώσουν τον καλόν αγώνα και χαίροντες έλεγον εις τους φυλακισμένους· «Αύριον, αδελφοί, τελειώνομεν την ζωήν, αύριον είναι η υστερινή ημέρα της ζωής μας». Όθεν εζήτησαν να φέρουν κρυφίως χαρτί και έστειλαν έγγραφον την εξομολόγησίν των εις τον Επίσκοπον Χίου, ζητούντες να κάμη τρόπον να τους αξιώση των Αχράντων Μυστηρίων. Ο δε Αρχιερεύς τους διεμήνυσε με την ιδίαν γυναίκα, επειδή άλλος δεν έμβαινεν εις την φυλακήν, εκτός μόνον μία γυνή, Φράγκα το όνομα, της οποίας ο σύζυγος, Αγαπητός το όνομα, ήτο και αυτός κλεισμένος εις την ιδίαν φυλακήν, δι’ άλλην αιτίαν, τους διεμήνυσε, λέγω, να στέκουν στερεοί και να ετοιμασθούν με προσευχάς και δάκρυα και να μη δειλιάσουν παντελώς τον θάνατον, διότι τους αναμένει η δόξα του Παραδείσου, να συγχαίρουν με τους Μάρτυρας αιώνια. Παρήγγειλε δε και εις την γυναίκα να υπάγη την αυγήν να τους δώση τα Άχραντα Μυστήρια, επειδή Ιερεύς και άλλος Χριστιανός να εισέλθη εις τας φυλακάς ήτο αδύνατον. Ακούσαντες ούτοι τας εντολάς και νουθεσίας του Αρχιερέως από το στόμα της γυναικός, μετά δακρύων ηυχαρίστησαν τον Κύριον και διήλθον όλην την νύκτα άγρυπνοι, ψάλλοντες Παρακλήσεις εις την Θεοτόκον και τους Οίκους αυτής και άλλας προσευχάς, όσας ήξευρον, εδέοντο δε της Κυρίας Θεοτόκου να μεσιτεύση εις τον Υιόν της να τους χαρίση δύναμιν, να μη δειλιάσουν τον θάνατον. Περί την αυγήν απεκοιμήθησαν ολίγον οι Άγιοι και εξυπνώντες είπον εις τους άλλους Χριστιανούς· «Ημείς, αδελφοί, σήμερον τελειώνομεν το ταξείδιον της ζωής μας. Όθεν σας παρακαλούμεν να δεηθήτε και σεις του Κυρίου μας να μας χαρίση δύναμιν». Τότε έβγαλαν και μερικά ενδύματα, τα οποία εφόρουν διπλά και τα έδωκαν εις τους φυλακισμένους εκείνους Χριστιανούς, εις άλλον ένα και εις άλλον άλλο και μερικά άσπρα από εκείνα τα οποία εκράτουν. Όταν δε έγινεν ημέρα, τους έστειλεν ο Αρχιερεύς τα Άχραντα Μυστήρια με την γυναίκα, την οποίαν προείπομεν, τα οποία εδέχθησαν μετά δακρύων. Αφού δε μετέλαβον των Αχράντων Μυστηρίων, ηυχαρίστησαν μεγάλως τον Κύριον και μετ’ ολίγον εγεύθησαν ολίγης τροφής, έστειλαν δε πάλιν δια της ιδίας γυναικός τας ευχαριστίας των εις τον Αρχιερέα, διότι τους οικονόμησεν εις την ανάγκην αυτήν, έστειλαν και ολίγα γρόσια παρακαλούντες αυτόν, όταν τελειωθώσι, να ψάλη τα λείψανά των και να τους μνημονεύση. Μετά παρέλευσιν δύο ωρών έδωσε προσταγήν ο πασάς να τους εκβάλουν από την φυλακήν και να τους φέρουν κάτωθι του σεραγίου, όπου εκάθητο, οπισθάγκωνα δεδεμένους και να τους ερωτήσωσιν, αν θέλουν να γίνουν Τούρκοι να κερδήσωσι την ζωήν των, ει δε μη, να τους κόψουν τας κεφαλάς. Ευθύς λοιπόν ετελειώθη το πρόσταγμα του τυράννου και φέραντες τους Αγίους ήρχισε τότε ο δήμιος να τους λέγη να υπακούσωσι, να δεχθώσι την Οθωμανικήν πίστιν δια να λυτρώσωσι την ζωήν των και να αξιωθώσι και μεγάλης τιμής. Οι δε Μακάριοι μεγαλοφώνως έκραζον λέγοντες· «Χριστιανοί θα αποθάνωμεν! Χριστιανοί είμεθα, Χριστιανοί εγεννήθημεν και Χριστιανοί θα αποθάνωμεν. Δεν αρνούμεθα τον Χριστόν, έστω και αν μεληδόν μας κατακόψητε· μόνον ό,τι θα κάμετε, κάμετέ το μίαν ώραν ενωρίτερα, μη χάνετε καιρόν ματαίως. Ημείς την πίστιν μας δεν την αρνούμεθα ποτέ». Αυτά τα ήκουσεν ο ίδιος ο πασάς από το παράθυρον όπου εκάθητο, επειδή με μεγάλην φωνήν και οι δύο τα εφώναζον. Όθεν έδωκε την απόφασιν να τους αποκεφαλίσουν. Παρευθύς λοιπόν αρπάσαντες τους Αγίους οι αιμοβόροι εκείνοι λύκοι τους έσυραν έξω του κάστρου με μεγάλην ταραχήν, έχοντες και δύο γυμνά ξίφη έμπροσθεν των οφθαλμών των Αγίων δια να δειλιάσωσι. Τούτο έκαμε τους ορώντας να τρέμουν βλέποντες την τόσην μανίαν αυτών. Αλλά και τον ένα από τους δύο, τον Ιωάννην, έκαμε τούτο να δειλιάση προς ώραν και να αλλοιωθή η όψις του. βλέπων δε τούτο ο Σταμάτιος του είπε· «Τι έπαθες, αδελφέ; Εδειλίασες τους κύνας; Δεν ενθυμείσαι την απόφασιν την οποίαν εκάμαμεν, να μη προδώσωμεν την πίστιν μας; Πως τώρα φαίνεσαι δειλός; Παρακάλεσε την Παναγίαν μας να σου δώση δύναμιν». Αυτά τα λόγια έδωσαν θάρρος εις τον Ιωάννην. Ενώ δε εξήρχοντο εις την έξω του κάστρου πεδιάδα, την λεγομένην Βουνάκι, έτρεχον πλήθος πολύ έμπροσθεν και όπισθεν. Οι δε Μακάριοι έκραζον μεγαλοφώνως. «Χριστιανοί είμεθα! Δια τον Χριστόν υπάγομεν εις θάνατον»! Όταν έφθασαν εις το μέρος όπου είναι κατέναντι των σφαγείων, κάτωθι της Παλαιάς Βρύσης, εκεί τους έστησαν να τους ερωτήσωσιν αν μετενόησαν και απεφάσισαν να δεχθώσι την πίστιν του Μωάμεθ, άλλως θα τους κόψουν, δείχνοντες συγχρόνως και το ξίφος. Τότε με μεγάλην φωνήν εξεφώνησαν και οι δύο: «Αδελφοί Χριστιανοί, Χριστιανοί είμεθα και δια τον Χριστόν αποθνήσκομεν»! Και μάλιστα τρισσώς το είπον· «Χριστιανοί, Χριστιανοί, Χριστιανοί είμεθα! Δεν αλλάζομεν την πίστιν μας! Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου». Τότε παρευθύς τους απεκεφάλισαν και έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους της αθλήσεως και ανέβησαν στεφηφόροι εις τους ουρανούς να συνευφραίνωνται αιωνίως μετά των Αθλητών και Μαρτύρων. Τα δε τίμια των Αγίων λείψανα έμενον καταφρονημένα εις τον τόπον της καταδίκης. Έθεσαν δε, εις το μέσον των δύο, εις χαρτίον γεγραμμένην την αιτίαν της αποτομής των, ότι ήσαν εναντίον του βασιλέως των και κλέπται. Μετά δε τρεις ημέρας ηγγάρευσαν μερικούς Χριστιανούς και σύροντες αυτά τα έφερον εις την παραλίαν όπου επιβιβάσαντες εις λέμβον τα έρριψαν εις την θάλασσαν. Μερικοί δε φιλομάρτυρες Χριστιανοί έλαβον φροντίδα και επεμελούντο να τα ανασύρουν, αλλά δια τον πολύν φόβον ωκονόμησαν την υπόθεσιν ως εξής: Έδωκαν είδησιν εις φιλόχριστον τινα και φιλομάρτυρα Χριστιανόν, Γεώργιον το όνομα, βυρσοδέψην την τέχνην, να προσέχη εις την θάλασσαν όπου ευρίσκετο πάντοτε δια το έργον του μήπως και εκβάλη τα άγια λείψανα έξω. Λαβών λοιπόν την φροντίδα ο καλός Γεώργιος επρόσεχεν εις τούτο. Μετά τέσσαρας δε ημέρας, πνεύσας σφοδρός νότιος άνεμος εξέβαλε τα τίμια λείψανα εις το μέρος του Λαναρίτου της πανώλους, τα οποία λαβόντες οι Χριστιανοί ενεταφίασαν κρυφίως εις ένα χωράφιον, την δε κάραν του Ιωάννου δεν ευρήκαν ειμή μόνον του Σταματίου. Αυτό είναι το Μαρτύριον, αδελφοί, των νέων Μαρτύρων του Χριστού Σταματίου και Ιωάννου, των καλών αυταδέλφων, και Νικολάου του Συναθλητού αυτών, καθώς με όλην την επιμέλειαν ηδυνήθημεν να μάθωμεν από φιλαλήθεις άνδρας, χωρίς τινος προσθήκης. Ούτως ηγωνίσθησαν, οι καλλίνικοι νέοι, ούτως αντέστησαν μέχρι τέλους φυλάξαντες τον θησαυρόν της ευσεβούς πίστεως και υπέρ της πίστεως τμηθέντες τας κεφαλάς. Ήσαν δε, ως λέγουν, κατά την ηλικίαν, ο μεν Σταμάτιος ετών δέκα και οκτώ, ο δε Ιωάννης είκοσι και δύο, ων ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς φυλάξαι την πίστιν αμώμητον μέχρι τέλους, συνοδευομένην με έργα θεάρεστα, ίνα και της Βασιλείας των ουρανών επιτύχωμεν. Αμήν.