Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΟΣ.

Βησσαρίων ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις την Αίγυπτον, αφ’ ου δε απεγαλακτίσθη και έμαθε τα ιερά γράμματα, φως άγιον έλαμψεν εν τη καρδία του· όθεν, επειδή εκ νεαράς ηλικίας ηγάπησεν πολύ τον Θεόν, δεν εμόλυνε παντελώς δι’ ουδενός αμαρτήματοα το δοθέν εις αυτόν, νηπιόθεν, άγιον Βάπτισμα, αλλ’ αναβάς επί ερήμου τόπου, εκεί, ως πετεινόν και ως άσαρκος ηγωνίζετο, διότι δεν είχε φροντίδα οίκου, ούτε τόπους επεθύμησεν, ούτε κόρον τροφής, ούτε κτήσεις αγρών, ούτε βίβλων περιφοράς. Επί τεσσαράκοντα δε έτη δεν εκοιμήθη πλαγιασμένος, αλλ’ ή καθήμενος ή ιστάμενος. Καταφρονήσας λοιπόν εξ ολοκλήρου το σώμα ως φθαρτόν, υπέταξεν αυτό εις το κρείττον, ήτοι εις την ψυχήν και εύρε τον Θεόν βοηθόν, τον οποίον επόθησε. Τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας εστάθη εις προσευχήν εν μέσω ενός θάμνου, ως στύλος ακίνητος, τεταμένας μεν έχων τας χείρας και τα όμματα εις τον ουρανόν, την δε ψυχήν ηνωμένην μετά του Θεού και αχχώριστον. Δια τούτο ηξιώθη, ο μακάριος, να λάβη τοιαύτην Χάριν παρά Θεού, ώστε να τελή όχι τα τυχόντα θαυμάσια· διότι αυτός, ως ο Προφήτης Μωϋσής, χαράξας το σημείον του Σταυρού εις τον αέρα, μετέβαλε το αλμυρόν ύδωρ της θαλάσσης εις γλυκύτατον και με αυτό παρηγόρησε τον μαθητήν του και τον εζωοποίησεν, όστις λιποθυμισμένος ων εκ της δίψης, έπιεν από το γλυκύ εκείνο ύδωρ και εχόρτασε, καθώς και άλλοι πιόντες εξ αυτού ηθχαρίστησαν και εδόξασαν τον Θεόν. Αυτός, ως ο Ιησούς του Ναυή, ευρεθείς εις τινα τόπον και συνομιλών με πολλούς αδελφούς τα προς ωφέλειαν, εσταμάτησε δια προσευχής του τον ήλιον, έως ότου ετελείωσε την διδασκαλία του, επειδή δύοντος του ηλίου δεν επρόφθανε να υπάγη εκεί όπου ήθελεν. Αυτός ως ο Ηλίας εν καιρώ ανομβρίας, κατεβίβασεν ύδωρ εξ ουρανού, όχι όμως ως ο Ηλίας άπαξ, αλλά δις και πολλάκις, διότι τούτο εζήτησαν άλλοι αδελφοί παρ’ αυτού· και καθώς ο Ελισσαίος διέβη τον Ιορδάνην με την μηλωτήν του Ηλιού, κατά τον αυτόν τρόπον και ούτος διέβη τον ποταμόν Νείλον πεζός με του Σταυρού την δύναμιν, ώστε μόνον οι πόδες του έως εις τους αστραγάλους εβράχησαν. Ούτος και άλλα σημεία διάφορα εποίησε με την δύναμιν του Χριστού. Τον Θεόν λοιπόν μέχρι τέλους θεραπεύσας, ετελείωσε την ζωήν του εις γήρας βαθύ και προς ον επόθει Χριστόν εξεδήμησε,

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Του Αγίου Ιερομάρτυρος ΣΑΔΩΚ, Επισκόπου, και των συν αυτώ τελειωθέντων Εκατόν Είκοσι Οκτώ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.

Τη Κ΄  (20η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΣΑΔΩΚ, Επισκόπου, και των συν αυτώ τελειωθέντων Εκατόν Είκοσι Οκτώ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.                                                                                                                                         

Σαδώκ ο ένδοξος Ιερομάρτυς και οι μετ’ αυτού αξιωθέντες των μαρτυρικών στεφάνων Εκατόν Είκοσιν Οκτώ Άγιοι Μάρτυρες εμαρτύρησαν εις την Περσίαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Σαβωρίου εν έτει  τλ΄ (330) αποκεφαλισθέντες, διότι ωμολόγησαν την εις Χριστόν πίστιν. Ιστορείται δε ότι ο Άγιος Σαδώκ, πριν ή συλληφθή και μαρτυρήση, είδε κατ’ όναρ τον προ αυτού Ιερομάρτυρα Άγιον Συμεών, ο οποίος ίστατο εφ’ υψηλής κλίμακος και παρεκίνει αυτόν να αναβή· εφανέρωνε δε με τούτο, ως φαίνεται, την δια του Μαρτυρίου ανάβασιν τούτου.  

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Τη Κ΄ (20η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και θαυματουργού ΛΕΟΝΤΟΣ, Επισκόπου Κατάνης.

Λέων ο θεοπρόβλητος της Εκκλησίας φωστήρ, και των θείων προσταγμάτων εκπληρωτής, ο των Αποστόλων ζηλωτής και των πενήτων προνοητής και μεγίστων τεραστίων εργάτης θαυμάσιος, εγεννήθη εις την πόλιν της Ραβέννης από γονείς ευγενείς, ευγενέστατος κατά κόσμον, εις δε την της ψυχής κατάστασιν πολύ ευγενέστερος, δια την υπερβάλλουσαν αυτού αρετήν και αξιέπαινον πολιτείαν, διότι όχι μόνον μετά την χειροτονίαν του, αλλά και πρότερον εφύλαττεν όλας τας αρετάς. Είχε δε πρότερον ο θεόπνευστος την φροντίδα και την διοίκησιν των εκκλησιαστικών πραγμάτων, διηκόνει δε ως πιστός και φρόνιμος οικονόμος πάντας τους συνδούλους αυτού, διένειμε δε και το δεσποτικόν σιτομέτριον. Δια την θαυμαστήν λοιπόν πολιτείαν αυτού, αποθανόντος Σαβίνου του τότε Αρχιερέως Κατάνης, συνήχθη όλον το πλήθος της Μητροπόλεως Κατάνης από θείαν νεύσιν και βούλησιν, και εψήφισαν άπαντες τον Λέοντα, όστις κατά την επωνυμίαν είχε και γενναιότητα εις την ψυχήν, όθεν επολέμει ανδρείως κατά των νοητών λύκων, αγωνιζόμενος με αγρυπνίας, προσευχάς και άλλας αρετάς να φυλάττη τα πρόβατα αβλαβή από τους αιρετικούς και τους δαίμονας, διελέγχων καθ’ εκάστην και ανατρέπων τας σαθράς και κακοδόξους ετεροδιδασκαλίας και στηλιτεύων τους μύθους των Ελλήνων, ως πάνσοφος. Προς δε τους πιστούς ήτο πολύ συμπαθής και εύσπλαγχνος, δίδων πολλάς ελεημοσύνας ο χριστομίμητος. Έλαμπε λοιπόν εις όλους ως φωστήρ διαυγέστατος, ψυχών επιμελούμενος, ορφανών προμηθούμενος, πενήτων τροφεύς και αδικουμένων αντιλήπτωρ επιμελέστατος και, απλώς ειπείν, όλους τους ενδεείς και πτωχούς υπεδέχετο και τους εβοήθει πλουσιοπάροχα, γενόμενος τα πάντα τοις πάσι, κατά τον μέγαν Απόστολον, δια να σώση όσους ηδύνατο. Είχε δε ζήλον πολύν εις το θείον σέβας ως άλλος Ηλίας· όθεν ηγωνίζετο να εξαλείψη την ειδωλολατρίαν παντελώς, διότι υπήρχον ακόμη τινές βεβυθισμένοι εις το σκότος των ειδώλων, ως άγνωστοι. Όθεν, όχι μόνον με λόγια τους εδίδασκεν, αλλά και με έργα και θαύματα, δια να γνωρίσουν το ανίσχυρον και αδύνατον των ματαίων θεών και του αληθινού και όντως Θεού την υπερβάλλουσαν δύναμιν. Ημέραν λοιπόν τινά επήγε με πολλούς ανθρώπους εις τόπον τινά, εις τον οποίον είχον στημένον οι Έλληνες εν είδωλον από τον καιρόν του Δεκίου και το εθεοποιούσαν, οι άφρονες· ο δε φρόνιμος και πάνσοφος Λέων έκαμεν εκεί προσευχήν προς τον Δεσπότην Χριστόν με δάκρυα, να το κρημνίση ως Παντοδύναμος· και παρευθύς, ω του θαύματος! έπεσε κατά γης και συνετρίβη το ακάθαρτον είδωλον, εις δε τον τόπον αυτού ευρέθη την αυτήν ώραν εις Σταυρός θαυμασιώτατος· βλέποντες δε οι παριστάμενοι τοιούτον φρικτόν τεράστιον εξεπλάγησαν και έκτισαν εκεί Εκκλησίαν των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Όχι δε μόνον τον Ναόν τούτον, αλλά και έτερον κάλλιστον και περίβλεπτον ωκοδόμησεν ο Όσιος εις το όνομα της Παρθενομάρτυρος Λουκίας, η οποία εμαρτύρησεν εκεί εις την Κατάνην, εις αυτόν δε τον Ναόν ευρίσκεται τώρα το πάνσεπτον και τίμιον λείψανον του θαυμασίου τούτου Λέοντος, από του οποίου ιερού Λειψάνου αναβλύζει, ως από πηγής αενάου, μυρίπνοον έλαιον παντοίων κακών αποσοβητήριον, παθών αλεξιτήριον και δαιμόνων φυγαδευτήριον· διότι, όσα θαύματα ετέλεσε ζων ο τρισόλβιος, τόσα και έτι περισσότερα ετέλεσε μετά θάνατον, αλλά και μέχρι σήμερον δεν παύει από του να τελή καθ’ εκάστην τα αυτά και να ιατρεύη πάσαν ασθένειαν εκείνων οίτινες τον επικαλούνται μετά πίστεως, τα οποία δεν γράφομεν εδώ όλα, χάριν συντομίας, μόνον μίαν θαυματουργίαν εξαισίαν θα είπωμεν, την οποίαν ετέλεσεν έτι ζων ο Άγιος, και εκ της οποίας έγινεν εις όλον τον κόσμον περιβόητος, απ’ αυτήν δε την τερατουργίαν να εννοήσητε πόσην παρρησίαν είχε προς Χριστόν τον Θεόν ο θεόπνευστος. Εις την νήσον της Σικελίας ήτο εις λεκανομάντης, ονόματι Ηλιόδωρος, όστις δια συνεργίας δαιμόνων έκαμνε σημεία και τέρατα, επερίσσευε δε ούτος εις την κακίαν Ιαννήν, Ιαμβρήν και Σίμωνα τους μάγους, επειδή είχεν εις εαυτόν όλην την διαβολικήν ενέργειαν. Ούτος ήτο υιός ευγενούς τινος πατρικίας Χριστιανής, Βαρβάρας ονόματι, και ενομίζετο Χριστιανός· αλλά παιδιόθεν ήτο θρασύς και υπερήφανος και επεθύμει να γίνη έπαρχος της πόλεως, δια να κάμνη αναίσχυντα τα κακά του θελήματα. Αλλά δεν ήτο θέλημα Θεού να λάβη τοιούτον υπέρτατον αξίωμα, ως ανάξιος. Ετράπη λοιπόν εις άλλο τόλμημα ο παμμίαρος· εύρε δηλαδή Ιουδαίον τινά επίσημον εις τας μαγείας και γοητείας, με τον οποίον έγινε φίλος και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση να λάβη το ποθούμενον αξίωμα, αυτός δε του έδωσεν επιστολήν τινα και του λέγει· «Ύπαγε το μεσονύκτιον εις τους τάφους των αρχόντων, ανέβα επάνω εις μίαν στήλην και εκεί θέλει έλθει κάποιος φοβερός εις την θέαν· αλλά μη δειλιάσης· εάν σου ειπή να κατέβης, μη υπακούσης έως να σου υποσχεθή ότι θα κάμνη όλα τα θελήματά σου». Τότε ο βδελυρός Ηλιόδωρος επήγεν εις τον τόπον εκείνον χαρούμενος και ρίπτων υψηλά εις τον αέρα την επιστολήν, είδε τον διάβολον έφιππον επί τινος ελάφου και του λέγει· «Τι χρειάζεσαι από εμέ»; Ο δε Ηλιόδωρος απεκρίθη· «Θέλω να μου κάμης ό,τι ποθώ και ορέγομαι». Εκείνος δε απήντησεν· «Εάν δέχεσαι να αρνηθής τον Χριστόν, θα σου παρέχω αμέσως ό,τι μου ζητείς». Τότε ο δυστυχής εκείνος απηρνήθη τον Χριστόν και συνετάχθη με τον δαίμονα, όστις του έδωσε τον πλέον δυνατόν εις την κακίαν και πονηρότατον διάβολον, ονομαζόμενον Γάσπαρον, τον οποίον επρόσταξε να στέκεται πλησίον αυτού, να του υποτάσσεται πάντοτε, εκτελών όλα τα προστάγματα αυτού. Ταύτα προστάξας ο άρχων του σκότους έγινεν άφαντος ο αντίθεος, ο δε απατεών και αρνησίθεος Ηλιόδωρος έμεινε χαρούμενος, μη γινώσκων, ο άφρων και δείλαιος, την της ψυχής και του σώματος αυτού απώλειαν· διότι δεν εκόλασε μόνον την ψυχήν του αιώνια, αλλά κατά την δικαιοκρισίαν του Θεού και της παρούσης ζωής εστερήθη, γενόμενος πυρός παρανάλωμα, ως του πυρός της ατελευτήτου κολάσεως κληρονόμος, καθώς προβαίνοντες εις τον λόγον θέλομεν ιστορήσει. Διότι ο νέος ούτος αποστάτης και του Εωσφόρου εφάμιλλος, μη λαμβάνων κατά νουν το ανίκητον της θείας Δυνάμεως, επεχείρει να κακοποιή τους ευσεβείς, ο ασεβής και επίβουλος, επιβουλάς και κακώσεις καθ’ εκάστην κατ’ αυτών μηχανώμενος και όλους ετάρασσε με φαντασίας και γοητείας, ο επικατάρατος· όχι δε μόνον εκεί εις την Μητρόπολιν της Κατάνης, αλλά περιερχόμενος και τας λοιπάς πόλεις και χώρας των Σικελών ετάραττε με τας μαγείας του άπαντας, ένεκα δε τούτου και απεφασίσθη υπό του βασιλέως εις θάνατον. Αλλά τας μεν μαγείας και τα διαβολικά τεχνάσματα του επαράτου Ηλιοδώρου, δια των οποίων κατώρθωνε να διαφεύγη την σύλληψιν υπό των βασιλικών απεσταλμένων, ας αφήσωμεν δια να μη μολύνωμεν τας ακοάς σας, ας έλθωμεν δε εις το κάκιστον τέλος το οποίον, καθώς του έπρεπεν, έλαβε. Πολλάκις ο Αρχιερεύς Λέων, ως συμπαθέστατος ποιμήν, τον ενουθέτησε με χρηστότητα χριστομίμητον, και τον παρεκάλει να παύση τας κακουργίας του, δια να μη κολασθή ο τρισάθλιος, αλλά μάλλον χειρότερα έκαμνε, νομίζων φλυαρίας τας του Αγίου νουθεσίας και παραγγέλματα· και προστιθείς ανομίαν εις ανομίαν, ετόλμησεν ο πάντολμος να εισέρχεται εις την Αγίαν Εκκλησίαν, και να περιπαίζη και να χλευάζη τα Άχραντα και θεία Μυστήρια. Ημέραν μάλιστα τινα, κατά την οποίαν ήτο μεγάλη εορτή και ελειτούργει ο Άγιος, εισήλθεν ο εναγής Ηλιόδωρος και εχόρευε λακτίζων ατάκτως και λέγων φλυαρίας και βλασφημίας δια να προξενή γέλωτας, εκαυχάτο δε ότι θα κάμη τον Άγιον και όλους τους άλλους εκεί εκκλησιαζομένους να χορεύωσι. Και ταύτα μεν δεν ηδυνήθη να πράξη ο δυστυχής, διότι η θεία Δύναμις ημπόδισε τας κακουργίας του δαίμονος. Την τοιαύτην όμως αυθάδειαν του ματαιόφρονος εκείνου βαρυνθείς ο θεόφρων Λέων εγονάτισε και ηυχήθη προς τον Θεόν θερμότατα να τον βοηθήση να καταισχύνη τας πανουργίας αυτού· έπειτα, μετά την ευχήν, αφ’ ου μετέλαβε τα θεία Μυστήρια, έδραμεν έξω από το Άγιον Βήμα, πριν να εκδυθή τα ιερά άμφια, και δένει από τον λαιμόν δυνατά με το ωμόφορόν του τον Ηλιόδωρον, λέγων· «Κύριος ο Θεός, όστις εκρήμνισεν από τον ουρανόν τον πατέρα σου διάβολον, σε επιτιμά, να μη δυνηθής πλέον να ενεργής τας μαγείας σου προς απάτην πολλών και απώλειαν». Παρευθύς τότε πάσα η μαγική τέχνη και σατανική δύναμις του Ηλιοδώρου εξηφανίσθη· όθεν συλληφθείς κατά την βασιλικήν απόφασιν υπέσυη τον δια πυρός θάνατον δια τα κακουργήματα, τα οποία είχε διαπράξει. Θαύμα δε τότε ηκολούθησε μέγιστον, διότι ομού μετ’ αυτού ανήλθεν επί της πυράς και ο αείμνηστος Λέων, όστις και έμεινεν επ’ αυτής· και εκείνος μεν ο αλιτήριος απετεφρώθη τελείως και έγινε στάκτη και δικαίως ο άδικος ηναλώθη υπό του πυρός, ως πυρός κληρονόμος και απήλθεν εις πυρ ατελεύτητον. Ο δε μέγας Αρχιερεύς και θαυματουργός Λέων εξήλθεν από την φλόγα αβλαβής προς θάμβος και έκπληξιν των ορώντων και ούτε καν τα ιερά αυτού άμφια ετόλμησε να καύση το πυρ ουδόλως, ή έστω μίαν τρίχα από την σεβασμίαν και πανίερον αυτού κεφαλήν, καθώς εις την Βαβυλώνα τον καιρόν του Ναβουχοδονόσορος εις τους Αγίους Τρεις Παίδας εγένετο τοιούτον φρικτόν τεράστιον, το οποίον βλέποντες οι παρόντες εξέστησαν και εδόξαζον μεγαλοφώνως τον Κύριον, όστις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια δια να δοξάση τους δούλους του. Αυτή η φήμη έφθασεν εις όλα τα πέρατα της οικουμένης· όθεν ο προρρηθείς βασιλεύς έστειλε προς τον Άγιον γράμματα και τον προσεκάλει να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν να τον απολαύση και να λάβη την ευλογίαν του· όθεν απήλθε δια να μη παρακούση το βασιλικόν πρόσταγμα· ο δε Αυτοκράτωρ ευλαβώς και σεβασμίως τον ετίμησε, βλέπων εκείνην την σεμνοπρέπειαν της αγγελικής διαγωγής και την Χάριν και λαμπρότητα του Πνεύματος και την των απορρήτων τεραστίων ενέργειαν· διότι ετέλεσε και εκεί εις την βασιλεύουσαν πολλά θαυμάσια, εκτός δε των άλλων έβαλε κάρβουνα ανημμένα και θυμίαμα εις το ράσον του και τους εθυμίασεν εις δόξαν και μεγαλοπρέπειαν Θεού· όθεν, ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον, εξέστησαν άπαντες και τον κατευώδωσαν με πολλήν τιμήν, ως έπρεπε. Τούτου του θαυμασίου τον βίον εθαύμασαν οι Άγγελοι δια το συγγενές της λαμπρότητος και οι δαίμονες έπτηξαν δια την δύναμιν και εξουσίαν, την οποίαν του έδωκε κατ’ αυτών ο Παντοδύναμος· άνθρωποι δε εξεθαμβήθησαν δια το υπερβάλλον της αγιωσύνης και το της σεμνοπρεπείας αξιάγαστον· οι δε αιρετικοί, από την βροντήν της φωνής των ορθών δογμάτων αυτού εδειλίασαν· οι Έλληνες από την σοφίαν αυτού εφιμώθησαν και τελείως κατησχύνθησαν· οφθαλμοί τυφλοί εφωτίσθησαν, χείρες και πόδες παράλυτοι ιατρεύθησαν και κάθε λώβη και ασθένεια σώματος και παν μέλος άρρωστον και εμπαθές εθεραπεύθη με την επίθεσιν των χειρών του και την δέησιν. Αυτά και άλλα παραδοξότερα ετέλεσεν ο θαυμάσιος Λέων, όχι μόνον ζων αυτός ως Ισάγγελος, αλλά και μετά την αυτού εντεύθεν προς Θεόν εκδημίαν και Αγίαν μετάστασιν· μάλιστα δε και θαυμασιώτερα έως την σήμερον ενεργεί ο Παντοδύναμος Θεός εις τον τάφον του δια να δοξάση τον δούλον του, εκ των οποίων να είπωμεν εν, το οποίον ετέλεσε αυτήν ταύτην την ημέραν της αυτού προς Θεόν εκδημίας και μεταστάσεως. Γυνή τις ευγενής από την πόλιν των Συρακουσίων ήτο αιμορροούσα και εξώδευσε τον πλούτον της όλον εις ιατρούς, αλλά δεν είδεν ωφέλειάν τινα. Τέλος πάντων, πεφωτισμένη από θείαν τινά αποκάλυψιν, επήγεν εις τον άμισθον τούτον ιατρόν και φθάσασα εις την αρειανήν πύλην της πόλεως, ήκουσε τα σήμαντρα τα οποία εκτύπων δια την του Οσίου μετάστασιν. Όθεν έδραμε σπουδάζουσα και προσπίπτουσα εις το άγιον λείψανον μετά δακρύων και πίστεως εζήτει την ίασιν· κατά την πίστιν λοιπόν αυτής και η έκβασις ευθύς ηκολούθησεν· έπαυσε δηλαδή η ρύσις του αίματος με τρόπον θαυμάσιον και επιτυχούσα της θεραπείας επέστρεψε προς την ιδίαν οικίαν χαίρουσα και διηγείτο τα του Θεού μεγάλα θαυμάσια, μεγαλύνουσα τον γνήσιον θεράποντα αυτού. Εκοιμήθη δε ο Άγιος την εικοστήν Φεβρουαρίου, παραδούς εις χείρας Θεού την μακαρίαν αυτού ψυχήν· το δε τίμιον και πάνσεπτον αυτού λείψανον ενεταφίασαν σεβασμίως εις τον περικαλλή Ναόν της Αγίας Λουκίας, τον οποίον αυτός ωκοδόμησεν. Ο δε Κύριος, όστις δοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας, εδόξασε και μετά θάνατον αυτόν τον γνήσιον δούλον του και αναβλύζει έλαιον ευώδες από τον τάφον του, το οποίον ιατρεύει πάσαν ασθένειαν των προσερχομένων μετ’ ευλαβείας και πίστεως. Αλλ’ ω των ουρανίων εραστά και κληρονόμε Λέων, ο λέων ως αληθώς αναδειχθείς και πιστός ως λέων αήττητος. Ω βασιλεύ, των δουλικών παθών κράτιστε και των τυραννικών εχθρών καθαιρέτα δραστικώτατε· ο των αιρετιζόντων το στίφος ως υπούλους αλώπεκας καταπλήττων και απελαύνων δια του βασιλικού σου βρυχήματος, τον δε δήμον των Ορθοδόξων συγκροτών και καταρτίζων δια των στερεών δογμάτων και σοφωτάτων διδαγμάτων σου· ο δυνατός εν έργω και λόγω γενόμενος και κατ’ άμφω διαλάμπων, δίκην ηλίου εις πάντα τα πέρατα, ο δια των μεγίστων τεραστίων και θαυμάτων, όχι τους πάλαι Προφήτας μόνον υπερβαλών, αλλά και αυτών των μεγάλων Πρωταποστόλων συναμιλλώμενος· ω ποιμήν θεοπρόβλητε, λαμπτήρ θεοπύρσευτε και δούλε Θεού Χριστομίμητε· παιδευτά των αφρόνων, ολοθρευτά των δαιμόνων και πρεσβευτά των σων προσφύγων θερμότατε· ευμενώς πρόσδεξαι τα παρόντα ψελλίσματα εξ ατέχνου διανοίας και γλώττης πόθω πολλώ προσφερόμενα και τους εις τούτο πίστει πολλή προτρεψαμένους την ημετέραν ευτέλειαν χάρισαι ειρήνην, ευημερίαν, ευρωστίαν και σωτηρίαν ψυχής αιώνιον· και εις πάντας τους την σην ιεράν επιτελούντας πανήγυριν, μη διαλείπης αιτούμενος παρά Θεού τα συμφέροντα, παθών αποτροπήν, πειρασμών απολύτρωσιν και νοσημάτων αναίρεσιν· και απλώς, πάντων μεν των αγαθών εν τω παρόντι αιώνι απόλαυσιν, εν δε τω μέλλοντι αξιωθήναι της ουρανίου Βασιλείας και αιωνίου μακαριότητος, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, συν τω Πατρί και Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος ΝΙΚΗΤΑ του Αγιορείτου.

Νικήτας ο νέος ούτος Ιερομάρτυς κατήγετο εκ της Ηπείρου, τρωθείς δε από αγάπην Χριστού διάπυρον απηρνήθη τα εγκόσμια και κατέφυγεν εις το Άγιον Όρος και δη εις την Σκήτην της Αγίας Άννης, ένθα και εκάρη Μοναχός.  Ενθέως δε πολιτευόμενος, προεκρίθη υπό των πατέρων και δια το αξίωμα της Ιερωσύνης, διό και εχειροτονήθη Ιεροδιάκονος και είτα Ιερεύς εν τη Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικού). Επειδή όμως εβασανίζετο δεινώς ο μακάριος υπό των λογισμών, ότι κατήγετο εκ προγόνων Χριστιανών μεν εν τω κρυπτώ, φανερώς όμως υποκρινομένων τους Οθωμανούς, απεφάσισε να μαρτυρήση υπέρ Χριστού. Απελθών λοιπόν ούτος εις τα πέριξ των Σερρών και της Δράμας χωρία, παρώξυνε τους ματαιόφρονας Οθωμανούς, κηρύττων την εις Χριστόν πίστιν και εξουθενών την του επαράτου Μωάμεθ ψευδή θρησκείαν. Προς τούτοις εκήρυττε και όλον το Μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας και όλην την πονηρίαν του ψευδοπροφήτου Μωάμεθ. Ταύτα διδάσκων ο μακάριος φυλακίζεται, φλογίζεται την όσφρησιν δια πυρός, στέφεται την κεφαλήν με ακάνθινον στέφανον, εμπήγονται κάλαμοι εις τους όνυχάς του, κρεμάται κατά κεφαλής και φλογίζεται εις τα κρύφια μέλη. Είτα ωδηγήθη δερόμενος και κολαφιζόμενος μέχρι του τόπου της καταδίκης, όπου και απηγχονίσθη τελειωθείς κατά την ιθ΄ (19ην) Φεβρουαρίου του έτους  αωθ΄ (1809). Ενώ δε το ιερόν αυτού Λείψανον εκρέματο επί σχοινίου, φως κατήρχετο εκ των ουρανών και το εφώτιζε, μετά δε τον ενταφιασμόν του πλείστα θαύματα εγένοντο έτι δε και μέχρι σήμερον ενεργεί επί των μετά πίστεως επικαλουμένων αυτόν, ου ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν. 

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη της Οσίας και Θεοφόρου Μητρός ημών ΦΙΛΟΘΕΗΣ της Αθηναίας.

Φιλοθέη η Οσία Μήτηρ ημών ήτο από τας κλεινάς και περιδόξους Αθήνας, εις τας οποίας εγεννήθη κατά το έτος αφκβ΄ (1522), εις αυτάς δε και ανετράφη και έζησε και ηγωνίσθη τον αγώνα τον καλόν και ανεδείχθη «πόλις,… επάνω όρους κειμένη» (Ματθ.  ε:14) και «λύχνος… επί την λυχνίαν» (Ματθ.  ε:15) φωτίζουσα πάντας τους εν τη πόλει των Αθηνών και τοις πέριξ οικούντας, καίτοι τότε η άλλοτε λαμπροτάτη αύτη πόλις κατείχετο από ενός περίπου αιώνος από τας ορδάς των αλλοφύλων και αλλοπίστων τυράννων Τούρκων. Η σκοτεινή όμως και απαισία αύτη δουλεία ουδόλως ηδυνήθη να παρεμποδίση την γενναιόφρονα Φιλοθέην από του να πραγματοποιήση τον ένθεον πόθον της, αναδειχθείσαν ούτω προστάτιδα της τε πόλεως ταύτης ως και των εν διαφόροις κινδύνοις ευρισκομένων κατοίκων αυτής και μάλιστα των αδυνάτων γυναικών και κινδυνευουσών παρθένων και τότε, ότε έζη η μακαρία, αλλά και μετά την οσίαν και μαρτυρικήν αυτής κοίμησιν, έτι δε και από της εποχής εκείνης μέχρι σήμερον και μέχρι συντελείας των αιώνων. Θαυμάσια και άξια διηγήσεως είναι των παλαιών Μαρτύρων και Οσίων τα ένθεα κατορθώματα και ικανά να διεγείρουν και να παρακινήσουν εις την κατά δύναμιν μίμησιν και τας πλέον ραθύμους και αμελείς ψυχάς. Αλλ’ η έλλειψις, φευ! την σήμερον των τοιούτων Αγίων κάμνει τους ανθρώπους να προφασίζωνται και να αποδίδουν τους άθλους και τας αρετάς εκείνων εις τον τότε δήθεν καιρόν και όχι εις την ιδικήν των προαίρεσιν και εις την Χάριν του Θεού. Δια τούτο πρέπον είναι να θαυμάζωνται και να ευφημώνται περισσότερον όσοι και όσαι, άνδρες και γυναίκες, εις τους παρόντες καιρούς, ή ολίγον πρωτύτερα από ημάς, ηκολούθησαν τα ίχνη των παλαιών και με μαρτυρικήν άθλησιν ή με ασκητικήν πολιτείαν εδόξασαν τον Θεόν και παρ’ Αυτού πλουσίως αντεδοξάσθησαν. Διότι γνωρίζει να δοξάζη ο Κύριος τους Αυτόν αντιδοξάζοντας, κατά την γραφικήν ρήσιν· «αλλ’ ή τους δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α΄ Βασιλ. β: 30). Παρομοία με εκείνους εις τους αγώνας εχρημάτισε και η Οσία αύτη Φιλοθέη. Η μήτηρ της ωνομάζετο Συρίγα, ο δε πατήρ της Άγγελος Μπενιζέλος, από το γένος του οποίου έως σήμερον σώζονται εις τας Αθήνας πολλοί, ήσαν δε και οι δύο φιλευσεβείς, ευγενείς και πλούσιοι. Μάλιστα η Συρίγα, όσον είχε την εξωτερικήν λαμπρότητα και πλουσιότητα, τόσον επλούτει και την εσωτερικήν ευγένειαν της ψυχής, με το να ήτο καταπλουτισμένη από διαφόρους αρετάς και, το περισσότερον, από την χριστομίμητον ελεημοσύνην. Αλλ’ επειδή ήτο στείρα και άτεκνος ελυπείτο πολύ, δεν προσέδραμεν όμως εις ανθρωπίνας τέχνας και ιατρείας, καθώς συνηθίζουν σήμερον άλλαι ομοιοπαθείς στείραι, αλλά με γενναίον φρόνημα, μιμουμένη την θεοχαρίτωτον εκείνην Προφήτιδα Άνναν, κατέφυγε προς τον Θεόν, τον Παντοδύναμον και Πανάγαθον ιατρόν και εις την μεσιτείαν της Αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας και παρεκάλει ταύτην θερμώς να διαλύση την λυπηράν στείρωσιν αυτής και να της χαρίση τέκνον. Ο δε Κύριος ημών, ο ποιών το «θέλημα των φοβουμένων αυτόν» (Ψαλμ. ρμδ: 19), δεν παρήκουσε την δέησίν της, διότι, εν μια των ημερών, εισελθούσα, κατά την συνήθειάν της, εις τον Ναόν της Θεοτόκου και από τον κόπον της εκτεταμένης και θερμής ολοψύχου προσευχής αποκοιμηθείσα ολίγον, είδεν εν οράματι, ότι ήλθεν από την εικόνα της Θεοτόκου φως μέγα και λαμπρόν και εισήλθεν εις την κοιλίαν της. Αφού δε εξύπνησεν, έκρινεν, ότι το όραμα, το οποίον είδεν, ήτο, ότι επέτυχε το αίτημά της, το οποίον και έγινε· διότι μετ’ ολίγον καιρόν συνέλαβε και εγέννησε θυγατέρα, την οποίαν ωνόμασε Ρεβούλαν (Ρηγούλα – Ρηγίλλη). Αύτη λοιπόν η μακαρία, ως τέκνον θεοχαρίτωτον, από μικράς ηλικίας προεμήνυε τα ενάρετα και θεοειδή κατορθώματα, τα οποία έμελλε να κάμη μετά ταύτα· και όσον ηύξανε κατά την σωματικήν ηλικίαν, τόσον επρόκοπτε κατά την ψυχήν, επειδή είχε πλησίον της το παράδειγμα της μητρός της· και ως δένδρον πεφυτευμένον κοντά εις τας διεξόδους των υδάτων, εσπούδαζε να αποδώση εκατονταπλασίονα τον καρπόν. Όταν έφθασεν εις το δωδέκατον έτος της ηλικίας της, εζητήθη εις γάμου κοινωνίαν από άρχοντα τινα, από τους τότε πρώτους της πόλεως· αλλ’ η αοίδιμος, επειδή είχε πολύν πόθον εις την καρδίαν να φυλάξη παρθενίαν και να πολιτευθή ασκητικώς, αρχικώς μεν απέβαλε το τοιούτον αίτημα, διότι δεν ήτο αρεστόν εις τον θεοφιλή της σκοπόν· ύστερον δε, κατόπιν της πολλής βίας και των ενοχλήσεων, τας οποίας της έκαμνον καθ’ εκάστην οι γονείς της, δικαιολογούμενοι, ότι δεν έχουν άλλον κληρονόμον της περιουσίας, την οποίαν είχον, συγκατένευσε, παρά την θέλησίν της, και υπανδρεύθη, αλλ’ ο ανήρ αυτής, έχων γνώμην σκληράν και σχεδόν απάνθρωπον, την έθλιβε καθημερινώς με διαφόρους κακουχίας και τιμωρίας. Εκείνη δε η αείμνηστος, υπομένουσα ευχαρίστως τοιούτον τύραννον και όχι ομόζυγον, επραγματεύετο διαφοροτρόπως την σωτηρίαν και την διόρθωσίν του, και πότε μεν παρεκάλει τον Θεόν να του μεταβάλη την σκληράν εκείνην και θηριώδη γνώμην, πότε δε τον ενουθέτει και τον ήλεγχε και ούτω επέρασε μαζί του τρεις ολοκλήρους χρόνους με πολλάς θλίψεις και βάσανα, έως ότου ο Θεός, βλέπων την υπομονήν αυτής και την αμετανοησίαν εκείνου, τον εθέρισε με το δρέπανον του θανάτου. Αφού λοιπόν η Αγία απηλευθερώθη από τον κακόν εκείνον ομόζυγον διέμεινεν έκτοτε εις τον πατρικόν αυτής οίκον εις ένα και μόνον σκοπόν αποβλέπουσα, πώς να ευαρεστήση τον Θεόν με όλα τα είδη της αρετής, τον παρεκάλει δε νύκτα και ημέραν, όπως την ενδυναμώση εις τον σκοπόν τον οποίον και πρότερον είχεν. Αν και πάλιν οι γονείς της δεν έπαυον να της προβάλλουν καθημερινώς και δεύτερον γάμον, διότι όλοι οι πρώτοι των αρχόντων την εζήτουν δια την ευγένειαν και τον πλούτον τον οποίον είχεν. Αλλά ματαίως εκοπίαζον. Από τας ακαταπαύστους δε προσευχάς, τας οποίας η μακαρία προσέφερεν εις τον Θεόν ως θυσίαν αινέσεως, ηξιώθη να ίδη και θείαν οπτασίαν, δια της οποίας επεστηρίζετο εις την θεοφιλή και θεάρεστον γνώμην της. Ότε δε η αοίδιμος διήγε το δέκατον έτος της χηρείας της απεβίωσαν οι γονείς της και αφού ηλευθερώθη από τα εμπόδια ταύτα εδόξασε τον Θεόν και ήρχισε να διάγη με ταπεινοφροσύνην, ασκητικωτέραν ζωήν, αγωνιζομένη με νηστείας, αγρυπνίας και προσευχάς, και ως φιλόπονος μέλισσα ειργάζετο το γλυκύτατον μέλι της αρετής. Και πρώτον μεν, δι’ επιταγής του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου των Αποστόλων, τον οποίον είδεν η Οσία εν οράματι, ωκοδόμησε Μοναστήριον γυναικείον, επ’ ονόματι του Αγίου Ανδρέου, το οποίον επλούτισε με αρκετά κελλία και άλλας αναγκαίας οικοδομάς και περιοχάς, και επροικοδότησε με μετόχια και υποστατικά αρκετά, προς αναγκαίαν ζωοτροφίαν των μοναζουσών, αίτινες θα ησκούντο εις αυτό. Η Μονή αύτη εσώζετο εν Αθήναις επί πολλά έτη, Χάριτι του Χριστού, κατοικουμένη από Μοναχάς και εμπεπλουτισμένη όχι μόνον με υποστατικά διάφορα και μετόχια, ως προείπομεν, αλλά και με πολυειδή χρυσοϋφαντα ιερατικά και σκεύη, δια τας ετησίους ιεράς τελετάς και ολονυκτίους δεήσεις, αίτινες ετελούντο και μετά τον αοίδιμον εκείνης θάνατον. Εσεμνύνετο δε η Μονή και εκαλλωπίζετο με τον θησαυρόν του τιμίου και ιερού λειψάνου αυτής, το οποίον ήτο αποτεθησαυρισμένον και αποτεθειμένον εις το δεξιόν μέρος του Ιερού Βήματος, παρά πάντων ευλαβώς ασπαζόμενον και θαυμαστήν αναπέμπον την ευωδίαν εις φανεράν μαρτυρίαν και σημείον της Αγιότητος. Μετά την τελείωσιν του Μοναστηρίου, η μακαρία αύτη Μήτηρ ημών ενεδύθη πρώτη το Μοναχικόν Σχήμα και τότε έλαβε το όνομα Φιλοθέη. Ευθύς τότε εγκατέλειψε τα του κόσμου τερπνά και έδραμε προθύμως εις το στάδιον της ασκήσεως, παραλαβούσα μεθ’ εαυτής και τας γυναίκας, αι οποίαι ειργάζοντο εις τον πατρικόν της οίκον, τας οποίας είχε κατηχήσει και προετοιμάσει εις την κατά Θεόν πολιτείαν· και όχι μόνον αυταί, αλλά και πολλαί άλλαι παρθένοι, από τας ευγενείς και πλουσίας της πόλεως, αρνούμεναι μετά χαράς όλα τα προσωρινά και φθαρτά καλά του κόσμου τούτου, ενεδύοντο το Μοναχικόν Σχήμα και υπετάσσοντο εις αυτήν την μακαρίαν Καθηγουμένην. Διότι ποία ακούουσα τα ψυχοσωτήρια και γλυκύτατα λόγια εκείνης, και βλέπουσα την πραότητα της γνώμης της και όλας τας άλλας αρετάς της, δεν ήθελεν ελκυσθή από αυτήν; Την δε συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν, την οποίαν είχεν εις τους ενδεείς και πάσχοντας και την καθημερινήν φροντίδα και μέριμναν δι’ αυτούς, ποιούσα και λέγουσα ομού με τον θείον Παύλον· «Τις ασθενεί και ουκ ασθενώ» (Β΄ Κορινθ. ια: 29), ποίος ήθελεν ημπορέσει να επαινέση αξίως; Τα νοσοκομεία και ξενοδοχεία, τα οποία έκτισεν ολίγον μακράν από το Μοναστήριον, είναι αρκετόν σημείον της φιλελεήμονος εκείνης και ευσπλαχνικωτάτης ψυχής. Εις ταύτα δε επήγαινε και η ιδία και επεσκέπτετο τους ασθενείς, οίτινες έπασχον από διαφόρους ασθενείας, όχι μόνον με όλα τα προς τροφήν και σωματικήν ανάπαυσιν αναγκαία, αλλά και με παρηγορητικούς και ευαγγελικούς λόγους, οι οποίοι τρέφουν την ψυχήν, γινομένη τα πάντα τοις πάσιν, ίνα τους πάντας κερδήση, ή τους πλείονας, κατά τον Παύλον (Α΄ Κορινθ. θ:19-22). Επειδή λοιπόν η Αγία εγνωρίζετο και ελέγετο, ότι είναι ως μία πηγή πολύρρυτος ελέους και συμπαθείας και όλοι οι χρειαζόμενοι συνέτρεχον προς αυτήν, κατήντησε το Μοναστήριον να περιπέση εις εσχάτην ένδειαν και αι Μοναχαί, αίτινες εμόναζον εις αυτό, ήρχισαν να γογγύζουν κατά της Αγίας και να μικροψυχούν δια την στέρησιν των προς το ζην αναγκαίων. Αλλ’ η θεοχαρίτωτος αύτη δεν έπαυεν από του να τας νουθετή, λέγουσα να έχουν πίστιν εις τον Θεόν, όστις διατρέφει τους νεοσσούς των κοράκων τους επικαλουμένους αυτόν, και να στέκουν στερεαί εις τα αψευδέστατα λόγια αυτού όπου λέγει· «Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. στ:33), το οποίον και έγινε μετ’ ολίγας ημέρας εμπράκτως δια δύο προκρίτων, οι οποίοι, κατά θείαν νεύσιν, ήλθον εις το Μοναστήριον χάριν προσκυνήσεως και έδωκαν εις την Αγίαν πλουσιοπάροχον ελεημοσύνην, τοιουτοτρόπως δε αι αδελφαί εδόξασαν μεν τον πλουτοδότην Θεόν, εθαύμασαν δε την αδίστακτον πίστιν της Αγίας την οποίαν είχεν εις Αυτόν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν οι Τούρκοι είχον φέρει εις τας Αθήνας γυναίκας ξένας, τας οποίας είχον αρπάσει από διαφόρους τόπους, και τας είχον καταστήσει δούλας. Την συμπάθειαν δε και την φιλανθρωπίαν και τους πειρασμούς και τους κινδύνους, τους οποίους υπέμεινεν η αείμνηστος, δια την σωτηρίαν των και απολύτρωσίν των, δεν είναι δυνατόν να εκθέση τις ως πρέπει· ημείς όμως, διηγούμενοι ένα από τα πολλά, θέλομεν κάμει τους ακροατάς να εννοήσουν πόσην μεγάλην ζέσιν και πόθον είχεν η όντως φιλόθεος Φιλοθέη δια την σωτηρίαν των αδελφών. Τέσσαρες από τας προαναφερθείσας γυναίκας, ακούσασαι την φήμην της Αγίας και ευκαιρίας τυχούσης, έφυγον από τους αυθέντας των, αι οποίοι τας εβίαζον εις την άρνησιν της Πίστεώς των και κατέφυγον προς αυτήν. Η δε μακαρία Φιλοθέη, αφ’ ου τας εδέχθη με την συνηθισμένην της φιλοφροσύνην και τας ενουθέτησεν αρκετά εις το να στέκουν ανδρείαι εις τους υπέρ Πίστεως κινδύνους και να μη λυπώνται πολύ δια την δουλείαν, εκαιροφυλάκτει αρμόδιον καιρόν, όπως τας κατευοδώση εις τας πατρίδας των. Δεν παρήλθεν όμως πολύς καιρός και οι κύριοί των, μαθόντες τα γενόμενα, ώρμησαν ωσάν άγρια θηρία εις το κελλίον της Αγίας και αρπάσαντες αυτήν, καίτοι ήτο ασθενής επί πολλάς ημέρας, την παρουσίασαν εις τον διοικητήν, εγκαλούντες δε και φωνάζοντες κατ’ αυτής την έβαλαν εις σκοτεινήν φυλακήν. Η δε Αγία, αντί να λυπηθή εις τούτο, εχάρη πολύ και ήτο ετοίμη να θυσιάση και αυτήν την ζωήν, παρά να προδώση εκείνας τας γυναίκας, αίτινες κατέφυγον προς αυτήν, δεικνύουσα εμπράκτως, με το έργον, την φωνήν εκείνην την οποίαν λέγει ο Κύριος· «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάννου ιε: 13). Ποίος ήθελε κρίνει τούτο το έργον της Αγίας μικρότερον από εκείνο το οποίον έκαμεν ο Μέγας Βασίλειος, όστις, δια μίαν χήραν γυναίκα, από τας ευγενείς, η οποία εβιάζετο εις δεύτερον γάμον και προς προφύλαξιν της σωφροσύνης της κατέφυγε προς αυτόν, αντεστάθη γενναιοφρόνως και μετά χαράς ήθελεν απλώσει εις σφαγήν την κεφαλήν του, παρά να προδώση την σώφρονα εκείνην χήραν; Την επαύριον λοιπόν συνήχθη πάλιν πλήθος πολύ των Τούρκων και εφώναζαν κατά της Αγίας το «Ένοχος θανάτου εστί» (Ματθ.  κστ:66), καθώς οι Ιουδαίοι κατά του Κυρίου. Τότε ο διοικητής, αφ’ ου έβγαλεν από την φυλακήν την Αγίαν, επρόβαλεν εις αυτήν να εκλέξη εν εκ των δύο· ή τον δια ξίφους θάνατον, ή την άρνησιν της αγιωτάτης ημών Πίστεως. Αλλ’ ω της εκείνου ανοίας και ματαιοφροσύνης! εις ποίαν πέτραν εδοκίμασεν ο δείλαιος να ρίψη τα βέλη της αθεϊας! Διότι ευθύς ως ήκουσε τούτο η Αγία απεκρίθη θαρραλέως· «Εγώ διψώ να υπομείνω διάφορα είδη βασάνων δια το όνομα του Χριστού, τον οποίον ολοψύχως πιστεύω και προσκυνώ Θεόν αληθινόν και άνθρωπον τέλειον και χάριν μεγάλην θέλεις μου κάμει, αν μίαν ώραν πρότερον ήθελες με εξαποστείλει προς Αυτόν δια του Μαρτυρίου».  Δια τοιούτων λόγων αποκριθείσα εις τον τύραννον η τρισολβία και φερώνυμος Φιλοθέη, θα ελάμβανε μετ’ ολίγον τον μαρτυρικόν στέφανον, εάν δεν ήθελον προφθάσει κατ’ εκείνην την ώραν, θεία βουλήσει, Χριστιανοί τινες, οίτινες κατεπράϋνον αυτόν με διαφόρους τρόπους και ηλευθέρωσαν αυτήν και ούτως επέστρεψεν εις την Μονήν της. Όμως δεν απώλεσεν οριστικώς και τον στέφανον του Μαρτυρίου, διότι, εάν δεν έλαβε τότε τούτον, έδειξεν όμως την ολοπρόθυμον προς τούτο προαίρεσιν αυτής και ο Πανάγαθος Θεός δεν την εστέρησε του ποθουμένου, αλλ’ ηξιώθη τούτου μετά ταύτα, ως θέλομεν ίδει κατωτέρω. Το περιστατικόν λοιπόν τούτο και οι κίνδυνοι τους οποίους αντιμετώπιζε καθ’ εκάστην η Αγία από τους τυράννους Τούρκους επροξένησαν άραγε εις αυτήν καμμίαν ψυχρότητα, ή αμέλειαν εις τον δρόμον της αρετής και την άσκησιν της προς τον πλησίον αγάπης; Ουδαμώς· αλλά και πάλιν έκτοτε δεν έπαυεν η αξιομακάριστος καθ’ εκάστην  από τας συνηθισμένας της αγαθοεργίας και όχι μόνον την ιδικήν της ψυχήν εστόλιζε με την καλλονήν και ευπρέπειαν των αρετών, αλλά και των άλλων. Διότι τους εναρέτους εστερέωνεν εις την αρετήν και τους αμαρτωλούς μετέβαλλεν εις το καλόν και τους ωδήγει εις μετάνοιαν. Δια τούτο και αποστολικώς διεπέρασεν εις την νήσον Κέαν, όπου είχε προ πολλού οικοδομήσει Μετόχιον, δια να αποστείλλη εις αυτό τας Μοναχάς, αι οποίαι δια διαφόρους λόγους εφοβούντο να διαμένουν Αθήνας και μείνασα εκεί χρόνον αρκετόν και θεαρέστως κατηχήσασα τας ασκουμένας αδελφάς εις την ακρίβειαν της μοναδικής πολιτείας, επέστρεψε πάλιν εις τας Αθήνας. Μετά δε την επάνοδον αυτής, τις να αριθμήση πλέον τα ένθεα αυτής κατορθώματα, την πλουσιοπάροχον ελεημοσύνην, την οποίαν έδιδεν εις τους ενδεείς και πάσχοντας, την φιλοξενίαν, τας ολονυκτίους αγρυπνίας και στάσεις, την άκραν εγκράτειαν και τας λοιπάς αρετάς; Αφ’ ου λοιπόν η Αγία εστόλισε τον εαυτόν της τελείως με πράξιν και θεωρίαν, ηξιώθη να επιτελή και θαυμάσια, εν από τα οποία είναι και το εξής: Νεανίας τις ποιμήν προβάτων, δεδομένος εκ νεαράς ηλικίας εις κλοπάς και άλλας διαφόρους κακίας, κατά παραχώρησιν  Θεού εδαιμονίσθη· όθεν γυμνός και τετραχηλισμένος εφέρετο εις τα σπήλαια και βουνά, θέαμα όντως ελεεινόν. Πολλάκις, όταν ήρχετο εις τον εαυτόν του, εσύχναζεν εις τα Μοναστήρια, τα οποία ήσαν εκεί πέριξ, δια να εύρη ιατρείαν του πάθους του, πλην εις μάτην· τέλος πάντων, οδηγηθείς από άλλους, προσέτρεξε και εις την Αγίαν, η οποία ευσπλαγχνισθείσα αυτόν, μετά πρόθυμον και εκτεταμένην προσευχήν, τον ελύτρωσεν από την διαβολικήν εκείνην μάστιγα, και νουθετήσασα αυτόν ικανώς, τον εκούρευσε και Μοναχόν και ούτω διήλθε το υπόλοιπον της ζωής του εν μετανοία και ασκήσει, θαυμαζόμενος από όλους. Πολλοί λοιπόν, τόσον από την ιδίαν πόλιν των Αθηνών, όσον και από τας πέριξ κωμοπόλεις και χωρία, ακούοντες την φήμην της Αγίας, προσήρχοντο και ελάμβανον ψυχικάς και σωματικάς θεραπείας. Όθεν, δια την τοιαύτην ενόχλησιν και δια το πλήθος των μοναζουσών, αίτινες καθημερινώς ηύξανον και εστενοχωρείτο το Μοναστήριον, παρεκινήθη η Αγία και έκτισε και ετέραν Μονήν ολίγον μακράν από την πόλιν εις την τοποθεσίαν την καλουμένην Πατήσια προς τελειοτέραν ησυχίαν των αδελφών και εις ταύτην συχνάζουσα συνηγωνίζετο μαζί με τας αδελφάς, ενίοτε δε ησκήτευε και κατά μόνας αγωνιζομένη εντός σπηλαίου. Τοιούτους θεαρέστους αγώνας ετέλει η Αγία τον Θεόν θεραπεύουσα, τους υποδούλους αδελφούς της παρηγορούσα, τας αιχμαλώτους και αδυνάτους γυναίκας και απαλάς κόρας προστατεύουσα και τους πτωχούς και ασθενείς ενισχύουσα. Οι μιαροί όμως Τούρκοι δεν ηδύναντο να ανεχθώσι την Χριστιανικήν ταύτην πολιτείαν της  Αγίας· διο ημέραν τινά ευρισκομένης αυτής εις την των Πατησίων δευτέραν Μονήν και ενώ επρόκειτο να τελεσθή η εορτή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, η δε Αγία ομού μετά των λοιπών αδελφών ευρίσκοντο εις τον θείον Ναόν επιτελούσαι ολονύκτιον αγρυπνίαν, Τούρκοι τινές, τρέφοντες μίσος κατ’ αυτής, εισήλθον εις την Μονήν, ήρπασαν την Αγίαν και ήρχισαν να δέρωσιν αυτήν αγρίως, από δε τους πολλούς ραβδισμούς και τα τραύματα την άφησαν σχεδόν ημιθανή. Τρομοκρατηθείσαι εκ τούτου αι Μοναχαί μετέφερον κρυφίως την Αγίαν  εις ασφαλέστερον μέρος, εις την θέσιν την γνωστήν από της εποχής εκείνης ως Καλογρέζαν. Έκτοτε η Αγία δεν ηδυνήθη να αναλάβη πλέον την υγείαν της, όλοι δε έβλεπον ότι εντός ολίγου θα απήρχετο προς Κύριον, διότι παρέμενε κλινήρης φρικτώς κατατρυχομένη από τους αφορήτους πόνους των πληγών τας οποίας έλαβεν. Εκείνη όμως η μακαρία υπέμενε θαυμασίως τας οδύνας ευχαριστούσα και δοξάζουσα τον Κύριον, διότι ηξιώθη να υποφέρη δια την αγάπην Αυτού και των πασχόντων αδελφών της. Ούτω δε ως χρυσός εν χωνευτηρίω δοκιμασθείσα, μετά πάροδον ολίγου χρόνου εδέξατο το μακάριον τέλος και απήλθε προς τας αιωνίους χοροστασίας κατά το  αφπθ΄ (1589) έτος από Χριστού, την ιθ΄ (19) του Φεβρουαρίου μηνός, διττών αξιωθείσα στεφάνων, της τε δηλαδή ασκήσεως και του Μαρτυρίου. Μετά πάροδον είκοσιν ημερών από της κοιμήσεώς της, ο τάφος της ευωδίαζε και ότε μετά πάροδον έτους έγινεν η ανακομιδή της, ευρέθη το τίμιον λείψανον αυτής σώον και ακέραιον, καθώς φαίνεται την σήμερον και πλήρες ευώδους μύρου, εις λαμπράν απόδειξιν της θεαρέστου πολιτείας της, εις δόξαν τε και αίνον του Παντοδυνάμου και Παναγάθου Θεού ημών και εις τιμήν και καύχημα της Ορθοδόξου ημών Πίστεως. Αυτά είναι, αγαπητοί αδελφοί, τα ένθεα κατορθώματα της αοιδίμου και όντως φιλοθέου Φιλοθέης, την οποίαν ας αγωνίζεται έκαστος ημών να μιμήται κατά δύναμιν· άλλοι μεν ας μιμώνται το ευμετάδοτον και την πλουσιοπάροχον εις τους πτωχούς ελεημοσύνην της· άλλοι την υπομονήν της και ευχαριστίαν, την οποίαν είχεν εις τους πειρασμούς και εις τας θλίψεις, άλλοι την άκραν νηστείαν της και την ακατάπαυστον προσευχήν, άλλοι την κατά Θεόν αγάπην, την οποίαν είχεν εις τον πλησίον, και άλλοι άλλην αρετήν κατά την κλίσιν και δύναμιν την οποίαν έχει έκαστος. Ας μη προφασιζώμεθα προφάσεις εν αμαρτίαις, λέγοντες ότι τα θεάριστα αυτά έργα εγίνοντο μόνον τον τότε καιρόν και τώρα η φύσις ησθένησε και ημείς είμεθα τώρα εις δυσκόλους καιρούς· αι αιτιολογίαι αύται είναι μάταιαι και διαβολικαί, διότι ο Θεός, ως Παντοδύναμος και Πανάγαθος, πάντοτε δίδει εις όλους την Χάριν του, και θέλει πάντες να σωθώσιν, από ημάς δε μόνον την προαίρεσιν και την κλίσιν εις το καλόν απαιτεί, καθώς το βλέπομεν και εις άλλα παραδείγματα, μάλιστα δε εις την προκειμένην και ευφημουμένην Αγίαν. Δεν ήτο και αυτή, καθό γυνή, φύσεως ασθενεστέρας; Δεν ήτο εις τον τόπον τούτον, εις τον οποίον ευρισκόμεθα την σήμερον ημείς; Δεν απήντησε τόσους και τόσους πειρασμούς και εμπόδια εις τον δρόμον της ζωής της; Αλλ’ όμως κανένα από αυτά δεν ηδυνήθη να παραλύση και ψυχράνη την αγάπην και την ζέσιν την οποίαν είχε προς τον Θεόν.

Δια τούτο και ημείς, αδελφοί, ας αγωνισθώμεν, κατά το δυνατόν, να προσφέρωμεν εις τον Θεόν καρπόν τινα αρετής, δια να μη έλθη καιρός να μετανοήσωμεν ανωφελώς. Ας ξερριζώσωμεν τουλάχιστον από την ψυχήν μας τα πάθη εκείνα, τα οποία είναι αναπολόγητα και εις τον Θεόν και εις τους ανθρώπους, τον φθόνον, την κατάκρισιν, την μνησικακίαν και άλλα τοιαύτα, δια να μη καταδικασθώμεν εις την αιώνιον κόλασιν και ας πολιτευθώμεν θεαρέστως, δια να αξιωθώμεν της Βασιλείας των ουρανών, Χάριτι και φιλανθρωπία του εν Τριάδι προσκυνουμένου Αγίου Θεού ημών, Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, δια πρεσβειών της Οσιομάρτυρος και Θεοφόρου Μητρός ημών Φιλοθέης της εξ Αθηνών. Αμήν.

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017

Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΚΟΝΩΝΟΣ.

Κόνων ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Κιλικίας, ων δε νέος πολύ έγινε Μοναχός, εις το Μοναστήριον το λεγόμενον του Πενθουκλά, το οποίον ήτο πλησίον εις τον Ιορδάνην· είτα έγινε Πρεσβύτερος και έφθασεν εις το άκρον της ασκήσεως. Μαθών δε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Πέτρος (524- 552) την θαυμαστήν άσκησιν του Οσίου, διώρισεν αυτόν να βαπτίζη τους εις τον Ιορδάνην ερχομένους· όθεν έχριεν αυτούς με το άγιον έλαιον και εβάπτιζεν. Ότε δε έμελλε να χρίση γυναίκα τινά, εσκανδαλίζετο ως άνθρωπος και δια τούτο εσκέπτετο να αναχωρήση από το Κοινόβιον· οσάκις δε εσυλλογίζετο να αναχωρήση, εφαίνετο εις αυτόν ο μακάριος Ιωάννης ο Βαπτιστής και Πρόδρομος του Κυρίου και του έλεγεν· «Υπόμεινον, γέρον, και εγώ θα σε ελαφρύνω από τον πόλεμον». Ημέραν τινά ήλθε κόρη τις εκ της Περσίας ίνα βαπτισθή, ήτο δε τόσον πολύ ωραία, ώστε δεν ηδυνήθη ο Άγιος να την χρίση γυμνήν και ως εκ τούτου διέμενεν εκεί η κόρη χωρίς να χρισθή και να βαπτισθή. Ακούσας ο Αρχιεπίσκοπος τούτο εξεπλάγη δια το σκάνδαλον του γέροντος και ηθέλησε να διορίση επί τούτω γυναίκα, ίνα χρίη και βαπτίζη τας γυναίκας· αλλ’ όμως δεν ήτο τούτο δυνατόν, είτε δια την ερήμωσιν του τόπου, είτε και δι’ άλλας περιστάσεις. Ο δε γέρων, λαβών το μηλωτάριόν του, ανεχώρησεν, ειπών· «Εις το εξής δεν μένω εις τον τόπον τούτον». Τότε απήντησεν αυτόν ο Τίμιος Πρόδρομος έξωθεν του Κοινοβίου και λέγει προς αυτόν με πραείαν φωνήν· «Επίστρεψον εις το Μοναστήριόν σου και εγώ θα σε ελαφρύνω από τον πόλεμον».  Ο δε Αββάς Κόνων λέγει προς αυτόν οργίλως· «Πίστευσον, ότι δεν επιστρέφω, επειδή πολλάκις υπεσχέθης να με ελαφρύνης και ουδέν έπραξας». Τότε εκράτησεν αυτόν ο θείος Πρόδρομος και ανασύρας τα ενδύματά του, εσφράγισε με το σημείον του Τιμίου Σταυρού τα υποκάτω του ομφαλού του μέρη και είπε· «Πίστευσόν μοι, Αββά Κόνων· εγώ ήθελον να έχης μισθόν δια τον πόλεμον αυτόν, πλην τώρα επίστρεψον εις το Μοναστήριόν σου και πλέον μη αμφιβάλλης περί τούτου». Όθεν ο Γέρων επανήλθεν εις το Κοινόβιον και την επιούσαν έχρισε και εβάπτισε την Περσίδα κόρην, χωρίς ουδόλως να στοχασθή, ότι ήτο γυνή. Έζησε δε μετά ταύτα ο Όσιος άλλα είκοσιν έτη και έφθασεν εις το άκρον της απαθείας, ούτως ώστε ενομίζετο, ότι έγινεν υπέρ άνθρωπον και εν ειρήνη εκοιμήθη. 

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου οι Όσιοι Πατέρες ημών και Ομολογηταί ΕΥΓΕΝΙΟΣ και ΜΑΚΑΡΙΟΣ εν ειρήνη τελειούνται.

Ευγένιος και Μακάριος οι όντως ευγενείς και μακάριοι Ομολογηταί της ευσεβούς ημών Πίστεως ήσαν κατά τον καιρόν του Παραβάτου Ιουλιανού του κατά συγχώρησιν Θεού βασιλεύσαντος κατά τα έτη τξα΄ - τξγ΄ (361-363). Τότε οι Χριστιανοί όλοι έφευγον και εκρύπτοντο ίνα μη βλέπωσι τας μιαράς θυσίας, τας οποίας, ο αλιτήριος, προσέφερεν εις τα είδωλα· οι δε ομόφρονές του ειδωλολάτραι όχι μόνον έπραττον μετ’ αυτού ασελγείας, καθιστώντες ούτω τον εαυτόν των ύλην και προσάναμμα του αιωνίου πυρός της κολάσεως, αλλ’ ηνάγκαζον προσέτι και τους Χριστιανούς να πράττωσιν ακουσίως τα αυτά. Τότε λοιπόν συνελήφθησαν οι ευλογημένοι ούτοι δούλοι και θεράποντες του Χριστού Ευγένιος και Μακάριος και ωμολόγησαν ενώπιον του Παραβάτου τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και κριτήν ζώντων και νεκρών, ήλεγξαν δε τον δυσσεβή και αλάστορα τύραννον, διότι εγκατέλειψε την εις Χριστόν πίστιν και έγινεν ειδωλολάτρης. Οργισθείς όθεν ο μιαρός, διέταξε να δεθώσιν οι Άγιοι με λεπτά λωρία και να κρεμασθώσι κατακέφαλα και επί πολλάς ώρας να καπνίζωνται κάτωθεν δια κόπρου. Έπειτα διέταξε να πυρωθή μία εσχάρα και επ’ αυτής να απλωθώσι γυμνοί οι Άγιοι Μάρτυρες, οι οποίοι, έχοντες τους οφθαλμούς των προσηλωμένους εις τον ουρανόν και ενδυναμούμενοι υπό της θείας Χάριτος, ήλεγχον την πονηρίαν και ασέβειαν του Παραβάτου. Δια τούτο ο θηριώδης επρόσταξε και έβαλαν σίδηρα εις όλα τα μέλη του σώματός των και ούτω τους εξώρισεν εις την εν Αφρική Μαυριτανίαν, η οποία ευρίσκεται πέραν της Αλγερίας. Οι δε Άγιοι Μάρτυρες χαίροντες, διότι εξωρίζοντο υπέρ του Χριστού, έψαλλον αγαλλόμενοι· «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου» (Ψαλμ. ριη: 1). Όταν δε έφθασαν εις την Μαυριτανίαν ανέβησαν επί τόπου υψηλού και εκεί έζων μόνοι. Οι δε εγχώριοι έλεγον εις αυτούς· «Φεύγετε, αδελφοί, από τούτον τον τόπον, διότι εις αυτόν κατοικεί φοβερός τις δράκων, ο οποίος είναι ολέθριος εις όσους τον πλησιάζουσιν». Οι δε Άγιοι είπον· «Δείξατε εις ημάς το σπήλαιον εις το οποίον ο δράκων ευρίσκεται». Αφού λοιπόν έδειξαν εις αυτούς το σπήλαιον, κλίναντες οι αοίδιμοι Μάρτυρες τα γόνατα εις την γην προσηυχήθησαν και, ω του θαύματος! παρευθύς κατέπεσε κεραυνός ουρανόθεν και κατέκαυσε τον δράκοντα, ο οποίος προσεπάθει, όπως διαφύγη, αλλά δεν ηδυνήθη· κατεκάη λοιπόν και αυτό το χώμα της γης μετά του δράκοντος και ο αήρ όλος επληρώθη δηλητηρίου. Τούτο το θαύμα βλέποντες οι εγχώριοι Έλληνες επίστευσαν εις τον Ιησούν Χριστόν. Εισελθόντες τότε οι Άγιοι εν τω σπηλαίω, εις το οποίον διέμενεν ο δράκων, προσηύχοντο τριάκοντα ολοκλήρους ημέρας, χωρίς να έχωσι την ελαχίστην τροφήν ή πόσιν. Μετά ταύτα ηκούσθη φωνή λέγουσα· «Δούλοι του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, υπάγετε εις την πλησίον σας πέτραν». Οι δε Άγιοι, προσέξαντες, είδον φως εις πέτραν τινά και, ω του θαύματος! Ευθύς εσχίσθη η πέτρα εις δύο και ανέβλυσεν ύδωρ πολύ, εκ του οποίου πιόντες οι Άγιοι ανέλαβον και με την δύναμιν εκείνου ανεκουφίσθησαν από την πείναν και την δίψαν, την οποίαν είχον πρότερον. Κατά δε την τριακοστήν ογδόην ημέραν παρεκάλεσαν τον Θεόν να τελειώσωσι την παρούσαν ζωήν και να απέλθωσιν εις την άλλην· ο δε Κύριος, επακούσας της δεήσεώς των, παρέλαβε τας ψυχάς και των δύο, δοξαζόντων και ευλογούντων Αυτόν.