Ασκλάς ο Άγιος Μάρτυς ήθλησε κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄ -τε΄ (284 – 305), κατήγετο δε εκ της Θηβαϊδος της Αιγύπτου. Διαβληθείς δε προς τον ηγεμόνα Αρριανόν δια την εις Χριστόν πίστιν και ομολογήσας παρρησία τον Χριστόν, εκρεμάσθη, εξεσχίσθη εις τας πλευράς και έπειτα ερρίφθη εις την φυλακήν. Επειδή δε ο ηγεμών διήρχετο τον ποταμόν Νείλον δια πλοιαρίου, προσηυχήθη ο Άγιος να μη αποβιβασθή ο ηγεμών εις την στερεάν πριν ή ομολογήση εγγράφως Θεόν τον Χριστόν. Όθεν εκρατήθη παραδόξως το πλοίον και δεν ηδύνατο να πλεύση. Τούτο γνωρίσας ο Άγιος απέστειλε προς τον ηγεμόνα επιστολήν, δια της οποίας έγραφεν εις αυτόν, ότι κατ’ ουδένα άλλον τρόπον δεν δύναται να φθάση εις την στερεάν, ει μη μόνον εάν ομολογήση εγγράφως την θεότητα του Χριστού. Τότε ο ηγεμών, ζητήσας χάρτην, έγραψεν, ότι ο Θεός των Χριστιανών είναι μέγας και πλην τούτου ουδείς άλλος είναι Θεός. Ευθύς τότε εξεκίνησε το πλοίον και έπλευσε προς την στερεάν. Αλλ’ ότε εξήλθεν, εσκληρύνθη πάλιν κατά την καρδίαν ως ο Φαραώ και καλέσας ενώπιόν του τον Άγιον κατέκαυσε τας πλευράς του δι’ ανημμένων λαμπάδων. Έπειτα δέσας αυτόν με πέτραν τον έρριψεν εντός του ποταμού Νείλου και ούτως, ο αοίδιμος, έλαβε τον στέφανον του Μαρτυρίου.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τετάρτη 19 Μαΐου 2021
Τη Κ΄ (20η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΘΑΛΛΕΛΑΙΟΥ.
Θαλλέλαιος ο Μεγαλομάρτυς του Χριστού ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Νουμεριανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπγ΄ - σπδ΄ (283-284) καταγόμενος από τον Λίβανον της Φοινίκης. Ούτος ανήκεν εις γένος λαμπρόν της πόλεως του Λιβάνου, υιός πατρός μεν Βερουκίου Αρχιερέως, μητρός δε Ρωμυλίας. Ανατραφείς δε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, εξεπαιδεύθη και εις τα θεία και ιερά γράμματα, αφ’ ου δε έφθασεν εις μέτρον ηλικίας επόθησε να σπουδάση και την ιατρικήν τέχνην, ως αναγκαιοτέραν και φιλανθρωποτέραν όλων των άλλων τεχνών. Ευρών δε ιατρόν τινα άριστον και θεοσεβέστατον, εις ολίγον καιρόν εξέμαθε τελείως την τέχνην ταύτην, επειδή ήτο φύσεως δεξιάς.
Τρίτη 18 Μαΐου 2021
Τη ΙΘ΄ (19η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΚΟΛΟΥΘΟΥ.
Ακόλουθος ο Άγιος Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπστ΄ - τε΄(286 – 305), καταγόμενος εκ της Θηβαϊδος της Αιγύπτου, της εν Ερμουπόλει. Ούτος, δια την Πίστιν και ομολογίαν του Χριστού, οδηγηθείς προς τον εκεί ευρισκόμενον ηγεμόνα, επειδή ούτε με κολακείας εδελεάσθη ούτε εκ των απειλών εδειλίασε, πρώτον μεν εδέχθη εις τον λαιμόν του βαρείαν πέτραν, κατόπιν δε την απόφασιν να θανατωθή δια πυρός. Ούτω, φλεχθείς ο αοίδιμος, εκομίσατο τον στέφανον του Μαρτυρίου.
Τη ΙΘ΄ (19η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ και των συν αυτώ ΑΚΑΚΙΟΥ, ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ και ΠΟΛΥΑΙΝΟΥ.
Πατρίκιος ο Άγιος Ιερομάρτυς και οι συν αυτώ Άγιοι Μάρτυρες Ακάκιος, Μένανδρος και Πολύαινος ηξιώθησαν των στεφάνων του Μαρτυρίου εις την Προύσαν της Μικράς Ασίας επί του άρχοντος αυτής Ιουλιανού του Υπατικού. Κατά την εποχήν εκείνην ο Άγιος Πατρίκιος δια μεν την αρετήν και την σοφίαν, την οποίαν κατείχεν εκ νεαράς ηλικίας, εγένετο της Προύσης Επίσκοπος, δια δε την εις Χριστόν πίστιν και τον διάπυρον ζήλον του διαβληθείς, συνελήφθη υπό των ειδωλολατρών και οδηγηθείς ενώπιον του άρχοντος Ιουλιανού του Υπατικού, ήλεγξε την πλάνην και την ματαιότητα των ειδώλων. Ο δε άρχων, αφ’ ου εδοκίμασε δια πολλών και διαφόρων βασάνων να πείση τον Άγιον τούτον Ιερομάρτυρα Πατρίκιον να αρνηθή τον Χριστόν, επέμενε και εις το εξής:
Δευτέρα 17 Μαΐου 2021
Τη ΙΗ΄ (18η) Μαϊου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΣΤΕΦΑΝΟΥ του Νέου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Στέφανος ο Νέος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ήτο υιός του αοιδίμου βασιλέως Βασιλείου του Μακεδόνος, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωξζ΄ - ωπστ΄ (867 – 886). Δια δε την απλότητα και το άκακον της γνώμης του και δια την τελείαν αυτού σύνεσιν και κατάστασιν, Θεού ευδοκία και κρίσει και δια της ψήφου του βασιλέως και της Ιεράς Συνόδου εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μετά την έξωσιν του ιερού Φωτίου. Αφού λοιπόν ανήλθεν εις τον Πατριαρχικόν θρόνον και ανεδέχθη την φροντίδα όλων των του Θεού Εκκλησιών, εφάνη άγρυπνος φύλαξ και Ποιμήν αληθής της του Χριστού ποίμνης, ποιμαίνων τα λογικά πρόβατα προς τον θαλερόν λειμώνα της Ορθοδόξου Πίστεως, βοηθών τας χήρας, προστατεύων τα ορφανά, ελεών τους πτωχούς, ελευθερώνων τους αδικουμένους από των χειρών των δυνατωτέρων και ευαρεστών, πάσι τοις έργοις αυτού, τον Θεόν. Ούτω δε πολιτευόμενος, εις αυτό το άνθος της ηλικίας του προς Κύριον εξεδήμησε.
Τη ΙΗ΄ (18η) Μαϊου, μνήμη των Αγίων Οκτώ Παρθένων των εν Αγκύρα, ΤΕΚΟΥΣΗΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΑΣ, ΚΛΑΥΔΙΑΣ, ΦΑΕΙΝΗΣ, ΕΥΦΡΑΣΙΑΣ, ΜΑΤΡΩΝΗΣ, ΙΟΥΛΙΑΣ, ΘΕΟΔΟΤΗΣ και ΘΕΟΔΟΤΟΥ Μάρτυρος.
Τεκούσα η Αγία παρθένος και Μάρτυς και αι συν αυτή αθλήσασαι επτά άλλαι Άγιαι παρθένοι και Μάρτυρες κατήγοντο εκ της Αγκύρας της Γαλατίας, από της οποίας κατήγετο και ο Άγιος Μάρτυς Θεόδοτος. Καίτοι δε ούτος ήτο έγγαμος, δεν ημέλει την ευσέβειαν και αρετήν χάριν της επιμελείας της γυναικός, αλλά πραγματευόμενος, αγοράζων δηλαδή σίτον και ζυμώνων άρτους, εξ αυτών προσέφερεν απαρχάς εις τον Θεόν, κατόπιν δε διένειμε και εις τους πτωχούς, επειδή ο μιαρός άρχων της Αγκύρας Θεότεκνος διέταξε να είναι ραντισμέναι και μεμολυσμέναι με τας σπονδάς και θυσίας των ειδώλων αι τροφαί, αι οποίαι επωλούντο εις τους Χριστιανούς.
Τη ΙΗ΄ (18η) Μαϊου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΠΕΤΡΟΥ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, ΧΡΙΣΤΙΝΗΣ της παρθένου, ΑΝΔΡΕΟΥ, ΠΑΥΛΟΥ, ΒΕΝΕΔΙΜΟΥ, ΠΑΥΛΙΝΟΥ και ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ.
Πέτρος και οι συν αυτώ εορταζόμενοι κατά την σήμερον Άγιοι Μάρτυρες, εκ διαφόρων πατρίδων ορμώμενοι, την αυτήν προς Χριστόν ωμολόγησαν πίστιν ενώπιον των τυράννων και των ίσων ηξιώθησαν μαρτυρικών στεφάνων. Και ο μεν Πέτρος κατήγετο εκ της πόλεως Λαμψάκου, οδηγηθείς δε προ του άρχοντος της Αβυδηνών πόλεως Δεκίου, προσετάχθη να θυσιάση εις την Αφροδίτην. Όμως μη πεισθείς, αλλ’ ομολογήσας τον Χριστόν, συνετρίβη καθ’ όλον το σώμα με αλύσεις και ξύλα και μαρτυρικούς τροχούς, κατά την βάσανον δε ταύτην παρέδωσε το πνεύμα του και έλαβεν εκ Θεού τον της αθλήσεως αμάραντον στέφανον. Οι δε Άγιοι Παύλος και Ανδρέας κατήγοντο εκ της Μεσοποταμίας, στρατιώται όντες υπό τον άρχοντα Δάκνον, μετά του οποίου μετέβησαν εις τας Αθήνας. Εκεί δε ευρισκομένων, συνελήφθησαν και ερρίφθησαν εις την φυλακήν οι Άγιοι Διονύσιος και Χριστίνα, την οποίαν, βλέποντες ο Παύλος και ο Ανδρέας παρθένον ωραίαν και εις καιρόν γάμου, παρεκίνουν ταύτην εις αισχράν πράξιν. Αλλ’ η Αγία δεν εκάμφθη. Όθεν, αντί να βιάσωσιν αυτήν, μετεβλήθησαν εκείνοι δια των νουθεσιών της και επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τούτου ένεκα αυτοί μεν οι δύο και ο θείος Διονύσιος ελιθοβολήθησαν, η δε Αγία Χριστίνα πεσούσα επ’ αυτών απεκεφαλίσθη.