Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Το Πάθος και η Ανάστασις εις την ζωήν μας --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.


Είναι παράδοσι αρχαία στην Ορθόδοξη Εκκλησία το χρυσόδετο Ευαγγέλιο, που βρίσκεται πάνω στην αγία Τράπεζα και μέσα από το οποίο αναγιγνώσκονται οι ευαγγελικές περικοπές, να εικονίζη στη μία όψι τη Σταύρωσι και στην άλλη την Ανάστασι. Συμβολίζεται έτσι πολύ πρακτικά η θεμελιακή αλήθεια της πίστεώς μας ότι το πάθος και η ανάστασι του Χριστού συναποτελούν ένα και το αυτό γεγονός. Αυτό το γεγονός μαρτυρεί η Καινή Διαθήκη και αυτό συνιστά την αρραγή βάσι της Εκκλησίας. Πέρα, όμως, από τη θεολογική ερμηνεία, το πάθος και η ανάστασι του Χριστού έχουν κοινωνικές προβολές ενδιαφέρουσες και επιπτώσεις καταπλητικές στην καθημερινή μας ζωή, όπου η λύπη και η χαρά, η οδύνη και η κάθε είδους ηδονή συνυφαίνουν την κάθε μέρα μας. Πνίγεται ο άνθρωπος σήμερα μέσα στα προβλήματα, που ο ίδιος δημιούργησε. Μεθυσμένος από την πληθώρα των υλικών αγαθών, που εξασφάλισε στον εαυτό του, έκανε το έγκλημα να στραγγαλίση την ψυχή του, αφού της στέρησε τη ζωογόνο πίστι στον Δημιουργό της, τη ζωοδότρια δύναμι της αναστάσεως του Χριστού. Αιφνιδιασμένος από το μεγάλο κακό, που έκανε στον εαυτό του, μόλις διαπίστωσε ότι η ύλη δεν μπορεί να χορτάση το είνε του, έσπευσε να γεμίση το κενό με τη λεγόμενη πνευματική κίνησι και καλλιέργεια, με την κουλτούρα. Μα έπεσε από τη Σκύλλα στη Χάρυβδι, διότι χωρίς το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να υπάρξη αληθινή πνευματική ζωή. Πώς να χορτάση η κουλτούρα την ψυχή, όταν μ΄ όλα τα φαντασμαγορικά κατορθώματά της δεν εξαϋλώνει την ύλη, αλλά την θεοποιεί; Κι έγινε έτσι βαθύτερο το κενό κι έσφιξε πιο ασφυκτικά ο κλοιός, που πνίγει τον ταλαίπωρο άνθρωπο. Απελπισμένος κι ακόμη πιο τραγικός μετά την αποτυχία του αυτή στρέφεται τώρα στα μονοπάτια των ναρκωτικών, που του υπόσχονται ψεύτικους παραδείσους, ζητά ν΄ αναπαύση την αγωνία του, για το μέλλον στους μυστικιστικούς γρίφους των ανατολικών θρησκειών, να κορέση την περιέργειά του, για τα μετά θάνατον στα μυστηριώδη επινοήματα του πνευματισμού ή ρίχνεται απερίσκεπτα στην άβυσσο του σατανισμού, που του εξασφαλίζει την επικουρία των σατανικών πνευματικών δυνάμεων. Αρνήθηκε την κοινωνία του με τον Θεό και κατήντησε να έχη μυστηριακή κοινωνία με τον ίδιο το διάβολο! Εκείνο, που κάνει τους περισσοτέρους ν΄ απορρίπτουν από τη ζωή τους τον Χριστό δεν είνε η πεποίθησι ότι η Ανάστασι είνε μία ουτοπία. Είνε κυρίως η συνειδητοποίησι της αλήθειας ότι, για να φθάση κανείς στην Ανάστασι πρέπει πρώτα να περάση από τον Γολγοθά και το Σταυρό του Κυρίου. Και αυτό η σημερινή κοινωνία του ευδαιμονισμού και της καλοπέρασης δεν το ανέχεται. Ονειρεύεται τη ζωή άλυπη κι ατέλειωτη και παραδίδεται άνευ όρων σ΄ όποιον της υποσχεθή ότι από δω και πέρα δεν θα υποφέρη. Ξέχασε η κοινωνία μας πως η ζωή μας πάνω σ΄ αυτή τη γη υφαίνεται με τον πόνο και τη χαρά. Πασχίζει να ξεχωρίση αυτά τα δύο και δεν αντιλαμβάνεται ότι έτσι μαδά την ίδια την ψυχή της, σαλεύει την ισορροπία της. Το πάθος και η ανάστασι του Χριστού, είτε το θέλουμε είτε όχι, επηρεάζει άμεσα όχι μόνο τη ζωή της κοινωνίας, αλλά και την προσωπική μας ζωή. Είνε αλήθεια ότι τίποτε δεν φοβόμαστε τόσο όσο τη χαρά και την ευτυχία. Είνε, όμως, άλλο τόσον αλήθεια ότι από τότε, που ο Χριστός έπαθε και νίκησε τον πόνο, πέθανε και νίκησε το θάνατο, χάρισε σε μας μία άλλη δυνατότητα, ένα άλλο πρίσμα μέσα από το οποίο και ο μεγαλύτερος πόνος και η πιο αβάσταχτη θλίψι μας φαίνονται μικρά κι ασήμαντα. Είνε ο σταυρός και η ανάστασι του Χριστού. Υποφέρεις; Αδικείσαι; Δυστυχείς; Ποτέ σαν τον Χριστό, τον εσταυρωμένο ατιμωτικά κι ανένοχα. Είσαι αιχμάλωτος, εγκαταλελειμμένος, μόνος; Ποτέ σαν τον Χριστό, τον κεντούμενο από εχθρικά ανόσια βλέμματα. Αν σηκώσης τα μάτια σου και κοιτάξης μέσα από τον προσωπικό σου πόνο τον πόνο του Αθώου, εφ΄ όσον δεν πέτρωσε την καρδιά σου η αδιαφορία της συνήθειας, θα νιώσης να ξεχνάς το δράμα σου και – κάτι ακόμη περισσότερο – θα ντραπής για τον γογγυσμό σου. Είνε θαυμαστό το πόσο μικραίνει ο πόνος σαν τον δης και τον ζήσης μέσα από το πρίσμα του Σταυρού. Εδώ θα μπορούσε να πη κανείς ότι έχουμε μία αντίστροφη αναλογία. Όσο περισσότερο ζης το σταυρό του Χριστού, τόσο μικρότερα σου φαίνονται τα δικά σου, είτε πόνος είνε είτε θλίψι. Και παρ΄ όλο, που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης λογικής, δεν είνε καθόλου υπερβολή να πούμε ότι κάτω από τον σταυρό του Χριστού γλυκαίνουν οι πίκρες, ημερώνουν οι πόνοι κι ελαφρώνουν τα βάρη. Θαυμαστότερο, όμως, γίνεται το πράγμα στην άλλη περίπτωσι, που τα ποσά είναι ευθέως ανάλογα. Χαρά μεγαλύτερη από τη χαρά του Χριστού δεν υπάρχει. Η ανάστασί Του υπερκοντίζει κάθε ανθρώπινο βεληνεκές και γεννά χαρά ανεκλάλητη και δεδοξασμένη σ΄ αυτούς που τη ζουν. Καμμία χαρά ανθρώπινη δεν μπορεί να συγκριθή με τη χαρά την αναστάσιμη. Είνε, όμως, απαραίτητο να ζήσης την Ανάστασι, για να χαρής τη χαρά της. Να αισθανθής ότι πυρώνει την καρδιά σου το αίμα του αναστημένου Κυρίου, για να μπορέσης να τραγουδήσης το τραγούδι της νίκης. Νίκη στη φθορά και νίκη στον πόνο. Χαρά σ΄ αυτόν που πιστεύει! Κατέχει το μυστικό, που μετασχηματίζει και τη φρικτότερη θλίψι σε χαρά και τη βαρύτερη οδύνη σε ηδονή. Κι ενώ για κείνους που ζουν μακριά από τον Χριστό, η πρόσκαιρη και απατηλή αυτή ζωή φαρμακώνει με τη στυφή γεύσι της πίκρας και την πιο μεγάλη τους χαρά και σταλάζει οδύνη στην ηδονή, για τον πιστό ο πόνος γίνεται διακονία και ιερουργία. Ανάγεται σε υψηλή αποστολή, διότι είνε συμμετοχή και κοινωνία στο πάθος του Κυρίου και καταλήγει στη δόξα της αναστάσεώς Του· «είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν» (Ρωμ. 8: 17). «Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω», ομολογούμε στην αναστάσιμη προσευχή. Αυτή η χαρά, που πηγάζει από το σταυρό, από την εμπειρία της σταυρώσεως και συναναστάσεώς μας με τον Κύριο, κάνει και τις πιο μικρές κι ασήμαντες χαρές μας να παίρνουν άλλη διάστασι. Όσο περισσότερο, δηλαδή, συμμετέχουμε στη χαρά της αναστάσεως του Χριστού με τη δική μας ανάστασι από τα πάθη και τη φθορά της αμαρτίας, τόσο μεγαλύτερες γίνονται και οι καθημερινές μικροχαρές μας. Ζητιάνος της χαράς ο άνθρωπος σήμερα την ζητά με έμφασι και έντασι παντού. Οι πιο μεγάλοι καρτερούν αποκαμωμένοι μία αναλαμπή της μέσα στη σκληρή ζωή, που τους έμαθε την απογοήτευσι. Οι πιο νέοι τρυγούν διψασμένοι κάθε υπόνοια χαράς, όσο φθηνά κι αν τους προσφέρεται, για να στραφούν αηδιασμένοι σε νέα αναζήτησι. Πόσο φρικτό είνε ν΄ αργοπεθαίνης χωρίς ελπίδα, δίχως χαρά! Κι όμως, από το Γολγοθά κι από το άδειο μνήμα του Χριστού ξεπηδά και η ελπίδα και η χαρά. Μια ελπίδα, που δεν έχει καμμία σχέσι με την αφηρημένη προσδοκία, αλλά είνε η συγκεκριμένη απόλαυσι, η γεύσι των ουρανίων αγαθών από τώρα. Και μια χαρά, που δεν έχει καμμία σχέσι με την απατηλή ηδονή, αλλά είνε ο καρπός της συμφιλιώσεώς μας και μας αδελφώνει με το συνάνθρωπό μας. Η πίστη δεν είνε ουτοπία. Είνε ο ίδιος ο αναστημένος Χριστός, «η ελπίς ημών και η χαρά», όπως τον ψαύουμε και τον γευόμαστε μέσα στην Εκκλησία Του.


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης:

…Λυπούμαστε μόνον, γιατί πρώτοι ανάμεσα σ΄ αυτούς τους ανθρώπους (τους αρχιερείς), φύλακες άγρυπνοι της Ορθοδόξου πίστεως με πνεύμα θυσίας, έπρεπε να είναι εξ ορισμού, ex officio, εκ θείας εντολής και εκ καθήκοντος, όχι δύο ή τρεις επίσκοποι μεταξύ των ογδόντα, αλλά αντίστροφα ογδόντα στους ογδόντα και εμείς να τους ακολουθούμε. Είναι δυνατόν να εννοηθεί επίσκοπος, που αρνείται ή που αδιαφορεί να υποστηρίξει και να στηρίξει την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, να σκέπτεται και να ενεργεί διαφορετικά, ως προς τους αιρετικούς, από τους Αποστόλους και τους Αγίους Πατέρες; Το γράφουμε, για μια ακόμη φορά η αποστολική διαδοχή και η νομιμοποίηση ενός επισκόπου δεν διασφαλίζονται μόνον από την κανονικότητα και χρονική συνέχεια της ιερωσύνης, αλλά από την συνέχιση της αληθείας και της παραδόσεως. Οι άγιοι ιεράρχες εξυμνούνται και τιμώνται όχι μόνον ως διάδοχοι των θρόνων, αλλά και ως διάδοχοι των τρόπων. «Και θρόνων μέτοχος και τρόπων διάδοχος των Αποστόλων γενόμενος». Δυστυχώς, πολλοί από τους αρχιερείς επαναπαύονται στη δόξα και τις ανέσεις των θρόνων και αδιαφορούν, για την μίμηση των τρόπων, της συμπεριφοράς των Αποστόλων και των Αγίων. 

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Μία Επισήμανσις --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Στις μέρες μας, που, όπως το διαπιστώνουμε, καταργούνται τα αυτονόητα και αμφισβητούνται τα αυθεντικά, δεν είναι ίσως άνευ σημασίας η επισήμανση, που επιχειρεί το παρόν σημείωμα. Πολλοί από μας, μεθυσμένοι από την αχανή αίσθηση του παγκοσμίου, υποτιμούμε και ίσως κάποτε περιφρονούμε και τσαλαπατούμε την σαφώς ορισμένη έννοια της περιορισμένης πατρίδας. Και άλλοτε πάλι, τρομοκρατημένοι από την ισοπεδωτική ορμή της παγκοσμιοποίησης επιζητούμε μία ένοχη περιχαράκωση στα στεγανά της πατρίδας, που την εκφυλίζουμε σε αντικείμενο του εθνικιστικού μας οίστρου. Κι όμως, ανάμεσα σ΄ αυτά τα δύο υπάρχει η χρυσή τομή, η μέση οδός, που επιτρέπει την αξιοπρεπή παρουσία μας στην ευρωπαϊκή και στη παγκόσμια κοινότητα και την αρμονική συμπόρευσή μας με τα άλλα έθνη, χωρίς το υποχρεωτικό γδύσιμό μας από την εθνική μας ταυτότητα. Καταρχήν, ως χριστιανοί δεν λησμονούμε ότι «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν» (Εβρ. 13: 14), διότι «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. 3: 20). Όσο, όμως, βρισκόμαστε σ΄ αυτή τη γη, «πάροικοι και παρεπίδημοι» (Α΄ Πέτρ. 2: 11) αγαπούμε και πονούμε τον τόπο, που μας φιλοξενεί. Βεβαίως, ο λόγος του Θεού διδάσκει ότι «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμ. 23: 1). Και συμφωνεί μ΄ αυτό, έστω και ανεπίγνωστα, το καθάριο πνεύμα των Ελλήνων προγόνων μας, που διακήρυτταν ότι «πάσα γη πατρίς». Συγχρόνως, όμως, οι πρόγονοί μας από τα χρόνια του Ομήρου ακόμη αναγνώριζαν έναν «οιωνό» (=σημάδι) άριστο, το «αμύνεσθαι περί πάτρης» (=την υπεράσπιση της πατρίδας) και προέτασσαν οποιουδήποτε άλλου δεσμού το καθήκον προς την πατρίδα. «Φιλώ (=αγαπώ) τέκνα αλλ΄ εμήν πατρίδα μάλλον φιλώ», γράφει ο Πλούταρχος. Ο λόγος του Θεού, όπως τον αποκαλύπτει στους αρχαίους Αθηναίους ο απόστολος Παύλος, διευκρινίζει ότι ο Δημιουργός του ανθρώπινου γένους όρισε «παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης, ορίσας προστεταγμένους καιρούς και τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών» (Πράξ. 17: 26). Όρισε, δηλαδή, ο Θεός να ΄χει κάθε λαός την πατρίδα του, να την αγαπά, να την νοιάζεται, να την υπερασπίζεται. Και παράλληλα να αναγνωρίζει στους άλλους το δικαίωμα να αγαπούν, να νοιάζονται, να υπερασπίζονται τις δικές τους πατρίδες. Εξάλλου, ο Θεάνθρωπος Κύριος κατά την επί γης ζωή του με τρυφερότητα και στοργή απευθύνεται στην πατρίδα του την Ιερουσαλήμ, για να της θυμίσει την ιδιαίτερη μέριμνά Του, για την σωτηρία της· «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτέννουσα τους προφήτας… ποσάκις ηθέλησα επισυνάξαι τα τέκνα σου ον τρόπον όρνις την εαυτής νοσσιάν υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε!» (Λουκ. 13: 34). Η αγάπη του καθενός προς την πατρίδα του, δεν τον εμποδίζει ν΄ αγαπά όλες τις πατρίδες, να θέλει όλων την προκοπή και την ευημερία. Ίσα-ίσα, αυτή η αγάπη τίθεται ως μέτρο συγκρίσεως για την αγάπη και τον σεβασμό προς τις άλλες πατρίδες. Τα διεθνιστικά κηρύγματα, όσο κι αν εντυπωσιάζουν, δεν προσφέρουν τα εχέγγυα της ειλικρίνειας και της αγάπης. Είμαστε ήδη – και το δηλώνουμε – μέλη της Ενωμένης Ευρώπης. Δεν αρνούμαστε την συνεισφορά μας στην παγκόσμια κοινότητα. Μεγάλο και άγιο πράγμα η ένωση, ει δυνατόν, του κόσμου. Ποίος την αρνείται; Αλλά, όπως μέσα στο σύνολο, δεν χάνεις την αίσθηση της οντότητας και προσωπικότητάς σου, όπως η κοινή πατρίδα, δεν αντικαθιστά την ιδιαίτερη, την δική σου οικογένεια, έτσι μέσα στο παγκόσμιο σύνολο, ο καθένας δικαιούται και οφείλει να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα. Να το κάνει, όμως, αυτό με την αξιοπρέπεια και ευγένεια του πατριωτισμού, που υποβάλλει την θυσία των προσωπικών συμφερόντων. Όχι με τον σωβινισμό και την βιαιότητα του εθνικισμού, που εξοντώνει τους άλλους χάριν της πατρίδος, δήθεν. Στο αναπεπταμένο πεδίο της Ευρώπης και του κόσμου έχουμε χρέος οι σημερινοί Έλληνες να προχωρούμε ανεπιφύλακτα μπροστά, χωρίς, όμως, να διαγράψουμε τα πίσω. Διότι εκεί, στο παρελθόν του γένους μας βρίσκονται οι ρίζες, η πηγή της δύναμης, για να πάμε μπροστά. Η μνήμη της παλιγγενεσίας μας το μήνα αυτό μας υπενθυμίζει την ευθύνη: Να μη σβήσουμε τα ιδανικά, για τα οποία αγωνίσθηκαν οι πατέρες μας. Να μη απεμπολήσουμε την πίστη στον Θεό, που εκείνοι μας κληροδότησαν. «Όταν επήραμε τα όπλα», εξομολογείται ο Κολοκοτρώνης «είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως κι έπειτα υπέρ πατρίδος». Αυτή η ιεράρχηση των αξιών μέσα τους ήταν η πηγή της αισιοδοξίας και της εμπιστοσύνης τους ότι «ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία μας και την υπογραφή του δεν την παίρνει πίσω». Έχουμε αυτήν την πίστη; Είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να συνεισφέρουμε για το καλό της Ευρώπης και του κόσμου.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

«Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία»

Στα θέματα της πίστεως και της αγιοπνευματικής εκκλησιαστικής διοργανώσεως ουδεμία αξία ή σημασία έχουν αποφάσεις, που λαμβάνονται κατά πλειονοψηφία ή ακόμη και παμψηφία, εάν έρχωνται σε αντίθεση και σύγκρουση με τα δόγματα και τους κανόνες της Εκκλησίας. Στις περιπτώσεις αυτές έχει απόλυτη εφαρμογή η αρχή: «Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία».  Με βάση την αρχή αυτή διασφαλίσθηκε η Ορθοδοξία δια μέσου των αιώνων και συνετρίβησαν οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Αρκεί να θυμηθούμε τι συνέβη κατά την επί δεκαετίες κυριαρχία των Αρειανών κατά τον Δ’ αιώνα, ότε η πλειονοψηφία ή και η παμψηφία πολυαρίθμων Συνόδων, που αποδείχθηκαν ληστρικές ή ψευδοσύνοδοι, ετάχθησαν υπέρ της αιρέσεως του Αρείου και εναντίον της Ορθοδοξίας. Οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας όχι μόνο δεν υπετάχθησαν στις αποφάσεις αυτές των ψευδοσυνόδων, αλλά όρθωσαν το ανάστημά τους επί των επάλξεων της Ορθοδοξίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος. Είναι ίσως η συγκλονιστικώτερη περίπτωση στην εκκλησιαστική ιστορία, που επιβεβαιώθηκε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, ότι «Ο εις και η Αλήθεια αποτελούν την πλειοψηφία». Εάν ο Μέγας Αθανάσιος συνεμορφώνετο με την αρχή της πλειονοψηφίας και υπετάσσετο εις τις αντικανονικές και αντορθόδοξες αποφάσεις της, θα επρόδιδε την ιδιότητά του, ως αληθινού ορθοδόξου Ιεράρχου και Επισκόπου, που έχει σαν ύψιστη αποστολή την προάσπιση μέχρι θανάτου της εμπιστευθείσης σε κάθε αληθινό επίσκοπο Ιεράς Παρακαταθήκης, της αποκαλυφθείσης από τον Εσταυρωμένο Θεό της Αγάπης, Αληθείας και τότε αντί της Κυριακής της Ορθοδοξίας θα εορτάζετο ο θρίαμβος της Αιρέσεως και στη θέση του Μεγάλου Αθανασίου θα δοξολογείτο ο Άρειος!

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

«Εμίσησα Εκκλησίαν Πονηρευομένων»

Το στυγερώτερον έγκλημα εις βάρος της αγίας μας Ορθοδοξίας είναι η ανοχή των Αιρέσεων και των Αιρετικών. Ασεβέστατα κηρύσσονται από Ορθοδόξους (;) ποιμένας αιρέσεις φοβεραί, και ανεμπόδιστα κινούνται Αιρεσιόφρονες Ποιμένες (;) μεταξύ της Ποίμνης του Χριστού! Έπαυσε, φαίνεται, εις ωρισμένους να λειτουργή το αισθητήριον της Ορθοδοξίας και η Εκκλησιαστική συνείδησις  έχει επικινδύνως αμβλυνθή, ώστε να μη διακρίνωνται τα Αγιοπνευματοχάρακτα σύνορα της Ορθοδοξίας από την πλάνην και την Αίρεσιν. Ποίοι άραγε ευθύνονται δια την τραγικήν αυτήν ψυχικήν τύφλωσιν; Κατ΄ αρχήν όλοι· προ παντός όμως οι Ποιμένες!  «Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου, εμόλυναν την μερίδα μου…» (Ιερ. 12, 10), θρηνωδεί ο προφήτης Ιερεμίας· και προσθέτει: «Ω οι ποιμένες (…) Υμείς διεσκορπίσατε τα πρόβατά μου και εξώσατε αυτά…» (Ιερ. 23, 1-3).  Δυστυχώς Πατριάρχαι, Αρχιερείς, Επίσκοποι, Ηγούμενοι, με έναν λόγον Ποιμένες εμολύνθησαν από τον Οικουμενισμόν, ώστε να έχουν συνηθίσει εις τας Οικουμενιστικάς βλασφημίας και να μη ενοχλούνται από τα κηρύγματα των Αιρέσεων, δια των οποίων βάλλεται, εξοντωτικώς η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία. Φαίνεται, ότι εις την εποχήν του Υλιστικού Ευδαιμονισμού δεν θεωρείται πλέον υπέρτατος σκοπός της Εκκλησίας η αγιότης, αλλά η κοσμική σκοπιμότης.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Ο Όσιος Υπάτιος : Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του, δεν είναι πια επίσκοπος.

Ένας από αυτούς που διέκοψαν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν του Νεστορίου μόλις αυτός άρχισε να διακηρύττη την αίρεσιν του, ήταν και ο όσιος πατήρ ημών Υπάτιος που εορτάζει την 17ην  Ιουνίου. Αναφέρει η βιογραφία του: «Όταν πληροφορήθηκε ο όσιος τα αιρετικά φρονήματα του Νεστορίου, αμέσως έσβησε το όνομά του από τα δίπτυχα δια να μη μνημονεύεται εις τις Λειτουργίες. Ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ευλάλιος είπε προς τον Υπάτιον: Γιατί έσβεσες το όναμά του πριν να ιδής τι θα γίνη; Ο όσιος απάντησε: Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του, δεν είναι πια επίσκοπος». Τότε ο Ευλάλιος του είπε με οργή: «Πήγαινε και διόρθωσε αυτό που έκανες, διότι μπορώ και να σε τιμωρήσω». Και ο Υπάτιος αποκρίθηκε: «Ό,τι θέλεις κάμε, διότι εγώ απεφάσισα τα πάντα να πάθω και με αυτήν την απόφασιν το έκανα αυτό».

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.
Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.
Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολὺ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τὸν ἴδιο χρόνο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ τὰ 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τὴν ἐπαρχία του, μετέβη στὴ Θηβαΐδα, τὴν Πεντάπολη, τὴν Κάτω Αἴγυπτο γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τὸ ὁποῖο τὸν ὑποδεχόταν παντοῦ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στὶς διάφορες πόλεις ἄξιους καὶ ἱκανοὺς Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.
Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλὲς ταραχὲς καὶ ὀχλήσεις στὸν Ἅγιο, τὸν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορὲς καὶ διῆλθε περισσότερα ἀπὸ δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ἀρειανοὺς ἐνώπιον Συνόδων καὶ καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καὶ στερήσεις, εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συνεργάτες του νὰ ὑποκύπτουν στὶς πιέσεις καὶ τὴν βία τῶν Ἀρειανῶν καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νὰ ὑπογράψει ἀρειανικὸ ὅρο πίστεως, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χριστιανικὸς κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Ἅγιο, ἀλλὰ αὐτὸς ποτὲ δὲν κάμφθηκε καὶ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀλήθεια.
Ἀφορμὴ γιὰ τὶς διώξεις κατὰ τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νὰ ἀποκαταστήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τὸν ὑπὸ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικὰ ὡς ἀποδεχόμενος τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.  Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία ὑπέβαλε τὸ 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στὴν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νὰ ἀναφέρει τὶς ἀρειανικὲς ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τὴν ἀπάτη καὶ τὸ δόλο τοῦ Ἀρείου καὶ ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ δεχθεῖ σὲ κοινωνία τὸν Ἄρειο παρὰ τὴ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νὰ ὀργανώνουν συστηματικὰ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καὶ τιμοῦσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ θάρρος του, παρασύρθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καὶ διέταξε τὴ σύγκλιση Συνόδου στὴν Καισάρεια, τὸ 335 μ.Χ., μὲ σκοπὸ τὴν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικὰ συγκλήθηκε στὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοὶ Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταθοῦν παρὰ τὰ ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τὴν τήρηση τῆς τάξεως καὶ τῆς εἰρήνης, τὸν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ ἀκρόαση καὶ διέταξε τὴν ἐξορία του στὴ Γαλατία. Ἐπανῆλθε στὴν ἕδρα του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στὶς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλὴν ὅμως καὶ πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τὶς κατ’ αὐτοῦ διαβολὲς καὶ συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 339 μ.Χ στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανικὴ Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τὸν καθαίρεσε καὶ ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τὸν Εὐσέβιο τὸν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή, τὸν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια διὰ τῆς βίας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴ Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καὶ ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τὸν δέχθηκαν ὅλοι μὲ τιμὴ καὶ ἀναγνώρισαν τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τὸ ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν κήρυξε ἀθῶο ἀπὸ ὅλες τὶς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του.
Ὅταν τὸ 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτὸς θριαμβευτικὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ μόνο γιὰ λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στὴν ἕδρα του, διότι μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τὸ ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθεὶς σὲ νέες διαβολὲς καὶ πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν τὴν νύκτα τῆς 9ηςΦεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μὲ πλῆθος πιστῶν στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στὴν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τὶς κινήσεις καὶ ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καὶ στηρίζοντας τοὺς κλονιζόμενους Χριστιανούς.
Τέλος, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ νὰ συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμὸ στὴν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Οἱ διωγμοὶ συνεχίστηκαν καὶ ἐπὶ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ποὺ ἐξόρισε τὸν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀνακαλέσει τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὴν ἐξορία.
Ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρὸς αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ διαισθάνθηκε καὶ ἀντιλήφθηκε ἄριστα τὶς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπὶ μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στὴ σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περὶ τὴν μία ἐπὶ μέρους ἀλήθεια, νὰ συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τὴν ἀνατροπὴ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τὴν δημιουργία αἱρέσεως.
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος καὶ μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά του νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.