Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Β΄. Η εν Εφέσω δράσις του Ιωάννου.

στ΄  Θανάτωσις και αύθις ανάστασις των διακοσίων στρατιωτών και θεραπεία του παραλυτικού.                                                                                                                              

Ταύτα ακούσαντες οι Εφέσιοι και ιδόντες την θεάν των συντριβείσαν, ηγανάκτησαν περισσότερον, και έρριπτον πάλιν λίθους κατά του Ιωάννου. Όμως ουδέ εις εκ των λίθων εκτύπησεν αυτόν, αλλά μόνον αυτοί υπό του θυμού και της οργής κατεξεσχίζοντο και τους χιτώνας των περιέσχιζον, μη δυνάμενοι δια των χειρών των να εκδικηθώσι τον Ιωάννην, επειδή εσκέπετο υπό της θείας Χάριτος. Ο δε Ιωάννης, ιδών αυτούς υπό του δαίμονος εξεγειρομένους και οργιζομένους, είπε προς αυτούς: «Καθησυχάσατε, ω άνδρες Εφέσιοι· διότι δεν είναι λογικών ανθρώπων αυτά τα οποία κάμνετε, αλλά πολλής αλογίας και αγνωσίας γέμοντα, και πρέποντα μόνον εις εκείνους τους ακαθάρτους δαίμονας, οι οποίοι σας παρακινούσιν ίνα κάμνητε τα τοιαύτα. Προσέχετε λοιπόν και έλθετε εις τον εαυτόν σας δια να ίδητε την δύναμιν του ιδικού μου Θεού». Των δε Εφεσίων μύθους νομιζόντων τους λόγους του Ιωάννου, σταθείς ούτος κατά ανατολάς, και τας χείρας αυτού προς τον ουρανόν ανυψώσας, και μεγάλως στενάξας, είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, εν οικτιρμοίς και μέτρω παιδείας πιστοποίησον τους ανθρώπους τούτους, ότι συ είσαι ο Θεός και πλην σου δεν υπάρχει έτερος». Ως ετελείωσεν η προσευχή ευθύς εγένετο σεισμός μέγας και βρασμός της γης, ώστε ει του φόβου πεσόντες απέθανον έως διακόσιοι άνδρες· οι δε λοιποί, άμα συνήλθον εκ του φόβου, έπεσον εις τους πόδας του Ιωάννου, παρακαλούντες αυτόν όπως τύχωσιν ελέους· διότι μέγας τρόμος εκλόνιζεν αυτούς, διο και παρεκάλουν λέγοντες: «Παρακαλούμεν σε, ΄νθρωπε του Θεού, ίνα αναστήσης τους αποθανόντας ανθρώπους δια να πιστεύσωμεν εις τον υπό σου κηρυττόμενον Θεόν». Αναβλέψας δε ο Ιωάννης εις τον ουρανόν παρεκάλεσε τον Θεόν μετά στεναγμών και δακρύων και σιωπηράς φωνής, χωρίς να ακούηται, λέγων ούτως: «Ο ων Θεός προς τον αεί όντα Πατέρα, Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ο επιφανείς επί σωτηρία πάντων των ανθρώπων και συγχωρήσας εις ημάς τους πιστεύοντας επί σε τας αμαρτίας ημών, αυτός συγχώρησον και τούτους τους τεθνηκότας, και ανάστησον αυτούς δια της παντοδυνάμου χειρός σου και άνοιξον τας καρδίας αυτών προς φωτισμόν της γνώσεώς σου· δος δε και εις εμέ τον δούλον σου θάρσος του μετά παρρησίας λαλείν τον λόγον σου». Ταύτα προσευχηθέντος του Ιωάννου, πάλιν εγένετο βρασμός της γης μέγας, και ευθύς ανέστησαν πάντες οι αποθανόντες· και προσπεσόντες εις τον Ιωάννην παρεκάλουν αυτόν, ίνα τους αξιώση της ενθέου σωτηρίας δια του θείου Βαπτίσματος. Αφού λοιπόν εδίδαξεν ικανώς και κατήχησε τον λόγον του Θεού, εβάπτισεν αυτούς άπαντας· παραλαβών δε ημάς ο Διοσκορίδης έφερεν εις τον οίκον αυτού και παρέθεσε τράπεζαν· και αφού εφάγομεν και ηυφράνθημεν δια την σωτηρίαν των αδελφών, εξήλθομεν πάλιν προς διδασκαλίαν των ανθρώπων, και ήλθομεν εις ένα τόπον ονομαζόμενον «Τύχη πόλεως». Εις το μέρος τούτο ευρίσκετο εις άνθρωπος παραλυτικός τελείως, έχων εις την ασθένειαν αυτήν δώδεκα έτη, ο οποίος μόλις είδε τον Ιωάννην έκραξε λέγων προς αυτόν: «Ελέησόν με μαθητά του Θεού», πλησιάσας δε προς αυτόν ο Ιωάννης είπεν: «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού, ανάλαβε την υγείαν σου»· και εν τω άμα ηγέρθη ο ασθενής ευχαριστών και δοξάζων τον Θεόν. 

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Β΄. Η εν Εφέσω δράσις του Ιωάννου.

ε΄ Κήρυγμα του Ιωάννου προς τους Εφεσίους. Συντριβή της Αρτέμιδος.                             

Μίαν λοιπόν των ημερών μετά ταύτα οι κάτοικοι της Εφέσου επανηγύριζον μεγάλην εορτήν της ψευδοθεάς Αρτέμιδος, και πάντες εκευκοφόρουν· ο δε Ιωάννης, φορέσας σκοπίμως τα ιμάτια της υπηρεσίας της καμίνου του λουτρού, όπως ήσαν κεκαπνισμένα, ανέβη και εστάθη εις υψηλόν τόπον, εκεί όπου ήτο το άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος· ένεκα δε τούτου θυμωθέντες οι Εφέσιοι ιδόντες αυτόν εκεί, ελάμβανον λίθους και έρριπτον κατά του Ιωάννου. Η Χάρις όμως του Θεού, σκεπάζουσα τούτον, δεν επέτρεπεν εις κανένα εκ του λαού ίνα εγγίση επάνω αυτού τας χείρας· οι δε ριπτόμενοι κατά του Ιωάννου λίθοι εκτύπων το είδωλον, το οποίον εκ των πολλών κτυπημάτων των λίθων εθραύσθη τελείως, γενόμενον συντρίμματα. Τότε λοιπόν ο Ιωάννης, υψώσας την φωνήν αυτού, λέγει προς τον λαόν ταύτα: «Άνδρες Εφέσιοι, διατί είσθε τόσον μεθυσμένοι εις την πλάνην των ειδώλων; Διατί εγκαταλείψατε τον Δεσπότην Θεόν τον πάσης της κτίσεως Δημιουργόν, ο οποίος σας έκτισε και σας ετίμησε με λογικήν ψυχήν, και υπετάγητε εις τα θελήματα των δαιμόνων, οι οποίοι χαίρουσι δια την απώλειάν σας; Εξυπνήσατε λοιπόν και έλθετε εις τον εαυτόν σας εκ της αισχράς μέθης των λογισμών, και τον σκοτασμόν της αγνωσίας απορρίψατε, απομακρυνόμενοι από της ματαίας δεισιδαιμονίας και της πατροπαραδότου πλάνης σας, και γνωρίσατε τον αληθινόν Θεόν, δια του οποίου θα λάβητε άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον. Δια να πληροφορηθήτε δε ότι είναι ανωφελή και αδύνατα τα σεβάσματά σας, ιδού είδετε ότι η θεά σας Άρτεμις συνετρίβη υπό των λίθων των κατ’ εμού ριπτομένων· όθεν ή βοηθήσατε αυτήν δια να γίνη όπως ήτο πρότερον, ή ποιήσατε προσευχήν ίνα ποιήση εις εμέ κανέν θαύμα ή να με τιμωρήση, δια να ίδω και εγώ την δύναμίν της και πιστεύσω εις αυτήν». 

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Β΄. Η εν Εφέσω δράσις του Ιωάννου.

δ΄ Βάπτισις των Διοσκορίδου, Δόμνου και Ρωμάνας.                                                           

Ταύτα ειπόντος του Ιωάννου, αποκριθείς ο Δισκορίδης είπεν: «Άνθρωπε του Θεού, βάπτισον ημάς εις το όνομα του Θεού σου»· λέγει εις αυτόν ο Ιωάννης: «Διάταξον πάντας τους ευρισκομένους εντός του οίκου σου ίνα εξέλθωσιν έξω». Και αφού εξήλθον πάντες εκ της οικίας, ιδού και έρχεται η Ρωμάνα βαστάζουσα εις τας χείρας της τα χαρτία της αγοράς ημών, και πεσούσα εις τους πόδας του Ιωάννου, κλαίουσα έλεγε: «Δέξαι ταύτα και σχίσον τα χειρόγραφα των αμαρτιών μου, και δώρησαι εις εμέ την εν Χριστώ σφραγίδα του αγίου Βαπτίσματος». Ο δε Ιωάννης, λαβών τους χάρτας και σχίσας αυτούς, κατ’ αυτήν την ώραν εβάπτισε τον Διοσκορίδην, τον υιόν αυτού Δόμνον και την Ρωμάναν. Μετά δε ταύτα και κατά παράκλησιν του Διοσκορίδου, εξελθόντες εκ της οικίας αυτού ήλθομεν πάντες ομού εις το λουτρόν, εις το οποίον προηγουμένως υπηρετούμεν, και εισελθών ο Ιωάννης εις το μέρος όπου ήτο το ακάθαρτον πνεύμα, το οποίον έπνιγε τους ανθρώπους, εδίωξεν αυτό εκείθεν· και λαβών πάλιν ημάς ο Διοσκορίδης επανήλθομεν εις τον οίκον αυτού, ένθα ετοιμάσας ούτος τράπεζαν, ηυχαριστήσαμεν τω Θεώ και εφάγομεν τροφήν, μείναντες εκεί πλέον. 

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, Ηγαπημένου ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου ενός εκ των επτά Διακόνων.

γ΄  Ανάστασις του Διοσκορίδου.                                                                                                  
Ακούσας ο Διοσκορίδης, ο κύριος του λουτρού και πατήρ του Δόμνου, τον θάνατον του υιού του, εκ της πολλής λύπης ευθέως απέθανε· και δραμών εις εκ των υπηρετών εις το μέρος όπου ευρίσκετο ο Δόμνος μετά του Ιωάννου, ανέφερε μετά δακρύων δια τον του Διοσκορίδου θάνατον· τούτο δε ακούσας ο Δόμνος, έδραμεν εις τον οίκον αυτού και ιδών τον πατέρα του κείμενον νεκρόν, υπέστρεψε μετά λύπης μεγάλης προς τον Ιωάννην· και πεσών εις τους πόδας αυτού παρεκάλει μετά δακρύων, λέγων: «Άνθρωπε του Θεού· καθώς εις εμέ, ο οποίος ήμην νεκρός, έδωσες ζωήν, τοιουτοτρόπως δος και εις εμέ ζώντα τον πατέρα μου τον δι’ εμέ αποθανόντα· διότι προτιμότερον εις εμέ ήτο να μείνω εγώ νεκρός, παρά να βλέπω νεκρόν τον πατέρα μου». Ο δε Ιωάννης, κρατήσας εκ της χειρός τον Δόμνον, ήγειρεν αυτόν, λέγων: «Μη λυπήσαι, τέκνον· διότι ο θάνατος του πατρός σου θα προξενήση ζωήν και εις σε και εις τον εαυτόν του». Παραλαβών λοιπόν ο νεανίας τον Ιωάννην, έφερεν αυτόν εις τον οίκον ένθα ευρίσκετο ο νεκρός πατήρ του· ηκολούθει δε όπισθεν αυτών η Ρωμάνα και πλήθος λαού. Προσευξάμενος τότε ο Ιωάννης και κρατήσας της δεξιάς χειρός τον Διοσκορίδην, είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Θεού, ανάστηθι»· ευθέως δε ανέστη ο νεκρός και εκάθησε· πάντες δε οι ιδόντες εθαύμασαν και εξέστησαν· όθεν και άλλοι μεν έλεγον ότι είναι Θεός ο Ιωάννης, άλλοι δε έλεγον ότι είναι μάγος. Τότε ο Διοσκορίδης, ελθών εις τον εαυτόν του, είπε προς τον Ιωάννην: «Συ είσαι, άνθρωπε του Θεού, ο εμέ και τον υιόν μου ζωοποιήσας»; Απεκρίθη ο Ιωάννης: «Ιησούς Χριστός ο Υιός του Θεού ο δι’ εμού κηρυττόμενος, αυτός και εις σε και τον υιόν σου εχάρισε την ζωήν· και εάν πιστεύσητε εις αυτόν, θέλει σας αξιώσει και της αιωνίου ζωής». Πεσών τότε ο Διοσκορίδης εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγει προς αυτόν: «Ιδού εγώ και ο υιός μου και πάντα τα υπάρχοντά μου εις τας χείρας σου», και έδειξεν εις αυτόν πάσαν την περιουσίαν του λέγων: «Ταύτα πάντα λάβε και ποίησον ημάς δούλους του Θεού σου». Είπε δε εις αυτόν ο Ιωάννης: «Ούτε εγώ έχω ανάγκην τούτων των πραγμάτων σου, ούτε ο Θεός μου· διότι ημείς, αφήσαντες πάντα ταύτα, ηκολουθήσαμεν Αυτόν». Λέγει προς αυτόν ο Διοσκορίδης: «Και που ηκολουθήσατε Αυτόν»; Αποκριθείς τότε ο Ιωάννης ήρχισε να λέγη: «Άκουσον λοιπόν,Διοσκορίδη, θεία μυστήρια. Ο πολυέλεος και πανάγαθος Θεός, βλέπων άπαν το γένος των ανθρώπων κατακρατούμενον από μεγάλην πλάνην εις την λατρείαν των δαιμόνων και βεβυθισμένον εις την αγνωσίαν, λυπηθείς το ίδιόν του πλάσμα, εξαπέστειλε τον Υιόν Του εις τον κόσμον γεννηθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, και ηυδόκησεν ίνα λάβη σάρκα και να πληρώση την δια σαρκός οικονομίαν, δια να διδάξη τους ανθρώπους, όπως απομακρυνθώσιν από της πλάνης των δαιμόνων, και να θεραπεύση πάσαν μεγάλην νόσον και πάσαν μικράν ασθένειαν των ανθρώπων. Τούτον οι πρώτοι των Ιουδαίων κατεδίκασαν ίνα σταυρωθή· διότι τοιουτοτρόπως ήτο δι’ αυτόν προωρισμένον. Παθών λοιπόν ο Υιός του Θεού κατά σάρκα, και αποθανών θεληματικώς υπέρ ημών, κατήλθεν εις τον άδην, τον οποίον ηχμαλώτισε και ηλευθέρωσε τας εκεί απ’ αιώνων κρατουμένας ψυχάς· αναστάς δε θεοπρεπώς την τρίτην ημέραν, ενεφανίσθη εις ημάς τους δώδεκα μαθητάς, μετά των οποίων συνέφαγε και συνέπιε· και είτα διέταξεν ημάς ίνα πορευθώμεν εις όλον τον κόσμον και διδάξωμεν και βαπτίσωμεν πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Όστις λοιπόν πιστεύση και βαπτίζεται θα σωθή· ο δε απιστών θα κατακριθή».

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, Ηγαπημένου ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου ενός εκ των επτά Διακόνων.

β΄  Ανάστασις του Δόμνου και μετάνοια της Ρωμάνας.                                                             
Ελθών ο Ιωάννης από του έργου αυτού προς με, ηρώτα δια ποίαν αιτίαν κλαίει τόσον πικρώς η Ρωμάνα. Πριν δε προφθάσω εγώ να απαντήσω, ιδούσα ημάς ομιλούντας προς αλλήλους αύτη, δραμούσα ήρπασε τον Ιωάννην και κρατούσα έλεγε προς αυτόν: «Μάγε, ανεκαλύφθησαν αι μαγείαι σου, διότι από την ημέραν όπου ήλθες εις την υπηρεσίαν μου μας εγκατέλειψεν η θεά ημών Άρτεμις· όθεν ή ανάστησον τον υιόν του κυρίου μου ή αυτήν την ώραν θα χωρίσω την ψυχήν από του σώματός σου». Λέγει προς αυτήν ο Ιωάννης: «Ειπέ εις εμέ, τι είναι εκείνο το οποίον έφερεν εις σε τούτο το μέγα πένθος»· η δε Ρωμάνα από θυμόν μέγαν και οργήν κινουμένη, απλώσασα την χείρα αυτής, ερράπισε τον Ιωάννην ειπούσα προς αυτόν: «Δούλε πονηρέ· πάντες οι κατοικούντες την Έφεσον έμαθον το γενόμενον, και συ ήλθες δια να με περιπαίξης χαίρων και λέγων ότι δεν γνωρίζεις το γενόμενον εις εμέ δεινόν; Δεν γνωρίζεις ότι ο υιός του κυρίου μου Διοσκορίδου απέθανε μέσα εις το λουτρόν»; Ακούσας δε ο Ιωάννης και περιχαρής γενόμενος, υπεχώρησεν ολίγον· και εισελθών εις το λουτρόν προσηυχήθη· και δια της προσευχής του, αποδιώκει εκείθεν το ακάθαρτον πνεύμα και εισοικίζει εις το σώμα την ψυχήν του νεανίσκου αναστήσας αυτόν· και λαβών τούτον εκ της χειρός, εξήλθε του λουτρού και λέγει προς την Ρωμάναν: «Λάβε τον υιόν του κυρίου σου». Ιδούσα Ρωμάνα το γεγονός τούτο της αναστάσεως του Δόμνου, εξέστη το πνεύμα αυτής και φόβος και τρόμος έλαβεν αυτήν· και δεν είχε πλέον εις τον νουν της τον θάνατον του Δόμνου, αλλ’ εις το σημείον το οποίον εποίησεν ο Ιωάννης, δια το οποίον εθαύμαζε και εξεπλήττετο, και ως να επληγώθη εις την καρδίαν, ούτως εκείτετο ως νεκρά και ακίνητος ωσεί λίθος επί δύο ώρας· ύστερον δε ελθούσα εις τον εαυτόν της, δεν ηδύνατο εκ της εντροπής να παρατηρήση εις το πρόσωπον του Ιωάννου, προτιμώσα μάλλον τον θάνατόν της· διότι εσκέπτετο καθ’ εαυτήν λέγουσα: «Πώς να ατενίσω εις το πρόσωπον του ανθρώπου τούτου, προς τον οποίον τόσας πληγάς έδωσα, χωρίς να έχω καμμίαν αφορμήν; Που να κρύψω τον εαυτόν μου; Είθε να ανοίξη η γη να με καταπίη! Ω θάνατε, σε επικαλούμαι· ελθέ και απάλλαξόν με εκ της εντροπής ταύτης»! Βλέπων ο Ιωάννης το πρόσωπον της γυναικός μεταμορφωμένον και ότι πρόκειται αύτη να πέση εις την γην, εκράτησεν αυτήν εκ της χειρός και εσφράγισεν εκ τρίτου δια του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, και ούτως έφερεν αυτήν εις την προτέραν κατάστασιν· πεσούσα δε αύτη εις τους πόδας του Ιωάννου και κλαίουσα πικρώς, είπεν εις αυτόν: «Παρακαλώ σε, πληροφόρησόν με ποίος είσαι· διότι καθώς βλέπω ή Θεός ή υιός Θεού». Είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Ούτε Θεός είμαι, ούτε υιός Θεού· αλλ’ είμαι ο Ιωάννης ο μαθητής του Υιού του Θεού, ο οποίος ανέπεσα εις το στήθος αυτού και ήκουσα θεία μυστήρια· εάν λοιπόν πιστεύσης και συ εις Αυτόν, θα γίνης δούλη Του, καθώς και εγώ είμαι δούλος Του». Ταύτα ακούσασα η Ρωμάνα, μετά μεγάλης εντροπής και φόβου πολλού είπε προς τον Ιωάννην: «Πρώτον, άνθρωπε του Θεού, συγχώρησον εις εμέ πάντα όσα σοι έπταισα εγώ η αθλία». Ο δε Ιωάννης είπε προς αυτήν· «Εάν πιστεύσης εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάντα τα αμαρτήματά σου θα συγχωρηθώσιν»· η δε γυνή λέγει προς αυτόν: «Πιστεύω, άνθρωπε του Θεού, εις όλα όσα ακούω εκ του στόματός σου». 

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου

Μέρος  Β΄.
Η εν Εφέσω δράσις του Ιωάννου.


α΄  Άφιξις εν Εφέσω και εν αυτή ανάληψις υπηρεσίας εν λουτρώ.                                              
Μετά ταύτα εγερθέντες εκείθεν εισήλθομεν εις την Μαρεώτην, και ζητήσαντες άρτον και ύδωρ εφάγομεν και επίομεν· και βαδίσαντες την οδόν προς την Έφεσον, εφθάσαμεν εις αυτήν και εισήλθομεν εις την πόλιν, καθίσαντες εις την αρχήν αυτής εις ένα τόπον καλούμενον «τόπος της Αρτέμιδος». Υπήρχε δε εκεί πλησίον λουτρόν του πρώτου της πόλεως ονόματι Διοσκορίδου. Έλεγε λοιπόν ο Ιωάννης προς με: «Τέκνον Πρόχορε· ας μη γνωρίση κανείς εκ των κατοίκων της πόλεως ταύτης ποίοι είμεθα και δια ποίον σκοπόν ήλθομεν ενταύθα, έως ότου ο Θεός φανερώση ημάς, δια να έχωμεν παρρησίαν». Ταύτα δε του Ιωάννου ομιλούντος προς εμέ, ιδού εφάνη έμπροσθεν ημών διερχομένη μία γυνή μεγαλόσωμος, η οποία είχε την επιστασίαν του λουτρού εκείνου, και δια την παχυσαρκίαν της ήτο στείρα ωσάν ημίονος. Αύτη η γυνή, έχουσα το θάρρος εις την δύναμίν της, εκακομεταχειρίζετο τους υπηρετούντας εις το λουτρόν ανθρώπους, κτυπώσα αυτούς με τας ιδίας της χείρας· δια τούτο ουδείς εξ αυτών ετόλμα ίνα αμελή την υπηρεσίαν του λουτρού δια τον φόβον αυτής. Ελέγετο δε περί αυτής ότι εξήρχετο και εις τους πολέμους, ρίπτουσα λίθους και ουδέποτε αποτυγχάνουσα· ενομίζετο δε ότι εσωφρόνει κατά το σώμα, αλλ’ αυτή μάλλον ασχημονούσε· διότι βάφουσα και χρωματίζουσα τας ιφρύας των οφθαλμών της, περιέφερεν αυτούς πανταχού· και άλλους μεν ανθρώπους έβλεπε με ιλαρόν πρόσωπον, άλλους δε με άγριον, ένεκα του οποίου οι έχοντες νουν άνθρωποι διέκρινον τον ένα οφθαλμόν αυτής αισχρόν, και τον άλλον ελεύθερον ωνομάζετο δε η γυνή αύτη Ρωμάνα. Αύτη λοιπόν εξερχομένη εκ του λουτρού και ιδούσα ημάς καθημένους εις τον τόπον εκείνον, πλησιάσασα και βλέπουσα το ταπεινόν σχήμα ημών, εσκέφθη καθ’ εαυτήν λέγουσα: «Ούτοι οι άνθρωποι ξένοι υπάρχουσι και έχουσιν ανάγκην τροφής· δύνανται όθεν αυτοί να χρησιμεύσωσιν εις εμέ δια την υπηρεσίαν του λουτρού, χωρίς να έχωσι και πολλάς απαιτήσεις δια μισθόν, μήτε και της υπηρεσίας του λουτρού θα αμελώσι δια τον ιδικόν μου φόβον». Και ταύτα σκεφθείσα, λέγει προς τον Ιωάννην: «Πόθεν είσαι, άνθρωπε»; Απεκρίθη προς αυτήν ο Ιωάννης: «Από ξένην γην υπάρχω», και η Ρωμάνα: «Ποίαν»; Λέγει ο Ιωάννης: «Την Ιουδαίαν». Ηρώτησε πάλιν η γυνή: «Ποίας θρησκείας υπάρχεις»; Απήντησεν ο Ιωάννης: «Ιουδαίος μεν την ρίζαν, Χριστιανός δε την χάριν, και ναυαγός την συμφοράν». Λέγει πάλιν η γυνή: «Θέλεις να μείνης εις την υπηρεσίαν μου και να καίης την κάμινον του λουτρού, εγώ δε να δίδω εις σε την τροφήν και τα λοιπά χρειώδη του σώματος»; Απεκρίθη ο Ιωάννης: «Εγώ ποιώ τούτο». Στραφείσα και προς εμέ η γυνή, είπε: «Συ δε πόθεν είσαι»; Απήντησε ο Ιωάννης: «Ιδικός μου αδελφός υπάρχει». Και πάλιν είπεν η Ρωμάνα: «Έχω ανάγκην και αυτού δια το έργον της περιχυτικής εις το λουτρόν». Εισήγαγε λοιπόν ημάς η Ρωμάνα εις το λουτρόν, και τον μεν Ιωάννην διέταξε να καίη την κάμινον, εμέ δε διέταξεν ίνα χύνω ύδωρ εις τους λουομένους· έδιδε δε εις ημάς καθημερινώς δια τροφήν τρεις λίτρας άρτου (300 περίπου γραμμάρια), και τα αναγκαιούντα αργύρια δια τα λοιπά έξοδα. Μετά παρέλευσιν τεσσάρων ημερών από της εισόδου ημών εις το λουτρόν, εργαζόμενος ο Ιωάννης εις την κάμινον και ως άπειρος αποτυχών εις το έργον, εστέκετο σκεπτικός πλησίον της καμίνου. Εισελθούσα η Ρωμάνα λοιπόν και ιδούσα ούτως ιστάμενον τον Ιωάννην, λαβομένη έρριψεν αυτόν κάτω, και έτυπτε σφοδρώς τούτον κατά γης κείμενον, λέγουσα συγχρόνως προς αυτόν: «Φυγοπολίτα, εξόριστε, καταχραστά, άχρηστε· αφού δεν δύνασαι να χρησιμεύσης, διατί προσήλθες εις το έργον μου; Τας πανουργίας σου εγώ θα καταστρέψω· προς την Ρωμάνα ήλθες να υπηρετήσης, η οποία έχει ακουσθή μέχρι της Ρώμης; Δούλος μου είσαι, κακότροπε, και δεν δύνασαι να φύγης πλέον απ’ εδώ· διότι, και εάν φύγης, εγώ θα σε αναζητήσω παντού, και αφού σε εύρω, θα σε θανατώσω κακώς. Όταν τρώγης και πίνης, ευφραίνεσαι, και όταν πρόκειται να εργασθής, καταλαμβάνεσαι από αμέλειαν; Άλλαξον την γνώμην σου, κακότροπε, διότι εις την Ρωμάναν υπηρετείς». Αφού εξήλθεν η Ρωμάνα εκ του λουτρού και μετέβη εις τον οίκον της, ακούσας εγώ πάντα όσα είπεν αύτη προς τον Ιωάννην και ότι πολλάς πληγάς έδωκεν εις αυτόν, αν και δεν είχομεν ακόμη πολλάς ημέρας εις την υπηρεσίαν της, εις μεγάλην λύπην και στενοχωρίαν ήλθεν ο λογισμός μου, χωρίς όμως να είπω τίποτε προς τον Ιωάννην. Γνωρίσας όμως δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος την θλίψιν μου, είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε· επειδή εν Ιεροσολύμοις εδίστασεν ο λογισμός μου, γνωρίζεις εις πόσον μέγα ναυάγιον περιεπέσαμεν· και όχι μόνον ημείς, αλλά και άλλοι ανεύθυνοι της αμαρτίας, την οποίαν είχον εγώ· δια τούτο και εποίησα τεσσαράκοντα νυχθήμερα εις την θάλασσαν, έως ότου ηθέλησεν ο Θεός να εξέλθω εις την ξηράν. Και συ λοιπόν λυπείσαι και απελπίζεσαι δια ένα μικρόν πειρασμόν ενός γυναικαρίου και δια μερικάς ψυχράς απειλάς του; Πήγαινε λοιπόν εις το έργον, το οποίον διωρίσθης, και ποίει αυτό μετά επιμελείας· διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ο Ποιητής των απάντων ερραπίσθη, ενεπτύσθη, εφραγγελώθη, εσταυρώθη, ο Ποιητής υπό των ποιημάτων, γενόμενος εις ημάς παράδειγμα και δια να μας παρακινήση εις προθυμίαν· διότι είπε προς ημάς, ότι «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών». Και ταύτα του Ιωάννου ειπόντος προς με, επορεύθην εις το έργον το οποίον με είχε διορίσει η Ρωμάνα. Την επομένην ημέραν λίαν πρωϊ, ελθούσα πάλιν η Ρωμάνα, ήρχισε λέγουσα προς τον Ιωάννην: «Εάν έχης ανάγκην δια περισσοτέραν τροφήν, ειπέ εις εμέ δια να σου δώσω· μόνον εις το έργον σου πρόσεχε». Ο δε Ιωάννης είπε προς αυτήν: «Και η τροφή και η λοιπή χρεία του σώματός μου είναι αρκετή εις ημάς, και το έργον μου προσέχω». Λέγει η Ρωμάνα: «Διατί λοιπόν σε κατηγορούσι πάντες, ότι είσαι άχρηστος εις το έργον»; Ο δε Ιωάννης απήντησε προς αυτήν: «Τώρα εσχάτως ήρχισα την εργασίαν αυτήν, και δια τούτο κάμνω λάθη· αλλ’ όταν παρέλθη μερικός καιρός, τότε θέλεις πληροφορηθή ότι είμαι τεχνίτης· διότι όλαι αι τέχναι είναι δύσκολοι ολίγον εις τους αρχαρίους». Ταύτα ειπών ο Ιωάννης προς την Ρωμάναν, απήλθεν εκείνη εις τον οίκον αυτής. Ο δε απ’ αρχής μισόκαλος διάβολος, εμφανισθείς εις το σχήμα της Ρωμάνας, εστάθη έμπροσθεν του Ιωάννου και λέγει προς αυτόν: «Πάλιν θα σε τιμωρήσω, δραπέτα (φυγάδα), διότι μου κατέστρεψας το έργον. Δεν δύναμαι να σε υπομένω πλέον· καύσον αρκετά την κάμινον δια να σε βάλω μέσα. Όμως, επειδή δεν θέλω να σε βλέπω πλέον, φύγε απ’ εδώ μακράν, επιθέτα, επίβουλε, παραλαμβάνων μαζί σου και τον συνεπιθέτην σου, και πήγαινε εις την χώραν από την οποίαν σε εδίωξαν δια τας κακάς πράξεις σου». Και λαβών ο δαίμων εις χείρας το σίδηρον της καμίνου, έλεγε μετά απειλών προς τον Ιωάννην: «Θα σε φονεύσω, κακότροπε, φύγε απ’ εδώ· δεν θέλω πλέον να με υπηρετής· φύγε διότι θα σε θανατώσω κακώς». Ο δε Ιωάννης, γνωρίσας δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ότι ο ταύτα λέγων και πράττων είναι ο δαίμων, ο οποίος έμενεν εις τον λουτρόν, επικαλεσάμενος το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εδίωξεν αυτόν αμέσως. Την επομένην λοιπόν ημέραν ελθούσα πάλιν εις το λουτρόν η Ρωμάνα, λέγει προς τον Ιωάννην: «Πάλιν πολλά λέγουσι δια σε, ότι εις το έργον σου δεν προσέχεις, αλλά κατά το κακόν σου θέλημα τούτο ποιείς, ζητών αφορμήν ίνα σε διώξω· αλλά δεν δύνασαι πλέον να φύγης απ’ εμού· διότι, εάν θελήσης να φύγης εντεύθεν, ουδέν εκ των μελών σου θα αφήσω χρήσιμον, αλλά δια των τιμωριών θα καταστήσω πάντα άχρηστα». Εις όλα ταύτα ουδόλως ωμίλησεν ο Ιωάννης· βλέπουσα δε εκείνη την υπομονήν αυτού και το πράον και ησύχιον, ενόμιζεν ότι είναι ούτος αγροίκος και ιδιώτης· όθεν και ίνα δοκιμάση αυτόν, έλεγε λόγους σκληρούς μετά απειλών, λέγουσα: «Δεν είσαι δούλος μου, κακότροπε; Λέγε, αποκρίθητι εις εμέ». Ο δε Ιωάννης είπε: «Ναι, δούλοι σου υπάρχομεν, εγώ τε ο εγκαύστης Ιωάννης, και ο περιχύτης Πρόχορος». Αύτη δε η κακή Ρωμάνα, έχουσα φίλον ένα δικολάβον, εζήτησε την γνώμην αυτού ειπούσα προς αυτόν ψευδώς: «Οι γονείς μου αποθνήσκοντες άφησαν εις εμέ δύο δούλους· ούτοι δε από πολλών ετών εδραπέτευσαν εκ της οικίας μου· τα δε χαρτία της αγοράς αυτών απώλεσα· τώρα δε ελθόντες πάλιν εις την οικίαν μου, ομολογούσιν ότι δούλοι μου υπάρχουσι. Δύναμαι λοιπόν ίνα γράψω έτερα χαρτία αγοράς αυτών»; Λέγει προς αυτήν ο δικολάβος: «Εάν ομολογώσι και τώρα ότι εκ προγόνων δούλοι σου υπάρχουσι, και την ομολογίαν ταύτην ποιήσωσιν ενώπιον τριών αξιοπίστων μαρτύρων, δύνασαι να γράψης νέα χαρτία αγοράς αυτών». Γνωρίσας ταύτα πάντα δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ο Ιωάννης, είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε· γνώριζε ότι το γύναιον τούτο ζητεί να ομολογήσωμεν εγγράφως, ότι ως δούλοι αυτής υπάρχομεν· διότι προ ολίγου συνεβουλεύθη ένα δικολάβον· εκείνος δε συμφώνως προς όσα είπεν εις αυτόν κατά τον σκοπόν της, συνεβούλευσεν αυτήν. Τώρα λοιπόν ζητεί να εύρη τους μάρτυρας, όπως έμπροσθεν αυτών ομολογήσωμεν, ότι δούλοι αυτής υπάρχομεν. Μη λάβης λοιπόν ένεκα τούτου λύπην εις την καρδίαν σου, αλλά μάλλον να χαίρης· διότι δια του τρόπου τούτου ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός πολύ συντόμως θα δείξη, προ παντός εις την γυναίκα ταύτην, ποίοι είμεθα». Ταύτα ομιλούντος του Ιωάννου, εισέρχεται η Ρωμάνα εις το λουτρόν, και λαβούσα αυτόν εκ της χειρός, ήρχισε να τον κτυπά λέγουσα· «Δούλε κακέ, δραπέτα· διατί όταν εισέρχεται η κυρία σου δεν σπεύδεις να προϋπαντήσης και να προσκυνήσης αυτήν; Ή μήπως νομίζεις ότι είσαι ελεύθερος; Γνώριζε ότι είσαι δούλος της Ρωμάνας». Και πάλιν ερράπισεν αυτόν προς εκφοβισμόν, και έλεγε: «Δεν είσαι δούλος μου, δραπέτα»; Ο δε Ιωάννης είπε: «Κι άλλοτε είπον, ότι δούλοι σου υπάρχομεν, εγώ τε ο εγκαύστης Ιωάννης και Πρόχορος ο περιχύτης». Λέγει πάλιν η Ρωμάνα: «Τίνος δούλοι, κακότροποι»; Και ο Ιωάννης: «Τίνος θέλεις να είπωμεν»; Απήντησεν η Ρωμάνα: «Ότι ιδικοί μου δούλοι υπάρχετε». Απεκρίθη ο Ιωάννης: «Και εγγράφως και αγράφως ομολογούμεν, ότι δούλοι σου υπάρχομεν». Λέγει η Ρωμάνα: «Εγγράφως θέλω ίνα ομολογήσητε ενώπιον τριών μαρτύρων». Και ο Ιωάννης: «Μη βραδύνης λοιπόν, αλλά ποίησον τούτο σήμερον». Λαβούσα λοιπόν ημάς η Ρωμάνα έφερεν απέναντι του ναού της Αρτέμιδος, και εκεί ενώπιον τριών μαρτύρων έγραψε τα χαρτία της αγοράς ημών· και πάλιν εισήγαγεν ημάς έκαστον εις το έργον αυτού. Εις δε το λουτρόν εκείνο υπήρχε μία τοιαύτη διαβολική ενέργεια αφ’ ότου εκτίζετο αυτό· εμεθοδεύθη ο σατανάς και ενέβαλεν εις τους πεπλανημένους εκείνους ειδωλολάτρας, όταν κτίζωσι λουτρόν και ανοίγωσι τα θεμέλια, να θάπτωσι μέσα εις αυτά, σκεπάζοντες δια των λίθων, ένα νέον ή μίαν νέαν δέκα πέντε έως δεκαέξ ετών, δια να κάμνη δήθεν ήχον καλόν και να φαίνηται ευχάριστον το λουτρόν. Και εις τούτο λοιπόν το λουτρόν είχε γίνει μία τοιαύτη μιαιφονία και αθωοφονία και εκ της αιτίας ταύτης έλαβεν αφορμήν ο σατανάς και κατώκησεν εις το λουτρόν εκείνο εις δαίμων πάντοτε, ο οποίος τρεις φοράς τον χρόνον, εκ των εκεί εισερχομένων, έπνιγεν εις το ύδωρ ένα νέον ή μίαν νεάνιδα. Ο Διοσκορίδης λοιπόν, ο κύριος του λουτρού, είχε σημειώσει εγγράφως τας ημέρας εκείνας όπου ενήργει ταύτα ο δαίμων· διότι επειδή είχεν υιόν ωραιότατον έως ετών δέκα οκτώ, παρετήρει τας ημέρας εκείνας κατά τας οποίας ενηργείτο η επιβουλή αύτη του δαίμονος, και δεν άφηνεν αυτόν κατ’ αυτάς ίνα εισέλθη εις το λουτρόν, αλλά εις άλλας ημέρας μόνος ούτος ελούετο, και δια τον φόβον του δαίμονος και δια τον φθόνον των ανθρώπων. Αφού λοιπόν εποιήσαμεν ημείς εις την υπηρεσίαν του λουτρού τρεις μήνας, έτυχε μίαν ημέραν να εισέλθη ο υιός του Διοσκορίδου μόνος εις το λουτρόν· εισήλθον δε και εγώ μετ’ αυτού έχων εις χείρας το σκεύος της υπηρεσίας μου· εισήλθον δε μετ’ εμέ και οι υπηρέται αυτού. Ο ακάθαρτος λοιπόν δαίμων ορμήσας απέπνιξε τον νέον, τον του Διοσκορίδου υιόν· και τούτο ιδόντες οι υπηρέται, κλαίοντες και κοπτόμενοι, εξελθόντες ανέφερον αυτό εις την Ρωμάναν· ακούσασα δε τούτο εκείνη, έρριψεν εις την γην το διάδημα της κεφαλής της, και λαβούσα δια των χειρών τας τρίχας της κεφαλής της, μετά πολλού κλαυθμού και πικροτάτου οδυρμού ήρχισε να λέγη: «Αλλοίμονον εις εμέ! Τι να απολογηθώ εις τον κύριόν μου Διοσκορίδην; Αλλά και αυτός μόλις ακούση περί τούτου, αμέσως θα αποθάνη από την λύπην του· διότι μονογενής υιός του υπήρχεν ο κύριός μου Δόμνος (τούτο ήτο το όνομα του νέου). Μεγάλη Άρτεμις των Εφεσίων, βοήθησον ημάς· δείξον την δύναμίν σου και ανάστησον τον αποθανόντα νεανίσκον. Γνωρίζομεν πάντες οι κατοικούντες την Έφεσον ότι δια σου κυβερνώνται τα πάντα, και ότι δια σου δυνάμεις και σημεία μεγάλα γίνονται. Ανάστησον λοιπόν και τον δούλον σου Δόμνον, και παρουσίασον αυτόν ζώντα εις τον πατέρα αυτού». Ταύτα και τα τούτων όμοια και περισσότερα λέγουσα η Ρωμάνα, εξέσχιζε τας χείρας και τας σάρκας αυτής εκριζώνουσα και τας τρίχας της κεφαλής της· και ήτο κλαίουσα και κοπτομένη από της τρίτης έως της ενάτης ώρας. Συνήχθη δε και λαός πολύς· και άλλοι μεν ελυπούντο δια τον θάνατον του νεανίσκου Δόμνου, άλλοι δε εθαύμαζον δια το πολύ πένθος της Ρωμάνας. 

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Αι περίοδοι του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ, συγγραφείσαι παρά του μαθητού αυτού Αγίου Προχόρου

γ΄  Η εκ των πρώτων πειρασμών διάσωσις των Αποστόλων.                                                  

Εξελθόντες λοιπόν κατεκείμεθα επί της ξηράς, αδυνατούντες εκ της πείνης, του φόβου και του κόπου να ομιλήσωμεν ο εις προς τον άλλον· και ούτως εκειτόμεθα από ώρας έκτης έως ώρας ενάτης. Ύστερον ελθόντες ολίγον εις τον εαυτόν μας και βαδίσαντες, εισήλθομεν εις την Σελεύκειαν· και επειδή είχομεν περιπέσει εις ναυάγιον, δια τούτο εζητήσαμεν άρτους και εφάγομεν. Μετά δε τούτο, αφού συνήλθομεν εκ του φόβου, ήρχισαν πάντες οι του πλοίου άνθρωποι να εγείρωνται εναντίον εμού κινούμενοι με λόγους πονηρούς και λέγοντες: «Ο άνθρωπος ο οποίος ήτο μαζί σου, επειδή ήτο μάγος, δια τούτο εμάγευσεν ημάς, θέλων να λάβη το φορτίον του πλοίου· κι αφού έλαβεν αυτό, εξηφανίσθη και δεν γνωρίζομεν τι έγινε πλέον. Συ λοιπόν, επειδή υπάρχεις όμοιος με εκείνον μάγος, δια τούτο δεν σε αφήνομεν να εξέλθης εκ της πόλεως ταύτης, επειδή είσαι ένοχος θανάτου. Που είναι λοιπόν εκείνος ο κακότεχνος; Ιδού πάντες οι εν τω πλοίω είμεθα εδώ· αυτός δε που είναι»; Ταύτα λεγόντων των ανθρώπων του πλοίου, εξήγειραν και πάσαν την πόλιν εναντίον εμού, πληροφορούντες αυτούς με τους ιδικούς των λόγους· ούτοι δε συλλαβόντες με, έθεσαν εις την φυλακήν. Την δε επομένην ημέραν παρουσιάσαντές με εις τους εξουσιαστάς της πόλεως, εις δημόσιον τόπον, ήρχισαν ούτοι να με ερωτώσι μετά σκληρότητος λέγοντες: «Πόθεν είσαι; Ποίας θρησκείας είσαι; Ποία είναι η εργασία σου; Και ποίον είναι το όνομά σου; Ειπέ εις ημάς αμέσως περί πάντων τούτων προ του σε βασανίσωμεν κακώς». Αποκριθείς δε εγώ απελογήθην ειπών: «Είμαι εκ της Ιουδαίας γης, ανήκω δε εις την θρησκείαν των λεγομένων Χριστιανών· ονομάζομαι Πρόχορος· περιέπεσα δε εις ναυάγιον ομού με τους κατηγόρους μου». Ο πολιτάρχης είπε: «Πως λοιπόν ευρέθητε όλοι μαζί εκτός μόνον του σου συντρόφου; Πάντως όθεν καθώς ούτοι λέγουσι, μάγοι είσθε και εποιήσατε μαγείαν εις το πλοίον· και δια να μη γνωρίση κανείς την υπόθεσιν, συ μεν ευρέθης μετά των ναυτών ενταύθα, ο δε σύντροφός σου, καθώς έχετε συνεννόησιν, επήρε τα χρήματα και τα πράγματα του πλοίου. Λοιπόν ή κακούργοι είσθε, ή ένοχοι φόνων και αιμάτων αθώων· και δια τούτο τον μεν συντροφόν σου κατέπιεν η θάλασσα, σε δε η θεία δίκη ηθέλησε να σε διασώση από την θάλασσαν, και να σε καταστρέψη εις την πόλιν ταύτην. Ειπέ λοιπόν εις ημάς μετά πάσης ακριβείας, που είναι ο σύντροφός σου». Ταύτα ακούσας εγώ, μετά κλαυθμού και οδυρμού πικροτάτου είπον προς αυτούς· «Χριστιανός είμαι, μαθητής δε των Αποστόλων του Χριστού. Αυτός λοιπόν ο Κύριος έδωσεν εντολήν εις τους δώδεκα Αποστόλους του, ίνα μεταβώσιν εις όλον τον κόσμον να διδάξωσι και βαπτίσωσι πάντας τους πιστεύοντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αφού λοιπόν ανελήφθη ο Χριστός εις τους ουρανούς, συναχθέντες εις ένα τόπον ησυχαστικόν άπαντες οι Απόστολοι έβαλον λαχνούς, που να πορευθή έκαστος δια να κηρύξη. Του δε διδασκάλου του ιδικού μου, επειδή έλαχεν ο κλήρος τού μέρους της Ασίας, εφάνη εις αυτόν πολύ δύσκολον το μέρος τούτο· και επειδή εδίστασεν ο λογισμός του, δια τούτο απεκαλύφθη εις αυτόν ότι ήμαρτε και ότι πρόκειται να τιμωρηθή δια της θαλάσσης. Και αφού εισήλθομεν εις το πλοίον, εκείνα τα οποία έμελλον να συμβώσιν εις αυτόν, πάντα καταλεπτώς και μετά αληθούς ακριβείας εφανέρωσεν εις εμέ· και είπε μοι, ότι εις ωρισμένον τόπον να αναμείνω αυτόν ωρισμένον αριθμόν ημερών· και εάν έλθη κατά το διάστημα των ημερών τούτων, θα ποιήσωμεν το πρόσταγμα του διδασκάλου ημών· εάν όμως κατά το ανωτέρω διάστημα δεν έλθη, τότε μοι είπε να επιστρέψω εις την πατρίδα ημών την Ιουδαίαν. Λοιπόν ούτε ο διδάσκαλός μου είναι μάγος, ούτε εγώ, αλλά είμεθα Χριστιανοί». Ενώ έλεγον ταύτα προς αυτούς, παρευρίσκετο εκεί και εις αξιωματικός, Σέλευκος ονόματι, σεκρετάριος κατά την αξίαν, κατελθών τότε από της Αντιοχείας δια τινας δημοσίας υπηρεσίας και υποθέσεις. Ούτος ακούσας τους λόγους μου, διέταξε τον πολιτάρχην ίνα με απολύση. Απολυθείς λοιπόν και εξελθών εκ της πόλεως Σελευκείας, δια πορείας τεσσαράκοντα ημερών έφθασα εις την Ασίαν εις εν μέρος Μαρεώτη καλούμενον· ήτο δε ο τόπος αυτός πλησίον εις την θάλασσαν· υπήρχε δε πλησίον εις τον αιγιαλόν και εν πανδοχείον εις το οποίον και κατέλυσα. Καθήμενος πλησίον εκεί με πολλήν θλίψιν και στενοχωρίαν, ενύσταξα και απεκοιμήθην· κοιμηθείς δε αρκετά εξύπνησα· και καθώς ήνοιξα τους οφθαλμούς μου, εκοίταξα προς την θάλασσαν· και ιδού κύμα μέγα ελθόν μετά ήχου σφοδρού, έρριψε τον Ιωάννην εις την γην· εγώ δε, αν και δεν εγνώρισα ότι είναι ο Ιωάννης, εγερθείς όμως αμέσως έδραμον ίνα βοηθήσω αυτόν ως ομοιοπαθή, και διερχόμενον την ιδίαν θλίψιν την οποίαν διήλθον και εγώ προηγουμένως. Προλαβών όμως εκείνος ηγέρθη· και αναγνωρισθέντες, ενηγκαλίσθημεν αλλήλους και εκλαύσαμεν επί πολύ ευχαριστήσαντες τον φιλάνθρωπον Θεόν των απάντων. Ελθών λοιπόν εις εαυτόν ο Ιωάννης, ηρχίσαμεν διηγούμενοι ο εις προς τον άλλον τα συμβάντα εις ημάς· διηγήθη δε προς εμέ ότι τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας εποίησεν επάνω της θαλάσσης περιφερόμενος εδώ και εκεί υπό της βίας των κυμάτων· διηγήθην δε και εγώ προς αυτόν όσα εποίησεν εις εμέ ο Θεός, και ποίους λόγους, βασάνους και πειρασμούς ενήργησαν εις εμέ οι διασωθέντες μετ’ εμού άνθρωποι του πλοίου.