Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

O Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΜΑΚΑΡΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Οσιομάρτυς ΜΑΚΑΡΙΟΣ, ο εν Θεσσαλονίκη μαρτυρήσας κατά το έτος αφκζ΄ (1527) ο και μαθητής χρηματίσας του Αγίου Νήφωνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ξίφει τελειούται.                                      

Μακάριος  ο αοίδιμος Οσιομάρτυς ποίαν μεν είχε πατρίδα, και ποίων γονέων ήτο υιός, δεν εφανέρωσεν ιστορία ιδιαιτέρα· ότι δε υπήρξε μαθητής του αγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κυρίου Νήφωνος, ωραίος μεν το σώμα, ωραιότερος δε την ψυχήν, και ότι μαρτυρικόν τέλος έλαβε, το ευρίσκομεν γεγραμμένον εις τον Βίον τού αυτού Αγίου Νήφωνος. Ούτος λοιπόν ο τη αληθεία μακάριος υπήρξεν εις από τους μεγάλους αγωνιστάς της εν Χριστώ ασκήσεως και της ακριβείας του μοναδικού βίου φύλαξ, και ζηλωτής εν πάσι των αρετών του διδασκάλου του Αγίου Νήφωνος· φθάσαντος δε εις το άκρον και τέλειον της θείας αγάπης, εφλέγετο καθ’ εκάστην η καρδία του και επόθει όπως αξιωθή και τελειώση την ζωήν του δια μαρτυρικού θανάτου. Εφανέρωσε όθεν τον πόθον και τον ένθεον τούτον σκοπόν του εις τον Άγιον Νήφωνα, ευρισκόμενον τότε εν τη Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου, κατά την δευτέραν φοράν της εις το Άγιον Όρος ελεύσεώς του. Ο δε, ακούσας τον σκοπόν του, και γνωρίσας ότι είναι κατά θείαν βούλησιν, είπεν εις αυτόν· «Άπελθε, τέκνον, εις την οδόν του Μαρτυρίου, ότι κατά την προθυμίαν σου θεόθεν θ’ αξιωθής να λάβης τον στέφανον της αθλήσεως και θα αγάλλεσαι αιωνίως μετά των Μαρτύρων και των Οσίων». Και ποιήσας ευχήν, και σφραγίσας αυτόν δια του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και καταφιλήσας, απέλυσεν αυτόν εν ειρήνη. Ο δε ευλογημένος Μακάριος, οπλισθείς δια των ευχών του Αγίου, εξήλθε χαίρων από το Όρος και έτρεχεν ίνα φθάση εις τον ποθούμενον αγώνα· κατευοδωθείς δε εις την Θεσσαλονίκην, βλέπει εκεί συνηγμένον πλήθος πολύ Οθωμανών και αρχίζει ευθύς να διδάσκη παρρησία, ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, όστις κατήλθεν από τους κόλπους του Πατρός, και έγινε δι’ ημάς άνθρωπος και ούτω καθεξής εκήρυττε λεπτομερέστατα όλα τα της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Ακούσαντες δε οι Οθωμανοί ταύτα, ώρμησαν κατ’ αυτού μετά μαχαιρών και ξύλων και κτυπώντες αυτόν κατεπλήγωσαν όλον του το σώμα, ώστε έτρεχε το αίμα ποταμηδόν από τας πληγάς· έπειτα έβαλον αυτόν εις την φυλακήν. Το δε πρωϊ συναχθέντες έφερον τον Μάρτυρα εις το κριτήριόν των, και κατ’ αρχάς μεν τον εκολάκευον, υποσχόμενοι πλούσια δώρα δια να τον μεταστρέψωσιν από την πίστιν του Χριστού εις την θρησκείαν των. Αλλ’ ο Μάρτυς του Χριστού μετά παρρησίας απεκρίνετο· «Είθε και σεις να γνωρίσητε την αληθινήν και ακατηγόρητον πίστιν ημών των Χριστιανών, και να βαπτισθήτε εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος και να ελευθερωθήτε από την πεπλανημένην θρησκείαν σας». Καθώς ήκουσαν ταύτα οι Τούρκοι, ήρπασαν παρευθύς τον Μάρτυρα και κτυπώντες αυτόν, και δια μαχαιρών κεντώντες το σώμα του και καταπληγώνοντες αυτό, τέλος απέκοψαν και την τιμίαν αυτού κεφαλήν, κατά την ιδ΄ (14ην) Σεπτεμβρίου του έτους αφκζ΄ (1527) και τοιουτοτρόπως έλαβεν ο Οσιος τον αδαμάντινον στέφανον του Μαρτυρίου. Ο δε Άγιος Νήφων, ευρισκόμενος εις το Βατοπαίδιον, επληροφορήθη εκ Πνεύματος Αγίου το μαρτυρικόν τέλος του Μακαρίου και είπε προς τον άλλον του μαθητήν Ιωάσαφ· «Γίνωσκε, τέκνον μου, ότι ο συνάδελφός σου Μακάριος ετελεύτησε σήμερον μαρτυρικώς, και υπάγει ήδη εις τους ουρανούς, ίνα συγχαίρη εκεί εις τους ενδόξους χορούς των Οσίων και των Μαρτύρων»· ων ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανίου μακαριότητος. Αμήν.


Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

O Άγιος Μάρτυς Πάπας

 Τη αυτή ημέρα Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΠΑΠΑ.                                                               

Πάπας ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Μαξιμιανού του βασιλέως και Μάγνου ηγεμόνος της πόλεως Λαράνδου της επαρχίας Λυκαόνων. Ο δε τρόπος του Μαρτυρίου αυτού είναι ποικίλος και πολυειδής· διότι και πληγάς εις τας σιαγόνας έλαβε, και κρεμασθείς εξέετο δια σιδηρών ονύχων, και καρφωθέντων εις τους πόδας του σιδηρών υποδημάτων ηναγκάζετο να τρέχη με αυτά έμπροσθεν των ίππων και ούτω με τοιαύτας βασάνους παρέδωκεν ο μακάριος την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. 

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Μνήμη της Αγίας ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου

Μνήμη της Αγίας ΣΤ’  Οικουμενικής Συνόδου των Αγίων Εκατόν Εβδομήκοντα Πατέρων, των εν Κωνσταντινουπόλει κατά των Μονοθελητών συνελθόντων.                 

Η Αγία Έκτη Οικουμενική Σύνοδος συνηθροίσθη εν τω Τρούλλω του παλατίου τω λεγομένω Ωάτω, επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του Παγωνάτου, πατρός Ιουστινιανού του Β΄ του καλουμένου Ρινοτμήτου, εν έτει χπ΄ (680) μ.Χ. Λέγεται δε αύτη Τρίτη των εν Κωνσταντινουπόλει γενομένων. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήτο ο Γεώργιος, Πάπας δε της Ρώμης ο Αγάθων. Παρόντες εν αυτή ήσαν ρο΄ (170) Άγιοι Πατέρες, προεξήρχον δε της Συνόδου ο Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιος παραστάς εν τη Συνόδω αυτοπροσώπως, ο Ρώμης Αγάθων, όστις αντεπροσωπεύετο δια τοποτηρητών (Θεόδωρος και Σέργιος Πρεσβύτεροι και Ιωάννης Διάκονος), Πέτρος Μοναχός τοποτηρητής του θρόνου Αλεξανδρείας, Θεοφάνης ο Αντιοχείας (ο μετά τον υπό της Συνόδου ταύτης καθαιρεθέντα Μακάριον πατριαρχεύσας) και Γεώργιος Ιερομόναχος Τοποτηρητής του θρόνου Ιεροσολύμων. Η Σύνοδος αύτη συνήλθε δια την εκταράττουσαν τότε την Εκκλησίαν αίρεσιν των Μονοθελητών. Διεκρίθησαν δε εν αυτή ο της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης Γεώργιος, Στέφανος ο της εν Πόντω Ηρακλείας φωστήρ, Ιωάννης Αθηνών Επίσκοπος και άλλοι επί σοφία και τη των Γραφών πολυμαθεία διάσημοι. Κατεδίκασε δε και ανεθεμάτησε η Σύνοδος αύτη τους αιρετικούς Μονοθελητάς. Ήσαν δε τότε εν ζωή ο Αντιοχείας Μακάριος, του οποίου μάλιστα η καθαίρεσις εγένετο εν δημοσία τελετή δια της αφαιρέσεως των ιερατικών ενδυμάτων και άλλοι ομόφρονες αυτού. Κατέκρινεν επίσης η Σύνοδος και ανεθεμάτισε και τους προαποθανόντας Μονοθελητάς Ονώριον τον Ρώμης Πάπαν, Σέργιον, Πύρρον, Πέτρον και Παύλον τους της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχας, και Κύρον Αλεξανδρείας. Επίσης Θεόδωρον τον της Φαράν Επίσκοπον, Στέφανον τον μαθητήν του Μακαρίου, Πολυχρόνιον τον νηπιόφρονα γέροντα και τους συν αυτοίς, οίτινες εδογμάτιζον ασεβώς επί Χριστού μίαν θέλησιν και μίαν ενέργειαν. Δια του πονηρού τούτου δόγματος κατεβίβαζον οι αιρετικοί Μονοθεληταί εις πάθος το απαθές της Θεότητος, και εις άλλας πολλάς ατοπίας κατεκρημνίζοντο. Εδογμάτισε δε η αυτή Αγία Σύνοδος να φρονώμεν και να σεβώμεθα επί Χριστού μίαν μεν υπόστασιν της θεότητος και της ανθρωπότητος, δύο δε φυσικάς θελήσεις και ενεργείας· καθότι και αι δύο φύσεις εν τω ενί Χριστώ ετηρήθησαν άτρεπτοι και ασύγχυτοι· και ποτέ μεν η μία φύσις, ποτέ δε η άλλη επεδείξατο την ιδικήν της θέλησιν και ενέργειαν. Κανόνας η Αγία αύτη Σύνοδος δεν εξέθεσεν. Εξέδωκεν όμως τοιούτους η Πενθέκτη λεγομένη Σύνοδος η συγκληθείσα υπό Ιουστινιανού του Ρινοτμήτου, του υιού του Κωνσταντίνου τούτου εν τω αυτώ Τρούλλω εν έτει 691. 

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Η μνήμη της βασιλίσσης ΠΛΑΚΙΛΛΗΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμη της ευσεβεστάτης βασιλίσσης ΠΛΑΚΙΛΛΗΣ, συζύγου γενομένης του ευσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου.                                     

Πλακίλλα η ευσεβεστάτη και Αγία βασίλισσα ήτο γυνή  του ευσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου του εν έτει τοθ΄ (379) βασιλεύσαντος· καίτοι δε έχουσα την επί γης βασιλείαν, ηγάπα όμως και επεθύμει να αποκτήση περισσότερον την Βασιλείαν των ουρανών. Δια τούτο δεν εξώθει αυτήν εις υπερηφάνειαν το ύψος της επιγείου βασιλείας, όπερ είχεν, αλλά μάλλον εταπείνωνε και ήναπτεν αυτήν εις τον πόθον τής ουρανίου Βασιλείας. Όσον δε μεγάλη ήτο η ευεργεσία, την οποίαν εχάρισεν εις αυτήν ο Θεός, τόσον και αυτή έδειξε μεγάλην αγάπην εις τον ευεργέτην αυτής Κύριον. Δια τούτο η αοίδιμος αυτοπροσώπως εφρόντιζε να επισκέπτηται τους ασθενείς και αναπήρους, τους εστερημένους από τα μέλη του σώματος ή έχοντας ταύτα βεβλαμμένα· επεσκέπτετο δε αυτούς χωρίς να λαμβάνη εις συνοδείαν της πλήθος υπηρετών και δούλων και δορυφόρων, καθό βασίλισσα, αλλά ενοσήλευεν αυτούς μόνη με τας ιδίας της χείρας. Μετέβαινε μόνη εις τους οίκους των, και έδιδεν εις έκαστον τα χρειώδη. Αλλά και εις τα ξενοδοχεία της Εκκλησίας περιπατούσα η μακαρία υπηρέτει τους κλινήρεις, μόνη λαμβάνουσα την χύτραν και μαγειρεύουσα δι’ αυτούς· μόνη γευομένη από τον ζωμόν, δια να δοκιμάση το φαγητόν των· μόνη πλύνουσα το ποτήριον των αρρώστων, και μόνη κάμνουσα όλα τα άλλα έργα, όσα είναι ίδια των δούλων και υπηρετριών. Εις εκείνους δε, οι οποίοι προσεπάθουν να εμποδίσουν τους ασθενείς, έλεγε ταύτα τα αξιομνημόνευτα λόγια· «Η μεν βασιλεία, την οποίαν έχω, πρέπει να διαμοιράζη εις τους πτωχούς το χρυσίον και το αργύριον· εγώ δε πάλιν η βασίλισσα πρέπει να προσφέρω εις τον Θεόν την δια σώματός μου υπηρεσίαν, ευχαριστούσα, διότι μοι εχάρισε την βασιλείαν ταύτην». Εις δε τον σύζυγόν της βασιλέα Θεοδόσιον συνείθιζε να λέγη συχνάκις· «Πάντοτε, ω άνδρα μου, πρέπει να συλλογίζησαι, τι ήσουν προ του να γίνης βασιλεύς, και τι είσαι τώρα. Διότι, εάν αυτά ενθυμήσαι, δεν θα γίνης ποτέ εις τον ευεργέτην σου Θεόν αχάριστος, αλλά θα κυβερνήσης πάντοτε κατά τους νόμους την βασιλείαν την οποίαν Αυτός σοι εχάρισε· και με αυτόν τον τρόπον θα ευχαριστήσης τον χαρίσαντά σοι την επίγειον βασιλείαν». Τοιαύτα λόγια μεταχειριζομένη πάντοτε η αείμνηστος βασιλίς, προσέφερεν αυτά εις τα καλά σπέρματα της αρετής του ανδρός της ως πότισμα κάλλιστον και αρμοδιώτατον. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον εδίδασκεν ακριβώς τους νόμους του Θεού, τόσον εις τον εαυτόν της, όσον και εις τον άνδρα της. Όθεν δουλεύουσα τον Θεόν εις όλην της την ζωήν με εγκράτειαν, με προσευχήν, με κακοπάθειαν γενναίαν, με την προς πάντας ιλαρότητα και με την συμπάθειαν των δεομένων πτωχών, ούτω παρέδωκε το πνεύμα της εις ον εδούλευε Θεόν, προ του να αποθάνη ο σύζυγός της· τόσην δε αγάπην έδειξεν εις αυτήν και μετά τον θάνατόν της ο βασιλεύς και σύζυγος αυτής Θεοδόσιος, ώστε, επειδή οι Αντιοχείς, κινηθέντες από ένα άγριον και πονηρόν δαίμονα, εξηγέρθησαν εναντίον των βασιλικών ανδριάντων, και τον χάλκινον ανδριάντα της πανευφήμου Πλακίλλης ταύτης κατεκρήμνισαν και έσυραν ατίμως αυτόν εις μέγα μέρος της πόλεως, τόσην, λέγω, αγάπην έδειξεν εις αυτήν τότε, ώστε ωργίσθη μεγάλως δια την ατιμίαν ταύτην, καθώς ήτο και πρέπον να οργισθή, και αφήρεσε τα προνόμια της πόλεως Αντιοχείας, απειλήσας άμα, ότι θα κατακαύση αυτήν και θα την μεταβάλη εις χωρίον. Επειδή δε ο Όσιος Μακεδόνιος, ο οποίος τότε ησκήτευεν εις τους πρόποδας του εν Αντιοχεία όρους, έγραψεν εις τον βασιλέα και συνεβούλευεν αυτόν να παύση την οργήν του, δια τούτο παρεκινήθη να αποκριθή προς αυτόν ο βασιλεύς ταύτα· «Δεν έπρεπεν, ω Πάτερ, διότι εγώ έσφαλα εις τους Αντιοχείς, αυτοί να δείξουν τόσην ύβριν και ατιμίαν μετά θάνατον εις μίαν τοιαύτην γυναίκα, ήτις ήτο αξιωτάτη παντός επαίνου και τιμής· κατ’ εμού δε έπρεπεν οι Αντιοχείς να εξεγείρωσι τον θυμόν των και όχι κατ’ εκείνης». Μετά ταύτα όμως ωφελήθη ο αυτός βασιλεύς από τας ειρημένας αγαθάς συμβουλάς της μακαρίας συζύγου του Πλακίλλης, εις το να κρατή τον θυμόν του και να νικά την οργήν του. Διότι εν ω ο βασιλεύς έπρεπε να εκδικήση με μεγάλας τιμωρίας τους Αντιοχείς, δια την μεγάλην ατιμίαν την οποίαν έδειξαν εις τους βασιλικούς ανδριάντας, και έπρεπε να τους αφανίση εξ ολοκλήρου, αυτός όμως ενθυμούμενος τους ανωτέρω λόγους της γυναικός του, και τον νόμον τον οποίον ενομοθέτησεν εις αυτόν ο Άγιος Αμβρόσιος ο Μεδιολάνων, αυτά, λέγω, ενθυμούμενος, εφοβέρισε μεν μόνον ότι θα αφανίση την πόλιν των Αντιοχέων, αλλά πάλιν εφέρθη εις αυτούς πράως και φιλανθρώπως. 

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Λόγος Δ΄ εἰς τήν ῞Υψωσιν τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ

ΦΙΛΟΘΕΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

α´ ᾿Επειδή ἀπεκόπημεν ἀπό τήν πρώτη καί θεία καί μακαρία ζωή λόγῳ τῆς παραβάσεως τοῦ προπάτορος, καί μακρυνθέντες ἀπό τόν Θεόν, ἐγίναμε  ἐξόριστοι τοῦ Παραδείσου, καί ξεπέσαμε εἰς μία πολύ ἁμαρτωλή ζωή, καί κατεκρίθημεν εἰς τό νά ἀποθάνωμε, καί  κατατεμαχισθήκαμε σέ ἀναρίθμητες γνῶμες, καί πλάνες καί ἀσέβειες, ὡς  δοῦλοι τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου μέ τίς φιληδονίες καί τά πάθη τῆς σαρκός, καί διά τοῦτο εἴχαμε ἀνάγκη νά σαρκωθῇ ὁ Θεός, ὁ ῾Οποῖος δέν ὑπέφερε τήν ζημία τοῦ πλάσματός Του, οὔτε ἤθελε νά τό ἀφήσῃ νά καταστραφῇ·  προκειμένου ἀπό Αὐτόν πού ἐπλάσθημεν, ἀπό Αὐτόν καί νά ἀναπλασθῶμεν, δι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγον, ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ  καί Λόγος, ὁ ῾Οποῖος ἀπ᾿ αἰῶνος ὑπάρχει μαζί μέ τόν Πατέρα, ἄχρονος ὤν,  εὐσπλαγχνισθείς τήν φύσιν μας, ἡ ὁποία ἐγλίστρησε καί ἀπεμακρύνθη ἀπό τό καλό, καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας ἔφθασε εἰς τά βάθη τοῦ ᾅδου· εὐδόκησε καί ἠθέλησε νά γίνῃ ἄνθρωπος σέ μία ὡρισμένη στιγμή,  καί νά εἰσέλθῃ μέσα εἰς τόν χρόνον, καί νά γίνῃ ὅμοιος κατά πάντα μέ ἡμᾶς, πλήν τῆς ἁμαρτίας. Διά τοῦτο ὁ ᾿Αχώρητος χωρεῖται μέσα σέ Παρθενικά σπλάγχνα, καί περιγράφεται κατά τήν σάρκα ὁ ᾿Απερίγραπτος, καί διά τῆς κοινωνίας αὐτῆς θεώνει τό πρόσλημμα, καί γίνεται ἀληθινός καί τέλειος ἄνθρωπος, Αὐτός πού πάντοτε ἦτο τέλειος Θεός.
β´ ᾿Αφοῦ λοιπόν συνανεστράφη καί ἔζησε μέσα εἰς τόν κόσμον, ἔδωσε ἐντολάς δικαιοσύνης καί ἀρετῆς, καί ἔδειξε τήν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας, ἐδίδαξε τά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη, ἔκαμε θαύματα ὑπερφυσικά, μεγάλα καί θαυμαστά. ῞Υστερα παραδίδεται ἑκουσίως εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καί ἀδίκων, καί κατακρίνεται, καί καταδικάζεται, καί πάσχει, καί ὑπομένει τά φρικτά Πάθη, φέροντας ᾿Εκεῖνος ἀντί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς, τήν σωτήριον τιμωρίαν, καί ὀδύνην, καί κάκωσιν σύμφωνα μέ ἐκεῖνο πού ἔχει γραφῇ· «Οὗτος τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται· Αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν».
Καταδέχεται ὁ Κύριος τῆς δόξης καί πτυσίματα καί κτυπήματα εἰς τό πρόσωπον, κολαφίσματα, καί ὕβρεις, καί γέλωτα, τόν κόκκινον μανδύαν καί τόν ἀκάνθινον στέφανον, κάλαμον καί σπόγγον καί χολήν μέ ξύδι, τούς ἥλους καί τήν λόγχην, καί μαζί μέ ὅλα αὐτά τόν Σταυρόν καί τόν θάνατον· ἔτσι ἀφ᾿ ἑνός μέν, καταργεῖ διά τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ θανάτου Του τήν καταδίκη καί τήν ἀπόφασι τῆς παλαιᾶς κατάρας, μέ τό νά γίνῃ κατάρα γιά χάρι μας, καθώς ἔχει γραφῇ· «᾿Επικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου»· ἀφ᾿ ἑτέρου δέ, διά τῆς ταφῆς καί τῆς ἀναστάσεως μᾶς ἐξάγει ἀπό τό σκοτάδι τῆς πικρᾶς καταδίκης, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά ἄλυτα δεσμά τοῦ τυράννου διαβόλου, καί χαρίζει κάθε ἐλευθερία. Διότι ὁ Κύριος ἀνίσταται τήν τρίτην ἡμέραν, καί ἀναβαίνει εἰς τούς Οὐρανούς μεσιτεύων καί προσευχόμενος γιά μᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός· καί πρόκειται πάλιν νά ἔλθῃ μέ δόξα, διά νά κρίνῃ ὅλην τήν γῆν, καί νά ἀποδώσῃ εἰς τόν καθ᾿ ἕνα κατά τά ἔργα αὐτοῦ.
γ´ ῎Ετσι ἐπρονόησε γιά μᾶς ὁ Θεός, καί ἔτσι ἐφρόντισε νά μᾶς βγάλῃ ἀπό τήν τυραννία καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου. ῎Ετσι ηὐδόκησε νά γίνῃ ἄνθρωπος ὑπέρ ἡμῶν, καί μᾶς ἔδωσε ὡς φάρμακα πρός θεραπείαν τῆς ἀσθενείας μας τά θεῖά Του Πάθη. Καί μέ αὐτά ἀνεπλάσθημεν, καί ἀξιωθήκαμε τῆς αἰωνίου ζωῆς, καί ἐγίναμε μέτοχοι θείων Μυστηρίων, καί ἀπολαμβάνομε τά Χαρίσματα καί τάς Δωρεάς τοῦ Πνεύματος. Κατά τόν θεῖον ᾿Απόστολον· «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου, γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Εγινε κατάρα γιά μᾶς ὁ Χριστός, ἐπειδή θυσίασε τόν ἑαυτόν Του ὑπέρ ἡμῶν, μέ τό νά ἀποθάνῃ μέ τήν θέλησίν Του τόν ἐπονείδιστον καί ἀδοξότατον θάνατον. Μᾶς ἐξηγόρασε ἀπό τήν κατάρα, διότι προσέφερε τό θεῖον καί ῞Αγιον Αἷμά Του καί μᾶς ἐλύτρωσε ἀπό τήν δουλεία τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, καθώς καί ἀπό τήν καταδίκη καί τήν φθορά τοῦ ᾅδου. ῎Εγινε κατάρα ὁ Χριστός, ἐπειδή ἀπέθανε τόν θάνατον τῶν ἐπικαταράτων καί κακούργων. ᾿Επειδή δέ, «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι Αὐτοῦ», διά τοῦτο μετέβαλε τήν κατάρα εἰς εὐλογίαν, καί βέβαια, ἀπεμάκρυνε καί συνέτριψε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί μᾶς ἐχάρισε ὁδόν σωτηρίας. Διότι ἦλθε ὁ Κύριος διά νά βαστάσῃ καί νά ἐξαλείψῃ τήν ἐναντίον μας κατάραν. Δι᾿ αὐτό καί ἐδέχθη τόν σταυρικόν θάνατον. Διότι πῶς ἠμποροῦσε διαφορετικά νά γίνῃ κατάρα, παρά μέ τό νά δεχθῇ τόν σταυρικόν θάνατον, τόν ὁποῖον ἐδοκίμαζον οἱ ἐπικατάρατοι; Πῶς ἐπίσης θά μᾶς προσκαλοῦσε εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας, ἐάν δέν ἐσταυρώνετο; Διότι μόνον ἐπάνω σέ σταυρό ἀποθνήσκει κανείς ἔχοντας ἐκτεταμένα τά χέρια του. ῞Απλωσε λοιπόν τάς παλάμας ὁ Κύριος διά νά ἑλκύσῃ ὅλους κοντά Του καί νά τούς ἑνώσῃ μέ μίαν μυστικήν καί θείαν κοινωνίαν μεθ᾿ ἑαυτοῦ, καθώς Αὐτός εἶπεν· «῞Οταν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν».
δ´ Διότι ὁ διάβολος πεσών ἀπό τόν Οὐρανόν μαζί μέ τούς συναποστάτας του πονηρούς δαίμονες, περιπλανᾶται τριγύρω εἰς τόν ἀέρα, καί προσπαθεῖ νά ἐμποδίσῃ αὐτούς πού ἀνέρχονται εἰς τόν Οὐρανόν.῏Ηλθε λοιπόν ὁ Κύριος, διά νά συντρίψῃ τόν διάβολον, καί τόν ἀέρα νά καθαρίσῃ, καί νά ἀνοίξῃ γιά μᾶς δρόμο πρός τόν Οὐρανόν διά τῆς σαρκός Του, καί νά δείξῃ ὅτι Αὐτός εἶναι πού συνέχει καί διακρατεῖ τά πάντα. ᾿Επειδή λοιπόν ὁ θάνατός Του ἁγιάζει τά σύμπαντα, διά τοῦτο εὐλόγως ἐδέχθη νά ὑποστῇ τόν ἀτιμότατον σταυρικόν θάνατον.
Τοῦτο τό σχῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐγκωμίασε καί ὁ θεῖος Δαυίδ λέγων· «Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός Σου, καί ἀπό τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ᾿Εάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν», τοῦτο φανερώνει τό ὕψος, «ἐάν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», τοῦτο φανερώνει τό βάθος, «ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», τό ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου· τοῦτο φανερώνει τό πλάτος, «καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης», τάς δυσμάς ὀνομάζει ἔτσι· τοῦτο φανερώνει τό μῆκος.
ε´ Καί ὁ θεῖος Παῦλος τοῦτο τό σχῆμα ὑπονοοῦσε γράφων πρός ᾿Εφεσίους· «῞Ινα ἐξισχύσητε», λέγει, «καταλαβέσθαι σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις, τί τό μῆκος, καί πλάτος, καί βάθος, καί ὕψος»· ἐννοῶντας διά μέν τοῦ ὕψους τά ἐπουράνια, διά δέ τοῦ βάθους τά ὑπόγεια τοῦ ᾅδου, διά δέ τοῦ πλάτους καί μήκους τά ἑκατέρωθεν ἄκρα, τά ὁποῖα κατέχονται ἀπό τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία βαστάζει καί διακρατεῖ τά πάντα. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ Κύριος, ὅτι· «Δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου σταυρωθῆναι», δηλαδή, δέν μπορεῖ διαφορετικά νά γίνῃ τό Πάθος, παρά μόνο διά τοῦ Σταυροῦ· καί ἐνῶ ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα μέσα θανατικῆς καταδίκης, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσε ὁ Κύριος νά πληρώσῃ τήν οἰκονομίαν τοῦ θανάτου ὑπέρ ἡμῶν, ἀπό ὅλα τά ἄλλα εἴδη, προετιμήθη ὁ σταυρικός θάνατος, ὡς ἀναγκαῖος καί ἀπαραίτητος.
῎Ετσι τώρα ὅπου καί νά χαραχθῇ ὁ Σταυρός, εὐλογεῖ, ἁγιάζει, φωτίζει, καί δίδει ὅλα τά σωτήρια. Τοῦτον λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἔχοντας ἀκατανίκητον ὅπλον, ἄς μή τρέμωμε, καί ἄς μή φοβούμεθα τούς ἐχθρούς· διότι αὐτοί τρέμουν τόν θεῖον Σταυρόν, καί φοβοῦνται, καί φεύγουν, ἐπειδή δέν μποροῦν, οὔτε γιά λίγο, νά ἀντικρύσουν τό σημεῖο του. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον, ὅλα μας τά ἔργα ἄς τά ἐπιτελοῦμε καί τελειώνουμε μέ τό σημεῖον τοῦ θείου Σταυροῦ. Διά τοῦτο ὑψώνοντες καί προσκυνοῦντες αὐτόν, μεγαλύνομε καί δοξάζομε τόν Χριστόν, ὁ ῾Οποῖος ἐσταυρώθη ἐπ᾿ αὐτοῦ. Διότι ἐκεῖνος πού ἐγκωμιάζει τόν Σταυρόν, τιμᾷ καί δοξάζει καί προσκυνεῖ τόν Σταυρωθέντα Χριστόν. Διότι διά τοῦ Σταυροῦ ὁ τύραννος διάβολος ᾐχμαλωτίσθη· διά Σταυροῦ ὁ θάνατος ἐνικήθη καί ἐξηφανίσθη, καί ὁ ᾅδης ἀπεγυμνώθη. ῎Επρεπε δηλαδή, μέ ἐκεῖνα πού μᾶς ἐνίκησε ὁ διάβολος, μέ ἐκεῖνα πάλιν νά ὑπερισχύσῃ καί νά ἐπικρατήσῃ ὁ Χριστός.
στ´ Τά αἴτια, δηλαδή, τῆς καταδίκης καί τῆς φθορᾶς μας ἦσαν ἡ γυναῖκα, τό ξύλον καί ὁ θάνατος. Διότι ἡ Εὔα ἐξηπατήθη ἀπό τόν ὄφιν διάβολον. Τό ξύλον ἦτο τό δένδρον ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖον καί ἡ Εὔα καί ὁ ᾿Αδάμ ἔφαγον παρανόμως. ῾Ο θάνατος δέ, ἦτο ἡ τιμωρία τῆς παρανόμου αὐτῆς γεύσεως. ᾿Αλλ᾿ ὅμως, νά ὅτι πάλι Παρθένος καί Ξύλον καί Θάνατος! Καί ἐκεῖνα πού ἦσαν τότε αἴτια τῆς κατακρίσεως καί τῆς καταδίκης μας, τώρα ἔχουν γίνει πρόξενα τῆς νίκης καί τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας μας. ᾿Αντί τῆς Εὔας ἡ ὑπερευλογημένη καί ᾿Αειπάρθενος Μαριάμ· ἀντί τοῦ ξύλου πού ἦτο εἰς τόν Παράδεισον, τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ· ἀντί τοῦ θανάτου τοῦ ᾿Αδάμ, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Διότι μέ ἐκεῖνα πού ἐνίκησεν ὁ διάβολος, μέ αὐτά πάλι κατηργήθη καί συνετρίβη. Διά τοῦ δένδρου ἐκείνου ὁ ἐχθρός ἐνίκησε τόν ᾿Αδάμ· διά τοῦ Σταυροῦ συνέτριψε τόν ἐχθρόν ὁ Χριστός. Καί ἐκεῖνο μέν τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔγινε αἰτία θανάτου καί μᾶς ὡδήγησε εἰς τόν ᾅδην· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ καί αὐτούς πού εὑρίσκοντο εἰς τόν ᾅδην τούς ἠλευθέρωσε. Τό ξύλον τοῦ Παραδείσου ἔκαμε τόν ᾿Αδάμ αἰχμάλωτον καί γυμνόν, καί τόν ἠνάγκασε νά κρυβῇ· τό Ξύλον ὅμως τοῦ Σταυροῦ ἔδειξε ἀπό ψηλά πρός ὅλους τόν νικητήν Χριστόν ἐπάνω εἰς τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ, ἐνίκησε τελείως, ὡσάν ἄλλος γενναῖος ἀθλητής, τάς ἐχθρικάς δυνάμεις τοῦ Πονηροῦ. Καί ὁ μέν θάνατος τοῦ ᾿Αδάμ, καί τούς ἀπογόνους του κατεδίκασε, κατέκρινε καί ἐθανάτωσε· ἐνῶ ἀντιθέτως, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, καί τούς πρίν ἀπό Αὐτόν πεσόντας καί θανατωθέντας ἀνέστησε, καί ἐζωοποίησε, καί εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἐχάρισε τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.
ζ´ «Χριστός ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπέρ ἡμῶν κατάρα». ῎Ας προσέχωμε τούς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί, μήπως πάλι πέσωμεν ὑπό κατάραν, μέ τό νά ἀμελήσωμε τόν φόβον τοῦ Θεοῦ καί τάς σωτηρίους ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς ἔλουσε ὁ Χριστός μέσα εἰς τό ῞Αγιον Βάπτισμα «διά λουτροῦ παλιγγενεσίας καί ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου»· ἄς μήν ἐπιστρέψωμε πάλιν «ἐπί τόν ἴδιον ἔμετον».
Μᾶς ἔκαμε ὁ Χριστός συμμόρφους καί συσσώμους μέ τόν ἑαυτόν Του· μή λοιπόν κάνωμε «τά μέλη τοῦ Χριστοῦ μέλη πόρνης», καταμολύνοντες τό σῶμα, καί ἀμαυροῦντες τήν βασιλικήν εἰκόνα. Μᾶς ἁγίασε ὁ Χριστός, καί μᾶς ἐκαθάρισε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας διά τοῦ τιμίου καί ἀχράντου Αἵματός Του, ὥστε νά «μή ἔχωμε κανένα σπῖλο ἤ ῥυτίδα», οὔτε κάτι ἀπό ἐκεῖνα πού δημιουργοῦν ἀσχήμιαν ἤ ἀποκρουστικότητα. ῎Ας μή ἐγκαταλείψωμε τήν ἀρετή, διά νά ὑπάγωμεν εἰς τήν ἁμαρτίαν, μήτε νά ἀγαπήσωμε τήν δυσωδία τῶν παθῶν, καί τήν ἀκαθαρσία τοῦ ῥύπου τῶν ἡδονῶν πού προέρχεται ἀπό αὐτά. Μᾶς ἐγέμισε ὁ Χριστός ἀπό φῶς λαμπρότατο καί καθαρό· ἄς μή προτιμήσωμε πάλι τό ζοφερό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Μᾶς ἔκαμε ὁ Θεός συμπολίτας μέ τούς ἁγίους ᾿Αγγέλους, καί μᾶς ἀξίωσε νά γίνωμε συγκληρονόμοι τῶν αἰωνίων Του ἀγαθῶν· ἄς μή διαλέξωμε πάλι τήν ἀδοξίαν, τήν φθοράν καί τήν καταδίκην, ἀλλά ἄς παραμείνωμε σταθεροί εἰς τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν πού μᾶς ἐξησφάλισε ὁ Χριστός, ἁγιαζόμενοι ἐν τῇ δόξῃ Αὐτοῦ· καί ἄς πολιτευώμεθα, ἀδελφοί μου, μέ κάθε νῆψι καί προσοχή, ὥστε νά μείνωμε σταθεροί εἰς τήν πίστιν καί τήν σωτηρίαν πού μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεός, καί διά τῆς ὁποίας δικαιούμεθα καί σωζόμεθα. Διότι ἐάν δέν μείνωμεν ἔτσι σταθεροί, ἀλλά γυρίσωμεν εἰς τά ὀπίσω, θά τιμωρηθοῦμε αὐστηρά, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος διά νά κρίνῃ τήν γῆν. Διά νά μή γίνῃ λοιπόν αὐτό, ἄς ζήσωμε μέ εὐλάβεια καί μετάνοια, ὅπως ἀρέσει εἰς τόν Θεόν, ἀγωνιζόμενοι νά ἀποκτήσωμε τήν καθαρότητα τοῦ βίου, τάς ἀρετάς τῶν δακρύων καί τῆς κατανύξεως, ὑποτάσσοντες καί δουλαγωγοῦντες τό σῶμα, ζωογονοῦντες καί διατρέφοντες τήν ψυχήν, μέ Πνευματικά λόγια καί ἔργα, ἐργαζόμενοι τά ἔργα τοῦ Θεοῦ χωρίς ῥαθυμίαν, καί χωρίς νυσταγμόν καί ἀμέλειαν.
η´ ᾿Εάν δέ ῥαθυμήσωμε καί ἀμελήσωμε, ἐπειδή ἡ φύσις μας εἶναι ἀσθενής καί εὔκολα γλιστρᾷ, πάλιν ἄς μετανοῶμεν, ἄς μεταμελώμεθα καί ἄς ἐξομολογούμεθα τά ἁμαρτήματά μας. ῎Ας συντρίβωμε τάς καρδίας μας μέ μετάνοια καί νῆψι, καί ἔτσι ἄς ἐπανερχώμεθα εἰς τήν προηγουμένην καλήν κατάστασίν μας.
῎Ας φυλάττωμε τήν καλήν «παρακαταθήκην», καί τόν σεβασμό πρός τόν νέον βασιλέα μας, «τόν χριστόν Κυρίου», ὁ ὁποῖος ἔχει τήν βασιλείαν ἐκ πατρός καί πάππου καί προπάππου. ῎Ας ὑποτασσώμεθα εἰς τήν δικαίαν καί νόμιμον ἐξουσίαν του σέ ὅλα. ῎Ετσι ἀγαπῶντες καί διακονοῦντες αὐτόν, θά ζήσωμε μέ εὐσέβειαν, θά ἀναδειχθῶμεν καθαροί ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, καί θά ἀκούσωμε τόν Θεόν νά μᾶς λέγῃ· ᾿Εγώ «ὕψωσα τόν δοῦλόν μου» τόν βασιλέα, διά τῆς ᾿Εκκλησίας μου· «ἐν ἐλέει ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν· ἡ γάρ χείρ μου συναντιλήψεται αὐτῷ καί ὁ βραχίων μου κατισχύσει αὐτόν· οὐκ ὠφελήσει ἐχθρός ἐν αὐτῷ, καί υἱός ἀνομίας οὐ προσθήσει τοῦ κακῶσαι αὐτόν. Καί συγκόψω ἀπό προσώπου αὐτοῦ τούς ἐχθρούς αὐτοῦ καί τούς μισοῦντας αὐτόν τροπώσομαι. Καί ἡ ἀλήθειά μου καί τό ἔλεός μου μετ᾿ αὐτοῦ, καί ἐν τῷ ὀνόματί μου ὑψωθήσεται τό κέρας αὐτοῦ. Καί θήσομαι ἐν θαλάσσῃ χεῖρα αὐτοῦ καί ἐν ποταμοῖς δεξιάν αὐτοῦ». ᾿Εγώ εἶμαι ὁ Πατέρας σας, ἐγώ ἡ ῥίζα, ἐγώ τό θεμέλιον, ἐγώ ὁ τροφεύς, ἐγώ τό σπίτι, ἐγώ τό ἱμάτιον, κάθε τι πού θελήσετε, ἐγώ εἶμαι γιά σᾶς. Τίποτε δέν θά ἔχετε ἀνάγκη, ἀρκεῖ νά εὑρίσκεσθε κοντά μου διά τῆς ἀρετῆς. Σεῖς εἶσθε δι᾿ ἐμέ ὅλα· καί φίλοι, καί μέλη, καί συγκληρονόμοι, ἀρκεῖ μόνον νά πορεύεσθε, κατά τά προστάγματά μου καί νά φυλάσσετε τάς ἐντολάς μου, μέ τό νά ποιῆτε αὐτάς· παραλλήλως δέ, νά δείχνετε κάθε φροντίδα καί προστασίαν καί εὐσπλαχνίαν πρός τούς πτωχούς τοῦ λαοῦ μου.
θ´ Εἰς τάς κρίσεις σας μή κάμετε καμμία ἀδικία, οὔτε νά διαστρέψετε καί νά καταπατήσετε τό δίκαιον τοῦ πτωχοῦ. Νά μή σᾶς ἐπηρεάζῃ καμμία προσωποληψία ἀρχόντων, οὔτε νά ἔχετε σχέσεις μέ δωροδοκίας. ᾿Εξ ἴσου νά κρίνεται καί τούς ταπεινούς καί ἀσήμους, καί τούς ἀξιωματούχους καί ἐπισήμους καί νά ἀποσπάσετε τόν ἀθῷον ἀπό τά χέρια ἐκείνου πού τόν ἀδικεῖ. Μή θέλετε νά ἀκούετε λόγους πονηρούς καί ματαίους. Διότι ὑπάρχουν μερικοί πού δέν ἔχουν καλή συμπεριφορά, καί μή ἔχοντες προσωπικάς ἀρετάς, διά τῶν ὁποίων θά μποροῦσαν νά ἐκτιμηθοῦν, διαμορφώνουν τόν ἑαυτό τους παρασυρόμενοι ἀπό τήν κακίαν τοῦ περιβάλλοντος.
Μή στηρίζετε τάς ἐλπίδας σας εἰς τόν πλοῦτον καί εἰς τήν ἀδικίαν. Μή φλογίζεσθε ἀπό τόν πόθον διά πλούτη, πού προέρχονται ἀπό ἁρπαγάς. Κάμετε κρίσεις δικαίας, διά νά σκεπασθῆτε κατά τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς Κρίσεώς μου. Καμμία χήραν καί κανένα ὀρφανόν νά μή ἀδικήσετε. ᾿Εάν ἀδικήσετε αὐτούς καί κράξουν πρός ἐμέ ἐναντίον σας, ἐγώ θά ἀκούσω τήν φωνήν των καί θά ὀργισθῶ καί θά ἐπιτρέψω νά φονευθῆτε ἐν στόματι μαχαίρας καί ἔτσι αἱ γυναῖκες σας θά γίνουν χῆραι καί τά παιδιά σας ὀρφανά, ὡσάν ἐκεῖνα πού ἐσεῖς ἠδικήσατε.

῎Ας φοβηθῶμεν καί ἄς φρίξωμεν, ἀδελφοί μου, ἀκούοντες αὐτά, καί ὅσοι εὑρίσκεσθε μέσα εἰς τήν κακίαν, τήν ἀδικίαν, τήν ἁρπαγήν, τήν πλεονεξία καί τήν ἀπιστίαν, ἐπιστρέψατε καί μετανοήσατε. ῞Οσοι δέ στέκεσθε εἰς τήν ἀρετήν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἀλήθειαν καί τήν πίστιν, μή ῥαθυμήσετε, οὔτε νά ὑποχωρήσετε· ὥστε καί ὁ Σταυρός ὁ Τίμιος, ὁ ἄξιος προσκυνήσεως καί σεβασμοῦ, ἡ ἰσχύς τῆς οἰκουμένης, τό στερεό φρούριον τῆς Χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας, τό ἀνίκητον ὅπλον τῶν ᾿Ορθοδόξων βασιλέων, τό ἄθραυστο ὀχύρωμα, νά μᾶς ἐνδυναμώσῃ μέ τήν ἀήττητον δύναμίν του, καί νά μᾶς καταξιώσῃ νά διέλθωμε τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μας μέ ἁγιασμόν καί θεάρεστον πολιτείαν· καθώς ἐπίσης νά ἀναδείξῃ τούς ᾿Ορθοδόξους καί ἁγίους βασιλεῖς μας νικητάς κατά τῶν ἐχθρῶν πού μᾶς πολεμοῦν, μᾶς ἀδικοῦν καί μᾶς μισοῦν· καί ἔτσι νά λάβωμε κάποια παρηγορία, εἰρήνη καί γαλήνη, ὅπως ἐλπίζομε καί προσευχόμεθα, κατά τόν παρόντα βίον. Εἰς δέ τόν μέλλοντα αἰώνα νά ἀπολαύσωμε τήν ἄφατον χαράν καί ἀγαλλίασιν τῶν δικαίων· αὐτῆς εἴθε νά ἀξιωθῶμεν ὅλοι διά τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ῟ῼ πρέπει δόξα καί κράτος σύν τῷ ἀνάρχῳ Αὐτοῦ Πατρί καί Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ᾿Αμήν.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Λόγος Γ΄ εις την Ύψωσιν του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

Του εν αγίοις πατρός ημών Ανδρέου Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου


Σταυρού πανήγυριν άγομεν, και το της Εκκλησίας άπαν καταστράπτεται πλήρωμα. Σταυρού πανήγυριν άγομεν, και χαράς μαρμαρυγαίς το της οικουμένης καταλάμπεται πρόσωπον. Σταυρού πανήγυριν άγομεν, δι΄ ου το σκότος ηλάθη, και το φως αντεισήχθη. Σταυρού πανήγυριν άγομεν, και τω Σταυρωθέντι συνεπαιρόμεθα, την γην αφέντες κάτω μετά της αμαρτίας, ίνα τα άνω κτησώμεθα. Σταυρός υψούται και συνανυψοί χαμαί κειμένην την ανθρωπότητα. Σταυρός υψούται, και των δαιμόνων καταπτήσσει φρυάγματα. Σταυρός υψούται και του Σατάν η αντιπίπτουσα δύναμις υποχωρεί και συστέλλεται. Σταυρός υψούται, και πόλεις πανηγυρίζουσι, και λαοί χαρμόσυνα σπένδουσι. Και το μνησθήναι μόνον Σταυρού, χαράς υπόθεσις πρόδηλος και συστολή σκυθρωπότητος· το δε και τύπον οράσθαι Σταυρού, ηλίκον; Ανδρείας γαρ πρόξενον και δειλίας απαλλαγή τω προσβλέποντι γίνεται. Τοιούτόν τι μέγα του Σταυρού το κτήμα καθέστηκε· και ο τούτον κτησάμενος, εκτήσατο θησαυρόν. Χρυσού με τάχα οίεσθε τούτον λέγειν τον θησαυρόν, ή μεργαρίτου και λίθων ινδικών βαρυτίμων, οις οι φιλοσώματοι χαίρουσι περί τα μηδενός άξια σμικρολογούμενοι. Εγώ δε, το πάντων των καλών κάλλιστόν τε και πολυτελέστατον και πράγμα και όνομα, θησαυρόν αν εικότως εκείνον αποκαλοίμην, εν ω, και δι΄ ου, και εις ον, άπαν ημών το της σωτηρίας αποτεθέν επηνωρθώθη κεφάλαιον. Ει μη γαρ Σταυρός, ουκ αν ο Χριστός εσταύρωτο· ει μη Σταυρός, ουκ αν η ζωή τω ξύλω προσήλωτο, και ει μη προσήλωτο, ουκ αν οι κρουνοί της αφθαρσίας επήγαζον αίμα και ύδωρ, τα του κόσμου καθάρσια· ουκ αν το της αμαρτίας χειρόγραφον έρρηκτο, ουκ αν ελευθερίας ετύχομεν, ουκ αν του ξύλου της ζωής απηλαύσαμεν, ουκ αν Παράδεισος ήνοικτο, ουκ αν η στρεφομένη ρομφαία της εισόδου της Εδέμ παρεχώρει, ουκ αν ληστής τον Παράδεισον ώκει. Τι ταύτα λέγω; Ει μη Σταυρός, ουκ αν ο Χριστός επί γης· και ει μη Χριστός επί γης, ουκ αν Παρθένος· και ει μη Παρθένος, ουκ αν Γέννησις Χριστού Δευτέρα, ουκ αν εν ανθρώποις Θεός, ουδ΄ αν Τόκος, ου φάτνη, ου σπάργανα, ου Περιτομή οκταήμερος, ουχ υποταγή γονέων, ου μεθηλικίωσις, ουκ αύξησις σώματος, ουκ ανάδειξις, ου Βαπτίσματος μέθεξις, ου θαυμάτων επίδειξις, ουκ Ιούδας προδότης, ου Πιλάτος δικάζων, ουκ Ιουδαίων τόλμα σταυρούσθαι τον ανεύθυνον κράζουσα. Και ει μη Σταυρός, ουκ αν πεπάτητο θάνατος, ουκ εσκύλευτο άδης, ουχ ο πικρός όφις νενέκρωτο. Δια τούτο μέγα τι χρήμα και τίμιον ο Σταυρός. Μέγα μεν, ότι πολλά, όσω και τα Χριστού θαύματα κατά παντός έχει του λόγου τα νικητήρια· τίμιον δε, ότι Θεού πάθημα και τρόπαιον ο Σταυρός. Πάθημα μεν, δια τον εκούσιον εν αυτώ του παθόντος θάνατον· τρόπαιον δε, δια το τετραυματίσθαι δι΄ αυτού τον διάβολον· νενικήσθαι δε συν εκείνω και τον θάνατον· συντετρίφθαι δε και του άδου τα κλείθρα· και τέλος, κοινόν παντός γεγενήσθαι του κόσμου σωτήριον τον Σταυρόν. Σταυρός, Χριστιανών ελπίς, απεγνωσμένων σωτήρ, χειμαζομένων λιμήν, ασθενούντων ιατρός, παθών ελατήρ, υγείας δοτήρ, νενεκρωμένων ζωή, ευσεβείας πρόγραμμα, βλασφημίας φίμωτρον. Σταυρός, όπλον κατ΄ εχθρών, σκήπτρον βασιλείας, διαδήματος κάλλος, τύπος εύγραφος, ράβδος δυνάμεως, έρεισμα πίστεως, βακτηρία γήρως, οδηγός τυφλών, φως των εν σκότει, παιδευτής αφρόνων, διδάσκαλος νηπίων, αμαρτίας αναίρεσις, μετανοίας ένδειξις, δικαιοσύνης υπογραφεύς. Σταυρός κλίμαξ εις ουρανόν ανάγουσα, οδός προς αρετήν οδηγούσα, ζωής πρόξενος, θανάτου λύσις, φθοράς αλλοτρίωσις, πυρός σβεστήριον, προς Θεόν παρρησία, κλεις ουρανών Βασιλείας. Σταυρός φύλαξ εν νυκτί, εν ημέρα πύργος, εν σκότει χειραγωγός, εν ευθυμία χαλινός, εν αθυμία ψυχαγωγός· διαλλακτήριος, ικέσιος, φίλιος, συνήγορος, προασπιστής, επίκουρος, εν πειρασμοίς βοηθός, εν κινδύνοις σωτήρ, εν λύπαις παρήγορος, εν ανάγκαις πρόμαχος, εν θαλάσση κυβερνήτης, εν συμφοραίς ανάψυξις. Σταυρός, νυκτοφυλακεί τους καθεύδοντας, συναγρυπνεί της αγρυπνούσι, τοις κεκμηκόσι συνεπαμύνει. Σταυρός ατονούντων νεύρωσις, κοπιώντων ανάπαυσις, πεινώντων τροφή, νηστευόντων ισχύς, αγωνιστών αλείπτης, γυμνών σκέπη, συνοδοιπόρος ξένοις, πλουσίων σωφρονιστής, πενήτων προνοητής, χηρών προστάτης, ορφανών αντιλήπτωρ. Σταυρός αρχόντων τιμή, βασιλέων κράτος, στρατηγών νίκος, Ιερέων δόξα, παρθένων σύνοικος, αγνείας σφραγίς, συζυγίας σύνδεσμος. Σταυρός πόλεων φύλαξ, οίκων ασφάλεια, φιλίας συναρμοστής, κατ΄ εχθρών αμυντήριον, πολεμίων αντίπαλος, παθών διωκτήριον, βαρβάρων σκόλωψ, ειρήνης βραβευτής, κόσμου καταλλαγή, περάτων διαγραφή, αγάπης πρυτάνευσις, ύψος ουρανού, γης βάθος, κτίσεως σύμπηξις, μήκος της φαινομένης, εύρος της οικουμένης· και συνελόντα φάναι, Σταυρός του Χριστού Παθών το κεφάλαιον των εις ημάς θαυμάτων η κορωνίς. Τούτο και δόξα Χριστού καλείται, και ύψος Χριστού προσαγορεύεται· τούτο και ποτήριον επιθυμητόν νοείται, και των υπέρ ημών Χριστού παθημάτων συμπέρασμα. Ότι δε δόξα Χριστού ο Σταυρός, άκουσον αυτού λέγοντος· «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ· και ευθύς δοξάσει αυτόν». Και πάλιν· «Δόξασόν με συ, πάτερ, τη δόξη η είχον προ του τον κόσμον είναι παρά Σοι». Και αύθις· «Πάτερ, δόξασόν σου το όνομα· ήλθε νουν φωνή εκ των ουρανών· και εδόξασα και πάλιν δοξάσω». Δόξαν δε ενταύθα λέγει την επί τω Σταυρώ προσγενομένην τότε των στοιχείων εναλλαγήν και συμπάθειαν· έδει γαρ τω Κτίστη συμπαθείν και τα κτίσματα. Ότι δε και ύψος Χριστού ο Σταυρός, άκουσον τι φησιν αυτός· «Όταν εγώ υψωθώ, τότε πάντας ελκύσω προς εμαυτόν»· ως και εν ετέρω λέγει· «και καθώς Μωσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου»· διατί; «ίνα πας, φησιν, ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ΄ έχη ζωήν αιώνιον». Βλέπεις ότι δόξα και ύψος Χριστού ο Σταυρός; Βούλει δε γνώναι ότι ένθα ύψος, εκεί και δόξα παρέπεται; Άκουσον του Δαβίδ λέγοντος. «Υψώθητι επί τους ουρανούς ο Θεός, και επί πάσαν την γην η δόξα σου».  Και του Ησαϊου πάλιν ως εκ προσώπου του Χριστού (λέγοντος)· «Νυν υψωθήσομαι, νυν αναστήσομαι, νυν δοξασθήσομαι». Επεί ουν ύψος Χριστού ο Σταυρός· υψούται δε σήμερον ο Σταυρός, δοξάζεται δηλονότι ο Χριστός. Υψούται ουν ο Σταυρός σήμερον, ίνα δοξασθή ο Χριστός· ουχ υψούται ο Χριστός ίνα δοξασθή ο Σταυρός, αλλ΄ υψούται ο Σταυρός, ίνα ο Χριστός δοξασθή· δοξάζεται δε ο Χριστός, ίνα ημάς εαυτώ συνυψώση. Υψούται ουν ο Σταυρός, και συνανυψοί των ευσεβούντων το φρόνημα· δοξάζεται ο Χριστός, και συνδοξάζει τους δοξάζοντας αυτόν. Υψούται Σταυρός, και ανορθοί τους καταπίπτοντας· δοξάζεται Χριστός, και των δι΄ αμαρτίας πεσόντων αμαυροί την αισχύνην. Υψούται Σταυρός, και πίπτουσιν είδωλα· δοξάζεται Χριστός, και διάβολος πλήττεται. Υψούται Σταυρός, ουχ ότι μόνον υψώθη Χριστός εν αυτώ, αλλ΄ ότι φανερωθείς την Ιουδαίων παράνοιαν ήλεγξε. Πόθεν φανερωθείς; Εκ των της γης αποκρύφων. Πότε φανερωθείς; Επί βασιλέων των εις Χριστόν πιστευσάντων· ουχ ως τινες δήθεν προσανεπλάσαντο κλέπτοντες τους πολλούς πιθανότητι, αλλά θεία και απεριέργω δυνάμει, και όντως πίστεως μηχανή και στερρότητι· Θεού γαρ ην το κειμήλιον. Επειδή γαρ μετά τον δια Σταυρού θάνατον, ο της ζωής και θανάτου Κύριος τρισίν ημέραις ανεβίω, φθόνου δε κέντροις Ιουδαίοι νυττόμενοι, μη τι των κατά το πάθος εκείνο το σεπτόν και μακάριον διασωθέν χαριστήριον, Ιουδαίοις μεν αμυντήριον γένηται, τοις εις Χριστόν δε πιστεύουσι φυλακτήριον, υπό μυχοίς κατωρωρύχευσαν γης αποθέμενοι τον θησαυρόν, λέγω δη τον Σταυρόν και τα περί τον Σταυρόν άπαντα, τους Ήλους και την Λόγχην και ον επί του Σταυρού Πιλάτος έγραψε και προσέπηξε τίτλον. Είτα Χριστιανοίς τα βασίλεια σκήπτρα και πάσαν την υπό Ρωμαίοις αρχήν Θεός ενεχείρισεν, ηυδόκησεν άρτι τότε δια γυναικός ευσεβούς, γυναικός βασιλίδος, γυναικός βασιλικόν εχούσης το φρόνημα, του υιού ταύτης τηνικάδε Χριστιανών βασιλεύοντος, την ευεργεσίαν ταύτην ημίν καταθέσθαι. Και δη θείαν ως ειπείν σοφίαν τη βασιλίδι ταύτη σοφισαμένη, και πη μεν αρχικαίς εμβριθείαις, έστι δε όπου και κοιναίς κολακείαις χρησαμένη, πάντα τε βασιλικώς επιδειξαμένη, όσα την ακαμπή των Ιουδαίων επικλίναι καρδίαν ηδύνατο· ούτω δη επιζητούση, θάττον και οίον αναλγητί, το κοινόν επέστη θησαύρισμα, Θεού το δώρον εις τάχος τω γυναίω προτείναντος. Τούτον δη λέγω τον εις πάντα σήμερον τον κόσμον υψούμενον του Κυρίου Σταυρόν, μεθ΄ ου και πάντα οις το μακάριον εκείνο και του κόσμου σωτήριον ωκονόμητο πάθημα. Τούτο τοίνυν εορτάζομεν σήμερον, δια τούτο πανηγυρίζομεν· ότι το πάλαι κρυπτόμενον άγιον πεφανέρωται σήμερον· ότι ο εν κρυφή θησαυρός, εκ μετάλλων γης εξέλαμψεν ως χρυσός· ότι το συγχωσθέν της Χριστιανών βασιλείας επισημότατον απεκαλύφθη λάφυρον· ότι ο τυφών των δαιμόνων ηρέμησε φανερωθέντος του Σταυρού· ότι το κατ΄ εχθρών αυτοχάλκευτον ξίφος από γης πεφανέρωται· ότι τον εαυτής απέλαβε κόσμον η Εκκλησία σήμερον· ότι ην απώλεσε δραχμήν, η βασίλειος εύρεν αρχή. Ούτός εστιν ο του Κυρίου Σταυρός, το Δεσποτικόν σημείον, το σωτήριον όπλον, το βασίλειον κράτος, το της νίκης τρόπαιον, το των άνω και κάτω μεταίχμιον, η Αποστολική κορωνίς, η Προφητική διόπτρα, των Μαρτύρων ο στέφανος, των Χριστόν προσκυνούντων ο αρραβών. Αφού γαρ Σταυρός, ο Χριστός προσκυνείται· αφού Σταυρός, ο Υιός του Θεού επεγνώσθη· αφού Σταυρός, συν Πατρί τον Υιόν προσκυνούμεν· αφού Σταυρός, τα Ιουδαίων ήργησε, τα Ελλήνων απέβη, τα Χριστιανών ανέσχεν, ο αήρ ηγιάσθη, των επιβωμίων αιμάτων ηλευθερώμεθα, της αναιμάκτου λατρείας γεγεύμεθα· αφού Σταυρός, της δαιμονικής κνίσσης απηλλάγμεθα, της πνευματικής ευωδίας του κενωθέντος μύρου μετέσχομεν· αφού Σταυρός, αι μυθικαί θεογονίαι εις φρούδον εχώρησαν· αφού Σταυρός, της καθ΄ ημάς θεογνωσίας το μυστήριον έγνωμεν· αφού Σταυρός, την υπεράρχιον αρχήν, της προανάρχου αρχής προελθούσαν εμάθομεν. Αφού Σταυρός, την εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα δεδιδάγμεθα πίστιν, και την πολύθεον της Ελληνικής εικαιομυθίας απετιναξάμεθα λύμην· αφού Σταυρός, των τυπικών συμβόλων τας σκιάς παρωσάμενοι, τω της αληθείας εν χάριτι φωτί κατηγλαϊσμεθα· αφού Σταυρός, καταπεφρόνηται θάνατος, τεθήπασι δαίμονες, κατεάγησαν ξόανα, ζωοθυσίαι πεπάτηνται, ειδωλεία κατέστραπται. Εκκλησίαι πανταχού, θυσιαστήρια, ψαλμωδίαι, στάσεις πάννυχοι, θεολογίαι, βαπτίσματα, πιστών συμφωνίαι, Γραφών επίγνωσις, γης περιφρόνησις, ουρανών κτήσις, Θεού μετουσία. Τι δει τα πολλά λέγειν; Αφού Σταυρός, Αγγέλοις συμπολιτεύονται άνθρωποι, και αυτός ο ουρανός τοις επιγείοις βατός, και Θεός ανθρώποις χωρούμενός τε και συμφερόμενος. Αλλ΄ ω Σταυρέ, το του Κυρίου και ημών πολυτίμητον αύχημα· ω Ξύλον επίσημον, εν ω Χριστός εξετανύσθη· φυτόν αθανασίας, εξ ου Χριστός ο βότρυς ζωηρόν έβλυσεν ημίν πόμα. Ω Σταυρέ, δι΄ ου της αμαρτίας εκραγέν το χειρόγραφον, το της ελευθερίας εγγραφήναι συμβόλαιον προεξένησεν. Ω Σταυρέ, μυρίων αγαθών θησαυρέ, Παραδείσου πρόξενε, Βασιλείας κληρούχε, αμαρτημάτων λυτήρ, κατορθωμάτων δοτήρ. Σε Χριστός, εν σοι σταυρωθείς, Ξύλον αθανασίας παρέδειξε, Σε Χριστός, εν σοι προσταγείς, της εις ουρανούς αγούσης οδού παρέπηξε κλίμακα. Σε Χριστός, εν σοι κρεμασθείς, ευλογίας ανέδειξε πρόξενον. Σε Χριστός, εν σοι τανυσθείς, των εν σειραίς ανείναι τα δεσμά προεστήσατο. Εν σοι Χριστός εκών υψωθείς, τον κόσμον εαυτώ συνανύψωσεν. Εν σοι Χριστός υπέρ ημών υψωθείς, τον υψωθέντα χαλκούν εστηλίτευσεν όφιν. Ουκέτι δαίμων όφις εφ΄ οδού πτέρναν τηρεί· ουκέτι χαλκούς όφις τα των δακνόντων όφεων αποπαύει προσβλεπόμενος δήγματα· ουκέτι «Επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου». Πως και τίνι τρόπω; Του ευλογητού παιδός Ιησού του Υιού του Θεού την κατάραν εις ευλογίαν ημίν υπαλλάξαντος. Ουκέτι κατάρατος ο Σταυρός, της κατάρας τω Σταυρώ προσπαγείσης, και Χριστού την κατάραν εξάραντος και την ευλογίαν ημίν αντεισάξαντος. Ούτος ο του Κυρίου Σταυρός πάντων ημίν γέγονεν εισαγωγεύς των καλών. Ούτος ο του Δεσπότου Σταυρός, πολλοίς ονόμασι κέκληται. Σταυρός καλείται, Ράβδος ευθύτητος, βασιλείας, δυνάμεως, κληρονομίας· «Ο θρόνος σου ο Θεός εις τον αιώνα του αιώνος, ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου· ελυτρώσω ράβδω κληρονομίας σου· ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών». Βακτηρία· «η Ράβδος σου και η βακτηρία σου, αύταί με παρεκάλεσαν». Ξύλον ζωής· «ζωής Ξύλον εστί πάσι τοις αντεχομένοις αυτόν, ως επί Κύριον ασφαλής». «Ξύλον πεφυτευμένον, καθώς που Δαβίδ λέγει, παρά τας διεξόδους των υδάτων». Ποίων υδάτων; Των θεοπνεύστων Γραφών. Υποπόδιον· «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού· ότι Άγιος εστί». Τόπος· «Εισελευσόμεθα εις τα σκηνώματα αυτού, προσκυνήσωμεν εις τον τόπον ου έστησαν οι πόδες αυτού· ει δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν, έως ου εύρω τόπον τω Κυρίω, σκήνωμα τω Θεώ Ιακώβ». Tούτον αινιττόμενος τον Σταυρόν Ιακώβ ο Πατριάρχης, εναλλάξ τότε τας χείρας τοις εγγόνοις επιθείς, συμβολικώς προεμήνυσε. Τούτον ο αυτός προτυπούμενος, επί του άκρου της ράβδου του Ιωσήφ προσεκύνησε. Σταυρού τύπον επείχεν η Ράβδος του αυτού Πατριάρχου Ιακώβ, ως διέβη τον Ιορδάνην· φησί γαρ· «Εν τη Ράβδω μου ταύτη διέβην τον Ιορδάνην»· και μικρώ προ τούτου, Σταυρού σημείον τω Αβραάμ παρεδείκνυτο, μέσον των του κριού κεράτων τυπούμενον, ότε την εν τύπω θυσίαν προς δείγμα του σταυρωθέντος δια του προβάτου μυστικώς επετέλει. Σταυρού τύπον εδήλου και Ισαάκ, τα ξύλα της θυσίας αναλαβών, και τω πατρί θύειν αυτόν επειγομένω προτροπάδην επόμενος. Σταυρού δύναμιν η Ράβδος είχε Μωσέως εις όφιν μεταβληυείσα, και μεταμορφούσα τας Αιγυπτίων ράβδους· και τας μεν καταπίνουσα, τοις δε ποτάμιον εξαιματούσα ρείθρον όπως μη πίωσι· και πη μεν βατράχους των υδάτων εξέρπειν, πη δε ακρίδας και σκνίπας και σκότος ψηλαφητόν σχεδιάζουσα, και όσα τας Αιγυπτίων συμφοράς περιϊστησι. Σταυρού τύπον επείχεν η αυτή του Μωδέως Ράβδος, ότε το Ερυθραίον ένθα και ένθα διεσχίζετο πέλαγος, και τείχος αυτώ τε και τω λαώ συνεπάγη τα ύδατα. Σταυρού τύπον επείχεν ο του πυρός στύλος και της νεφέλης, οις ωδήγει Θεός τον αλήτην Ισραήλ εξ Αιγύπτου φυγαδευόμενον. Σταυρού σχήμα διέσωζε και Μωϋσής αυτός επί του όρους, υψού τας χείρας ανέχων, ότε καταπολεμούντος του Ιησού τον αλλόφυλον Αμαλήκ, ο μεν υπό Ααρών και Ώρ εστηρίζετο, Ισραήλ δε δυναμούμενος υπερίσχυε. Σταυρού τύπον εδήλου η πατάξασα Ράβδος εν ερήμω την πέτραν, και ποταμόν κυοφόρον την άνικμον δείξασα· τι δαί η Ράβδος η εκφύσασα κάρυα; Ου προδήλως τον Σταυρόν υπογράφει; Τι δαί και Ησαϊας ξυλίνω πρίονι διχή διαιρούμενος; Ου σταυρικόν εσχημάτιζε τύπον; Εώ λέγειν του Αγγαίου την σταύρωσιν, και Σισάρα την εν πασσάλω καθήλωσιν, τον Σταυρόν φανερώς προδηλούσας. Αλλά και την μηλωτήν Ηλιού φαίην αν έγωγε, Σταυρού δύναμιν υποφαίνουσαν, ότε το Ιορδάνου ρείθρον διχή διαστήσας, ως επί ξηράς διεπέρασε γης· το δε του Ελισσαίου θαύμα που θήσομεν; Ότε τω ύδατι το ξύλον επιθείς της αξίνης, εκ βάθους ανείλκε του ποταμού το σιδήριον, τω ελαφρώ το βαρύ ανελόμενος; Μέγα αληθώς ο Σταυρός, και πολλαχού της Γραφής μαρτυρούμενος ή προτυπούμενος, και των δι΄ αυτού τελουμένων οσημέραι θαυμάτων προδιαγράφων τα υποδείγματα. Προσκυνητέον ουν τον Σταυρόν, ότι δι΄ αυτού τον Κύριον έγνωμεν. Προσκυνητέος ο Σταυρός, ότι εν αυτώ τον Χριστόν ευλογούμεν. Προσκυνητός ο Σταυρός, ότι δι΄ αυτού την ευλογίαν ελάβομεν και της κατάρας ηλευθερώμεθα. Προσκυνητός ο Σταυρός, ότι δι΄ αυτού την πικράν του ξύλου της παρακοής εξεμέσαντες γεύσιν, του γλυκασμού της σωτηρίας γεγεύμεθα. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ούπερ ηυλογήθη τα έθνη. Ευλόγηται Ξύλον, εν ώ Θεός σωματικώς εξετάθη. Και τι τούτου παραδοξότερον; Θεόν σταυρούμενον βλέπειν, και τούτον μετά ληστών. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ου ληστής τον Παράδεισον ώκησε, και η του Ξύλου γεύσις, την πικράν εξεκρούσατο γεύσιν· ου τι θαυμασιώτερον; Ότι ον έκλεισεν αλούς ο Αδάμ, τούτον ήνοιξε ληστής επιγνούς· και ου εκείνος εξόριστος γέγονεν, ούτος κλητός ενεγράφη πολίτης. Εύγε της καταλλήλου παραλλαγής! Εξήλθε κλέπτης, και αντεισήλθε κλέπτης· ο μεν δια παράβασιν, ο δε δι΄ επίγνωσιν· ο μεν υπαχθείς τω πτερνίσαντι, ο δε συσταυρωθείς τω ποιήσαντι. Ευλόγηται Ξύλον, εξ ου Κιβωτός κατασκευάσθη, κόσμον κατακλυσμού συνολικώς διασώζουσα. Ευλόγηται Ξύλον, εξ ου φαγών ο ληστής ηξίωται της τρυφής. Ευλόγηται Ξύλον, εξ ούπερ Αδάμ μη γευσάμενος πρότερον, της ζωής τον θάνατον αντηλλάξατο, προπετεία γεύσεως του ξύλου της γνώσεως καθαψάμενος· είτα μεταλαβών ύστερον, της ποιότητος ήσθετο, και την ανάκλησιν εύρατο. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ου βασιλείς εγείρουσι τρόπαια, και στρατηγοί συνεισφέρουσι λάφυρα, δορυκτήτων πλήθη τα βάρβάρων αλίσκεται. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ου τα κράτη των τόξων συντριβόμενα θραύεται, και θυρεοί πυρός παρανάλωμα γίνονται. Ευλόγηται Ξύλον, δι΄ ου βραχίων υπερήφανος κάμπτεται, και αυχένες εχθρών υποκύπτουσι, και νώτα δίδωσι βάρβαρος, και φεύγει Σκύθης μηδενός διώκοντος. Τοιγαρούν, υψώσατε συν εμοί την φωνήν σήμερον, και μετά της Γραφής τω του Σταυρού θησαυρώ προσφωνήσωμεν λόγια· θησαυρόν δε φημι του Σταυρού τον Υιόν του Θεού, τον Χριστόν, ω και πρέπει μάλλον τα προς ημών ανατείνεσθαι λόγια· «Πάντα τα έθνη, λέγοντες, όσα εποίησας, ήξουσι και προσκυνήσουσιν ενώπιόν σου, Κύριε και δοξάσουσι το όνομά σου· ότι μέγας ει συ και ποιών θαυμάσια, συ ει Θεός μόνος». Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Λόγος Β΄ εις την ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού.

Του εν Αγίοις πατρός ημών Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κων/πόλεως του Χρυσοστόμου.

Πάσα μεν η από των χειρόνων επί τα κρείττονα μεταβολή μεγίστην χαράν και ευφροσύνην τω γένει των ανθρώπων κατεργάζεται· πέφυκε γαρ η ανθρωπίνη φύσις, των κρειττόνων ορεγομένη αεί, σπεύδειν επί την των βελτιόνων κατάληψιν. Ούτω γουν, ηδεία τοις πλέουσιν η εκ χειμώνος εις ευδίαν και γαλήνην μετάβασις· ηδεία δε και τοις οδοπόροις, η εκ καμάτου επ΄ ανάπαυσιν ησυχία· ηδεία δε και τοις λυπουμένοις, η εκ κατηφείας εις ευφροσύνην μετάθεσις· ηδυτέρα δε και τοις νοσούσιν η εξ ασθενείας εις υγίειαν και ευρωστίαν ανάληψις· ηδεία δε και τοις πολεμίοις η από έχθρας εις φιλίαν και ειρήνην βεβαίωσις· ηδυτέρα δε και η από του σκότους και της νυκτός εις την ημέραν μετάπτωσις. Και πάσα πράξις, ως έστιν ειπείν, ηδυτέραν έχει την εργασίαν, όταν όφελος μετά τοις ποθούσιν αυτήν απεργάζηται.                                                                     
Ούτω γουν ορώμεν και την υπό Θεού δεδομένην ημίν απόλαυσιν, τη μεταβολή την ευφροσύνην ημίν παρεχομένην. Σίτος μεν γαρ εστιν ούτως ηδύς· εις δε την γην μετά κόπου καταβαλλόμενος και πολυπλασιαζόμενος, ηδύτερος αναδείκνυται μετά πάσης χαράς εις πλήθος τροφής λαμβανόμενος. Εις μεν γαρ εστι τω σπόρω κόκκος εις αδηλίαν ριπτόμενος. Ούτω και φύσις αμπέλου ηδυτέραν ημίν παρέχει την ανάπαυσιν, τη μεταβολή του καρπού τον πότον από του ξύλου προσφερομένη. Έλικες μεν γαρ και φύλλα, δριμυτάτην και στυπτικωτάτην έχουσι την ενέργειαν, ως μηδέ στόματι δυνατόν προς γεύσιν εφάψασθαι· σταφυλή δε συν έλιξι και φύλλοις εν ενί ξύλω συμφυομένη, τοιαύτην γλυκείαν έχει την αίσθησιν, ως γλυκαίνειν των πικρών και λυπηρών την έξιν, τον ίδιον καρπόν εις ευφροσύνην τη πόσει παρεχομένη.                                        
Ούτω και της ελαίας το πρέμνον, αειθαλές μεν έχει το φύλλον, αεί δε νεάζον το δένδρον· φέρεται δε κατά καιρόν ο καρπός, ουχ ομοίως τοις πάσιν από του ξύλου φαινόμενος, αλλ΄ ιδίαν τινά φύσιν εν εαυτώ επιδεικνύμενος. Άνθος μεν γαρ πρώτον ως χουν λεπτότατόν εστι περιβαλλόμενον, εν μέσω δε τούτου αυτός εστιν ως κέγχρος αναφυόμενος· και βότρυϊ μεν παρεοικώς, πλήθος αναρίθμητον επιδείκνυται· εις αύξησιν δε προϊών, του πλήθους μεν ως ανωφελούς απαλλάττεται, και πικρός μεν εστιν έως τέλους απογευόμενος, άγευστος δε δια χειρών λαμβανόμενος· φύλαξ δε δια τούτου της εαυτού ποιότητος γινόμενος, ήδη της πικρότητος τη μεταβολή τοσαύτην ηδείαν παρέχει την γεύσιν, ως πάσης μεν τρυφής άρτυμα παρεισφέρεσθαι, πάσης δε εστιάσεως κέρασμα προς την ζωήν των ανθρώπων γίνεσθαι. Και ούτω πάσα φύσις φυτών τε και σπερμάτων, τη μεταβολή των καρπών, την ευφροσύνην τοις πάσι παρέχουσιν.                                                                                                                                                             
Επεί τοίνυν των χαλεπωτέρων επί τη των βελτιόνων μεταβολή τοσαύτην χαρίζεται την απόλαυσιν, φέρε δη, μεταβάντες επί τα τούτων τιμιώτερα, θεασώμεθα πόσων ημίν αγαθών πρόξενος γέγονεν ο Σταυρός του Χριστού, δια της αυτού ενεργείας, τοσαύτην μεταβολήν αγαθών κατεργασάμενος. Ει γαρ και λυπηρός και στυγνός ο του Κυρίου Σταυρός ακουόμενος, αλλά χαράς πλήρης και φαιδρότητος έμπλεως, ου πάθους, αλλ΄ απαθείας αίτιος γενόμενος. Ει δε και σκάνδαλόν  εστιν Ιουδαίοις ονομαζόμενος, μωρία δε και τοις έθνεσι κηρυττόμενος, αλλ΄ ημίν τοις πιστεύουσι σωτηρία μνημονευόμενος. Ει γαρ και εν Εκκλησία Σταυρού αναγινωσκομένου, και πάθους δια Σταυρού μνημονευομένου, λαός ο Σταυρώ πιστεύων αγανακτεί, ελεεινήν φωνήν και γογγυσμόν αφιέμενος, ου δια τον Σταυρόν, αλλά δια τους σταυρώσαντας και απιστήσαντας.                                                                                                                                                       
Σταυρός γαρ σωτηρία της Εκκλησίας· Σταυρός το καύχημα των εις αυτόν ηλπικότων· Σταυρός ο απαλλάξας ημάς των προλαβόντων κακών, και απαρχή των επιγενομένων ημίν αγαθών. Σταυρός η προς Θεόν εχθρών καταλλαγή, και επί Χριστόν αμαρτωλών επιστροφή. Δια Σταυρού γαρ της έχθρας ερρύσθημεν, και δια Σταυρού τω Θεώ εις φιλίαν συνήφθημεν· δια Σταυρού της του διαβόλου τυραννίδος ηλευθερώθημεν, και δια Σταυρού του θανάτου και της απωλείας απηλλάγημεν. Δια τούτο ο λαός, πρότερον μεν περί Σταυρού ακούων εγόγγυζεν· αύθις δε περί αναστάσεως ακούων, τον γογγυσμόν εις χαράν μετέβαλε, καθαρά τη φωνή την δόξαν προφερόμενος. Σταυρός την ανθρωπείαν φύσιν εις αγγελικήν μετέβαλε τάξιν, πάσης φθαρτής πράξεως αλλοτρίαν αποδείξας, και της αφθάρτου ζωής ενδιαιτάσθαι καταξιώσας. Ουκέτι γαρ ανθρώποις, αλλά και θεούς προσηγόρευσε λέγων· «Εγώ είπα, θεοί εστε και υιοί Υψίστου πάντες». Ουκέτι δούλους, αλλά φίλους και αδελφούς ωνόμασεν, «Απαγγελώ το όνομά σου τοις αδελφοίς μου» λέγων.                                                                                                                                                                   
Οράς πόσην μεταβολήν ο Σταυρός κατειργάσατο; Ίνα δε μάθης ακριβέστερον την δύναμιν του Σταυρού, κατανόησον τι προ Σταυρού, και τι μετά Σταυρόν, και ευρήσεις του Σταυρού την ενέργειαν. Προ Σταυρού, Υιός ουκ ην γινωσκόμενος· σήμερον Σταυρού κηρυττομένου, Υιός ονομάζεται, και Πατήρ δι΄ Υιού γνωρίζεται. Προ Σταυρού διάβολος προσεκυνείτο· νυν, Σταυρού κηρυττομένου, διάβολος πέπτωκε και δαίμονες φυγαδεύονται. Προ Σταυρού, πορνείαις και ασελγείαις εσχολάζομεν· νυν δε Σταυρού κηρυττομένου, ου μόνον πορνείας απέστημεν, αλλά και γάμων κατεφρονήσαμεν, παρθενίαν δε, ην ουκ ήδειμεν, δεξάμενοι, ως ιδίαν φυλάττομεν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και διάβολος τους Ιουδαίους κατά του Χριστού συνήγαγε· σήμερον Σταυρός κηρύττεται και οι Απόστολοι Ιουδαίους δια της πίστεως προσάγουσιν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και υπό θανάτου κατειχόμεθα· νυν Σταυρός κηρύσσεται, και ως μη όντος θανάτου κατεφρονήσαμεν, την δε αιώνιον ζωήν εποθήσαμεν. Ουκ ην Σταυρός κηρυττόμενος, και Παραδείσου αλλότριοι ήμεν· Σταυρού δε φανέντος, παραχρήμα ληστής Παραδείσου ηξιώθη.                                                                                                                                                                                  
Ω μεγάλης δυνάμεως του Σταυρού! Όσην μεταβολήν τω γένει των ανθρώπων κατειργάσατο! Από τοσούτου σκότους, εις φως απέραντον μετέστησεν· από θανάτου, εις αιώνιον ζωήν ανεκαλέσατο· από φθοράς, εις αφθαρσίαν ανεκαίνισεν. Ουκέτι γαρ οφθαλμοί καρδίας από αγνοίας υπό του σκότους καλύπτονται, αλλά δια Σταυρού τω φωτί της γνώσεως καταυγάζονται. Ουκέτι ώτα κωφών υπό απιστίας κέκλεισται· οι κωφοί γαρ ήκουσαν λόγον Κυρίου, και οι τυφλοί ανέβλεψαν του ιδείν την δόξαν του Θεού.                                                                                                                                    
Ταύτα του Σταυρού τα κατορθώματα, ταύτα ημίν δια Σταυρού τα δωρήματα. Τι γαρ καλόν ημίν ουκ από Σταυρού δεδώρηται; Τι δε αγαθόν ου δια Σταυρού ημίν κατώρθωται; Δια Σταυρού ευσεβείν εδιδάχθημεν, και της θείας φύσεως την δύναμιν επέγνωμεν· δια Σταυρού δικαιοσύνην Θεού παιδευόμεθα, και σωφροσύνης αρετήν μεταδιώκομεν· δια Σταυρού αλλήλους γνωρίζομεν, και οι μακράν όντες Χριστώ συνήφθημεν, και της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ηξιώθημεν· δια Σταυρού αγάπης την δύναμιν έγνωμεν, και υπέρ αλλήλων αποθανείν ου παραιτούμεθα· δια Σταυρού πάντων των εν τω κόσμω καταπεφρονήκαμεν, και ως ουδέν αυτά είναι ηγησάμεθα, των μελλόντων αγαθών ορεγόμενοι, και των αοράτων ως ορωμένων αντιποιούμενοι.                                                                                                                                                           
Σταυρός κηρύττεται, και πίστις η εις Θεόν ομολογείται, και η αλήθεια εις άπασαν την οικουμένην πολιτεύεται. Σταυρός κηρύττεται, και Μάρτυρες αναδείκνυνται, και η εις Χριστόν ομολογία κρατύνεται. Σταυρός κηρύττεται, και η Ανάστασις αναδείκνυται, και η ζωή πεφανέρωται, και η των ουρανών Βασιλεία καταπιστεύεται, και οι άπιστοι τω Σταυρώ πιστεύουσι, και σωτηρίας τυγχάνουσιν οι τον Σταυρόν κατά της ζωής επινοήσαντες. Σταυρός τούτων απάντων ημίν πρόξενος γέγονε, και δια Σταυρού άδειν εδιδάχθημεν. Τι τοίνυν Σταυρού τιμιώτερον; Τι δε τούτου ταις ημετέραις ψυχαίς ωφελιμώτερον; Μη ουν επαισχυνθώμεν Σταυρόν ονομάζοντες, αλλά μετά πάσης παρρησίας αυτόν ομολογήσωμεν, δι΄ ου εις σωτηρίαν ανεκλήθημεν και εις αιώνιον ζωήν παραπεμπόμεθα.                                                                                                       
Οράς πόσην ο Σταυρός ούτος οικονομίαν τω κόσμω κατειργάσατο; Μετέβαλεν αυτού τα άνομα πράγματα, και ηλλοίωσε τα άθεα δόγματα· ουκέτι νόμοις διαβολικοίς εμπολιτεύεται, ου θεσμοίς θανατικοίς αναστρέφεται. Θεός γαρ επεδήμησε, και της οιστρηλασίας τα πάθη εξέτεμε, τα ίδια ενομοθέτησε, και τα συμφέροντα και επωφελή εδογμάτισε· δόγματα σωφροσύνης εθέσπισε, και την ηδυπάθειαν εξέκοψεν· όρους αγιωσύνης ενέθηκε, και νόμον αγνείας ήρμοσε, και άνομον πορνείαν εκποδών εποίησε· τους της εγκρατείας ενομοθέτησε κανόνας, και τας των ηδονών επικρατείας ανέτρεψε· δόγματι θεϊκώ τα των επιθυμιών όργανα κατάσπασε, και πάσαν την δι΄ ηδονής εντικτομένην αμαρτίαν εμείωσεν. Επειδή γαρ αρχή πορνείας, επίνοια ειδώλων· εύρεσις δε αυτών, φθορά ζωής· δια τούτο την ρίζαν ανομίας εξέκοψεν, ίνα παύση πάντα τα ρεύματα της ασεβείας.                                                                                      
Και κατήργησε μεν τα μυσαρά σεβάσματα της ειδωλολατρίας, διέφθειρε δε τα των αθεμίτων επιτηδεύματα, ηχρείωσε τα σχίσματα της βακχικής παρανομίας, και ημαύρωσε τα πλάσματα και τα καλλωπίσματα της ασεβείας· τα της απάτης ενέκοψεν αδικήματα, και τα της απωλείας ενέφραξε ρεύματα· εκαθάρισε τας ψυχάς εκριζώσας τας ακάνθας της ασεβείας, και ήνεγκεν ως κόκκον σίτου τα σπέρματα της θεοσεβείας, ίν΄  αποδείξη τας ψυχάς καρποφορούσας γεννήματα δικαιοσύνης· ήνοιξε τους καταρράκτας της πνευματικής σιτοδοσίας, και επλήρωσε τας λογικάς αποθήκας των θεϊκών γεννημάτων της επουρανίου σοφίας· ενεφόρησε τους πιστεύοντας της του Πνεύματος αγιαστίας, και γέγονεν έκαστος δοχείον της ενθέου αγιωσύνης και ποταμός της θείας ευπρεπείας.                                                                                                                                                                                                                   
Τούτων ημίν απάντων ο Σταυρός εχορήγησε την κτήσιν, και πάντων των τηλικούτων αγαθών δια του Σταυρού απολαύομεν. Τούτων απάντων την γνώσιν δια Σταυρού ειλήφαμεν, και πάντα ταύτα δι΄ αυτού εδιδάχθημεν. Ίνα δε μάθης του Σταυρού την δύναμιν, και πόσον ισχύει Σταυρού ενέργεια, κατάμαθε τα επί του Σταυρού γενόμενα, και ευρήσεις έργα θεϊκής δυνάμεως δι΄ αυτού τελούμενα. Σταυρός κατά της ζωής πήγνυται, και ζωή τω κόσμω δια Σταυρού εις θάνατον επινενόηται, και θάνατος νεκρός δι΄ αυτού αποδέδεικται· Σταυρός κατά της αληθείας ήπλωται, και δια Σταυρού κόσμος της αληθείας πεπλήρωται. Σταυρός εκτέταται κατά του Δεσπότου, και ο Δεσπότης δι΄ αυτού τας χείρας εκτείνας, τα πάντα προς εαυτόν συνήγαγε. Χριστός επί Σταυρού κρέμαται, και διάβολος νενέκρωται. Χριστός επί Σταυρού ήπλωται, και σημείον σωτηρίας τω κόσμω δεδώρηται. Χριστός επί Σταυρού προσήλωται, και πάσα ψυχή εκ δεσμών λελύτρωται. Χριστός επί Σταυρού πέπηγε, και η σύμπασα κτίσις από της φθοράς της δουλείας ηλευθέρωται. Χριστός επί Σταυρού αναπέπαυται, και τεράστιον καινότερον τω κόσμω αναδέδεικται· ηλίου γαρ το φως σκοτίζεται. Σύμβολον τοις μεν απίστοις εν ημέρα κρίσεως το σκότος ταμιευόμενον, τοις δε πιστεύουσι το φως της ημέρας από σκότους μεταβαλλόμενον. Τούτο δε και προφητικόν που λόγιον βοά λέγον· «και έσται εν εκείνη τη ημέρα, λέγει Κύριος, δύσεται ο ήλιος μεσημβρίας, και συσκοτάσει εν ημέρα το φως, και μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος, και πάσας τας ωδάς υμών εις θρήνους».                                                                                    
Οράς, αγαπητέ, ηλίκον περιέχει μυστήριον το προφητικόν λόγιον; Ενταύθα γαρ αμφοτέρων αινίττεται τα πράγματα, Ιουδαίων τε λέγω, των υπό Νόμον, και εθνών έξω του Νόμου την ανομίαν επιτελούντων. Οι μεν γαρ κατά Νόμον εορτάζοντες πενθήσουσι, τας εορτάς απολέσαντες, και αντί ωδών, κοπετόν περί της Ιερουσαλήμ ποιήσονται. Ουκέτι γαρ έσται Ιερουσαλήμ έχουσα τας λατρείας, ούτε επιτελεσθήσεται εορτή εν αυτή, τέλος ειληφότων απάντων μετά την Χριστού επιδημίαν και το Πάθος Αυτού και την οικονομίαν. Δια τούτο ουν φησι· «Μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος, και πάσας τας ωδάς υμών εις θρήνους», των νομικών αποστερούμενοι και εις δουλείαν παντί έθνει παραδιδόμενοι, ανθ΄ ων ουκ επίστευσαν τω θείω και παραδόξω του Σταυρού κηρύγματι. Πενθήσει δε και επί ταις αμαρτίαις εξομολογούμενα έθνη, πένθος μακαρισμού πρόξενον. «Μακάριοι, γαρ φησιν, οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Πενθήσουσιν ουν επί ταις ματαίαις αυτών εορταίς και άσμασιν αθεμίτοις, οις επετέλουν τοις ακαθάρτοις δαίμοσιν. Όρα γαρ μοι σήμερον, πως μετανοήσας Εθνικός, ο πρότερον τοις ειδώλοις εορτάζων, μεταστρέφει την εορτήν εις πένθος, μετανοών εφ΄ οις κακοίς έπραττε, και λέγει θρηνών το προφητικόν εκείνο λόγιον· «Επλανήθημεν εν τη αισχύνη ημών και επεκάλυψεν ημάς τα αμαρτήματα ημών, ότι επλήσθημεν ασεβείας ημών». Ούτως ουν και ημείς καλώς θρηνούντες και πενθούντες εν ταις προγεγραμμένοις ημίν κακοίς, τω Σραυρώ εαυτούς προσπλέξωμεν, και εις ουρανόν την διάνοιαν τείναντες, Χριστώ τω Σωτήρι ημών πλησιάσαντες, εγγύς Θεού εν τη Βασιλεία των ουρανών γενέσθαι καταξιωθώμεν, εν αυτώ Χριστώ τω Κυρίω ημών· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.