Λυκαρίων ο άγιος Μάρτυς κατήγετο εκ της πόλεως του Ερμού της εν Αιγύπτω. Συλληφθείς δε δια την προς τον Χριστόν πίστιν αυτού ωδηγήθη εις το κριτήριον και παρασταθείς προ του άρχοντος εξηναγκάζετο να αρνηθή τον Χριστόν. Επειδή όμως δεν επείσθη, ερρίφθη εντός σκοτεινής και δυσώδους φυλακής. Μετά τινας ημέρας εξήγαγον αυτόν εκείθεν και εξέσχισαν δια σιδήρων, καρφώσαντες κατόπιν επί σταυρού και πληγώσαντες όλα του τα μέλη. Μετά ταύτα έδειραν τον άγιον Μάρτυρα και εστρέβλωσαν και κατέκαυσαν τας πλευράς του, το δε στήθος αυτού κατέκαυσαν δια πεπυρωμένων σιδηρών ράβδων.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Κυριακή 6 Ιουνίου 2021
Τη Ζ΄ (7η) Ιουνίου, μνήμη της αγίας Μάρτυρος Ποταμιαίνης εν λέβητι μεστώ πίσσης βληθείσης και τελειωθείσης.
Ποταμιαίνη η αγία Μάρτυς ήκμασεν εν Αλεξανδρεία κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού εν έτει τδ΄ (304) δούλη ούσα ακολάστου τινός και ασελγούς αυθέντου, ήτο δε πολύ ωραία κατά την μορφήν. Πολλάκις δε βιάσας ο κύριός της προς πράξιν αισχράν και μη δυνηθείς να καταπείση αυτήν εις το κακόν του θέλημα, οργισθείς παρέδωκεν αυτήν εις τον άρχοντα της Αλεξανδρείας ειπών: Η νέα αύτη δούλη μου, και επειδή δεν πείθεται να υποκύψη εις τας επιθυμίας μου, παραδίδω εις χείρας σου, ίνα κατορθώσης ώστε με κολακείας ή και με απειλάς να κλίνη εις το θέλημά μου. Και εάν μοι κάμης ταύτην την χάριν, θέλω σε ανταμείψει καθώς πρέπει.
Τη Ζ΄ (7η) Ιουνίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΘΕΟΔΟΤΟΥ του εν Αγκύρα.
Θεόδοτος ο άγιος Ιερομάρτυς διέμενεν εν Αγκύρα της Γαλατίας. Διαβληθείς δε εις τον ηγεμόνα Θεότεκνον, ότι εξαγαγών εκ της λίμνης τα σώματα των αγίων Παρθένων, τα οποία ερρίφθησαν εντός αυτής, έθαψεν αυτά, ωδηγήθη ενώπιόν του. Και επειδή είπε παρρησία ότι αυτός μεν είναι ιδιώτης και ταπεινός, ως προς την πίστιν όμως και την ομολογίαν του Χριστού είναι ανώτερος και ισχυρότερος των κοσμικών βασιλέων, εδάρη βαναύσως και κατόπιν κρεμασθείς επί ξύλου, εξεσχίσθη εις τας πλευράς. Τέλος απεκεφαλίσθη και ούτως έλαβεν, ο μακάριος, του μαρτυρίου τον στέφανον.
Σάββατο 5 Ιουνίου 2021
Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουνίου, ο άγιος Γελάσιος ξίφει τελειούται.
Γελάσιος, ο μακάριος Μάρτυς του Χριστού, όταν εκινήθη υπό των ειδωλολατρών ο κατά των Χριστιανών διωγμός, εθερμάνθη υπό θείου ζήλου και διαμοιράσας όλα τα υπάρχοντα αυτού εις τους πτωχούς, ενεδύθη λευκόν ιμάτιον και μετέβαινεν εις τους Μάρτυρας του Χριστού. Βλέπων δε αυτούς, ότι ετιμωρούντο δια τον Χριστόν δια πολλών και ποικίλων βασάνων, κατεφίλει τας πληγάς των, εζήτει τας ευχάς των και παρεκίνει αυτούς να σταθώσιν ανδρείοι εις το μαρτύριον. Όθεν, ένεκα τούτου, συνέλαβον αυτόν οι ειδωλολάτραι και ωδήγησαν εις τον άρχοντα. Ανακριθείς δε υπ’ αυτού ο Άγιος Μάρτυς Γελάσιος ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, τα δε είδωλα εκήρυξε κωφά και αναίσθητα. Τότε ο άρχων προς το παρόν κατεφρόνησεν αυτόν ως ευτελή και μηδαμινόν. Κατόπιν όμως έδειρεν αυτόν ολίγον και τελευταίον επρόσταξε και απέκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν. Ούτως έλαβε παρά Κυρίου τον του μαρτυρίου στέφανον.
Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουνίου, μνήμη των Αγίων πέντε παρθένων, Μάρθας, Μαρίας και της συνοδείας αυτών, ήτοι Κυρίας, Βαρερίας και Μαρκίας. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εν τω αγιωτάτω αυτών οίκω, τω όντι εν τοις Βασιλίσκου.
Μάρθα, Μαρία και η συνοδεία αυτών, Κυρία, Βαρερία και Μαρκία, αι Άγιαι πέντε παρθένοι, κατήγοντο εκ της Καισαρείας της Παλαιστίνης. Διδαχθείσαι δε την ευσέβειαν υπό τινος χριστιανού, προσήλθον εις την πίστιν του Χριστού και εδέχθησαν το Άγιον Βάπτισμα. Όθεν έκτοτε εκάθηντο εις μίαν οικίαν και ησύχαζον, διερχόμεναι την ζωήν αυτών εν ευλαβεία πολλή, σχολάζουσαι μεν εις νηστείαν, προσευχήν και αγρυπνίαν, τον Θεόν δε παρακαλούσαι να αφανισθή τελείως από τον κόσμον η πλάνη των ειδώλων και να αναλάμψη η πίστις των χριστιανών εις όλην την οικουμένην. Αλλ’ αν και ήσαν κεκρυμμέναι αι μακάριαι, εμηνύθησαν εις τον άρχοντα της Καισαρείας και ωδηγήθησαν προς αυτόν. Επειδή δε δεν επείσθησαν να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, ετιμωρήθησαν δια δεινών και φρικτών βασάνων, εν μέσω των οποίων ετελειώθησαν και έλαβον τους στεφάνους της αθλήσεως.
Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουνίου, ο Όσιος πατήρ ημών Άτταλος ο θαυματουργός, εν ειρήνη τελειούται.
Άτταλος ο Όσιος, εγκαταλείψας τον κόσμον και τα εν κόσμω, εγένετο Μοναχός και ετέλεσε προθύμως πάσαν άσκησιν, ήτοι νηστείαν, αγρυπνίαν και πάσαν άλλην κακοπάθειαν. Διότι επί δύο και τρεις ημέρας, πολλάκις δε και πέντε, έτρωγε μίαν μόνον φοράν. Δεν εκοιμήθη ποτέ εξηπλωμένος, αλλά καθήμενος ή ιστάμενος ελάμβανεν ολίγον ύπνον όσον να παρηγορή την ασθένειαν της φύσεως. Όθεν δια τους κόπους του τούτους πολλήν χάριν έλαβε παρά Κυρίου και δια της ενεργείας πολλών θαυμάτων επλουτίσθη. Όχι δε μόνον εις τους λογικούς ανθρώπους εδείκνυεν ο αοίδιμος συμπάθειαν άμετρον, αλλά και εις αυτά τα άλογα ζώα. Εν τοιαύταις λοιπόν αρεταίς και θαύμασι διήνυσε την ζωήν αυτού. Ότε δε έμελλε να απέλθη του κόσμου τούτου, παρεκίνησε τους παρευρεθέντας να δώσωσιν αυτώ τον τελευταίον εν Χριστώ ασπασμόν και ούτω παρέδωκε την ψυχήν αυτού εις χείρας Θεού.
Τη ΣΤ΄ (6η) Ιουνίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών Ιλαρίωνος του νέου, Ηγουμένου της Μονής των Δαλμάτων.
Ιλαρίων, ο Όσιος πατήρ ημών, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Νικηφόρου του Πατρικίου εν έτει ωβ΄ (802) και Σταυρακίου, Μιχαήλ Ραγκαβέ και Λέοντος Αρμενίου του εικονομάχου. Κατήγετο δε εκ Καππαδοκίας, πατέρα μεν έχων Πέτρον καλούμενον, μητέρα δε Θεοδοσίαν. Ο πατήρ αυτού ήτο γνωστός εις τον βασιλέα, επειδή αυτός εχορήγει τον άρτον της βασιλικής τραπάζης. Αφού δε ο Όσιος εγεννήθη και απεγαλακτίσθη, εστάλη εις σχολείον δια να μάθη επιμελώς τα ιερά γράμματα. Ότε δε έφθασεν εις την ηλικίαν των είκοσι χρόνων, εγκαταλείψας ευαγγελικώς πατέρα, μητέρα, οικίαν, πλούτον και πάντα τον κόσμον, εγένετο Μοναχός εις το εν Κωνσταντινουπόλει Μοναστήριον, το καλούμενον του Ξηροκηπίου.