Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Τη ΣΤ΄ (6η) Απριλίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΕΥΤΥΧΙΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Ευτύχιος ο μέγας άνθρωπος του Θεού και λαμπρός Αρχιερεύς έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού Α΄ του μεγάλου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη φκζ΄- φξε΄  (527 – 565), κατήγετο δε εκ χωρίου της Φρυγίας καλουμένου Θεία Κώμη. Οι γονείς αυτού ήσαν λαμπροί και περίβλεπτοι κατά τε τον πρόσκαιρον πλούτον και τον της αρετής, μάλιστα δε τούτου επλούτουν περισσότερον, εκαλούντο δε Αλέξανδρος και Συνεσία, ήτο δε ο πατήρ αυτού τετιμημένος με το αξίωμα του Σχολαρίου.
Αφού δε η πράγματι φερώνυμος Συνεσία συνέλαβε τον θαυμαστόν τούτον Ευτύχιον, είδεν όραμα, ότι εν ω εκάθητο επί της κλίνης περιέλαμψεν αίφνης αυτήν φως μέγα και ταραχθείσα δια το παράδοξον του οράματος διελογίζετο τι άραγε εσήμαινε το φανέν. Τούτο δε βεβαίως προεμήνυεν, ότι ο εξ αυτής μέλλων να προέλθη θέλει φωτίσει τους εν τω σκότει της αμαρτίας βεβυθισμένους. Μετά την γέννησιν και τον απογαλακτισμόν του παιδίου και αφού δια του θείου Βαπτίσματος εδόθη εις αυτό το όνομα Ευτύχιος, ωδηγήθη προς τον πάππον αυτού, Ησύχιον ονομαζόμενον, όστις ήτο Ιερεύς έχων το οφφίκιον του Σκευοφύλακος εις την Εκκλησίαν της Αυγουστουπόλεως δια να το αναθρέψη επιμελώς κατά τον νόμον του Κυρίου. Θεοφιλής δε ων εκείνος και θαυματουργός Άγιος ανέτρεφε και τον θείον Ευτύχιον εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, διδάσκων εις αυτόν τα ιερά Γράμματα και την ευκοσμίαν των ηθών, ως στολισμόν της ψυχής και πάσαν άλλην εν ψυχή και σώματι αρετήν. Παις δε ων ακόμη ο Άγιος, ευρισκόμενος ημέραν τινά εις την οικίαν του, συνεκεντρώθησαν εις αυτήν και πολλά άλλα παιδία και κατά την συνήθειάν των έπαιζον. Τι δε ήτο το παιγνίδιον αυτών; Ωνόμαζον εαυτά άρχοντας και Ιερείς, τινά δε εξ αυτών έγραψαν εις τον τοίχον ιδιοχείρως και τα ονόματά των και το αξίωμα, το οποίον έκαστον τούτων επεθύμει. Ο δε Άγιος, θεόθεν εμπνευσθείς, έγραψεν Ευτύχιος Πατριάρχης, όπως τούτο φαίνεται γεγραμμένον μέχρι την σήμερον δεικνύον, ότι Αυτός ο Πατήρ των φώτων προεμήνυσε δια τούτου την μέλλουσαν να δοθή εις αυτόν αξίαν και Χάρν. Αφού λοιπόν ο Άγιος εγένετο δωδεκαετής πλησίον του πάππου αυτού, ευθύς ως ο καιρός το επέτρεψεν απεστάλη εις την Βασιλίδα των πόλεων παρά των γονέων του και του πάππου του, ίνα λάβη και την έξω παιδείαν, μάλλον δε της του Θεού σοφίας οικονομούσης τα πάντα, ίνα ετοιμάση τούτον δια την διακονίαν την οποίαν εξέλεξεν. Παρακολουθήσας λοιπόν εις την Βασιλεύουσαν πάσαν την εγκύκλιον παιδείαν και απομακρύνας απ’ αυτής παν το μυθώδες, ωδήγησεν εαυτόν εις την αληθή και πραγματικήν φιλοσοφίαν, αντιληφθείς ότι η έξω σοφία «μωρία εστί» κατά τον Απόστολον (Α΄ Κορ. α: 18), διότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον από του Πατρός των φώτων» (Ιακ. α:17). Όθεν συνέλαβε σκέψιν καλήν· ποία δε ήτο αύτη; Να εγκαταλείψη τον κόσμον και τα εν τω κόσμω και να προσέλθη προς το Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών. Και εκείνος μεν ταύτα εμελέτα, ο πανάγαθος όμως Θεός άλλως πως ωκονόμει τα κατ’ αυτόν. Διότι ενώ εσυλλογίζετο τα του μονήρους βίου, προετυπώθη εις αυτόν το της αρχιερωσύνης αξίωμα κατά τον εξής τρόπον. Παρεκλήθη ο Άγιος παρά του Επισκόπου Αμασείας και άλλων πολλών, όπως δεχθή να χειροτονηθή Επίσκοπος της πόλεως των Λαζιχηνών. Τότε ο Άγιος αν και δεν επεθύμει τούτο, διότι ως είπομεν άλλη ήτο η επιθυμία αυτού, ηναγκάσθη όμως και μη θέλων να δεχθή, σκεφθείς ότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Παρέδωσε λοιπόν εαυτόν ως αρνίον άκακον εις τον Αρχιερέα των Αμασέων, ευρισκόμενον τότε εν τη Βασιλευούση των πόλεων. Όθεν χειροτονηθείς υπό του Αμασείας Αναγνώστης, εκουρεύθη τας τρίχας της κεφαλής εις τον Ναόν της Θεοτόκου, τον ονομαζόμενον του Ουρβικίου. Μετ’ ολίγον εχειροτονήθη Διάκονος και παραμείνας επί μικρόν διάστημα εις την Ιεροδιακονίαν, χειροτονείται Πρεσβύτερος, τριακονταετής ων κατά την ηλικίαν. Αφού όμως ταύτα πάντα κατά τους θείους όρους και νόμους ετελέσθησαν, αίφνης ελευθερούται απροόπτως από της επισκοπικής φροντίδος, κατά θείαν οικονομίαν, προταθέντος άλλου δια την των Λαζίχων επαρχίαν. Όθεν ελευθερωθείς ανεχώρησεν εκ της Βυζαντίδος και μετέβη εις Αμάσειαν, ένθα εισελθών εις το εκεί μέγα Μοναστήριον, ενεδύθη το Μοναχικόν Σχήμα. Μετά τούτο δεν παρήλθε πολύς χρόνος και ο Αρχιερεύς της Αμασείας, βλέπων τας αρετάς αυτού, του ανέθεσε την φροντίδα της διαποιμάνσεως παντός του υπό την Μητρόπολιν αυτού Μοναχικού συστήματος. Ο δε Άγιος, καίτοι νέος ακόμη τότε, όμως, καθό πεπροικισμένος με την Χάριν του Θεού, καλώς τα πάντα κατηύθυνε και πολλούς προς τον Θεόν καθωδήγησε δια της διδασκαλίας και των νουθεσιών του, την δε Μονήν εκαλλώπισε και νέους ευκτηρίους οίκους αυτής ωκοδόμησε και δι’ αύξησιν των προσόδων της εμερίμνησε και προς παν έργον αρετής επεδίδετο προκόπτων ούτω καθ’ εκάστην προς τα εμπρός. Βασιλεύοντος δε τότε του Ιουστινιανού του Μεγάλου, συνηθροίζετο Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει, εις την οποίαν εκλήθησαν, όπως παραστώσιν πολλοί Επίσκοποι, ίνα παρευρεθώσιν εις αυτήν, μεταξύ των οποίων ήτο και ο των Αμασέων Μητροπολίτης, όστις μη δυνάμενος δια το γήρας να προσέλθη εις την Σύνοδον, προσεκάλεσε τον Αγιον και επρότεινεν εις αυτόν να μεταβή εκείνος αντ’ αυτού και να τον αντιπροσωπεύση, ως έμπειρος και γνώστης των ιερών δογμάτων και των θείων Γραφών. Ο δε Άγιος, αν και εδυσκολεύθη ως το πάλαι ο μέγας Μωϋσής, συγκατένευσεν όμως, έστω και παρά την θέλησίν του, επειδή ούτω επληροφόρησεν αυτόν ο Θεός. Διότι είδεν εν οράματι δάκτυλον δεσποτικής χειρός εν τω στερεώματι του ουρανού, δεικνύοντα προς αυτόν κορυφήν όρους τινός, ήκουσε δε και φωνήν ήτις του έλεγεν· «Εκεί θέλεις γίνει Επίσκοπος». Ποίον όμως άλλο να ήτο το όρος εκείνο αν δεν ήτο η Βασιλίς των πόλεων; Εκκινήσας λοιπόν εξ Αμασείας φθάνει εις την Βυζαντίδα, και προσελθών προς τον αγιώτατον Πατριάρχην Μηνάν παρουσιάσθη ενώπιον αυτού. Τότε ο Πατριάρχης, βλέπων το ήθος, την κοσμιότητα και την γνώσιν του Ευτυχίου τόσον τον εξετίμησεν, ώστε προέτεινεν εις αυτόν να παραμείνη μαζί του· εις δε τον υπ’ αυτόν Κλήρον έλεγεν· «Ούτος ο Μοναχός θα είναι ο διάδοχός μου». Μετά ταύτα ο αγιώτατος εκείνος Πατριάρχης, παρουσίασε τον Άγιον εις τον βασιλέα, όστις, αφού εδέχθη αυτόν, τον συνηρίθμησε μετά των λοιπών Πατέρων, οίτινες απετέλεσαν την Αγίαν εκείνην Σύνοδον. Αρξαμένων δε των εν αυτή αυζητήσεων ανεκοινώθησαν οι λόγοι, ένεκα των οποίων αύτη συνεκλήθη. Προσεκλήθησαν δε όπως παραστώσιν εις αυτήν και οι αντιφρονούντες, ίνα συζητήσωσι μετά των Πατέρων. Τότε ο Άγιος, φανείς κατά τας συζητήσεις δόκιμος πάσης παιδείας θείας τε και ανθρωπίνης, αντήλλαξε γνώμας μετά των αιρετικών εκείνων, οίτινες δεν κατώρθωσαν να αντισταθώσιν εις την σοφίαν και το πνεύμα δια των οποίων ωμίλει. Ότε δε τινες εξ αυτών έλεγον, ότι δεν πρέπει να αναθεματίζωνται οι προαποθανόντες, ο Άγιος απεκρίθη λέγων· «Και ο βασιλεύς Ιωσίας, ανασκάψας μετά θάνατον τους τάφους των θυσιασάντων εις τας δαμάλεις, κατέκαυσε α οστά αυτών. Επιβάλλεται λοιπόν, όπως κατά τον αυτόν τρόπον συμπεριφερώμεθα και ημείς προς τους αιρετικούς αναθεματίζοντες και μετά θάνατον αυτούς». Θαυμάσαντες τότε ο βασιλεύς και πάντες οι παρευρισκόμενοι τον Άγιον, ηξίωσαν αυτόν μεγάλης τιμής· ένεκα δε τούτου διήγε μετά μεγαλυτέρας παρρησίας εις την βασιλικήν αυλήν. Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι του έτους φνβ΄ (552), ότε ο αγιώτατος Πατριάρχης Μηνάς μετέστη προς την αιωνίαν ζωήν. Από της πρώτης τότε στιγμής της κοιμήσεως του μακαρίου εκείνου Πατριάρχου και ενώ οι αρμόδιοι ευρίσκοντο ακόμη καθ’ οδόν σπεύδοντες να αναγγείλουν τούτο εις τον βασιλέα, άλλοι είχον μεγάλον αγώνα και φροντίδας εις το πως θα προβάλουν ως διαδόχους εκείνου τους μη αξίους του θρόνου, προσπαθούντες δι’ υποσχέσεων και δωροδοκιών να επιτύχωσι των ελπιζομένων, πείθοντες προς τούτο τους ασκούντας επιρροήν επί του βασιλέως. Αλλ’ ο τα πάντα ποιών και μετασκευάζων Θεός κλίνει την καρδίαν του βασιλέως προς τον άξιον άνδρα, τον μέγαν Ευτύχιον, και αμέσως διατάσσει να ευρεθή ούτος, όπου και αν ευρίσκεται. Ευρεθέντος δε του Αγίου εις τινα οικίαν διέταξεν ο βασιλεύς, όπως διατεθή φρουρά, η οποία να τον φυλάττη εκεί εις την οικίαν εκείνην μετά της πρεπούσης τιμής. Τούτο δε επρόσταξε, διότι εφοβείτο μήπως ο Άγιος, θέλων να αποφύγη την αξίαν, σπεύση να κρυφθή. Εις την οικίαν δε εκείνην φυλασσόμενος ο μέγας ούτος ανήρ ηξιώθη και θείας οπτασίας, την οποίαν του απεκάλυψεν ο Θεός, ίνα γνωρίση, ότι θέλημά Του είναι τούτο. Την οπτασίαν ταύτην διηγήθη μετά ταύτα ο ίδιος ούτος Άγιος, ειπών· «Κατά την νύκτα εκείνην έβλεπον κατ’ όναρ οίκον μέγαν, κατάφωτον και κλίνην ευπρεπώς εστρωμένην, επί της οποίας εκάθητο γυνή τις, ονόματι Σοφία, ήτις αφού με προσεκάλεσε να υπάγω πλησίον της με υπεδείκνυε εις τους άλλους μετά κοσμιότητος. Μετά τούτο έβλεπον το παρακείμενον εις την οικίαν εκείνην ηλιακωτόν κεκαλυμμένον δια χιόνος, ίστατο δε εκεί παιδίον, ονόματι Σωτήριχος, το οποίον εφαίνετο ως να ήτο έτοιμον να πέση εκ του ηλιακωτού. Προφθάσας δε εγώ ανεσήκωσα τούτο εκ της χιόνος, ίνα μη πέση». Τι λοιπόν άλλο ήτο δυνατόν να σημαίνη τούτο από την επιμέλειαν και φροντίδα της Εκκλησίας, η οποία επρόκειτο να του ανετεθή; Τούτο βεβαίως εσήμαινεν η μετά κοσμιότητος υπόδειξις του Αγίου υπό της Σοφίας. Το δε εν τη χιόνι παιδίον εσήμαινεν ασφαλώς ότι η Εκκλησία ευρίσκετο εις δεινόν χειμώνα, εκ της μανίας των αιρετικών, δια της αναλήψεως όμως της ποιμαντορίας αυτής υπό του θείου Ευτυχίου θα επανεύρισκεν αύτη την ειρήνην, αμφότερα δε ταύτα επραγματοποιήθησαν. Διότι και εις τον θρόνον ανεδείχθη ο Άγιος και η Εκκλησία επανεύρε την ειρήνην και την ησυχίαν, δια της επιστασίας και κυβερνήσεως του Αγίου. Εν ω λοιπόν ο Άγιος εφυλάττετο εις την οικίαν εκείνην, ο φιλόχριστος βασιλεύς ανεκοίνωσε προς τον ευαγή Κλήρον και την Σύγκλητον την σκέψιν, την οποίαν απ’ αρχής είχε συλλάβει, πληροφορήσας αυτούς ότι και θείαν οπτασίαν είδε περί τούτου ευρισκόμενος εντός του Ναού του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου εν τω Αθήρα, εις τον οποίον παρευρίσκετο και ο πρώτος εκείνος της αληθείας κήρυξ. Είδε δηλαδή τότε τον κορυφαίον Πέτρον καθ’ ύπνον, υποδεικνύοντα εις αυτόν τον μέγαν Ευτύχιον και λέγοντα· «Τούτον ποίησον Επίσκοπον». Εβεβαίου δε τούτο μεθ’ όρκων ο βασιλεύς, ότι πράγματι ούτως εγένετο. Πληροφορηθέντες λοιπόν άπαντες, ότι δια θείας οράσεως υπεδείχθη ο θείος Ευτύχιος άπαντες ομοθυμαδόν εν μια φωνή και γνώμη και εν μια ψήφω ανεβόων το, άξιος, άξιος, και προ ακόμη της ώρας αυτού. Αφού λοιπόν ετελέσθησαν εις τον Άγιον άπαντα τα υπό των θείων και ιερών Κανόνων προστασσόμενα και δια της κεκανονισμένης χειροτονίας, έλαβεν εν έτει φνβ΄ (552) την θείαν Χάριν του Παναγίου Πνεύματος, προσεφέρθη εις το ιερόν Θυσιαστήριον ο πραγματικός Ποιμήν και Διδάσκαλος. Βαστάζει τότε και ο Άγιος επί του ώμου αυτού τον τύπον του πεπλανημένου προβάτου (το ωμοφόριον), ανέρχεται εις την υψηλήν περιωπήν και καθέδραν της Εκκλησίας, ενθρονίζεται εις τον θρόνον, μιμούμενος τον Αρχιποίμενα Χριστόν εις τους ουρανούς ανερχόμενον και λέγει και αυτός την συνοπτικήν και συντηρητικήν εκείνην φωνήν προς πάντα τον λαόν· «Ειρήνη πάσι». Και πράγματι πάντα τα επ’ αυτού τελεσθέντα είναι πλήρη πάσης ειρήνης και θείας σοφίας και συνέσεως, ικανά δε να ειρηνεύουν πάντας τους ανθρώπους και να ευφραίνωσι τούτους. Διότι τότε ο Άγιος ούτος Πατριάρχης, ο της ευτυχίας φερώνυμος Ευτύχιος, θέλων να ειρηνεύση την Εκκλησίαν από τα σκάνδαλα των αιρετικών, οι οποίοι κατετάρασσον αυτήν και να ίδη αυτήν ειρηνικήν και ευτυχούσαν, έπεισε τον βασιλέα και συνεκάλεσε την Αγίαν Ε΄ Οικουμενικήν Σύνοδον υπό της οποίας διελευκάνθησαν και εξωμαλύνθησαν πάντα τα ζητήματα και ελήφθησαν αποφάσεις ουχί δια της βίας, ουχί εξ ανάγκης, ουχί κατόπιν έχθρας, ούτε κατόπιν παθών, αλλ’ αποδεδειγμένως και ασφαλώς. Όθεν ειρήνη βαθεία και γαλήνη μεγάλη εδωρήθη εις την του Θεού Εκκλησίαν. Τότε λοιπόν και οι τέσσαρες άλλοι Πατριάρχαι, Βιγίλιος Ρώμης, Απολλινάριος Αλεξανδρείας, Δομνίνος Αντιοχείας και ο μέγας ούτος Ευτύχιος συνελθόντες ομού, ετέλεσαν την θείαν Μυσταγωγίαν, γεγονός όπερ ουδέποτε πρότερον είχε συμβή. Μετά δε τούτο ανεχώρησεν έκαστος των Ιερέων και Αρχιερέων εις την ιδίαν αυτού πόλιν και επαρχίαν. Ούτως αι πανταχού Εκκλησίαι του Θεού είχον ειρήνην, πορευόμεναι και οικοδομούμεναι εν φόβω Κυρίου και πληθυνόμεναι τη παρακλήσει του Αγίου Πνεύματος. Επί δώδεκα λοιπόν έτη ποιμάνας την λογικήν του Χριστού ποίμνην, ο του Θεού πιστός θεράπων Ευτύχιος, επί ύδατος αναπαύσεως και τόπον χλόης αυτήν κατεσκήνωσε, ακαταμάχητον ταύτην διαφυλάξας, το συντετριμμένον καταπτοήσας, το ασθενές ενισχύσας, το πεπλανημένον επιστρέψας δια λόγων ποιμαντικών γνώσεως εμπείρου Ποιμένος, ως ενθυμούμενος πάντοτε τον προς τον κορυφαίον Πέτρον λόγον του Κυρίου: «Ει αγαπάς με, ποίμαινε τα πρόβατά μου· ει φιλείς με, βόσκε τα αρνία μου» (Ιωάν.  κα:15). Αλλά δεν υπέφερε πλέον ο φθονερός και μισόκαλος εχθρός διάβολος να βλέπη εις την ευθείαν κινουμένην και βρίθουσαν την άρουραν του Χριστού και τον σίτον μεθ’ ωρίμου στάχεως και καλώς καλλιεργημένον, να ανατείνεται προς το ουράνιον ύψος. Τι λοιπόν πράττει, ο των ζιζανίων σπορεύς; Και πως εμβάλλει μεταξύ του σίτου άκανθαν; Ας ίδωμεν. Γνωρίζετε πάντες την αφοσίωσιν του ευσεβούς βασιλέως Ιουστινιανού εις τας ερεύνας επί των ιερών δογμάτων της Πίστεως. Πως, δηλαδή, εν νυκτί και εν ημέρα, υπεράνω όλων των άλλων φροντίδων, μίαν και μόνην είχε πάντοτε φροντίδα, το να διεξαγάγη συζητήσεις μετά πάντων των αιρετικών, εξ ων πολλά προσεπορίζετο ωφέλιμα διδάγματα επιτυγχάνων άμα και να κατατροπώνη πάντοτε αυτούς δια πιθανών συλλογισμών, εμπραγμάτων αποδείξεων και Γραφικών μαρτυριών. Πως όμως περιεπλάκη εις τον Αφθαρτοδοκητισμόν δεν δύναμαι να το εννοήσω. Δεν γνωρίζω ποίος είναι ο εισηγηθείς τον ελεεινόν όντως και βδελυρόν αυτόν, ή, μάλλον ειπείν, νοσογόνον δογματισμόν. Δεν γνωρίζω ποίος είναι εκείνος, όστις υπό το πρόσχημα δήθεν της ευλαβείας εσκέφθη να είπη, ότι το Σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι άφθαρτον, εξ αυτής της ενώσεως. Τις λοιπόν υπήρξεν ο τόσον άφρων, όστις ετόλμησε να είπη άφθαρτον το σώμα του Κυρίου, εξ αυτής της ενώσεως; Διότι εάν τούτο εγένετο δεκτόν, η σάρκωσις και η ενανθρώπησις του Θεού Λόγου θα εγίνετο κατά φαντασίαν και ουχί κατ’ αλήθειαν. διότι πως σώμα άφθαρτον ήθελεν υποστή Σταυρικόν Πάθος, διατρήσεις ήλων, νύξιν πλευράς και Ταφήν; Τινές δε τα του Ωριγένους, του Ευαγρίου και του Διδύμου φρονούντες, κατέπεισαν τον βασιλέα να ανοκοινώση και δημοσία το τοιούτον βλάσφημον δόγμα. Αφού λοιπόν εγένετο τούτο προέτρεπεν ο βασιλεύς τον Άγιον να συμφωνήση και ούτος προς αυτόν. Ο δε Άγιος Ευτύχιος, χωρίς ουδόλως να καμφθή, μάλλον δε διαμαρτυρόμενος προς τον βασιλέα, παρεκίνει πρώτον τούτον δια λόγων παρακλητικών, παραινετικών και αποδεικτικών να απομακρυνθή της τοιαύτης κακοδοξίας, καθόσον αύτη δεν προήρχετο εξ αποστολικής διδασκαλίας και παραδόσεως. Επειδή όμως δεν ήτο δυνατόν να τον καταπείση, επροτίμησε να υπομείνη ο ίδιος πάσαν κακοπάθειαν υπέρ του αληθούς δόγματος. Αμέσως τότε οι των κακών σοφισταί, οι τα πάντα δολίως τολμώντες, εμελέτησαν κενά και μάταια «κατά του Κυρίου και κατά του χριστού Αυτού» (Ψαλμ. β:2)· και αφού έπεισαν τον βασιλέα ως προς τα λεγόμενά των, επιτυγχάνουσιν ώστε να εξώση ούτος του θρόνου τον άξιον Ποιμένα Ευτύχιον, αντ’ αυτού δε να αναβιβάση έτερον, όστις θα ήτο πρόθυμος να συμμορφωθή προς τον σκοπόν αυτών. Όπερ και εγένετο. Διότι ημέραν τινά, κατά την οποίαν ετελείτο η εορτή του Αγίου Τιμοθέου και ο Άγιος Ευτύχιος ετέλει θείαν Λειτουργίαν, εν τω παλατίω του Ορμίσδα, ανήλθον εις τον πατριαρχικόν οίκον, ο στρατηγός και οι υπηρέται αυτού και συνέλαβον και έσυρον μετά θορύβου τους υπηρέτας του Αγίου. Πκηροφορηθείς δε ο Άγιος την γενομένην έφοδον εις το Πατριαρχείον και ότι τινές εκ των εν αυτώ υπηρετούντων συλληφθέντες ενεκλείσθησαν εις την φυλακήν, αφού συνεπλήρωσε την θείαν Λειτουργίαν, έμεινεν εντός του Θυσιαστηρίου. Διότι διεμηνύθη εις αυτόν, ότι εάν εξέλθη εκ των ιερών περιβόλων, ήθελε κινδυνεύσει να θανατωθή. Ταύτα αφού επληροφορήθη ο μακάριος, έστη προ του ιερού Θυσιαστηρίου μετά την απόλυσιν, φέρων και το ωμοφόριον και με εκτεταμένας τας χείρας, προσευχόμενος μέχρι της τρίτης ώρας της νυκτός, παρεκάλει τον Θεόν να διαφυλάξη ατάραχον την Εκκλησίαν και να μη σαλευθούν τα ορθά δόγματα. Ταύτα του Αγίου προσευχομένου, επετέθη κατ’ αυτού το μέγα θηρίον, ο Αιθέριος, μετά μαχαιρών και όπλων και αρπάσας τον Άγιον απήγαγεν αυτόν εις το Μοναστήριον το καλούμενον Χωρακούδην και μετά μίαν ημέραν εξετόπισαν αυτόν εις το εις Χαλκηδόνα Μοναστήριον το ονομαζόμενον της Οσίας. Μετά την ογδόην ημέραν, αφού συνέστησαν συνέδριον εκ φατρίας Επισκόπων και αρχόντων και ενήργησαν άθεσμον και άτακτον χειροτονίαν εκάλουν τον Άγιον να απολογηθή, ως δήθεν καταγγελθέντων εις το συνέδριον λιβέλλων κατ’ αυτού. Τι δε περιείχον ούτοι οι λίβελλοι; Αδύνατον είναι να το ακούση τις και να μη γελάση. Έλεγον δηλαδή ότι έφαγεν εντόσθια ορνιθίων και ότι επί πολλάς ώρας προσηύχετο γονυκλινώς· ίνα δε τα εν λεπτομερείαις παιδαριώδη παραβλέψω, μετακινήσαντες τούτον εκ της Χαλκηδόνος τον ωδήγησαν εις την νήσον Πρίγκηπον. Παραμείνας δε ο Άγιος εν αυτή τρεις εβδομάδας και υπό πολλών στρατιωτών φυλαττόμενος, εκρίθη και πάλιν υπό των αυτών κριτών και κατηγόρων· αλλά και πάλιν, αν και ουδεμίαν αιτίαν ή πρόφασιν εύλογον εύρισκον, όμως υπέγραψαν απόφασιν να διωχθή εκ της Κωνσταντινουπόλεως και να οδηγηθή εις το Μοναστήριον αυτού το ευρισκόμενον εις την περιοχήν της Μητροπόλεως των Αμασέων, όπερ και εγένετο. Όταν λοιπόν ητοιμάσθησαν καλώς τα της εξορίας, απεμακρύνθη της πόλεως ο Άγιος, είμεθα δε και ημείς μετ’ αυτού συναπόδημοι, διότι ήμην και εγώ, ο ταύτα γράψας, πλησίον του Πατρός και Δεσπότου μου διωκομένου υπέρ του Χριστού. Πολλοί τότε των Επισκόπων και μάλιστα οι της Ανατολής εξηγέρθησαν κατά του αιρετικού δόγματος του βασιλέως και των Αφθαρτοδοκητών, γενναίως ανταγωνισθέντες, εξαιρέτως δε ο της Αντιοχείας Πατριάρχης Άγιος Αναστάσιος, όστις μετέσχε των ίσων κινδύνων και στεφάνων, ως και ο Μέγας Ευτύχιος. Ότε δε εφθάσαμεν εις Αμάσειαν, απήλθεν ο Άγιος εις το Μοναστήριόν του, μεγάλως ευχαριστών τον Θεόν, τον καταξιώσαντα αυτόν να εξορισθή και να διωχθή υπέρ της ευσεβείας και του ονόματος Αυτού· ότι δε και δια χαρίτων ιαμάτων και θαυμάτων ήτο πεπλουτισμένος ο Μέγας Ευτύχιος, τούτο θέλει φανερώσει πλήρως η συνέχεια του λόγου. Ανδρόγυνον ήτο εν Αμασεία, μη δυνάμενον να αποκτήση τέκνα. Διότι πριν ή εξέλθουν εκ της γαστρός τα επίτοκα βρέφη, ανηρπάζοντο άωρα υπό του θανάτου και προεκάλουν απαρηγόρητον πένθος εις τους γονείς των. Όθεν τας μεν οδύνας της κυήσεως και του τοκετού υπέφερον ούτοι, της δε χαράς δεν μετείχον. Τι λοιπόν έπραξαν; Απεφάσισαν να καταφύγουν προς τον Θεόν, τον δυνάμενον και νεκρούς να αναστήση δια των δούλων Αυτού. Ήλθον λοιπόν προς τον θείον Ευτύχιον, και τον παρεκάλουν  ίνα προσευχηθή δι’ αυτούς, όπως ζήσουν τα μέλλοντα να γεννηθούν τέκνα των. Ο δε Άγιος Ευτύχιος, προσευχηθείς χάριν αυτών, έχρισεν αμφοτέρους δι’ αγίου ελαίου, το οποίον έλαβεν εκ της κανδήλας του Τιμίου Σταυρού και εκ του ελαίου του βρύοντος εκ της αγίας Εικόνος της Αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, της εν Σωζοπόλει, ειπών και τούτο· «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να ζήση το κυοφορούμενον βρέφος, καλέσατε δε αυτό Πέτρον» (είπε δε τούτο ο Άγιος διότι τότε ήτο έγκυος η γυνή). Παρευρισκόμενος δε εκεί και εγώ, ηρώτησα· «Εάν το μέλλον να γεννηθή είναι θήλυ, πως θα το ονομάσωσι»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Όχι, αλλά Πέτρον θα το ονομάσωσι και θέλει ζήσει». Χαίροντες τότε εκείνοι και ως εις τας αγκάλας βαστάζοντες το μήπω εισέτι γεννηθέν  παιδίον, ανεχώρησαν δια την οικίαν των. Ότε δε συνεπληρώθη ο απαιτούμενος χρόνος εγεννήθη άρρεν τέκνον, καθώς προείδε και προείπεν ο του Θεού θεράπων Ευτύχιος και βαπτίσαντες τούτο το ωνόμασαν Πέτρον, κατά την παραγγελίαν του Αγίου. Ελθόντες τότε εις την Μονήν ενηγκαλίζοντο τους πόδας του Αγίου ομολογούντες την χάριν την οποίαν εποίησε προς τούτους ο Κύριος και ότι δι’ ευχών αυτού ηλέησεν αυτούς· ο δε Άγιος, επιθέσας επί του νηπίου τας χείρας, ηυλόγησεν αυτό. Μετά δε ταύτα εγεννήθη και έτερος υιός, έφερον δε και αυτόν εις τον Άγιον και εδόξαζον τον Θεόν, τον δωρήσαντα εις αυτούς ευλογίας δια των αγίων ευχών αυτού. Ηρώτησαν δε τον Άγιον πως να ονομάσωσιν αυτόν, ο δε είπε· «Ιωάννην καλέσατε αυτόν, διότι εν τω οίκω Ιωάννου επήκουσε Κύριος ο Θεός της δεήσεως υμών». Ηυξήθησαν λοιπόν τα παιδία των ανθρώπων εκείνων και ηπλώθη η φήμη του Αγίου εις όλην την Αμάσειαν. Όθεν εδόξαζον άπαντες τον Θεόν. Πρεσβύτερος τις είχεν υιόν κωφόν και άλαλον, έως ετών δεκατεσσάρων, τον οποίον και έφερε προς τον Όσιον, δεόμενος όπως τύχη της παρά του Θεού βοηθείας. Προσευχηθείς λοιπόν ο Όσιος και χρίσας πάντα τα μέλη αυτού δι’ αγίου ελαίου εκάλεσε το παιδίον εξ ονόματος τρεις φοράς, λέγων· «Νουνεχή», διότι ούτως εκαλείτο και κατά μεν την πρώτην ημέραν απεκρίθη ανάρθρως· παραμείναντος όμως επί τρεις ημέρας και χριομένου εκ του αγίου ελαίου, ελύθη ο δεσμός της γλώσσης και ήκουε και ελάλει έκτοτε φυσικώς αινών τον Θεόν. Τούτον τον παίδα ηθέλησεν ο πατήρ αυτού να αφήση εις την Μονήν, αλλά δεν επέτρεψε τουτο ο του Θεού θεράπων Ευτύχιος, δια λόγους τους οποίους αυτός εγνώριζεν υπό Θεού οδηγούμενος. Παραλαβών λοιπόν ο πρεσβύτης υγιάτον υιόν του απήλθεν, ευλογών τον Θεόν. Άλλος δε τις Κληρικός ονόματι Κύριλλος είχεν υιόν πενταετή άλαλον, όστις επί μακρόν χρόνον μη θέλων να γευθή τροφής ούτε της ζωής σχεδόν μετείχεν ούτε του θανάτου. Έφερε λοιπόν αυτόν προς τον Άγιον, όστις αναπέμψας την συνήθη ευχήν, μετέδωκεν εις αυτόν την Αγίαν Κοινωνίαν, ευλογήσας δε και άρτον απλούν, έδωκεν εις αυτόν και ούτω τον απέλυσεν· από της ημέρας δε εκείνης διελύθη ο δεσμός της γλώσσης αυτού και ελάλει καθαρώς και έτρωγε και έπινε, γενόμενος υγιής δια της Χάριτος του Θεού. Πόλις τις υπάρχει, πλησίον της Αμασείας, καλουμένη Ζήλα. Άνθρωποι δε τινες, εκείθεν εκκινήσαντες, έφερον παιδίον προς τον Άγιον ειπόντες προς αυτόν, ότι τούτο ήτο τεσσάρων ετών και ουδέν έτρωγεν, ούτε το παραμικρόν, ούτε εθήλαζεν. Ήτο δε τούτο ως άσαρκον και ασώματον, ούτε χρώμα έχον, ούτε σχεδόν ίχνος σαρκός, τόσον ώστε οι θέλοντες ηδύναντο να αριθμήσουν πάσας τας πλευράς αυτού, ακόμη και τας αρμονίας και τας τάσεις των νεύρων ως και αυτά τα οστά του. Ως λοιπόν είδεν αυτό ο θείος Ευτύχιος, ούτως εκ γενετής πάσχον, παρακαλέσας εκτενώς τον εκ του μη όντος εις το είναι παραγαγόντα τούτο Θεόν, έχρισεν εκ του αγίου ελαίου όλον το σώμα αυτού, εκοινώνησε δε τούτο και δια της Αχράντου Κοινωνίας. Ευλογήσας δε και άρτον κοινόν, έδωκε τούτον εις τους γονείς, παραγγείλας να βρέχουν αυτόν εις άκρατον οίνον και ούτω να τον προσφέρουν εις τον παίδα. Αφού δε οι γονείς έπραξαν τούτο, επέτυχον της ελπίδος. Διότι, την επομένην ημέραν, έφερον το παιδίον προς τον Άγιον πολλήν την διαφοράν και αναζωογόνησιν της σαρκός παρουσιάζον. Κατά δε την τρίτην ημέραν τελείως διαφορετικόν είδομεν αυτό. Εκράτει τότε άρτον εις την χείρα του και έτρωγεν ενώπιον ημών, κινούν τους πρότερον ουδέ καν φαινομένους οφθαλμούς του και ατενίζον ένα έκαστον των παρισταμένων. Διηγούντο δε οι γονείς τού παιδίου τούτου, ότι αφ’ ης στιγμής ηυχήθη επ’ αυτού ο Άγιος, απεστράφη τον θηλασμόν και ετρέφετο δια συνήθους τροφής χωρίς διαμαρτυρίαν. Υπερβολικώς λοιπόν χαίροντες οι γονείς του και οι μετ’ αυτών επέστρεψαν εις την πόλιν των, διηγούμενοι το θαύμα εις δόξαν Θεού. Τέκνον τινός των εις την Αμάσειαν χειροτεχνών, αίφνης εις νόσον περιπεσόν, έφθασεν εις αυτάς τας πύλας του θανάτου· λαβών τότε τούτο ο πατήρ εις τας αγκάλας του, έρχεται εις το Μοναστήριον του Αγίου και παρουσιάσας το τέκνον του εις τον Άγιον παρεκάλει τούτον να το θεραπεύση. Ο δε Άγιος ησχολείτο την στιγμήν εκείνην εις άλλην διακονίαν, ώστε δεν είχε καιρόν να φροντίση περί αυτού. Επειδή δε παρήλθεν ώρα πολλή, ήθελεν ο πατήρ του παιδίου να αναχωρήση και λέγει· «Αποθνήσκει το παιδίον μου· διατί λοιπόν να ενοχλούμεν τον Όσιον»; Ημείς δε συνεκρατήσαμεν τον άνδρα λέγοντες· «Μείνε ακόμη ολίγον». Είπομεν δε τούτο, διότι εσκέφθημεν, ότι και τους τεθνεώτας δύναται να εγείρη ο Θεός. Συγχρόνως δε ειδοποιήσαμεν τον Άγιον περί του κινδύνου του παιδός. Ο δε Άγιος, χωρίς διόλου να αμελήση, εισήλθεν εις τον σωτήριον Οίκον του Κυρίου και προσευχηθείς επέθηκε τας χείρας αυτού επί του παιδίου· χρίσας δε τούτο δια του αγίου ελαίου, το αφήκε να αναχωρήση εις τον οίκον αυτού. Κατά δε την επομένην ελθών ο πατήρ μετά του παιδίου, υγιούς πλέον, ηυχαρίστει τον Θεόν τον ζωοποιούντα τους νεκρούς.     Γυνή τις χωρική, έχουσα υιόν επταετή, εισήρχετο μετ’ αυτού εις την πόλιν· εκ πονηρού όμως συναπαντήματος επλήγη αίφνης εις τους πόδας ο παις και δεν ηδύνατο να σταθή όρθιος. Λαβούσα τότε η μήτηρ το παιδίον εις τας αγκάλας της, έφερεν αυτό εις τον Άγιον οδυρομένη και κλαίουσα δια το συμβάν εις τον παίδα ατύχημα. Ο δε Άγιος εκτενώς προσευχηθείς ήλειψε δι’ αγίου ελαίου τους πόδας του παιδός. Αφού δε συνεπληρώθη η προσευχή η μήτηρ του παιδίου, θέλουσα να ίδη εάν δύναται να σταθή τούτο εις τους πόδας του, έστησεν αυτό όρθιον ενώ συγχρόνως το υπεβάσταζεν. Εστάθη λοιπόν κατ’ αρχάς το παιδίον όρθιον μόνον, αλλ’ έτρεμε και ήτο έτοιμον να πέση, δια τούτο το εκράτουν από την χείρα. Ολίγον όμως κατ’ ολίγον ηδυνήθη να σταθή εντελώς μόνον όρθιον και ακλόνητον, μετά μικρόν δε και περιεπάτησε και απερχόμενον μετά της μητρός εις τον οίκον του έψαλλεν, υμνούν τον Θεόν.                                                                                                       Μοναστήριον γυναικείον ευρίσκεται πλησίον της πόλεως ταύτης Αμασείας, ονομαζόμενον της Φλαβίας. Μοναχαί λοιπόν τινες της Μονής ωδήγησαν προς τον Άγιον κοράσιον πενταετές, λέγουσαι, ότι επ’ ουδενί λόγω θέλει να πλησιάσει τούτο εις την θείαν Κοινωνίαν. Όταν δε πρόκειται να το κοινωνήσουν, καταλαμβανόμενον υπό φόβου και τρόμου πολλού, κραυγάζει και αποστρέφεται αυτήν. Κατά δε την επομένην ημέραν, ήτις ήτο Κυριακή, μετέδιδεν ο Άγιος εις το πλήρωμα της Εκκλησίας τα Άχραντα Μυστήρια, είπε δε τότε να φέρωσι το κοράσιον, ίνα μεταλάβη. Έφεραν λοιπόν τούτο και το ηνάγκασαν μετά μεγάλης βίας και στενοχωρίας να δεχθή εις το στόμα την Αγίαν Κοινωνίαν, ευθύς όμως εκβαλόν εκείνο αγρίαν κραυγήν έπτυσεν αυτήν ενώπιον ημών· ημείς δε φρίξαντες αφήσαμεν το κοράσιον να φύγη παραγγείλαντες εις τους γονείς του να το φέρουν την επαύριον. Ότε λοιπόν την επομένην επανήλθε, προσηυχήθη ο Άγιος επί του κορασίου, έχρισε δε και δια του αγίου ελαίου πάντα τα μέλη αυτού. Μετά τούτο έφερον αυτό ίνα μεταλάβη. Όταν όμως επλησίασε τα Τίμια Δώρα αφήκε φωνήν αγρίαν και όταν επρόκειτο να εγγίση εις το Άγιον Ποτήριον εξήμεσεν εκ του στόματός του πολλήν ακαθαρσίαν, μάλλον δε το ακάθαρτον πνεύμα εξήλθεν απ’ αυτού. Τότε το κοράσιον εμπλησθέν Χάριτος θείας εστέναξε βαθέως και μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων αφόβως και ηρέμως, μετά δε την Αγίαν Κοινωνίαν πάλιν εστέναξε το κοράσιον και είπεν· «Ιδού από της στιγμής αυτής τρώγω κωλώθην», όπως δηλαδή ωνόμαζον τα παιδία της χώρας εκείνης τον μη αγιασμένον άρτον. Πάντες τότε εδόξασαν τον Θεόν, τον ποιούντα θαυμάσια δια των αυτού πιστών θεραπόντων και ανεχώρησαν χαίροντες.                                              Νέος τις μετερχόμενος την τέχνην του κτίστου ειργάζετο εις τον οίκον Χρυσαφίου τινός, όστις διέμενεν εις την πόλιν της Αμασείας. Κατηδάφιζε δε ούτος από του τείχους το παλαιόν μουσείον, όπερ ήτο ιστορημένον με τοιχογραφίας της Αφροδίτης, διότι ο προαναφερθείς Χρυσάφιος επρόκειτο να ανεγείρη Ναόν ευκτήριον επ’ ονόματι των Αρχαγγέλων εις το ανώγειον, εις δε το κατώγειον Ναόν μέγαν επ’ ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αλλ’ ο εις αυτό παραμένων δαίμων έπληξε την δεξιάν του κτίστου χείρα, ήτο δε η πληγή την οποίαν έλαβε σοβαρωτάτη. Ως λοιπόν είδε τον εαυτόν του ο τεχνίτης εις τοιαύτην κατάστασιν, ήλθε προς τον Άγιον, όπως τύχη ιάσεως δια των ευχών αυτού. Ο δε Άγιος, προσευχηθείς επ’ αυτόν και χρίσας δια του αγίου ελαίου την χείρα αυτού, αποκατέστησε ταύτην υγιά, ως ήτο πρότερον. Εις τον οίκον δε εκείνον, εις τον οποίον ο ιαθείς τεχνίτης έλαβε την πληγήν, έστησε την Εικόνα του Αγίου Ευτυχίου, εις ανάμνησιν του θαύματος και εις σημείον ευχαριστίας.                                                   Λεπτουργός τις έφερε παιδίον προς τον Άγιον, ενοχλούμενον υπό ακαθάρτου πνεύματος· εν ω δε ήτο παρών ότε ο Άγιος ετέλει την προσευχήν και επειδή το παιδίον ήτο μικρόν, λέγει τις εκ των παρισταμένων προς τον λεπτουργόν· «Βάστασον το παιδίον, ίνα λάβη εκ του αγιάσματος». Ούτος δε εβάστασε το παιδίον, συμπληρωθείσης δε της ευχής, ανεχώρησαν αμφότεροι. Κατά δε την επομένην έρχεται ο λεπτουργός κλαίων και οδυρόμενος, καθώς μη υποφέρων τους πόνους τους οποίους ησθάνετο εις την χείρα του. Ερωτηθείς δε διατί κλαίει και τις η αιτία, ούτος απήντησεν· «Από της ώρας από της οποίας εβάστασα το παιδίον, έφυγεν ο δαίμων απ’ αυτού και εισεπήδησεν εις εμέ». Τούτο ακούσας ο Άγιος και ελαφρώς μειδιάσας, κατεγέλασε τον δαίμονα, όστις έπραξε ταύτα. Προσευχηθείς δε επί του ανθρώπου απέλυσεν αυτόν, παραγγείλας να απασχολήται εις προσευχήν. Ούτος δε αμελήσας προς την του Αγίου παραγγελίαν και επειδή εφοβείτο τον όγκον και την φλόγωσιν της χειρός, παρέδωκεν εαυτόν εις τους ιατρούς και μετεχειρίζετο θερμά ύδατα προς ιατρείαν του. Εξοδεύσας δε όλην την περιουσίαν αυτού και εις ουδέν ωφεληθείς, ήλθε πάλιν προς τον άμισθον ιατρόν Ευτύχιον· ο δε, όλως προθύμως, χωρίς ουδέ καν να τον επιπλήξη, παρεκάλεσε τον Θεόν υπέρ αυτού και ούτως απηλλάγη των πόνων και της επηρείας του εχθρού, ιαθείς και δοξάζων τον Θεόν.                                                                                                                    Νέος τις περιέπεσεν εις δαίμονα πονηρότατον και χαλεπόν, οσάκις δε ηνωχλείτο υπ’ αυτού ουδείς ηδύνατο να κρατήση τούτον, αλλά τους πάντας κατεδίωκε και συνέτριβεν. Έφερον λοιπόν αυτόν προς τον Άγιον. Ο δε Άγιος, αφού απέθεσεν εις το μέτωπον του δαιμονιζομένου το φοβερόν κατά των δαιμόνων όπλον, τον Τίμιον Σταυρόν και ήλειψε τούτο δι’ αγίου ελαίου εκ της κανδήλας αυτού, ήρξατο ούτος να κραυγάζη, να αφρίζη, να τρίζη τους οδόντας και να καταλαμβάνεται υπό μανίας. Αφού δε ο δαίμων τον εβασάνισεν ούτω επί πολλάς ώρας, κατόπιν εσταμάτησε και εφαίνετο ως νεκρός, τόσον ώστε ημείς ενομίζομεν ότι απηλλάγη του δαίμονος· επανελθών όμως την επομένην έκαμνε φοβερώτερα τούτων. Επειδή δε επί πολύ έμενεν  ο δαίμων καταβασανίζων τον άνθρωπον, ο του Θεού πιστός θεράπων Ευτύχιος θέλων να αποκαλυφθή η αιτία δια την οποίαν δεν αναχωρεί ο πονηρός απ’ αυτού, μου λέγει· «Ερώτησον τον πάσχοντα, ποίος είναι και εκ ποίας αιτίας προσέβαλεν αυτόν ο δαίμων». Ερωτήσας λοιπόν εγώ τούτον λεπτομερώς περί της καταστάσεως και της εκ μικράς ηλικίας διαγωγής αυτού, έλαβον παρά τούτου την εξής απάντησιν· «Εγώ εκ μικράς ηλικίας εισήλθον εις την Ιεράν Μονήν του Αγίου Ιωάννου την εν τη Ακροπόλει της πόλεως ταύτης κειμένην και μονάσας εν αυτή χρόνον πολύν και έπειτα αδιαφορήσας δια την άσκησιν, εξήλθον του Μοναστηρίου. Περιφρονήσας δε το Μοναχικόν Σχήμα, ήλλαξα μετά του Σχήματος και τον βίον, διότι περιεπλάκην με γυναίκας και πολλάς άλλας αμαρτίας έπραξα. Εκ τούτου, όπως βλέπετε, εμπαίζομαι τώρα και τυραννούμαι υπό του δαίμονος. Αλλ’ εις ό,τι δύνασθε, βοηθήσατέ με τον άθλιον». Ταύτα μαθών και ακούσας ο Άγιος, όστις και προ της ομολογίας ταύτης εγνώριζε το γεγονός, αλλ’ έπραξε τούτο, ίνα εξομολογηθή ο ασθενών την αμαρτίαν αυτού, είπε μετά στεναγμού, ως εκ προσώπου του ασθενούς, τους λόγους του Δαβίδ· «Είπα· εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω· και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου» (Ψαλμ. λα:5). Προσευχηθείς λοιπόν επ’ αυτού ο Άγιος, παρήγγειλεν εις αυτόν να απέκθη εις την Μονήν εις την οποίαν ήτο και πρότερον και να ενδυθή και πάλιν το άγιον Σχήμα, το οποίον περιεφρόνησε και ηθέτησεν. Εκτελέσας λοιπόν τα προσταχθέντα ο ασθενής, ουδέποτε πλέον ηνωχλήθη υπό του πονηρού δαίμονος. Όθεν εδόξαζε τον Θεόν και ηυχαρίστει τον Άγιον.                                                                                         Άνθρωπος τις ήλθε προς τον Άγιον, από Κομάνων του Πολυανδού· ούτος επί ολόκληρον έτος απώλεσε την όρασίν του, η δε αιτία της τυφλότητος ήτο αύτη· «Έχων μετά τινος διαφοράν και δικαζόμενος, τον κατηγόρησεν ορκισθείς ψευδώς, διότι εθεώρησεν ότι δεν είναι τίποτε το της ψευδορκίας αμάρτημα. Θέλων δε ο Θεός να σώση αυτόν, τον κατεδίκασεν εις την απώλειαν της οράσεώς του. Ταλαιπωρούμενος λοιπόν ως μη βλέπων το φως και χειραγωγούμενος ήλθε προς τον Άγιον, εις τον οποίον εξωμολογήθη το της ψευδορκίας πλημμέλημα, δεικνύων συνάμα και την των οφθαλμών ασθένειαν· ο δε Άγιος, ευσπλαγχνισθείς αυτόν, παρεκάλεσε τον Θεόν να συγχωρήση το αμάρτημα της ψευδορκίας του· χρίσας δε τους οφθαλμούς αυτού δια του αγίου ελαίου επί τρεις ημέρας, απέλυσε αυτόν τεθεραπευμένον.                                                                                                                           Γυνή τις έχουσα νήπιον θηλάζον εστερήθη του μητρικού γάλακτος· ελθούσα δε προς τον Άγιον, εθρήνει δια την απώλειαν τούτου. Ο δε Άγιος συμπαθήσας αυτήν ανέπεμψε την συνήθη προσευχήν και ευθύς εξέβλυσαν οι μαστοί αυτής γάλα άφθονον, απολυθείσα δε υγιής εκήρυττε και εξωμολογείτο παρρησία λέγουσα· «Ξηρανθέντος του γάλακτός μου, μετέβην προς τον Άγιον άνδρα Ευτύχιον, όστις απαγγείλας ευχήν, επέτυχε να επανακτήσω τούτο, διο και προσφέρω αυτό και εις τα άλλα νήπια, εκ των οποίων εδανειζόμην πρότερον, ίνα θρέψω το τέκνον μου». Πάντες δε γνωρίζομεν την επιδρομήν των αθέων Περσών εις την ημετέραν πόλιν, ότε ο Χοσρόης ήλθεν εις την Σεβάστειαν και την Μελιτινήν· πολλής λοιπόν ανάγκης και θλίψεως επελθούσης τότε, πάντες σχεδόν οι πλησιόχωροι και οι των εγγύς πόλεων κατέφυγον εις Αμάσειαν, ως καλλίτερον ωχυρωμένην, εμπιστευόμενοι ουχί τόσον εις την οχύρωσιν της πόλεως, όσον εις τας ευχάς του Αγίου. Επειδή δε οι Πέρσαι παρέμειναν εις τους τόπους εκείνους επί πολύν χρόνον, μεγάλη ήτο η στέρησις των τροφίμων. Πάντες λοιπόν, ως εις γαλήνιον λιμένα, κατέφυγον εις το ευαγές του Αγίου Μοναστήριον, όπου ομού μετά των σωμάτων έτρεφον και τας ψυχάς αυτών. Επειδή δε εγίνοντο καθ’ εκάστην μεγάλαι δαπάναι τροφίμων, τόσον από τα ιδικά μας στρατεύματα, όσον και από τα στρατεύματα των εχθρών του Θεού και του Κράτους ημών, περιήκθεν η χώρα εις πρωτοφανή λιμόν και ευρισκόμεθα πάντες εις μεγίστην ανάγκην και βαρείαν στενοχωρίαν, πως να εξεύρωμεν τον αναγκαιούντα άρτον. Διότι τοσούτον ηλαττώθη το άλευρον της Μονής ώστε δεν επήρκει πλέον ούτε δια μίαν εβδομάδα. Ότε λοιπόν οι ασκούντες την διακονίαν του αποθηκαρίου Μοναχοί είδον την ελάττωσιν του αλεύρου και το απαραίτητον της εξοικονομήσεως τοιούτου δια τας ανάγκας της Μονής, προσήλθον εις τον Άγιον λέγοντες τους λόγους, τους οποίους και ο θείος Απόστολος Παύλος ήκουσεν εν Τρωάδι ευρισκόμενος· «Διαβάς εις Μακεδονίαν, βοήθησον ημίν» (Πράξ. ιστ:9). Εν τω μεταξύ το άλευρον επλησίαζεν πλέον να εκλείψη παντελώς και επομένως πάσα ελπίς διασώσεως ημών απωλέσθη. Τότε ο Άγιος, ουδόλως διστάσας ή υπερηφανευθείς, αλλ’ εμπιστευόμενος εις τους οικτιρμούς του Θεού, ήλθεν εις το κελλάριον, όπου ευρίσκοντο αι αποθήκαι του αλεύρου, εις τας οποίας όμως δεν υπήρχε πλέον ειμή ελάχιστον άλευρον. Αφού δε ανέπεμψε προσευχήν εις τον Θεόν, είπεν εις τους διακονητάς· «Παρέχετε άλευρον εις τους έχοντας ανάγκην, διότι ο Κύριος και Θεός ημών θέλει χορηγήσει υπέρ το διπλάσιον. Πιστεύω δε ότι, όπως ουδέποτε έλειψεν εκ των πίθων τούτων το άλευρον, ουδέ τώρα θέλει λείψει. Ας φάγωσι λοιπόν πάντες και ας χορτασθώσιν. Ας δοξολογήσωσι δε τον Κύριον και Θεόν ημών, όπου δεν μας ελησμόνησεν». Έκτοτε λοιπόν και επί πολύν χρόνον παρείχον εκείνοι πλουσίαν την χορηγίαν των άρτων εις τους έχοντας ανάγκην και πολύν πεινώντα λαόν εχόρτασαν. Το θαύμα τούτο διεδόθη πανταχού και πάντες εδόξαζον τον Θεόν και τον Αυτού θεράποντα Ευτύχιον. Περισσότερον δε μάλιστα εθαύμασαν, όταν επληροφορήθησαν, ότι κατά την συγκομιδήν του νέου σίτου ο Άγιος δεν εδέχθη από ουδένα προσφοράν αλεύρου, πλέον της συνήθους ετησίας συγκομιδής του Μοναστηρίου. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά παρ’ όλον ότι εγένετο τοιαύτη σπατάλη, ο παλαιός σίτος επήρκεσεν επ’ αρκετόν ακόμη χρόνον μετά την συγκομιδήν του νέου. Μάλλον δε ούτος επήρκει δια παντός κατά το γεγραμμένον· «Φάγεσθε παλαιά και παλαιά παλαιών, και παλαιά εκ προσώπου νέων εξοίσετε» (Λευϊτ. κστ: 10). Και καθόσον μεν αφορά τα υπό του Αγίου τούτου ανδρός τελεσθέντα πολλά και μεγάλα θαύματα, αρκούντως ολίγα εξ αυτών ανεφέραμεν, τα δε υπόλοιπα αφήσαμεν δια τους επιθυμούντας να ερευνήσουν και να γράψουν περί αυτών εκτενέστερον. Καιρός δε είναι τώρα να διηγηθώμεν και τα της επανόδου και αποκαταστάσεως του Αγίου Ευτυχίου εις τον οικείον αυτού θρόνον του Πατριαρχείου. Εν ω λοιπόν ευρίσκετο εξόριστος επί δώδεκα έτη εις το υπ’ αυτού συσταθέν Μοναστήριον εις την Αμάσειαν, μετέστη του βίου ο αντί του πολυάθλου Αγίου Ευτυχίου ανελθών εις τον θρόνον, ούτω του Θεού, οις Αυτός οίδε κρίμασι, συγχωρήσαντος και οικονομήσαντος. Τότε ο φιλόχριστος λαός εζήτει την επάνοδον εις τον θρόνον του καλού του Ποιμένος και Διδασκάλου Ευτυχίου και καθ’ εκάστην έκαμνεν εκκλήσεις προς τους βασιλείς Ιουστίνον και Τιβέριον, οίτινες απεδέχθησαν τον ένθεον ζήλον του λαού. Μάλιστα δε συνήνεσαν εις τούτο ολοψύχως, διότι ο Άγιος είχε προείπει εις αυτούς, ότι μέλλουσι να βασιλεύσωσι. Μετά πολλής λοιπόν σπουδής και μεγίστης χαράς απέστειλαν σκρίβωνας προς τον Άγιον, με την ρητήν εντολήν, ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην δεν θελήση να υπακούση, να φέρωσι τούτον έστω και άκοντα εις την Βασιλίδα των πόλεων. Φθάσαντες λοιπόν οι απεσταλμένοι επέδωκαν εις τον Άγιον το βασιλικόν γράμμα. Ο δε Άγιος, λαβών τούτο εις χείρας και αναγνώσας αυτό, ανέβλεψε προς τους ουρανούς και ένδακρυς γενόμενος ηυχαρίστησε τον Θεόν. Είτα ηυλόγησε την Μονήν, την πόλιν και τον λαόν και αναθέσας τα πάντα και τους πάντας εις την μέριμναν του Θεού, εξεκίνησε δια την Βασιλεύουσαν. Αλλά τις δύναται να διηγηθή επαξίως τα του Θεού θαυμάσια; Διότι οι μεν ωδύροντο δια τον σωματικόν χωρισμόν, οι δε την επάνοδον εώρταζον. Ποία δε γλώσσα θα δυνηθή να περιγράψη πρεπόντως την θριαμβευτικήν διαδρομήν του, από Αμασείας εις Κωνσταντινούπολιν και την καθ’ έκαστον τόπον, από τον οποίον διήρχετο, πάνδημον υποδοχήν του; Ποίος δύναται να περιγράψη τας συνεχείς προϋπαντήσεις και κατευοδώσεις του, τας συνεχείς εκκλήσεις τας οποίας του απηύθυνον απεσταλμένοι των πλησιοχώρων τόπων, από τους οποίους διήρχετο και δια των οποίων τον εκάλουν να διέλθη και από τον τόπον των; Ποίος δύναται να εξιστορήση τας Γραφικάς ευφημίας, τας οποίας εις πάντα τόπον του απηύθυνον; Πάντες δε κοινώς ανεβόων· «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και ασθενείς απέθετον παρά την οδόν, ίνα καν η σκιά του Αγίου επισκιάση αυτούς. Ξένον δε και παράδοξον θαύμα εγένετο καθ’ ον χρόνον ο Άγιος εξήρχετο από την πόλιν των Ευχαϊτών. Γυνή τις δηλαδή, βαστάζουσα εις τας αγκάλας της το ασθενές αυτής παιδίον, εν τη προσπαθεία της όπως πλησιάση τον Άγιον, ωθηθείσα υπό του όχλου, κατέπεσεν υπό τους πόδας των ημιόνων και εν ω πάντες ενόμιζον πλέον αυτήν νεκράν μετά του παιδός αυτής, όμως όχι μόνον αύτη έμεινεν αβλαβής, αλλ’ απηλλάγη και το παιδίον αυτής εκ της συνεχούσης αυτό νόσου. Ότε δε εφθάσαμεν εις Νικομήδειαν, όχι μόνον ο πιστός λαός επευφήμει τον Άγιον, αλλά και αυτός ο των απίστων Εβραίων δήμος τον επευφήμει, τους παλαιούς επί του Κυρίου Εβραίους σχεδόν μιμούμενος. Μετά τοιαύτης λοιπόν τιμής επανήλθεν εις την Βασιλίδα των πόλεων εκ της καλής αποδημίας ο αγωνιστής, ώστε εκ των πολλών πολλάκις και προς πολλούς κατά διαφόρους καιρούς γενομένων τιμών και υποδοχών, όχι μόνον προς δημοσίους άρχοντας, αλλά και προς Ιερείς και οικείους εκ των επιφανεστάτων, ουδεμία άλλη υποδοχή να αναφέρεται πολυανθρωποτέρα και λαμπροτέρα· μάλλον δε και έτι μεγαλοπρεπώς ο πιστός λαός εισήγαγεν εις την Βασιλίδα των πόλεων τον ιδικόν του Πατέρα, Ποιμένα και Διδάσκαλον. Αλλά τις θα ηδύνατο δια του λόγου να διηγηθή τα τότε γενόμενα θαυμάσια εις την ξηράν και εις την θάλασσαν; Πως και αυτή η θάλασσα μεταβληθείσα εις ξηράν γην και σχεδόν την γείτονα γην μιμηθείσα, τους όγκους των κυμάτων απομακρύνασα προσέφερεν εαυτήν και τους λιμένας της εις τους ανθρώπους, ίνα ανεμποδίστως βαδίζωσιν επ’ αυτής! Διότι δεν ηδύνατο να διακρίνη τις την θάλασσαν από της ξηράς εκ του πλήθους των πλοιαρίων και των επ’ αυτών ανθρώπων. Άπασα δε η γη ήτο εν χείλος, μία φωνή ανθρωπίνη θεία και ουρανία, διότι πάντες ομού με εν στόμα εδόξαζον τον Δεσπότην και Δημιουργόν του παντός δια την επιστροφήν του γνησίου Ποιμένος.        Ταύτα πάντα, όσα γράφομεν, δια μεν τους γνωρίζοντας είναι υπόμνησις, δια δε τους αγνοούντας διδασκαλία. Ποία δε είναι τα μετά ταύτα; Μήπως αφίσωμεν αυτά ανεξέταστα; Όχι βεβαίως. Ποία δε είναι ταύτα; Όπως κατά θείαν οικονομίαν, από το παλάτιον του Ορμίσδα εγένετο, ως προείπομεν, η αρχή της εξορίας του θείου τούτου ανδρός, κατά την κβ΄ (22αν) Ιανουαρίου του έτους φξε΄ (565), ούτως εκείθεν πάλιν η επί του Πατριαρχικού θρόνου αποκατάστασις αυτού επραγματοποιήθη, κατά την γ΄ (3ην) Οκτωβρίου του έτους φοζ΄ (577). Διότι κατά την εσπέραν εκείνην διανυκτερεύσας ο Άγιος εις τον Ναόν του Ορμίσδα, ήλθε την επομένην μετά παντός του Κλήρου και του λαού εις τον εν Βλαχέρναις πάνσεπτον Ναόν της Θεοτόκου, όπου και υπεδέχθησαν αυτόν χαίροντες οι ευσεβέστατοι βασιλείς Ιουστίνος και Τιβέριος, εκείθεν δε απήλθεν εις την αγίαν του Θεού Μεγάλην Εκκλησίαν, εις την οποίαν αφού ετέλεσε την αναίμακτον Θυσίαν, διότι ήτο τότε ημέρα Κυριακή, εκινώνησε πάντα τον πιστόν λαόν, αρχήν ποιήσας από της τρίτης ώρας της ημέρας και συνεχίσας έως της ενάτης. Διότι πάντες ήθελον εκ των αγίων αυτού χειρών να μεταλάβωσιν. Αλλά και τούτο θέλω να υπενθυμίσω εις την αγάπην σας. Ότι η επάνοδος αυτού πολλής και μεγάλης ωφελείας εγένετο πρόξενος εις πάντα τον λαόν και αρχή νέων θαυμάτων. Διότι ουδείς αγνοεί, ότι προ της επιστροφής αυτού είχεν επικρατήσει εις την Πόλιν φρικτή και θανατηφόρος επιδημία, η οποία εθέριζε πάσαν ηλικίαν και ότι φθάσας ο του Θεού πιστός θεράπων Ευτύχιος, ως ποτε ο Φινεές, εξιλέωσε τον Θεόν και εκόπασε την θραύσιν. Ποίος δε ήτο ο εξιλασμός; Η τελεσθείσα λιτή παρ’ αυτού και του πιστού λαού, από της Μεγάλης Εκκλησίας μέχρι του σεβασμίου Οίκου της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου του εν Βλαχέρναις. Απ’ αυτής λοιπόν της πρώτης ημέρας της επιστροφής του Αγίου μέχρι της τελειώσεως αυτού κατέστησεν άχρηστον τον εξολοθρεύοντα τον λαόν του Κυρίου ο υπό τούτου δυσωπούμενος Χριστός ο Θεός. Τούτο λοιπόν το πρώτον και κύριον έργον του Αγίου από της επανόδου του εις τον θρόνον, το να πρεσβεύση δηλαδή υπέρ της κοινής σωτηρίας. Ακούσατε όμως και τινα εκ των εν τη Βασιλευούση θαυμάτων αυτού.                                                                                               Νέος τις εκ των ευγενών, διαμένων πλησίον του Καλοποδίου, πριμικηρίου της Αυγούστης, ή μάλλον υπ’ αυτής της ιδίας ανατραφείς, εκ τινος αμαρτωλού σφάλματος, εις το οποίον υπέπεσεν, ησθένει κατά τον ένα οφθαλμόν επί πολύν χρόνον, εκινδύνευε δε και να απολέση αυτόν τελείως, διότι ουδείςιατρός ηδυνήθη να βελτιώση την κατάστασίν του· τουναντίον εχειροτέρευον μάλλον ταύτην οι ιατρεύοντες αυτόν. Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν ευρισκόμενος καταφεύγει προς τον έτοιμον και άμισθον ιατρόν τον δια μόνης της ευχής δυνάμενον να θεραπεύη. Ο δε Άγιος, απαγγείλας προσευχήν επ’ αυτού και χρίσας δια του αγίου ελαίου τον πάσχοντα οφθαλμόν, Χάριτι Θεού αποκατέστησεν αυτόν υγιά, όπως ήτο και ο έτερος.                                                                                                                                          Μετά τινος ονόματι Κυρίλλου Κυναρίου συγκατώκει γυνή από πολλών χρόνων· αύτη προσβληθείσα υπό του πάθους της υδρωπικίας, εκινδύνευε σοβαρώς. Πολλά δε δαπανήσασα εις τους ιατρούς ουδόλως ωφελήθη, διο και απηλπίσθη δια την σωτηρίαν της. Ταύτην παραλαβών ο Κύριλλος έφερεν από τόπου εις τόπον, ανά τα διάφορα προάστια, νομίζων ότι εκ του καθαρού αέρος ήθελεν ωφεληθή. Κατ’ εκείνον τον καιρόν συνέπεσε να ευρίσκεται ο Άγιος εις το Πυλεωτικόν. Πληροφορηθείς δε τούτο ο φιλόχριστος εκείνος ανήρ και ουδέν υπολογίσας, ωδήγησε προς τον Άγιον την γυναίκα παρακαλών να προσευχηθή επ’ αυτής όπως ιατρευθή. Πράγματι, προσευχηθείς επ’ αυτής ο Άγιος έχρισεν αυτήν και δια του αγίου ελαίου, μετ’ ολίγας δε ημέρας υπεχώρησεν ο όγκος του σώματος αυτής και ιάθη τελείως. Ούτω λοιπόν διανύων άπαντα τον δρόμον της ζωής του και την Πίστιν αλώβητον τηρήσας ο του Θεού θεράπων Ευτύχιος, ανέμενε τον αποκείμενον αυτώ της «δικαιοσύνης στέφανον» (Β΄Τιμ. δ:8), ζήσας μετά την επάνοδον εις τον θρόνον έτη τέσσαρα και μήνας εξ, ώστε άπαντα τα έτη της ζωής αυτού ηριθμούντο ήδη εις εβδομήκοντα. Πράξας λοιπόν και άλλα πολλά κατορθώματα και τους υπ’ αυτού κατά πάσης αιρέσεως συγγραφέντας λόγους δημοσιεύσας, δια των οποίων επεξηγούσε πλατύτερον και σαφέστερον εις πάντας τους πιστούς τους όρους και τους νόμους της Ορθοδοξίας, ητοιμάζετο δια την εντεύθεν εκδημίαν. Επόθει δε να απέλθη, ίνα, κατά τον θείον Παύλον, «συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. α:23), αλλά δια την των πολλών σωτηρίαν παρέμενεν εισέτι, Χάριτι Χριστού, εν τη σαρκί. Διο και καθ’ εκάστην ημέραν υψηλότερον φιλοσοφών, εδίδασκε τον λαόν και καθωδήγει τους πάντας να φυλάττωσιν ασφαλώς τας θείας εντολάς και να εμμένωσι στερεοί εις την Πίστιν. Μετά δε από ολίγον χρόνον προείδεν ο Άγιος τα μέλλοντα να συμβώσι δεινά εις την πόλιν ταύτην εξ αιτίας των του λαού αμαρτιών, διο και ημέραν και νύκτα παρεκάλει τον Θεόν, λέγων· «Εάν μεν, Κύριε, συγχωρήσης, άφες αυτοίς την αναμενομένην απειλήνκαι οργήν· εάν δε μη, μετάστησόν με του βίου, ίνα μη ίδω την συμφοράν της Πόλεως και του λαού». Όθεν και επέτυχε της αιτήσεως. Διότι το «θέλημα των φοβουμένων Αυτόν» (Ψαλμ. ρμδ:19) ποιεί ο Κύριος. Ότε λοιπόν έφθασεν η λαμπροφόρος ημέρα της Αγίας Αναστάσεως, αφού ετέλεσε τα άγια βαπτίσματα και έψαλε το Χριστός Ανέστη, ασπασθείς άπαν το ιερατείον, τον βασιλέα και την σύγκλητον και πάντα τον λαόν του Κυρίου, ετέλεσε την θείαν Μυσταγωγίαν. Μετά δε την απόλυσιν, ανελθών εις το Πατριαρχείον έλαβε μετρίαν τροφήν και ανεπαύθη ολίγον, αλλ’ έφθασεν η ώρα του λυχνικού· και θέλων να παρευρίσκεται εις τον Εσπερινόν ύμνον, ησθάνθη συστολήν καθ’ όλον το σώμα· τινές δε εξ ημών, ιδόντες ούτως υποφέροντα τον Άγιον, παρεκαλούμεν αυτόν να μη καταβή, αλλά δεν ηδυνήθημεν να τον πείσωμεν. Αφού λοιπόν ο Άγιος ανέπεμψε τας εσπερινάς ευχάς και επεκοινώνησε μετά παντός του λαού, ανήλθεν είτα εις το Πατριαρχείον και κατεκλίθη εις την κλίνην. Περί δε το μεσονύκτιον προσέβαλεν αυτόν σφοδρώς η νόσος, ήτις και τον εταλαιπώρει επί επτά ημέρας, εκείνος δε έμενε προσευχόμενος και απαύστως ποιών το σημείον του Σταυρού. Μαθών ο βασιλεύς Τιβέριος, ότι η πορεία της νόσου έβαινε προς το χειρότερον ή μάλλον ότι επλησίαζε πλέον η μετάθεσις αυτού, πολύ ελυπήθη· διο εγκαταλείψας πάσας τας πολιτικάς φροντίδας μετέβη προς τον Άγιον, απέστειλε δε και τους αυλικούς του, ίνα προσκαλέσωσι τους πρώτους των ιατρών, μήπως δυνηθώσι να τον θεραπεύσωσι. Οι δε ιατροί προσερχόμενοι μάλλον ωφελούντο ή ωφέλουν. Διότι έλεγε προς αυτούς ο Άγιος· «Έχω Ιατρόν, όστις, εάν θέλη, με θεραπεύει· πρόσταγμα έδωσε και δεν δυνάμεθα να το παραβλέψωμεν, γενηθήτω το θέλημά Του». Ταύτα ο βασιλεύς ακούσας, ηρώτα τον Άγιον ποίον κρίνει κατάλληλον, ίνα μετ’ αυτόν γίνη προστάτης του λαού και Ποιμήν. Ο δε Άγιος εσιώπησεν, ουχί διότι δεν εγνώριζε τι να είπη, αλλά δια τινας λόγους τους οποίους ο ίδιος εγνώριζε. Μετά δε ταύτα πλείστα άλλα ομιλήσας, λέγει τελευταίον προς τον βασιλέα· «Και συ, ω βασιλεύ, μετά τέσσαρας μήνας μεθίστασαιτου βίου τούτου», όπερ και εγένετο. Πάσαν λοιπόν την διακαινήσιμον εβδομάδα παραμείνας ο Άγιος ασθενών, ηυλόγει πάντας και ενουθέτει, έχων πλήρως ακμαίον τον νουν μέχρι της Κυριακής του Θωμά, στ΄ (6ην) τότε του μηνός Απριλίου του έτους φπβ΄ (582). Περί δε την δεκάτην ώραν της ημέρας εκείνης παρέθετο ο Άγιος εις χείρας Θεού το πνεύμα του. Όταν δε πάντα τα της κηδείας νενομισμένα και πρέποντα συνεπληρώθησαν, προσεκομίζετο ο Άγιος υψούμενος επί χειρών Οσίων. Έκαστος δε επεθύμει να εγγίση τον νεκρικόν κράββατον και να ασπασθή το ιερόν τού Αγίου Λείψανον. Επειδή όμως ένεκεν του πλήθους του λαού δεν ήτο δυνατόν να επιτύχουν τούτο όλοι, έκαστος προσεπάθει να έλθη τουλάχιστον πλησίον των βασταζόντων το σεπτόν Λείψανον δια να απολαύση έστωκαι μόνην την θέαν αυτού, διότι και αυτό μόνον εθεώρουν ικανόν να προσφέρη εις αυτούς μεγίστην ωφέλειαν. Κατά δε την μεταφοράν του ιερού Λειψάνου του Αγίου εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων, εις τον οποίον επρόκειτο να ενταφιασθή, άπασαι αι οδοί από τας οποίας θα διήρχετο τούτο, αι αγοραί, αι στοαί, τα διώροφα και τριώροφα οικοδομήματα και αι στέγαι ακόμη ήσαν πλήρεις ανθρώπων. Επί πλέον τούτων ήσαν και οι ακολουθούντες την ιεράν πομπήν, άλλοι προηγούμενοι, άλλοι επόμενοι και άλλοι ανερχόμενοι ο εις επί του άλλου. Απηρτίζετο δε το συρρεύσαν πλήθος εκ πάσης τάξεως και ηλικίας ανθρώπων και από παντός έθνους προερχομένων, μεταξύ των οποίων προεξήρχον άπαντα τα τάγματα του ιερού Κλήρου και των Μοναχών. Υπερενικώντο δε αι ψαλμωδίαι υπό των θρήνων. Αφού λοιπόν το ιερώτατον εκείνο σώμα, διαφυγόν τους αγωνιζομένους να αρπάσουν αυτό, εκομίσθη εντός του Ναού των Αγίων Αποστόλων, απετέθη εν τω ιερώ Θυσιαστηρίω, μετά των τιμίων Λειψάνων των Αγίων ενδόξων Αποστόλων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου, ως ισαπόστολος και ούτος αληθής, μεταξύ των Πατριαρχών ως ο άξιος Πατριάρχης, μεταξύ των μεγαλοκηρύκων ως μεγάλη και ούτος φωνή και μεταξύ των ενδόξων Αγίων Μαρτύρων ως Μάρτυς και αυτός, ίνα συνικετεύη μετ’ αυτών εν ουρανοίς υπέρ παντός του κόσμου. Αλλ’ ω τρισμακάριε και Αγιώτατε Πάτερ, παρακαλούμεν σε, όπως εποπτεύης άνωθεν, ίνα πάντα τον βίον ημών διεξέλθωμεν κατά τον ωφελιμώτερον εις την ψυχήν μας τρόπον. Όταν δε έλθη η ώρα να αποδημήσωμεν και ημείς από τον παρόντα κόσμον και προς τον εκεί να προσορμισθώμεν, δέχθητι και ημάς εκεί, κατά τας επαγγελίας σου, εις τους Αβραμιαίους κόλπους και τας των Δικαίων σκηνάς, εις τα ουράνια δόματα της Αγίας και Ομοουσίου και Συναϊδίου Τριάδος, Ης τα μεγαλεία καθαρώτερόν τε και τελειότερον υπό σου και των ως συ, ταπεινώς εδιδάχθημεν και εμάθομεν και εν αυτοίς εσοφίσθημεν. Όθεν Ταύτην παρακαλών απαύστως, Αγιώτατε Πάτερ, και υπέρ ημών των σων ικετών και του ποιμνίου τούτου και του φιλοχρίστου λαού μη παύση ικετεύων, όπως επιτύχωμεν των αιωνίων αγαθών εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, μεθ’ ου τω Πατρί δόξα και προσκύνησις, άμα τω Αγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου