Μαρκιανός ο Όσιος πατήρ ημών πατρίδα είχε την Κύρον· αφήσας δε την πατρίδα και την περιφάνειαν του γένους του, επήγεν εις το μέσον της ερήμου, και κτίσας εκεί εν κελλίον μικρότατον τόσον όσον να σκεπάζη μόνον το σώμα του, εκλείσθη εντός αυτού ενδυθείς ράσα τρίχινα, όλον δε το φαγητόν του ήτο εκάστην εσπέραν τρεις ουγγίαι (=24 περίπου γραμμάρια) άρτου, έπινε δε τόσον ολίγον ύδωρ, όσον μόνον δια να ζη.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020
Τη Β΄ (2α) Νοεμβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΥΔΟΞΙΟΥ, ΑΓΑΠΙΟΥ και ετέρων οκτώ.
Ευδόξιος , Αγάπιος και οι συν αυτοίς Άγιοι Μάρτυρες ήσαν στρατιώται εις την πόλιν Σεβάστειαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου· εξετασθέντες δε από τον άρχοντα της Σεβαστείας, Αυξάνιον ονόματι και από τον δούκα Μάρκελλον και από τον Μάρκον Αγρικόλαον, ετιμωρήθησαν με διαφόρους βασάνους. Τελευταίον δε ερρίφθησαν εις το πυρ και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού και έλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου.
Τη Β΄ (2α) Νοεμβρίου, οι Άγιοι ΜΑΡΤΥΡΕΣ οι από της συγκλήτου βουλής, ξίφει τελειούνται.
Στρατιώται όντες ούτοι οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν εις την Σεβάστειαν κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως εν έτει τιε΄ (315) εξετασθέντες δε από τον Αυξάνιον άρχοντα της Σεβαστείας, και από τον Μάρκελλον δούκα και από τον Μάρκον Αγρικόλαον, ετιμωρήθησαν με διαφόρους βασάνους. Τελευταίον δε ερρίφθησαν εις το πυρ και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού και έλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου.
Τη Β΄ (2α) Νοεμβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΠΗΓΑΣΙΟΥ, ΑΦΘΟΝΙΟΥ, ΕΛΠΙΔΗΦΟΡΟΥ και ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ.
Ακίνδυνος ο Άγιος Μάρτυς και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Άγιοι Μάρτυρες κατήγοντο από την Περσίαν, ήσαν δε εκ των πρώτων αρχόντων του βασιλέως των Περσών Σαβωρίου Β΄ του βασιλεύοντος εν έτει τλ΄ (330). Ει δε και οι Πέρσαι πρώτοι από τους άλλους λαούς εγνώρισαν τον σαρκωθέντα Χριστόν και με δώρα τον επροσκύνησαν και θεοπρεπώς τον ετίμησαν, εν τούτοις ύστερον και πάλιν απανθρώπως τους δούλους του εκόλασαν, καθώς από πολλών Αγίων Μαρτύρων φαίνεται, εξόχως δε από το Μαρτύριον των ώδε εγκωμιαζομένων Αγίων, το οποίον προσέξατε, ίνα πολλήν ωφέλειαν λάβητε.
Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020
Τη Α΄ (1η) Νοεμβρίου, μνήμη του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών ΔΑΒΙΔ του εν Ευβοία ασκήσαντος.
Δαβίδ ο αληθής και γνήσιος υπουργός του Παναγάθου Θεού, ήτο από χωρίον τι καλούμενον Γαρδινίτζα, κείμενον πλησίον του Ταλαντίου εις το παραθαλάσσιον έναντι της νήσου Ευβαίας, ήκμασε δε περί το αφιθ΄ (1519) έτος, πατριαρχεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του αοιδίμου Ιερεμίου, είχε δε γεννήτορας θεοσεβείς τε και ευλαβείς·
Τη Α΄ (1η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος ΙΑΚΩΒΟΥ και των δύο μαθητών αυτού ΙΑΚΩΒΟΥ Διακόνου και ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Μοναχού των δι’ αγχόνης τελειωθέντων κατά το αφκ΄ (1520) έτος.
Ιάκωβος ο θείος ανήρ, ο σώμα και ψυχήν καθηγιασμένος, κατήγετο εκ τινος κώμης της επαρχίας Καστορίας. Εγεννήθη δε ουχί από πλουσίους και ενδόξους γονείς, αλλά από ταπεινούς και απαιδεύτους, σεμνούς όμως και εναρέτους, οίτινες ωνομάζοντο Παρασκευή και Μαρτίνος. Ούτοι είχον και άλλον υιόν, διεμοίρασαν δε ζώντες την περιουσίαν των και εις τους δύο υιούς των. Παρελθόντος ολίγου χρόνου ετελεύτησαν οι γονείς των και έμειναν οι υιοί των· ήτο δε ο θείος Ιάκωβος βοσκός προβάτων, καθώςποτε ο Πατριάρχης Ιακώβ, ο Μωϋσής και ο Δαβίδ· εις ολίγον δε καιρόν επλούτισε, Θεού ευδοκούντος, δια τούτο και εφθονήθη από τον αδελφόν του, καθώς ο Άβελ από τον Κάϊν, όστις απελθών εις τον κριτήν του τόπου εσυκοφάντησε τον Ιάκωβον, ότι εύρε θησαυρόν κεκρυμμένον.
Τη Α΄ (1η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΡΜΙΝΙΓΓΕΛΔΟΥ.
Ερμινίγγελδος ο Άγιος Μάρτυς εγεννήθη από πατέρα καλούμενον Λιουβίγγελδον, (όστις ήτο ρήγας των Ουϊσιγότθων ή έσω Γότθων, έχων την αίρεσιν του Αρείου ομού με όλον το έθνος του), εδιδάχθη δε την Ορθόδοξον πίστιν από τον Λέανδρον Επίσκοπον των Ορθοδόξων. Ο δε πατήρ αυτού, μαθών την μεταβολήν ταύτην του υιού του, βαρέως τούτο υπέφερεν· όθεν και μετεχειρίζετο προς αυτόν καθ’ εκάστην ημέραν διαφόρους κολακείας και ύβρεις· αλλ’ ο υιός του, επειδή επέμενεν εις την Ορθοδοξίαν ακλινής και ασάλευτος, τούτου χάριν εστερήθη μεν από την κληρονομίαν του πατρός του και απόκληρος έγινε, δεθείς δε χείρας και πόδας εκλείσθη εις σκοτεινήν φυλακήν.