Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ

«Όλην εισδεξάμενοι, την νοητήν λαμπηδόνα, του αγίου Πνεύματος, το υπερφυέστατον, χρησμολόγημα, τω βραχεί ρήματι, και πολλή συνέσει, θεοπνεύστως απεφθέγξαντο… άνωθεν λαβόντες, την τούτων αποκάλυψιν…»


Ευαγγέλιον και Πατέρες είναι η αδιάστατος πνευματική συζυγία, η οποία συνιστά και θεμελιοί την αγίαν και Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν επί την αρραγή πέτραν της αληθείας. Είναι τόσον στενώς ηνωμέναι αι δύο αυταί έννοιαι, ώστε να μη δύναται να νοηθή το εν άνευ του άλλου, το Ευαγγέλιον δίχως Πατέρας της Εκκλησίας και Πατέρες άνευ Ευαγγελίου. Εντεύθεν, η Εκκλησία του Χριστού θα ηδύνατο προσφυώς να καλήται και Εκκλησία των Πατέρων. Διότι την υπερφυά παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος εντός της Εκκλησίας, δια των Πατέρων εμάθομεν. Την ερμηνείαν του Ευαγγελίου της Χάριτος του Χριστού οι Πατέρες έδωκαν εις τον κόσμον. Τι θα ήτο η Εκκλησία δίχως «τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου», τους «οπλίτας παρατάξεως Κυρίου», τα «όργανα του Αγίου Πνεύματος»; Ίδετε τον κονιορτοποιήσαντα την Εκκλησίαν Προτεσταντισμόν. Καταμάθετε τας αντορθοδόξους καινοτομίας, τας αιρέσεις, τας υπερβολάς, την εγκοσμιότητα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, υποκαταστησάσης την δι’ Αγίου Πνεύματος ποριζομένην ακράδαντον αυθεντίαν των Πατέρων, δια των εξ υψηλοφροσύνης επισφαλών ανθρωπίνων συλλογισμών. Φοβήθητε την επιφαινομένην νόθευσιν του Ευαγγελίου εν τη Εκκλησία.                                                                                                                              
Αποτολμά ο λόγος να υποστηρίξη, ότι οι Άγιοι Πατέρες αποτελούν τα ασφαλή μέτρα της περί Θεού και ανθρώπων καθολικής και επί μέρους αληθείας. Αυτοί είναι οι οξυδερκείς της Εκκλησίας οφθαλμοί, τα πυρίπνοα στόματα, οι θεοείκελοι διδάσκαλοι, οι απλανείς οδηγοί, οι φυσικοί ερμηνείς του Ευαγγελίου, ως θεωρίας και πράξεως. Έδωκαν εις την Εκκλησίαν το μεν την δογματικήν αυτής διδασκαλίαν, τους Κανόνας, τας Παραδόσεις, το δε κατέλιπον εις τους πιστούς την θείαν βιοτήν των ως υπόδειγμα ζωής και μιμήσεως, καθιερώσαντες το διάγραμμα του εριτίμου πλούτου της ορθοδόξου πνευματικότητος. Άνθρωποι αυτοί, δια πολυμόχθων ασκητικών αγώνων και εκ Θεού συναντιλήψεως, κατεστάθησαν φορείς των επιλάμψεων του «Πνεύματος της αληθείας», σκεύη καθαρά των θείων ενεργειών, Θεοφόροι, Χριστοφόροι και Πνευματοφόροι, και ούτως απέβησαν δι’ ημάς η ακριβής στάθμη της περί Θεού και Εκκλησίας αληθείας. Άνθρωποι και ημείς, φέροντες εκ κληρονομικής αναδοχής, εξ αμελείας, αγνοίας και ηδονών του βίου, ημαυρωμένην την θείαν εικόνα εκ του εν τη καρδία επιπροσθούντος νέφους των ψεκτών παθών, αμοιρούμεν των ακτίστων ακτίνων του Πνεύματος, ταλαιπώρως πλανώμενοι υπό των ατάκτων επιθυμιών της καρδίας και των ινδαλμάτων του εσκοτισμένου νοός ημών. Ιδού ποία η διαφορά μεταξύ ημών και των Πατέρων, και πόσην ανάγκην έχομεν αυτών εν τη πορεία ημών ως Εκκλησίας, εις τον βίον της οποίας μετέχομεν είτε ως χαρισματούχοι, είτε ως απλούς λαός, είτε ως Ποιμένες, είτε ως ποιμενόμενοι.
Οφείλομεν να καταστήσωμεν συνείδησιν, ότι αν οι Πατέρες της Εκκλησίας κατώρθωσαν να επισπάσουν τας ακτίνας του φωτιστικού Πνεύματος, τούτο επέτυχον δυνάμει της αγιότητός των, ότι μόνον η κάθαρσις της ψυχής από των παθών άγει εις την γνώσιν της αληθείας. Διο και η μεγαλυτέρα νοθεία εις την θεολογίαν μας και εις τον πνευματικόν βίον των Ορθοδόξων, συντελείται από αυτούς τους λειτουργούς αυτής και διδασκάλους, οι οποίοι, ενώ εμφανίζονται ως υπεύθυνοι ερμηνείς του πνεύματος της Εκκλησίας, εν τούτοις νοθεύουν την διδασκαλίαν της δια της αναμίξεως προσωπικών αντιλήψεων με την εν Αγίω Πνεύματι διδασκαλίαν των Πατέρων. Οι αιρεσιάρχαι αποτελούν την ισχυροτέραν απόδειξιν, ότι πάσα εκτροπή από του χρυσού κανόνος των Πατέρων άγει εις πλάνας και απώλειαν. Οι αιρεσιάρχαι ήσαν ευλαβείς μεν και των Γραφών εγκρατείς. Εστερημένοι όμως του φωτός, όπερ κατηύγαζε τας ψυχάς των Πατέρων, «εναυάγησαν περί την πίστιν». Αείποτε υπήρξεν αίτημα εκ των θεμελιωδών της αγίας ημών Εκκλησίας, η μετά πίστεως οικείωσις και παρακολούθησις της ζωής των Πατέρων—«ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής…». Η Εκκλησία ευλογούσα τον Θεόν, διότι «φωστήρας επί γης τους Πατέρας ημών θεμελιώσας και δι’ αυτών προς την αληθινήν πίστιν πάντας ημάς οδηγήσας», καθιεροί εις το διηνεκές το απρόσβλητον κύρος αυτών. Ώστε η Εκκλησία, δια να κατευθύνεται απλανώς προς την αλήθειαν και εντός των πλαισίων της ιδιαζούσης ημίν τοις ανατολικοίς ορθοδόξου πνευματικότητος, είναι απαραίτητον, όπως οι ποιμένες και διδάσκαλοι αυτής μη απομακρύνωνται από την Πατερικήν διδασκαλίαν εις όλους τους τομείς αυτής, νοθεύοντες το πνεύμα της Εκκλησίας δια προφάσεων εν αμαρτίαις.
Μία εκτροπή θεμελιώδους σημασίας είναι η παραθεώρησις του ασκητικού- Μοναστικού πνεύματος, όπερ χαρακτηρίζει τον βίον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας. Εντεύθεν απορρέουν πάντα τα εν τη Εκκλησία σκάνδαλα, η μείωσις της αγιότητος, η εξάπλωσις της ποικολομόρφου πλάνης εν τε τη θεολογία και τη ηθική και πνευματική ζωή των χριστιανών. Η σημερινή εποχή θα αποτελέση σταθμόν εν τη ιστορία της Ελληνικής Εκκλησίας, δια την εγκατάλειψιν της λιτότητος και ασκητικότητος των Πατέρων, υπό τε των φυσικών διαδόχων αυτών και του «φιλούντος εξομοιούσθαι τοις άρχουσιν» ευαγώγου λαού, πορευομένων την λεωφόρον της εγκοσμίου ευδαιμονίας. Εντεύθεν η παραχάραξις της γνησίας χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία άρχεται από της οδυνηρότητος του Σταυρού του Κυρίου, διέρχεται δια του φωτός της ενδόξου Αναστάσεώς Του και, διαγράφουσα απείρους κύκλους μεταξύ των δύο τούτων συγκλονιστικών πόλων της ανθρωπίνης ιστορίας, καταντά ως θρίαμβος εις την όρασιν της αιωνιότητος. Και ούτω, πριν ανέλθη τις επί του σταυρού,--κατά την εντολήν του Κυρίου, Όστις «έπαθε, τύπον υπολιμπάνων ημίν, ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν Αυτού»--ευρίσκεται εν κοσμική μακαριότητι, ως εν τω φωτί της Αναστάσεως! Αλλά το κακόν—ο Σατανάς, δεν εμφανίζεται ποτέ γυμνός. Καλύπτεται—ο μυρμηκολέων αυτός—υπό γοητευτικωτάτας μορφάς ευσεβείας, διο και καθίσταται δυσκαταγώνιστος, οχυρούμενος τεχνηέντως όπισθεν διαφόρων ευσεβών συνθημάτων. Εάν ήτο τετραχηλισμένος ο διάβολος, όστις «πλανά την οικουμένην», ως απαισίως δύσμορφος, θα κατεβάλλετο ευκολώτατα. Αλλ’ η δύναμίς του έγκειται εις αυτήν την φωτοφάνειάν του, εις τας περί αγάπης Θεού και του πλησίον θεωρίας του, εις τα δάκρυά του υπέρ της Εκκλησίας του Χριστού(!), εις τας τάσεις δημιουργίας μιας «νέας και υγιούς τάξεως πραγμάτων», εις τον πόθον της άρσεως του «σατανικού» σχίσματος των Εκκλησιών, εις το ενδιαφέρον δια την αναπροσαρμογήν του Ευαγγελίου εις τα σύγχρονα δεδομένα, εις την αναψηλάφησιν θεολογικών, ηθικών και Εκκλησιαστικών θεμάτων, διότι ναι μεν –ομιλεί ο Σατανάς—οι έγιοι Πατέρες ορθώς εδογμάτισαν, αλλά η πρόοδος του κόσμου, αι ανάγκαι της νέας κοινωνίας, η ύψωσις της διανοητικής στάθμης των ανθρώπων η ασύλληπτος εξέλιξις του τεχνικού πολιτισμού, όλα ταύτα, εν πάση περιπτώσει, επιβάλλουν την επανατοποθέτησιν της Εκκλησίας επί συγχρονισμένων βάσεων…                                 
Αλλ’ ο Παύλος και μετ’ αυτού η αγία μας Εκκλησία βοούν προς τους πλανωμένους: «Ου γαρ αγνοούμεν τα νοήματα αυτού», του Σατανά. Και οι Πατέρες—«οι οπλίται παρατάξεως Κυρίου»--εμπεδώσαντες ορθοδόξως την Εκκλησίαν, απεφάσισαν τον αφορισμόν υπό της Εκκλησίας παντός, όστις ήθελεν αφαιρέσει ή προσθέσει τι εις όσα καλώς αυτοί εδογμάτισαν και παρέδωκαν.
Αλλά θα ερωτηθώμεν. Ποίαν σχέσιν δύναται να έχη το αίτημα της ασκητικότητος της Εκκλησίας με τας εκτροπάς αυτάς; Πολλού γε και δει. Η άσκησις ανακύπτει ως αναγκαιότης προς άρσιν της εν ημίν αντινομίας, βεβαιουμένης ευαγγελικώς μεν, δια της «στενής και τεθλιμμένης οδού», δια της «βίας», δια των αγρυπνιών και των νηστειών του Κυρίου, δια της εντολής Αυτού «αγρυπνείτε και προσεύχεσθε» κ.λ.π., ως και δια του «υπωπιασμού της σαρκός», του «αντιστρατευομένου νόμου» του θείου Παύλου, δια των «σκληρών οδών» του Προφήτου Δαυϊδ και άλλων συναφών χωρίων της Γραφής, Πατερικών δε, δια του αγίου βίου πάντων των Πατέρων και αυτής της διδασκαλίας των. Η φύσις της Εκκλησίας μας είναι ασκητική, ως εξ αυτής ταύτης της φύσεως του γεγονότος της ανορθώσεως του πεπτωκότος ανθρώπου, φέροντος παρά τούτο την αίσθησιν της τραγικής διαστάσεως της βουλήσεώς του, εκφαινομένης εις τας τραγωδίας της Ελληνικής αρχαιότητος,--δια να επικαλεσθώμεν και την θύραθεν σοφίαν—και κατοπτριζομένης εις τα μεγάλα έργα του Σαίξπηρ, του Ίψεν, του Δοστογιέφσκη, και εξαιρέτως εις την «Τραγωδίαν της ζωής» του Ισπανού Μικαέλ Ουναμούνο. Την τραγικότητα αυτήν έζησεν η αγία Εκκλησία μας αναδυθείσα από το ίδιον αίμα της και ηκολούθησαν τα εκλεκτά τέκνα της Ερήμου, οι άγιοι, βεβαιώσαντες την αναγκαιότητα της τραχείας ταύτης οδού, δια των κλαυθμών των, των κακοπαθειών, του ιερού πένθους των, των μακρών νηστειών και αγρυπνιών των και των αδιαλείπτων προσευχών. Ως και το αίμα των Μαρτύρων εχύθη από την ιδίαν αυτήν διάστασιν, συμπλακέντων με το κακόν, άχρι και αυτού του Πρωτομάρτυρος Χρυστού, του «αρχηγού και τελειωτού της πίστεως ημών». Ιδού ποίον είναι το βάθος της ασκητικότητος, εξικνουμένης μέχρις αυτής της του αίματος χύσεως, ως βεβαιοί, κατά μυστικόν τινα τρόπον, ο μέγας του Χριστού Απόστολος Παύλος. «Και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις» (Εβρ. θ: 22). Ο ίδιος Παύλος ενθαρρύνων εις τας θλίψεις των τους πιστούς και δίδων οιονεί το διάγραμμα των εν Χριστώ κατά της αμαρτίας αγώνων, γράφει: «Ούπω μέχρις αίματος αντικατέστητε προς την αμαρτίαν ανταγωνιζόμενοι» (Εβρ. ιβ: 4). Κατά ταύτα, λόγω της αμέσου σχέσεως αγιότητος βίου και αληθείας, πρέπει να απελπισθώμεν, ως Εκκλησία, ως προς την δυνατότητα εκπληρώσεως της εν γη αποστολής μας—η οποία, κατά βάθος, είναι ο καθολικός αγιασμός ημών, «ου άνευ ουδείς όψεται τον Κύριον»--χωρίς την οικείωσιν του ασκητικού πνεύματος των Πατέρων, όπερ θα μας καταστήση ικανούς να εξαρθώμεν εις την περιωπήν της γνώσεως της Ορθοδοξίας, ην παρέδωκαν ημίν «άνθρωποι υπό πνεύματος Θεού φερόμενοι». Η σημερινή αξιοδάκρυτος παρακμή του Μοναχικού θεσμού, αποτελεί αντανάκλασιν του εμπολιτευομένου εν τη Εκκλησία αντιασκητικού πνεύματος, γεγονός το οποίον παρέχει το μέτρον της πνευματικής πτωχείας της Ορθοδοξίας, ης τινος ο Μοναχισμός είναι «τα νεύρα», κατά Χρυσόστομον. Ως εκ τούτου, πως δυνάμεθα άνευ αγιότητος, ταπεινώσεως, αγάπης και φωτισμού, να ομιλώμεν περί Ορθοδοξίας, εφ’ όσον στερούμεθα των φυσικών εκείνων οργάνων, τα οποία προσπορίζουν εις ημάς την γνώσιν του βάθους του πλούτου αυτής; Διότι, εν εσχάτη αναλύσει, τι άλλο είναι η Ορθοδοξία μας η αδαμαντίνη, ειμή κατάκτησις της αγιότητος ως αληθείας, ως ζωής, ως ηθικού κάλλους, ως ελπίδος, ως, εν πάση περιπτώσει, συνισταμένης των θειοτάτων αιτημάτων του εν Χριστώ ανθρώπου, εκφραζομένων εν τη μεγαλειώδει λειτουργική ζωή της Εκκλησίας; Ιδού διατί η οδός του κλαυθμού είναι η μόνη, ήτις απέμεινε σήμερον εις την Εκκλησίαν προς απόπλυσιν των «σπίλων και των ρυτίδων», προς συνειδητήν εν πνεύματι ανασύνδεσιν με τους Πατέρας, προς πλατυσμόν εις τας απείρους διαστάσεις της Ορθοδοξίας, προς οικείωσιν του Ηγαπημένου Χριστού—του Έρωτος των Πατέρων—προς δικαίωσιν του θείου ημών χριστιανικού ονόματος, προς δόξαν Θεού!  

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της.

Κάποτε ο Κύριός μας, απέστειλε στον κόσμο τους μαθητές Του να γίνουν «μάρτυρές» Του. Τους ανέθεσε την ιεραποστολή να φέρουν στους ανθρώπους το μήνυμα της ελπίδας και της σωτηρίας. Και αυτοί ανταπεκρίθηκαν. Με λόγια και έργα, με θυσίες και προσφορές, με κινδύνους και διωγμούς. Τους περιφρόνησαν οι άνθρωποι, όταν δεν τους εδίωκαν. Και τους εθανάτωσαν, όταν δεν τους εφίμωναν. Και αργότερα, μετά τους αγίους Αποστόλους, οι άγιοι Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Πατέρες, ο χορός των αγωνιστών έδωσαν την μαρτυρία τους. Εφώτισαν τον κόσμο, έμειναν ασυμβίβαστοι με την αμαρτία, ελεγκτικοί της κακίας, ασίγαστοι κήρυκες της αρετής. Και παρέδωσαν στην Εκκλησία αθάνατα πρότυπα μαρτυρικής μαρτυρίας. Μας άφησαν μια βαρειά κληρονομιά. Στην εποχή μας όμως οι χριστιανοί φαινόμαστε να έχουμε λησμονήσει αυτό το χρέος. Μένουμε ικανοποιημένοι με μια ατομική ευσέβεια, απονευρωμένη και αδάπανη. Δεν μας κοστίζει σε τίποτε η πίστη μας. ούτε και είμαστε πρόθυμοι να διακινδυνεύσουμε την προσωπική μας ευτυχία για χάριν του Χριστού. Αποδεχθήκαμε τα κοινωνικά κατεστημένα, αποκαταστήσαμε επιφανειακές σχέσεις με τον Χριστό, αδυνάτισε το αγωνιστικό φρόνημα μέσα μας. Σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της. Γι΄ αυτό και έλειψαν οι αγωνιστές, θέριεψαν τα πάθη, συμβιβάσθηκαν οι αξίες, προδόθηκε η ιστορία. Μικροί και μεγάλοι στην πλειονότητά μας, διακονούμε μια καλόβολη και αποδοτική πίστη, που όμως παραμένει ξένη στις μεγάλες προοπτικές της ειρηνικής επανάστασης, για την αλλαγή του κόσμου. Και όμως σήμερα ο κόσμος περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει την ανάγκη αυτής της μαρτυρίας μας. Ο κόσμος του παραλόγου, της κατανάλωσης, του υλισμού, της σκληρότητας και της σύγχυσης. Ο κόσμος των φώτων και των ανέσεων, αλλά και του άγχους και της απόγνωσης. Αυτός ο κόσμος ζητάει μια αυθεντική έκφραση ζωής, τη γνησιότητα του ήθους, την προσωποποίηση της αρετής. Ζητάει απεγνωσμένα τη σανίδα της σωτηρίας του από τον κατακλυσμό του χαλασμού, από την κόλαση της απομόνωσης. Ζητάει την κοινωνία της αγάπης και της συμπόνοιας, τη κοινωνική δικαιοσύνη, την ολοκλήρωση του προσώπου, τη μέθεξη της αγιότητας. Ζητάει ακόμη την εμπιστοσύνη, την αλήθεια, τη Ζωή. Κι΄ όλα αυτά του φαίνονται τόσο μακρυνά, τόσο απρόσιτα. Ποιος, αν όχι εμείς οι χριστιανοί, οφείλουμε και μπορούμε να του τα δώσουμε; θα τα δώσουμε όμως;…

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

O μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, ο δάσκαλος του προμάχου της Ορθοδοξίας του Μάρκου του Ευγενικού, σε επιστολές και ομιλίες, κάποιες από τις οποίες εκφωνήθηκαν στην αίθουσα των ανακτόρων, διεκτραγωδεί την διαφθορά που είχε ενσκήψει πριν από την άλωση. Το ιερατείο πρώτον είχε διαφθαρεί.

Οι περισσότεροι από τους κληρικούς χειροτονούνταν με σκοπό τα χρήματα. Κλήρος σιμωνιακός (=που αγαπάει το χρήμα) εθνική συμφορά, «ἅλας μωρόν» (=άνοστο αλάτι)! Τα μυστήρια ξεπουλιόνταν από τους ανάξιους αυτούς κληρικούς. Με πληρωμή, με δωροδοκίες δινόταν η άφεση των αμαρτιών και μεταδιδόταν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Επίσκοποι, άγαμοι κληρικοί, μοναχοί, οι οποίοι είχαν υποσχεθεί την παρθενία, αναιδέστατα συζούσαν με μοναχές. Οι κοσμικοί πάλι μιμούμενοι τους κληρικούς πριν την τέλεση του μυστηρίου του γάμου συζούσαν με τις γυναίκες. Το άγιο όνομα του Θεού βλασφημείτο δημόσια και κανένας – λέει ο Βρυέννιος – δεν ύψωνε φωνή διαμαρτυρίας γι’ αυτό, ενώ θα έπρεπε, εμείς ως υπερασπιστές του ονόματός Του να προτιμήσουμε μαρτυρικό θάνατο από τους ασεβείς από το να γίνουμε συνένοχοι των βλάσφημων με τη σιωπή μας. Όρκοι σε δημόσια διάταξη. Η αδιαφορία των πολιτών για τις ανάγκες του γείτονα, της κοινωνίας, του κράτους που κινδύνευε ήταν μέγιστη. Η φιλαυτία βασίλευε, εξυπηρετούνταν τα προσωπικά συμφέροντα του καθενός. Τα τείχη της πόλεως παρουσίαζαν φθορές και χρειάζονταν σύντομα επισκευή, αλλά όσοι είχαν υλικούς θησαυρούς προτιμούσαν να κτίζουν τριώροφες κατοικίες παρά να διαθέτουν τα χρήματά τους για την κοινή ασφάλεια.


(Βλ. τους τρεις τόμους των διδαχών του Ιωσήφ Βρυέννιου που εκδόθηκαν από τον Ευγένιο Βούλγαρη, Λειψία 1768 – 1794).

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Ενέργεια της Χάριτος και ενέργεια του Πονηρού.

Του αγίου Διαδόχου, Επισκόπου Φωτικής.


Όπως όταν ένας άνθρωπος σε χειμώνα καιρό στέκεται έξω στην ύπαιθρο και βλέπει ολότελα προς την ανατολή κατά την αρχή της ημέρας η μπροστινή πλευρά του σώματός του θερμαίνεται σιγά-σιγά ολόκληρη από τον ήλιο, ενώ η οπίσθια πλευρά του μένει ολόκληρη δίχως θερμότητα, διότι ο ήλιος δεν πέφτει πάνω του κατακέφαλα. Έτσι και αυτοί που βρίσκονται στην αρχή της πνευματικής ενεργείας. Περιθάλπονται βέβαια μερικώς κάποτε-κάποτε από την αγία Χάρη του Θεού στην καρδιά, γι΄ αυτό και ο νους τους αρχίζει να καρποφορεί πνευματικά. Μένουν όμως φανερά μέρη της καρδιάς, που φρονούν ακόμα σαρκικά για το ότι δεν καταυγασθήκανε από το άγιο φως της Χάριτος όλα τα μέλη της καρδιάς με βαθειά αίσθηση. Αυτό ακριβώς το πράγμα, επειδή δεν το κατάλαβαν μερικοί νόμισαν ότι μέσα τους κλείνουν δυό υποστάσεις, σαν η μια να αντικαθιστά την άλλη μέσα στο νου των αγωνιστών. Έτσι λοιπόν συμβαίνει την ίδια στιγμή η ψυχή να εννοεί και καλά και όχι καλά. Καθώς ακριβώς ο άνθρωπος του παραδείγματος που αναφέραμε με το ίδιο ερέθισμα και κρυώνει και ζεσταίνεται. Αφού ο νους μας ξεγλύστρησε στη διπλή, γνώση, από τότε έχει ανάγκη, κι αν δεν το θέλει, στην ίδια στιγμή και καλά και φαύλα να φέρνει πάνω του διανοήματα. Τούτο συμβαίνει μάλιστα σ΄ εκείνους που έφτασαν σε λεπτοτάτη διάκρισι. Διότι μόλις σπεύδει πάντοτε το καλό να εννοεί, αμέσως θυμάται και το κακό. Επειδή η ανθρώπινη μνήμη από την παρακοή του Αδάμ έχει σχισθεί σε διπλή έννοια. Αν λοιπόν αρχίσουμε να εφαρμόζουμε με θερμό ζήλο τις εντολές του Θεού η Χάρη φωτίζει με κάποια βαθειά αίσθηση όλα τα αισθητήριά μας. Και από την μια πλευρά σαν να κατακαίει τις δικές μας ενθυμήσεις, από την άλλη γλυκαίνει την καρδιά μας με κάποια ειρήνη μιας ανένδοτης φιλίας. Μας κάνει τέλος να σκεφτόμαστε πνευματικά και όχι πια κατά σάρκα. Τούτο συμβαίνει συνεχώς σ΄ αυτούς που πλησιάζουν στην τελειότητα, οι οποίοι έχουν άπαυστη την μνήμη του Κυρίου στην καρδιά τους.
(Φιλοκαλία  τ. Α΄ 203 πη΄ ).

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

ΠΕΡΙ ΜΑΡΘΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑΣ --- Aθωνικά άνθη

Συνεζητήθη τελευταίος μεταξύ θεολόγων και θεολογούντων το ζήτημα της Μάρθας και της Μαρίας, δηλαδή της πρακτικής και θεωρητικής ζωής. Ποία είναι πλέον ευάρεστος εις τον Θεόν. Είναι γνωστή η ευαγγελική ιστορία. Όταν ο Κύριος Ιησούς περιήρχετο τας κώμας διδάσκων, εισήλθεν εις το εν Βηθανία σπίτι του Λαζάρου. Αι αδελφαί υπεδέχθησαν τον θείον Διδάσκαλον με χαράν. Και η μεν Μάρθα μετουσίωσε τον ενθουσιασμόν της, εις την φροντίδα της τιμητικωτέρας και πλουσιωτέρας φιλοξενίας· η δε Μαρία, έκθαμβος από την ακτινοβολίαν του την θείαν, «καθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού ήκουε των λόγων αυτού».                                                                                                                                     

Η Μάρθα «περισπωμένη περί πολλήν διακονίαν» απετάθη προς τον Κύριον· «Κύριε, ου μέλει σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν;» Σύστησέ της να με βοηθήση. Τότε ο Κύριος απεκρίθη το μνημειώδες: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δε εστι χρεία. Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής…» (Λουκ. ι: 41-42).                                                                                                              
Εκ της ιστορίας αυτής, πολλοί συνάγουν μονομερές συμπέρασμα. Ότι η Μάρθα κατεδικάσθη· ότι η διακονία της απερρίφθη ολοσχερώς. Εν τούτοις δεν είναι αληθές αυτό. Διότι αν δεν υπήρχεν η Μάρθα να διακονήση δεν θα ημπορούσε να καθήση η Μαρία, ακούουσα των λόγων του Κυρίου. «Δια γαρ της Μάρθας εμακαρίσθη η Μαρία», λέγει ο Αββάς Ησαΐας. Ο Κύριος αξιολόγησε το έργον των δύο αδελφών και προεκρίθη το της Μαρίας. Τούτο δεν σημαίνει όμως ότι απερρίφθη η διακονούσα Μάρθα. Δι’ εκείνην την ώραν, συγκριτικώς, η στάσις της Μαρίας έναντι του έργου της Μάρθας, ήτο ασφαλώς η πλέον θεάρεστος.
                                                                                                         
Η Μαρία αποτελεί την έκφρασιν της θεωρητικής ζωής. Η Μάρθα αντιπροσωπεύει την πρακτικήν. Τι είναι ακριβώς «θεωρία» και τι «πράξις» δεν είναι εύκολον να αποδοθή εις ορισμούς. Πολλάκις εις την θεωρητικήν υπάρχει η πρακτική, όπως και εις την πρακτικήν η θεωρητική. Αναχωρεί κανείς από την πράξιν και φθάνει εις την θεωρίαν. Και όταν τελειωθή εν τη πράξει και θεωρία τότε συνδυάζει και τας δύο.                                                                                          
Η διάκρισις της πράξεως από την θεωρίαν εγένετο από τους Νηπτικούς και Ασκητικούς Πατέρας, προς βίωσιν υπό των Μοναχών. Διότι περί των κοσμικών δεν γίνεται λόγος, ως «εμπλεγμένων ταις του βίου πραγματείαις». Να γίνωμεν σαφέστεροι. «Πράξις» εν τη χριστιανική ζωή λέγεται η εργασία των εντολών του Χριστού. Αι εντολαί διακρίνονται εις πρακτικάς και θεολογικάς. Θεολογικαί είναι η πίστις, η ελπίς και η αγάπη. Δηλαδή πίστις τελεία προς τον Θεόν, ελπίς ακλόνητος και αγάπη απόλυτος. Αι εντολαί εδόθησαν δια την κάθαρσιν της ψυχής από των παθών της. Όταν διαλυθή το νέφος των παθών, τότε η ψυχή, αποβάλλουσα την τυφλότητά της, αρχίζει να θεωρή τα θεία πράγματα. Έτσι γίνεται «θεωρητική». Ακολουθεί η θεία έλλαμψις υπό του Παναγίου Πνεύματος και πραγματοποιείται η μυστική και υπερφυής ένωσις μετά του ηγαπημένου Χριστού εν έρωτι θείω. Ο άνθρωπος γίνεται τέλειος, επανέρχεται εις την πρώτην μακαρίαν κατάστασιν του απτώτου Αδάμ, αποκτά το «αρχαίον απλούν», θεούται.                                                                                                       
Ο μακαρισμός της Μαρίας υπό του Κυρίου, εν συναφεία και με άλλα χωρία του ιερού Ευαγγελίου, ήνοιξε νέαν οδόν ζωής. Της ζωής προς την έρημον. Διότι ζωή θεωρητική, ωσάν της Μαρίας, καθημένης παρά τους πόδας του Ιησού, δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή εις την πολυθόρυβον, πολυμέριμνον, προκλητικόν και διαχυτικόν της εσωτερικής ενότητος κόσμον. Όλοι οι άγιοι πατέρες αυτό διδάσκουν. Όσοι δεν πλανώνται, το πιστοποιούν ανά πάσαν στιγμήν.                                                                                       
Ο σκοπός της αναχωρήσεως από τον κόσμον είναι η κάθαρσις από των παθών. Η έρημος είναι επινόησις της πνευματικής πείρας των πνευματοφόρων Πατέρων. Και ο Μοναχισμός αποτελεί την κωδικοποίησιν αυτής της πείρας. Αλλά η Έρημος δεν δωροφορεί αμέσως την κάθαρσιν και την θεωρίαν. Ζητεί αγώνας. Ζητεί και εκεί την εκπλήρωσιν των εντολών. Ο «αναχωρών» εντάσσεται ή εις την υπακοήν ενός Γέροντος—«παιδευτού» ή  εις μικράν αδελφότητα 2-4 αδελφών ή εις Κοινόβιον. Εις όλας αυτάς τας περιπτώσεις εκτελούνται αι εντολαί. Όχι όμως όλαι. Αναστέλλονται ωρισμέναι λόγω του περιβάλλοντος. Ούτε σωματική ελεημοσύνη ημπορεί να γίνη, ούτε επίσκεψις εις φυλακάς, ούτε εις νοσοκομεία κ.λ.π. Η αγάπη ασκείται πνευματικώς, δια προσευχής. Εις την περίπτωσιν αυτήν εις ποίαν κατηγορίαν ανήκει ο Μοναχός; Εξαρτάται από αυτόν. Ημπορεί να είναι και πρακτικός και θεωρητικός. Όταν προκόψη εις τους πνευματικούς αγώνας και φθάση εις σχετικήν απάθειαν, δύναται να ζήση κατά μόνας. Η τελεία Ησυχία οδηγεί εις την τελείαν κάθαρσιν, την θεωρίαν και θεοπτίαν. Τότε ο Μοναχός έχει την Μαρίαν διακονήσας όμως ως η Μάρθα. Είναι πλέον θέμα Θεού και ειδικών χαρισμάτων, εάν κληθή να υπηρετήση τους αδελφούς του εν τω κόσμω. Άλλως παραμένει εις την Έρημον μέχρι τέλους, αν και έγινε τέλειος και δεν φοβείται πτώσιν.
Ο χριστιανός όμως του κόσμου διακονεί, ως η Μάρθα. Ίσως όχι τόσον ψεκτώς όσον αυτή. Έτσι λοιπόν εργαζόμενος είναι «πρακτικός». Υπάρχουν σαφείς εντολαί δια την διακονίαν του πλησίον. Ο Κύριος αποδέχεται την διακονίαν προς τους «αδελφούς του» ως εις αυτόν γενομένην. Ο Απόστολος Παύλος εξαίρει την πίστιν «δι’ αγάπης ενεργουμένην». Ο δε αδελφόθεος Ιάκωβος την πληρότητα της «αμιάντου θρησκείας» ευρίσκει εις την βοήθειαν των ορφανών και χηρών και των πτωχών γενικώς. Η Καινή Διαθήκη ανακεφαλαιώνει όλας τας εντολάς εις την προς τον πλησίον αγάπην. Η κρίσις υπό του Κυρίου θα γίνη με βάσιν την προς τον πλησίον αγάπην. Είπομεν ότι ο Μοναχός είναι άλλο πράγμα. Η διακονία του γίνεται απ’ ευθείας εις τον Θεόν. Όλαι αι εντολαί, αι λεγόμεναι μερικαί, συμπυκνούνται εις τας καθολικάς, της πίστεως, της ελπίδος και της προς Θεόν αγάπης. Τότε η διακονία είναι περιττή. Αν όμως τον «ησυχάζοντα» Μοναχόν επισκεφθή αδελφός, και έχη ανάγκην της βοηθείας του, τότε αφήνει την «ησυχίαν» του και διακονεί τον αδελφόν. Διότι η προσευχή και η θεωρία γίνονται όλες τις ώρες. Η προς τον πλησίον όμως αγάπη δεν ενεργείται πάντοτε.
Πολλοί χριστιανοί εν τω κόσμω, από ένα άκριτον ζήλον, παρεξηγήσαντες την διδασκαλίαν των ασκητικών Πατέρων, θέλουν να ακολουθήσουν την θεωρητικήν ζωήν της Μαρίας. Και έτσι δεν κατορθώνουν ούτε ωσάν την Μαρίαν να ζουν ούτε τας οφειλομένας εντολάς της Μάρθας να κάμνουν. Και φυσικά ζημιούνται. Και όχι μόνον αυτό, αλλά κακίζουν ως ολιγοπίστους και όσους κάμνουν έργον καλόν υπέρ του πλησίον. Και ευρίσκονται προσκρούοντες εις την «δευτέραν και μεγάλην εντολήν». Χαρακτηρίζουν δε ως Προτεσταντικήν ή Καθολικίζουσαν την υπέρ του πλησίον διακονίαν.                           
Και αι τρεις κατηγορίαι πίπτουν ευκόλως υπό τους εξής όρους: Εφ’ όσον η διακονία γίνεται εν συνδυασμώ μετά της πίστεως εις την πρόνοιαν του Θεού και της προσευχής, είναι θεάρεστος. Αι εντολαί «μη μεριμνάτε… τις μεριμνών δύναται προσθήναι…» ή «καταμάθετε τα πετεινά… καταμάθετε τα κρίνα…» αναφέρονται εις πάντα πιστόν μεριμνώντα υπέρ το δέον, δια τον εαυτόν του, εξ ολιγοπιστίας. Δεν έχουν σχέσιν με την εξ αγάπης διακονίαν του πλησίον. Και ενώ, όταν κανείς δρα υπερβολικώς υπέρ εαυτού, καθίσταται αξιοκατάκριτος, διότι «βαρύνεται η καρδία του εν μερίμναις βιωτικαίς», αντιθέτως όσον κανείς διακονεί περισσότερον, τόσον είναι επαινετός, ως διακονών εν κόπω και μόχθω τους αδελφούς του Κυρίου. Μία τοιαύτη έμφροντις εργασία ευρίσκεται εντός του πνεύματος της ευαγγελικής αγάπης, καθαίρει την ψυχήν και έχει πολλήν μισθαποδοσίαν. Όλοι οι άγιοι Πατέρες είχαν μεγάλας μερίμνας υπέρ του πλησίον…                                                   
Ο Καθολικισμός εξ αντιδράσεως προς τον Προτεσταντισμόν, υπερτονίζοντα μόνον την πίστιν, υπερτόνισε την αξίαν των έργων, ότι αυτά δικαιούν τον άνθρωπον. Ημείς οι Ορθόδοξοι εκκλίνομεν και από τους δύο εξ ίσου κινδυνώδεις αυτούς σκοπέλους. Τα έργα ημείς εννοούμεν ως καρπόν πίστεως και αγάπης. Πιστεύομεν δε εις την σωτηρίαν μας, δια του συνδυασμού πίστεως και έργων.                                                                                               
Αλλά ημπορεί να μη έχωμεν αρκετήν αγάπην και θερμήν πίστιν. Άρα δεν πρέπει να εργαζώμεθα το αγαθόν; Θα απαντήσωμεν με το εξής: Οι πιστοί κινούνται εις μίαν κλίμακα πίστεως και αγάπης. Άλλοι κάμνουν το θέλημα του Κυρίου από φόβον δουλικόν, άλλοι με υπολογισμόν ανταμοιβής και άλλοι από αγάπην υιικήν. Όλοι είναι δεκτοί εις τον Θεόν. Αρχίζομεν από τον φόβον της κολάσεως, διαβαίνομεν δια της δελεαστικής υποσχέσεως της βασιλείας των ουρανών και καταλήγομεν εις την αγάπην του Πατρός μας, η οποία «έξω βάλλει τον φόβον». Επομένως είναι μέγα λάθος να εμποδίζωμεν τα εκ φόβου παιδαγωγικά και καθαρτικά της ψυχής έργα, τα και μετά παραλείψεων ακόμη γινόμενα.                                                                             
Πρέπει να αποφεύγωμεν κάθε απολυτότητα από υπερηφάνειαν και άγνοιαν. Και το ελάχιστον το δέχεται ο Κύριος. Όταν η προσευχή μου μολύνεται από ρυπαρούς λογισμούς, δεν θα την αφήσω. Αντιθέτως θα την επιτείνω, δια να την εξαγιάσω. Όταν νηστεύων επαίρωμαι, δεν θα καταργήσω την νηστείαν, αλλά θα βιάσω τον εαυτόν μου να μετριοφρονώ. Όταν ελεώ ή διακονώ και με βασανίζη η κενοδοξία, δεν θα κλείσω την βρύσιν του ελέους, αλλά θα πολεμώ, δια να βλέπω τον εαυτόν μου ως «αχρείον δούλον». Έτσι θα κάμω και δι’ όλας τας οφειλομένας προς τον πλησίον μου ενεργείας, «υποτάσσω παν νόημα εις υπακοήν Χριστού».                      
Δεν πρέπει όμως να μου διαφύγη ποτέ από τον νουν, ότι με τα έργα δεν εξοφλώ τα χρέη μου. Οφείλω ταυτοχρόνως να καλλιεργώ την πίστιν μου και την αγάπην μου προς τον Θεόν και τον πλησίον. Τα έργα αποβλέπουν εις την κάθαρσίν μου και είναι διπλής μορφής. Αναφέρονται και εις τον πλησίον και εις τον αμεσώτερα προς εμέ πλησίον: εις τον εαυτόν μου. Ουδείς «πλησιέστερος» πλησίον από την ψυχήν μου. Έτσι, λοιπόν, ενώ ελεώ, παρηγορώ, διδάσκω, διασώζω άλλους, οφείλω να προσεύχωμαι, να υπομένω τας θλίψεις και τους πειρασμούς εν ευχαριστία, να σωφρονώ και να ταπεινούμαι, αυξάνων την πίστιν μου και την αγάπην μου προς τον Θεόν. Έτσι θα είμαι φωτιζόμενος και φωτίζων, καθαιρόμενος και καθαίρων, αγιαζόμενος και άλλους αγιάζων. Με άλλους λόγους, αν ημπορούμε να εκφρασθώμεν έτσι: Μέσα μας να είμεθα με τον Θεόν και έξω με τους αδελφούς του Χριστού.
Επίσης εξ ίσου παρεξηγείται η Εκκλησία, όταν λαμβάνη ωρισμένα μέτρα, χάριν των ατελεστέρων τέκνων της, που έχουν ανάγκην «γάλακτος» και «λαχάνων». Ημείς δεν πρέπει να τα κρίνωμεν με τα μέτρα της ωριμότητός μας και της θερμής πίστεώς μας. Η ζωή κυλά, μεταμορφούται διαρκώς. Ο Σατανάς αλλάζει μορφάς δια να απατήση ψυχάς; Από κοντά και η Εκκλησία. Ασκεί επιρροήν ο φθείρων κινηματογράφος; Ας τον χρησιμοποιήση και η Εκκλησία προς άμυναν. Ενεφανίσθη το παρακολουθούν την ζωήν των τέκνων της ραδιόφωνον με την συνεχή πρόκλησιν; Ας εκμεταλλευθή και η Εκκλησία τα ηχητικά κύματα, πολεμούσα τον γεώδη έρωτα δια του θείου και πνευματικού. Εκδίδουν τα όργανα του Σατανά εφημερίδες, βιβλία, περιοδικά; Ας ματαιώνωμεν το έργον του με τον ίδιον μέσον και ημείς. Τραγούδια διαβολικά αυτοί; Τραγούδια του Θεού ημείς. Χορούς πορνικούς αυτοί; Χορούς εν Εκκλησίαις ημείς. Εισδύουν στα σπίτια «του αρπάσαι πτωχόν»; Πρώτοι ημείς. Εις το Πανεπιστήμιον αυτοί; Εκεί και ημείς. Παντού να αντιδράσωμεν με τους καλούς χριστιανούς δασκάλους και νέους μας. να κτυπήσωμεν το κακόν, όπου υπάρχει. Εις τα Σχολεία, Εις ΤΑ Νοσοκομεία, εις τας φυλακάς, εις τα κέντρα. Η εποχή μας είναι οργανωτική. Να αναμειχθώμεν παντού, εγκεντρίζοντες τα αγριέλαια εις καλλιέλαια. Και εις την πολιτικήν; Ναι. Όχι να κάμωμεν τον χριστιανισμόν πολιτικήν, αλλά να εκχριστιανίσωμεν την πολιτικήν.
Δεν δυνάμεθα να αδιαφορούμεν, ως μέλη του μυστικού Σώματος του Χριστού, δια τους αδελφούς μας χωρίς να αμαρτάνωμεν. Χρειάζεται όμως προσοχή. Ημείς οφείλομεν να αγωνιζώμεθα κατά το χάρισμα που έχει έκαστος από τον Θεόν. Το αποτέλεσμα θα το δώση ο Θεός, που πλαστουργεί την ιστορίαν του κόσμου κατά ανεξιχνίαστον εις ημάς τρόπον. Ο Θεός «συνεργάζεται» με τον άνθρωπον. Ο άνθρωπος οφείλει να υποτάξη το θέλημά του εις το θέλημα του Θεού. Και θέλημά του είναι η επικράτησις της βασιλείας του επί της γης. Δια τούτο και προσευχόμεθα· «ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης…».                                                                                                            
Ο Θεός δεν έχει ανάγκην των έργων μας, αλλά τα θέλει. Έτσι πληρούται η δικαιοσύνη του. Και δια των έργων—της εργασίας των εντολών—επανερχόμεθα εις το «κατ’ εικόνα». Εάν έχωμεν το χάρισμα της προσευχής περισσότερον των άλλων, δεν πρέπει να εξουδενώνωμεν τον έχοντα ηυξημένον το χάρισμα της διακονίας, και αντιστρόφως. Πρέπει να είμεθα ταπεινοί δια το ελάχιστον έργον που κάμνομεν και να μεμφώμεθα εαυτούς δια τας ακαθάρτους προσευχάς μας. Ουδείς καθαρός από ρύπου. Συ ο κρίνων «πίστιν έχεις; Έχε σεαυτόν κατενώπιον του Θεού».  

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

ΕΞ ΕΣΠΕΡΙΑΣ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ

 Ανέγνωσα εις τον «Τύπον» τας απαντήσεις εις τα τρία άρθρα του Καθηγητού κ. Αλιβιζάτου. Ησθάνθην ικανοποίησιν και ανακούφισιν, διότι ητοίμαζα απάντησιν. Δυστυχώς δεν είναι η εξαίρεσις ο κ. Καθηγητής φρονών τόσον φιλελεύθερα. Το σύνολον σχεδόν των καθηγητών των δύο δυσμοίρων Θεολογικών Σχολών των Πανεπιστημίων μας έτσι φρονούν. Όλαι αι επί μέρους επιστήμαι έχουν κάποιαν συνέπειαν. Οι θεραπεύοντες τας διαφόρους επιστήμας μεταβαίνουν εις Ευρώπην και Αμερικήν δια την καλυτέραν συγκρότησίν των και καλώς ποιούν. Αλλ’ οι Θεολόγοι μας τι θέλουν εις τα Καθολικά και Προτεσταντικά Πανεπιστήμια; Τι θα μάθουν εις αυτά οι Ορθόδοξοι Καθηγηταί; Ιδού αι συνέπειαι της ασυνεπείας. Συνήθως λέγουν ότι μανθάνουν τας θεολογίας των Προτεσταντών και των Καθολικών ως και τον τρόπον σκέψεως, δια να δύνανται να γνωρίζουν σαφέστερον τας διαφοράς μας. Και εντεύθεν να αγαπούν περισσότερον την Ορθοδοξίαν και να την προστατεύουν. Δυστυχώς, όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Ίσως η πρόθεσις να είναι καλή. Και είναι καλή. Αλλά δεν δύναται η πρόθεσις να γίνη πραγματικότης. Διότι εισέρχονται εις κλίματα επικίνδυνα χωρίς τα απαραίτητα μέσα αυτοπροστασίας. Πώς να προστατεύση ένας «καθηγητάκος» 22-25 ετών τον εαυτόν του, από τας ισχυράς επιδράσεις της Ρωμαιοκαθολικής και Προτεσταντικής Θεολογίας, όταν, εστερημένος ορθοδόξων κριτηρίων, ευρίσκεται μέσα εις την γοητεύουσαν ατμόσφαιραν του Δυτικού ρασιοναλισμού; Με ποία μέσα να αντιδράση ενώπιον της θαμβούσης ψευδοσοφίας των Ευρωπαίων το χθεσινόν, κομπλεξικόν δια την καταγωγήν του, χωριατόπουλον, που οιστρηλατημένον από το όνειρον να γίνη μέγας Θεολόγος, με γλώσσες και ευρωπαϊκήν σκέψιν, ρουφά ευχαρίστως ό,τι του σερβίρει η Κίρκη της λογοκρατουμένης Θεολογίας;

Και ενώ η Ευρώπη και η Αμερική θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν από τους γνησίους εκπροσώπους της Ορθοδόξου Θεολογίας ως απηγορευμέναι ζώναι, αντιθέτως, με το σύστημα των υποτροφιών εις τα αιρετικά Πανεπιστήμια, στέλλονται εις αυτά «ως πρόβατα επί σφαγήν» τα λυμφατικά φοιτητάκια μας, δια να επιστρέψουν ως άλλοι γενίτσαροι της Εκκλησίας μας, μεστά οιήσεως και κομπορρημοσύνης. Και εν μόνον δεν υποψιάζονται: ότι και θεολόγοι δεν έγιναν, αλλά και τον Χριστόν απώλεσαν. Εντεύθεν τα δεινά της Εκκλησίας. Η σύγκρουσις μεταξύ της παραδοσιακής Ορθοδοξίας και της ασυγκρατήτου διανοητικότητος των άνευ σεβασμού προς την παράδοσιν θεολόγων – επιστημόνων Προτεσταντικής ή Ρωμαιοκαθολικής εκδόσεως – καθίσταται αναπόφευκτος. Και να σκέπτεται κανείς την έκτασιν, που έχει λάβει εις την εποχήν μας το κακόν τούτο! Πως, λοιπόν, να ελπίσωμεν εις την εξάπλωσιν της θείας και αμώμου Ορθοδοξίας εις τον κόσμον; Και πως, με μίαν θεολογίαν άνευ Παραδόσεως, δεν παρασκευάζομεν το έδαφος, δια να εισέλθουν εις τον χώρον της αδιαφθόρου Ορθοδοξίας μας οι «κατεφθαρμένοι τον νουν» αιρετικοί; Η επί των ημερών μας αναταραχή της Εκκλησίας δεν οφείλεται εις την πεπλανημένην αντίληψιν περί Ορθοδοξίας των θεολόγων μας; εάν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Αθηναγόρας δεν έζη επί έτη πολλά εις Αμερικήν, η οποία επιδρά ολεθρίως και εις τους πλέον ισχυρούς χαρακτήρας, και δεν ενισχύετο από τους θεολόγους του περιβάλλοντος του Φαναρίου και τους Πανεπιστημιακούς ιδικούς μας, θα προέβαινεν εις ενεργείας, αι οποίαι δικαίως εξήγειραν σύμπαντα τον Ορθόδοξον λαόν; Εάν έλεγον οι θεολόγοι μας εις τον Παναγιώτατον ότι η Ορθοδοξία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αι δε λεγόμεναι Εκκλησίαι είναι έξω της αληθείας και της σωτηρίας, είναι αιρετικαί μάζαι, θα ετόλμουν τας τόσον ταπεινωτικάς δια την Ορθοδοξίαν ενεργείας, όσον και να επεθύμει να υπηρετήση πολιτικούς σκοπούς προς όφελος των ξένων;
Ο καθηγητής κ. Αλιβιζάτος είναι ο τύπος του δυτικοπλήκτου Θεολόγου. Εσπούδασεν εις Προτεσταντικά Πανεπιστήμια, όπως και οι συνάδελφοί του, οι οποίοι ήλθον εις την Ελλάδα με τίτλους και 2-3 ξένας γλώσσας, προσόντα ικανά δια μίαν έδραν εν ταις Σχολαίς της Θεολογίας των Πανεπιστημίων μας. Και εντεύθεν διδάσκουν τι; Ορθόδοξον Θεολογίαν! Που την έμαθον; Γνώσις είναι η θεολογία; Ή μάλλον: γνώσις μόνον; Δυνάμεθα να χωρίσωμεν την Ορθόδοξον ζωήν από την Ορθόδοξον γνώσιν; Εάν δεν διδαχθώμεν ορθοδόξως και δεν ζήσωμεν ορθοδόξως, πως είναι δυνατόν να γίνωμεν ορθόδοξοι, και μάλιστα διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας; Φιλοσοφία είναι η θεολογία; Δεν είναι άνθος της εν Χριστώ ζωής; Δεν είναι μία μαρτυρία συνεχιζομένη, μία μαρτυρία της Αποστολικής και Πατερικής διδασκαλίας; Δεν είναι ζωή; Αν δεν είναι ζωή και είναι φιλοσοφικά σχήματα, τότε προς τι το θεολογείν; Διατί ημείς οι Ορθόδοξοι, που διετηρήσαμεν ανόθευτον την Πατερικήν θεολογίαν, άνευ της οποίας η Ορθοδοξία νοθεύεται, να μη την καλλιεργώμεν, δια να ακτινοβολή ως σωτηριώδης αλήθεια, αλλά να καταφεύγωμεν εις τα αιρετικά Πανεπιστήμια, με αποτέλεσμα να αυξάνωμεν την εν τω κόσμω σύγχυσιν; Αν ημείς δεν κατέχωμεν παμφαή την αλήθειαν, που ευρίσκεται λοιπόν; Που να την αναζητήση ο άνθρωπος; Δεν υποψιάζονται οι εις Δύσιν μεταβαίνοντες πόσον μέγαν κακόν προκαλούν εις εαυτούς, τους γενησομένους μελλοντικώς μαθητάς των και εις όλον τον κόσμον, όταν αφήνουν την αγίαν των Εκκλησίαν, εντός της οποίας μυσταγωγούνται την θεολογίαν, και την αναζητούν εκεί που δεν υπάρχει ειμή σύγχυσις και αμφιβολία και σκότος βαθύ; Και εντεύθεν γίνονται πρόξενοι σχισμάτων και ερίδων εις την Εκκλησίαν, ειρήνην άγουσαν. Και ενώ «περιάγουν ξηράν και θάλασσαν», δια να επιτύχουν την «ένωσιν» των απανταχού χριστιανών «εξ αγάπης», κατορθώνουν ασφαλώς να διαιρούν τους εν Χριστώ αδελφούς εντός του χώρου της Ελληνικής Ορθοδοξίας, εις ενωτικούς και ανθενωτικούς! Πότε, επί τέλους, θα γίνη αντιληπτή αυτή η αντινομία, που υπάρχει εντός της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας; Πότε η αγία Εκκλησία μας, ως αυτάρκης εν τη αληθεία, θα εκμεταλλευθή τον ίδιον πλούτον; Πότε θα δημιουργήση τας προϋποθέσεις εκείνας, που θα της επιτρέψουν, όπως οι παρουσιαζόμενοι να διδάξουν την ευσέβειαν μη μολύνωνται από το αιρετικόν μίασμα; Πότε θα απαλλαγώμεν από το πλέγμα κατωτερότητος έναντι των Ευρωπαίων; Διατί δεν συνειδητοποιούμεν τους θησαυρούς που μας εχάρισεν ο Θεός, ως αλήθειαν και φως πίστεως και ζωής, αλλά αρχοντοχωριατικώς θεωρούμεν αναγκαίον τον εμβολιασμόν μας με τον ιόν του προτεσταντισμού και του καθολικισμού, των αιρετικών, «οις ουκ έστι σωτηρία»; Εάν εγκαταλείψωμεν την Ορθόδοξον πνευματικήν παράδοσιν, η οποία διήκει εις την ιστορίαν της Εκκλησίας μέχρι των ημερών μας, ως αδιάσπαστος και αλυσιδωτή σπονδύλωσις και συνέχεια Πατερικής θεολογίας, που θα στραφώμεν και πως δεν θα ολισθήσωμεν εις αιρέσεις; Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να είπω ότι αι θεολογικαί μας Σχολαί δεν ωφελούν την Εκκλησίαν. Την βλάπτουν πολλάκις. Αν λάβη κανείς υπ’ όψιν ότι οι διάκονοι της Εκκλησίας, είτε δια τον Κλήρον προορίζονται είτε δια να εργασθούν ως λαϊκοί θεολόγοι, πρέπει να διέλθουν απαραιτήτως από τας θεολογικάς  Σχολάς των Πανεπιστημίων μας, εύκολον είναι να αντιληφθή, πως διαμορφούνται από διδασκάλους, οι οποίοι εμορφώθησαν εις προτεσταντικά ή καθολικά Πανεπιστήμια. Είναι θαύμα πως δεν εγίναμεν ακόμη αιρετικοί… Σπάνιον το φαινόμενον Πανεπιστημιακού Καθηγητού, που να διέφυγε τας επιδράσεις των ξένων. Το λάθος, όμως, δεν είναι των θεολογικών μόνον Σχολών. Η Πολιτεία έχει ανάγκην από πεπαιδευμένους Έλληνας. Και βλέπει την θεολογίαν ως ένα κλάδον παιδείας, και αδιαφορεί δια το πώς λειτουργεί. Η Εκκλησία όμως διατί δεν μεριμνά δια την ορθόδοξον συγκρότησιν των φορέων του ευαγγελικού λόγου; Βλέπομεν τους ερχομένους εις το Άγιον Όρος φοιτητάς της θεολογίας, εν πλήρει συγχύσει ιδεών και φρονημάτων ως προς την Ορθοδοξίαν, και αποκαρδιούμεθα δια το μέλλον της αγιωτάτης Εκκλησίας μας. Τους αναπτύσσομεν τας θεμελειώδεις αρχάς της Ορθοδόξου θεολογίας και μας ατενίζουν έκπληκτοι, ως εάν ήκουον ξένην διάλεκτον. Παραδίδω άνευ σχολίων εις τους αναγνώστας το κατωτέρω εκφραστικόν γεγονός. Προ διετίας εδέχθην εις το κελλίον μου εν τη Ιερά Μονή της Μετανοίας μου, δύο Λουθηρανούς θεολόγους, υποτρόφους του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά διημέρους συνομιλίας επί θεολογικών θεμάτων μοι είπον: «Πάτερ, έχομεν μακρόν διάστημα παρακολουθούντες Ορθόδοξον Θεολογίαν εις Αθήνας. Σας βεβαιούμεν ότι εδώ εις το κελλίον σας αντελήφθημεν τας μεγάλας διαφοράς μας, ότι τέλος έχομεν διαφοράς. Σας ευχαριστούμεν!». Και ετέρα περίπτωσις, όχι ολιγώτερον σημαντική της πρώτης. Ότε κατά το έτος 1959 εκτελούντο αι πανορθόδοξοι εορταί επί τη 600η επετείω από της Κοιμήσεως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εν Θεσσαλονίκη, και μετά τας γενομένας ομιλίας του προγράμματος, με επλησίασεν ο αιδεσιμώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσ. Ρουζίτσκυ, πρύτανις της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας, δια να μου είπη: «πρώτην φοράν, πάτερ, βλέπω λαϊκούς καθηγητάς να ομιλούν περί μοναχισμού. Αυτό δεν το γνωρίζομεν εις την Ρωσίαν…». Θα το είπω και τούτο προς εντροπήν μας. Οι Ρώσοι θεολόγοι εκπροσωπούν σήμερον την Ορθόδοξον θεολογίαν. (Έχομεν, βεβαίως, και τας επαινετάς εξαιρέσεις εις τον κανόνα). Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς δεν ήτο Ρώσος. Είναι Έλλην βυζαντινός θεολόγος, εν τούτοις μόνον οι Ρώσοι μας τον…. επαρουσίασαν!  Εμάθομεν μόνον από τους Ρώσους θεολόγους τι σημαίνει άγιος Γρηγόριος Παλαμάς δια την Ορθόδοξον Θεολογίαν. Και οσάκις οι ιδικοί μας ασχοληθούν, κατά συμβεβηκός, με την θεολογίαν του, τελικώς θα μας είπουν: «δυστυχώς πολλή μελάνη εχύθη δι’ εν θέμα τόσον προσκρούον εις την ημετέραν λογικήν»! Και έχουν ασφαλώς δίκαιον, διότι νομίζουν ότι η θεολογία η Ορθόδοξος είναι μόνον λογική. Εις εμέ όμως αρκεί η μαρτυρία αυτή, δια να επιβεβαιώση του λόγου μου το ασφαλές. Αλλά θα δώσουν φρικτόν λόγον εις τον Θεόν οι θεολόγοι μας δια την σιωπήν των ή την αντορθόδοξον, έστιν ότε, λαλιάν των, επί του συγκλονίζοντος τας συνειδήσεις του ορθόδοξου λαού θέματος της ενώσεως. Είναι λυπηρόν, ότι εκ των εν ενεργεία καθηγητών των Πανεπιστημίων μας μόνον ένας φιλόλογος κατήγγειλε την παρασκευαζομένην προδοσίαν εις βάρος της Ορθοδοξίας. Τι να λέγη, τάχα, ο μέγας Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, βλέπων τον λαόν του επηρεαζόμενον από τους θεολόγους της επαρχίας του και οδηγούμενον προς εκείνους, οι οποίοι τον αφώρισαν; Επί τη ευκαιρία θα παρεκάλουν την δ)νσιν του «Τύπου» να ανεδημοσίευε, χάριν των χιλιάδων αναγνωστών του, την ομιλίαν του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, που περιελήφθη εις τον πανηγυρικόν τόμον επί ταις εορταίς του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (Θεσσαλονίκη 1960). Ελπίζω έτσι να μάθουν τι είναι Ορθόδοξος Θεολογία, τα αξιολύπητα εκείνα παιδιά που σπουδάζουν θεολογίαν. Θα μάθουν και από πού αρχίζουν αι διαφοραί μας με τους αιρετικούς. Διότι με τας θεωρίας των καθηγητών των, ότι διαφέρομεν με τους αιρετικούς μόνον κατά τας μεθόδους σκέψεως, ότι ημείς είμεθα συνθετικοί και εκείνοι αναλυτικοί, ότι ημείς αναχωρούμεν εκ των επί μέρους και άλλα τοιαύτα φιλοσοφικά και θεωρητικά κατασκευάσματα, ουδέν έτερον επιτυγχάνεται, ειμή να εγκαθίσταται εις τον νουν των νέων θεολόγων εν ολόκληρον αφηρημένον σύστημα ιδεών, ενώ έχουν ανάγκην μόνον από ένα πτερόν του Αγίου Πνεύματος εις την καρδίαν των!

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Προσευχή προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε, συ που γέννησες κατά σάρκα το Θεό Λόγο, κάμε δεκτή την εξαγόρευση των πολλών μου αμαρτιών και φέρε τη μετάνοιά μου στο Μονογενή Υιό σου και Θεό μας, για να λυπηθεί την ταλαίπωρη ψυχή μου. Δέσποινα Θεοτόκε ελέησε την πολύπαθη ψυχή μου. Δέσποινα Θεοτόκε, ελέησέ μου την ταπείνωση. Λυπήσου την ασθένειά μου, συ που έχεις μεγάλη παρρησία προς τον Γεννηθέντα από σένα. Μη παραβλέψεις λοιπόν τα δάκρυα της μετανοίας μου. Μη αποδιώξεις τον πόνο της καρδιάς μου. Αλλά με τις μητρικές σου παρακλήσεις απόσπασε για μένα την ευσπλαγχνία του Θεού και αξίωσέ με να ξαναβρώ το αρχαίο προπτωτικό κάλλος.                                                                                                                                            

Στον παρόντα βίο συνοδοιπόρησε και σύμπλευσε μαζί μου. Ενίσχυσέ με στις αγρυπνίες. Παρηγόρησέ με στις θλίψεις. Δώρισέ μου  την θεραπεία των ασθενειών. Σώσε με από τις αδικίες. Αθώωσέ με από τις συκοφαντίες. Ανάδειξέ με ισχυρό απέναντι στους αοράτους εχθρούς μου. Ναι υπεράγαθε, Δέσποινα Θεοτόκε, επάκουσε τη δέησή μου. Κατάσβεσε τις εναντίον μου επαναστάσεις. Καταπράϋνε τον πικρό θυμό μου. Διαπαιδαγώγησε τη γλώσσα μου, για να λέγω πάντα όσα συμφέρουν στην ψυχή μου. Δίδαξε τα μάτια μου να βλέπουν σωστά την αρετή. Τα χέρια μου να κάνουν το καλό, για να τα ανυψώνω επάξια σε στάση προσευχής. Καθάρισε το στόμα μου, για να επικαλούμαι το Πανάγιο όνομα του Θεού. Άνοιξε τα αυτιά μου, για να ακούω, να καταλαβαίνω και να εφαρμόζω τα λόγια των Αγίων Γραφών, που είναι πιο γλυκά κι από το μέλι.                                                                                                        
Δώσε μου καιρό μετανοίας και επιστροφής. Φύλαξέ με από τον ξαφνικό θάνατο και παραστάσου κοντά μου κατά το χωρισμό της ψυχής από το σώμα. Απάλλαξέ με από τη θέα της σκοτεινής όψης των δαιμόνων. Φέρε με σε οικειότητα με τον Θεό και αξίωσέ με να βρεθώ στα δεξιά του Θεού ως κληρονόμος των αιωνίων και αφθάρτων αγαθών. Την εξομολόγησή μου απευθύνω, Δέσποινά μου Θεοτόκε, σε Σένα, που είσαι η μόνη ελπίδα μου μετά το Θεό. Αξίωσέ με να κοινωνώ χωρίς κατάκριση το Πανάγιο και Πανάχραντο Σώμα και Αίμα του Υιού και Θεού σου, για να αξιωθώ να συμμετάσχω και στο γλυκύτατο και Ουράνιο Δείπνο του Παραδείσου.                                                                                                   
Δια των δικών σου πρεσβειών, πανύμνητε και υπερένδοξε Δέσποινα, κάμε να σωθεί κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που δοξάζει κι ευλογεί τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, την παναγία και ομοούσιο Αγία Τριάδα και τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων, Αμήν.