Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

θ’  Περί Κύνωπος του μάγου.                                                                                                       
Εκεί εις την νήσον Πάτμον υπήρχεν εις μάγος ονόματι Κύνωψ, ο οποίος κατοικών εις ένα έρημον τόπον, ήτο κατοικητήριον των ακαθάρτων πνευμάτων από πολλών χρόνων· τούτον δε ως θεόν είχον άπαντες οι κάτοικοι της νήσου πλνώμενοι από τας υπ’ αυτού γενομένας φαντασίας δια της ενεργείας των εντός αυτού κατοικούντων πονηρών δαιμόνων. Οι ιερείς λοιπόν του Απόλλωνος, βλέποντες ότι μετά παρρησίας διδάσκει ο Ιωάννης και ότι ουδέν κακόν έπαθε παρά του ηγεμόνος δια την καταστροφήν του ναού των, μετέβησαν προς τον Κύνωπα τούτον και είπον προς αυτόν: «Ω καθαρώτατε Κύνωψ, επειδή γνωρίζομεν από πολλών ετών, ότι είσαι προστάτης και βοηθός των κατοικούντων εις την νήσον ταύτην, δια τούτο παρακαλούμεν σε, όπως βοηθήσης τώρα εις την συμφοράν, την οποίαν προυξένησεν εις ημάς Ιωάννης ο ξένος και εξόριστος εις την νήσον ημών· διότι ούτος δια μαγικής κακοτεχνίας δεσμεύσας τους πρώτους της πόλεως ημών, εποίησε πάντας αυτούς υποχειρίους του· ένεκα τούτου δε μηδένα φοβούμενος, πολλάς αταξίας κατεργάζεται εις την πόλιν ημών, ώστε και τον ναόν ακόμη του καθαρωτάτου Απόλλωνος κατεκρήμνησε και εξηφάνισεν. Απελθόντες ημείς εις τον ηγεμόνα κατηγγείλαμεν την πράξιν και ασέβειαν ταύτην του Ιωάννου, και διέταξεν ούτος, ίνα κλεισθή ο Ιωάννης εις την φυλακήν· πλην ελθόντες ο Μύρων και ο Απολλωνίδης εξέβαλον αυτόν εκείθεν. Και τώρα το ιδικόν σου όνομα ουδείς πλέον ενθυμείται, αλλά πάντες οι άνθρωποι πλανηθέντες ηκολούθησαν οπίσω αυτού». Ταύτα ακούσας ο Κύνωψ παρά των ιερέων του Απόλλωνος, είπε προς αυτούς: «Σεις γνωρίζετε καλώς, ότι εγώ ουδέποτε εξήλθον εκ του τόπου τούτου, και πως τώρα με παρακινείτε να πράξω τούτο»; Απεκρίθησαν οι ιερείς λέγοντες: «Παρακαλούμεν την καθαρότητά σου να βοηθήσης ημάς ερχόμενος έως την πόλιν». Ο δε Κύνωψ είπε προς αυτούς: «Δεν καταδέχομαι να αλλάξω την τακτικήν και την κατάστασίν μου και να εισέλθω εις την πόλιν προς χάριν ενός μικρού ανθρώπου περιπετειώδους και εξορίστου, αλλ’ αύριον θέλω στείλει ένα πονηρόν άγγελον εις την οικίαν, εις την οποίαν διαμένει, δια να παραλάβη την ψυχήν αυτού, την οποίαν θα παραδώσω εις την αιωνίαν τιμωρίαν». Ταύτα δε ακούσαντες παρά του Κύνωπος οι ιερείς, πεσόντες προσεκύνησαν  αυτόν και επέστρεψαν εις την πόλιν. Την επομένην ημέραν, προσκαλέσας ο Κύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών δαιμόνων, λέγει προς αυτόν: «Ετοιμάσθητι καλώς και μετάβηθι εις την πόλιν, εις την οικίαν  του Μύρωνος, εις την οποίαν αφού εισέλθης τύφλωσον τον εκεί διαμένοντα εξόριστον Ιωάννην· είτα λάβε την ψυχήν αυτού και φέρε αυτήν προς με, ίνα τιμωρήσω αυτήν καθώς θέλω εγώ». Εξελθών λοιπόν ο δαίμων εκείθεν, μετέβη εις την οικίαν του Μύρωνος, και εισελθών εστάθη εις τον τόπον εκείνον όπου ήτο ο Ιωάννης, ο οποίος γνωρίσας δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος την έλευσιν και τον σκοπόν του δαίμονος, είπε προς αυτόν: «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού σε προστάσσω, πνεύμα ακάθαρτον, να μη εξέλθης από τον τόπον τούτον, έως ότου να είπης εις εμέ δια ποίον λόγον ήλθες ενταύθα»· και ευθύς με τον λόγον του Ιωάννου ευρέθη ο δαίμων δεδεμένος. Λέγει λοιπόν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ειπέ, πνεύμα ακάθαρτον, δια ποίαν αιτίαν εισήλθες εις τον οίκον τούτον»; Αποκριθείς είπεν ο δαίμων: «Οι ιερείς του Απόλλωνος ήλθον προς τον Κύνωπα και είπον πολλά κακά περί σου, παρακαλέσαντες αυτόν όπως εισέλθη εις την πόλιν και θανατώση σε· ούτος όμως δεν κατεδέχετο, λέγων ότι πολλά έτη έχω εις τον τόπον τούτον και δεν αλλάσσω την τακτικήν μου να έλθω εις την πόλιν δι’ ένα μικρόν και εξόριστον ξένον άνθρωπον· λλά πηγαίνετε σεις εις τον δρόμον σας και εγώ θα αποστείλω αύριον ένα άγγελον πονηρόν δια να παραλάβη την ψυχήν αυτού και να την παραδώση εις την κρίσιν και τιμωρίαν». Είπε δε ο Ιωάννης προς τον δαίμονα: «Απεστάλης άλλοτε υπό του Κύνωπος δια να παραλάβης ψυχήν ανθρώπου και να την μεταφέρης εις αυτόν»; Απεκρίθη ο δαίμων ειπών: «Απεστάλην μεν υπ’ αυτού και εθανάτωσα άνθρωπον, ψυχήν δε να μεταφέρω εις αυτόν δεν ηδυνήθην ποτέ». Λέγει πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Δια ποίον λόγον υποτάσσεσθε εις τον Κύνωπα»; Απεκρίθη ο δαίμων: «Πάσα η δύναμις η μεγάλη του σατανά εντός αυτού κατοικεί· έχει δε ούτος συμφωνίας μετά των αρχόντων ημών και ημείς μετ’ αυτού, ώστε να υπακούη εις ημάς εκείνος και ημείς να υποτασσώμεθα εις αυτόν». Είπε δε προς τον δαίμονα ο Ιωάννης: «Άκουσον, πνεύμα πονηρόν· σε προστάσσει Ιωάννης ο Απόστολος του Υιού του Θεού, να μη μεταβής πλέον προς επιβουλήν ανθρώπου τινός, μηδέ προς τον Κύνωπα να επιστρέψης, αλλά να φύγης μακράν από την νήσον ταύτην». Και ευθέως το πνεύμα το πονηρόν εξήλθεν εκ της νήσου και εγένετο άφαντον. Βλέπων ο Κύνωψ ότι εβράδυνεν ο δαίμων να επιστρέψη προς αυτόν, απέστειλε προς τον Ιωάννην έτερον δαίμονα, ειπών και προς αυτόν τα όμοια· ελθών δε και ούτος εστάθη έμπροσθεν του Ιωάννου, ο οποίος ηρώτησεν αυτόν: «Δια ποίον λόγον ήλθες ενταύθα»; Απεκρίθη ο δαίμων λέγων: «Ο Κύνωψ απέστειλεν ένα εκ των αρχόντων των δαιμόνων δια να σε θανατώση, αλλ’ ούτος όμως δεν επέστρεψε προς αυτόν· δια τούτο, προσκαλεσάμενος εμέ, απέστειλέ με ίνα σε θανατώσω· δι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον ήλθον ενταύθα». Λέγει προς τον δαίμονα ο Ιωάννης: «Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού να εξέλθης από την νήσον ταύτην», και ευθέως ο δαίμων εξήλθεν εξ αυτής. Ιδών ο Κύνωψ ότι δεν επέστρεψεν ουδέ ο δεύτερος δαίμων προς αυτόν, προσκαλέσας δύο άρχοντας δαιμονίων είπε προς αυτούς: «Πηγαίνετε προς τον Ιωάννην και μη εισέλθητε και οι δύο προς αυτόν· αλλ’ ο μεν εις ας εισέλθη, ο δε άλλος ας σταθή έξω δια να ακούη τα λεγόμενα και τα γινόμενα». Ελθόντες λοιπόν οι άρχοντες των δαιμόνων εις την οικίαν του Μύρωνος, ο μεν εις εισελθών επλησίασε προς τον Ιωάννην, ο δε έτερος εστάθη έξω συμφώνως προς την εντολήν του Κύνωπος. Γνωρίσας ο θείος Ιωάννης τα γενόμενα είπε προς τον εισελθόντα δαίμονα: «Δια ποίον λόγον ήλθες εις τον οίκον Χριστιανών ανθρώπων, ακάθαρτε δαίμων»; Απεκρίθη ούτος ειπών προς τον Ιωάννην: «Ο Κύνωψ απέστειλε δύο άρχοντας εξ ημών όπως σε θανατώσωσιν, όμως δεν επέστρεψαν ούτοι προς αυτόν πλέον· δια τούτο προσκαλεσάμενος εμέ και έτερον ένα, είπε προς ημάς· Υπάγετε προς τον Ιωάννην, και ο μεν εις ας εισέλθη, ο δε άλλος ας σταθή έξω δια να βλέπη και να ακούη τα γινόμενα· δια τούτο και ήλθομεν». Είπε δε ο Ιωάννης προς τον δαίμονα: «Παραγγέλλω σοι, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού, να μη επιστρέψης πλέον προς τον Κύνωπα, αλλά να φύγης μακράν από την νήσον ταύτην», και ευθέως ο δαίμων εξήλθεν· ιδών δε ο έξωθεν ιστάμενος δαίμων, ότι ο σύντροφος αυτού έλαβε πικροτάτην εξορίαν, έφυγε και απελθών ανέφερε πάντα ταύτα εις τον Κύνωπα, ο οποίος δεν απέστειλε πλέον έτερον δαίμονα προς τον Ιωάννην, και είπε προς αυτούς: «Ιδού τους συντρόφους σας εξώρισεν ο Ιωάννης και μέλλομεν πάντες να αφανισθώμεν υπ’ αυτού· όθεν μέγας κίνδυνος και αγών πρόκειται ενώπιον ημών. Έλθετε λοιπόν πάντες να μεταβώμεν  εις την πόλιν, και σεις μεν ίστασθε εις απόκρυφον τόπον δια να με υπηρετήτε, εγώ δε θα εισέλθω δια να προετοιμάσω την καταστροφήν και τον θάνατον αυτού». Λαβών λοιπόν ο Κύνωψ τα πλήθη των δαιμόνων έφθασεν εις την πόλιν, αφήσας αυτούς έξωθεν αυτής και παραλαβών μόνον τρεις μεθ’ εαυτού δια να τους μεταχειρίζηται ως αγγελιοφόρους δια τας μεταξύ των συνεννοήσεις, και εισήλθεν εις την πόλιν· πληροφορηθέντες δε πάντες οι κάτοικοι περί της ελεύσεως αυτού, ήλθον ίνα προσκυνήσωσι, διότι ουδέποτε είχε κατέλθει εις την πόλιν· όθεν και απεκρίνετο εις τον καθένα κατά την ερώτησίν του. Ο δε Ιωάννης είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, να υπομένης γενναίως και να είσαι στερεός, διότι ο Κύνωψ φροντίζει ίνα ρίψη ημάς εις μεγάλην θλίψιν και πειρασμόν». Συνήχθησαν δε πάντες οι πιστοί αδελφοί εις την οικίαν του Μύρωνος και είμεθα εκεί διδασκόμενοι υπό του Ιωάννου ημέρας δέκα, χωρίς να εξέλθωμεν· διότι παρεκάλεσαν πάντες οι αδελφοί τον Ιωάννην να μη εξέλθη της οικίας λέγοντες: «Μεγάλη σύγχυσις υπάρχει εις την πόλιν και ενδέχεται να κακοποιήσωσιν υμάς». Ο δε Ιωάννης συνεβούλευσε πάντας λέγων: «Έχετε υπομονήν, αδελφοί, και θα ίδετε την δύναμιν και την δόξαν του Θεού· διότι καθώς τώρα συνηθροίσθη πάσα η πόλις και θαυμάζει δια τους λόγους του Κύνωπος, τοιουτοτρόπως θέλουσι συναχθή πάντες δια να θαυμάσωσι την καταστροφήν και τον αφανισμόν του». Μετά δε ταύτα είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, ας εξέλθωμεν εις την πόλιν». Και εξελθόντες ήλθομεν εις τόπον καλούμενον «Βότρυν»· και καθήσαντες εκεί συνήχθη λαός πολύς και εδιδάσκετο υπό του Ιωάννου. Ακούσας ο Κύνωψ ότι ο Ιωάννης διδάσκει, ευθύς ήλθεν εκεί, και ιδών ότι πάντες πείθονται εις τα λεγόμενα υπό του Ιωάννου, εθυμώθη μεγάλως και είπε προς τον λαόν: «Άνδρες τυφλοί και πεπλανημένοι από την οδόν της αληθείας, ακούσατέ μου· εάν είναι δίκαιος ο Ιωάννης και αληθή τα παρ’ αυτού λεγόμενα και γινόμενα, ας ικανοποιήση και σας και εμέ δια των λόγων, τους οποίους θέλω εγώ είπει προς αυτόν, και τότε να πιστεύσω και εγώ εις τα λεγόμενα και γινόμενα υπ’ αυτού»· παρίστατο δε εκεί λαός πολύς, προς τον οποίον στραφείς ο Κύνωψ είπε προς ένα νεανίσκον ευρισκόμενον εκεί: «Τέκνον, ζη ο πατήρ σου ή απέθανεν»; Απεκρίθη ο νέος: «Όχι, δεν ζη, αλλ’ απέθανε, κύριε». Ηρώτησε πάλιν ο Κύνωψ: «Δια ποίου θανάτου»; Ο δε νέος είπε: «Ήτο ναύτης και συντριβέντος του πλοίου επν΄γη εις την θάλασσαν υπό των κυμάτων και απέθανε». Τότε λέγει ο Κύνωψ προς τον Ιωάννην: «Τώρα να δείξης εάν είναι αληθή τα όσα λέγεις· να αναβιβάσης τον πατέρα του παιδός αυτού από της θαλάσσης και να παρουσιάσης αυτόν ζώντα εις τον παίδα και εις ημάς πάντας». Απεκρίθη ο Ιωάννης λέγων: «Δεν με απέστειλεν ο Χριστός ίνα ανιστώ νεκρούς, αλλά με απέστειλεν ίνα διδάσκω τους πεπλανημένους ανθρώπους» Είπε δε ο Κύνωψ προς πάντα τον λαόν τον παριστάμενον εκεί: «Ω άνδρες, οι κατοικούντες την πόλιν Φλωράν, τουλάχιστον τώρα πιστεύετε ότι είναι πλάνος ο Ιωάννης, και σας πλανά δια μαγικών εμπαιγμάτων; Συλλαβόντες λοιπόν κρατήσατε αυτόν καλώς έως ότου παρουσιάσω εγώ ζώντα τον πνιγέντα και αποθανόντα άνθρωπον». Τότε ο λαός συνέλαβε και εκράτησε τον Ιωάννην, ομού δε πάντες μετά του Κύνωπος ήλθομεν εις τον αιγιαλόν της θαλάσσης. Απλώσας δε ο Κύνωψ τας χείρας αυτού προς την θάλασσαν και κτυπήσας αυτάς, πάραυτα εγένετο κρότος μέγας, ώστε πάντες εφοβήθησαν, ο δε Κύνωψ εγένετο άφαντος αφ’ ημών· άπαξ δε ο λαός έκραξε λέγων: «Μέγας είσαι, ω Κύνωψ, και δεν υπάρχει έτερος πλην σου». Μετά παρέλευσιν αρκετής ώρας ανήλθεν ο Κύνωψ από της θαλάσσης έχων μεθ’ εαυτού ένα δαίμονα εις σχήμα του πατρός του νεανίσκου· και ιδόντες αυτόν πάντες εξέστησαν. Τότε λέγει ο Κύνωψ προς τον παίδα: «Ούτος είναι ο πατήρ σου»; Και είπεν ο νέος: «Ναι, κύριε, αυτός είναι». Ο δε λός πεσών προσεκύνησε τον Κύνωπα και επεζήτει ίνα φονεύση τον Ιωάννην, αλλ’ ημπόδισεν αυτόν ο Κύνωψ λέγων: «Άφετε αυτόν τώρα, και όταν ίδητε μεγαλύτερα σημεία, τότε να τον τιμωρήσητε κακώς», και προσκαλεσάμενος άλλον τινά άνθρωπον, είπε προς αυτόν· «Έχεις υιόν»; Ο δε είπε: «Ναι, κύριε, είχον υιόν, αλλά φθονήσας εις κακός άνθρωπος εφόνευσεν αυτόν». Λέγει προς αυτόν ο Κύνωψ: «Θα αναστηθή ο υιός σου»· και ευθύς ήρχισε μετά φωνής μεγάλης να προσκαλή τον φονεύσαντα και τον φονευθέντα· εν τω άμ δε παρουσιάσθησαν ενώπιον αυτού δύο δαίμονες εις το σχήμα των δύο ανθρώπων εκείνων. Τότε λέγει ο Κύνωψ προς τον άνθρωπον εκείνον: «Ούτος είναι ο φονεύσας τον υιόν σου και ούτος είναι ο φονευθείς»; Απεκρίθη ο άνθρωπος λέγων: «Ναι , κύριε, ούτοι είναι»· και στραφείς ο Κύνωψ λέγει προς τον Ιωάννην: «Τι θαυμάζεις, Ιωάννη»; Ο δε είπεν: «Εγώ δια ταύτα δεν θαυμάζω». Λέγει πάλιν ο Κύνωψ: «Εάν δια ταύτα δεν θαυμάζης, θα ίδης μεγαλύτερα τούτων και τότε θα θαυμάσης· διότι, εάν δεν σε εκπλήξω δια των σημείων, δεν θα σε αφήσω να αποθάνης». Απεκρίθη ο Ιωάννης ειπών: «Τα σημεία σου ομού μετά σου θα εξαφανισθώσι συντόμως». Ακούσαντες δε τους λόγους τούτους οι παριστάμενοι άνθρωποι, είπον προς τον Ιωάννην: «Διατί υβρίζεις τον καθαρώτατον Κύνωπα, εξόριστε άνθρωπε»; Και ευθέως ως άγρια θηρία ώρμησαν προς αυτόν, και ρίψαντες επί της γης, εκτύπων αυτόν άνευ ουδεμιάς λύπης, άλλοι δε δια των οδόντων κατάτρωγον τας σάρκας αυτού, ο οποίος πεσών εις την γην έμεινεν ωσεί νεκρός. Τότε ο Κύνωψ, νομίσας ότι απέθανεν ο Ιωάννης, είπε προς τον λαόν: «Άφετε αυτόν άταφον δια να τον καταφάγωσι τα πετεινά του ουρανού και να ίδωμεν εάν ο Χριστός θα αναστήση αυτόν». Και βέβαιοι όντες πάντες ότι απέθανεν ο Ιωάννης, ανεχώρησαν από του τόπου εκείνου μετά του Κύνωπος, χαίροντες και ευφημούντες αυτόν. Περί δε την δευτέραν ώραν της νυκτός, ενώ ήτο ησυχία πολλή εις τον τόπον εκείνον, πλησιάσας εγώ ήκουσα φωνήν παρά του Ιωάννου λέγουσαν προς με: «Τέκνον Πρόχορε»· εγώ δε μετά κλαυθμού είπον: «Τι εστί, κύριε»; Ο δε είπε μοι: «Ύπαγε ταχέως εις την οικίαν του Μύρωνος, όπου είναι όλοι οι αδελφοί συνηθροισμένοι, και πληροφόρησον αυτούς, ότι ο Ιωάννης ζη και ουδέν κακόν έπαθε· και πάλιν ελθέ ενταύθα». Μεταβάς λοιπόν εγώ εις την οικίαν του Μύρωνος, εύρον πάντας τους αδελφούς συνηθροισμένους και κλαίοντας περί του Ιωάννου· εξεπλάγησαν δε πάντες ιδόντες με· διότι ενόμιζον ότι απέθανον και εγώ μετά του Ιωάννου· είπον δε εγώ προς αυτούς: «Μη λυπείσθε, αδελφοί, αλλά χαίρετε εν Κυρίω, διότι ο διδάσκαλος ημών ζη, και αυτός με απέστειλε προς σας δια να πληροφορηθήτε και ειρηνεύσητε». Ακούσαντες δε εκείνοι ότι ζη ο Ιωάννης, δεν ηθέλησαν ίνα ακούσωσιν άλλον λόγον παρ’ εμού, αλλ’ ευθέως εγερθέντες, ήλθομεν ομού εις τον τόπον εις τον οποίον κατέκειτο ο Ιωάννης, εύρομεν δε αυτόν ιστάμενον και προσευχόμενον, και μετά την ευχήν είπομεν όλοι ομού το «Αμήν» και ησπάσατο πάντας ημάς ένα έκαστον. Επειδή δε έκλαιον πάντες από της χαράς και εδόξαζον τον Θεόν, είπε προς αυτούς ο Ιωάννης: «Βλέπετε, αδελφοί, μήπως πλανηθή κανείς από σας από τα σημεία, τα οποία ποιεί ο Κύνωψ· διότι πάντα κατά φαντασίαν ποιεί. Μακροθυμήσατε λοιπόν και ησυχάσατε εις την οικίαν του Μύρωνος, και θα ίδητε την Χάριν του Θεού». Πολλά δε και άλλα διδάξας και παρηγορήσας αυτούς απέλυσεν εν ειρήνη. Την ακόλουθον ημέραν, ιδόντες ημάς τινές ευρισκομένους εν τόπω καλουμένω «Λίθου βολή», μεταβάντες ανήγγειλαν τούτο προς τον Κύνωπα· ούτος δε ακούσας, αμέσως προσεκαλέσατο τον δαίμονα δια του οποίου ενήργει τας νεκρομαντείας, και είπε προς αυτόν: «Ετοιμάσθητι, διότι ο Ιωάννης ζη και ευρίσκεται εις τον τόπον τον καλούμενον Λίθου βολή». Παραλαβών λοιπόν ο Κύνωψ τούτον τον δαίμονα, ήλθε προς τον Ιωάννην και λέγει προς αυτόν: «Επιθυμών να σου προξενήσω μεγαλυτέραν αισχύνην και τιμωρίαν, σε άφησα να ζης έως τώρα· ελθέ όμως έως τον αιγιαλόν δια να ίδης την δύναμίν μου και να εντραπής». Και ταύτα ειπών, λέγει προς τον λαόν τον ακολουθούντα αυτόν: «Κρατήσατε τούτον τον άνθρωπον έως ότου επιδείξω σημεία μεγαλύτερα των πρώτων, και τότε να παραδώσω αυτόν εις την αιώνιον κόλασιν». Αφού λοιπόν ήλθομεν εις τον αιγιαλόν, εκεί όπου και τας πρώτας φαντασίας και τα εμπαίγματα εποίησεν ο Κύνωψ, εύρομεν πλήθος ανδρών και γυναικών θυμιάζοντας τον τόπον και προσευχομένους, οίτινες μόλις είδον τον Κύνωπα έπεσον και προσεκύνησαν αυτόν· ήσαν δε εκεί και οι τρεις δαίμονες οι νομιζόμενοι ως αναστάντες εκ νεκρών ακολουθούντες αυτόν. Είπε λοιπόν ο Κύνωψ προς τους κρατούντας τον Ιωάννην: «Μη απολύσητε αυτόν, μηδέ αναχωρήση κανείς από σας εκ του τόπου τούτου, έως ότου επιστρέψω εν δόξη»· και ποιήσας δια των χειρών αυτού κρότον μέγαν, έρριψε τον εαυτόν του εις την θάλασσαν γενόμενος άφαντος· ο δε λαός εβόησε: «Μέγας είσαι, Κύνωψ, και δεν υπάρχει άλλος πλην σου». Τότε ο Ιωάννης απλώσας τας χείρας αυτού και ποιήσας σχήμα Σταυρού, παρήγγειλεν εις τους δαίμονας τους ισταμένους εκεί εν σχήματι ανθρώπων και δήθεν εγερθέντας υπό του Κύνωπος, όπως μη αναχωρήσωσιν εκείθεν, προσηύξατο δε λέγων ούτως: «Ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο δια του σχήματος τούτου επί του δούλου σου Μωϋσέως τον Αμαλήκ τροπωσάμενος, κατάγαγε τον πλάνον Κύνωπα εις τα κατώτατα της θαλάσσης, ίνα μη ίδη πλέον τον ήλιον τούτον, και μη καταλεχθή μετά των ζώντων ανθρώπων». Ταύτα του Αποστόλου προσευξαμένου, πάραυτα εγένετο μέγας ήχος και κρότος εν τη θαλάσση και μία απότομος περιστροφή του ύδατος εις το μέρος όπου έρριψεν εαυτόν ο Κύνωψ, ώστε κατέστη αδύνατον ίνα ανέλθη πλέον ούτος εκ της θαλάσσης. Τότε ο Ιωάννης είπε προς τους δαίμονας τους φαινομένους εις σχήμα ανθρώπων εκ νεκρών αναστάντων: «Παραγγέλλω προς σας, εν τω ονόματι του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού, ίνα εξέλθητι και απομακρυνθήτε εκ της νήσου ταύτης», άμα δε ήκουσαν τον λόγον τούτον τα πονηρά πνεύματα, αυτήν την ώραν εγένοντο άφαντα από των ανθρώπων, οι οποίοι ιδόντες ότ ομού με τον λόγον του Ιωάννου εξηφανίσθησαν οι νομιζόμενοι άνθρωποι, ηγανάκτησαν κατά του Ιωάννου, και μάλιστα εκείνοι οι οποίοι ενόμιζον ότι ο πατήρ και ο υιός αυτού ήσαν πράγματι αναστάντες· όθεν και έλεγον ούτοι προς τον Ιωάννην, ο μεν εις: «Μάγε, δος μοι τον υιόν μου»· και ο άλλος: «Εξόριστε, πλάνε, δος μοι τον πατέρα μου»· πάντες δε ομού έλεγον προς αυτόν: «Εάν ήσο άνθρωπος αγαθός, ήθελες συναθροίζει τα διεσκορπισμένα και απολωλότα· επειδή όμως είσαι πονηρός, δια τούτο απεδίωξας και εκείνα τα οποία είχε συναθροίσει ο ευεργέτης ημών καθαρώτατος Κύνωψ· παρουσίασον λοιπόν εις ημάς τους εξαφανισθέντας άνδρας, ει δ’ άλλως σε θανατώνομεν αυτήν την στιγμήν»·  και ώρμησαν μερικοί εξ αυτών ίνα φονεύσωσιν αυτόν· έτεροι δε πάλιν εξ αυτών είπον: «Ας μη θανατώσωμεν αυτόν, έως ότου έλθη προς ημάς ο μέγας Κύνωψ και εκείνος θέλει μας είπει τι πρέπει να πράξωμεν». Παρέμειναν λοιπόν εκεί συμφώνως προς την παραγγελίαν του Κύνωπος μετά των γυναικών και παιδίων αυτών τρεις ημέρας και τρεις νύκτας κράζοντες με μεγάλας φωνάς: «Καθαρώτατε Κύνωψ, βοήθησον ημάς»· ήτο δε ο τόπος εκείνος πολύ θερμός, και ένεκα της ζέστης, της πείνης και των φωνών, οι περισσότεροι εξ αυτών λιποθυμήσαντες έπεσον εις την γην και κατέκειντο άφωνοι· τρία δε μάλιστα παιδία και απέθανον. 

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

η΄   Περί του Ιουδαίου Κάρου.                                                                                                     

Μετά παρέλευσιν ημερών τινων, εξελθόντες της οικίας του Μύρωνος ήλθομεν εις τόπον τινά παραθαλάσιον ονομαζόμενον «Πρόκλον», ένθα υπήρχον καταστήματα κατεργασίας δερμάτων (βυρσοδεψεία)· ήτο δε εκεί εις βυρσοδέψης Ιουδαίος, ονομαζόμενος Κάρος, ο οποίος ήρχισε να συζητή μετά του Ιωάννου εκ των βιβλίων του Μωϋσέως, ο δε Απόστολος του Χριστού εξήγει προς τον Ιουδαίον κατά το πνεύμα τα υπ’ εκείνου κατά το γράμμα  εννοούμενα· ούτος δε εφιλονίκει και αντέλεγεν εις τα λεγόμενα υπό του Ιωάννου. Όμως ο θείος Απόστολος μετά πολλής της πραότητος επέμενε διαλύων τα λεγόμενα υπό του Ιουδαίου, αντιπαραθέτων τα των Προφητών και προσαρμόζων αυτά εις τον Υιόν του Θεού και την ένσαρκον οικονομίαν αυτού, τον τε Σταυρόν και την Ανάστασιν, τα οποία πάντα υπ’ αυτών προεκηρύχθησαν. Ακούσας ταύτα ο Κάρος ετράπη πάραυτα εις βλασφημίας, τας οποίας ακούσας ο Ιωάννης είπε προς αυτόν· «Σιώπα, πεφίμωσο»· και ομού με τον λόγον έγινεν ο Ιουδαίος κωφός και άλαλος· πάντες δε οι εκεί ευρισκόμενοι εθαύμασαν, πως μόνον με τον λόγον του Ιωάννου εβωβάθη ο Κάρος, και επίστευσαν εις τον Κύριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιωάννης: «Τι θαυμάζετε, ω άνδρες, δια τούτον, ο οποίος μόνος του έσυρεν εις τον εαυτόν του την καταδίκην; Ή δεν γνωρίζετε, ότι εκείνοι οι οποίοι δεν συμφωνούσι και δεν πείθονται εις τους λόγους, ούτοι κρίνονται δια των όπλων και πείθονται δια της βίας». Ίστατο δε εκεί πλησίον Αρεώτης ο φιλόσοφος, όστις είπε προς τον Ιωάννην: «Διδάσκαλε, το μέλι δεν γνωρίζει καμμίαν πικρίαν, και το γάλα δεν έχει καμμίαν κακίαν», και με τον λόγον ένευσεν ο φιλόσοφος εις τον Κάρον, ίνα προσπέση εις τους πόδας του Αποστόλου ειπών προς αυτόν: «Πάτερ· αυτόν τον οποίον εδέσμευσας, καθώς του έπρεπε, παρακαλώ σε λύσον δι την αγάπην και ευσπλαγχνίαν». Τότε ο Ιωάννης, λυπηθείς αυτόν, είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού εκλείσθη το στόμα σου, εν τω ονόματι αυτού πάλιν ας ανοιχθώσι τα χείλη σου»· και αμέσως με τον λόγον του Ιωάννου ωμίλησεν ο Κάρος. Εξίσταντο λοιπόν πάντες, επίστευον και εβαπτίζοντο εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· ημείς δε εισελθόντες εις την οικίαν του Ρόδωνος εμείναμεν εκεί. Την άλλην ημέραν αναζητήσας και ευρών ημάς ο Κάρος, έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγων προς αυτόν: «Διδάσκαλε, γνωρίζομεν από των Φραφών, ότι οι Πατέρες ημών ελύπησαν και παρώργισαν τον Θεόν, και παραιτήσαντες αυτόν, ο οποίος ήτο η ζωή των, έδωκαν εις τα έθνη το καύχημα της εις Χριστόν ελπίδος· και εγώ δε, επειδή ημάρτησα εις τον Θεόν και εις σε τον υπ’ αυτού αποσταλέντα, παρακαλώ να τύχω συγχωρήσεως και να αξιωθώ της εν Χριστώ σφραγίδος». Κατηχήσας λοιπόν αυτόν ο Ιωάννης, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ζ΄  Η θεραπεία του δαιμονιώντος νέου και του παραλυτικού.                                                        

Την επομένην ημέραν παραλαβών εμέ ο Ιωάννης μετέβημεν εις τόπον καλούμενον «Τύχη», ένθα κατέκειτο εις παραλυτικός, ο οποίος ιδών ημάς διερχομένους εκείθεν, είπε προς τον Ιωάννην: «Διδάσκαλε των Χριστιανών, μη παραβλέψης τον δούλον σου· διότι και εγώ ξένος είμαι καθώς και εσείς· μη με βδελυχθής λοιπόν και αποστραφής· ευρίσκεται παρ’ εμοί άρτος ολίγος και βούτυρον ολίγον· δια τούτο παρακαλώ να καταδεχθής και έλθης δια να συμφάγωμεν». Λυπηθείς αυτόν ο Απόστολος του Χριστού είπε: «Σήμερον θα συμφάγω μετά σου και θα συνευφρανθώμεν»· και προχωρησάντων ημών ολίγον, συνήντησεν ημάς μία χωρική γυνή χήρα κλαίουσα και ερωτώσα: «Που είναι ο ναός του Απόλλωνος»; Είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Τι χρειάζεσαι τον ναόν αυτόν»; Απεκρίθη η γυνή λέγουσα: «Έχω υιόν μονογενή και εισήλθεν εις αυτόν πνεύμα πονηρόν, το οποίον τυραννεί αυτόν ήδη τριάκοντα τρεις ημέρας. Ήλθον λοιπόν ίνα ερωτήσω τον θεόν τι να πράξω δια τον υιόν μου, και δεν γνωρίζω τον τόπον όπου είναι ο ναός· διότι δεν ήλθον ποτέ άλλοτε εις την πόλιν ταύτην». Αφού ο Απόστολος του Χριστού ήκουσε την γυναίκα, λέγει προς αυτήν: «Επίστρεψον εις τον οίκον σου, γύναι· διότι με την δύναμιν του Χριστού απ’ αυτής της στιγμής εκαθαρίσθη ο υιός σου από του πονηρού πνεύματος». Νομίσασα δε η γυνή ότι ο Ιωάννης είναι ιερεύς του Απόλλωνος, επίστευσεν εις τους λόγους αυτού, και απελθούσα εις τον οίκον αυτής εύρε τον υιόν της απαλλαγέντα του πονηρού πνεύματος και σωφρονούντα. Και αφού εδίδαξεν αρκετά τους παρευρεθέντας περί της Βασιλείας του Θεού ο Ιωάννης, επεστρέψαμεν εις τον τόπον όπου ευρίσκετο ο παραλυτικός, περί του οποίου προείπομεν, είπε δε προς αυτόν ο Απόστολος: «Ιδού όπου ήλθομεν εις την τράπεζάν σου δια να συμφάγωμεν, αλλά ποίος θα μας υπηρετήση»; Λέγει ο παραλυτικός: «Κύριοι, εις κόπον σας έβαλον όπως σεις υπηρετήσητε εμέ τον δούλον σας». Απεκρίθη ο Ιωάννης ειπών: «Όχι· αλλ’ εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, εγέρθητι και υπηρέτησον ημάς»· και κρατήσας εκ της χειρός, ήγειρεν αυτόν και υπηρέτησεν ημάς μετά χαράς και αγαλλιάσεως δοξάζων τον Θεόν. Αναστάντες εκείθεν και ευχαριστήσαντες τον Κύριον επεστρέψαμεν εις τον οίκον του Μύρωνος· εύρομεν δε εκεί Ρόδωνα τον ανεψιόν αυτού, ο οποίος παρεκάλεσε πολύ τον Ιωάννην, όπως βαπτίση αυτόν· διδάξας δε τούτον και κατηχήσας ασφαλώς ο Απόστολος εβάπτισεν αυτόν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Την ακόλουθον ημέραν ήλθεν εκεί ο ξένος, ο οποίος ήτο παραλυτικός και εθεραπεύθη, και προσκυνήσας τον Ιωάννην παρεκάλει αυτόν λέγων: «Κύριε, καθώς το σώμα μου ανελπίστως εκ της ανιάτου ασθενείας εθεράπευσας, τοιουτοτρόπως και την ψυχήν μου ανόρθωσον δια της σφραγίδος του Θεού σου». Πάντως δε όσοι είδον υγιά και περιπατούντα τον πρώην παραλυτικόν εξεπλάγησαν δια το μεγαλείον του πράγματος· διηγείτο δε ούτος εις πάντας τον τρόπον της θεραπείας του. Κατηχήσας δε τούτον ο Ιωάννης εβάπτισε, παραγγείλας εις αυτόν να τηρή επιμελώς πάσας τας εντολάς του Κυρίου, δια να μη πάθη πάλιν όπως και πρότερον. 

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

στ΄  Η κατάρρευσις του ναού του Απόλλωνος.                                                                         

Αφού συνεπληρώθησαν τρία έτη από της ελεύσεως ημών εις την Πάτμον και πολύ πλήθος λαού επίστευσε και εβαπτίσθη υπό του Ιωάννου, παραλαβών με ούτος μίαν των ημερών εξήλθομεν εις την αγοράν εις μέρος ένθα ήτο ιερόν του Απόλλωνος· και συνήχθη εκεί λαός πολύς, και άλλοι μεν επίστευον εις τα λεγόμενα υπό του Ιωάννου, άλλοι δε ηπίστουν· οι δε ιερείς του Απόλλωνος ήρχισαν λέγοντες προς αυτούς: «Ω ανόητοι άνθρωποι, τι δίδετε προσοχήν εις τα λεγόμενα υπό του απατεώνος τούτου; δεν γνωρίζετε ότι δια τας μαγείας του εστάλη ενταύθα εις εξορίαν; Τι πλανάσθε λοιπόν ακούοντες τοιούτου ελεεινού και εξορίστου ανδρός, ο οποίος υβρίζει τους αθανάτους θεούς»; Ακούσας ταύτα ο Ιωάννης, είπε προς τους ιερείς τούτους: «Ιδού αφίεται ο οίκος υμών έρημος εν τω ονόματι του Χριστού», και εν τω άμα κατέπεσεν ο ναός του Απόλλωνος χωρίς εκ της πτώσεως να βλαβή κανείς εκ του πλήθους. Τότε συλλαβόντες τον Ιωάννην οι ιερείς, και δώσαντες εις αυτόν πολλάς πληγάς, έφερον αυτόν προς τον ηγεμόνα λέγοντες προς αυτόν, ότι «Ιωάννης ο εξόριστος δια μαγικής κακοτεχνίας κατέστρεψε του μεγάλου θεού Απόλλωνος τον ναόν». Και τούτο ακούσας ο ηγεμών εταράχθη μεγάλως και ελυπήθη πολύ· δια τούτο διέταξεν ίνα βάλωσιν ημάς εις την βαθυτέραν φυλακήν δεδεμένους με σίδηρα. Ταύτα πάντα μαθών ο Μύρων μετά του υιού αυτού Απολλωνίδου, μετέβησαν προς τον ηγεμόνα Ακύλαν, προς τον οποίον είπεν ο Απολλωνίδης: «Η ευσπλαγχνία, η φιλανθρωπία και η ελεημοσύνη σου προς πάντας τους έχοντας ανάγκην είναι πολύ μεγάλαι και παρά πάντων ομολογούνται· όθεν παρακαλώ και εγώ την εξοχότητά σου δια τον ξένον Ιωάννην, όπως παραδώσης τούτον εις ημάς, και όστις έχει να είπη τίποτε εναντίον αυτού ενώπιόν σου, δυνάμεθα να τον παρουσιάσωμεν οιανδήποτε ώραν ζητήσης αυτόν». Απεκρίθη προς αυτούς ο ηγεμών ειπών: «Έχω ακούσει παρά πολλών περί του ανθρώπου τούτου, ότι είναι μάγος· εάν λοιπόν δια μαγείας φύγη από σας ούτος, τι θα κάμητε τότε»; Απήντησαν ούτοι προς τον ηγεμόνα: «Ας είναι εις την διάθεσίν σου αντί του Ιωάννου αι κεφαλαί ημών και όλος ο οίκος μετά των υπαρχόντων ημών». Κατόπιν τούτων έδωσε την άδειαν ο ηγεμών ευλαβηθείς τους άνδρας, διότι ήσαν εκ πάντων των κατοίκων της πόλεως τιμιώτεροι και ονομαστότεροι. Εισελθόντες εις την φυλακήν ο Μύρων μετά του υιού αυτού Απολλωνίδου έλυσαν ημάς εκ των σιδήρων, και εκβαλόντες εκ της φυλακής έφερον εις τον οίκον αυτών· είπε δε ο Μύρων προς τον Ιωάννην: «Κάθισον λοιπόν εις τον οίκον του δούλου σου, και μη εξέρχησαι πλέον εις την αγοράν· διότι πονηροί και βάρβαροι είναι οι κάτοικοι της πόλεως ταύτης και υπάρχει φόβος μήπως σε θανατώσωσιν». Απεκρίθη ο Ιωάννης: «Μύρων αδελφέ, δεν με απέστειλεν ο Χριστός δια να ησυχάζω μέσα εις τας οικίας, αλλά με απέστειλεν εις τους βαρβάρους και πονηρούς ανθρώπους, ειπών: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων». Και πάλιν: «Ότι δια πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των ουρανών». Εγώ λοιπόν είμαι έτοιμος δια το όνομα του Χριστού να ατιμάζωμαι και να υποφέρω, να δέρωμαι και να υπομένω, να διώκωμαι και να ευχαριστώ, και με ένα λόγον, καθ΄ εκάστην ημέραν υπέρ του Χριστού να αποθνήσκω».

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ε΄  Περί Χρύσου του Πολιτάρχου.                                                                                               

Υπήρχεν εκεί εις την Φλωράν άνθρωπος τις ονόματι Χρύσος, έχων γυναίκα ονομαζομένην Σελήνην και υιόν μονογενή, όστις ηνωχλείτο υπό ακαθάρτου πνεύματος· ήτο δε ο Χρύσος ούτος πολιτάρχης (πρώτος της πόλεως). Ακούσας λοιπόν ο Χρύσος, ότι ο Ιωάννης μεγάλα σημεία ποιεί, παραλαβών τον υιόν αυτού έρχεται εις την οικίαν του Μύρωνος· ο δε Ιωάννης, ευθύς ως είδεν αυτόν, είπε: «Χρύσε, αι αμαρτίαι σου κατακρατούσι και τυραννούσι τον υιόν σου· μίσησον λοιπόν την δωροληψίαν και την προσωποληψίαν κατά τας δίκας, δια να εύρης έλεος παρά του Θεού· αλλά δια ποίον λόγον ήλθες προς ημάς»; Απεκρίθη ο Χρύσος: «Κύριε, λάβε όσα πράγματα έχω εις τον οίκον μου, και δίωξον το πονηρόν πνεύμα από τον υιόν μου δια να μη αποθάνη κακώς». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ημείς δεν έχομεν ανάγκην εκ των πραγμάτων στο, αλλά χρειαζόμεθα σε και τον υιόν σου». Αποκριθείς ο Χρύσος είπε: «Κύριε, τι πρέπει να πράξω δια να καθαρισθή ο υιός μου»; Είπεν αυτώ ο Ιωάννης: «Πίστευσον εις τον Εσταυρωμένον Ιησούν και θα ίδης την δύναμιν Αυτού». Απεκρίθη ο Χρύσος: «Πιστεύω, Κύριε· μόνον να θεραπευθή ο υιός μου». Τότε κρατήσας ο Ιωάννης της δεξιάς χειρός του παιδός, και σφραγίσας αυτόν τρεις φοράς, εποίησεν ευχήν και αμέσως εδίωξεν απ’ αυτού το πονηρόν πνεύμα· ιδών δε ο Χρύσος το γενόμενον σημείον, εξέστη και έπεσεν επί πρόσωπον προσκυνήσας αυτόν, και είπεν: «Αληθώς, Πάτερ, μετά σου είναι ο Θεός». Την άλλην λοιπόν ημέραν, λαβών ο Χρύσος την γυναίκα και τον υιόν αυτού και χρήματα ικανά, ήλθε προς τον Ιωάννην, λέγων: «Κύριε, λάβε ταύτα και δος εις ημάς την εν Χριστώ σφραγίδα». Λέγει προς αυτούς ο Ιωάννης: «Δια την σφραγίδα του Χριστού δεν χρειάζονται χρήματα, αλλά μόνον πίστις αγαθή· ταύτα δε τα χρήματα, αφού διαμοιράσητε εις τους έχοντας ανάγκην, λάβετε δωρεάν την Χάριν του Χριστού». Και αφού εδίδαξεν αυτούς αρκούντως, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και απέστειλε τούτους μετ’ ειρήνης εις τον οίκον αυτών. Εμείναμεν λοιπόν αρκετόν χρόνον εις τον οίκον του Μύρωνος μη εξερχόμενοι, αλλά πάντας τους πιστεύοντας εντός του οίκου εδίδασκε και εβάπτιζεν.


Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

δ΄  Περί του Βασιλείου και της γυναικός αυτού.                                                                      

Εις την πόλιν εκείνην ήτο έτερος τις πλούσιος ονόματι Βασίλειος, έχων γυναίκα, η οποία ωνομάζετο Χάρις, και η οποία ήτο στείρα. Ούτος λοιπόν ο Βασίλειος, ελθών προς Ρόδωνα τον ανεψιόν του Μύρωνος, άνδρα ευγενή και κατά πάντα λαμπρόν, πλην Έλληνα κατά την θρησκείαν υπάρχοντα, είπε προς αυτόν: «Τι συμβαίνει εις τον οίκον του Μύρωνος του συγγενούς σου, και διατί ούτος περιωρίσθη εις την οικίαν του μετά των ιδικών του και του ξένου εκείνου, και ούτε συναναστρέφεται με ημάς πλέον, ούτε δέχεται ημάς εις συνομιλίαν; Ποία είναι η διδαχή του ανθρώπου εκείνου; Ειπέ μοι, σε παρακαλώ». Είπε προς αυτόν ο Ρόδων: «Πολλοί θαυμάζουσι τον άνδρα τούτον και λέγουσιν ότι εις όσα λέγει δεν αποτυγχάνει ποτέ». Λέγει ο Βασίλειος προς τον Ρόδωνα: «Άραγε δύναται δια των λόγων του, ίνα ποιήση την γυναίκα μου να τεκνοποιήση»; Απεκρίθη ο Ρόδων: «Λέγουσι περί αυτού, ότι και τούτο δύναται να ποιήση». Ταύτα ακούσας ο Βασίλειος, ελθών εις την οικίαν του Μύρωνος, είπεν ότι επιθυμεί να συνομολήση μετά του Ιωάννου· ακούσας δε παρά του Μύρωνος τούτο ο Ιωάννης εδέχθη ευχαρίστως τον Βασίλειον, ο οποίος εισελθών προσεκύνησεν αυτόν· είπε δε προς τον Βασίλειον ο Ιωάννης: «Είθε να πληρώση ο Κύριος πάντα τα ζητήματά σου, και μακάριος ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος δεν επείρασε τον Θεόν εν τη καρδία αυτού. Όμως, ω Βασίλειε, εις τους Ισραηλίτας, οίτινες επείραζον τον Θεόν, ο απείραστος από τον πειρασμών αυτών, ως αγαθός όπου είναι, έδιδε την ευλογίαν αυτού, άλλοτε μεν σχίζων την πέτραν και εξάγων εκείθεν ποταμόν ύδατος δια να πίωσιν οι απειθείς, άλλοτε δε άρτον αποστέλλων προς αυτούς εκ του ουρανού δια να φάγωσιν ακοπιάστως οι αχάριστοί· και άλλοτε τα κρέατα επλήθυνεν εις αυτούς, τόσον ώστε εξήρχοντο από την ρίνα αυτών· αλλά δεν επίστευσαν εις τον τα τοιαύτα θαυματουργήσαντα Θεόν οι αγνώμονες και σκληροί. Και συ λοιπόν, Βασίλειε, μη πειράζης τον Θεόν, δια να μη πάθης κακόν· πίστευε δε εις αυτόν, και πάντα τα αιτήματά σου Αυτός θέλει πληρώσει». Iδών ο Βασίλειος ότι πάντα όσα είχεν εις την καρδίαν του εγνώρισε και του είπεν ο Απόστολος του Χριστού, είπε προς αυτόν: «Και επίστευσα και πιστεύω, διδάσκαλε· όμως παρακαλώ σε, όπως δεηθής του Θεού σου και τεκνοποιήση η γυνή μου». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εάν πιστεύσης, θα ίδης του Θεού μου την δύναμιν»· και πολλά κατηχηθείς ο Βασίλειος παρά του Ιωάννου, εξήλθε του οίκου του Μύρωνος πορευθείς εις τον οίκον αυτού· την δε επομένην ημέραν επανέρχεται μετά της γυναικός του εις την οικίαν του Μύρωνος, και εισελθόντες προσεκύνησαν αυτόν· είπε δε ο Απόστολος προς την γυναίκα του Βασιλείου: «Χαίροις, Χάρις· η Χάρις του Θεού να φωτίση την καρδίαν σού και του ανδρός σου, και να δώση εις σε καρπόν κοιλίας αγαθόν». Και αφού εδίδαξεν αυτούς ικανώς, ήλθεν επ’ αυτούς η Χάρις του Αγίου Πνεύματος και παρεκάλεσαν αυτόν ίνα τους βαπτίση. Αφού λοιπόν εβαπτίσθησαν, παρεκάλουν τον Ιωάννην όπως μεταβή και ευλογήση τον οίκον αυτών· όθεν απελθών και προσευξάμενος, ηυλόγησεν αυτούς και τον οίκον αυτών, και υπέστρεψεν εις τον οίκον του Μύρωνος. Συνέλαβε δε εν γαστρί η γυνή του Βασιλείου, και δια της Χάριτος του Χριστού έτεκεν υιόν, τον οποίον ωνόμασαν Ιωάννην. Ο δε Βασίλειος, λαβών χρυσίον αρκετόν, έφερεν αυτό εις τον Απόστολον προς διάδοσιν εις τους πτωχούς· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ύπαγε, τέκνον μου, και διαμοίρασον τα ιδικά σου υπάρχοντα με τας ιδικάς σου χείρας, και θα έχης θησαυρόν εις τον ουρανόν». Μετά ταύτα, αφού παρήλθον δύο έτη, έληξεν η προθεσμία της ηγεμονίας Λαυρεντίου του ανδρός της Χρυσίππης, όστις αντικατεστάθη υπ’ άλλου· και εισελθών ούτος εις τον οίκον Μύρωνος του πενθερού αυτού, ησπάσατο τον Ιωάννην και είπε προς αυτόν: «Διδάσκαλε, η σύγχυσις των βιοτικών πραγμάτων εσκότισε τον νουν μου και με υστέρησε μέχρι σήμερον της εκ της διδασκαλίας σου ωφελείας· όμως τώρα παρακαλώ την αγίαν σου ψυχήν, όπως δια του φωτισμού του Θεού σου καθαρίσης και την ιδικήν μου συνείδησιν εκ των προτέρων μου αμαρτημάτων». Κατηχήσας λοιπόν τούτον ο Απόστολος του Χριστού, εβάπτισεν αυτόν, και απέλυσεν εις τον οίκον αυτού μετ’ ειρήνης εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.


Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

γ΄  Περί της θυγατρός του Μύρωνος.                                                                                     

Η γυνή του ηγεμόνος καθώς προείπομεν, ήτο θυγάτηρ του Μύρωνος· αύτη δε ιδούσα τους γονείς και τους αδελφούς της πιστεύσαντας εις τον Χριστόν, εζήλωσεν επί καλώ και λέγει προς τον άνδρα αυτής: «Ιδού όλος ο οίκος του πατρός μου επίστευσεν εις τον Εσταυρωμένον, τον οποίον κηρύττει ο Ιωάννης· αποφάσισον λοιπόν να πιστεύσωμεν και ημείς δια να δοξασθή ο οίκος ημών μαζί με τον οίκον του πατρός μου». Είπε δε ο ηγεμών Λαυρέντιος προς Χρυσίππην την γυναίκα αυτού: «Ω γύναι· έως ότου είμαι εις την αρχήν και εξουσίαν ταύτην, δεν δύναμαι να πράξω αυτό το οποίον λέγεις και να γίνω Χριστιανός». Λέγει προς αυτόν η γυνή: «Τώρα μάλιστα, όπου έχεις εξουσίαν, πολύ καλλίτερον δύνασαι να πράξης τούτο· διότι θα είσαι συγχρόνως φρουρός και βοηθός των πιστών». Απεκρίθη ο ηγεμών λέγων: «Γνώριζε, ω γύναι, ότι την θρησκείαν των Χριστιανών πάντες αποστρέφονται και καταδιώκουσιν. Εάν λοιπόν γίνη αυτό, το οποίον λέγεις, αμέσως θα δημιουργηθώσι διαιρέσεις και σχίσματα, και συναχθέντες άπαντες θα κατακαύσωσιν ημάς, ή και μεταβαίνοντες εις τον βασιλέα θα καταγγείλωσιν ημάς προς βλάβην ημών. Προτιμότερον λοιπόν να μένω προσποιούμενος τον ειδωλολάτρην, και κρυφίως να υποστηρίζω και βοηθώ τους πιστεύοντας εις τον Χριστόν, και μετά την συμπλήρωσιν του χρόνου της ηγεμονίας, τότε γίνομαι και εις το φανερόν Χριστιανός λαμβάνων το άγιον Βάπτισμα. Συ λοιπόν λάβε τον υιόν μας και ύπαγε εις τον οίκον του πατρός σου· και αφού διδαχθής ακριβώς υπό του Ιωάννου τα δόγματα της Χριστιανικής πίστεως, βαπτίσθητι μετά του τέκνου ημών. Πρόσεχε όμως, ω γύναι, να μη καταφρονήσης κανενός εκ των όσων ακούσης παρά του Ιωάννου, μηδέ εις εμέ να λέγης εκείνα τα οποία παρ’ αυτού μανθάνεις μυστήρια, αλλά φύλαττε ταύτα μυστικά δια τον εαυτόν σου, έως ότου έλθη ο κατάλληλος καιρός». Ταύτα ακούσασα η Χρυσίππη παρά του ανδρός αυτής, και παραλαβούσα τον υιόν της, ήλθεν εις τον οίκον του Μύρωνος· και εισελθούσα προσεκύνησε πρώτον τον Ιωάννην και είτα τους γονείς και τους αδελφούς αυτής· είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Δια ποίαν αιτίαν ήλθες προς ημάς, τέκνον»; Απεκρίθη εκείνη προς αυτόν: «Πιστεύω, Πάτερ τίμιε, ότι ο Θεός θα εγνώρισεν εις σε την αιτίαν δια την οποίαν ήλθον· πλην και εγώ αναγγέλλω προς σε, ότι από ζήλον θεοσεβείας ήλθον, δια να φωτισθώ υπό σου και συνδοξασθή ο οίκος μου μετά του οίκου του πατρός μου». Λέγει προς αυτήν ο Ιωάννης: «Είθε να φωτίση ο Κύριος την καρδίαν σού, του ανδρός σου, του υιού σου και όλου του οίκου σου». Εκείνη δε πεσούσα επί της γης, προσεκύνησεν αυτόν, και είπε: «Παρακαλώ σε, διδάσκαλε αγαθέ, δος εις εμέ την εν Χριστώ σφραγίδα δια να συναριθμηθώ με τον οίκον του πατρός μου». Είπε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Τέκνον, τούτο πρέπει να γίνη με την γνώμην του ανδρός σου». Απήντησεν η Χρυσίππη εξηγηθείσα πάντας τους λόγους του ανδρός της. Και ακούσας ο Ιωάννης ότι κατά διαταγήν και με την άδειαν του ηγεμόνος η γυνή αυτού ζητεί το Βάπτισμα, εχάρη χαράν μεγάλην· και κατηχήσας και διδάξας αυτήν, και παραγγείλας προς αυτήν ίνα κατά τας εντολάς του Χριστού πολιτεύεται, εβάπτισεν αυτήν μαζί με τον υιόν της. Τότε ο Μύρων έφερε χρήματα πολλά και έδιδε προς την θυγατέρα αυτού λέγων: «Τέκνον, ιδού χρήματα όσα θέλεις, ιδού και η τράπεζά μου εις την διάθεσίν σου, ίνα τρώγητε εξ αυτής συ και ο υιός σου, και μηκέτι απομακρυνθήτε εκ της οικίας μου, μηδέ μεταβήτε πλέον εις τον ηγεμόνα, μήποτε καταφρονήσητε καμμίαν εκ των εντολών του Χριστού». Η δε Χρυσίππη συνεφώνησεν ειπούσα προς τον πατέρα της: «Τα μεν χρήματά σου ας μένωσιν· εγώ δε μετά του υιού μου, μεταβαίνουσα μίαν φοράν εις τον οίκον μου, ευθύς θα μεταφέρω εκείθεν πάντα όσα προς διατροφήν μας χρειάζονται, και θα είμεθα πλέον πάντοτε μαζί σας». Ταύτα ακούσας ο Απόστολος του Χριστού, είπε προς τον Μύρωνα: «Δεν δέχομαι ουδέ συμφωνώ με τους λόγους σού και της θυγατρός σου· διότι ο Χριστός δεν με απέστειλε δια να χωρίζω γυναίκας από των νδρών ή άνδρας από των γυναικών αυτών, και μάλιστα ότι η θυγάτηρ σου μετά γνώμης και συμφωνίας του ανδρός αυτής επίστευσαν εις τον Χριστόν. Ας πορευθή λοιπόν εν ειρήνη εις τον οίκον της· διότι εγώ πιστεύω εις τον αποστείλαντά με Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, ότι και ο ανήρ αυτής συντόμως θα γίνη Χριστιανός· τα δε χρήματα, δια τα οποία είπατε, δανείσατε εις τον Χριστόν καθώς είναι γεγραμμένον: «Ο ελεών πτωχών δανείζει Θεώ». Προς τους ερχομένους λοιπόν και ζητούντας και έχοντας ανάγκην χρημάτων, δίδετε εξ αυτών· διότι είπεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ότι «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»· κι πάλιν αλλαχού είπεν: «Ελεήσατε ίνα ελεηθήτε· δότε και δοθήσεται». Ταύτα και περισσότερα τούτων ειπών ο Ιωάννης, απέστειλε την Χρυσίππην και τον υιόν αυτής εις την οικίαν των· την δε επομένην ημέραν έφερεν ο Μύρων προς τον Ιωάννην χρήματα πολλά, λέγων προς αυτόν· «Λάβε ταύτα, διδάσκαλε, και διαμοίρασον εις τους πτωχούς». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ιδού εδέχθην την προαίρεσίν σου, διότι γνωρίζω ότι είναι αύτη κατά Θεόν· εις δε την ιδικήν σου γνώμην αφήνω τα ιδικά σου, όπως με τας ιδίας σου χείρας δίδης εις εκείνους οι οποίοι έχουσιν ανάγκην». Ο δε Μύρων λοιπόν εις πάντας έδιδε τους έχοντας ανάγκην. Ο δε Θεός επλήθυνε τα αγαθά του εις την οικίαν αυτού, η οποία ήτο ως μία πηγή τρέχουσα αφθόνως δια της Χάριτος του Κυρίου· πάντες δε οι εν τω οίκω του Μύρωνος έχαιρον δια την μετάδοσιν προς τους έχοντας ανάγκην, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.