Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΖ΄ (27η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, οι Όσιοι Πατέρες ημών ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ και ΙΑΚΩΒΟΣ, εν ειρήνη τελειούνται.

Ασκληπιός και Ιάκωβος οι Όσιοι Πατέρες ηγωνίζοντο ασκητικώς εις τας ερήμους της Συρίας κατά τους χρόνους του Επισκόπου Κύρου Θεοδωρήτου (393- 458). Και ο μεν Ασκληπιός, ζήσας πρότερον με πολλούς και μηδέν βλαβείς εκ της συνοδείας, ύστερον μετεχειρίσθη την ασκητικήν και ερημικήν πολιτείαν, όθεν και διπλών ηξιώθη στεφάνων. Ο δε θείος Ιάκωβος, κεκλεισμένος ων εις μικρόν κελλίον, πλησίον εις εν χωρίον, Νιμουζάν καλούμενον, δεν ήναπτε φωτίαν, δεν είχε φως λύχνου, δεν εβλέπετο από ανθρώπους, αλλ’ απεκρίνατο δια μέσου τόπου τινός πλαγίως εσκαμμένου. Και μολονότι ήτο περισσότερον των ενενήκοντα χρόνων γέρων, δεν εξήλθεν όμως από το κελλίον εκείνο. Τοιουτοτρόπως έως τέλους αγωνιζόμενοι οι μακάριοι ηξιώθησαν των ουρανίων στεφάνων της ασκήσεως και συναγάλλονται εις τους απεράντους αιώνας μετά του Δεσπότου Χριστού. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΖ΄ (27η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΘΑΛΕΛΑΙΟΣ, εν ειρήνη τελειούται.

Θαλέλαιος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Κιλικίας και ήκμασε κατά τον Ε΄ (5ον) αιώνα· αγαπήσας δε την ασκητικήν ζωήν, επήγεν εις την πόλιν των Γαβάλων, την νυν Γιβέλ, την εν τη Συρία, απέχουσαν της Λαοδικείας δεκαοκτώ μίλια, προς νότον. Μακράν δε της πόλεως ταύτης έως είκοσι στάδια, ήτοι έως δύο και ήμισυ μίλια, ευρών ο Όσιος ούτος τόπον υψηλόν, ένθα υπήρχε ναός αφιερωμένος εις τους δαίμονας και τιμώμενος με πολλάς θυσίας υπό των ειδωλολατρών, έκτισεν εκεί μικράν καλύβην. Βλέποντες δε οι δαίμονες την εκεί άφιξιν του ανθρώπου του Θεού Θαλελαίου, επεδίωκον να θανατώσωσιν αυτόν· αλλά κατ’ ουδένα τρόπον δεν ηδύναντο, διότι η προς τον Θεόν αδίστακτος πίστις του Οσίου εφύλαττεν αυτόν, η δε του Θεού Χάρις τον εβοήθει. Μη δυνάμενοι λοιπόν οι δαίμονες να βλάψωσι τον Όσιον, ωργίσθησαν σφόδρα και ώρμησαν κατά των πεφυτευμένων δένδρων, εκ των οποίων έξαφνα εξερρίζωσαν πλείονα των πεντακοσίων. Επειδή δε και μετά τούτο δεν ηδυνήθησαν να φοβίσωσι τον του Χριστού αγωνιστήν, εφεύρον, οι αλιτήριοι, άλλα μηχανεύματα· συναχθέντες την νύκτα έκαμνον θρήνους και ολολυγμούς, δεικνύοντες δε είτα αναμμένας λαμπάδας προσεπάθουν να ενσπείρωσι φόβον εις την καρδίαν του Οσίου· επειδή δε ο Όσιος κατεφρόνησεν όλας τας πλεκτάνας των, τούτου ένεκα, αφήσαντες αυτόν οι δαίμονες, ανεχώρησαν. Ο δε Όσιος, κατασκευάσας δύο τροχούς, έκαστος των οποίων ήτο κατά το μέγεθος δύο πήχεις, συνήρμοσε και τους δύο με σανίδας, όχι πυκνάς, αλλά αραιάς, καθήσας δε εν μέσω των τροχών, εκάρφωσε με καρφία τας αραιάς εκείνας σανίδας και εκρέμασε τον διπλούν εκείνον τροχόν εις τόπον ασκεπή· καθήμενος δε εντός αυτού, μάλλον δε κρεμάμενος, διήλθε δέκα έτη. Επειδή δε είχε σώμα μέγα, δεν ηδύνατο, όταν εκάθητο, να εκτείνη προς τα άνω την κεφαλήν του, αλλά έκυπτε πάντοτε και είχε το πρόσωπον εστηριγμένον επί των γονάτων. Προς τούτον τον Όσιον επήγε ποτέ ο Κύρου Θεοδώρητος, όστις έγραψε και τον Βίον του, και ηρώτησεν αυτόν δια ποίαν αιτίαν μετεχειρίζετο τον καινόν εκείνον τρόπον της ασκήσεως. Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Επειδή είμαι υποκείμενος εις πολλάς αμαρτίας, πιστεύω δε ακραδάντως, ότι είναι αληθείς αι τιμωρίαι εκείναι, τας οποίας απειλεί ο Θεός κατά των αμαρτωλών, δια τούτο εφεύρον τον καινόν τούτον τρόπον της ζωής, μηχανευόμενος εις το σώμα μου μετρίας τινάς τιμωρίας εις την παρούσαν ζωήν, ίνα ελαφρώσω το βάρος των επαπειλουμένων εκείνων τιμωριών της μελλούσης κολάσεως. Χειρότεραι δε είναι αι τιμωρίαι εκείναι, όχι μόνον κατά το ποσόν, αλλά και κατά το ποιόν, διότι είναι βίαιαι και ακούσιαι. Ό,τι δήποτε δε είναι βίαιον και χωρίς την γνώμην του ανθρώπου, αυτό είναι λυπηρότατον. Τουναντίον δε, ό,τι είναι θεληματικόν και εκούσιον, έστω και εάν είναι κοπιαστικόν και λυπηρόν, είναι όμως κατώτερον κακόν, διότι ο κόπος εκείνου είναι θεληματικός και όχι βίαιος και δυναστικός· εάν λοιπόν με τας μικράς αυτάς θλίψεις ολιγοστεύσω τας μελλούσας μεγάλας τιμωρίας, βεβαίως αποκτώ μέγα κέρδος». Ταύτα ακούσας ο Θεοδώρητος εθαύμασε πολύ δια την αγχίνοιαν του Οσίου, διότι όχι μόνον ηγωνίζετο περισσότερον των διωρισμένων και συνήθων εις τους Ασκητάς αγώνων, εφευρίσκων μόνος άλλους αγώνας μεγαλυτέρους, αλλά, προς τούτοις, εγνώριζε και τας αιτίας τούτων και ταύτας εις τους άλλους εδίδασκεν. Έλεγον δε οι κατοικούντες εις τα πέριξ, ότι πολλά θαύματα εποίησεν ο Όσιος ούτος δια της προσευχής του, όχι μόνον εις τους ανθρώπους, αλλά και εις ζώα, διότι και άνθρωποι και ζώα έλαβον δι’ αυτού την ιατρείαν εις πολλά πάθη. Εκ τούτου δε του Οσίου παρακινούμενοι οι τον τόπον εκείνον κατοικούντες Έλληνες αφήκαν την πατρικήν ασέβειαν και το περικαλύπτον αυτούς σκότος και έλαβον το φως της θεογνωσίας και πίστεως· τούτους δε μεταχειριζόμενος ο Όσιος ως οδηγούς και συνεργούς, εκρήμνισε τον εκεί ευρισκόμενον ναόν των δαιμόνων και έκτισεν αυτόν Ναόν Ιερόν εις το όνομα των καλλινίκων Μαρτύρων. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον αγωνισθείς ο μακάριος προς Κύριον εξεδήμησεν, ον ολοψύχως επόθησε και παρ’ ου προσεκλήθη, ίνα λάβη παρ’ αυτού τον άφθαρτον της ασκήσεως στέφανον. 

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΖ΄ (27η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ του Δεκαπολίτου.

Προκόπιος ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του Ισαύρου Λέοντος Γ΄ του Εικονομάχου, του εν έτει ψιζ΄ -  ψμα΄ (717 – 741) βασιλεύσαντος. Και πρώτον μεν, γενόμενος Μοναχός, διήλθε πάσαν άσκησιν με ακρίβειαν, και εκαθάρισε πλήρως τον εαυτόν του από παντός πάθους και πάσης κηλίδος, ύστερον δε ήλεγξεν ανδρείως τους αιρετικούς εκείνους, οι οποίοι ηθέτουν την σάρκωσιν του Θεού Λόγου, ως μη προσκυνούντες την του Χριστού ένσωμον Εικόνα. Όθεν όχι μόνον εβεβαίωσε την αλήθειαν της Ορθοδοξίας, δια λόγων, αλλά και δια πολλών κακοπαθειών και θλίψεων. Εκ τούτων λοιπόν εφάνη μέγας Ομολογητής της Ορθοδόξου Πίστεως και αληθείας, πολλά δε θαύματα ποιήσας, και πολλούς δια της ενθέου διδασκαλίας αυτού ωφελήσας, προς Κύριον εξεδήμησε. 

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο κάλφας, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατά το έτος αφοε΄ (1575), ξίφει τελειούται.

Ιωάννης ο ευλογημένος και χαριτώνυμος Νεομάρτυς του Χριστού ήτο γέννημα και θρέμμα του Γαλατά, ειργάζετο δε ως λεπτουργός κάλφας εις το παλάτιον του σουλτάνου· αλλά και οι αγάδες τον έπαιρναν ίνα κοσμή τα παλάτια των. Ταπεινός δε ων κατά το φρόνημα και πολύ ελεήμων υπάνδρευεν ορφανά, ηλευθέρωνε φυλακισμένους, εποίει δε και άλλας πολλάς καλωσύνας. Αγάς δε τις του έδωκεν εν παιδίον, ανεψιόν του, όστις είχεν έλθει από την Ανατολήν, να τον μάθη την τέχνην της λεπτουργικής. Εισερχόμενον δε και εξερχόμενον το παιδίον μετά του Ιωάννου εις το βασιλικόν παλάτιον είδεν εκεί τα παιδία, ότι ήσαν εις μεγάλην τιμήν και χαράν και ηθέλησε και αυτό να συναριθμηθή με αυτά· όθεν επήγεν εις τον θείον του εκείνον και του λέγει· «Σε παρακαλώ να με βάλης εις το παλάτιον του σουλτάνου». Τότε ο αγάς παρεκάλεσε τον Ιωάννην, δια μέσου δε τούτου το έβαλεν εις το βασιλικόν παλάτιον. Εις ολίγον καιρόν το παιδίον ανήλθεν εις αξίωμα, ηγάπα δε πολύ και τον Ιωάννην τον διδάσκαλόν του εις την τέχνην, διότι εξ αιτίας του έλαβε το αξίωμα. Μετά χρόνους ικανούς, εν μια των ημερών, λέγει εις τον Ιωάννην· «Επειδή γνωρίζεις γράμματα και είσαι μορφωμένος, σε παρακαλώ, ειπέ μου, τι ευρίσκεις γεγραμμένα εις τα βιβλία σας περί του ιδικού μας προφήτου, δια τον οποίον ο Θεός εποίησε τον κόσμον και όλα τα πάντα»; Ο Ιωάννης του λέγει· «Σε παρακαλώ ως προς τούτο, μη με πειράζης· ειπέ μου μόνον εάν έχης άλλο τι, τα δε περί πίστεως μη με ερωτάς». Εκείνος δε απαντά· «Μα το ψωμί του βασιλέως όπου τρώγω και μα την στερεάν αγάπην την οποίαν έχομεν, δεν σε κακοποιώ και μη φοβηθής να μου ειπής». Ο δε ευλογημένος Ιωάννης, θαρρών εις τους όρκους του και εις την φιλίαν την οποίαν είχον, απεκρίθη λέγων· «Επειδή με ερωτάς, να σου είπω την αλήθειαν. Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός· ο δε Μωάμεθ, εις τον οποίον πιστεύετε σεις, ήτο άνθρωπος θνητός, άνθρωπος αγράμματος, όστις εις τον κόσμον τούτον δεν έκαμε ουδέν καλόν έργον, ουδέ θαύμα τι έκαμεν εις τον καιρόν του, ωσάν τους άλλους Προφήτας του Θεού, τους οποίους έχομεν ημείς οι Χριστιανοί. Μόνον σεις τον εκάματε μέγαν και τον έχετε δια προφήτην. Αλλά, μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλεύ, να ήτο εκείνος προφήτης, αλλά πολέμιος του Θεού, με τας μυθολογίας δε και τα πλάσματά του εφάνη αρεστός εις τον απλούν και άπειρον λαόν και τον ηκολούθησαν, καθώς ήτο προπεφητευμένον δι’ αυτόν, ότι θέλει έλθει ίνα πλανήση τον κόσμον». Ταύτα ακούσας ο αλιτήριος εκείνος μετήλλαξε την φιλίαν εις έχθραν· όθεν, αφού εκάλεσε και άλλους Αγαρηνούς, τον έδειραν ανηλεώς και τον επηγαν εις τον κριτήν, μαρτυρούντες ότι εβλασφήμησε κατά της πίστεώς των. Τότε ο κριτής διέταξε και τον έδειραν σφοδρώς, έπειτα τον εφυλάκισαν και τον εβασάνιζαν δια να αρνηθή τον Χριστόν και να πιστεύση εις την πίστιν των· ο δε ευλογημένος Ιωάννης, σταθείς ανδρείος, ως καλός στρατιώτης του Χριστού, λέγει προς αυτούς· «Δεν αρνούμαι εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, αλλ’ αυτόν πιστεύω, αυτόν λατρεύω, αυτόν ομολογώ, ως τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον». Ιδόντες οι Αγαρηνοί το αμετάθετον της γνώμης του, τον έβαλαν εις εν πλοίον του Τουρκικού στόλου, ο οποίος κατηυθύνετο εις την Μαύρην Θάλασσαν δι’ επίδειξιν, έκαμε δε εκεί εξ μήνας· όταν δε επανήλθε τον έβαλαν πάλιν εις την φυλακήν και τον εβασάνιζαν τρεις μήνας· αφού δε είδον, ότι δεν ημπορούν να τον φέρουν εις το θέλημά των, ούτε καν με λόγον ψιλόν να τον παρασαλεύσουν από την πίστιν του Χριστού, το ανέφεραν εις τον βεζύρην και εκείνος με πολλήν του εντροπήν επρόσταξε τον έπαρχον και τον επήγεν εις τον τόπον της καταδίκης, κοντά εις το Δημοπρατήριον, όπου και τον απεκεφάλισαν την κστ΄ (26) Φεβρουαρίου του έτους αφοε΄ (1575), και ούτως έλαβεν ο Άγιος τον στέφανον του Μαρτυρίου, τώρα δε αγάλλεται μετά του χορού των Μαρτύρων. Τούτο είναι, αδελφοί, το Μαρτύριον του ευλογημένου Ιωάννου, ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν. 

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος ΦΩΤΕΙΝΗΣ της Σαμαρείτιδος,

Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος ΦΩΤΕΙΝΗΣ της Σαμαρείτιδος, εις την οποίαν ωμίλησεν ο Χριστός εν τω φρέατι, και των συν αυτή (ήτοι των πέντε αυτής αδελφών και των δύο αυτής υιών, και Σεβαστιανού του Δουκός).                                                                           

Φωτεινή η Αγία του Χριστού Μεγαλομάρτυς είναι η Σαμαρείτις εκείνη περί της οποίας διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος εις το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιον, ότι συνωμίλησε με τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εις το φρέαρ του Πατριάρχου Ιακώβ και επίστευσεν εις αυτόν. Αύτη η μακαρία, μετά την εις ουρανούς Ανάληψιν του Κυρίου και την του Αγίου Πνεύματος κατάβασιν εις τους θείους Αποστόλους κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, εβαπτίσθη υπό των Αποστόλων μετά των δύο υιών της και των πέντε αδελφών αυτής, οίτινες, όλοι ομού, αφού ηκολούθησαν τους Αγίους Αποστόλους, εκήρυττον την πίστιν του Χριστού από τόπου εις τόπον και από χώρας εις χώραν, επιστρέψαντες πολλούς ειδωλολάτρας από την ασέβειαν εις την Ορθόδοξον του Χριστού Πίστιν. Κατά δε τας ημέρας του ασεβεστάτου βασιλέως της Ρώμης Νέρωνος (54-68) εκινήθη μέγας διωγμός εναντίον των Χριστιανών και μετά το Μαρτύριον των Κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, εζητούσαν οι διώκται τους μαθητάς των και όλους εκείνους οι οποίοι επίστευον εις τον Χριστόν, αγωνιζόμενοι, οι μάταιοι, να εξαλείψουν από τον κόσμον το όνομα του Χριστού. Δεν ήξευραν όμως, οι ανόητοι, ότι όσον εκείνοι κατέτρεχον την πίστιν του Χριστού, τόσον περισσότερον εστερεώνετο και επλατύνετο, διότι είπεν ο Κύριος· «Πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ιστ: 18). Κατ’ εκείνον τον καιρόν η Αγία Φωτεινή μαζί με τον Ιωσήν, τον μικρότερον υιόν της, ήτο εις την Καρθαγένην, πόλιν της Αφρικής και εκήρυττε μετά παρρησίας το Ευαγγέλιον του Χριστού. Ο δε Βίκτωρ, ο μεγαλύτερος υιός της, ήτο στρατιώτης εις το στράτευμα των Ρωμαίων και επειδή έκαμνε μεγάλας ανδραγαθίας και νίκας εις τον πόλεμον, τον οποίον είχον οι Ρωμαίοι εναντίον των Αβάρων, οι οποίοι κατέτρεχον τους τόπους των, ο βασιλεύς Νέρων τον έκαμε στρατηλάτην και μη γνωρίζων, ότι ήτο Χριστιανός, τον έστειλεν εις την Ιταλίαν δια να τιμωρή όλους τους εκεί ευρισκομένους Χριστιανούς.  Ο δε Σεβαστιανός, ο δούξ της Ιταλίας, ακούσας ταύτα, είπεν εις τον Βίκτωρα· «Εγώ γνωρίζω πολύ καλά, στρατηλάτα, ότι συ είσαι Χριστιανός· ομοίως η μήτηρ σου και ο αδελφός σου Ιωσής είναι Χριστιανοί και ακόλουθοι του Αποστόλου Πέτρου· σε συμβουλεύω όμως, δια να μη κινδυνεύση η ζωή σου, να κάμης εκείνο όπου σε επρόσταξεν ο βασιλεύς, δηλαδή να τιμωρής τους Χριστιανούς». Ο στρατηλάτης Βίκτωρ τότε του απεκρίθη· «Εγώ θέλω κάμει το θέλημα του επουρανίου και αθανάτου Βασιλέως Χριστού, του αληθινού Θεού· την δε προσταγήν την οποίαν μου έδωκεν ο βασιλεύς Νέρων, να τιμωρώ τους Χριστιανούς, ούτε καν να την ακούσω θέλω τελείως, όχι να την εκτελέσω». Εις τους λόγους τούτους του Βίκτωρος απήντησεν ο δούξ· «Εγώ σε συμβουλεύω, ως φίλον μου αληθινόν, εκείνο όπου σε συμφέρει· διότι, εάν καθήσης εις το κριτήριον και εξετάσης να εύρης τους Χριστιανούς και τους τιμωρήσης, και τον βασιλέα θέλεις ευχαριστήσει και τα χρήματα των Χριστιανών θέλεις κερδήσει. Προς τούτοις δε σε συμβουλεύω να διαμηνύσης εις την μητέρα σου και τον αδελφόν σου, να μη κηρύττουν παρρησία τον Χριστόν και να μη διδάσκουν τους Έλληνας να αρνούνται την πάτριον θρησκείαν των, δια να μη τύχη να κινδυνεύσης συ, εξ αιτίας εκείνων». Ο Βίκτωρ απήντησε· «Μη γένοιτο εις εμέ να κάμω αυτά τα οποία μου λέγεις, να τιμωρήσω δηλαδή Χριστιανόν ή να πάρω τίποτε από αυτόν, ή να συμβουλεύσω την μητέρα μου, ή τον αδελφόν μου να μη κηρύττουν, ότι ο Χριστός είναι ο Θεός, αλλά και εγώ μάλιστα Χριστιανός είμαι και θέλω γίνει κήρυξ του Χριστού, καθώς είναι και εκείνοι, και ας ίδωμεν τι κακόν μέλλει να γίνη». Ο δε δούξ είπεν· «Εγώ, αδελφέ, σε συμβουλεύω εκείνα τα οποία σε συμφέρουν και συ στοχάσου τι πρόκειται να κάμης». Μόλις είπε ταύτα ο δουξ παρευθύς ετυφλώθη και πεσών κάτω εις την γην έμεινεν άφωνος από τους σφοδρούς και δεινούς πόνους των οφθαλμών του. Εγείραντες δε αυτόν οι εκεί παρεστώτες τον έβαλαν εις μίαν κλίνην εις την οποίαν έμεινε τρεις ημέρας άφωνος, χωρίς να δύναται καθόλου να ομιλήση, την δε τετάρτην ημέραν εφώναξε μεγαλοφώνως, λέγων· «Εις είναι ο Θεός, ο Θεός των Χριστιανών». Ελθών δε πλησίον του ο Βίκτωρ του είπε· «Διατί ούτω έξαφνα ήλλαξες την γνώμην σου, Σεβαστιανέ;» Και ο δουξ του απήντησε: «Διότι με προσκαλεί ο Χριστός, γλυκύτατέ μου Βίκτωρ». Ευθύς τότε ο Σεβαστιανός κατηχήθη από τον Βίκτωρα εις την πίστιν του Χριστού και εβαπτίσθη, μόλις δε εβγήκεν από την αγίαν κολυμβήθραν, πάραυτα έλαβε το φως των οφθαλμών του και εδόξασε τον Θεόν. Βλέποντες δε οι άλλοι ειδωλολάτραι το παράδοξον εκείνο θαύμα, εφοβήθησαν μήπως επειδή δεν πιστεύουν πάθουν εκείνο το οποίον έπαθεν ο δουξ και προσέτρεξαν όλοι εις τον Βίκτωρα, από τον οποίον, κατηχηθέντες την πίστιν του Χριστού, εβαπτίσθησαν. Αφ’ ου επέρασεν ολίγος καιρός, ηκούσθη τούτο εις την Ρώμην και έφθασεν εις τας ακοάς του Νέρωνος, ότι ο Βίκτωρ ο στρατηλάτης της Ιταλίας και ο δουξ Σεβαστιανός κηρύττουν το κήρυγμα του Πέτρου και του Παύλου και των λοιπών Αποστόλων και οδηγούν πολλούς Έλληνας εις την πίστιν του Χριστού, η δε μήτηρ του στρατηλάτου Βίκτωρος Φωτεινή, ομού με τον έτερον υιόν της Ιωσήν, αποσταλέντες από τους Αποστόλους εις την Καρθαγένην, κάμνουν και αυτοί εκεί τα ίδια. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ήναψεν όλος από θυμόν και έστειλεν ευθύς στρατιώτας εις την Ιταλίαν, δια να φέρουν εις την Ρώμην όλους τους εκεί ευρισκομένους Χριστιανούς άνδρας και γυναίκας· αλλ’ εις τούτους εφάνη πρωτύτερα ο Κύριος, ειπών· «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Μη φοβείσθε, διότι εγώ είμαι μαζί σας και θέλει νικηθή ο Νέρων ομού με τους συντρόφους του». Έπειτα είπε προς τον Βίκτωρα· «Από τώρα και εις το εξής το όνομά σου θα είναι Φωτεινός· διότι δια σου θέλουν φωτισθή πολλοί και θέλουν πιστεύσει εις εμέ· τον δε Σεβαστιανόν να τον ενδυναμώσης εις το Μαρτύριον με τους λόγους σου και θέλει είναι μακάριος και καλότυχος εκείνος ο οποίος θα αγωνισθή έως τέλους». Ταύτα αφού είπεν ο Κύριος, ανέβη εις τους ουρανούς. Απεκαλύφθησαν δε και εις την Αγίαν Φωτεινήν όλα εκείνα τα οποία έμελλον να συνβώσιν εις αυτήν· όθεν εκίνησεν από την Καρθαγένην ομού με πλήθος Χριστιανών και επήγεν εις την Ρώμην· τότε εταράχθη όλη η πόλις της Ρώμης, διηρωτώντο δε οι Ρωμαίοι λέγοντες· «Ποία είναι αυτή η οποία ήλθεν εδώ με τόσον πλήθος»; Αλλ’ η Αγία Φωτεινή εκήρυττε με μεγάλην παρρησίαν τον Χριστόν. Ήλθον δε τότε εις την Ρώμην και ο υιός της Αγίας Φωτεινός μαζί με τον δούκα Σεβαστιανόν, συνοδευόμενοι από τους στρατιώτας τους οποίους είχε στείλει ο βασιλεύς. Προλαβούσα δε η Αγία επήγεν εμπρός εις τον Νέρωνα μαζί με τον υιόν της Ιωσήν και τους λοιπούς, τους οποίους βλέπων ο Νέρων τους ηρώτησε· «Δια ποίαν αιτίαν ήλθετε προς ημάς»; Απεκρίθη η Αγία· «Ήλθαμεν δια να σε διδάξωμεν να πιστεύσης εις τον Χριστόν». Κατ’ εκείνην την ώραν ανήγγειλαν οι υπηρέται εις τον βασιλέα ότι ο δουξ Σεβαστιανός και ο Βίκτωρ ο στρατηλάτης ήλθον από την Ιταλίαν· ο δε Νέρων είπε· «Ας έλθουν μέσα». Ότε δε εκείνοι παρουσιάσθησαν εμπρός του, τους λέγει· «Τι ήκουσα δια σας»; Οι Άγιοι του απήντησαν· «Όσα ήκουσας δι’ ημάς, ω βασιλεύ, όλα είναι αληθινά». Τότε ο Νέρων, παρατηρών τους Μάρτυρας με βλέμμα άγριον, λέγει προς αυτούς: «Αρνείσθε τον Χριστόν, ή θέλετε να αποθάνετε με κακόν θάνατον»; Οι δε Άγιοι υψώσαντες τους οφθαλμούς των εις τον ουρανόν, είπον· «Μη γένοιτο ποτέ, Χριστέ Βασιλεύ, να σε αρνηθώμεν και να αποχωρισθώμεν από την πίστιν σου και την αγάπην σου». Ο Νέρων τους ηρώτησε· «Πως ονομάζεσθε»; Τότε απεκρίθη προς αυτόν η Αγία: «Εγώ ωνομάσθην από τον Ιησούν Χριστόν, τον Θεόν μου, Φωτεινή· αι δε αδελφαί μου, η πρώτη, η οποία εγεννήθη ύστερον από εμέ, καλείται Ανατολή· η Δευτέρα Φωτώ· η Τρίτη Φωτίς· η Τετάρτη Παρασκευή και η Πέμπτη Κυριακή· εκ δε των υιών μου, ο μεν πρώτος καλείται Βίκτωρ, επονομασθείς από τον Κύριόν μου Φωτεινός· ο δε δεύτερος όστις είναι μαζί μου λέγεται Ιωσής». Και ο Νέρων τους λέγει: «Όλοι σας συνεφωνήσατε να τιμωρηθήτε δια τον Ναζωραίον και να αποθάνετε δι’ αυτόν»; Απεκρίθη τότε η Αγία Φωτεινή: «Ναι· όλοι μας, χαίροντες και αγαλλόμενοι, αποθνήσκομεν δια την αγάπην του Κυρίου μας». Τότε επρόσταξεν ο τύραννος να κατασυντριβούν οι αρμοί των χειρών των με σφαίρας σιδηράς. Αρπάσαντες δε τους Αγίους οι υπηρέται του Νέρωνος τους έφεραν εις τον τόπον της βασάνου, εκεί δε, αφού έβαλαν οι Άγιοι τας χείρας των επάνω εις το αμόνι, ήρχισαν οι φονείς εκείνοι να τας κτυπούν με τας σφαίρας. Από την τρίτην ώραν της ημέρας έως την έκτην ώραν ηλλάχθησαν τρεις φοράς εκείνοι οι οποίοι τους εκτύπων. Οι Μάρτυρες όμως ουδόλως ησθάνοντο την τιμωρίαν των, ούτε αι χείρες των συνετρίβησαν καθόλου. Τούτο ακούσας ο Νέρων εταράχθη δια το παράδοξον του θαύματος και επρόσταξε να κοπούν αι χείρες των. Παρευθύς οι υπηρέται, αρπάσαντες την Αγίαν Φωτεινήν και δέσαντες τας χείρας της, τας έβαλαν επάνω εις το αμόνι και λαβόντες τας μαχαίρας των εκτυπούσαν με αυτάς πολλάκις επάνω εις τας χείρας της, δεν κατώρθωσαν όμως τίποτε, ενώ παρελύθησαν εκείνοι οι οποίοι εκτύπων και έπεσαν κάτω ως νεκροί, η δε Αγία διεφυλάχθη αβλαβής και ηυχαρίστει τον Θεόν, λέγουσα· «Κύριος εμοί βοηθός και ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος» (Ψαλμ. ριζ:6). Ήρχισε λοιπόν ο βασιλεύς να απορή και να διαλογίζηται τι να πράξη δια να νικήση τους Μάρτυρας και να τους φέρη εις την γνώμην του· και τους μεν άνδρας προστάζει να βάλουν μέσα εις σκοτεινήν φυλακήν, την δε Αγίαν Φωτεινήν ομού με τας πέντε αδελφάς αυτής, να τας φέρουν μέσα εις το χρυσόν κουβούκλιον, να ετοιμάσουν δε χρυσήν τράπεζαν και επτά θρόνους χρυσούς και χρώματα πολλά και στολίδια χρυσά και φορέματα και ζώνας χρυσάς· έπειτα επρόσταξε και την θυγατέρα του Δομνίναν να υπάγη και εκείνη εις το κουβούκλιον με όλας τας δουλευτρίας της και να είναι μαζί με τας Αγίας, νομίζων, ο ματαιόφρων, ότι με αυτά τα δελεάσματα θέλει μεταστρέψει την γνώμην αυτών· υπεσχέθη δε εις τας Αγίας ότι, εάν αρνηθώσι τον Χριστόν, θέλει έχει αυτάς εις τοιαύτην περιποίησιν και εύνοιαν πάντοτε και θέλει χαρίσει εις αυτάς όλα εκείνα, τα οποία ευρίσκοντο εκεί μέσα και άλλα περισσότερα, θέλει δε τας αξιώσει μεγάλης δόξης και τιμής. Αλλ’ επλανήθη ο δόλιος, διότι αι Άγιαι, ως ουρανόφρονες, κατεφρόνησαν όλα εκείνα ωσάν σκύβαλα και δεν ήθελαν ούτε καν να τα βλέπουν. Όταν λοιπόν η Αγία Φωτεινή είδε την Δομνίναν της είπε· «Χαίρε, η νύμφη του Κυρίου μου». Η δε Δομνίνα της απήντησε· «Χαίροις και συ, κυρία μου, η λαμπάς του Χριστού». Ακούσασα η Αγία Φωτεινή την Δομνίναν όπου είπε το όνομα του Χριστού, εχάρη πολύ και ευχαριστήσασα τον Κύριον ενηγκαλίσθη αυτήν και την εφίλησεν· έπειτα την κατήχησεν εις την πίστιν του Χριστού ομού με τας εκατόν δουλευτρίας της, και τας εβάπτισεν όλας, ωνόμασε δε την Δομνίναν, Ανθούσαν· η δε μακαρία Ανθούσα επρόσταξε την μεγαλυτέραν από τας εκατόν δουλευτρίας της Στεφανίδα να δώση εις τους πτωχούς όλα τα χρυσά στολίδια και τα χρήματα, τα οποία ήσαν μέσα εις το χρυσόν κουβούκλιον. Μαθών ταύτα ο Νέρων ανεστέναξεν εκ βάθους καρδίας και πολύ θυμωθείς επρόσταξεν ευθύς να καύσουν μίαν κάμινον επί επτά ημέρας και να βάλουν μέσα εις αυτήν την μακαρίαν Φωτεινήν με όλους τους συντρόφους της άνδρας και γυναίκας και να τους αφήσουν μέσα εις αυτήν τρεις ημέρας. Αφού δε παρήλθον αι τρεις ημέραι, νομίζων ο τύραννος, ότι κατεκάησαν οι Άγιοι από το πυρ, επρόσταξε να ανοίξουν την κάμινον και εάν εύρουν εκεί τα οστά των Μαρτύρων να τα ρίψουν εις τον ποταμόν. Ανοίξαντες δε οι στρατιώται την κάμινον εύρον όλους τους Αγίους σώους και αβλαβείς, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Θεόν. Τούτο το εξαίσιον ιδόντες εκείνοι έμειναν εκστατικοί, θαυμάζοντες πως δεν τους ήγγισε καθόλου το πυρ· καθώς δε ήκουσαν και είδαν τούτο το παράδοξον θαύμα όλοι οι κάτοικοι της Ρώμης εθαύμασαν, δοξάζοντες και αυτοί τον Θεόν. Ακούσας ο τύραννος και τούτο το θαύμα, επρόσταξε να ποτίσουν τους Αγίους θανατηφόρα δηλητήρια, προσεκλήθη δε προς τούτο ο μάγος Λαμπάδιος, όστις κατεσκεύαζε τοιαύτα. Πρώτον λοιπόν έδωκεν εκείνος το δηλητήριον εις την μακαρίαν Φωτεινήν· η οποία λαβούσα εις τας χείρας της το δηλητηριώδες ποτόν, είπεν εις τον μάγον· «Δεν έπρεπεν ημείς να κρατήσωμεν ουδόλως εις τας χείρας μας το παρασκεύασμά σου αυτό ούτε να το πίωμεν, επειδή συ είσαι ακάθαρτος· αλλά δια να γνωρίσης συ, βασιλεύ, και αυτός ο μάγος την δύναμιν του Χριστού μου, ιδού εγώ πρωτύτερα από τους άλλους πίνω τούτο, εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και Θεού ημών, ύστερα δε ας το πίουν και όλοι όσοι είναι μαζί με εμέ». Έπιον λοιπόν το δηλητήριον εκείνο όλοι οι Μάρτυρες, με την βοήθειαν όμως του Χριστού έμειναν πάντες αβλαβείς, ωσάν να μην είχον πίει τίποτε. Βλέπων τούτο ο μάγος εξεπλάγη και στραφείς προς την Αγίαν Φωτεινήν είπεν· «Έχω κατεσκευασμένον και ένα άλλο δηλητήριον πολύ δυνατώτερον και εάν πίετε και αυτό και δεν αποθάνετε παρευθύς, τότε θα πιστεύσω και εγώ εις τον Θεόν σας». Αφού δε έφεραν αυτό, το έδωκεν εις τους Μάρτυρας και αν και το έπιον όλοι, όμως δεν έπαθεν ουδείς ουδέν κακόν. Τούτο βλέπων ο μάγος έμεινεν εκστατικός και συνάξας ευθύς όλα τα μαγικά βιβλία του τα έρριψεν εις το πυρ και τα έκαυσε, πιστεύσας δε εις τον Χριστόν εβαπτίσθη, μετονομασθείς Θεόκλητος. Μαθών τούτο ο βασιλεύς επρόσταξε τους στρατιώτας να τον συλλάβωσιν, αρπάσαντες δε εκείνοι αυτόν εκ μέσου των Αγίων τον ωδήγησαν έξω από τα τείχη της Ρώμης, και εκεί του έκοψαν την κεφαλήν με το ξίφος· ούτως έλαβε πριν από τους άλλους τον στέφανον του Μαρτυρίου ο μακάριος Θεόκλητος. Τότε ο παράνομος Νέρων επρόσταξε να κόψουν τα νεύρα όλων των Αγίων, αρχήν ποιούντες από της Μεγαλομάρτυρος Φωτεινής. Καθ’ ον δε χρόνον οι στρατιώται έκοπταν τα νεύρα των Μαρτύρων, εκείνοι εμυκτήριζαν και περιεγέλων τον βασιλέα και τους θεούς του, ως αδυνάτους. Βλέπων δε ο τύραννος τους Μάρτυρας ότι δεν υπελόγιζαν παντελώς τα βάσανα ταύτα, επρόσταξε να λυώσουν μολύβι και να το ανακατεύσωσιν ομού με θειάφι και όταν κοχλάση να το χύσουν εντός του στόματος της πολυάθλου Φωτεινής και εις τα νώτα των λοιπών Αγίων. Όταν δε οι υπηρέται εξετέλουν την προσταγήν του βασιλέως και έχυναν εις τους Μάρτυρας το μολύβι, τότε οι Άγιοι, όλοι ομού, ως εξ ενός στόματος εφώναξαν· «Ευχαριστούμεν σοι, Χριστέ ο Θεός ημών, ότι με τον κοχλασμένον μόλυβδον εδρόσισας τας καρδίας μας, ωσάν να ήσαν διψασμέναι από μεγάλην καύσιν». Ακούσας τούτο ο Νέρων εξεπλάγη και επρόσταξε να κρεμάσωσι τους Αγίους και να τους ξέωσιν αλύπητα εις όλον το σώμα των, να τους καίωσι δε με λαμπάδας αναμμένας· όσον όμως περισσότερον εβασανίζοντο οι Άγιοι, τόσον περισσότερον ενεδυναμούντο από την θείαν Χάριν και εδόξαζον οι μακάριοι τον Θεόν. Ο δε δείλαιος και μάταιος Νέρων, νομίζων ότι θα δυνηθή να νικήση τους Μάρτυρας με τα βάσανα, επρόσταξε και ανέμιξαν στάκτην με όξος δριμύτατον και το έχυσαν μέσα εις τους ρώθωνας των Μαρτύρων. Ούτοι δε οι μακάριοι έλεγον ότι το αισθάνονται γλυκύτερον μέλιτος και κηρίου. Εθυμώθη τότε πολύ ο τύραννος και επρόσταξε να τους τυφλώσουν, και να τους κλείσουν εις σκοτεινήν και βρωμεράν φυλακήν, γεμάτην από δηλητηριώδεις όφεις. Τούτων δε ούτω γενομένων οι Άγιοι ύμνουν και εδόξαζον τον Θεόν, τα δε δηλητηριώδη θηρία, τα οποία ήσαν εις την φυλακήν, απενεκρώθησαν, η δυσωδία μετεβλήθη εις ευωδίαν ανείκαστον, το σκότος έγινε φως υπέρλαμπρον και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, σταθείς εις το μέσον των Αγίων, είπε προς αυτούς· «Ειρήνη υμίν». Έπειτα, κρατήσας από την χείρα την μακαρίαν Φωτεινήν, την εσήκωσεν επάνω και είπε· «Χαίρετε πάντοτε, ότι εγώ είμαι μαζί σας όλας τας ημέρας της ζωής σας». Παρευθύς δε με τον λόγον του Κυρίου ανέβλεψαν και οι οφθαλμοί των Μαρτύρων, οίτινες ιδόντες τον Κύριον Τον επροσκύνησαν, ευλογών δε ο Κύριος αυτούς είπεν· «Ανδρίζεσθε και ενδυναμούσθε». Έπειτα ανέβη εις τους ουρανούς, ενώ από τα σώματα των Αγίων έπεσαν αι πληγαί ωσάν λέπια και ιατρεύθησαν καθώς ήσαν και πρότερον. Ο δε θεόργιστος Νέρων επρόσταξε να μείνουν οι Άγιοι μέσα εις την φυλακήν τρεις χρόνους, δια να ταλαιπωρηθούν και να κακοπαθήσουν εκεί μέσα με κάθε είδους κακοπάθειαν, ούτως ώστε να αποθάνουν με θάνατον φρικτόν. Μετά τους τρεις χρόνους, έχων ο βασιλεύς κλεισμένον μέσα εις εκείνην την φυλακήν ένα υπηρέτην του, έστειλεν ανθρώπους του δια να τον αποφυλακίσουν· όταν όμως επήγαν οι απεσταλμένοι εις την φυλακήν δι’ αυτόν τον σκοπόν, είδαν τους Μάρτυρας ότι ήσαν υγιείς και ανέφεραν εις τον βασιλέα, ότι οι Γαλιλαίοι, οι οποίοι ετυφλώθησαν, τώρα βλέπουν και είναι υγιείς, η δε φυλακή είναι γεμάτη από φως και ευωδίαν άρρητον καταστάσα οίκος άγιος, εις τον οποίον δοξολογείται ο Θεός των Χριστιανών, συντρέχουν δε εκεί πλήθη ανθρώπων, οίτινες, πιστεύοντες εις τον Θεόν των, βαπτίζονται από αυτούς. Ταύτα ακούσας ο Νέρων έγινεν έξω φρενών και αποστείλας στρατιώτας έφερε τους Αγίους έμπροσθέν του λέγων· «Δεν σας επρόσταξα να μη κηρύττετε το όνομα του Χριστού; Πως λοιπόν κηρύττετε μέσα εις την φυλακήν; Δια τούτο έχω να σας κάμω πολλάς τιμωρίας». Οι Άγιοι του είπαν: «Ό,τι θέλεις κάμε· ημείς δεν θέλομεν παύσει από του να κηρύττωμεν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως Θεόν αληθινόν και ποιητήν του παντός».  Ακούσας τούτο ο τύραννος ήναψεν από θυμόν και επρόσταξε να σταυρώσουν τους Αγίους με την κεφαλήν προς τα κάτω, να ξέουν δε τας σάρκας των τρεις ημέρας, έως ότου να διαλυθούν αι αρμονίαι των. Αφού δε έκαμα τούτο οι θηριώδεις και απάνθρωποι υπηρέται, τους άφησαν κρεμαμένους άλλας τέσσαρας ημέρας, ορίσαντες φύλακας δια να τους φυλάττουν. Έπειτα επήγαν να ίδουν εάν έζων ακόμη και καθώς τους είδαν κρεμαμένους, ευθύς ετυφλώθησαν. Άγγελος δε Κυρίου καταβάς εξ ουρανού έλυσε τους Αγίους και ασπασάμενος αυτούς τους ιάτρευσεν από όλας τας πληγάς αυτών. Τότε η Αγία Φωτεινή, ευσπλαγχνισθείσα δια την τύφλωσιν των υπηρετών, έκαμε προσευχήν προς τον Θεόν δι’ αυτούς, ευθύς δε έλαβον πάλιν το φως των οφθαλμών των και πιστεύσαντες εις τον Χριστόν εβαπτίσθησαν. Ταύτα μαθών ο τύραννος επρόσταξε να εκδαρή το δέρμα της μακαρίας Φωτεινής· ενώ δε την εξέδερον έψαλλεν η Αγία το «Κύριε, εδοκίμασάς με και έγνως με» (Ψαλμ. ρλη:1). Ότε δε εξέδειραν την Αγίαν του Θεού Μεγαλομάρτυρα την έρριψαν εις εν ξηροπήγαδον, το δε δέρμα της έρριψαν εις τον ποταμόν. Τους δε λοιπούς Αγίους Μάρτυρας, τον Σεβαστιανόν, τον Φωτεινόν και τον Ιωσήν, κρατήσαντες, απέκοψαν τα παιδογόνα μόρια αυτών και τα έρριψαν εις τους σκύλους· έπειτα εξέδειραν και αυτών τα δέρματα και τα έρριψαν εις τον ποταμόν, αυτούς δε τους ησφάλισαν εντός παλαιού τινος λουτρού. Τας δε πέντε αδελφάς της Αγίας Φωτεινής, αφού παρουσιάσθησαν έμπροσθέν του, επρόσταξε και έκοψαν πρώτον τους μαστούς των, κατόπιν δε εξέδειραν τα δέρματά των. Ότε δε επήγαν οι υπηρέται να εκδάρουν και την Αγίαν Φωτίδα, δεν κατεδέχθη αυτή να κρατηθή από κανένα, αλλά μόνη εξέδερνε το δέρμα της σαρκός της με τοιαύτην γενναιότητα και ανδρείαν, ώστε εθαύμασεν ο τύραννος δια την καρτεροψυχίαν της· δια τούτο, ύστερα από αυτό το Μαρτύριον, εφεύρεν ο παγκάκιστος και άλλην πανώδυνον και ολεθρίαν κατ’ αυτής τιμωρίαν· επρόσταξε δηλαδή και έκλιναν με βίαν δύο κορυφάς δένδρων εντός του κήπου του, έδεσαν δε εις αυτάς τας δύο κορυφάς την μακαρίαν Φωτίδα και έπειτα απέλυσαν συγχρόνως αυτάς. Όθεν διεμοιράσθη η Αγία εις δύο μέρη, παραδώσασα ούτω την αγίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού. Τότε επρόσταξεν ο αλιτήριος Νέρων και απεκεφάλισαν και τους άλλους Αγίους Μάρτυρας δια ξίφους. Ακολούθως ανέσυραν την μακαρίαν Φωτεινήν από το πηγάδι και την έκλεισαν εις την φυλακήν. Αύτη δε, επειδή είχεν απομείνει μόνη και δεν εστεφανώθη με τον στέφανον του Μαρτυρίου ομού με τους λοιπούς, ελυπείτο και παρεκάλει περί τούτου τον Θεόν, όστις ενεφανίσθη εις αυτήν και σφραγίσας αυτήν με το σημείον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού τρεις φοράς, την ιάτρευσεν από όλας τας πληγάς, ύστερα δε από πολλάς ημέρας, υμνούσα και ευλογούσα τον Θεόν, αφήκεν εις χείρας Του την τιμίαν της ψυχήν. Ούτως απήλθον όλοι προς τον ποθούμενον Θεόν, απολαβόντες την ουράνιον Βασιλείαν Αυτού, ης και ημείς ταις αυτών πρεσβείαις αξιωθείημεν. Αμήν. 

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ Επισκόπου Γάζης.

Πορφύριος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Θεσσαλονίκης, εκ γονέων ευγενών και πλουσίων, βιώσας κατά τους χρόνους Αρκαδίου του βασιλέως, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 395 – 408. Αναχωρήσας δε εκ της πατρίδος του μετέβη εις Αίγυπτον, οπόθεν επήγεν εις Σκήτην και έγινε Μοναχός. Μετά παρέλευσιν δε πέντε ετών μετέβη εις Ιεροσόλυμα και πολλούς απίστους φωτίσας με τον λόγον της διδασκαλίας του, εχειροτονήθη Διάκονος και Πρεσβύτερος, υπό του Πατριάρχου των Ιεροσολύμων Πραϋλίου, χειροτονηθείς ύστερον Επίσκοπος Γάζης υπό του Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της εν Παλαιστίνη Ιωάννου. Αφ’ ου λοιπόν έγινεν Επίσκοπος, πολλά θαυμάσια εποίησε και πολλούς απίστους επέστρεψεν εις θεογνωσίαν. Μετά ταύτα βλέπων ο Άγιος αδικουμένους τους συνεπαρχιώτας του Χριστιανούς υπό των εξουσιαστών της Γάζης, ειδωλολατρών όντων και αιρετικών, επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν προς βοήθειαν των αδικουμένων, ένθα συναντήσας τον Μέγαν Ιωάννην τον Χρυσόστομον, Πατριάρχην τότε Κωνσταντινουπόλεως, διηγήθη εις αυτόν τας αδικίας των αρχόντων της Γάζης, δια τας οποίας και ανέβη εις Κωνσταντινούπολιν· όθεν συνεστήθη ο Άγιος υπό του θείου Χρυσοστόμου προς τον αρχινομοθέτην του βασιλέως Αμάντιον. Η δε βασίλισσα Ευδοξία, μαθούσα παρά του αρχινομοθέτου τας υποθέσεις του Αγίου, εδέχθη αυτόν ευμενώς και ανέφερε περί αυτού εις τον βασιλέα, ανέφερεν επίσης και προφητείαν του Αγίου, την οποίαν είπεν ούτος προς αυτήν, ότι δηλαδή μέλλει να γεννήσωσι παιδίον αρσενικόν, ήτοι τον μετέπειτα Θεοδόσιον τον Μικρόν, όπως και εγένετο, ο δε βασιλεύς, μαθών τούτο, εχάρη και ηυχαρίστησε τον Θεόν. Έπειτα γεννά η βασίλισσα τον Νέον Θεοδόσιον και προσκαλέσασα τον Άγιον Πορφύριον ηυλογήθη υπ’ αυτού και υπεσχέθη να εκπληρώση όλα τα αιτήματά του, δια τα οποία παρεκάλεσε και τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς εδυσκολεύετο μεν κατ’ αρχάς λέγων, ότι δεν είναι δυνατόν να εκδιωχθώσιν εκ της Γάζης οι ειδωλολάτραι και οι αιρετικοί, διότι ήσαν πολύ χρήσιμοι και προσέφερον μεγάλην βοήθειαν εις την αυτοκρατορίαν, αλλ’ αφ’ ου η βασίλισσα απεκρίθη προς αυτόν· «Βαρεία μεν είναι η αίτησις αύτη, ω δέσποτα, βαρυτέρα όμως είναι και η ταύτης απόρριψις» συνήνεσε και αυτός να εκτελεσθώσι τα υπό του Αγίου αιτούμενα. Και πάραυτα εστάλησαν βασιλικαί προσταγαί να διωχθώσιν εκ της Γάζης οι αιρετικοί και οι ειδωλολάτραι, οίτινες εξουσίαζον. Τότε ο μακάριος Πορφύριος, λαβών παρά της βασιλίσσης δύο κεντηνάρια χρυσίου προς οικοδομήν Εκκλησιών και διακόσια νομίσματα δια δαπάνας, επανήλθεν εις την επαρχίαν του εκδιώξας τους αιρετικούς, τους μεν άλλους ναούς των ειδώλων κατεκρήμνισε, τον δε ναόν του Θεού των Ελλήνων του ονομαζομένου Μαρνά, ήτοι Διός, κατέκαυσε και έκτισεν αυτόν Εκκλησίαν, κατά το σχέδιον το οποίον διώρισεν η βασίλισσα Ευδοξία. Διαλάμψας λοιπόν εις την επαρχίαν του ο θείος ούτος Πατήρ και ποιήσας θαύματα πάμπολλα επί εικοσιτέσσαρα έτη, ένδεκα μήνας και οκτώ ημέρας, προς Κύριον εξεδήμησε. 

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ Επισκόπου Γάζης.

Πορφύριος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Θεσσαλονίκης, εκ γονέων ευγενών και πλουσίων, βιώσας κατά τους χρόνους Αρκαδίου του βασιλέως, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 395 – 408. Αναχωρήσας δε εκ της πατρίδος του μετέβη εις Αίγυπτον, οπόθεν επήγεν εις Σκήτην και έγινε Μοναχός. Μετά παρέλευσιν δε πέντε ετών μετέβη εις Ιεροσόλυμα και πολλούς απίστους φωτίσας με τον λόγον της διδασκαλίας του, εχειροτονήθη Διάκονος και Πρεσβύτερος, υπό του Πατριάρχου των Ιεροσολύμων Πραϋλίου, χειροτονηθείς ύστερον Επίσκοπος Γάζης υπό του Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της εν Παλαιστίνη Ιωάννου. Αφ’ ου λοιπόν έγινεν Επίσκοπος, πολλά θαυμάσια εποίησε και πολλούς απίστους επέστρεψεν εις θεογνωσίαν. Μετά ταύτα βλέπων ο Άγιος αδικουμένους τους συνεπαρχιώτας του Χριστιανούς υπό των εξουσιαστών της Γάζης, ειδωλολατρών όντων και αιρετικών, επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν προς βοήθειαν των αδικουμένων, ένθα συναντήσας τον Μέγαν Ιωάννην τον Χρυσόστομον, Πατριάρχην τότε Κωνσταντινουπόλεως, διηγήθη εις αυτόν τας αδικίας των αρχόντων της Γάζης, δια τας οποίας και ανέβη εις Κωνσταντινούπολιν· όθεν συνεστήθη ο Άγιος υπό του θείου Χρυσοστόμου προς τον αρχινομοθέτην του βασιλέως Αμάντιον. Η δε βασίλισσα Ευδοξία, μαθούσα παρά του αρχινομοθέτου τας υποθέσεις του Αγίου, εδέχθη αυτόν ευμενώς και ανέφερε περί αυτού εις τον βασιλέα, ανέφερεν επίσης και προφητείαν του Αγίου, την οποίαν είπεν ούτος προς αυτήν, ότι δηλαδή μέλλει να γεννήσωσι παιδίον αρσενικόν, ήτοι τον μετέπειτα Θεοδόσιον τον Μικρόν, όπως και εγένετο, ο δε βασιλεύς, μαθών τούτο, εχάρη και ηυχαρίστησε τον Θεόν. Έπειτα γεννά η βασίλισσα τον Νέον Θεοδόσιον και προσκαλέσασα τον Άγιον Πορφύριον ηυλογήθη υπ’ αυτού και υπεσχέθη να εκπληρώση όλα τα αιτήματά του, δια τα οποία παρεκάλεσε και τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς εδυσκολεύετο μεν κατ’ αρχάς λέγων, ότι δεν είναι δυνατόν να εκδιωχθώσιν εκ της Γάζης οι ειδωλολάτραι και οι αιρετικοί, διότι ήσαν πολύ χρήσιμοι και προσέφερον μεγάλην βοήθειαν εις την αυτοκρατορίαν, αλλ’ αφ’ ου η βασίλισσα απεκρίθη προς αυτόν· «Βαρεία μεν είναι η αίτησις αύτη, ω δέσποτα, βαρυτέρα όμως είναι και η ταύτης απόρριψις» συνήνεσε και αυτός να εκτελεσθώσι τα υπό του Αγίου αιτούμενα. Και πάραυτα εστάλησαν βασιλικαί προσταγαί να διωχθώσιν εκ της Γάζης οι αιρετικοί και οι ειδωλολάτραι, οίτινες εξουσίαζον. Τότε ο μακάριος Πορφύριος, λαβών παρά της βασιλίσσης δύο κεντηνάρια χρυσίου προς οικοδομήν Εκκλησιών και διακόσια νομίσματα δια δαπάνας, επανήλθεν εις την επαρχίαν του εκδιώξας τους αιρετικούς, τους μεν άλλους ναούς των ειδώλων κατεκρήμνισε, τον δε ναόν του Θεού των Ελλήνων του ονομαζομένου Μαρνά, ήτοι Διός, κατέκαυσε και έκτισεν αυτόν Εκκλησίαν, κατά το σχέδιον το οποίον διώρισεν η βασίλισσα Ευδοξία. Διαλάμψας λοιπόν εις την επαρχίαν του ο θείος ούτος Πατήρ και ποιήσας θαύματα πάμπολλα επί εικοσιτέσσαρα έτη, ένδεκα μήνας και οκτώ ημέρας, προς Κύριον εξεδήμησε.