Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου

Μέρος  Β΄.
Η εν Εφέσω δράσις του Ιωάννου.


α΄  Άφιξις εν Εφέσω και εν αυτή ανάληψις υπηρεσίας εν λουτρώ.                                              
Μετά ταύτα εγερθέντες εκείθεν εισήλθομεν εις την Μαρεώτην, και ζητήσαντες άρτον και ύδωρ εφάγομεν και επίομεν· και βαδίσαντες την οδόν προς την Έφεσον, εφθάσαμεν εις αυτήν και εισήλθομεν εις την πόλιν, καθίσαντες εις την αρχήν αυτής εις ένα τόπον καλούμενον «τόπος της Αρτέμιδος». Υπήρχε δε εκεί πλησίον λουτρόν του πρώτου της πόλεως ονόματι Διοσκορίδου. Έλεγε λοιπόν ο Ιωάννης προς με: «Τέκνον Πρόχορε· ας μη γνωρίση κανείς εκ των κατοίκων της πόλεως ταύτης ποίοι είμεθα και δια ποίον σκοπόν ήλθομεν ενταύθα, έως ότου ο Θεός φανερώση ημάς, δια να έχωμεν παρρησίαν». Ταύτα δε του Ιωάννου ομιλούντος προς εμέ, ιδού εφάνη έμπροσθεν ημών διερχομένη μία γυνή μεγαλόσωμος, η οποία είχε την επιστασίαν του λουτρού εκείνου, και δια την παχυσαρκίαν της ήτο στείρα ωσάν ημίονος. Αύτη η γυνή, έχουσα το θάρρος εις την δύναμίν της, εκακομεταχειρίζετο τους υπηρετούντας εις το λουτρόν ανθρώπους, κτυπώσα αυτούς με τας ιδίας της χείρας· δια τούτο ουδείς εξ αυτών ετόλμα ίνα αμελή την υπηρεσίαν του λουτρού δια τον φόβον αυτής. Ελέγετο δε περί αυτής ότι εξήρχετο και εις τους πολέμους, ρίπτουσα λίθους και ουδέποτε αποτυγχάνουσα· ενομίζετο δε ότι εσωφρόνει κατά το σώμα, αλλ’ αυτή μάλλον ασχημονούσε· διότι βάφουσα και χρωματίζουσα τας ιφρύας των οφθαλμών της, περιέφερεν αυτούς πανταχού· και άλλους μεν ανθρώπους έβλεπε με ιλαρόν πρόσωπον, άλλους δε με άγριον, ένεκα του οποίου οι έχοντες νουν άνθρωποι διέκρινον τον ένα οφθαλμόν αυτής αισχρόν, και τον άλλον ελεύθερον ωνομάζετο δε η γυνή αύτη Ρωμάνα. Αύτη λοιπόν εξερχομένη εκ του λουτρού και ιδούσα ημάς καθημένους εις τον τόπον εκείνον, πλησιάσασα και βλέπουσα το ταπεινόν σχήμα ημών, εσκέφθη καθ’ εαυτήν λέγουσα: «Ούτοι οι άνθρωποι ξένοι υπάρχουσι και έχουσιν ανάγκην τροφής· δύνανται όθεν αυτοί να χρησιμεύσωσιν εις εμέ δια την υπηρεσίαν του λουτρού, χωρίς να έχωσι και πολλάς απαιτήσεις δια μισθόν, μήτε και της υπηρεσίας του λουτρού θα αμελώσι δια τον ιδικόν μου φόβον». Και ταύτα σκεφθείσα, λέγει προς τον Ιωάννην: «Πόθεν είσαι, άνθρωπε»; Απεκρίθη προς αυτήν ο Ιωάννης: «Από ξένην γην υπάρχω», και η Ρωμάνα: «Ποίαν»; Λέγει ο Ιωάννης: «Την Ιουδαίαν». Ηρώτησε πάλιν η γυνή: «Ποίας θρησκείας υπάρχεις»; Απήντησεν ο Ιωάννης: «Ιουδαίος μεν την ρίζαν, Χριστιανός δε την χάριν, και ναυαγός την συμφοράν». Λέγει πάλιν η γυνή: «Θέλεις να μείνης εις την υπηρεσίαν μου και να καίης την κάμινον του λουτρού, εγώ δε να δίδω εις σε την τροφήν και τα λοιπά χρειώδη του σώματος»; Απεκρίθη ο Ιωάννης: «Εγώ ποιώ τούτο». Στραφείσα και προς εμέ η γυνή, είπε: «Συ δε πόθεν είσαι»; Απήντησε ο Ιωάννης: «Ιδικός μου αδελφός υπάρχει». Και πάλιν είπεν η Ρωμάνα: «Έχω ανάγκην και αυτού δια το έργον της περιχυτικής εις το λουτρόν». Εισήγαγε λοιπόν ημάς η Ρωμάνα εις το λουτρόν, και τον μεν Ιωάννην διέταξε να καίη την κάμινον, εμέ δε διέταξεν ίνα χύνω ύδωρ εις τους λουομένους· έδιδε δε εις ημάς καθημερινώς δια τροφήν τρεις λίτρας άρτου (300 περίπου γραμμάρια), και τα αναγκαιούντα αργύρια δια τα λοιπά έξοδα. Μετά παρέλευσιν τεσσάρων ημερών από της εισόδου ημών εις το λουτρόν, εργαζόμενος ο Ιωάννης εις την κάμινον και ως άπειρος αποτυχών εις το έργον, εστέκετο σκεπτικός πλησίον της καμίνου. Εισελθούσα η Ρωμάνα λοιπόν και ιδούσα ούτως ιστάμενον τον Ιωάννην, λαβομένη έρριψεν αυτόν κάτω, και έτυπτε σφοδρώς τούτον κατά γης κείμενον, λέγουσα συγχρόνως προς αυτόν: «Φυγοπολίτα, εξόριστε, καταχραστά, άχρηστε· αφού δεν δύνασαι να χρησιμεύσης, διατί προσήλθες εις το έργον μου; Τας πανουργίας σου εγώ θα καταστρέψω· προς την Ρωμάνα ήλθες να υπηρετήσης, η οποία έχει ακουσθή μέχρι της Ρώμης; Δούλος μου είσαι, κακότροπε, και δεν δύνασαι να φύγης πλέον απ’ εδώ· διότι, και εάν φύγης, εγώ θα σε αναζητήσω παντού, και αφού σε εύρω, θα σε θανατώσω κακώς. Όταν τρώγης και πίνης, ευφραίνεσαι, και όταν πρόκειται να εργασθής, καταλαμβάνεσαι από αμέλειαν; Άλλαξον την γνώμην σου, κακότροπε, διότι εις την Ρωμάναν υπηρετείς». Αφού εξήλθεν η Ρωμάνα εκ του λουτρού και μετέβη εις τον οίκον της, ακούσας εγώ πάντα όσα είπεν αύτη προς τον Ιωάννην και ότι πολλάς πληγάς έδωκεν εις αυτόν, αν και δεν είχομεν ακόμη πολλάς ημέρας εις την υπηρεσίαν της, εις μεγάλην λύπην και στενοχωρίαν ήλθεν ο λογισμός μου, χωρίς όμως να είπω τίποτε προς τον Ιωάννην. Γνωρίσας όμως δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος την θλίψιν μου, είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε· επειδή εν Ιεροσολύμοις εδίστασεν ο λογισμός μου, γνωρίζεις εις πόσον μέγα ναυάγιον περιεπέσαμεν· και όχι μόνον ημείς, αλλά και άλλοι ανεύθυνοι της αμαρτίας, την οποίαν είχον εγώ· δια τούτο και εποίησα τεσσαράκοντα νυχθήμερα εις την θάλασσαν, έως ότου ηθέλησεν ο Θεός να εξέλθω εις την ξηράν. Και συ λοιπόν λυπείσαι και απελπίζεσαι δια ένα μικρόν πειρασμόν ενός γυναικαρίου και δια μερικάς ψυχράς απειλάς του; Πήγαινε λοιπόν εις το έργον, το οποίον διωρίσθης, και ποίει αυτό μετά επιμελείας· διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ο Ποιητής των απάντων ερραπίσθη, ενεπτύσθη, εφραγγελώθη, εσταυρώθη, ο Ποιητής υπό των ποιημάτων, γενόμενος εις ημάς παράδειγμα και δια να μας παρακινήση εις προθυμίαν· διότι είπε προς ημάς, ότι «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών». Και ταύτα του Ιωάννου ειπόντος προς με, επορεύθην εις το έργον το οποίον με είχε διορίσει η Ρωμάνα. Την επομένην ημέραν λίαν πρωϊ, ελθούσα πάλιν η Ρωμάνα, ήρχισε λέγουσα προς τον Ιωάννην: «Εάν έχης ανάγκην δια περισσοτέραν τροφήν, ειπέ εις εμέ δια να σου δώσω· μόνον εις το έργον σου πρόσεχε». Ο δε Ιωάννης είπε προς αυτήν: «Και η τροφή και η λοιπή χρεία του σώματός μου είναι αρκετή εις ημάς, και το έργον μου προσέχω». Λέγει η Ρωμάνα: «Διατί λοιπόν σε κατηγορούσι πάντες, ότι είσαι άχρηστος εις το έργον»; Ο δε Ιωάννης απήντησε προς αυτήν: «Τώρα εσχάτως ήρχισα την εργασίαν αυτήν, και δια τούτο κάμνω λάθη· αλλ’ όταν παρέλθη μερικός καιρός, τότε θέλεις πληροφορηθή ότι είμαι τεχνίτης· διότι όλαι αι τέχναι είναι δύσκολοι ολίγον εις τους αρχαρίους». Ταύτα ειπών ο Ιωάννης προς την Ρωμάναν, απήλθεν εκείνη εις τον οίκον αυτής. Ο δε απ’ αρχής μισόκαλος διάβολος, εμφανισθείς εις το σχήμα της Ρωμάνας, εστάθη έμπροσθεν του Ιωάννου και λέγει προς αυτόν: «Πάλιν θα σε τιμωρήσω, δραπέτα (φυγάδα), διότι μου κατέστρεψας το έργον. Δεν δύναμαι να σε υπομένω πλέον· καύσον αρκετά την κάμινον δια να σε βάλω μέσα. Όμως, επειδή δεν θέλω να σε βλέπω πλέον, φύγε απ’ εδώ μακράν, επιθέτα, επίβουλε, παραλαμβάνων μαζί σου και τον συνεπιθέτην σου, και πήγαινε εις την χώραν από την οποίαν σε εδίωξαν δια τας κακάς πράξεις σου». Και λαβών ο δαίμων εις χείρας το σίδηρον της καμίνου, έλεγε μετά απειλών προς τον Ιωάννην: «Θα σε φονεύσω, κακότροπε, φύγε απ’ εδώ· δεν θέλω πλέον να με υπηρετής· φύγε διότι θα σε θανατώσω κακώς». Ο δε Ιωάννης, γνωρίσας δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ότι ο ταύτα λέγων και πράττων είναι ο δαίμων, ο οποίος έμενεν εις τον λουτρόν, επικαλεσάμενος το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εδίωξεν αυτόν αμέσως. Την επομένην λοιπόν ημέραν ελθούσα πάλιν εις το λουτρόν η Ρωμάνα, λέγει προς τον Ιωάννην: «Πάλιν πολλά λέγουσι δια σε, ότι εις το έργον σου δεν προσέχεις, αλλά κατά το κακόν σου θέλημα τούτο ποιείς, ζητών αφορμήν ίνα σε διώξω· αλλά δεν δύνασαι πλέον να φύγης απ’ εμού· διότι, εάν θελήσης να φύγης εντεύθεν, ουδέν εκ των μελών σου θα αφήσω χρήσιμον, αλλά δια των τιμωριών θα καταστήσω πάντα άχρηστα». Εις όλα ταύτα ουδόλως ωμίλησεν ο Ιωάννης· βλέπουσα δε εκείνη την υπομονήν αυτού και το πράον και ησύχιον, ενόμιζεν ότι είναι ούτος αγροίκος και ιδιώτης· όθεν και ίνα δοκιμάση αυτόν, έλεγε λόγους σκληρούς μετά απειλών, λέγουσα: «Δεν είσαι δούλος μου, κακότροπε; Λέγε, αποκρίθητι εις εμέ». Ο δε Ιωάννης είπε: «Ναι, δούλοι σου υπάρχομεν, εγώ τε ο εγκαύστης Ιωάννης, και ο περιχύτης Πρόχορος». Αύτη δε η κακή Ρωμάνα, έχουσα φίλον ένα δικολάβον, εζήτησε την γνώμην αυτού ειπούσα προς αυτόν ψευδώς: «Οι γονείς μου αποθνήσκοντες άφησαν εις εμέ δύο δούλους· ούτοι δε από πολλών ετών εδραπέτευσαν εκ της οικίας μου· τα δε χαρτία της αγοράς αυτών απώλεσα· τώρα δε ελθόντες πάλιν εις την οικίαν μου, ομολογούσιν ότι δούλοι μου υπάρχουσι. Δύναμαι λοιπόν ίνα γράψω έτερα χαρτία αγοράς αυτών»; Λέγει προς αυτήν ο δικολάβος: «Εάν ομολογώσι και τώρα ότι εκ προγόνων δούλοι σου υπάρχουσι, και την ομολογίαν ταύτην ποιήσωσιν ενώπιον τριών αξιοπίστων μαρτύρων, δύνασαι να γράψης νέα χαρτία αγοράς αυτών». Γνωρίσας ταύτα πάντα δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ο Ιωάννης, είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε· γνώριζε ότι το γύναιον τούτο ζητεί να ομολογήσωμεν εγγράφως, ότι ως δούλοι αυτής υπάρχομεν· διότι προ ολίγου συνεβουλεύθη ένα δικολάβον· εκείνος δε συμφώνως προς όσα είπεν εις αυτόν κατά τον σκοπόν της, συνεβούλευσεν αυτήν. Τώρα λοιπόν ζητεί να εύρη τους μάρτυρας, όπως έμπροσθεν αυτών ομολογήσωμεν, ότι δούλοι αυτής υπάρχομεν. Μη λάβης λοιπόν ένεκα τούτου λύπην εις την καρδίαν σου, αλλά μάλλον να χαίρης· διότι δια του τρόπου τούτου ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός πολύ συντόμως θα δείξη, προ παντός εις την γυναίκα ταύτην, ποίοι είμεθα». Ταύτα ομιλούντος του Ιωάννου, εισέρχεται η Ρωμάνα εις το λουτρόν, και λαβούσα αυτόν εκ της χειρός, ήρχισε να τον κτυπά λέγουσα· «Δούλε κακέ, δραπέτα· διατί όταν εισέρχεται η κυρία σου δεν σπεύδεις να προϋπαντήσης και να προσκυνήσης αυτήν; Ή μήπως νομίζεις ότι είσαι ελεύθερος; Γνώριζε ότι είσαι δούλος της Ρωμάνας». Και πάλιν ερράπισεν αυτόν προς εκφοβισμόν, και έλεγε: «Δεν είσαι δούλος μου, δραπέτα»; Ο δε Ιωάννης είπε: «Κι άλλοτε είπον, ότι δούλοι σου υπάρχομεν, εγώ τε ο εγκαύστης Ιωάννης και Πρόχορος ο περιχύτης». Λέγει πάλιν η Ρωμάνα: «Τίνος δούλοι, κακότροποι»; Και ο Ιωάννης: «Τίνος θέλεις να είπωμεν»; Απήντησεν η Ρωμάνα: «Ότι ιδικοί μου δούλοι υπάρχετε». Απεκρίθη ο Ιωάννης: «Και εγγράφως και αγράφως ομολογούμεν, ότι δούλοι σου υπάρχομεν». Λέγει η Ρωμάνα: «Εγγράφως θέλω ίνα ομολογήσητε ενώπιον τριών μαρτύρων». Και ο Ιωάννης: «Μη βραδύνης λοιπόν, αλλά ποίησον τούτο σήμερον». Λαβούσα λοιπόν ημάς η Ρωμάνα έφερεν απέναντι του ναού της Αρτέμιδος, και εκεί ενώπιον τριών μαρτύρων έγραψε τα χαρτία της αγοράς ημών· και πάλιν εισήγαγεν ημάς έκαστον εις το έργον αυτού. Εις δε το λουτρόν εκείνο υπήρχε μία τοιαύτη διαβολική ενέργεια αφ’ ότου εκτίζετο αυτό· εμεθοδεύθη ο σατανάς και ενέβαλεν εις τους πεπλανημένους εκείνους ειδωλολάτρας, όταν κτίζωσι λουτρόν και ανοίγωσι τα θεμέλια, να θάπτωσι μέσα εις αυτά, σκεπάζοντες δια των λίθων, ένα νέον ή μίαν νέαν δέκα πέντε έως δεκαέξ ετών, δια να κάμνη δήθεν ήχον καλόν και να φαίνηται ευχάριστον το λουτρόν. Και εις τούτο λοιπόν το λουτρόν είχε γίνει μία τοιαύτη μιαιφονία και αθωοφονία και εκ της αιτίας ταύτης έλαβεν αφορμήν ο σατανάς και κατώκησεν εις το λουτρόν εκείνο εις δαίμων πάντοτε, ο οποίος τρεις φοράς τον χρόνον, εκ των εκεί εισερχομένων, έπνιγεν εις το ύδωρ ένα νέον ή μίαν νεάνιδα. Ο Διοσκορίδης λοιπόν, ο κύριος του λουτρού, είχε σημειώσει εγγράφως τας ημέρας εκείνας όπου ενήργει ταύτα ο δαίμων· διότι επειδή είχεν υιόν ωραιότατον έως ετών δέκα οκτώ, παρετήρει τας ημέρας εκείνας κατά τας οποίας ενηργείτο η επιβουλή αύτη του δαίμονος, και δεν άφηνεν αυτόν κατ’ αυτάς ίνα εισέλθη εις το λουτρόν, αλλά εις άλλας ημέρας μόνος ούτος ελούετο, και δια τον φόβον του δαίμονος και δια τον φθόνον των ανθρώπων. Αφού λοιπόν εποιήσαμεν ημείς εις την υπηρεσίαν του λουτρού τρεις μήνας, έτυχε μίαν ημέραν να εισέλθη ο υιός του Διοσκορίδου μόνος εις το λουτρόν· εισήλθον δε και εγώ μετ’ αυτού έχων εις χείρας το σκεύος της υπηρεσίας μου· εισήλθον δε μετ’ εμέ και οι υπηρέται αυτού. Ο ακάθαρτος λοιπόν δαίμων ορμήσας απέπνιξε τον νέον, τον του Διοσκορίδου υιόν· και τούτο ιδόντες οι υπηρέται, κλαίοντες και κοπτόμενοι, εξελθόντες ανέφερον αυτό εις την Ρωμάναν· ακούσασα δε τούτο εκείνη, έρριψεν εις την γην το διάδημα της κεφαλής της, και λαβούσα δια των χειρών τας τρίχας της κεφαλής της, μετά πολλού κλαυθμού και πικροτάτου οδυρμού ήρχισε να λέγη: «Αλλοίμονον εις εμέ! Τι να απολογηθώ εις τον κύριόν μου Διοσκορίδην; Αλλά και αυτός μόλις ακούση περί τούτου, αμέσως θα αποθάνη από την λύπην του· διότι μονογενής υιός του υπήρχεν ο κύριός μου Δόμνος (τούτο ήτο το όνομα του νέου). Μεγάλη Άρτεμις των Εφεσίων, βοήθησον ημάς· δείξον την δύναμίν σου και ανάστησον τον αποθανόντα νεανίσκον. Γνωρίζομεν πάντες οι κατοικούντες την Έφεσον ότι δια σου κυβερνώνται τα πάντα, και ότι δια σου δυνάμεις και σημεία μεγάλα γίνονται. Ανάστησον λοιπόν και τον δούλον σου Δόμνον, και παρουσίασον αυτόν ζώντα εις τον πατέρα αυτού». Ταύτα και τα τούτων όμοια και περισσότερα λέγουσα η Ρωμάνα, εξέσχιζε τας χείρας και τας σάρκας αυτής εκριζώνουσα και τας τρίχας της κεφαλής της· και ήτο κλαίουσα και κοπτομένη από της τρίτης έως της ενάτης ώρας. Συνήχθη δε και λαός πολύς· και άλλοι μεν ελυπούντο δια τον θάνατον του νεανίσκου Δόμνου, άλλοι δε εθαύμαζον δια το πολύ πένθος της Ρωμάνας. 

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου

γ΄  Η εκ των πρώτων πειρασμών διάσωσις των Αποστόλων.                                                  

Εξελθόντες λοιπόν κατεκείμεθα επί της ξηράς, αδυνατούντες εκ της πείνης, του φόβου και του κόπου να ομιλήσωμεν ο εις προς τον άλλον· και ούτως εκειτόμεθα από ώρας έκτης έως ώρας ενάτης. Ύστερον ελθόντες ολίγον εις τον εαυτόν μας και βαδίσαντες, εισήλθομεν εις την Σελεύκειαν· και επειδή είχομεν περιπέσει εις ναυάγιον, δια τούτο εζητήσαμεν άρτους και εφάγομεν. Μετά δε τούτο, αφού συνήλθομεν εκ του φόβου, ήρχισαν πάντες οι του πλοίου άνθρωποι να εγείρωνται εναντίον εμού κινούμενοι με λόγους πονηρούς και λέγοντες: «Ο άνθρωπος ο οποίος ήτο μαζί σου, επειδή ήτο μάγος, δια τούτο εμάγευσεν ημάς, θέλων να λάβη το φορτίον του πλοίου· κι αφού έλαβεν αυτό, εξηφανίσθη και δεν γνωρίζομεν τι έγινε πλέον. Συ λοιπόν, επειδή υπάρχεις όμοιος με εκείνον μάγος, δια τούτο δεν σε αφήνομεν να εξέλθης εκ της πόλεως ταύτης, επειδή είσαι ένοχος θανάτου. Που είναι λοιπόν εκείνος ο κακότεχνος; Ιδού πάντες οι εν τω πλοίω είμεθα εδώ· αυτός δε που είναι»; Ταύτα λεγόντων των ανθρώπων του πλοίου, εξήγειραν και πάσαν την πόλιν εναντίον εμού, πληροφορούντες αυτούς με τους ιδικούς των λόγους· ούτοι δε συλλαβόντες με, έθεσαν εις την φυλακήν. Την δε επομένην ημέραν παρουσιάσαντές με εις τους εξουσιαστάς της πόλεως, εις δημόσιον τόπον, ήρχισαν ούτοι να με ερωτώσι μετά σκληρότητος λέγοντες: «Πόθεν είσαι; Ποίας θρησκείας είσαι; Ποία είναι η εργασία σου; Και ποίον είναι το όνομά σου; Ειπέ εις ημάς αμέσως περί πάντων τούτων προ του σε βασανίσωμεν κακώς». Αποκριθείς δε εγώ απελογήθην ειπών: «Είμαι εκ της Ιουδαίας γης, ανήκω δε εις την θρησκείαν των λεγομένων Χριστιανών· ονομάζομαι Πρόχορος· περιέπεσα δε εις ναυάγιον ομού με τους κατηγόρους μου». Ο πολιτάρχης είπε: «Πως λοιπόν ευρέθητε όλοι μαζί εκτός μόνον του σου συντρόφου; Πάντως όθεν καθώς ούτοι λέγουσι, μάγοι είσθε και εποιήσατε μαγείαν εις το πλοίον· και δια να μη γνωρίση κανείς την υπόθεσιν, συ μεν ευρέθης μετά των ναυτών ενταύθα, ο δε σύντροφός σου, καθώς έχετε συνεννόησιν, επήρε τα χρήματα και τα πράγματα του πλοίου. Λοιπόν ή κακούργοι είσθε, ή ένοχοι φόνων και αιμάτων αθώων· και δια τούτο τον μεν συντροφόν σου κατέπιεν η θάλασσα, σε δε η θεία δίκη ηθέλησε να σε διασώση από την θάλασσαν, και να σε καταστρέψη εις την πόλιν ταύτην. Ειπέ λοιπόν εις ημάς μετά πάσης ακριβείας, που είναι ο σύντροφός σου». Ταύτα ακούσας εγώ, μετά κλαυθμού και οδυρμού πικροτάτου είπον προς αυτούς· «Χριστιανός είμαι, μαθητής δε των Αποστόλων του Χριστού. Αυτός λοιπόν ο Κύριος έδωσεν εντολήν εις τους δώδεκα Αποστόλους του, ίνα μεταβώσιν εις όλον τον κόσμον να διδάξωσι και βαπτίσωσι πάντας τους πιστεύοντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αφού λοιπόν ανελήφθη ο Χριστός εις τους ουρανούς, συναχθέντες εις ένα τόπον ησυχαστικόν άπαντες οι Απόστολοι έβαλον λαχνούς, που να πορευθή έκαστος δια να κηρύξη. Του δε διδασκάλου του ιδικού μου, επειδή έλαχεν ο κλήρος τού μέρους της Ασίας, εφάνη εις αυτόν πολύ δύσκολον το μέρος τούτο· και επειδή εδίστασεν ο λογισμός του, δια τούτο απεκαλύφθη εις αυτόν ότι ήμαρτε και ότι πρόκειται να τιμωρηθή δια της θαλάσσης. Και αφού εισήλθομεν εις το πλοίον, εκείνα τα οποία έμελλον να συμβώσιν εις αυτόν, πάντα καταλεπτώς και μετά αληθούς ακριβείας εφανέρωσεν εις εμέ· και είπε μοι, ότι εις ωρισμένον τόπον να αναμείνω αυτόν ωρισμένον αριθμόν ημερών· και εάν έλθη κατά το διάστημα των ημερών τούτων, θα ποιήσωμεν το πρόσταγμα του διδασκάλου ημών· εάν όμως κατά το ανωτέρω διάστημα δεν έλθη, τότε μοι είπε να επιστρέψω εις την πατρίδα ημών την Ιουδαίαν. Λοιπόν ούτε ο διδάσκαλός μου είναι μάγος, ούτε εγώ, αλλά είμεθα Χριστιανοί». Ενώ έλεγον ταύτα προς αυτούς, παρευρίσκετο εκεί και εις αξιωματικός, Σέλευκος ονόματι, σεκρετάριος κατά την αξίαν, κατελθών τότε από της Αντιοχείας δια τινας δημοσίας υπηρεσίας και υποθέσεις. Ούτος ακούσας τους λόγους μου, διέταξε τον πολιτάρχην ίνα με απολύση. Απολυθείς λοιπόν και εξελθών εκ της πόλεως Σελευκείας, δια πορείας τεσσαράκοντα ημερών έφθασα εις την Ασίαν εις εν μέρος Μαρεώτη καλούμενον· ήτο δε ο τόπος αυτός πλησίον εις την θάλασσαν· υπήρχε δε πλησίον εις τον αιγιαλόν και εν πανδοχείον εις το οποίον και κατέλυσα. Καθήμενος πλησίον εκεί με πολλήν θλίψιν και στενοχωρίαν, ενύσταξα και απεκοιμήθην· κοιμηθείς δε αρκετά εξύπνησα· και καθώς ήνοιξα τους οφθαλμούς μου, εκοίταξα προς την θάλασσαν· και ιδού κύμα μέγα ελθόν μετά ήχου σφοδρού, έρριψε τον Ιωάννην εις την γην· εγώ δε, αν και δεν εγνώρισα ότι είναι ο Ιωάννης, εγερθείς όμως αμέσως έδραμον ίνα βοηθήσω αυτόν ως ομοιοπαθή, και διερχόμενον την ιδίαν θλίψιν την οποίαν διήλθον και εγώ προηγουμένως. Προλαβών όμως εκείνος ηγέρθη· και αναγνωρισθέντες, ενηγκαλίσθημεν αλλήλους και εκλαύσαμεν επί πολύ ευχαριστήσαντες τον φιλάνθρωπον Θεόν των απάντων. Ελθών λοιπόν εις εαυτόν ο Ιωάννης, ηρχίσαμεν διηγούμενοι ο εις προς τον άλλον τα συμβάντα εις ημάς· διηγήθη δε προς εμέ ότι τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας εποίησεν επάνω της θαλάσσης περιφερόμενος εδώ και εκεί υπό της βίας των κυμάτων· διηγήθην δε και εγώ προς αυτόν όσα εποίησεν εις εμέ ο Θεός, και ποίους λόγους, βασάνους και πειρασμούς ενήργησαν εις εμέ οι διασωθέντες μετ’ εμού άνθρωποι του πλοίου.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου

β΄ Η αναχώρησις και το ναυάγιον.                                                                                                    
Εις εμέ τον Πρόχορον έλαχεν ο κλήρος, ίνα ακολουθήσω τον Ιωάννην· και αφού ανεχωρήσαμεν εξ Ιεροσολύμων (Μετά το Πάθος και την Ανάληψιν του Κυρίου ο θείος Ιωάννης παρέμενε, κατά την εντολήν του Κυρίου, εις Ιεροσόλυμα πλησίον της Θεοτόκου, επιστηρίζων και τους εκεί Χριστιανούς. Η ενταύθα αναφερωμένη αναχώρησις αυτού εξ Ιεροσολύμων, έλαβε χώραν μετά την Κοίμησιν της Μητρός του Θεού), κατήλθομεν εις την Ιόππην και εμείναμεν εκεί τρεις ημέρας εις τον οίκον της Ταβιθά. Μετά ταύτα ελθόν εκεί πλοίον από την Αίγυπτον με φορτίον υφασμάτων, και εκφορτώσαν εις την Ιόππην, επρόκειτο κατόπιν να ταξιδεύση τούτο προς τα δυτικά μέρη. Εις αυτό λοιπόν το πλοίον εισελθόντες ημείς και καθίσαντες εις την κοιλίαν αυτού, ήρχισεν ο Ιωάννης κλαίων να λέγη προς εμέ: «Τέκνον Πρόχορε· θλίψις μεγάλη και θαλάσσιος κίνδυνος με περιμένει, και θα τιμωρηθή πολύ το πνεύμα μου· εάν όμως ζήσω ή αποθάνω κατά τον κίνδυνον αυτόν, δεν απεκάλυψεν εις εμέ ο Θεός. Συ όμως, εάν διασωθής από της θαλάσσης, βάδισον επάνω εις την Ασίαν και είσελθε εις την πόλιν Έφεσον, ανάμεινον με δε εκεί τρεις μήνας· και εάν μεν κατά το τρίμηνον τούτο διάστημα έλθω και εγώ εκεί, εκτελούμεν την υπηρεσίαν μας· εάν δε δεν έλθω, επίστρεψον τότε συ εις Ιεροσόλυμα προς Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου, και ό,τι σε διατάξη εκείνος, τούτο πράξον». Καθώς ωμίλει ταύτα μετ’ εμού ο Ιωάννης, η ώρα δε ήτο ως δεκάτη της ημέρας (δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου), αίφνης τρικυμία μετά βροχής μεγάλης εγερθείσα εκινδύνευε να συντρίψη το πλοίον και εις τοιούτον φοβερόν κίνδυνον διετελέσαμεν από της δεκάτης ώρας της ημέρας μέχρι τριών ωρών της νυκτός· τότε δε ελθόντα τρία μεγάλα κύματα με ορμήν επάνω εις το πλοίον, διέρρηξαν αυτό, και πάντες ευρέθημεν εις την θάλασσαν. Τότε λοιπόν έκαστος εξ ημών ήρπασεν ό,τι επρόφθασε σκεύος του πλοίου, και με τούτο εκολύμβα καθώς ηδύνατο· ο δε παντεπόπτης Θεός, οδηγών πάντας ημάς καθώς ο ποιμήν οδηγεί τα πρόβατα, ούτω με ό,τι σκεύος εκράτει ο καθ’ εις, ωδήγησεν ημάς ωσάν εις ρεύμα ποταμού· και περί την έκτην ώραν της ημέρας (μεσημβρία) εξέβρασεν η θάλασσα πάντας ημάς ομού μετά των αποσκευών μας πέντε σημεία μακράν της κατά την Αντιόχειαν πόλεως Σελευκείας· είμεθα δε πάντες οι διασωθέντες ψυχαί τεσσαράκοντα δύο. 

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Αι περίοδοι του Ευαγγελιστού, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, Ηγαπημένου ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου ενός εκ των επτά Διακόνων.

Μέρος Α΄.
Προοίμιον περί της εξόδου των Αποστόλων εις το κήρυγμα.

α΄ Ο κλήρος της Ασίας.

Μετά την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού εις τους ουρανούς, συνήχθησαν πάντες οι Απόστολοι εις Γεθσημανή, και είπεν ο Πέτρος προς αυτούς: «Γνωρίζετε, αδελφοί, ότι ο Κύριος και Διδάσκαλος ημών διέταξεν ημάς, όπως πορευθώμεν εις όλην την οικουμένην δια να κηρύξωμεν και βαπτίσωμεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αφού λοιπόν επεφοίτησεν η Χάρις Αυτού εις ημάς πάντας, ας μη ζητήσωμεν μηδέν έτερον, ει μη μόνον να εκπληρώσωμεν το προσταχθέν εις ημάς υπό του Κυρίου και Διδασκάλου ημών. Έλθετε λοιπόν, αδελφοί μου αγαπητοί, ίνα δώσωμεν εαυτούς εις την Χάριν του Θεού κατά την εντολήν του Διδασκάλου, την λέγουσαν: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων· γίνεσθε ουν φρόνιμοι ως οι όφεις, και ακέραιοι ως αι περιστεραί». Γνωρίζομεν δε, ότι ο όφις, όταν κινδυνεύη, τότε το μεν σώμα όλον παραδίδει εις θάνατον, μόνον δε την κεφαλήν αυτού κρύπτει. Και ημείς λοιπόν, αγαπητοί, αν υπομείνωμεν θάνατον και τον Χριστόν να μη απαρνηθώμεν. Ομοίως και αι περιστεραί, δια την πολλήν των ακακίαν, ενώ οι άνθρωποι αφαιρούν από αυτάς τα τέκνα των, αύται όμως δεν απαρνούνται ουδέ απομακρύνονται από τον ίδιον δεσπότην. Γνωρίζομεν επίσης, ότι προείπεν εις ημάς ο Διδάσκαλος ημών και Κύριος ότι «Ει εμέ εδίωξαν, και ημάς διώξουσι». Πολλαί λοιπόν θλίψεις ημάς αναμένουσιν, αλλ’ όμως υπάρχουσιν αποκείμενα εις τους ουρανούς αγαθά δια τους υπομένοντας τας προσκαίρους θλίψεις υπέρ του ονόματος αυτού του αγίου». Αφού είπε ταύτα ο Πέτρος, αποκριθείς ο Ιάκωβος ο αδελφός του Κυρίου είπε: «Καλώς ποιείς, πάτερ Πέτρε, και έχεις φροντίδα περί τούτων· διότι και ο καιρός απαιτεί ίνα γίνη τούτο· γνωρίζετε δε πάντες τι ελέχθη εις εμέ υπό του Κυρίου και Διδασκάλου μου». Και αποκριθείς ο Πέτρος είπε: «Γνωρίζομεν ότι συ εκληρώθης εις τον θρόνον των Ιεροσολύμων, και δια τούτο δεν δύνασαι να παραβής την εντολήν ταύτην». Έβαλον λοιπόν οι Απόστολοι κλήρους, και έλαχεν ο κλήρος της Ασίας επί τον Ιωάννην, ο οποίος βαρέως εδέχθη τούτο· και αναστενάξας εκ τρίτου, και δακρύσας, έπεσε κατά πρόσωπον πρηνής επί της γης, και προσεκύνησε πάντας τους Αποστόλους· λαβών δε τούτον εκ της χειρός ο Πέτρος, ήγειρεν αυτόν, προς τον οποίον είπεν: «Ημείς πάντες ως πατέρα σε έχομεν, και δια στηριγμόν μας είχομεν την ιδικήν σου υπομονήν· και διατί έπραξας τούτο και ετάραξας, κλονίσας ημών τας καρδίας»; Αποκριθείς ο Ιωάννης μετά δακρύων και πικροτάτου στεναγμού είπεν: «Ήμαρτον, αδελφοί, κατά την ώραν ταύτην, και δια τούτο πρόκειται να κινδυνεύσω πολύ εις την θάλασσαν. Διότι καθώς έπεσεν εις εμέ ο κλήρος της Ασίας, βαρέως εδέχθην τούτο και δεν ενεθυμήθην τον Κύριόν μας, ο οποίος είπεν, ότι «κι αι τρίχες της κεφαλής υμών ηριθμημέναι εισί», και μία μόνη από αυτάς δεν χάνεται άνευ της θελήσεως του Θεού. Παρακαλέσατε λοιπόν, αγαπητοί αδελφοί, υπέρ εμού τον Θεόν, όπως συγχωρήση εις εμέ το αμάρτημα τούτο». Τότε σταθέντες πάντες οι Απόστολοι κατά ανατολάς, εζήτησαν από τον Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου, ίνα ποιήση ευχήν· και αφού εποίησεν ούτος ευχήν και ετελείωσεν αύτη, ησπάσθησαν αλλήλους έκαστος κατά την σειράν και τον βαθμόν του, και ανεχώρησαν μετ’ ειρήνης, ο καθ’ εις επί τον ίδιον κλήρον· εδόθη δε εις έκαστον Απόστολον ανά εις υπηρέτης εκ των Εβδομήκοντα ποστόλων.    

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Η Μετάστασις του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ.

Τη ΚΣΤ΄ (26Η) του αυτού μηνός η Μετάστασις του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, φίλου, παρθένου, επιστηθίου και ηγαπημένου του Κυρίου, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ.                                                                                                    


Ιωάννης ο Θεολόγος ο ιερός Ευαγγελιστής και θείος Απόστολος του Κυρίου κατήγετο εκ Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, υιός ων του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, ήτις ήτο θυγάτηρ Ιωσήφ του Μνήστορος της Θεοτόκου. Διότι ο Ιωσήφ είχε τέσσαρας υιούς, Ιάκωβον, Ιωσήν, Ιούδαν και Σίμωνα (ή Συμεών) και θυγατέρας τρεις, την Εσθήρ, την Μάρθαν και την Σαλώμην, ήτις ήτο γυνή μεν του Ζεβεδαίου, μήτηρ δε του Ιωάννου τούτου. Όθεν εκ τούτου έπεται, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήτο θείος του Ιωάννου, ως νομιζόμενος αδελφός Σαλώμης, της θυγατρός Ιωσήφ, μητρός δε Ιωάννου· ο δε Ιωάννης ήτο ανεψιός του Κυρίου. Συνεβοήθει δε ο θείος Ιωάννης τον πατέρα του Ζεβεδαίον εις την αλιευτικήν τέχνην ως και ο αδελφός του Ιάκωβος, διότι ο πατήρ των ήτο αλιεύς και πτωχός άνθρωπος, ότε δε εκλήθη παρά Κυρίου, αφήκε τον πατέρα ομού και το πλοίον του, και ηκολούθησε τον καλέσαντα Κύριον, και τους νόμους αυτού ακριβώς εδιδάχθη. Δια τούτο εγκαταλείψας την αλιείαν των αφώνων ιχθύων, εδιδάχθη πώς να ελκύση δια της διδασκαλίας τας λογικάς ψυχάς των ανθρώπων. Μετεχειρίζετο δε ο θείος Ιωάννης άκραν εγκράτειαν εις όλα τα βλάπτοντα την ψυχήν, δια τούτο και ωκειώθη όλως προς την παρθενίαν. Εκ τούτου δε απέκτησε και το να ονομάζεται παρθένος εξαιρέτως και περισσότερον από όλους τους άλλους ανθρώπους, έτι δε και δια τούτο ηγαπήθη κατ’ εξαίρεσιν από τον Βασιλέα Χριστόν, εις τρόπον ώστε μόνος αυτός έλαβε την ονομασίαν του ηγαπημένου. Όθεν και όταν ο Κύριος ανέβη εις το Θαβώριον Όρος δια να μεταμορφωθή, ανέβη ομού και ο ηγαπημένος ούτος Ιωάννης, και είδε την εκείσε δειχθείσαν εκ μέρους του Θεού Λόγου Θεότητα, και ήκουσε την φωνήν την λέγουσαν: «Ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα· αυτού ακούετε». Και εν τω Μυστικώ Δείπνω αυτός πλησίον του ηγαπημένου του Διδασκάλου εκάθισεν. Αυτός και επάνω εις το στήθος του ανέπεσε δια την πολλήν αγάπην, την οποίαν είχε προς αυτόν· αυτός ηρώτησεν Αυτόν λέγων: «Κύριε, τις εστιν ο παραδιδούς σε»; Αυτός εζήτησε και να καθίση εκ δεξιών του Διδασκάλου του, δεικνύων ούτω φανερώς το προς Αυτόν διάπυρον φίλτρον του. Αλλά και όταν συνελήφθη ο Κύριος υπό των Ιουδαίων, ο θείος ούτος Ιωάννης ηκολούθει αυτόν, και εμβήκεν εις την αυλήν του Αρχιερέως, καθό γνωστός του· και όταν εσταυρώθη, αυτός παρίστατο εις τον Σταυρόν μετά της Θεομήτορος. Και η μεν Θεοτόκος ήκουσε παρ’ Αυτού το «Γύναι, ίδε ο υιός σου», ούτος δε ο Ιωάννης ήκουσε το «Ιδού η μήτηρ σου». Τούτου δε του λόγου τι άλλο ημπορεί να γίνη μακαριώτερον; Όθεν από εκείνης της ώρας έλαβεν αξιοπρεπώς εις τον οίκον του την Μητέρα και Παρθένον, ο κατά την ψυχήν και το σώμα Παρθένος. Και όταν δε ο Κύριος ανέστη, αυτός προλαβών τον κορυφαίον Πέτρον, και παρακύψας πρώτος εις τον τάφον, είδε τα εντάφια, και τον ποθούμενον έβλεψε, και παρ’ Αυτού αυτός το εμφύσημα δέχεται και της οικουμένης όλης προβάλλεται Απόστολος. Αυτός και αναληφθέντα είδε τον Κύριον. Αυτός έπειτα και την του Παρακλήτου επιφοίτησιν εν είδει πυρίνων γλωσσών εδέχθη μετά των άλλων συμμαθητών, εν τη ημέρα της Πεντηκοστής. Αυτός τελευταίον και μέχρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έμεινεν εις Ιερουσαλήμ, υπηρετών αυτήν εις όλα τα χρειαζόμενα. Μετά την της Υπεραγίας Θεοτόκου σεβασμίαν εις ουρανούς Μετάστασιν εξήλθε και ο θείος ούτος Απόστολος εις το κήρυγμα, και μετέβη εις τους τόπους της Μικράς Ασίας, ήτις του έλαχεν εις τον κλήρον δια να κηρύξη την του Σωτήρος θείαν ενανθρώπησιν και να καλέση τους ανθρώπους εις μετάνοιαν και εις την πίστιν του Χριστού. Και ταύτα μεν λέγομεν συνοπτικώς δια την προ της εξόδου εις το κήρυγμα  ζωήν του θείου τούτου Αποστόλου. Τα δε περί της εν γένει δράσεώς του κατά τας περιοδείας του, και όσα εδίδαξε και όσα υπέστη, καθώς και περί του πως συνέγραψε το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον και τα περί της θείας αυτού μεταστάσεως, θέλετε μάθει κατά πλάτος από αυτόν τούτον τον μαθητήν και συνέκδημον του θείου Ιωάννου, τον Απόστολον Πρόχορον, όστις συνέγραψε ιδιαίτερον βιβλίον υπό τον τίτλον «Αι Περίοδοι του γίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού ηγαπημένου Ιωάννου του Θεολόγου». Τας περιόδους ταύτας καταχωρίζομεν κατωτέρω, εν συνεχεία του παρόντος και δια πρώτην φοράν εν τω Συναξαριστή, μεταγλωττισμένας δε εις γλαφυρόν και απλούν ύφος, χάριν της των πολλών ωφελείας. Ότι δε και ο θείος Ιωάννης εγεύθη το ποτήριον του θανάτου, μανθάνομεντούτο από πολλάς μαρτυρίας. Και ο μεν Πολυκράτης, ο της Εφέσου Επίσκοπος, γράφων προς τον Βίκτωρα Ρώμης, ούτω λέγει αυτολεξεί: «Και γαρ κατά την Ασίαν (την Μικράν δηλαδή) μεγάλον στοιχείον εκοιμήθη, το οποίον και θα αναστηθή εν τη εσχάτη ημέρα της παρουσίας του Κυρίου ημών, Ιωάννης, λέγω, ο επιστήθιος μαθητής του Χριστού· ο οποίος εφόρει εις το μέτωπον ως αρχιερεύς και το πέταλον του παλαιού νομικού αρχιερέως (επάνω εις το οποίον ήτο γεγραμμένον το τετραγράμματον όνομα του Θεού, το καλούμενον Ιεχωβά, όπερ δηλοί, Κύριος, κατά τους Εβδομήκοντα), και ο οποίος Ιωάννης έγινε διδάσκαλος εις την Έφεσον». Ο δε Ιππόλυτος, ο ιερός Πάπας της Ρώμης, διηγούμενος δια το κήρυγμα και δια την τελείωσιν των Αποστόλων, λέγει και περί του θείου τούτου Αποστόλου: «Ιωάννης ο αδελφός του Ιακώβου (του Μεγάλου δηλαδή, του όντος εκ των δώδεκα Αποστόλων), κηρύττων εις την Μικράν Ασίαν τον λόγον του Ευαγγελίου, εξωρίσθη κατά την νήσον Πάτμον. Και από εκεί πάλιν ανακαλείται υπό Νερούα του αυτοκράτορος, του βασιλεύσαντος εν έτει 96. Και έρχεται εις την Έφεσον, και εκεί τελευτά. Τούτου το λείψανον ζητηθέν από τους κατοίκους της Εφέσου, δεν ευρέθη». Αλλά και ο του Μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου αδελφός, ο Καισάριος, ερωτηθείς περί τούτου επί του εν Κωνσταντινουπόλει Απορρήτου, ταύτα απεκρίθη. «Ο Μέγας ούτος Ιωάννης εις το τέλος του Ευαγγελίου του γράφει ταύτα· «Και τούτο ειπών ο Ιησούς, λέγει αυτώ (τω Πέτρω δηλαδή), ακολούθει μοι. Επιστραφείς δε ο Πέτρος βλέπει τον μαθητήν, ον ηγάπα ο Ιησούς, ακολουθούντα… και λέγει αυτώ· Κύριε, ούτος δε τι; Λέγει αυτώ ο Ιησούς· εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; Συ ακολούθει μοι. Εξήλθε νουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς, ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει». (Ιωάννου κβ: 19-23). Εκ τούτου, όθεν, του ρητού πρόφασιν λαβόντες τινές, είπον, ότι το «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι» ερρήθη από τον Κύριον περί της Δευτέρας Του Παρουσίας. Όθεν και νομίζουν, ότι ο Ιωάννης ακόμη δεν εδοκίμασε θάνατον, αλλά μετετέθη ζων ως ο Ενώχ και ο Ηλίας. Πλην δεν είναι αύτη η αλήθεια· διότι δεν είπεν ο Χριστός το «εάν αυτόν θέλω μένειν» αινιγματωδώς, τάχα ότι μέλλει να ζη ο Ιωάννης, αλλ’ είπεν αυτό απλώς και αισθητώς και αρμοδίως εις την τότε εργασίαν των μαθητών. Ότε δηλαδή ευρών αυτούς ο Κύριος αλιεύοντας επί της Τιβεριάδος συνέφαγε και διελέχθη με όλους τους εκεί ευρεθέντας Αποστόλους, τότε ο Πέτρος θέλων να έχη συνακόλουθον και τον Ιωάννην, δια την αγάπην ην είχεν εις αυτόν, δια τούτο λέγει προς τον διδάσκαλον Χριστόν: «Ούτος δε τι»; Εφανέρωσε δε ο Κύριος την αιτίαν, δια την οποίαν δεν ήθελε να συνακολουθήση και ο Ιωάννης, απολογησάμενος και ειπών: «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε»; Τουτέστιν, εάν θέλω να μένη επί του αλιεύματος ο Ιωάννης, και  ν’ αλιεύη έως ου εγώ επανέλθω ώδε, τι προς σε; Επειδή λοιπόν ο Χριστός εις ουδέν άλλο μέρος εφανέρωσεν, ότι δεν θα αποθάνη ο Ιωάννης, δια τούτο φανερόν είναι, ότι και αυτός ομοίως με τους άλλους Αποστόλους απέθανε· μαρτυρεί δε τον θάνατόν του και ο τάφος του, από τον οποίον εξέρχεται και κόνις λεπτή εις ιατρείαν πολλών ασθενειών. Και ο μεν Καισάριος ταύτα απεκρίθη εις εκείνους, οι οποίοι ευλαβώς τον ηρώτησαν. Ο δε την γλώτταν χρυσούς Ιωάννης εις πολλά μέρη των γλυκυτάτων λόγων του αποδεικνύει, ότι απέθανεν ο Ιωάννης. Πρώτον μεν εν τω Ευαγγελίω περί τούτου διερμηνεύων και λέγων, ότι το μεν να μένη ο Ιωάννης δεν είπεν ο Κύριος δια να μη αποθάνη· αλλά δια να μη είναι ηνωμένος ο Ιωάννης με τον Πέτρον, εις τον καιρόν του κηρύγματος, αλλά να μένη χωριστά κηρύττων εις τους τόπους τους πέριξ της Γαλιλαίας. Επειδή δηλαδή ο Χριστός έβλεπε τον Πέτρον, ότι εφρόντιζε πολύ περί του Ιωάννου, και δεν ήθελε να χωρισθή από αυτόν, και δια τούτο έκαμε και την υπέρ αυτού ερώτησιν, ειπών: «Ούτος δε τι»; Τουτέστι, διατί δεν θα πορευθή και αυτός εις την αυτήν οδόν του κηρύγματος, καθώς και εγώ; διατί δεν θα γίνη και αυτός συγκοινωνός με ημάς της επιστασίας των προβάτων; Διατί δεν θα προχειρισθή και αυτός οικονόμος των λογικών ψυχών; Ταύτα, λέγω, ειπόντος του Πέτρου, είπεν ο Κύριος: «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε»; Είπε δε ταύτα, αφ’ ενός μεν, ίνα χωρίση αυτούς από την προς αλλήλους άκαιρον ταύτην προσπάθειαν και ένωσιν, εξ άλλου δε ίνα δείξη, ότι όσον και αν αγαπήση ο Πέτρος τον Ιωάννην, αλλ’ όμως δεν φθάνει ποτέ την αγάπην εκείνην, την οποίαν έχει ο Κύριος προς αυτόν. Και τρίτον διδάσκει τον Πέτρον με τα λόγια ταύτα ο Κύριος, ότι δεν πρέπει να πολυπραγμονή προπηδών εις τας ερωτήσεις. Και κατ’ άλλον δε λόγον. Δεν έπρεπεν εις τους Αποστόλους όπου εδέχθησαν την επιστασίαν της Οικουμένης, να είναι πάντοτε σωματικώς ηνωμένοι· αλλά ο μεν εις Απόστολος να υπάγη εις ένα τόπον δια να κηρύξη, ο δε άλλος εις άλλον. Δια τούτο λέγει προς τον Πέτρον: «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; Συ ακολούθει μοι». Ως να έλεγε σχεδόν τούτο. Έργον σοι ενεπιστεύθη, ω Πέτρε. Τούτο λοιπόν εργάζου και τελείωνε. Και ακολούθει εις εμέ, όστις σε στέλλω εις το κήρυγμα, και σοι εγχειρίζω όλην την Οικουμένην. Τούτον δε τον Ιωάννην, εάν θέλω να μένη ώδε πέριξ εις τους τόπους της Γαλιλαίας, και να μη τον στείλω μετά σου, τι προς σε;  Ήτοι τι φροντίζεις συ περί τούτου; Το δε έως έρχομαι, τούτο δηλοί, αντί του έως θελήσω να αποστείλω αυτόν εις το κήρυγμα. Διότι, σε μεν, ω Πέτρε, τώρα σε εκπέμπω εις αυτό, και εις την προστασίαν της Οικουμένης· διο και ακολούθει μοι, ήτοι πείθου εις τους λόγους μου. Ο δε Ιωάννης ας μένη ώδε έως ου πάλιν έλθω και εκπέμψω και αυτόν, καθώς και σε. Ούτω μεν ερμηνεύων ο θείος Χρυσόστομος εις την ερμηνείαν του ιερού Ευαγγελίου το ανωτέρω ρητόν, δεικνύει φανερώτατα, ότι ο Θεολόγος Ιωάννης απέθανεν. Εν δε τη υποθέσει της προς Εφεσίους επιστολής του Μεγάλου Παύλου αυτολεξεί τούτο φανερώνει λέγων: «Και ο μακάριος δε Ιωάννης ο Ευαγγελιστής πολύ εκεί (εν τη Εφέσω δηλαδή) διέτριψε. Και γαρ εκεί ετελεύτησεν». Αλλά και εις τους κβ΄ και κστ΄ λόγους αυτού ερμηνεύων την προς Εβραίους επιστολήν και εις τον οστ΄ λόγον της ερμηνείας του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, περί τούτου διαλαμβάνων, φανερώνει ότι ο Ιωάννης απέθανεν. Επειδή λοιπόν φανερώτατα λέγει ο θείος Χρυσόστομος, και οι ανωτέρω ρηθέντες αξιόπιστοι και άγιοι άνδρες, ότι ο Ιωάννης απέθανε, ποίος είναι εκείνος όστις δεν θα συμφωνήση με αυτούς; Ή ποίος θα νομίση περί τούτου κατ’ άλλον τρόπον; 

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Των Αγίων Μαρτύρων Παύλου, Τάττης και των τέκνων αυτών ΣΑΒΙΝΙΑΝΟΥ, ΜΑΞΙΜΟΥ, ΡΟΥΦΟΥ και ΕΥΓΕΝΙΟΥ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΠΑΥΛΟΥ, ΤΑΤΤΗΣ και των τέκνων αυτών ΣΑΒΙΝΙΑΝΟΥ, ΜΑΞΙΜΟΥ, ΡΟΥΦΟΥ και ΕΥΓΕΝΙΟΥ.   

                                                
Παύλος και Τάττα οι Άγιοι ομόζυγοι Μάρτυρες και οι τέσσαρες παίδες αυτών Σαβινιανος, Μάξιμος, Ρούφος και Ευγένιος κατήγοντο από την Δαμασκόν. Επειδή δε διεβλήθησαν ως Χριστιανοί ενεκλείσθησαν οι πόδες αυτών εις το ξύλον το τιμωρητικόν, και με αλύσεις εδέθησαν. Αφού δε εκρίθησαν, εδάρησαν δυνατά. Έπειτα στρεβλωθέντες κατά τα μέλη του σώματος από τους απίστους, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού, παρ’ ου έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. 

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Η ανάμνησις του μεγάλου σεισμού και της εις τον αέρα αρπαγής του Παιδός.

Τη αυτή ημέρα η ανάμνησις του μεγάλου σεισμού και της εις τον αέρα αρπαγής του Παιδός.                                                                                                                                     

Κατά τους χρόνους του Θεοδοσίου του Μικρού, εν έτει υι΄ (410), ο πανάγαθος Θεός ηβουλήθη, με τας κρίσεις τας οποίας γνωρίζει, να πληροφορήση τους ανθρώπους, αφ’ ενός μεν δια την κοινήν και εσχάτην πάντων ανάστασιν, αφ’ ετέρου δε, ότι πρέπει να υμνώσιν ορθώς τον Θεόν· όθεν συνεχώρησε να γίνη σεισμός φοβερός. Δια τον φόβον δε του σεισμού όλος ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως, ομού με τον Βασιλέα, τον Αγιώτατον Πατριάρχην Πρόκλον και όλον τον Κλήρον, ευρίσκοντο άπαντες ομού έξω εις την πεδιάδα, και εποίουν λιτανείας. Επειδή δε τότε ήρξατο η αίρεσις των Θεοπασχιτών εξ επηρείας του διαβόλου, οι οποίοι προσέθετον εις τον Τρισάγιον Ύμνον το «ο Σταυρωθείς δι’ ημάς», τούτου ένεκα αιφνιδίως ηρπάγη έμπροσθεν π΄ντων εν παιδίον εις τον αέρα. Όθεν όλοι βλέποντες το παράδοξον τούτο, με φόβον και έκπληξιν ανεφώνουν επί πολλάς ώρας το «Κύριε, ελέησον». Και ιδού πάλιν κατεβιβάσθη το παιδίον από νεφέλης, και μετά μεγάλης φωνής απεκάλυψεν εις όλους, ότι οι χοροί των Αγγέλων εν ουρανοίς αναφέρουσιν εις τον Θεόν τον Τρισάγιον Ύμνον χωρίς την προσθήκην του «ο Σταυρωθείς», λέγοντες: «Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Και το μεν παιδίον ευθύς μετά τους λόγους τούτους παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας του Θεού, ο δε σεισμός ευθύς έπαυσε.