Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Το Αλάθητο του Πᾶπα -- Φωτης Κόντογλου

Το πιο γελοίο και αδιάντροπο εφεύρημά του


Δεν μπορώ να καταλάβω, πως τόσοι απολογητές της Ορθοδοξίας και κατήγοροι του Παπισμού ασχοληθήκανε σοβαρά με αυτό το μωρό και εξοργιστικό εφεύρημα, με το αλάθητο του Πάπα, που είναι η κορωνίδα απάνω απ΄ όλες τις ανοησίες που είχε την αδιαντροπιά να διακηρύξει ο Παπισμός. Έχω την ιδέα πως μονάχα για περίπαιγμα είναι αυτά τα πράγματα, γιατί πως είναι δυνατό να μιλήσει με σοβαρότητα ένας άνθρωπος για τέτοια παιδαριώδη πράγματα; Λοιπόν, άπαξ αυτός ο βλογημένος Πάπας αποφάσισε να αυτοκηρυχθεί «αλάθητος», δηλαδή αλάθευτος, τουλάχιστον δεν σκέφτηκε πως θάπρεπε ν΄ αλλάξη και πάτρωνα, κι΄ αντί τον άγιο Πέτρο να βάλει αποπάνω του κάποιον άλλον απόστολο, π.χ. τον Βαρθολομαίο, που δεν ξέρουμε τι είπε και τι έκανε. Γιατί ο άγιος Πέτρος κάθε άλλο παρά αλάθητος ήτανε. Ίσα-ίσα ήτανε ένας αδιόρθωτος γκαφατζής, που έκανε ολοένα γκάφες, απρόσεχτος και διαρκώς αμαρτάνων, τόσο που ο Χριστός τον επιτιμούσε, λέγοντάς του «Ύπαγε οπίσω μου σατανά, σκάνδαλόν μου ει» (Ματθ. ιστ: 23), κι΄ άλλη φορά πάλι, που έκανε ο Πέτρος το παληκάρι του είπε πως θα τον απαρνηθεί πριν να φωνάξει τρίτη φορά ο πετεινός, όπως κ΄ έγινε, «και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς» και πάλι στην προδοσία ώρμησε κ΄ έκοψε το αυτί του δούλου Μάλχου, κι΄ ο Χριστός τον πρόσταξε να βάλει το μαχαίρι στο θηκάρι. Και πόσες άλλες φορές ο φουριόζος ο Πέτρος έκανε πολλά λάθη κι΄ άτοπα, περισσότερα από τους άλλους μαθητές, όπως λέγει το Ευαγγέλιο. Λοιπόν, αφού ο άγιος Πέτρος, τ΄ αφεντικό, ο προϊστάμενος του Πάπα, να πούμε, έκανε όλο γκάφες, πως είναι δυνατό ο παραγυιός του, ο υφιστάμενός του, να είναι αλάθευτος; Μη χειρότερα! Αυτός πια είναι που θα λέγει και θα κάνει ολοένα ασυλλόγιστα πράγματα, αφού ο Χριστός είπε «ουκ έστι δούλος μείζων του Κυρίου αυτού». Όχι ν΄ ανακηρυχθεί μόναχός του κι΄ αλάθευτος! Πως έβγαλε από το στόμα του έναν τέτοιον λόγο; Αν δεν ήτανε αφιονισμένοι από το παπικό αφιόνι οι γύρω του που τον προσκυνούνε σαν τον Βάαλ, θάπρεπε, μόλις ξεστόμιζε έναν τέτοιον ηλίθιο λόγο, να  τον κατεβάσουν αμέσως από τον θρόνο.  Έ, βρε ανθρωπότητα! Κάθεσαι και συζητάς για τέτοιες βλακείες. Εμ΄ οι δικοί μας οι προκομμένοι, που πάνε στον Πάπα να του προσφέρουν γην και ύδωρ! 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Το έσχατον σύμπτωμα ---- Του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Έχουν μιλήσει πολλοί και πολύ στις ημέρες μας για τη μεγάλη εσωτερική κρίση, που περνά ο άνθρωπος της εποχής μας. Καθώς βρέθηκε ξαφνικά μπρος στις ραγδαίες εξελίξεις του συγχρόνου πολιτισμού και δέχθηκε αφύλακτα τις καταιγιστικές συνέπειές του, ένιωσε αδύνατος και σμικρός αυτός ο άρχοντας της δημιουργίας να καταπατάται από τα ίδια του τα επιτεύγματα, να ασφυκτιά μέσα στις ίδιες του τις επιτυχίες. Από τη μια η τεχνολογία τον έκανε σκλάβο, από την άλλη η κουλτούρα του θόλωσε το μυαλό. Έτσι, ο άνθρωπος της εποχής μας έχασε την ισορροπία του και περπατά ανισόρροπος μέσα στην ιστορία. Του έμεινε όμως, οπωσδήποτε η συνείδηση του «είναι» του, που κινδυνεύει, η συναίσθηση της υπάρξεώς του που αγωνιά. Αυτή την αγωνία του συγχρόνου ανθρώπου την είδαμε πολλές φορές εκφρασμένη από τα ευφυή πνεύματα του καιρού μας να γίνεται τέχνη— λόγος, εικόνα, μουσική, καλλιτέχνημα— που κινούσε εμπνευσμένα το λαό σε προσπάθειες άμυνας και επιθέσεως. Την είδαμε ακόμη να γίνεται από ψυχές ευγενείς έργο προσφοράς στον συνάνθρωπο – πράξη κοινωνική, φιλανθρωπική, δράση αλληλεγγύης και θυσίας – που έδινε ανάσες ζωής, με τους τρόπους, που μόνο η αγάπη γνωρίζει, στον ταλαιπωρημένο μας κόσμο. Είναι αλήθεια ότι όσο το πνεύμα και η ψυχή του ανθρώπου δεν χάνει την προοπτική του υψηλού και μεγάλου, του ανωτέρου και του αιωνίου, η αγωνία γίνεται δημιουργική. Η πίστη στο Θεό τροφοδοτεί την ηρωϊκή πράξη της μετανοίας, και όποιος μετανοεί δεν απελπίζεται, διότι με τη χάρη του Θεού υπερβαίνει και το πιο φοβερό αδιέξοδο, αυτό στο οποίο τον στριμώχνει η αμαρτία. Τι γίνεται, όμως, όταν ο ορίζοντας στενεύει, όταν εκλείπει η πίστη και γίνεται καθεστώς η αμετανοησία, όταν τα μάτια μας βλέπουν μόνο τον εαυτόν μας και απ΄ αυτόν πάλι μόνο τη σάρκα και τα δικά της; Τι γίνεται όταν πέφτει η καταχνιά της φιλαυτίας, η πάχνη του εγωϊσμού; Το βλέπουμε δυστυχώς κι αυτό στην εποχήν μας και όσο ο καιρός προχωρεί, τείνει να γίνει το χαρακτηριστικό γνώρισμά της. Σκοτεινιάζει ο τόπος από μία αδιαφορία, για όλους και για όλα. Παγώνουν οι καρδιές από μία αναισθησία απέναντι και στο θαυμαστότερο θαύμα και στο τραγικότερο δράμα. Αφού η ύπαρξή μου δεν έχει μέλλον, αφού η ζωή τελειώνει μες στο χώμα και αφού από όλα όσα πέτυχα δεν μπορεί να με ασφαλίσει για πάντα, ποιο το ενδιαφέρον; Ποιο το σημαντικό; Λέει ο άνθρωπος της εποχής μας. Και αδιαφορεί πλέον αν ο πόλεμος θερίζει θερίζει ζωές, αν η αδικία κατασπαράζει καρδιές, αν καλπάζει ο όλεθρος και η καταστροφή, κι ούτε νοιάζεται να κάνει κάτι, που θα προλάβει, θα ανακόψει και θα σώσει. Αλλά ούτε καν θαυμάζει, αν κάποιος άλλος βρεθεί και βοηθήσει, ούτε που τον αγγίζει η προσπάθεια για κάτι καλό, ούτε που ακούει το κάλεσμα για κάτι ωραίο. Κι όλα αυτά όχι από αντίδραση, όχι από πεποίθηση, αλλά από αδιαφορία. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει παραλύσει. Φαίνονται ίσως υπερβολικές οι σκέψεις αυτές, καθ΄ όσον μάλιστα τόσες ανθρωπιστικές προσπάθειες δημοσιεύονται στις ημέρες μας και τόσες εκδηλώσεις αγάπης οργανώνονται σε καθημερινή σχεδόν βάση. Καθιερώσαμε ημέρα παιδιού, ημέρα μητέρας, ημέρα γυναίκας, ημέρα ζώων, ημέρα… Μα ποιον ικανοποιούν όλα αυτά και ποιον χορταίνουν; Κακά τα ψέματα, χωρίς την πίστη στο Θεό δεν ευδοκιμεί η αγάπη για τον συνάνθρωπο. Διότι τούτο είναι το μεγάλο μυστικό. Χάσαμε την πίστη μας στις αξίες της ζωής, στις έννοιες της αλήθειας και της αρετής, που ο Θεός έσπειρε μέσα μας, γι΄ αυτό παρατήσαμε ανίκανοι κάθε αγώνα. Λένε οι γιατροί πως το χειρότερο σύμπτωμα ασθενείας στον οργανισμό είναι η έλλειψη οιασδήποτε ανταποκρίσεως στα διάφορα ερεθίσματα. Ο οργανισμός της κοινωνίας μας έχει καταντήσει, λοιπόν σ΄ αυτό το έσχατο κατάντημα· καμμία ευαισθησία! Είναι η ολέθρια διέξοδος στην οποία ξεδίδει η αγωνία του συγχρόνου ανθρώπου. Είναι ένας δρόμος φαινομενικά αντίθετος από εκείνον του άγχους και του στρες, μα στην πραγματικότητα οδηγεί στην ίδια καταστροφή. Αλίμονο! Αυτό είναι το μεγάλο κακό και όχι τα κακά, που βλέπουμε γύρω μας. Θαρρώντας πως απαλλάσουμε τον εαυτόν μας από βαρειές έγνοιες των άλλων, στην ουσία τον φορτώνουμε και με το ασήκωτο βάρος της ίδιας μας της υπάρξεως, που δεν αντέχει να ζη χωρίς ελπίδα, χωρίς πίστη, χωρίς Θεό. Χρειάζεται, λοιπόν, ένας Θεός να μας ξαναδώσει την ελπίδα. Χρειάζεται ο Ιησούς Χριστός να μας αναστήσει μέσα από το τέλμα της αναισθησίας και της αδιαφορίας, αυτός, που μόνος αναστήθηκε από τους νεκρούς, για να μας δώσει τη ζωή της αναστάσεώς Του, για να ζήσουμε. Όταν στον ορίζοντά μας ανατείλει ο ήλιος της αγάπης του, τότε θα μπορούμε να εργαζόμαστε για μια καλύτερη γη. Κι όταν η προοπτική μας γεμίσει από το φως της αλήθειάς του, τότε θα μπορούμε να δουλεύουμε, για ένα ομορφότερο κόσμο. Ο απόστολος Παύλος πολύ εύστοχα απαντά στην ανάγκη της εποχής μας γράφοντας σε μία επιστολή του· «Ει ουν συνηγέρθητε τω Χριστώ τα άνω ζητείτε, ου ο Χριστός εστιν εν δεξιά του Θεού καθήμενος, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης» (Κλ. 3, 1-2). Αν κατορθώσουμε να φρονούμε, να σκεπτόμαστε και να εμπνεόμαστε από τα αιώνια και τα θεϊκά, ποτέ η αγωνία δεν θα μας πανικοβάλλει ούτε θα μας παραλύει, αλλά θα γίνεται αγώνας έντιμος. Και η Εκκλησία μας θυμίζει ζωηρά ότι η ελπίδα μας είναι βέβαιη και υπάρχει έτοιμη και βρίσκεται εκεί ψηλά, στα δεξιά του Θεού, που είπε ο απόστολος Παύλος· είναι ο αναστημένος Χριστός, που αναλήφθηκε κοντά στον Θεό Πατέρα, παίρνοντας μαζί του τη σάρκα μας την ανθρώπινη και σώζοντας τη φύση μας από κάθε καταστροφή και δοξάζοντάς την με θεία δόξα. Το γεγονός αυτό αποτελεί τη μόνη δυναμική και πραγματική λύση στο πρόβλημα της αδιαφορίας, που κομποδένει τον σύγχρονο άνθρωπο· «Άνω σχώμεν τας καρδίας», αδελφοί μου, εκεί όπου βρίσκεται ο θησαυρός μας, στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, τον μόνον, που μπορεί να μας βγάλει από το λήθαργο της αδιαφορίας, να χαρίσει ζωή στη ζωή μας.




Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

«Μείνον μεθ΄ ημών!» (Λουκ. 24: 29) του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Μία γραφική σκηνή

Κλασικός ο πίνακας αποτυπώνει εικαστικά την ειδυλλιακή περιγραφή, που μας χάρισε η γλαφυρή πένα του ευαγγελιστή Λουκά, όπως τη ζωντανεύει μέσα στο λειτουργικό κύκλο το ε΄ εωθινό ευαγγέλιο: Μία μοναδική πορεία μέσα στο καταπράσινο ανοιξιάτικο τοπίο. Οι δύο μαθητές περπατούν σκυθρωποί, θλιμμένοι, ενώ τους πλησιάζει ο Συνοδοιπόρος. Το βήμα των μαθητών βαρύ, αποκαμωμένο. Βαρύτερη η καρδιά τους, απελπισμένη. Βαθύς ο στεναγμός φουσκώνει τα στήθη τους. Παράπονο πικρό ανεβαίνει στα χείλη τους και γίνεται πένθιμος διάλογος.

Δύο από τους εβδομήκοντα
Είναι από εκείνους τους εβδομήκοντα, που γνώρισαν από κοντά τον μεγάλο Διδάσκαλο. Σαγηνεύθηκαν από την ευσπλαγχνία του. Ευεργετήθηκαν από την αγάπη του. Έγιναν μάρτυρες πολλών και θαυμαστών σημείων, τα οποία Εκείνος επιτέλεσε. Είδαν να εκπληρώνονται στο πρόσωπό του οι αρχαίες προφητείες. Πολλά, πειστικά και αναντίρρητα τεκμήρια τους βεβαίωσαν ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας. Γι΄ αυτό τον αγάπησαν αληθινά, τον πίστεψαν και ήλπισαν ότι αυτός θα φέρει τη λύτρωση στο Ισραήλ. Ήρθαν, όμως, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, για να πνίξουν την πίστη τους, να ξεριζώσουν από την καρδιά τους την ελπίδα, να τσακίσουν το φρόνημα, ν΄ αναστατώσουν την ψυχή τους.

Αμφιβολία και φόβος
Το σκάνδαλο ήταν, πράγματι, μεγάλο: Ο αναμάρτητος Ιησούς υψώθηκε σαν κακούργος πάνω στο ατιμωτικό ξύλο του σταυρού. Και είναι ήδη η Τρίτη ημέρα που η βαρειά ταφόπετρα τον έκρυψε από τα μάτια τους. Τώρα πια έπαυσαν να πιστεύουν. Δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν. Δεν απέκαμαν, όμως, να αγαπούν τον Διδάσκαλο. Σκιάζει, ωστόσο, την αγάπη τους το νέφος της αμφιβολίας. Γι΄ αυτό αδυνατούν να αξιολογήσουν την είδηση που τους έφεραν με το χάραμα οι μυροφόρες και επιβεβαίωσαν οι δύο μαθητές, ο Πέτρος και ο Ιωάννης: ο τάφος είναι άδειος! Δεν τους συγκινεί ούτε και του αγγέλου η διαβεβαίωση, που δείχνοντας το «κενόν μνημείον» είπε στις γυναίκες ότι ο Κύριος «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε»! (Μαρκ. 16: 6). Είναι, πράγματι, παράξενα όλα αυτά, αλλά καμμία υποψία ανάστασης δεν γεννούν στο μυαλό τους. Μιλούσαν, βέβαια, οι προφητείες για «παθήματα», τα οποία θα ακολουθήσει «η δόξα», αλλά η δική τους σκέψη συνέδεε τα παθήματα με τον ταλαίπωρο λαό και διψούσε για εγκόσμιες δόξες. Πώς να συλλάβει η γήϊνη σκέψη τους «τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα δόξας» (Α΄ Πέτρ. 1: 11); Πώς να αισθανθεί ότι δια του σταυρού έρχεται η χαρά στον κόσμο; Η δική τους προσδοκία επιμένει να ζητά έναν Μεσσία ενδοκοσμικό, που θα ανέσταινε τη βασιλεία του Δαβίδ. Κι ο φρικτός θάνατος του Διδασκάλου, τον οποίο αυτοί πίστεψαν ως Μεσσία, εξανέμισε κάθε τέτοια προοπτική. Φοβισμένοι κι εναγώνιοι για το δικό τους μέλλον μιμούνται τον ένα από τους ένδεκα, τον Θωμά: Εγκαταλείπουν τα Ιεροσόλυμα. Σίγουρα θα ΄ναι πιο ασφαλείς μακριά από την πόλη όπου τόσα θλιβερά συνέβησαν τις τελευταίες μέρες.

Ένας απρόσμενος Συνοδοιπόρος
Φορτωμένοι πόνο και παράπονο πορεύονται προς Εμμαούς. Η αθυμία τους κατακλύζει. Η ανάμνηση των γεγονότων της Ιερουσαλήμ τροφοδοτεί τη συζήτηση και συνεπαίρνει τη σκέψη τους. Ούτε μπορούν να καταλάβουν πως τους πλησίασε ο Συνοδοιπόρος, αυτός ο Ξένος κι Άγνωστος που μπήκε διακριτικά στη συντροφιά τους. Είναι ο Διδάσκαλος, αλλά «εν ετέρα μορφή» (Μάρκ. 16: 12), γι΄ αυτό δεν τον αντιλαμβάνονται. Έχει το ίδιο εκείνο σώμα με το οποίο τον γνώρισαν, το σώμα που προσέλαβε κατά την ενανθρώπηση από την Παρθἐνο Μητέρα του και που φέρει τους πρόσφατους «τύπους των ήλων». Δεν τον αναγνωρίζουν, όμως, διότι «οι οφθαλμοί αυτών εκρατούντο» (Λουκ. 24: 16). Το σώμα του αναστημένου Ιησού γίνεται προσιτό στα ανθρώπινα μάτια μόνο όταν και όσο θέλει. Ωστόσο, από την ώρα που τους πλησίασε ο άγνωστος Συνοδοιπόρος, νιώθουν ένα ξαλάφρωμα στην ψυχή οι δύο συμμαθητές. Τους γλύκανε τη συντροφιά η φωτεινή παρουσία του. Τους άνοιξε την πικραμένη καρδιά το ενδιαφέρον του για το πρόβλημά τους. Τον είχε, σχεδόν, αποπάρει ο Κλεόπας, όταν τους ρώτησε ποιο είναι το θέμα τους. «Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ και ουκ έγνως τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;»(στ: 18). Νόμιζαν ότι αγνοεί τα δραματικά γεγονότα της Ιερουσαλήμ. Αυτός, που ήταν ο πρωταγωνιστής των γεγονότων. Κι εκείνος απλά αλλά τόσο αυθεντικά έπιασε να τους εξηγεί τις Γραφές. Ω, πως ανέστησε μέσα τους τη νεκρή ελπίδα αυτή η εξήγηση! Η διδαχή του Ξένου λειώνει τον πάγο της απόγνωσης. Θερμαίνει την κρύα, δίχως πίστη καρδιά. Προβάλλει ενώπιόν τους μια καινούργια πραγματικότητα. Υποβάλλει στην ψυχή τους σκιρτήματα ελπίδας. Επιβάλλει στη σκέψη τους μία άλλη θεώρηση. Είναι, πράγματι, «ανόητοι και βραδείς τη καρδία» που δεν βλέπουν την εκπλήρωση των προφητειών στην ιστορία του Διδασκάλου, και σ΄ αυτόν ακόμη τον φρικτό θάνατό του, ο οποίος – όπως προλέγουν οι Γραφές – φωτίζεται από το φως της Ανάστασης.

Είναι ο Ιησούς—Εμμανουήλ!
Έφθασαν ήδη στον προορισμό τους κι ο οικείος τους πλέον Ξένος δείχνει πως δεν θα τους ακολοθήσει, αλλά θα συνεχίσει μόνος του την πορεία. Όχι, δεν θα τον αφήσουν ν΄ απομακρυνθεί από κοντά τους! Νιώθουν αναγκαία την παρουσία του, καθώς κλείνει προς το εσπέρας η ημέρα και θ΄ απλωθούν σε λίγο της νύχτας οι σκιές. «Μείνον μεθ΄ ημών»! Άθελα κι ανεπίγνωστα απαγγέλλουν το όνομά του. Ναι, Αυτός, που με την παρουσία και το λόγο του λύτρωσε τις καρδιές τους από το βάρος και την οδύνη, ο Ιησούς, είναι ο «μεθ΄ ημών Θεός», ο Εμμανουήλ. Το επιβεβαίωσε η αναστροφή μαζί του, όταν στο σπίτι όπου «εισήλθε του μείναι συν αυτοίς» (στ. 29) τον είδαν, όπως παλιά, να ευλογεί και να μοιράζει το ψωμί. Τότε ανοίχθηκαν τα μάτια τους κι είδαν πως δεν ξένος αυτός. Ήταν η ίδια, η ζωντανή Ελπίδα, ο αναστημένος Κύριος, που το πρωϊ έλειπε από το μνήμα κι αυτή τη στιγμή «εγένετο άφαντος απ΄ αυτών» (στ. 31). Ω, πως τους φτερώνει τα πόδια η πυρπολημένη από τον θείο λόγο καρδιά τους! Ανέγγιχτο μένει το τραπέζι, που τους έστρωσε ο Συνοδοιπόρος. Τους χόρτασε η χαρά της παρουσίας του Διδασκάλου. Τρέχοντας επιστρέφουν την Ιερουσαλήμ. Βρίσκουν τους «ένδεκα», δηλαδή τους δέκα μαθητές, διότι έλειπε ο Θωμάς (βλ. Ιωάν. 20, 24), και τους «συν αυτοίς», δηλαδή τη συντροφιά των εβδομήκοντα. Σ΄ όλους αναγγέλλουν ότι είδαν τον Κύριο, είναι γεγονός η Ανάσταση!

Και σήμερα, όπως τότε
Δυο χιλιάδες χρόνια μετά, οδοιπόροι της ζωής κι εμείς, βρισκόμαστε συχνά στην ψυχολογική κατάσταση των δύο συνοδοιπόρων προς Εμμαούς. Μας κυκλώνουν ποικίλοι πειρασμοί. Μας συνέχουν προβλήματα, μας λυγίζουν δυσκολίες. Όχι, δεν είμαστε άπιστοι. Δεχόμαστε τον Χριστό. Πιστεύουμε πως Αυτός είναι ο Λυτρωτής του κόσμου. Κι όμως, σαν βλέπουμε να θριαμβεύει γύρω μας το κακό, ν΄ αυθαδιάζει η ασέβεια, να κυριαρχούν τα πάθη, να παραγκωνίζεται το δίκαιο και να φιμώνεται η αλήθεια, πως σαλευόμαστε τότε! Σκυθρωπάζει η μορφή, διότι χλωμιάζει μέσα μας η πίστη. Ψυχραίνεται η αγάπη, «δια το πληθυνθήναι την ανομίαν». Μαραίνεται η ελπίδα. Σκέψεις ολιγοπιστίας κι αμφιβολίας μας ταράσσουν. Η απελπισία μας παραλύει. Ο σκεπτικισμός μας μελαγχολεί, μας κάνει σκυθρωπούς και δειλούς. Που είναι, λοιπόν, η νίκη της Ανάστασης; Τι κάνει για τον κόσμο, για μας, ο Χριστός; Κι όμως! Σ΄ αυτές τις σκληρές και δύσκολες ώρες δεν είμαστε μόνοι. Συνοδοιπορεί μαζί μας ο Αναστημένος. Εμείς νομίζουμε πως αγνοεί το δράμα της ζωής μας, ότι δεν ενδιαφέρεται. Αλλά Αυτός είναι τόσο κοντά και ξέρει τόσο καλά εμάς και τα δικά μας, αφού όλη η ιστορία μέσα στη θεϊκή του χούφτα ξετυλίγεται. Ακόμη κι όσα μας πονούν και μας προβληματίζουν, είναι συχνά το δικό του παρατεταμένο χτύπημα στην πόρτα της καρδιάς μας. Είναι η φωνή του «ιδού, έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Απ. 3: 20). Μη διστάσουμε να του ανοίξουμε. Μη δειλιάσουμε να επαναλάβουμε το αίτημα των δύο μαθητών: «Μείνον μεθ΄ ημών, Κύριε»! Για να μη μας σκοτίσει το νου η αμφιβολία του κόσμου. Μίλησε στην καρδιά μας, για να κατανοήσουμε τη θεία σου Γραφή. Στήριξέ μας στην πίστη, για να μη απελπισθούμε. Χάρισέ μας την αναστροφή μ΄ Εσένα, τη «ζώσα ελπίδα», μέσα στην Εκκλησία σου. Γίνε συνοδοιπόρος στης ζωής μας το στρατί, Κύριε, για να μαρτυρούμε στον κόσμο την Ανάσταση!

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Προσοχή στην ψήφο μας --- ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

«…Ὄχι ἀδιάφοροι. Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες… θὰ γίνουν ἐκλογές. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ κληθῇ ν᾽ ἀναδείξῃ μὲ τὴν ψῆφο του κυβέρνησι. Ὡς Ἕλληνες πολῖτες δὲν μποροῦμε νὰ μείνουμε ἀπαθεῖς θεαταὶ τοῦ ἐκλογικοῦ σάλου, ποὺ τ᾽ ἀφρισμένα κύματά του προξενοῦν μεγάλη ζάλη καὶ ναυτία στοὺς πολλούς· δὲν μποροῦμε νὰ προσπεράσουμε τὸ γεγονὸς τελείως ἀδιάφοροι, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ ἐκλογὴ ποὺ θὰ γινόταν σὲ κάποια ἀπομακρυσμένη γωνία τῆς ὑφηλίου, π.χ. στὴ Γροιλανδία. Ὡς Ἕλληνες πολῖτες ἔχουμε καθῆκον ἀπέναντι στὴν πατρίδα. Ὡς ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ποὺ πάνω ἀπὸ ἐπίγειες πατρίδες θέτουμε τὴν πίστι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσουμε τὴν ψῆφο μας στὸν τυχόντα. Καὶ ὡς κληρικοὶ δὲν ἐπιτρέπεται ν᾽ ἀφήσουμε ἀδιαφώτιστο τὸν εὐσεβῆ λαὸ στὸ φλέγον τοῦτο ζήτημα τῶν ἡμερῶν. Μὲ ὅσα πάντως θὰ γράψουμε γι᾽ αὐτὸ δὲν πρόκειται ἐμεῖς νὰ ὑποδείξουμε νὰ ἐκλεγοῦν ὡρισμένα πρόσωπα τῆς ἀρεσκείας μας· θὰ ὑποδείξουμε τὸ μέτρο τῆς ἐκλογῆς, θὰ διατυπώσουμε δηλαδὴ καὶ θὰ ὑπογραμμίσουμε ὡρισμένες ἰδέες καὶ ἀρχές, βάσει τῶν ὁποίων κάθε ὀρθόδοξος Χριστιανὸς Ἕλληνας πρέπει νὰ κρίνῃ καὶ νὰ δίνῃ τὴν ψῆφο του.

Ποιό εἶνε τὸ μέτρο τῆς ἐκλογῆς; Ἂς μιλήσουμε μὲ ἕνα παράδειγμα.

Ὑποθέστε, ὅτι κάποιος κρατάει στὰ χέρια του ἕνα σπαθί. Πολλοὶ τοῦ τὸ ζητᾶνε. Σὲ ποιόν θὰ τὸ δώσῃ; Ἂν δώσῃ τὸ σπαθὶ σ᾽ ἕνα μικρὸ παιδί, ποὺ τὸ ζητάει ἐπίμονα, τὸ παιδί, ποὺ δὲν ξέρει πῶς τὸ χρησιμοποιοῦν, θὰ τὸ κάνῃ παιχνίδι, θὰ παίζῃ μ᾽ αὐτό, καὶ στὸ τέλος θὰ κόψῃ τὰ χέρια του καὶ αἱμόφυρτο θὰ κλαίῃ γοερά. Ἀνόητε, σ᾽ ἕνα παιδάκι ἐμπιστεύθηκες τὸ σπαθί;… Ἂν πάλι ἀφήσῃ καὶ τὸ σπαθὶ ἔρθῃ στὰ χέρια ἑνὸς τρελλοῦ, ὁ τρελλὸς θὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ γιὰ καταστροφὴ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῶν ἄλλων. Ἕνας τρελλός, ποὺ θὰ βρεθῇ ὡπλισμένος μὲ σπαθιὰ καὶ ὅπλα, εἶνε κάτι τρομερό… Ἀλλὰ καὶ ἀπ᾽ τὴν περίπτωσι αὐτὴ ὑπάρχει μιὰ ἄλλη τρομερώτερη· τὸ σπαθὶ νὰ παραδοθῇ στὰ χέρια κάποιου μὲ ἀποδεδειγμένα κακοῦργα καὶ φονικὰ αἰσθήματα, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ διψάει γιὰ αἷμα καὶ ἐγκλήματα. Τὸ σπαθὶ στὴν περίπτωσι αὐτὴ θὰ γίνῃ λαιμητόμος ποὺ θὰ κόβῃ κεφάλια ἀνθρώπων ἢ κάτι χειρότερο· θὰ γίνῃ ἡ λόγχη τοῦ ἀγροίκου ἐκείνου ῾Ρωμαίου στρατιώτη, μὲ τὴν ὁποία κεντήθηκε ἡ πλευρὰ τοῦ Ἰησοῦ. Ἀνόητε, σὲ χέρια τρελλῶν καὶ ἐγκληματιῶν ἐμπιστεύθηκες τὸ σπαθί;… Ἀλλ᾽ ἐὰν τὸ σπαθὶ ποὺ κρατᾷς τὸ δώσῃς σὲ ἕναν ἔμπειρο γιατρό, ὁ γιατρὸς θὰ μετατρέψῃ τὴ λεπίδα του σὲ χειρουργικὸ μαχαίρι καὶ μ᾽ αὐτὸ θὰ κάνῃ ἐγχειρήσεις, θ᾽ ἀποκόψῃ σαπισμένα κρέατα καὶ θὰ σώσῃ ἀνθρώπους. Ἔτσι στὰ χέρια τοῦ γιατροῦ τὸ φονικὸ σίδερο θὰ γίνῃ ὄργανο σωτηρίας.

Προσοχὴ στὴν ψῆφο! Καταλάβατε τί θέλω νὰ πῶ, ἀγαπητοί μου; Παραβολικὰ εἶνε αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, συμβολικὴ εἶνε ἡ εἰκόνα ποὺ σᾶς παρουσιάζω. Τὸ σπαθὶ εἶνε ἡ πολιτικὴ ἐξουσία. Αὐτὸς ποὺ κρατάει τὸ σπαθὶ εἶνε ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἶνε ὁ κάθε Ἕλληνας πολίτης πού, σύμφωνα μὲ τὸ κοινοβουλευτικὸ πολίτευμα τῆς χώρας μας, μὲ τὴν ψῆφο του ἀναδεικνύει τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ τοὺς ἀνεβάζει στὰ ὑψηλότερα πολιτικὰ ἀξιώματα. Καὶ ἐὰν μὲν αὐτοὶ ποὺ ἐκλέγει εἶνε ἄξιοι, τότε θὰ κάνουν καλὴ χρῆσι τῆς ἐξουσίας καὶ ἡ Ἑλλάδα θὰ εὐτυχήσῃ· ἂν ὅμως τὰ πρόσωπα τῆς προτιμήσεώς του εἶνε ἀνάξια, τότε θὰ κάνουν κακὴ χρῆσι τῆς ἐξουσίας, ὅπως κάνει κακὴ χρῆσι τοῦ σπαθιοῦ τὸ παιδάκι ἢ ὁ τρελλὸς ἢ ὁ κακοῦργος, καὶ ἡ Ἑλλάδα θὰ δυστυχήσῃ· καὶ ὑπεύθυνος γιὰ τὴ δυστυχία της θὰ εἶσαι κ᾽ ἐσὺ ποὺ ἐκλέγεις, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ψῆφο σου ὥπλισες τοὺς κακοὺς καὶ πονηροὺς μὲ τεράστια δύναμι, γιὰ νὰ κάνουν τὸ κακὸ ὄχι σὲ λίγους ἀνθρώπους, ὅπως ὅταν εἶνε ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ γιὰ νὰ κάνουν τὸ κακὸ σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔνθος. Ἰσχύει καὶ στὴν προκειμένη περίπτωσι τῆς ἐκλογῆς τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων ὅ,τι ἔγραψε ὁ κορυφαῖος ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, ὁ θεόπνευστος Παῦλος, στὸ μαθητή του Τιμόθεο γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ποιμένων· «Χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις» (Α΄ Τιμ. 5,22).
 

Πρόσεξε –λέει ὁ ἀπόστολος–, πρόσεξε, Τιμόθεε, ποιόν θὰ ἐκλέξῃς ὡς ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας· γιατὶ ἂν ἐκλέξῃς κάποιον κακό, θὰ φέρῃς τὴν εὐθύνη κ᾽ ἐσὺ γιὰ ὅσα ἄτοπα καὶ ἐγκληματικὰ καὶ σατανικὰ θὰ διαπράξῃ ἐκεῖνος εἰς βάρος τοῦ ποιμνίου· γιατὶ ἐσὺ τοῦ ἔδωσες τὴ δύναμι νὰ κακοποιῇ. Ἀλλὰ κ᾽ ἐσύ, Ἕλληνα ψηφοφόρε, πρόσεξε κατὰ τὴν ἐκλογή. Διότι, ἐὰν ἐκλέξῃς ὡς πολιτικούς σου ἡγέτες κάποιους κακούς, θὰ ἔχῃς κ᾽ ἐσὺ τὸ μερίδιο τῆς εὐθύνης γιὰ ὅλες ἐκεῖνες τὶς συμφορὲς ποὺ θὰ προέλθουν ἀπὸ τὴ φαύλη κυβέρνησι. Πρόσεχε τὴν ψῆφο σου! Σὲ ποιούς θὰ τὴ δώσῃς; Κάνοντας κακὴ ἐκλογή, ὁδηγεῖς σὲ βάραθρα τὴν Ἑλλάδα, καὶ ματαίως κατόπιν θὰ καταριέσαι τὴν ἡμέρα ποὺ τελείως ἄκριτα καὶ ἐπιπόλαια ἔδωσες τὴν ψῆφο σου.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Το Πάθος και η Ανάστασις εις την ζωήν μας --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.


Είναι παράδοσι αρχαία στην Ορθόδοξη Εκκλησία το χρυσόδετο Ευαγγέλιο, που βρίσκεται πάνω στην αγία Τράπεζα και μέσα από το οποίο αναγιγνώσκονται οι ευαγγελικές περικοπές, να εικονίζη στη μία όψι τη Σταύρωσι και στην άλλη την Ανάστασι. Συμβολίζεται έτσι πολύ πρακτικά η θεμελιακή αλήθεια της πίστεώς μας ότι το πάθος και η ανάστασι του Χριστού συναποτελούν ένα και το αυτό γεγονός. Αυτό το γεγονός μαρτυρεί η Καινή Διαθήκη και αυτό συνιστά την αρραγή βάσι της Εκκλησίας. Πέρα, όμως, από τη θεολογική ερμηνεία, το πάθος και η ανάστασι του Χριστού έχουν κοινωνικές προβολές ενδιαφέρουσες και επιπτώσεις καταπλητικές στην καθημερινή μας ζωή, όπου η λύπη και η χαρά, η οδύνη και η κάθε είδους ηδονή συνυφαίνουν την κάθε μέρα μας. Πνίγεται ο άνθρωπος σήμερα μέσα στα προβλήματα, που ο ίδιος δημιούργησε. Μεθυσμένος από την πληθώρα των υλικών αγαθών, που εξασφάλισε στον εαυτό του, έκανε το έγκλημα να στραγγαλίση την ψυχή του, αφού της στέρησε τη ζωογόνο πίστι στον Δημιουργό της, τη ζωοδότρια δύναμι της αναστάσεως του Χριστού. Αιφνιδιασμένος από το μεγάλο κακό, που έκανε στον εαυτό του, μόλις διαπίστωσε ότι η ύλη δεν μπορεί να χορτάση το είνε του, έσπευσε να γεμίση το κενό με τη λεγόμενη πνευματική κίνησι και καλλιέργεια, με την κουλτούρα. Μα έπεσε από τη Σκύλλα στη Χάρυβδι, διότι χωρίς το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να υπάρξη αληθινή πνευματική ζωή. Πώς να χορτάση η κουλτούρα την ψυχή, όταν μ΄ όλα τα φαντασμαγορικά κατορθώματά της δεν εξαϋλώνει την ύλη, αλλά την θεοποιεί; Κι έγινε έτσι βαθύτερο το κενό κι έσφιξε πιο ασφυκτικά ο κλοιός, που πνίγει τον ταλαίπωρο άνθρωπο. Απελπισμένος κι ακόμη πιο τραγικός μετά την αποτυχία του αυτή στρέφεται τώρα στα μονοπάτια των ναρκωτικών, που του υπόσχονται ψεύτικους παραδείσους, ζητά ν΄ αναπαύση την αγωνία του, για το μέλλον στους μυστικιστικούς γρίφους των ανατολικών θρησκειών, να κορέση την περιέργειά του, για τα μετά θάνατον στα μυστηριώδη επινοήματα του πνευματισμού ή ρίχνεται απερίσκεπτα στην άβυσσο του σατανισμού, που του εξασφαλίζει την επικουρία των σατανικών πνευματικών δυνάμεων. Αρνήθηκε την κοινωνία του με τον Θεό και κατήντησε να έχη μυστηριακή κοινωνία με τον ίδιο το διάβολο! Εκείνο, που κάνει τους περισσοτέρους ν΄ απορρίπτουν από τη ζωή τους τον Χριστό δεν είνε η πεποίθησι ότι η Ανάστασι είνε μία ουτοπία. Είνε κυρίως η συνειδητοποίησι της αλήθειας ότι, για να φθάση κανείς στην Ανάστασι πρέπει πρώτα να περάση από τον Γολγοθά και το Σταυρό του Κυρίου. Και αυτό η σημερινή κοινωνία του ευδαιμονισμού και της καλοπέρασης δεν το ανέχεται. Ονειρεύεται τη ζωή άλυπη κι ατέλειωτη και παραδίδεται άνευ όρων σ΄ όποιον της υποσχεθή ότι από δω και πέρα δεν θα υποφέρη. Ξέχασε η κοινωνία μας πως η ζωή μας πάνω σ΄ αυτή τη γη υφαίνεται με τον πόνο και τη χαρά. Πασχίζει να ξεχωρίση αυτά τα δύο και δεν αντιλαμβάνεται ότι έτσι μαδά την ίδια την ψυχή της, σαλεύει την ισορροπία της. Το πάθος και η ανάστασι του Χριστού, είτε το θέλουμε είτε όχι, επηρεάζει άμεσα όχι μόνο τη ζωή της κοινωνίας, αλλά και την προσωπική μας ζωή. Είνε αλήθεια ότι τίποτε δεν φοβόμαστε τόσο όσο τη χαρά και την ευτυχία. Είνε, όμως, άλλο τόσον αλήθεια ότι από τότε, που ο Χριστός έπαθε και νίκησε τον πόνο, πέθανε και νίκησε το θάνατο, χάρισε σε μας μία άλλη δυνατότητα, ένα άλλο πρίσμα μέσα από το οποίο και ο μεγαλύτερος πόνος και η πιο αβάσταχτη θλίψι μας φαίνονται μικρά κι ασήμαντα. Είνε ο σταυρός και η ανάστασι του Χριστού. Υποφέρεις; Αδικείσαι; Δυστυχείς; Ποτέ σαν τον Χριστό, τον εσταυρωμένο ατιμωτικά κι ανένοχα. Είσαι αιχμάλωτος, εγκαταλελειμμένος, μόνος; Ποτέ σαν τον Χριστό, τον κεντούμενο από εχθρικά ανόσια βλέμματα. Αν σηκώσης τα μάτια σου και κοιτάξης μέσα από τον προσωπικό σου πόνο τον πόνο του Αθώου, εφ΄ όσον δεν πέτρωσε την καρδιά σου η αδιαφορία της συνήθειας, θα νιώσης να ξεχνάς το δράμα σου και – κάτι ακόμη περισσότερο – θα ντραπής για τον γογγυσμό σου. Είνε θαυμαστό το πόσο μικραίνει ο πόνος σαν τον δης και τον ζήσης μέσα από το πρίσμα του Σταυρού. Εδώ θα μπορούσε να πη κανείς ότι έχουμε μία αντίστροφη αναλογία. Όσο περισσότερο ζης το σταυρό του Χριστού, τόσο μικρότερα σου φαίνονται τα δικά σου, είτε πόνος είνε είτε θλίψι. Και παρ΄ όλο, που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης λογικής, δεν είνε καθόλου υπερβολή να πούμε ότι κάτω από τον σταυρό του Χριστού γλυκαίνουν οι πίκρες, ημερώνουν οι πόνοι κι ελαφρώνουν τα βάρη. Θαυμαστότερο, όμως, γίνεται το πράγμα στην άλλη περίπτωσι, που τα ποσά είναι ευθέως ανάλογα. Χαρά μεγαλύτερη από τη χαρά του Χριστού δεν υπάρχει. Η ανάστασί Του υπερκοντίζει κάθε ανθρώπινο βεληνεκές και γεννά χαρά ανεκλάλητη και δεδοξασμένη σ΄ αυτούς που τη ζουν. Καμμία χαρά ανθρώπινη δεν μπορεί να συγκριθή με τη χαρά την αναστάσιμη. Είνε, όμως, απαραίτητο να ζήσης την Ανάστασι, για να χαρής τη χαρά της. Να αισθανθής ότι πυρώνει την καρδιά σου το αίμα του αναστημένου Κυρίου, για να μπορέσης να τραγουδήσης το τραγούδι της νίκης. Νίκη στη φθορά και νίκη στον πόνο. Χαρά σ΄ αυτόν που πιστεύει! Κατέχει το μυστικό, που μετασχηματίζει και τη φρικτότερη θλίψι σε χαρά και τη βαρύτερη οδύνη σε ηδονή. Κι ενώ για κείνους που ζουν μακριά από τον Χριστό, η πρόσκαιρη και απατηλή αυτή ζωή φαρμακώνει με τη στυφή γεύσι της πίκρας και την πιο μεγάλη τους χαρά και σταλάζει οδύνη στην ηδονή, για τον πιστό ο πόνος γίνεται διακονία και ιερουργία. Ανάγεται σε υψηλή αποστολή, διότι είνε συμμετοχή και κοινωνία στο πάθος του Κυρίου και καταλήγει στη δόξα της αναστάσεώς Του· «είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν» (Ρωμ. 8: 17). «Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω», ομολογούμε στην αναστάσιμη προσευχή. Αυτή η χαρά, που πηγάζει από το σταυρό, από την εμπειρία της σταυρώσεως και συναναστάσεώς μας με τον Κύριο, κάνει και τις πιο μικρές κι ασήμαντες χαρές μας να παίρνουν άλλη διάστασι. Όσο περισσότερο, δηλαδή, συμμετέχουμε στη χαρά της αναστάσεως του Χριστού με τη δική μας ανάστασι από τα πάθη και τη φθορά της αμαρτίας, τόσο μεγαλύτερες γίνονται και οι καθημερινές μικροχαρές μας. Ζητιάνος της χαράς ο άνθρωπος σήμερα την ζητά με έμφασι και έντασι παντού. Οι πιο μεγάλοι καρτερούν αποκαμωμένοι μία αναλαμπή της μέσα στη σκληρή ζωή, που τους έμαθε την απογοήτευσι. Οι πιο νέοι τρυγούν διψασμένοι κάθε υπόνοια χαράς, όσο φθηνά κι αν τους προσφέρεται, για να στραφούν αηδιασμένοι σε νέα αναζήτησι. Πόσο φρικτό είνε ν΄ αργοπεθαίνης χωρίς ελπίδα, δίχως χαρά! Κι όμως, από το Γολγοθά κι από το άδειο μνήμα του Χριστού ξεπηδά και η ελπίδα και η χαρά. Μια ελπίδα, που δεν έχει καμμία σχέσι με την αφηρημένη προσδοκία, αλλά είνε η συγκεκριμένη απόλαυσι, η γεύσι των ουρανίων αγαθών από τώρα. Και μια χαρά, που δεν έχει καμμία σχέσι με την απατηλή ηδονή, αλλά είνε ο καρπός της συμφιλιώσεώς μας και μας αδελφώνει με το συνάνθρωπό μας. Η πίστη δεν είνε ουτοπία. Είνε ο ίδιος ο αναστημένος Χριστός, «η ελπίς ημών και η χαρά», όπως τον ψαύουμε και τον γευόμαστε μέσα στην Εκκλησία Του.


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης:

…Λυπούμαστε μόνον, γιατί πρώτοι ανάμεσα σ΄ αυτούς τους ανθρώπους (τους αρχιερείς), φύλακες άγρυπνοι της Ορθοδόξου πίστεως με πνεύμα θυσίας, έπρεπε να είναι εξ ορισμού, ex officio, εκ θείας εντολής και εκ καθήκοντος, όχι δύο ή τρεις επίσκοποι μεταξύ των ογδόντα, αλλά αντίστροφα ογδόντα στους ογδόντα και εμείς να τους ακολουθούμε. Είναι δυνατόν να εννοηθεί επίσκοπος, που αρνείται ή που αδιαφορεί να υποστηρίξει και να στηρίξει την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, να σκέπτεται και να ενεργεί διαφορετικά, ως προς τους αιρετικούς, από τους Αποστόλους και τους Αγίους Πατέρες; Το γράφουμε, για μια ακόμη φορά η αποστολική διαδοχή και η νομιμοποίηση ενός επισκόπου δεν διασφαλίζονται μόνον από την κανονικότητα και χρονική συνέχεια της ιερωσύνης, αλλά από την συνέχιση της αληθείας και της παραδόσεως. Οι άγιοι ιεράρχες εξυμνούνται και τιμώνται όχι μόνον ως διάδοχοι των θρόνων, αλλά και ως διάδοχοι των τρόπων. «Και θρόνων μέτοχος και τρόπων διάδοχος των Αποστόλων γενόμενος». Δυστυχώς, πολλοί από τους αρχιερείς επαναπαύονται στη δόξα και τις ανέσεις των θρόνων και αδιαφορούν, για την μίμηση των τρόπων, της συμπεριφοράς των Αποστόλων και των Αγίων. 

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Μία Επισήμανσις --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Στις μέρες μας, που, όπως το διαπιστώνουμε, καταργούνται τα αυτονόητα και αμφισβητούνται τα αυθεντικά, δεν είναι ίσως άνευ σημασίας η επισήμανση, που επιχειρεί το παρόν σημείωμα. Πολλοί από μας, μεθυσμένοι από την αχανή αίσθηση του παγκοσμίου, υποτιμούμε και ίσως κάποτε περιφρονούμε και τσαλαπατούμε την σαφώς ορισμένη έννοια της περιορισμένης πατρίδας. Και άλλοτε πάλι, τρομοκρατημένοι από την ισοπεδωτική ορμή της παγκοσμιοποίησης επιζητούμε μία ένοχη περιχαράκωση στα στεγανά της πατρίδας, που την εκφυλίζουμε σε αντικείμενο του εθνικιστικού μας οίστρου. Κι όμως, ανάμεσα σ΄ αυτά τα δύο υπάρχει η χρυσή τομή, η μέση οδός, που επιτρέπει την αξιοπρεπή παρουσία μας στην ευρωπαϊκή και στη παγκόσμια κοινότητα και την αρμονική συμπόρευσή μας με τα άλλα έθνη, χωρίς το υποχρεωτικό γδύσιμό μας από την εθνική μας ταυτότητα. Καταρχήν, ως χριστιανοί δεν λησμονούμε ότι «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν» (Εβρ. 13: 14), διότι «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. 3: 20). Όσο, όμως, βρισκόμαστε σ΄ αυτή τη γη, «πάροικοι και παρεπίδημοι» (Α΄ Πέτρ. 2: 11) αγαπούμε και πονούμε τον τόπο, που μας φιλοξενεί. Βεβαίως, ο λόγος του Θεού διδάσκει ότι «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμ. 23: 1). Και συμφωνεί μ΄ αυτό, έστω και ανεπίγνωστα, το καθάριο πνεύμα των Ελλήνων προγόνων μας, που διακήρυτταν ότι «πάσα γη πατρίς». Συγχρόνως, όμως, οι πρόγονοί μας από τα χρόνια του Ομήρου ακόμη αναγνώριζαν έναν «οιωνό» (=σημάδι) άριστο, το «αμύνεσθαι περί πάτρης» (=την υπεράσπιση της πατρίδας) και προέτασσαν οποιουδήποτε άλλου δεσμού το καθήκον προς την πατρίδα. «Φιλώ (=αγαπώ) τέκνα αλλ΄ εμήν πατρίδα μάλλον φιλώ», γράφει ο Πλούταρχος. Ο λόγος του Θεού, όπως τον αποκαλύπτει στους αρχαίους Αθηναίους ο απόστολος Παύλος, διευκρινίζει ότι ο Δημιουργός του ανθρώπινου γένους όρισε «παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης, ορίσας προστεταγμένους καιρούς και τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών» (Πράξ. 17: 26). Όρισε, δηλαδή, ο Θεός να ΄χει κάθε λαός την πατρίδα του, να την αγαπά, να την νοιάζεται, να την υπερασπίζεται. Και παράλληλα να αναγνωρίζει στους άλλους το δικαίωμα να αγαπούν, να νοιάζονται, να υπερασπίζονται τις δικές τους πατρίδες. Εξάλλου, ο Θεάνθρωπος Κύριος κατά την επί γης ζωή του με τρυφερότητα και στοργή απευθύνεται στην πατρίδα του την Ιερουσαλήμ, για να της θυμίσει την ιδιαίτερη μέριμνά Του, για την σωτηρία της· «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτέννουσα τους προφήτας… ποσάκις ηθέλησα επισυνάξαι τα τέκνα σου ον τρόπον όρνις την εαυτής νοσσιάν υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε!» (Λουκ. 13: 34). Η αγάπη του καθενός προς την πατρίδα του, δεν τον εμποδίζει ν΄ αγαπά όλες τις πατρίδες, να θέλει όλων την προκοπή και την ευημερία. Ίσα-ίσα, αυτή η αγάπη τίθεται ως μέτρο συγκρίσεως για την αγάπη και τον σεβασμό προς τις άλλες πατρίδες. Τα διεθνιστικά κηρύγματα, όσο κι αν εντυπωσιάζουν, δεν προσφέρουν τα εχέγγυα της ειλικρίνειας και της αγάπης. Είμαστε ήδη – και το δηλώνουμε – μέλη της Ενωμένης Ευρώπης. Δεν αρνούμαστε την συνεισφορά μας στην παγκόσμια κοινότητα. Μεγάλο και άγιο πράγμα η ένωση, ει δυνατόν, του κόσμου. Ποίος την αρνείται; Αλλά, όπως μέσα στο σύνολο, δεν χάνεις την αίσθηση της οντότητας και προσωπικότητάς σου, όπως η κοινή πατρίδα, δεν αντικαθιστά την ιδιαίτερη, την δική σου οικογένεια, έτσι μέσα στο παγκόσμιο σύνολο, ο καθένας δικαιούται και οφείλει να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα. Να το κάνει, όμως, αυτό με την αξιοπρέπεια και ευγένεια του πατριωτισμού, που υποβάλλει την θυσία των προσωπικών συμφερόντων. Όχι με τον σωβινισμό και την βιαιότητα του εθνικισμού, που εξοντώνει τους άλλους χάριν της πατρίδος, δήθεν. Στο αναπεπταμένο πεδίο της Ευρώπης και του κόσμου έχουμε χρέος οι σημερινοί Έλληνες να προχωρούμε ανεπιφύλακτα μπροστά, χωρίς, όμως, να διαγράψουμε τα πίσω. Διότι εκεί, στο παρελθόν του γένους μας βρίσκονται οι ρίζες, η πηγή της δύναμης, για να πάμε μπροστά. Η μνήμη της παλιγγενεσίας μας το μήνα αυτό μας υπενθυμίζει την ευθύνη: Να μη σβήσουμε τα ιδανικά, για τα οποία αγωνίσθηκαν οι πατέρες μας. Να μη απεμπολήσουμε την πίστη στον Θεό, που εκείνοι μας κληροδότησαν. «Όταν επήραμε τα όπλα», εξομολογείται ο Κολοκοτρώνης «είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως κι έπειτα υπέρ πατρίδος». Αυτή η ιεράρχηση των αξιών μέσα τους ήταν η πηγή της αισιοδοξίας και της εμπιστοσύνης τους ότι «ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία μας και την υπογραφή του δεν την παίρνει πίσω». Έχουμε αυτήν την πίστη; Είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να συνεισφέρουμε για το καλό της Ευρώπης και του κόσμου.