Φωστήριος ο εν Αγίοις πατήρ ημών, λάμψας εξ Ανατολών ως ήλιος, μετέβη εις τα μέρη της Δύσεως. Αναβαίνων δε εφ’ υψηλού και ησύχου όρους, αϋλως εις τον άϋλον Θεόν προσηύχετο, υπερκοπιάζων και δουλαγωγών εαυτόν με νηστείας, με αγρυπνίας, με χαμευνίας, και πάσαν άλλην κακοπάθειαν· όθεν εκ τούτων έγινεν αληθώς φωστήρ συμφώνως με το όνομά του, λάμπων εις την οικουμένην, διότι φυλάττων το σώμα αυτού αγνόν και την ψυχήν καθαράν, και τηρών το κατ’ εικόνα αμόλυντον όσον ήτο δυνατόν, εγένετο οικητήριον του Αγίου Πνεύματος, και ως εκ τούτου επλούτησεν ο αοίδιμος την χάριν των θαυμάτων, ιατρεύων πάσαν πολυχρόνιον ή ολιγοχρόνιον ασθένειαν πάντων των ασθενών εκείνων όσοι προσήρχοντο προς αυτόν μετά πίστεως.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022
Τη Ε΄ (5η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου πατρόςημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του εν τω Ακρίτα.
Γρηγόριος ο Όσιος πατήρ ημών κατήγετο εκ της περιφήμου νήσου Κρήτης, ήτο δε υιός γονέων ευσεβεστάτων, Θεοφάνους και Ιουλιανής καλουμένων. Αφού δε διέτριψεν αρκετόν χρόνον εις τα μαθήματα, διετάχθη κατόπιν υπό των γονέων του να βόσκη πρόβατα. Καταφλεχθείς δε υπό θείου ζήλου και έρωτος, ανεχώρησεν εκ της πατρίδος του και μετέβη εις την Σελεύκειαν, ένθα διαμείνας ολίγον χρόνον, έχη ο αοίδιμος με ολίγιστον μόνον άρτον και ύδωρ. Ότε δε έφθασεν εις το εικοστόν έκτος έυος της ηλικίας του και απώλεσε την ζωήν ο εικονομάχος Λέων ο Δ΄, ο βασιλεύσας κατά τα έτη 775 – 780, η δε Ορθοδοξία δια της βασιλίσσης Ειρήνης εθριάμβευσεν, τότε και ο Όσιος ούτος μετέβη εις Ιεροσόλυμα, επιθυμών να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους.
Τη Ε΄ (5η) Ιανουαρίου, μνήμη της Οσίας ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΗΣ.
Συγκλητική η μακαρία μήτηρ ημών κατήγετο από την Μακεδονίαν, οι δε πρόγονοι αυτής, ακούσαντες την φιλόθεον και φιλόχριστον γνώμην των Αλεξανδρέων, έφυγον από την Μακεδονίαν και ήλθον εις την Αλεξάνδρειαν· ευρίσκοντες δε εις αυτήν πίστιν απλήν με αγάπην αληθινήν, επροτίμησαν την ξενητείαν καλλίτερον από την πατρίδα των. Ήτο δε η Οσία αύτη και κατά το γένος περίφημος και ευτυχισμένη έχουσα όλα τα νομιζόμενα καλά της παρούσης ζωής· αλλά αυτή η μακαρία, και όταν ευρίσκετο ακόμη εις τας αγκάλας των γονέων της, ήτο όλη δεδομένη εις τον πόθον και την αγάπην του Θεού και δεν επεμελείτο τελείως το σώμα της, αλλ’ εφυλάττετο από τας ατάκτους ορμάς της φύσεως· διότι ήτο και πολύ ωραία εις το σώμα και πολλοί νέοι την εζήτουν εις γάμον, και δια τον πλούτον της και δια την κοσμιότητα των γονέων της και δια την καλλονήν της· και οι γονείς της ακόμη επαρακινούσαν την κόρην εις γάμον, δια να φυλαχθή δι’ αυτής η διαδοχή του γένους των.
Τη Ε΄ (5η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΘΕΟΠΕΜΠΤΟΥ και ΘΕΩΝΑ.
Θεόπεμπτος και Θεωνάς οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει 290. Ήτο δε ο Θεόπεμπτος Επίσκοπος, όταν ο Διοκλητιανός εκίνησε διωγμόν κατά των Χριστιανών. Τότε και ο Άγιος ούτος πρώτος ωμολόγησε τον Χριστόν και έλαβε τον στέφανον του μαρτυρίου. Συλληφθείς δηλαδή και παρασταθείς έμπροσθεν του Διοκλητιανού, ήλεγξε την πλάνην αυτού· διο βάλλεται εντός ανημμένου κλιβάνου και εξέρχεται εκείθεν σώος και αβλαβής. Έπειτα εξώρυξαν τον ένα των οφθαλμών του και μετά ταύτα έδωκαν εις αυτόν και έπιε θανατηφόρα δηλητήρια· επειδή δε εφυλάχθη αβλαβής υπό της χάριτος του Θεού, προσείλκυσεν εις τον Χριστιανισμόν τον τα δηλητήρια ταύτα κατασκευάσαντα μάγον, Θεωνάν ονόματι. Αφού δε έπαθε και άλλας ομοίας βασάνους, απεκεφαλίσθη και έλαβε ο αοίδιμος τον στέφανον του μαρτυρίου. Ο δε Θεωνάς ερρίφθη εντός λάκκου επίτηδες κατασκευασθέντος και επειδή εχύθη επί της κεφαλής του χώμα πολύ, τούτου ένεκα εχώθη όλος και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού.
Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2022
Τη Δ΄ (4η) Ιανουαρίου, μνήμη του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ του εν Χίω μαρτυρήσαντος κατά το έτος αωιη΄ (1818).
Ονούφριος ο Νέος του Χριστού Οσιομάρτυς υπήρξεν εξ εκείνων οι οποίοι κατά τους εσχάτους τούτους χρόνους εκίνησαν δια της ανδρείας των τον θαυμασμόν παντός ευσεβούς Χριστιανού. Πάντοτε βέβαια αξιοθαύμαστος υπήρξεν η ανδρεία, η μεγαλοψυχία και η καρτερία των Αγίων Μαρτύρων και ο προς τον Χριστόν διάπυρος έρως και η ασύγκριτος αγάπη των προς αυτόν (τις δεν το ομολογεί και παρρησία δεν το κηρύττει; ), κατ’ εξοχήν όμως και κατ’ εξαίρετον τρόπον θαυμαστή φαίνεται και είναι η μεγαλοψυχία και η προς τον Χριστόν θερμοτάτη αγάπη των νέων τούτων του καιρού μας ενδόξων Μαρτύρων. Αλλά διατί τάχα φαίνεται τοιαύτη, έξοχος και εξαίρετος;
Τη Δ΄ (4η) Ιανουαρίου, οι μετά του Οσίου Ευθυμίου ΔΩΔΕΚΑ ΜΟΝΑΧΟΙ Βατοπαιδινοί, οι τους λατινόφρονας, βασιλέα Μιχαήλ και Βέκκον τον Πατριάρχην ελέγξαντες, αγχόνη τελειούνται.
Ευθύμιος ο Οσιομάρτυς και οι μετ’ αυτού αθλήσαντες Πατέρες ήσαν κατά το έτος ασπ΄ (1280), ότε οι λατινόφρονες βασιλεύς και Πατριάρχης περιήρχοντο τα διάφορα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, ίνα πείσουν τους Μοναχούς να ακολουθήσουν την πλάνην των· μη γενόμενοι δε δεκτοί υπ’ αυτών, εκακοποίησαν πολλούς Μοναχούς, οίτινες δια μαρτυρικού θανάτου απέθανον. Τότε ήλθον και εις την Μονήν του Βατοπαιδίου και αφού ουδέ εκεί έγιναν δεκτοί, ήρχισαν να κακοποιούν τους Μοναχούς, όσους συνέλαβον, διότι και πολλοί έφυγον. Συλλαβόντες δε εκεί τον προηγούμενον Άγιον Ευθύμιον και δώδεκα άλλους Μοναχούς, μετά διαφόρους κακώσεις και τυραννίας, τελευταίον απηγχόνισαν προς εκδίκησιν δήθεν της απειθείας την οποίαν έδειξαν εις το να μη ασπασθούν τα ξένα και αλλότρια δόγματα τα δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν όλως απαράδεκτα. Ούτοι οι λατινόφρονες ελθόντες και εις την Λαύραν εγένοντο δια τον φόβον της καταδίκης του θανάτου δεκτοί υπό τινων Μοναχών αυτής, εις τους οποίους και έδωσαν πολλά ιερά σκεύη, δηλαδή Άγια Ποτήρια, Ευαγγέλια, θυμιατήρια και λοιπά, άτινα εξ άλλων ιερών Μονών ως λησταί εσύλησαν εκείνοι δε οίτινες συνεκοινώνησαν μετά των ανωτέρω λατινοφρόνων μετά θάνατον έμειναν τυμπανιαίοι και τα άθλια αυτών σώματα, μαύρα όντα και αποπνέοντα οσμήν δυσώδη, δεν ετάφησαν εν τω κοινώ κοιμητηρίω, αλλ’ εκτός αυτού εις εν υπόγειον σπήλαιον το οποίον περιέφραξαν, ως αλλότρια και ξένα της Αγίας Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και των ορθών δογμάτων αυτής.
Τη Δ΄ (4η) Ιανουαρίου, μνήμη της Οσίας ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΑΣ της Συγκλητικής.
Απολλιναρία η αοίδιμος μήτηρ ημών ήτο κατά τους χρόνους Λέοντος του μεγάλου, του επονομαζομένου Μακέλλη, εν έτει υνζ΄ (457), θυγάτηρ Ανθεμίου, όστις διωρίσθη παρά του βασιλέως διοικητής της Ρώμης, κατά δε το κάλλος και την σύνεσιν αύτη υπερέβαινε τας περισσοτέρας γυναίκας του τότε καιρού. Εκ νεαράς δε ηλικίας επόθησε την παρθενίαν και παρεκάλει τον Θεόν νυχθημερόν να επιτύχη του ποθουμένου, ήτοι να μείνη παρθένος έως θανάτου. Δια τούτο παρεκάλεσε τους γονείς της να της επιτρέψωσι να μεταβή εις τα Ιεροσόλυμα· αφού δε έλαβε προς τούτο την άδειαν, συμπαραλαβούσα η μακαρία δούλους και δούλας, ως επίσης χρυσίον και αργύριον και πολύτιμα ιμάτια, ήλθεν εις την αγίαν πόλιν και εκεί διένειμεν όλα εις τους πτωχούς.