Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αυτόνομος

Τη ΙΒ΄ (12η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΥΤΟΝΟΜΟΥ.                                                                                                        

Αυτόνομος ο Άγιος Ιερομάρτυς ήτο Επίσκοπος κατά την Ιταλίαν, ήθλησε δε εν Βιθυνία κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου βασιλέως Διοκλητιανού, ότε ούτος εκίνησε τον κατά των Χριστιανών διωγμόν εν έτρει 298 μ. Χ. Ας είπωμεν όμως απ’ αρχής το Μαρτύριον αυτού, διότι όσον είναι άτοπον να ομιλή τις τα μη πρέποντα, τοσούτον είναι, νομίζω, και όταν σιωπά τα καλά και ωφέλιμα· επειδή όσον ο μη τα καλά διηγούμενος τας των ακροατών ψυχάς έβλαψε, τοσούτον και ο τας αγαθάς πράξεις σιωπών, της εξ αυτών ωφελείας τους φιλευσεβείς απεστέρησεν. Ούτω λοιπόν και ημείς δεν θέλομεν να κατακρύψωμεν με την σιωπήν τον μέχρις ημών φθάσαντα κρυπτόμενον ως ανέκδοτον τον ψυχωφελέστατον Βίον του Αγίου τούτου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου, αλλά προς υμάς τους φιλομάρτυρας ακροατάς επιθυμούμεν να παραδώσωμεν. Διότι έφθασε και προς ημάς το τούτου Μαρτύριον, το οποίον συνέγραψέ τις των προ ημών, εξ αγαθής μεν διανοίας και γνώμης, εξ αμαθείας δε δια γλώσσης συγκεχυμένης· αλλ’ όμως αν και ούτως έχει η φράσις, η διήγησις είναι αληθής· διο και ημείς ως επιμεληταί των τοιούτων, μαθόντες γράφομεν αυτά. Ούτος λοιπόν ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής θείος Αυτόνομος εκοσμείτο με το αξίωμα του Επισκόπου κατά τα μέρη της Ιταλίας. Βλέπων δε ότι ο ασεβής Διοκλητιανός, ομού με τον Μαξιμιανόν και τον Γαλέριον, εκίνησαν μέγαν διωγμόν κατά της Εκκλησίας του Χριστού, και φέρων εις μνήμην την θείαν του Χριστού εντολήν, δια της οποίας προστάσσει τους διωκομένους να φεύγωσιν από της μιας πόλεως εις την άλλην, και γνωρίζων ότι εάν μένη εκεί θα είναι εις κίνδυνον ως μη δυνάμενος να διδάσκη τον λόγον της αληθείας, δια τούτο φεύγει μακράν των διωκόντων, σκεπτόμενος ότι το να διδάσκη και να παρακινή το ποίμνιον αυτού εις την ευσέβειαν δύναται να το πράξη και δι’ επιστολών, όπως έκαμε πρότερον δια της γλώσσης και εχειραγώγει τους εν τω σκότει της ασεβείας πεπλανημένους οδηγών αυτούς προς το φέγγος της αληθείας. Ένεκα τούτου λοιπόν, καταλιπών την Ιταλίαν, πορεύεται προς την Βιθυνίαν της Μικράς Ασίας, ένθα τη του Θεού βοηθεία καταφεύγει εις εν χωρίον Σωρεοί μεν ονομαζόμενον, προς τα δεξιά δε μέρη του κόλπου της Νικομηδείας ευρισκόμενον, και εκεί προσδεχθείς φιλοξενείται παρά τινος ανδρός Κορνηλίου καλουμένου. Εκεί λοιπόν διατρίψας ικανόν καιρόν και διδάξας τα της ευσεβείας μυστήρια, είτα και Ναόν άγιον ωκοδόμησεν επ’ ονόματι του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, εις τον οποίον εχειροτόνησε Διάκονον τον ειρημένον ξενοδόχον του Κορνήλιον, προς τον οποίον παρέδωκε την των Χριστιανών φροντίδα και επιμέλειαν· αυτός δε αναχωρήσας εκείθεν, επορεύθη εις την Λυκαονίαν και Ισαυρίαν, κήρυξ και εκεί γενόμενος της του Χριστού πίστεως, τους μεν στηρίζων, τους δε επιστρέφων εις την ευσέβειαν. Μετά παρέλευσιν καιρού επανελθών εις Σωρεούς ο Ιεράρχης Αυτόνομος, και ευρών τον Διάκονον Κορνήλιον αυξάνοντα τον σπόρον της θεογνωσίας και τον καρπόν εκατοστεύοντα, παρευθύς ανάγει αυτόν εις τον του Πρεσβυτέρου βαθμόν. Αλλ’ επειδή εν τω μεταξύ έμαθεν ότι ο βασιλεύς Διοκλητιανός, ελθών εις την Νικομήδειαν, μαίνεται κατά των Χριστιανών και σπουδάζει ίνα εξαλείψη πάσαν ηλικίαν και γένος εξ αυτών, εξαιρέτως δε ότι ανεζήτει αυτόν τούτον τον Αυτόνομον, δια τούτο ο θείος Ιεράρχης αναχωρήσας πάλιν εκείθεν απέπλευσεν εις το Μαντίνειον και Κλαυδιούπολιν, αίτινες είναι πόλεις κείμεναι επί της Μαύρης Θαλάσσης. Όθεν κηρύξας και εκεί τον λόγον της αληθείας ως άλλος Απόστολος, τη του Θεού συνεργεία πάλιν επιστρέφει εις Σωρεούς προς τον ιερόν Κορνήλιον. Και την προς αυτόν εμπιστευθείσαν Εκκλησίαν επισκεφθείς, και ταύτην ακόμη περισσότερον πολλαπλασιασθείσαν ευρών, τον μεν Κορνήλιον χειροτονεί Επίσκοπον, αυτός δε πορεύεται προς τα μέρη της Μικράς Ασίας, ένθα τας μεν ακάνθας της πλάνης και της ασεβείας τελείως εκριζώσας, τα δε της ευσεβείας σπέρματα φιλοπόνως κατασπείρας, καρποφόρα θείας γνώσεως τα μέρη εκείνα απέδειξε, και πολύν καρπόν δια της Θείας Χάριτος οι κάτοικοι των τόπων εκείνων προσέφερον εις τον Θεόν. Κατόπιν δε τούτων ο Ιεράρχης Αυτόνομος επανέρχεται πάλιν εις Σωρεούς. Ολίγον μακράν από τους Σωρεούς υπήρχεν χωρίον, Λίμναι ονομαζόμενον, του οποίου οι κάτοικοι ευρίσκοντο εις το βαθύτατον σκότος της ασεβείας· προς αυτό λοιπόν το χωρίον μεταβάς ο θείος Αυτόνομος εδίδαξε τους κατοίκους, και εις ολίγον καιρού διάστημα προς το φέγγος της ευσεβείας ωδήγησε· τους οποίους και βαπτίσας άπαντας, συνηρίθμησεν εις την ιεράν ποίμνην του Χριστού τούτους. Είτα αφού ετέλεσε ταύτα πάντα, έδωκε δόξαν τω Θεώ και έχαιρεν ως άλλος Απόστολος. Οι δε πιστεύσαντες δι’ αυτού εις τον Χριστόν, βλέποντες ότι οι ασεβείς ειδωλολάτραι θυσιάζουσι συνεχώς εις τους δαίμονας κατά τινα δαιμονικήν αυτών εορτήν, κατά την οποίαν εποίουν και τινα άσεμνα έργα, εις τα οποία χαίρουσιν οι δαίμονες, ταύτα, λέγω, οι ευσεβείς πολλάκις βλέποντες, και ζήλω θείω κινηθέντες, ώρμησαν ομοθυμαδόν κατά την ημέραν κατά την οποίαν οι ειδωλολάτραι ετέλουν τα συνήθη εις αυτούς έργα, και τα είδωλα τούτων συντρίψαντες, εδείκνυον εις αυτούς τα συντρίμματα. Τούτο το γεγονός, τότε μεν εις έκπληξιν και απορίαν έφερε τους ειδωλολάτρας, και εις θρήνον μάλλον ή εις εκδίκησιν κατά το παρόν ετράπησαν. Ύστερον όμως, από ζήλον δαιμονικόν εμπλησθέντες, διέπραξαν οι άθλιοι την εκδίκησιν. Φυλάξαντες ούτοι μίαν ημέραν, κατά την οποίαν ο του Χριστού θεράπων Αυτόνομος ελειτούργει εις τον Θεόν, και λαβόντες έκαστος εις τας χείρας του ό,τι εύρε πρόχειρον, άλλος μεν ξύλον, έτερος δε σίδηρον, έδραμον όλοι ομού αιφνιδίως εις τον εις Σωρεούς Ιερόν Ναόν, και αφού εκτύπησαν όσους εύρον εκεί, τελευταίον εφόνευσαν και τον Άγιον τούτον Αυτόνομον κατενώπιον της αγίας Τραπέζης, και το αίμα αυτού εξέχεον εκεί ως ποτε το του Προφήτου Ζαχαρίου και του δικαίου Άβελ, το οποίον ως αδίκως χυθέν βοά εισέτι ομού με εκείνους προς τον Κύριον. Όθεν το αίμα αυτό εις μεν τους ασεβείς και φονείς δι’ αιώνος μαρτυρεί την ασεβή αυτών πράξιν, και το αιώνιον πυρ της κολάσεως, όπερ εκδικείται αυτούς με ατελεύτητον οδύνην· εις δε τον Άγιον επροξένησε χαράν ατελεύτητον και ζωήν αιώνιον. Αλλά τα μεν του Αρχιερέως και κήρυκος της ευσεβείας Αυτονόμου ούτως εγένοντο· το δε τίμιον αυτού λείψανον, γυνή τις Μαρία ονομαζομένη και του διακονικού χαρίσματος ηξιωμένη, μετά και άλλων θεοσεβών και εναρέτων ανδρών λαβούσα, και λαμπρώς επί θήκης τινός τοποθετήσασα και οσίως κηδεύσασα παρέδωκεν εις την ταφήν. Μετά παρέλευσιν δε πολλών ετών, ότε ο ευσεβέστατος και Άγιος βασιλεύς Μέγας Κωνσταντίνος θεία δυνάμει τα ρωμαϊκά σκήπτρα ανέλαβεν, τότε ανήρ τις Σεβηριανός ονόματι την εξουσίαν της πόλεως Αλεξανδρείας παραλαβών, και προς αυτήν μεταβαίνων, διήλθε κυκλοειδώς οδοιπορών δια του κόλπου της Νικομηδείας, πλησίον της οποίας κατέκειτο η ιερά θήκη η έχουσα το του Αγίου Αυτονόμου τίμιον λείψανον. Ως δε έφθασεν εκεί ο Σεβηριανός, ευθύς εστάθησαν ακίνητοι πάντες οι ίπποι και ημίονοι αυτού από αόρατον θείαν δύναμιν, και εγένοντο ακίνητοι ως λίθοι αν και σφοδρώς εμαστιγούντο. Ταύτα βλέπων ο Σεβηριανός εξεπλήττετο, μη δυνάμενος να εννοήση το γεγονός· εις δε ανήρ ευσεβής, όστις δια την προς Θεόν ευλάβειαν είχε λάβει παρ’ αυτού την δύναμιν ίνα διαλύη και εξηγή τοιαύτας απορίας και αινίγματα, λέγει προς τον Σεβηριανόν· «Γίνωσκε καλώς, ότι είναι θέλημα Θεού όπως κτίσης ενταύθα Ιερόν Ναόν επ’ ονόματι του Αγίου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου· ότι δε ούτως έχει η αλήθεια, ιδού έμπροσθεν ημών η απόδειξις πρόκειται βεβαιούσα τους λόγους μου. Ήδη λοιπόν σοι λάγω ότι, εάν μόνον υποσχεθής την του έργου τούτου εκτέλεσιν, αμέσως θέλεις ίδει αναχωρούντα ταχέως τα ήδη ακίνητα ζώα». Τότε ο Σεβηριανός υπεσχέθη, ότι θα κτίση τον Ναόν· αμέσως δε τα ζώα ήρχισαν τρέχοντα ως και πρότερον και μάλλον περισσότερον. Όθεν τούτο ιδών, διέταξεν ευθύς τα της οικοδομής, και ούτως ήρξατο της οδοιπορίας του. Επανελθών ούτος μετά καιρόν και ευρών τον Ναόν τετελειωμένον, εγκαινιάζει αυτόν και τον καθιστά εις την εντέλειαν, ώστε έκτοτε δεν ημελήθη πλέον, αλλά πάντοτε εωρτάζετο εκεί η μνήμη του Αγίου. Μετά παρέλευσιν όμως αρκετού καιρού, προκειμένου να τελεσθή η θεία Λειτουργία κατά την εορτήν του Αγίου εν τω Ναώ τούτω, παρίστατο εκεί ο μέλλων να επιτελέση την λειτουργίαν Ιερεύς· άγνωστον όμως πως ύδωρ χυθέν άνωθεν εκ του τέμπλου εκ των εκεί υπαρχόντων σκευών, έβρεξε τον Ιερέα, όπερ ούτος δια ύβριν του μεγίστην ενόμισεν. Όθεν μετά την θείαν Λειτουργίαν κρημνίσας τον Ναόν αυτόν, ωκοδόμησεν έτερον εις το παραθαλάσσιον κατά το νότιον μέρος της του Αγίου θήκης, εις την οποίαν ο υπό του Σεβηριανού κτισθείς Ναός υπήρχε. Μετά τον θάνατον του βασιλέως Ζήνωνος, συμβάντα κατά το έτος 491, Ιωάννης τις, με στρατιωτικόν αξίωμα κεκοσμημένος, διέτριβε δια βασιλικήν υπηρεσίαν εις τα χωρία Σωρεοί και Λίμναι. Ούτος λοιπόν, εξελθών ποτε εις κυνήγιον, έφθασε και εις το μέρος εκείνο όπου ευρίσκετο ενταφιασθέν το του Αγίου Αυτονόμου ιερώτατον λείψανον, ένθα και λαγωόν τινα και άλλα ζώα φονεύσας, επέστρεψεν εις τα ίδια. Κατά δε την νύκτα εκείνην βλέπει ο Ιωάννης ούτος εν οράματι τον Ιερομάρτυρα Αυτόνομον προπορευόμενον εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον εφόνευσε την προηγουμένην ημέραν τον λαγωόν και στερεώνοντα μίαν σκηνήν δια να κατοικήση εκεί. Ο δε Ιωάννης, φροντίζων μάλλον δια τας στρατιωτικάς του υποθέσεις, κατεφρόνησε το όραμα ως απλούν ενύπνιον. Μετά παρέλευσιν όμως ολίγου χρόνου εμφανέστερον προς αυτόν εφάνη ο Άγιος, και το όνομα αυτού φανερώσας, είπεν εις αυτόν, ότι κάτωθεν της σκηνής, την οποίαν είδεν, είναι τεθαμμένον το ιερόν αυτού λείψανον. Τότε πλέον ο στρατιωτικός εκείνος Ιωάννης εσκέφθη, ότι θα πέση εις κίνδυνον εάν σιωπήση τα παρά του Αγίου Αυτονόμου προς αυτόν μηνυθέντα· δια τούτο και φανεροί ταύτα εις τον βασιλέα. Εβασίλευε δε τότε ο μετά τον Ζήνωνα βασιλεύσας Αναστάσιος ο Δίκορος, όστις δεν ήτο μεν κατά πάντα ευσεβής και Ορθόδοξος, υπεκρίνετο όμως τον τοιούτον, δια να έχη την των ανθρώπων εύνοιαν, ώστε μετά των ασεβών ήτο ασεβής και μετά των ευσεβών ήτο ευσεβής δοκιμάζων και εμπαίζων και τους μεν και τους δε· όθεν και κατασκευάζεται μεν παρ’ αυτού ο μέχρι τούδε σωζόμενος Ναός του Αγίου, εγκαινίζεται δε ούτος παρά του μετ’ εκείνον βασιλεύσαντος Ιουστίνου του φιλευσεβούς, όστις και εις αεί διαμένει θαύματα πλείστα επιτελών εις τους μετά πίστεως προσερχομένους. Και ταύτα μεν περί τούτου. Εγώ δε βλέπων νενικημένην την φύσιν και μετά θάνατον, παρακινούμαι κατά αλήθειαν εις δοξολογίαν του Θεού· καθότι ενατενίσας ποτέ επί του τάφου του Αγίου Ιερομάρτυρος Αυτονόμου είδον το ιερόν αυτού λείψανον ανώτερον υπάρχον πάσης φυσικής δυνάμεως του θανάτου. Διότι αυτός ο θάνατος ο διαλύων άπασαν την σύστασιν του ανθρωπίνου σώματος εντός ενός μόνου τριημέρου διαστήματος, αυτός δεν ηδυνήθη ήδη επί διακόσια έτη ουδέ τρίχα να διαφθείρη εκ του γενναίου τούτου μαρτυρικού Σώματος, αλλ’ ήδη έχει την κόμην της κεφαλής σώαν και καθαράν, και τον χαρακτήρα της του προσώπου μορφής ωραιότατον, ζωηρόν και εύτονον, ώστε και άπασαι αι τρίχες των γενείων είναι αδιάφθοροι. Ουχί μόνον δε εις τοσούτον, αλλά και αυτοί οι οφθαλμοί είναι ανεωγμένοι, ώστε εγώ νομίζω, ως μοι φαίνεται, ότι και τώρα βλέπει καθώς και πριν να αποθάνη, και εάν δεν εσέβετο την τάξιν του φυσικού νόμου, δεν ήθελε ούτω πως νασιωπά. Προς τούτοις ίστατο ακόμη και άπας ο τύπος του σώματος σώος εις τας αρμονίας αυτού, καθότι ούτε η κεφαλή αυτού απερράγη, ούτε αυτά τα του σώματος μόρια διεχωρίσθησαν ή εφθάρησαν, αλλ’ ίσταται ώσπερ ζων άνθρωπος, μόνον άνευ λαλιάς και κινήσεως. Τοιουτοτρόπως  ο μεγαλόδωρος Κύριος ο Θεός ημών δοξάζει τους αυτόν αντιδοξάζοντας εις τα οικεία αυτών μέλη· ότι αυτώ πρέπει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.                            


Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Η Αγία Μάρτυς Ία

Τη αυτή ημέρα της Αγίας Μάρτυρος ΙΑΣ.                                                                    

Ία η Αγία Μάρτυς, γραία ούσα κατά την ηλικίαν, ηχμαλωτίσθη από τους Πέρσας ομού με εννέα χιλιάδας Χριστιανούς, οι οποίοι ετιμωρήθησαν διαφοροτρόπως, μαζί δε με αυτούς παρεστάθη και η Αγία έμπροσθεν των αρχιμάγων του βασιλέως της Περσίας και ετιμωρήθη με διάφορα βάσανα· ύστερον δε απεκεφαλίσθη. Άδεται δε φήμη, ότι μετά την αποτομήν της ιεράς της κεφαλής η γη εκείνη, η οποία εδέχθη το αίμα της, εφούσκωσε και υψώθη εις όγκον πολύν· οι δε δήμιοι, οι ταύτην βασανίσαντες, παρελύθησαν και ο ήλιος εσκότισε το φως του, ο δε περιέχων αήρ εγέμισεν από ευωδίαν γλυκυτάτην και άρρητον· διότι ούτω δοξάζει ο Θεός τους Αυτόν δοξάζοντας. 

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Από το αθάνατον έπος του 1940. -- Διάγγελμα του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά προς τον Ελληνικόν Λαόν.

28 Οκτωβρίου 1940
Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ηνπρωϊνήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι, προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωϊνήν. Απάντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ΄ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος. Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών.



Ιωάννης Μεταξάς

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Oι Άγιοι Μάρτυρες ΔΙΟΔΩΡΟΣ, ΔΙΟΜΗΔΗΣ και ΔΙΔΥΜΟΣ

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι Μάρτυρες ΔΙΟΔΩΡΟΣ, ΔΙΟΜΗΔΗΣ και ΔΙΔΥΜΟΣ μαστιγούμενοι τελειούνται.                                                                               

Διόδωρος ο Άγιος Μάρτυς και οι συν αυτώ αθλήσαντες Άγιοι ήσαν από την Λαοδίκειαν της Συρίας· συλληφθέντες δε από τον επιτόπιον άρχοντα και παρρησία ομολογήσαντες ότι είναι Χριστιανοί, εδάρησαν τόσον ασπλάγχνως, ώστε από τον πολύν δαρμόν παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού και έλαβον παρ’ αυτού τους στεφάνους του μαρτυρίου. 

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Ο Όσιος Ευφρόσυνος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΥ του μαγείρου. 
                                                                                                         
Ευφρόσυνος ο Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη από αγροίκους γονείς και επομένως ανατραφείς με ιδιωτικήν και απαίδευτον ανατροφήν, ύστερον εισήλθεν εις Μοναστήριον και ενδυθείς το άγιον Σχήμα έγινεν υπηρέτης των Μοναχών. Επειδή δε κατεγίνετο πάντοτε εις το ναγειρείον ως αγροίκος, κατεφρονείτο από όλους τους Μοναχούς και περιεπαίζετο· πλην υπέφερεν ο μακάριος όλας τας καταφρονήσεις με γενναιότητα καρδίας και σύνεσιν και ησυχίαν του λογισμού, χωρίς να ταράττεται δι’ όλου. Διότι, αν και ήτο ιδιώτης κατά τον λόγον, όμως δεν ήτο ιδιώτης κατά την γνώσιν, καθώς τούτο θα αποδείξη καθαρώτατα αυτό το οποίον θέλομεν τώρα αμέσως αναφέρει εν συνεχεία. Εις το Μοναστήριον εκείνο, όπου ευρίσκετο ο αοίδιμος ούτος Ευφρόσυνος, ήτο και εις Ιερεύς φίλος του Θεού, όστις παρεκάλει προθύμως να φανερώση εις αυτόν ο Θεός τα αγαθά, τα οποία μέλλουν να απολαύσουν οι αγαπώντες αυτόν. Μίαν νύκτα λοιπόν, κοιμωμένου του Ιερέως, εφάνη εις τον ύπνον του, ότι ευρέθη εντός κήπου τινός και έβλεπε τα εκεί ευρισκόμενα πανευφρόσυνα αγαθά με θάμβος και έκστασιν· εκεί δε είδε και τον ανωτέρω μάγειρον του Μοναστηρίου Ευφρόσυνον, όστις ίστατο εις το μέσον του κήπου, και απελάμβανε τα διάφορα αγαθά εκείνα. Πλησιάσας λοιπόν εις αυτόν, ηρώτα δια να μάθη, ποίος άραγε είναι ο κήπος εκείνος και πως ευρέθη εις αυτόν. Ο δε Ευφρόσυνος απεκρίθη· «Ο κήπος ούτος είναι η κατοικία των εκλεκτών του Θεού· εγώ δε δια την πολλήν αγαθότητα του Θεού μου συνεχωρήθην να ευρίσκωμαι εδώ». Λέγει τότε ο Ιερεύς· «Και τι άραγε κάμνεις εις τον κήπον τούτον»; Ο Ευφρόσυνος απεκρίθη· «Εγώ εξουσιάζω όλα όσα βλέπεις εδώ, χαίρω δε και ευφραίνομαι εις την τούτων θεωρίαν και νοεράν απόλαυσιν». Είπε τότε ο Ιερεύς εις τον Ευφρόσυνον· «Δύνασαι να μοι δώσης κανέν από τα αγαθά ταύτα»; Ο δε Ευφρόσυνος απεκρίθη· «Ναι, θα λάβης από όλα αυτά με την Χάριν του Θεού μου». Τότε ο Ιερεύς έδειξεν εις τον Ευφρόσυνον μήλα τινα και εζήτει να του δώση από αυτά· λαβών δε μερικά μήλα ο Ευφρόσυνος έβαλεν αυτά εις το επανωφόριον του Ιερέως, ειπών· «Ιδού, κατατρύφησον τα μήλα τα οποία εζήτησας». Επειδή δε κατά την ώραν εκείνην εκτύπησε το σήμαντρον δια να εγερθούν οι πατέρες εις τον Όρθρον, εξύπνησεν ο Ιερεύς και ενώ ενόμιζεν, ότι η οπτασία, την οποίαν είδεν, ήτο όνειρον, απλώσας την χείρα του εις το επανωφόριόν του, ω του θαύματος! εύρε πραγματικώς τα μήλα. Και θαυμάσας δια την παράδοξον αυτών ευωδίαν, έμεινεν ακίνητος επί πολλήν ώραν. Έπειτα πορευθείς εις την Εκκλησίαν, και βλέπων εκεί ιστάμενον τον Ευφρόσυνον, απέσυρεν αυτόν εις παράμερον τόπον και τον ώρκισε δια να τω είπη, που ήτο εκείνην την νύκτα. Ο δε Ευφρόσυνος είπεν· «Συγχώρησόν μοι, πάτερ· εις κανέν μέρος δεν υπήγα κατά την νύκτα ταύτην, ειμή τώρα ήλθον εις την Ακολουθίαν». Και ο Ιερεύς είπε· «Δια τούτο εγώ πρότερον σε έδεσα με όρκους, δια να φανούν εις όλους τα μεγαλεία του Θεού και συ δεν πείθεσαι να φανερώσης την αλήθειαν»; Τότε ο ταπεινόφρων Ευφρόσυνος υπακούων εις τον Ιερέα απεκρίθη· «Εκεί, πάτερ, ήμην, όπου είναι τα αγαθά, τα οποία μέλλουν να κληρονομήσουν οι αγαπώντες τον Θεόν και τα οποία και προ πολλών ετών εζήτεις να ίδης· εκεί είδες και εμέ απολαμβάνοντα τα του κήπου εκείνου αγαθά· διότι θέλων ο Κύριος να πληροφορήση την αγιωσύνην σου περί των ζητουμένων αγαθών των Δικαίων ενήργησε δι’ εμού του ευτελούς τοιούτον θαύμα». Ο δε Ιερεύς είπε· «Και τι, πάτερ Ευφρόσυνε, έδωκας εις εμέ εκ των αγαθών του κήπου»; Ο δε Ευφρόσυνος απεκρίνατο· «Τα ωραία και ευωδέστατα μήλα, τα οποία τώρα έβαλες εις την κλίνην σου· όμως, πάτερ, συγχώρησον, ότι σκώληξ εγώ ειμι και ουκ άνθρωπος». Τότε ο Ιερεύς διηγήθη εις όλους τους αδελφούς την οπτασίαν την οποίαν είδε και δια μέσου αυτής παρεκίνησεν όλους εις θαυμασμόν και έκπληξιν και εις ζήλον του καλού και της αρετής. Ο δε μακάριος Ευφρόσυνος, φεύγων την δόξαν των ανθρώπων, ανεχώρησε κρυφίως από το Μοναστήριον και εμακρύνθη φυγαδεύων, μείνας αγνώριστος παντελώς, πολλοί δε ασθενείς τρώγοντες εκ των μήλων εκείνων ιατρεύθησαν από τας ασθενείας των.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Της Οσίας ΘΕΟΔΩΡΑΣ της εν Αλεξανδρεία.

Τη ΙΑ΄ (11η) του αυτού μηνός μνήμη της Οσίας μητρός ημών ΘΕΟΔΩΡΑΣ της εν Αλεξανδρεία.                                                                      

Θεοδώρα η όντως μακαρία και τρισόλβιος και της θείας δωρεάς τε και χάριτος επώνυμος το της μοναχικής πολιτείας και οσιότητος διήνυε στάδιον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ζήνωνος εν έτει υοδ΄ (474). Αύτη εγεννήθη και ανετράφη εις την μεγαλόπολιν Αλεξάνδρειαν· η οποία πόλις, ούσα τότε στολισμένη με διαφόρους καλλωπισμούς, περισσότερον εκαλλωπίζετο με τας αρετάς ταύτης της Οσίας και επηνείτο. Εις ταύτην την πόλιν λοιπόν οι γονείς αυτής την υπάνδρευσαν με ένα νέον ευγενή και σώφρονα εις τα ήθη, προς τον οποίον εφύλαττεν η κόρη πάσαν υποταγήν, και όσα άλλα είναι επιβεβλημένα εις τας σώφρονας γυναίκας να φυλάττουν εις τους οικείους άνδρας νομίμως και καθαρώς. Όθεν ο ανήρ αυτής, ως φρόνιμος εκ φύσεως, βλέπων την πολιτείαν και ενάρετον διαγωγήν της συζύγου, εμιμείτο όσον ηδύνατο την χρηστοήθειαν εκείνης, ούτως ώστε και οι δύο επολιτεύοντο θεαρέστως, με πάσαν κοσμιότητα χριστιανικήν. Αλλ’ επειδή δεν είναι δυνατόν εκείνοι, οίτινες ζώσι κατά Θεόν εναρέτως, να μη έχουν πειρασμούς και ενοχλήσεις από τον μισόκαλον σατανάν, δια ταύτα βλέπων ο εχθρός το ευλογημένον τούτο ανδρόγυνον να πολιτεύηται τοιουτοτρόπως και να φυλάττη επιμελώς τας παραγγελίας του Κυρίου, και με τόσην προθυμίαν και ευλάβειαν να εργάζηται τας αρετάς των ερημιτών, εφθόνησεν ο μιαρός και έβαλε πάσαν σπουδήν να διαχωρίση το ευλογημένον αυτό ανδρόγυνον με τοιούτον τρόπον. Ήναψεν εις την καρδίαν ενός νέου πλουσίου κατά πολλά και ευγενούς έρωτα σατανικόν κατά της σωφρονεστάτης Θεοδώρας, και τόσον τον εκυρίευσε το πάθος, ώστε ημέραν και νύκτα, κοιμώμενος και έξυπνος, την Θεοδώραν εφαντάζετο, με την φαντασίαν της ωμίλει, και δι’ αυτήν εστέναζεν αδιαλείπτως ο άθλιος. Όθεν με μεγάλας αμοιβάς έβαλε γυναίκας επιδιδομένας εις την μαντείαν και τον εκμαυλισμόν να επιμεληθούν δια παντός τρόπου, άλλη με λόγους έρωτος και άλλη με παγίδας σατανικάς να καταπείσουν την Θεοδώραν και να την φέρουν εις το θέλημά του. Μία δε από τας πολλάς εκείνας γυναίκας, δεδιδαγμένη υπό του διαβόλου, αφού έκαμε τας μαντείας της, ήρχισε με διαφόρους λόγους να παρακινή την Θεοδώραν, ήτις είπε προς αυτήν· «Διατί με αναγκάζετε να πράξω τοιούτον έργον παρανομώτατον; Εγώ τρέμω εκείνην την φοβεράν ημέραν της κρίσεως, φοβούμαι η τάλαινα την γέενναν του πυρός, αλλά και αυτόν τον ήλιον εντρέπομαι, ο οποίος μέλλει να γίνη μάρτυς της κακής ταύτης πράξεως». Λέγει της η κακότροπος εκείνη γυνή· «δια τούτο μη φοβείσαι, κόρη μου, άκουσον την συμβουλήν μου, και ας γίνη το πράγμα αφού βασιλεύση ο ήλιος, και ούτως ουδείς άλλος δύναται να γνωρίση τίποτε, μήτε θέλει ευρεθή τις να μαρτυρήση, ούτε έμπροσθεν του Θεού, ούτε ενώπιον των ανθρώπων». Τότε (αλλοίμονον!) αφ’ ενός μεν διότι το γένος των γυναικών είναι εκ φύσεως ευκολοκατάπειστον, αφ’ ετέρου δε από συνέργειαν του σατανά, κατεπείσθη η Θεοδώρα και εγένετο το έργον. Αφού όμως εξετελέσθη η πονηρά βουλή, ήρχισεν ευθύς το ξίφος της συνειδήσεως με τον έλεγχον να κεντά πικρότατα την καρδίαν της. Βεβαίως, όταν μία ψυχή συνειθίση εις τας αρετάς, έπειτα δε εκπέση δια μικράν ηδονήν, παρηγορίαν δεν ευρίσκει. Ενθυμουμένη όθεν και αύτη η αείμνηστος την προτέραν της τιμήν και σωφροσύνην, και πως έχασε ταύτην δια μιας στιγμής αισχράν ηδονήν, εφλογίζετο η καρδία της από άμετρον λύπην, έκλαιε πικρώς ολολύζουσα, και με βαρυτάτους αναστεναγμούς εβόα προς Κύριον εκάστην στιγμήν εκείνους τους προφητικούς θλιβερούς λόγους· «Προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου», και καν να ζητήση συγχώρησιν από τον Θεόν δια το αμάρτημα δεν ετόλμα, φοβουμένη μήπως την οργισθή ο Θεός περισσότερον. Ο άνδρας της όμως, μη γνωρίζων την αιτίαν, βλέπων την τοσαύτην λύπην, την παρηγόρει δια παντός τρόπου. Εκείνη όμως έλαβεν αθεράπευτον την πληγήν της λύπης εις την ψυχήν της, και δεν της έδιδε παραμικράν άνεσιν. Αναχωρήσασα όθεν κρυφίως κατέφυγεν εις ένα γυναικείον Μοναστήριον, το οποίον είχεν ενάρετον Ηγουμένην, αφού δε επροσκύνησε ταύτην μετά πάσης ευλαβείας και ταπεινώσεως, πίπτουσα εις τους πόδας της με θερμότατα δάκρυα παρεκάλει να φέρουν εκεί το ιερόν Ευαγγέλιον, δια να ίδη, κατά τον λόγον της μάντισσας, εάν εγνώρισεν ο Θεός την αμαρτίαν την οποίαν έκαμε την νύκτα. Λέγει της η Ηγουμένη· «και τι πράγμα γίνεται εις τον κόσμον μεγάλον ή μικρόν, και δεν το ηξεύρει ο Θεός; καθώς λέγει και ο Προφήτης, εκείνος όστις έδωκε την ακοήν και την όρασιν εις τον άνθρωπον, δεν ακούει και δεν βλέπει τα πάντα; Και μόνον να κινηθή και να σκεφθή ο άνθρωπος το παραμικρότερον κίνημα και νόημα, έχει την είδησιν ο Θεός. Όμως εάν θέλης να ελευθερωθής το συντομώτερον από την πληγήν όπου θλίβει την καρδίαν σου, φανέρωσον εις εμέ την υπόθεσιν, και ίσως δια της χάριτος του Κυρίου θέλω εύρει την θεραπείαν». Η δε Θεοδώρα πάλιν μετά δακρύων εζήτει να φέρωσι το ιερόν Ευαγγέλιον· και φέροντες αυτό, ευθύς ως ήνοιξαν τούτο εύρε το «Ο γέγραψα γέγραψα», το οποίον την έκαμεν από την λύπην της να γίνη παρ’ ολίγον έξω φρενών. Τότε έκλαιε και ωδύρετο, και με τας δύο χείρας της διεσπάραττε το πρόσωπόν της και με θλιβεράς φωνάς εβόα λέγουσα· «Αλλοίμονον εις εμέ την παναθλίαν, πως ετόλμησα η πάντολμος και ητίμασα την κοίτην του ανδρός μου». Με τοιαύτας λοιπόν φωνάς και πλήθος δακρύων έκρινε τον εαυτόν της, ότι δεν είναι πλέον αξία μήτε τον ουρανόν να βλέπη, μήτε το φως, μήτε τον αέρα, δια το ανόμημα το οποίον έκαμεν· όθεν δεν ηδυνήθη να εύρη άλλον τρόπον, από του να αφήση τον κόσμον και τα εν τω κόσμω τελείως, να λάβη το σχήμα των Μοναχών, και ούτως αμερίμνως να δοθή εις τους αγώνας της μετανοίας. Όμως γνωρίζουσα ότι θέλει την ζητήσει κατόπιν ο άνδρας της επιμελώς, εφόρεσεν ανδρικήν στολήν, και μετέβη εις ένα Κοινόβιον ανδρών δέκα οκτώ σημεία μακράν από την πόλιν της Αλεξανδρείας δια να μονάση εκεί. Φθάσασα εις το Κοινόβιον παρεκάλει τους αδελφούς να την δεχθώσιν εις το Μοναστήριον, επειδή έχει απόφασιν να γίνη Μοναχός. Εκείνοι δε οι αδελφοί απεκρίθησαν, ότι δεν είναι δυνατόν να τον δεχθώσιν ευθύς, αλλά πρότερον να μείνη καθ’ όλην την νύκτα έξω του Μοναστηρίου ασκεπής, δια να δοκιμασθή με την υπομονήν, και τότε να τον δεχθώσιν εις το Μοναστήριον. Ταύτα ακούσασα η Θεοδώρα παρ’ όλον ότι δια την ερημίαν του τόπου εγνώριζεν ότι δεν απολείπουν απ’ εκεί θηρία, όμως εδέχθη το πράγμα μετά χαράς, και έμεινε καθ’ όλην εκείνην την νύκτα έξω της θύρας του Μοναστηρίου. Ο δε Θεός, όστις εφύλαξε τον Δανιήλ από τους λέοντας, εφύλαξε και τότε την δούλην του από τα θηρία αβλαβή. Την επομένην ιδόντες οι αδελφοί της Μονής την μετά προθυμίας υποταγήν και υπομονήν της Οσίας, την εδέχθησαν ως άνδρα φιλοφρόνως εις την συνοδίαν των. Ο δε της Μονής προεστώς την επήρεν εις έναμέρος κατά μόνας και την εξήτασεν ακριβώς λέγων· «Πως ονομάζεσαι και δια ποίον λόγον θέλεις να αφήσης τον κόσμον και να γίνης Μοναχός; Μήπως και είναι από μεγάλην τινά ανάγκην»; Λέγει η μακαρία· «Άλλη ανάγκη δεν με ηνάγκασε, πάτερ, να γίνω Μοναχός, εκτός από τον πόθον μου να εγκαταλείψω τας φροντίδας του κόσμου, και να παρακαλέσω τον Θεόν να συγχωρήση τας αμαρτίας μου· το δε όνομά μου είναι Θεόδωρος δούλος της αγιωσύνης σου». Λέγει ο Ηγούμενος· «Άκουσον, αδελφέ Θεόδωρε· γνώριζε, ότι εδώ όπου επιθυμείς να κοινοβιάσης έχεις να υποφέρης κόπους και μόχθους πολλούς και βαρυτάτους· χρειάζεσαι υπακοήν και άκραν υποταγήν εις τας υπηρεσίας του Μοναστηρίου, όχι μόνον έσω, αλλά και έξω του Μοναστηρίου, και οπότε ο καιρός το καλέση θα πηγαίνης και εις την χώραν δια τινα αναγκαίαν υπόθεσιν. Αυτά όλα πρέπει να τα εκτελής χωρίς κανένα γογγυσμόν. Εκτός δε τούτων έχεις χρέος απαραίτητον να κάμης απαραιτήτως τον κανόνα σου χωρίς καμμίαν πρόφασιν· να νηστεύης, να αγρυπνής εις τας ακολουθίας του Μοναστηρίου, και ακόμη να κάμνης γονυκλισίας καθ’ εκάστην, και να παιδεύης το σώμα δια να το υποτάξης εις την εξουσίαν της ψυχής, να έχης δε και ακατάπαυστον μάχην με τους πονηρούς λογισμούς, οι οποίοι είναι ο ψυχικός θάνατος του Μοναχού». Ταύτα ακούσασα η μακαρία Θεοδώρα τα εδέχθη εις την καρδίαν μετά πολλής χαράς, και της εφάνησαν γλυκύτερα μέλιτος· και ούτως υπεσχέθη εις τον προεστώτα να τα φυλάξη μετά προθυμίας συνεργούσης της θείας Χάριτος. Τότε ο προεστώς την εκούρευσε και την έκαμε Μοναχόν, ευθύς δε ως ενεδύθη το Σχήμα ηρνήθη πάσαν κοσμικήν προσπάθειαν, και εμίσησε τας αναπαύσεις του σώματος, εδόθη δε εις τους κόπους και εις τους αγώνας της ασκήσεως· και εις όσας υπηρεσίας του Μοναστηρίου την επρόσταζον, χωρίς καμμίαν πρόφασιν έτρεχε μετά προθυμίας. Έκαμε δε χρόνους οκτώ σκάπτουσα και επιμελουμένη τους κήπους, εκ των οποίων επρομηθεύοντο οι πατέρες της Μονής τα λάχανα, ήθελε τον σίτον και εζύμωνεν άρτους δια τους αδελφούς, και πάλιν με τόσας υπηρεσίας ποτέ δεν έλειψεν από τας ακολουθίας της Εκκλησίας, και μάλιστα όταν εισήρχετο εις την Εκκλησίαν, τότε εφαίνετο η ζέσις και η αγάπη της προς την θείαν μεγαλειότητα, και με τους κόπους τους οποίους έκαμνεν αδιακόπως, και με τοιούτον διάπυρον έρωτα όπου είχε προς τον Κύριον, οπότε ήθελεν ενθυμηθή το σφάλμα το οποίον έκαμε, δεν είχε παρηγορίαν· μόνον όταν ησύχαζεν από τας υπηρεσίας, και ήτο καιρός την νύκτα να αναπαυθή με ολίγον ύπνον, τότε εκτύπα με λύπην το στήθος της λέγουσα μετά θερμών δακρύων· «Συγχώρησόν μοι, Κύριε, ότι έφθειρα η ταλαίπωρος το κάλλος της σωφροσύνης». Ένα καιρόν δεν είχε το Μοναστήριον έλαιον, και ο προεστώς έστειλεν αυτήν με δύο καμήλους εις την Αλεξάνδρειαν να φέρη το συνειθισμένον έλαιον· και καθώς εμάκρυνεν ολίγον από το Μοναστήριον, συναντά τον άνδρα της εις τον δρόμον (και τούτο πάντως κατά θείαν οικονομίαν), επειδή ο ανήρ αυτής από τον καιρόν όπου υστερήθη τοιαύτης γυναικός, δεν εστέγνωσαν ποτέ οι οφθαλμοί του από τα δάκρυα, και ο πόνος του ήτο μήπως η Θεοδώρα ηκολούθησεν άλλον άνδρα και αφήκεν αυτόν, δια τούτο παρεκάλει ημέραν και νύκτα τον Θεόν να του φανερώση εάν ευρίσκετο εις άλλον άνδρα ή όχι. Ο δε Πανάγαθος Θεός, σπλαγχνισθείς τα δάκρυά του, έστειλε θείον Άγγελον, όστις είπε προς αυτόν· «Εάν θέλεις να ιδής και με τους οφθαλμούς σου την Θεοδώραν, ανάστα λίαν πρωϊ και πήγαινε εις τον δρόμον, όστις ονομάζεται Μαρτύριον Πέτρου του Αποστόλου, και εκεί θέλει σε απαντήσει άνθρωπος, τον οποίον να στοχασθής επιμελώς εις το πρόσωπον, και θέλεις επιτύχει εκείνο το οποίον ζητείς». Κατά τον λόγον όθεν του Αγγέλου, εις τον καιρόν του όρθρου εκίνησεν ο άνθρωπος, και το πρω»ι φθάσας εις το διορισθέν μέρος, συνηντήθησαν ο εις μετά του άλλου κατά πρόσωπον. Και η μεν Θεοδώρα εγνώρισεν ευθύς τον άνδρα της, και ενεθυμήθη την αγάπην την οποίαν είχεν ούτος προς αυτήν, και την αμαρτίαν την οποίαν έκαμεν αύτη, και με μεγάλους αναστεναγμούς εγέμισαν δάκρυα οι οφθαλμοί της· πλησιάσασα δε εχαιρέτησεν αυτόν, και ευθύς επροχώρησε την οδόν της. Εκείνος όμως, επειδή εφόρει ανδρικά μοναχικά ενδύματα, και από την κακοπάθειαν και την άμετρον λύπην, την οποίαν επερνούσεν, είχεν αλλάξει παντάπασιν το σχήμα και την μορφήν, δια τούτο δεν την εγνώρισε τότε, μόνον την αντεχαιρέτησε και αυτός και ούτως εχωρίσθησαν. Τότε πάλιν ήρχισε να παραπονήται περισσότερον προς τον Θεόν, ότι δήθεν ηπατήθη, εφ’ όσον ο Άγγελος δεν επλήρωσεν την υπόσχεσιν. Όμως εφάνη προς αυτόν πάλιν ο Άγγελος και του λέγει· «Κατά την υπόσχεσίν μου σου έδειξα την γυναίκα σου, ήτις ήτο εκείνος ο Μοναχός με τον οποίον συνηντήθητε χθες καθ’ οδόν, και εχαιρετίσθητε, αυτός ήτο η γυνή σου Θεοδώρα». Από τότε επληροφορήθη ο άνθρωπος, ότι η Θεοδώρα δεν επήγε με άλλον άνδρα και ούτως έπαυσε του λοιπού από τοιαύτην υποψίαν, ελυπείτο μόνον ότι εστερήθη την καλήν ομόζυγον. Η δε μακαρία Θεοδώρα εδόθη εις μεγαλυτέρους αγώνας της ασκήσεως, και ημέραν παρ’ ημέραν ήναπτεν η καρδία της εις τον θείον έρωτα. Και πρώτον έτρωγε μίαν φοράν την ημέραν άρτον και ύδωρ· κατόπιν εις δύο ημέρας, αυξάνουσα και τους κόπους εις τας υπηρεσίας της Μονής. Έπειτα έβαλε μεσίτας εις τον Προεστώτα να την συγχωρήση να τρώγη μίαν φοράν την εβδομάδα· και αφού έλαβεν εις τούτον την άδειαν, εζήτησε και δεύτερον θέλημα, να φορή κατάσαρκα τρίχηνα ράσα, δια να παιδεύη αυτό το σώμα, το οποίον την έκαμε να εκπέση από την πρώτην της σωφροσύνην. Ω μακαρία τής όντως μακαρίας Θεοδώρας διάθεσις! Με τοσαύτην εγκράτειαν, με τοσούτους αγώνας, με τοσαύτην καρτερίαν εις τους κόπους τής μετανοίας, δεν έπαυε πάλιν ο πόνος της καρδίας της, δι’ εκείνο το σφάλμα το οποίον έκαμεν, αλλά πάντοτε το ενεθυμείτο και πάντοτε έκλαιε· και είχε δίκαιον θυμόν η αείμνηστος, να κάμη εκδίκησιν κατά του διαβόλου, να πληγώση με πολλάς και ισχυράς πληγάς εκείνον, όστις την επλήγωσε μίαν φοράν. Ο δε μισθαποδότης Θεός, όχι μόνον συνεχώρησε το αμάρτημα, δια την μετάνοιάν της, αλλά και δια τας αρετάς της την εχαρίτωσε και την ενίσχυσε να κάμη και θαύματα, και ακούσατε. Πλησίον του Μοναστηρίου εκείνου είναι λίμνη μεγάλη, εις την οποίαν κατώκησε κροκόδειλος μέγας και φοβερός και έτρωγε και ανθρώπους και ζώα, όσα ήθελον πλησιάσει εκεί. Όσοι λοιπόν εκατοικούσαν εις τα χωρία όπου ήσαν πέριξ της λίμνης, δεν απετολμούσαν να διέλθουν από κανέν μέρος της λίμνης δια τον φόβον του θηρίου. Αλλά και ο έπαρχος της Αλεξανδρείας Γρηγόριος έβαλε στρατιώτας και εφύλασσον πέριξ, και δεν επέτρεπον εις ουδένα να περάση από εκείνους, οίτινες δεν εγνώριζον δια το θηρίον. Ο δε Προεστώς της Μονής, γνωρίζων τας αρετάς της Οσίας Θεοδώρας, και ότι είναι αδύνατον δια την υπερβολήν των αγώνων της να μη απέκτησε θείον χάρισμα, την εκάλεσε προς εαυτόν και λέγει προς αυτήν· «Τέκνον μου Θεόδωρε, λάβε το σταμνίον και ύπαγε να φέρης ύδωρ από την λίμνην». Εκείνη δε ευθύς ως ήκουσε την προσταγήν του Ηγουμένου, δια την προθυμίαν της υποταγής, δεν εσυλλογίσθη μήτε φόβον, μήτε κίνδυνον θανάτου πικρού, αλλ’ ευθύς ήρπασε το σταμνίον και έσπευσε να εκτελέση την εντολήν. Φθάσασα η Θεοδώρα εις το χείλος της λίμνης, την ημπόδιζον πολλοί με φωνάς να μη πλησιάση και φαγωθή από το θηρίον. Αλλ’ εκείνη μετά πίστεως και ελπίδος της ευλογημένης υπακοής επλησίασεν εις τα ύδατα. Και εκεί είδον οι παριστάμενοι θαύμα φρικτόν, ότι καθώς εισήλθεν η Αγία εις την λίμνην να γεμίση το σταμνίον, ευθύς ήλθεν ο κροκόδειλος και την επήρεν εις την ράχιν του, αφού δε εγέμισε το σταμνίον από τα βάθη, την έφερε πάλιν σηκωτήν έξω εις την γην. Και εξελθούσα η Οσία επετίμησεν εκείνο το παμφάγον θηρίον, το οποίον ευθύς εθανατώθη, και ελυτρώθη ο κόσμος από τον φόβον και τον κίνδυνον, πάντες δε εδόξαζον τον Θεόν και ηυχαρίστουν την Αγίαν. Ο φθόνος όμως, όστις εισήλθε κατ’ αρχάς ακόμη και εις τον Παράδεισον, κατέλαβε τότε και τινας κακομονάχους, οι οποίοι ακούοντες επαινούμενον υπό πάντων τον Όσιον Θεόδωρον, και βλέποντες την αγγελικήν και αμίμητον πολιτείαν του, εφθόνησαν την Οσίαν φθόνον θανάσιμον. Όθεν εκάλεσαν τον νομιζόμενον Θεόδωρον κρυφίως από τον Προεστώτα, και του έδωκαν μίαν επιστολήν να την υπάγη μακράν εις ένα ερημίτην, επειδή ήτο δήθεν αναγκαία υπόθεσις· η γνώμη των όμως ήτο να την φάγουν την νύκτα καθ’ οδόν τα θηρία, επειδή η έρημος εκείνη είναι γεμάτη από ανθρωποφάγα τετράποδα και ερπετά φαρμακερά. Όμως ματαίως έπασχον· και μάλιστα εκείνο το οποίον ήθελον και μετεχειρίσθησαν δια κακόν της Οσίας, ο Θεός το ωκονόμησεν εις βοήθειάν της. Διότι καθώς εκείνη πρόθυμος εις την υπακοήν εξήλθε και απεμακρύνθη από το Μοναστήριον βαδίζουσα εις την έρημον, έχασε την οδόν και δεν εγνώριζε ποίον μέρος να ακολουθήση. Εκεί δε εφάνη θηρίον τι άγριον, το οποίον εγένετο οδηγός τής Αγίας, και την επήγεν μέχρι του κελλίου εκείνου, όπου έμελλε να δώση την επιστολήν. Και όχι μόνον κατά την μετάβασιν εφάνη το θηρίον οδηγός της Οσίας, αλλά και κατά την επιστροφήν ηκολούθησεν αυτήν μέχρι του Μοναστηρίου και εισήλθον ομού εντός αυτού. Μεταβάσα δε η Οσία εις τον Προεστώτα δια να δώση την απόκρισιν, ώρμησε το θηρίον επάνω εις τον θυρωρόν, και βάλλον τους όνυχας εις το σώμα του δια να τον κατασπαράξη, εφώναζεν αυτός μεγαλοφώνως, και έτρεξαν οι αδελφοί, αλλά δεν ετόλμησε να πλησιάση κανείς, παρά μόνη η Αγία, ήτις ήρπασε το θηρίον και το έσυρεν από τον άνθρωπον, τον οποίον είχεν ήδη πληγώσει με τους όνυχας, τον ελύτρωσεν όμως από τον θάνατον των οδόντων· και το μεν θηρίον επετίμησε, και παρευθύς έπεσε τούτο έμπροσθέν της και απέθανε, του δε θυρωρού αλείψασα τας πληγάς με άγιον έλαιον και επικαλεσαμένη τον Δεσπότην Χριστόν, ιάτρευσεν αυτόν πάραυτα. Το θαύμα τούτο δεν ήθελεν η μακαρία να γνωρίζη τις, αλλά δεν ήτο δυνατόν να κρυβή το γενόμενον. Όθεν όλοι οι αδελφοί ιδόντες τούτο εβόων με ευχαριστίας δια την απελευθέρωσιν του αδελφού από τον θάνατον και τας θανασίμους πληγάς. Ακούσας ταύτα ο Προεστώς, μαθών δε και την αποστολήν, λέγει προς την Αγίαν· «Αδελφέ Θεόδωρε, ειπέ μοι ποίος σε έστειλε να υπάγης να πέσης εις τοιούτον φανερόν κίνδυνον, εις έρημον τόπον και εις καιρόν νυκτός»; Στοχασθήτε τώρα, αδελφοί, ψυχήν όντως δια τον Παράδεισον! Εις το ερώτημα του Ηγουμένου απεκρίθη η Οσία· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ, τω δούλω σου, διότι την ώραν εκείνην ευρισκόμην βεβυθισμένος εις ύπνον ψυχικόν και σωματικόν, και δεν δύναμαι τώρα ούτε να ενθυμηθώ, αλλ’ ούτε να αποκριθώ». Όθεν με τοιαύτην πρόφασιν απέφυγε και την κενοδοξίαν, και δεν εφανέρωσεν εκείνους οίτινες την επεβουλεύθησαν. Ταύτα βλέπων ο εχθρός της αληθείας έτριζε τους οδόντας εναντίον της Αγίας· και όχι πλέον με κρυφίας επιβουλάς, αλλά και φανερά ήρχισεν ο μιαρός να την φοβερίζη, ότι δεν θα την αφήση να ησυχάση, εάν δεν την καταστήση παίγνιον εις εκείνους οίτινες τώρα την ευλαβούνται. Μετ’ ολίγας ημέρας ετελείωσε το σιτάρι του Μοναστηρίου, και ο Ηγούμενος επρόσταξε την Αγίαν να πάρη τας καμήλους και να υπάγη εις την Αλεξάνδρειαν δια να αγοράση σιτάρι· παρήγγειλε δε εις αυτήν, ότι ανίσως και δεν προφθάση να έλθη την ημέραν, να μείνη το εσπέρας εις τι Μονύδριον ονομαζόμενον του Ενάτου να αναπαύση εκεί τας καμήλους και τον εαυτόν του. Αφού εξετέλεσε την υπηρεσίαν ταύτην η Οσία, κατά την επιστροφήν, επειδή έφθασεν εις το Μονύδριον βασίλευμα ηλίου, έμεινε κατά την παραγγελίαν τού Προεστώτος εκεί την νύκτα εκείνην πλησίον εις τους πόδας των καμήλων κοιμηθείσα. Και τότε έκαμεν αρχήν να την πολεμήση ο Σατανάς με τοιούτον τρόπον. Εις το Μονύδριον, εις το οποίον έμεινεν η Αγία, ευρίσκετο μία κόρη, ήτις είχε συγγένειαν με τινας εκεί εφησυχάζοντας· αυτήν δε την κόρην παρεκίνησεν ο διάβολος να πέση εις έρωτα της Οσίας, νομίζουσα ότι είναι ανήρ. Όθεν επήγε χωρίς καμμίαν εντροπήν και επλάγιασεν εκεί όπου ανεπαύετο η Αγία, και την εβίαζεν εις την αισχράν πράξιν της αμαρτίας. Αλλ’ επειδή είδεν η άσεμνος εκείνη νεάνις, ότι μάτην εκοπίαζεν, απελπισθείσα και μη υποφέρουσα την πύρωσιν της σαρκός, παρεδόθη εις ένα ξένον, όστις είχεν έλθει να μείνη εκείνην την νύκτα εις το Μονύδριον. Το δε πρωϊ, ο μεν πράξας την ανομίαν ανεχώρησεν εις τα ίδια, η δε Οσία επήγε με τας καμήλους εις το Μοναστήριόν της. Αφού παρήλθεν ολίγος καιρός, εφάνη η κόρη εγκαστρωμένη· και επειδή την εξήταζον οι συγγενείς της και εζήτουν να είπη εκείνον, όστις την έφθειρεν, εκείνη, βαλμένη από τον σατανάν, είπε προς τους εξετάζοντας, ότι ο Μοναχός Θεόδωρος από το Μοναστήριον του Οκτώ και δεκάτου έμεινεν εδώ και με εβίασε την νύκτα. Πιστεύσαντες όθεν οι ακούσαντες εις τους λόγους της, ευθύς έδραμον εις το Μοναστήριον, εις το οποίον ηγωνίζετο η Οσία, και με φωνάς και θορύβους εβόων· «Ο Μοναχός Θεόδωρος δεν εφοβήθη Θεόν, δεν εντράπη ανθρώπους ο πάντολμος, αλλά έκαμεν εις το Μοναστήριον όπου τον εδέχθημεν τοιούτον έργον αισχρότατον και παράνομον». Ταύτα ακούσας παρ’ ελπίδα ο Ηγούμενος, παρέστησε την Αγίαν και την ηρώτησεν ανίσως και έχει είδησιν περί τούτου του αμαρτήματος. Η δε μακαρία αποκριθείσα, ότι δεν έχει είδησιν του πράγματος αυτού, εκείνοι οι κατήγοροι ανεχώρησαν εις το Μοναστήριον αυτών. Όταν εγεννήθη το παιδίον, το επήραν οι συγγενείς της γυναικός εκείνης, και φέροντες αυτό εις το Μοναστήριον της Αγίας, το έρριψαν εις το μέσον και ανεχώρησαν. Και τούτο ήτο τέχνη του σατανά δια να λυπήση εκείνην, ήτις τον επλήγωνε, και να εμποδίση την ευθείαν οδόν των κατορθωμάτων της· αλλ’ εις μάτην εμηχανάτο ο τρισκατάρατος, μάλιστα τα βέλη τα οποία ηκόνιζε κατά της Αγίας εκαρφώνοντο εις την καρδίαν του· και όσα αυτός μετεχειρίζετο εις ατιμίαν της Οσίας, εστρέφοντο εις τιμήν και δόξαν αυτής. Τι γίνεται λοιπόν; Επίστευσαν οι αδελφοί ότι αυτός ο Θεόδωρος είναι ο πατήρ του παιδίου· όθεν ομού με το βρέφος εξωρίσθη από το Μοναστήριον. Αναλαβούσα όθεν η μακαρία Θεοδώρα την φροντίδα του παιδίου ως ιδία μήτηρ έτρεφεν αυτό με γάλα προβάτων, το οποίον εζήτει παρά των ποιμένων, από δε το μαλλί αυτών του έκαμνε και ενδύματα. Ω της υπέρ άνθρωπον υπομονής της μακαρίας ψυχής! Και ποίος ήθελεν υποφέρει τοιαύτην παράλογον συκοφαντίαν, δυνάμενος μάλιστα εις μίαν στιγμήν να φανή αθώος; Αλλ’ αυτή η αδαμάντινος υπέμεινεν επτά χρόνους καταφρονουμένη εις τοιαύτην δεινήν κατηγορίαν και εις τόσην πολυκαιρίαν ούτε ηδημόνησε ποτέ, ούτε καν λόγον ψυχρόν ελάλησεν· αλλά ενθυμουμένη εκείνο το αμάρτημα, όπερ έπραξεν, έπασχε με τοιαύτην καταφρόνησιν να το εξαλείψη. Η δε τροφή της μακαρίας ήτο άγρια βότανα, και το ποτόν ύδωρ της λίμνης, και εκείνο ανακατωμένον με δάκρυα, τα οποία δεν έλειπον ποτέ από τους οφθαλμούς της. Όθεν το μεν σώμα εφθείρετο από την άμετρον κακοπάθειαν, οι όνυχες εμακρύνοντο, αι τρίχες της κεφαλής από την αλουσίαν εγένοντο ως των αλόγων ζώων και η όψις αυτής από την θερμότητα των ηλιακών ακτίνων εφαίνετο ως του αιθίοπος καταμέλαινα. Τις να διηγηθή τας ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας δια των οποίων ήλλαξεν η μορφή της και εφαίνετο ως τέρας παράδοξον; Με όλον δε ότι ηγωνίζετο τοιουτοτρόπως ως άσαρκος, και υπέμενε τοσαύτην καταφρόνησιν, και διαφόρους πειρασμούς υπό δαιμόνων, πάλιν δεν ηθέλησε να απομακρυνθή από το Μοναστήριον, αλλά κάμνουσα μίαν μικράν καλύβην, ευρίσκετο εκεί με το βρέφος, έξω της θύρας του Μοναστηρίου. Δεν έπαυεν όμως ο εχθρός και εδώ από του να πολεμή την Αγίαν με διαφόρους πειρασμούς, επειδή εις εκάστην ευκαιρίαν έδιδεν η καρτερόψυχος εις αυτόν αφορήτους πληγάς με τους υπέρ άνθρωπον αγώνας της. Μετεσχηματίσθη όθεν ο διάβολος εις το είδος του ανδρός της Οσίας και επήγεν έμπροσθέν της και λέγει προς αυτήν μετά πολλών δακρύων· «Ω ηγαπημένη μου και περιπόθητος Θεοδώρα, ω φως και ακτίνες των ομμάτων μου και παρηγορία, χαρά και ηδονή της καρδίας μου, φθάνει τόσους χρόνους όπου με ετυράννησεν η ιδική σου υστέρησις· παύσον, παρακαλώ, τώρα τους πόνους της λύπης μου· ας υπάγωμεν ομού εις την οικίαν μας, να ζήσωμεν ομού και οι δύο θεάρεστα». Η δε Αγία, νομίζουσα ότι είναι αληθινά ο άνδρας της, απεκρίθη προς αυτόν λέγουσα· «Δεν είναι δυνατόν, εφ’ όσον εγώ μίαν φοράν ηρνήθην τον κόσμον και τα εγκόσμια, να στραφώ πάλιν εις του κόσμου τα μάταια και ψευδή· έπειτα πως ήθελον βλέπει το πρόσωπόν σου χωρίς εντροπήν, αφού ερρύπωσα η ταλαίπωρος την τιμήν της συζυγίας»; Και λέγουσα ταύτα η Οσία, ήλθεν εις την μνήμην της το αμάρτημα και εσήκωσε τας χείρας της εις προσευχήν· και καθώς ήνοιξε το στόμα να αναφέρη το φοβερόν όνομα του Ιησού Χριστού, ευθύς ο δαίμων εγένετο άφαντος. Άλλην φοράν πάλιν κατά φαντασίαν εσύναξεν ο μιαρός πλήθος θηρίων της γης και θαλάσσης, και ανάμεσα εις ταύτα εφάνη εις μεγαλόσωμος άνθρωπος, και έδραμε κατά της Αγίας, προστάσσων και τα θηρία να την καταφάγουν. Εκείνη δε πάλιν αφόβως ίστατο μελετώσα το προφητικόν λόγιον· «Κυκλώσαντες εκύκλωσάν με οι εχθροί μου, και με το όνομά σου τους απεδίωξα, Κύριε» και ευθύς όλα τα φαινόμενα διελύθησαν εις τον αέρα ωσεί κονιορτός. Άλλοτε το ακάθαρτον πνεύμα εφάνη με πλήθος στρατιάς ως άρχων και στρατηγός, και έλεγον προς την Αγίαν οι υπηρέται του σατανά· «Προσκύνησον τον άρχοντα». Η δε Αγία καθώς είπεν, ότι μόνον τον Θεόν πρέπει να προσκυνώμεν, επρόσταξεν εκείνος ο φαινόμενος άρχων και έδειραν τοσούτον την Αγίαν και την επλήγωσαν τόσον, ώστε έμεινεν ακίνητος ωσεί νεκρά. Και βλέποντες αυτήν τινές βοσκοί την άλλην ημέραν, επήγαν και είπον προς τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου, ότι απέθανεν ο Μοναχός Θεόδωρος. Η δε μακαρία Θεοδώρα περί το μεσονύκτιον συνήλθεν ολίγον, και ήρχισε να λέγη· «Δίκαια έπαθον, εγώ είμαι όλη η αιτία της παιδεύσεως, διότι έκαμα εκείνην την ανομίαν εις την αρχήν». Προσηύχετο όθεν προς τον Θεόν να την συγχωρήση, και να παύσουν πλέον οι πειρασμοί, να λάβη και αυτή ολίγην άνεσιν. Εκείνοι δε όπου ήλθον να την ενταφιάσουν ως νεκράν, ακούσαντες ότι προσεύχεται, εδόξασαν τον Θεόν, και έδραμον εις το Μοναστήριον, λέγοντες, ότι ανέστη ο Θεόδωρος. Έκρινε δε ο Ηγούμενος, ότι φθάνει πλέον ο κανών τον οποίον έκαμε, δια την κακοπάθειαν, και να έχη εις το εξής και το παιδίον κοντά της, επειδή, αφού απεγαλακτίσθη, το είχον εξόριστον μακράν από το Μοναστήριον. Αλλά πάλιν ο Σατανάς έστησεν άλλην παγίδα, και όλα τα άφηνεν η Θεία Πρόνοια να γίνωνται υπό του εχθρού, δια να της πλέξη λαμπρότερον και ενδοξότερον τον στέφανον. Μίαν φοράν έξωθι του Μοναστηρίου εφάνη εις αυτήν χρυσίον πολυάριθμον χυμένον εις την γην, και πλήθος ανθρώπων οίτινες το συνέλεγον. Άλλοτε πάλιν καθημένη εις την κέλλαν της ήλθε πλήθος υπηρετών, και έφερον εις αυτήν διάφορα εκλεκτά φαγητά με αρτύματα και αρώματα κατεσκευασμένα και έλεγον· «Ο άρχων εκείνος, όστις έβαλε τότε και σε έδειραν, το μετενόησε, και σου στέλλει ταύτα φιλοφρονούμενος να τον συμπαθήσης». Όμως η Αγία έμαθε πλέον τας τέχνας του σατανά, και με το σημείον του σωτηρίου όπλου του Σταυρού ηφάνιζεν ευθύς τας φαντασίας του. Αφού επέρασαν οι επτά χρόνοι, εκείνοι οι Μοναχοί από το Μοναστήριον του Ενάτου, οίτινες εσυκοφάντησαν την Αγίαν, ήλθον εις το Μοναστήριον, εις το οποίον ευρίσκετο, και παρεκάλεσαν τον Ηγούμενον να δεχθή τον Μοναχόν Θεόδωρον εις την των αδελφών συνοδείαν, επειδή και έκαμεν αρκετόν τον κανόνα δια το πταίσιμον εκείνο, προσθέτοντες ότι και εκ θείας αποκαλύψεως επληροφορήθησαν ότι συνεχωρήθη το αμάρτημα του Θεοδώρου. Όθεν ο Ηγούμενος υπακούσας εις αυτούς επρόσταξε να καθίση ο Θεόδωρος εις το εσωτερικόν κελλίον ελεύθερος και συγκεχωρημένος από την καταδίκην της συκοφαντίας, να μένη δε και ελεύθερος από πάσαν υπηρεσίαν του Μοναστηρίου. Η δε μακαρία και ούτω δεν ανεπαύθη, αλλά και εις περισσοτέρους αγώνας τής ασκήσεως και νηστείας και προσευχάς εσχόλαζε. Παρετήρει δε ο Ηγούμενος την πολιτείαν της Αγίας, και την ηυλαβείτο κρυφίως, συλλογιζόμενος την πρώτην αυτής υπακοήν, και την μετά ταύτα άκραν υπομονήν της, έτι δε διότι ησθάνετο ότι είχεν αξιωθή και θείας Χάριτος, και όλον ήλπιζε να ίδη εις αυτήν κανέν σημείον επάξιον της πολιτείας της. Εκείνας τας ημέρας εγένετο τοσαύτη ξηρασία, ώστε εστέγνωσαν παντελώς αι λίμναι και οι λάκκοι εις τους οποίους συνεκεντρούτο και εναποθηκεύετο το ύδωρ δια τας ανάγκας του Μοναστηρίου. Τότε ο Ηγούμενος επρόσταξε την Αγίαν να πάρη το αγγείον, με το οποίον έσυρον το ύδωρ, να το γεμίση από τον λάκκον του Μοναστηρίου, και να το φέρη γεμάτον. Η δε Οσία χωρίς καμμίαν περιέργειαν υπήκουσε προθύμως και αρπάσασα το αγγείον το κατεβίβασεν εις τον εξηραμμένον λάκκον, και το ανέσυρε πλήρες ύδατος. Και όχι μόνον τούτο, αλλά και όλοι οι λάκκοι του Μοναστηρίου ευρέθησαν πλήρεις ύδατος, με την ευχήν της Αγίας. Μετά δε παρέλευσιν ολίγων ημερών ήρχισεν η μακαρία να νουθετή το παιδίον ως πατήρ γνήσιος οδόν σωτηρίας· και ακούοντες οι αδελφοί έξωθεν την ομιλίαν, το ανέφερον προς τον Ηγούμενον· ο δε Ηγούμενος παρήγγειλεν εις τινας αδελφούς να ίστανται έξωθεν της κέλλης κρυφίως, να ακούουν τι ομιλεί ο Θεόδωρος εις το παιδίον. Εκτελούντες δε οι Μοναχοί εκείνοι την παραγγελίαν του Προεστώτος, ήκουον την Αγίαν όπου συνεβούλευε το παιδίον λέγουσα ταύτα· «Άκουσον, τέκνον μου αγαπητόν, ο καιρός της ιδικής μου ζωής βλέπω ότι έφθασε πλησίον εις το τέλος, εγώ δε επιθυμώ να υπάγω όσον ταχύτερον εις εκείνην την αληθή και μακαρίαν ζωήν. Εσέ δε, τέκνον μου, αφήνω εις τον πατέρα των ορφανών Θεόν και εις τον Προεστώτα της Μονής. Ζήτει, τέκνον μου, την ευγένειαν της ψυχής, ήτις είναι αληθινή, και όχι του σώματος, ήτις είναι ψευδής. Μη ζητής τιμήν από τους ανθρώπους, διότι αύτη κολάζει τον άνθρωπον, αλλά ζήτει την ουράνιον δόξαν· μίσησον την πολυϋπνίαν, αγάπησον την εγκράτειαν, φεύγε τον καλλωπισμόν των ενδυμάτων. Να είσαι πρόθυμος πάντοτε εις την προσευχήν· πρόσεχε να μη αφήσης ουδέποτε την ακολουθίαν σου, να είσαι συμπαθής εις όλους τους αδελφούς, να βοηθής όσον δύνασαι, και να υπηρετής τους αδυνάτους. Μη θελήσης να ζης με ξένον κόπον· φυλάττου μήτε με τον νουν σου να μη κατακρίνης τινά ή καλόν ή κακόν. Όταν σε ερωτούν, σκύπτε το πρόσωπον εις την γην, και ούτω να αποκρίνεσαι. Μη περιγελάσης τινά, και μάλιστα όταν δυστυχή. Όταν ακούης ότι πολιτεύεται κανείς αδελφός ατάκτως, παρακάλεσον τον Θεόν να διορθώση την πολιτείαν του. Επισκέπτου και βοήθει τους ασθενείς, υπηρέτει τους αδελφούς ως δούλος αυτών, ίνα γίνης φίλος Χριστού, όστις δι΄ εσέ εγένετο δούλος και υπηρέτης. Προσεύχου πάντοτε, τέκνον μου, δια να μη πίπτης εις πειρασμούς· ει δε και τύχη να πέσης, ευθύς να εγείρεσαι με την διόρθωσιν της μετανοίας, και πάλιν τρέχε εις την προσευχήν. Τοιουτοτρόπως πολιτευόμενος, τέκνον μου, θέλεις έχει τον Θεόν πάντοτε να σε επακούη και να σε βοηθή ψυχή τε και σώματι». Αφού εδίδαξεν η μακαρία το παιδίον, ευθύς παρέδωκε και την ολόφωτον ψυχήν της εις χείρας Θεού· το δε παιδίον ήρχισε να κλαίη μεγάλως, ώστε εκ των φωνών εγέμιζεν όλον το κελλίον. Ακούσαντες ταύτα οι απεσταλμένοι αδελφοί έσπευσαν εις τον Ηγούμενον και είπον εις αυτόν όσα ήκουσαν εις την παραίνεσιν. Λέγει δε εις αυτούς ο Ηγούμενος· «Είδον και εγώ, αδελφοί, όραμα θαυμαστόν, και ακούσατε αυτό. Είδον ως να ήλθον δύο άνθρωποι, οίτινες με εσήκωσαν εις τον αέρα κατά πολλά υψηλά, και εκεί έβλεπον πλήθος Αγγέλων, ήκουσα δε φωνήν ήτις μου έλεγε· «Βλέπε πόσα αγαθά ητοιμάσθησαν εις την νύμφην μου Θεοδώρα». Μου εφαίνετο ακόμη, ότι εβάσταζεν εις Άγγελος μίαν κλίνην, εις την ωραιότητα θαυμαστήν κι ανεκδιήγητον· εγώ δε βλέπων τοιούτον στολισμόν ως νυμφικόν, ηρώτων να μάθω δια ποίον ετοιμάζεται αυτή η παράταξις. Καθώς λοιπόν εξήταζον δια να μάθω από εκείνους τους δύο, οίτινες με επήγαιναν, βλέπω έξαφνα παράταξιν Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, και πάντων των Δικαίων, και ανάμεσα εις τα τάγματα εκείνα εφάνη μία γυνή εστολισμένη με δίξαν και λαμπρότητα, η οποία εκάθησεν εις εκείνην την υπερένδοξον κλίνην· εκείνοι δε όπου με έφερον έλεγον, ότι αυτός είναι ο Αββάς Θεόδωρος, όστις αδίκως εσυκοφαντήθη, και ο οποίος προέκρινε να υπομείνη τοσαύτην καταφρόνησιν εις επτά χρόνους, εξόριστος από την αδελφότητα, και να νομίζηται πατήρ ξένου παιδός, και να τρέφη αγογγύστως σπέρμα αλλότριον με τοσαύτην κακοπάθειαν, παρά να φανερώση ποίος είναι και να ελευθερωθή από τοιαύτην εντροπήν και κακοπάθειαν· δια τούτο λοιπόν, καθώς βλέπεις, ηξιώθη και εις τόσην δόξαν και λαμπρότητα. Έως εδώ, αδελφοί, ετελείωσε το όραμα, μόνον τώρα ας υπάγωμεν εις την κέλλαν του Θεοδώρου δια να ίδωμεν το γεγονός». Μετέβη όθεν ο Ηγούμενος με τους αδελφούς εις το κελλίον της Αγίας, και εύρον το παιδίον όπερ έκλαιε πικρώς, την δε μακαρίαν Θεοδώραν τελειωθείσαν. Τότε, καθώς εγνωρίσθη ότι η Αγία ήτο γυνή, έρρεον από τους οφθαλμούς του Ηγουμένου και των αδελφών ως βρύσις τα δάκρυα επάνω εις το άγιον λείψανον. Επρόσταξε δε ο Ηγούμενος να προσκαλέσουν εκείνους τους Μοναχούς, οίτινες εσυκοφάντησαν την Αγίαν, να έλθουν να ιδούν το παράδοξον πράγμα, και να κλαύσουν δια την απάτην της ψευδούς συκοφαντίας· οι οποίοι καθώς ήλθον και είδον, έμειναν ως εκστατικοί, και έτρεμον από τον φόβον των, νομίζοντες ότι θέλει τους εύρει οργή θεήλατος δια την προς την Αγίαν άδικον κατηγορίαν. Συνήχθη δε εκεί πλήθος Μοναχών πανταχόθεν, και κανείς δεν έμεινεν όστις να μη δακρύση με εγκάρδιον και διάπυρον κατάνυξιν. Τότε παρεστάθη Άγγελος Κυρίου προς τον Ηγούμενον, και του παρήγγειλε να στείλη τάχιστα άνθρωπον έφιππον εις την χώραν, και εκείνον τον οποίον ήθελεν απαντήσει πρώτον, να τον βάλη επάνω εις το άλογο και να τον φέρη εις το Μοναστήριον. Ούτος ήτο ο άνδρας της μακαρίας Θεοδώρας· ο οποίος, και πριν να τον προσκαλέσουν, είχεν ίδει θείαν αποκάλυψιν, και είχε κινήσει να έλθη εις το Μοναστήριον. Φθάσας λοιπόν εις το Μοναστήριον, και ιδών της μακαρίας το ιερώτατον λείψανον, έπεσεν επάνω πικρώς κλαίων και οδυρώμενος, και ανακαλών εξ ονόματος την Αγίαν και αναθυμίζων την σώφρονα ζωήν, την οποίαν επέρασαν ομού προτού να αναχωρήση, τόσον ώστε και τα ακουόμενα ήσαν αξιέπαινα, και τα βλεπόμενα αξιοθαύμαστα εις τους παρεστώτας. Τότε λοιπόν μετά πάσης ευλαβείας και κατανύξεως έψαλαν ύμνους και δοξολογίας προς τον Θεόν, και ούτως ενεταφίασαν εκείνο το πολύαθλον και σεβάσμιον λείψανον. Ο δε ανήρ αυτής με τας ευχάς της Αγίας πλέον δεν ανεχώρησεν εκείθεν, αλλά γενόμενος Μοναχός κατώκησεν εις το κελλίον της συζύγου, και ζήσας ζωήν ασκητικήν απήλθε προς Κύριον, και ετάφη ομού με την Αγίαν· αλλά και το παιδίον, το οποίον ανέθρεψεν η Οσία, επρόκοψε τοσούτον εις την μοναδικήν πολιτείαν, ώστε κατεστάθη βραδύτερον και Προεστώς της Μονής εκείνης παρακληθείς υπό των αδελφών. Ταις της μακαρίας και Αγιωτάτης μητρός ημών Θεοδώρας πρεσβείαις ελεήσαι και σώσαι ημάς Χριστός ο Θεός ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Οι Άγιοι Απόστολοι Απελλής, Λουκάς και Κλήμης

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΑΠΕΛΛΟΥ, ΛΟΥΚΑ και ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ.                                                                                                  

Απελλής ο Απόστολος ούτος είναι άλλος και άλλος ο Απελλής εκείνος, όστις έγινεν Επίσκοπος της εν Θράκη Ηρακλείας και εορτάζεται κατά την τριακοστήν πρώτην του Οκτωβρίου μετά Στάχυος, Αμπλίου, Ουρβανού, Ναρκίσσου και Αριστοβούλου. Τούτον δε τον Απελλήν αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εν τη προς Ρωμαίους επιστολή λέγων· «Ασπάσασθε Απελλήν τον δόκιμον εν Χριστώ» (ιστ: 10)· ούτος λοιπόν γενόμενος της Σμύρνης φωστήρ και τω Χριστώ οσίως δουλεύσας, προς Αυτόν εξεδήμησεν. Ο δε Λουκάς ούτος είναι άλλος από τον Ευαγγελιστήν· αναφέρει δε και αυτόν ο Απ. Παύλος εν τη προς Τιμόθεον επιστολή λέγων· «Λουκάς εστι μόνος μετ’ εμού» (Β΄ Τιμ. δ: 11)· ούτος λοιπόν γενόμενος πρώτος Επίσκοπος της εν Συρία Λαοδικείας και καλώς ποιμάνας το λογικόν αυτού ποίμνιον, απήλθε προς Κύριον. Και ο Κλήμης δε ούτος άλλος είναι από τον Κλήμεντα τον Ρώμης Επίσκοπον· τούτον δε αναφέρει ο ίδιος Απ. Παύλος εν τη προς Φιλιππησίους Επιστολή λέγων· «Εν τω Ευαγγελίω συνήθλησάν μοι μετά και Κλήμεντος και των λοιπών συνεργών μου» (δ: 3)· ούτος λοιπόν γενόμενος Επίσκοπος των Σάρδεων, και τα στίγματα του Χριστού εν τη σαρκί περιφέρων, προς Αυτόν εξεδήμησεν.