Μίλος ο Άγιος Πατήρ ημών εγεννήθη εις κώμην τινά των Περσών και αφού εβαπτίσθη έμαθε τα ιερά γράμματα. Εν ω δε έλελλε να γίνη στρατιώτης του βασιλέως των Περσών, όταν έφθασεν εις ηλικίαν, ημπόδισεν αυτόν από το τοιούτον μία φοβερά και νυκτερινή οπτασία, την οποίαν είδεν. Όθεν έκτοτε επολιτεύετο με παρθενίαν και άσκησιν παρακαλών τον Θεόν και δι’ εαυτόν και δι’ όλον το γένος του. Αφού δε παρήλθον έτη τινά, αφήσας την πατρίδα του, έγινε Μοναχός, και κατοικήσας εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον ο Προφήτης Δανιήλ είδε τας οπτασίας, όταν ήτο εις Βαβυλώνα, εχειροτονήθη Επίσκοπος υπό του Επισκόπου Γενναδίου, του Ομολογητού και Μάρτυρος γενομένου. Αφού λοιπόν εκοπίασεν ο αοίδιμος ελέγχων τους εκεί Χριστιανούς, διότι παρενόμουν με έργα και με λόγους, εδάρη και εδιώχθη υπ’ αυτών. Όθεν γνωρίζων, ότι έμενον αδιόρθωτοι, προεφήτευσε την οργήν του Θεού, ήτις έμελλε να επιπέση εναντίον των και ανεχώρησε.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021
Τη Ι΄ (10η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΟΡΕΣΤΟΥ.
Ορέστης ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σπθ΄ (289) καταγόμενος εκ της εν Καππαδοκία πόλεως των Τυάνων. Επειδή δε ωμολόγει τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, εκρατήθη υπό του ηγεμόνος Μαξίμου και μη πεισθείς να αρνηθή τον Χριστόν, δέρεται με ραβδία τόσον δυνατά, ώστε εκόπησαν τα σπλάγχνα του και εφαίνοντο έξωθεν. Αφού δε εδάρη, εφέρθη εις τον ναόν των ειδώλων. Φυσήσας δε ο Μάρτυς τα είδωλα, ευθύς έπεσον και εγένοντο ως κόνις· έπειτα ερρίφθη εις την φυλακήν. Και μετά επτά ημέρας παρασταθείς εις το κριτήριον του ανωτέρω ηγεμόνος, επειδή πάλιν εβιάζετο να θυσιάση εις τα είδωλα και δεν επείσθη, ετρυπήθη από τους αστραγάλους με καρφία μακρά και εδέθη με αλυσίδας από ένα άγριον ίππον, ο οποίος διωκόμενος και τρέχων με βίαν πολλήν έως είκοσι μιλίων διάστημα, έκαμε τον του Χριστού Αθλητήν να παραδώση το πνεύμα του εις χείρας Θεού.
Τη Ι΄ (10η) Νοεμβρίου, μνήμη των Αγίων πέντε Αποστόλων εκ των Εβδομήκοντα, ΟΛΥΜΠΑ, ΡΟΔΙΩΝΟΣ, ΕΡΑΣΤΟΥ, ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΥ και ΚΟΥΑΡΤΟΥ.
Ολυμπάς, Ροδίων, Έραστος, Σωσίπατρος και Κούαρτος οι Άγιοι Απόστολοι είναι εκ των Εβδομήκοντα και ο μεν Άγιος Απόστολος Ολυμπάς, περί του οποίου γράφει ο θείος Απόστολος Παύλος εν τη προς Ρωμαίους Επιστολή· «Ασπάσασθε Ολυμπάν» (Ρωμ. ιστ: 15) και ο Ροδίων ακολουθούντες τον Απόστολον Πέτρον αμφότεροι απεκεφαλίσθησαν εν τη Ρώμη υπό Νέρωνος του βασιλεύσαντος εν έτει νδ΄ (54). Ο δε Σωσίπατρος, περί του οποίου γράφει ο Παύλος εν τη προς Ρωμαίους Επιστολή· «Ασπάζονται υμάς Ιάσων και Σωσίπατρος οι συγγενείς μου» (Ρωμ. ιστ:21), χρηματίσας Επίσκοπος Ικονίου εν ειρήνη ανεπαύθη. Ο δε Έραστος, περί του οποίου γράφει ο αυτός Παύλος εν τη αυτή Επιστολή· «Ασπάζεται υμάς Έραστος ο οικονόμος της πόλεως» (Ρωμ. ιστ: 21) γενόμενος οικονόμος της εν Ιεροσολύμοις Εκκλησίας και μετά ταύτα χρηματίσας Επίσκοπος Νεάδος (ή Πανεάδος), εν ειρήνη ετελειώθη. Ο δε Κούαρτος περί του οποίου γράφει ο αυτός Παύλος· «Ασπάζεται υμάς Κούαρτος ο αδελφός» (αυτόθι), έγινεν Επίσκοπος Βηρυττού και πολλούς πειρασμούς δια την ευσέβειαν υπομείνας και πολλούς Έλληνας υποστρέψας προς Κύριον, ανεπαύσατο εν ειρήνη.
Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021
Τη Θ΄ (9η) Νοεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ Μητροπολίτου Πενταπόλεως της εν Αιγύπτω και κτίτορος της εν Αιγίνη Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος, των Μοναζουσών, κοιμηθέντος οσίως κατά το έτος 1920.
Δεν θα παύση η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία να αναδεικνύη Αγίους έως της συντελείας του αιώνος. Και τούτο είναι αναντίρρητος απόδειξις της εν αυτή τεθησαυρισμένης δογματικής αληθείας και των λοιπών αγίων παραδόσεων, τας οποίας κρατεί και διατηρεί ανοθεύτους και αναλλοιώτους, καθώς τας παρέλαβεν, ως πολύτιμον παρακαταθήκην και πηγήν ύδατος ζώντος, «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», κατά την του Ευαγγελίου φωνήν, δια του οποίου ποτίζει και δροσίζει τα ευσεβή αυτής τέκνα. Καυχάται λοιπόν η Αγία του Χριστού Εκκλησία δια τους εν αυτή Αγίους του Θεού, τους πάλαι διαλάμψαντας, και χαίρει και σεμνύνεται εις τα κατορθώματα και εις το πλήθος των αρετών και των παραδόξων θαυμάτων αυτών, αλλά πολύ περισσότερον σκιρτά και χορεύει εν Πνεύματι Αγίω, και αγαλλιάται αγαλλίασιν αγίαν, δια τους νεοφανείς Αγίους, τους εσχάτως εν ταις πονηραίς ταύταις ημέραις διαλάμψαντας, και δια της εναρέτου αυτών ζωής, και του πλούτου των αρετών και των ποικίλων θαυμάτων τον Θεόν δοξάσαντας, και το ουράνιον κύρος της Ορθοδόξου πίστεως άπαξ έτι σφραγίσαντας.
Τη Θ΄ (9η) Νοεμβρίου, οι Όσιοι και Θεοφόροι Πατέρες ημών ΕΥΘΥΜΙΟΣ και ΝΕΟΦΥΤΟΣ, οι κτίτορες της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής του Δοχειαρίου, εν ειρήνη τελειούνται.
Ευθύμιος ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο θείος μεν κατά σάρκα, Πατήρ δε κατά πνεύμα, του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Νεοφύτου του κτίτορος της Μονής Δοχειαρίου. Ούτος λοιπόν εκ της Κωνσταντινουπόλεως καταγόμενος ήτο γνώριμος και φίλος του Αγίου Αθανασίου του της Μεγίστης Λαύρας πρώτου. Οικοδομήσας δε πρότερον Μονύδριον επ’ ονόματι του Μεγάλου Νικολάου, εις τόπον καλούμενον Δάφνη, εκεί ειργάζετο το μέλι της αρετής και της ησυχίας, με άλλους ομού αδελφούς. Επειδή όμως ήλθον Σαρακηνοί εις το Όρος και άλλα μεν πράγματα του Μονυδρίου διήρπασαν, άλλα δε κατηδάφισαν, ο Όσιος μόλις και μετά βίας ελυτρώθη της μαχαίρας εκείνων, κρυφθείς μετά των αδελφών εις τον λόγγον.
Τη Θ΄ (9η) Νοεμβρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΙΩΑΝΝΗΣ, ο δια το βραχύ της ηλικίας (αναστήματος) ονομασθείς Κολοβός, εν ειρήνη τελειούται.
Ιωάννης ο Όσιος ούτος ήτο εις την έρημον με τους άλλους Αναχωρητάς και είχε Γέροντα Θηβαίον πολύ ενάρετον, όστις τον εδίδασκε καθ’ εκάστην και τον συνεβούλευε να αγωνίζεται και να κοπιά εις την νεότητα χωρίς αμέλειαν, δια να απολαύση πλουσίαν αντιμισθίαν εις την ουράνιον Βασιλείαν και τόσον εφύλαττε τας παραγγελίας του Γέροντός του, ως γνωστικός και υπήκοος, ώστε έγινεν εναρετώτερος του Γέροντος, διότι, ό,τι και αν τον επρόσταζε, το έκαμνε χαίρων χωρίς ουδόλως να εξετάζη, εάν ήτο καλόν το προστασσόμενον.
Τη Θ΄ (9η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΝΤΩΝΙΟΥ.
Αντώνιος ο Άγιος Μάρτυς ήτο από την χώραν των Σύρων, λιθοξόος την τέχνην. Βλέπων δε τους Έλληνας συνεβούλευσεν αυτούς να αφήσωσι την πλάνην ταύτην. Επειδή όμως δεν εισηκούετο, ανεχώρησεν εις έρημον τόπον, ένθα εύρεν Αναχωρητήν τινα και δούλον του Θεού, Τιμόθεον ονομαζόμενον, και μετ’ αυτού συνέζησε τρία έτη. Έπειτα λαβών τας ευχάς του, κατέβη πάλιν εις το χωρίον του, εις το οποίον κατώκει ο πεπλανημένος εκείνος λαός των Ελλήνων. Ευρών λοιπόν αυτούς εορτάζοντας τους δαίμονας, εισήλθεν εντός του ναού των και κατέθραυσεν όλα τα είδωλα· διο και συλληφθείς υπ’ αυτών εδάρη δυνατά. Έπειτα επήγεν εις την Απάμειαν της Συρίας και παρακαλέσας τον Επίσκοπον, ονόματι Όσιον, έλαβε από αυτόν εξουσίαν να κτίση Ναόν εις το όνομα της Αγίας Τριάδος. Όταν λοιπόν ήρχισε την οικοδομήν, έμαθον τούτο οι ομοχώριοί του Έλληνες, οίτινες ελθόντες δια νυκτός με ξύλα ασπλάγχνος αυτόν εθανάτωσαν και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.