Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

η΄   Περί του Ιουδαίου Κάρου.                                                                                                     

Μετά παρέλευσιν ημερών τινων, εξελθόντες της οικίας του Μύρωνος ήλθομεν εις τόπον τινά παραθαλάσιον ονομαζόμενον «Πρόκλον», ένθα υπήρχον καταστήματα κατεργασίας δερμάτων (βυρσοδεψεία)· ήτο δε εκεί εις βυρσοδέψης Ιουδαίος, ονομαζόμενος Κάρος, ο οποίος ήρχισε να συζητή μετά του Ιωάννου εκ των βιβλίων του Μωϋσέως, ο δε Απόστολος του Χριστού εξήγει προς τον Ιουδαίον κατά το πνεύμα τα υπ’ εκείνου κατά το γράμμα  εννοούμενα· ούτος δε εφιλονίκει και αντέλεγεν εις τα λεγόμενα υπό του Ιωάννου. Όμως ο θείος Απόστολος μετά πολλής της πραότητος επέμενε διαλύων τα λεγόμενα υπό του Ιουδαίου, αντιπαραθέτων τα των Προφητών και προσαρμόζων αυτά εις τον Υιόν του Θεού και την ένσαρκον οικονομίαν αυτού, τον τε Σταυρόν και την Ανάστασιν, τα οποία πάντα υπ’ αυτών προεκηρύχθησαν. Ακούσας ταύτα ο Κάρος ετράπη πάραυτα εις βλασφημίας, τας οποίας ακούσας ο Ιωάννης είπε προς αυτόν· «Σιώπα, πεφίμωσο»· και ομού με τον λόγον έγινεν ο Ιουδαίος κωφός και άλαλος· πάντες δε οι εκεί ευρισκόμενοι εθαύμασαν, πως μόνον με τον λόγον του Ιωάννου εβωβάθη ο Κάρος, και επίστευσαν εις τον Κύριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιωάννης: «Τι θαυμάζετε, ω άνδρες, δια τούτον, ο οποίος μόνος του έσυρεν εις τον εαυτόν του την καταδίκην; Ή δεν γνωρίζετε, ότι εκείνοι οι οποίοι δεν συμφωνούσι και δεν πείθονται εις τους λόγους, ούτοι κρίνονται δια των όπλων και πείθονται δια της βίας». Ίστατο δε εκεί πλησίον Αρεώτης ο φιλόσοφος, όστις είπε προς τον Ιωάννην: «Διδάσκαλε, το μέλι δεν γνωρίζει καμμίαν πικρίαν, και το γάλα δεν έχει καμμίαν κακίαν», και με τον λόγον ένευσεν ο φιλόσοφος εις τον Κάρον, ίνα προσπέση εις τους πόδας του Αποστόλου ειπών προς αυτόν: «Πάτερ· αυτόν τον οποίον εδέσμευσας, καθώς του έπρεπε, παρακαλώ σε λύσον δι την αγάπην και ευσπλαγχνίαν». Τότε ο Ιωάννης, λυπηθείς αυτόν, είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού εκλείσθη το στόμα σου, εν τω ονόματι αυτού πάλιν ας ανοιχθώσι τα χείλη σου»· και αμέσως με τον λόγον του Ιωάννου ωμίλησεν ο Κάρος. Εξίσταντο λοιπόν πάντες, επίστευον και εβαπτίζοντο εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· ημείς δε εισελθόντες εις την οικίαν του Ρόδωνος εμείναμεν εκεί. Την άλλην ημέραν αναζητήσας και ευρών ημάς ο Κάρος, έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγων προς αυτόν: «Διδάσκαλε, γνωρίζομεν από των Φραφών, ότι οι Πατέρες ημών ελύπησαν και παρώργισαν τον Θεόν, και παραιτήσαντες αυτόν, ο οποίος ήτο η ζωή των, έδωκαν εις τα έθνη το καύχημα της εις Χριστόν ελπίδος· και εγώ δε, επειδή ημάρτησα εις τον Θεόν και εις σε τον υπ’ αυτού αποσταλέντα, παρακαλώ να τύχω συγχωρήσεως και να αξιωθώ της εν Χριστώ σφραγίδος». Κατηχήσας λοιπόν αυτόν ο Ιωάννης, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ζ΄  Η θεραπεία του δαιμονιώντος νέου και του παραλυτικού.                                                        

Την επομένην ημέραν παραλαβών εμέ ο Ιωάννης μετέβημεν εις τόπον καλούμενον «Τύχη», ένθα κατέκειτο εις παραλυτικός, ο οποίος ιδών ημάς διερχομένους εκείθεν, είπε προς τον Ιωάννην: «Διδάσκαλε των Χριστιανών, μη παραβλέψης τον δούλον σου· διότι και εγώ ξένος είμαι καθώς και εσείς· μη με βδελυχθής λοιπόν και αποστραφής· ευρίσκεται παρ’ εμοί άρτος ολίγος και βούτυρον ολίγον· δια τούτο παρακαλώ να καταδεχθής και έλθης δια να συμφάγωμεν». Λυπηθείς αυτόν ο Απόστολος του Χριστού είπε: «Σήμερον θα συμφάγω μετά σου και θα συνευφρανθώμεν»· και προχωρησάντων ημών ολίγον, συνήντησεν ημάς μία χωρική γυνή χήρα κλαίουσα και ερωτώσα: «Που είναι ο ναός του Απόλλωνος»; Είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Τι χρειάζεσαι τον ναόν αυτόν»; Απεκρίθη η γυνή λέγουσα: «Έχω υιόν μονογενή και εισήλθεν εις αυτόν πνεύμα πονηρόν, το οποίον τυραννεί αυτόν ήδη τριάκοντα τρεις ημέρας. Ήλθον λοιπόν ίνα ερωτήσω τον θεόν τι να πράξω δια τον υιόν μου, και δεν γνωρίζω τον τόπον όπου είναι ο ναός· διότι δεν ήλθον ποτέ άλλοτε εις την πόλιν ταύτην». Αφού ο Απόστολος του Χριστού ήκουσε την γυναίκα, λέγει προς αυτήν: «Επίστρεψον εις τον οίκον σου, γύναι· διότι με την δύναμιν του Χριστού απ’ αυτής της στιγμής εκαθαρίσθη ο υιός σου από του πονηρού πνεύματος». Νομίσασα δε η γυνή ότι ο Ιωάννης είναι ιερεύς του Απόλλωνος, επίστευσεν εις τους λόγους αυτού, και απελθούσα εις τον οίκον αυτής εύρε τον υιόν της απαλλαγέντα του πονηρού πνεύματος και σωφρονούντα. Και αφού εδίδαξεν αρκετά τους παρευρεθέντας περί της Βασιλείας του Θεού ο Ιωάννης, επεστρέψαμεν εις τον τόπον όπου ευρίσκετο ο παραλυτικός, περί του οποίου προείπομεν, είπε δε προς αυτόν ο Απόστολος: «Ιδού όπου ήλθομεν εις την τράπεζάν σου δια να συμφάγωμεν, αλλά ποίος θα μας υπηρετήση»; Λέγει ο παραλυτικός: «Κύριοι, εις κόπον σας έβαλον όπως σεις υπηρετήσητε εμέ τον δούλον σας». Απεκρίθη ο Ιωάννης ειπών: «Όχι· αλλ’ εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, εγέρθητι και υπηρέτησον ημάς»· και κρατήσας εκ της χειρός, ήγειρεν αυτόν και υπηρέτησεν ημάς μετά χαράς και αγαλλιάσεως δοξάζων τον Θεόν. Αναστάντες εκείθεν και ευχαριστήσαντες τον Κύριον επεστρέψαμεν εις τον οίκον του Μύρωνος· εύρομεν δε εκεί Ρόδωνα τον ανεψιόν αυτού, ο οποίος παρεκάλεσε πολύ τον Ιωάννην, όπως βαπτίση αυτόν· διδάξας δε τούτον και κατηχήσας ασφαλώς ο Απόστολος εβάπτισεν αυτόν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Την ακόλουθον ημέραν ήλθεν εκεί ο ξένος, ο οποίος ήτο παραλυτικός και εθεραπεύθη, και προσκυνήσας τον Ιωάννην παρεκάλει αυτόν λέγων: «Κύριε, καθώς το σώμα μου ανελπίστως εκ της ανιάτου ασθενείας εθεράπευσας, τοιουτοτρόπως και την ψυχήν μου ανόρθωσον δια της σφραγίδος του Θεού σου». Πάντως δε όσοι είδον υγιά και περιπατούντα τον πρώην παραλυτικόν εξεπλάγησαν δια το μεγαλείον του πράγματος· διηγείτο δε ούτος εις πάντας τον τρόπον της θεραπείας του. Κατηχήσας δε τούτον ο Ιωάννης εβάπτισε, παραγγείλας εις αυτόν να τηρή επιμελώς πάσας τας εντολάς του Κυρίου, δια να μη πάθη πάλιν όπως και πρότερον. 

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

στ΄  Η κατάρρευσις του ναού του Απόλλωνος.                                                                         

Αφού συνεπληρώθησαν τρία έτη από της ελεύσεως ημών εις την Πάτμον και πολύ πλήθος λαού επίστευσε και εβαπτίσθη υπό του Ιωάννου, παραλαβών με ούτος μίαν των ημερών εξήλθομεν εις την αγοράν εις μέρος ένθα ήτο ιερόν του Απόλλωνος· και συνήχθη εκεί λαός πολύς, και άλλοι μεν επίστευον εις τα λεγόμενα υπό του Ιωάννου, άλλοι δε ηπίστουν· οι δε ιερείς του Απόλλωνος ήρχισαν λέγοντες προς αυτούς: «Ω ανόητοι άνθρωποι, τι δίδετε προσοχήν εις τα λεγόμενα υπό του απατεώνος τούτου; δεν γνωρίζετε ότι δια τας μαγείας του εστάλη ενταύθα εις εξορίαν; Τι πλανάσθε λοιπόν ακούοντες τοιούτου ελεεινού και εξορίστου ανδρός, ο οποίος υβρίζει τους αθανάτους θεούς»; Ακούσας ταύτα ο Ιωάννης, είπε προς τους ιερείς τούτους: «Ιδού αφίεται ο οίκος υμών έρημος εν τω ονόματι του Χριστού», και εν τω άμα κατέπεσεν ο ναός του Απόλλωνος χωρίς εκ της πτώσεως να βλαβή κανείς εκ του πλήθους. Τότε συλλαβόντες τον Ιωάννην οι ιερείς, και δώσαντες εις αυτόν πολλάς πληγάς, έφερον αυτόν προς τον ηγεμόνα λέγοντες προς αυτόν, ότι «Ιωάννης ο εξόριστος δια μαγικής κακοτεχνίας κατέστρεψε του μεγάλου θεού Απόλλωνος τον ναόν». Και τούτο ακούσας ο ηγεμών εταράχθη μεγάλως και ελυπήθη πολύ· δια τούτο διέταξεν ίνα βάλωσιν ημάς εις την βαθυτέραν φυλακήν δεδεμένους με σίδηρα. Ταύτα πάντα μαθών ο Μύρων μετά του υιού αυτού Απολλωνίδου, μετέβησαν προς τον ηγεμόνα Ακύλαν, προς τον οποίον είπεν ο Απολλωνίδης: «Η ευσπλαγχνία, η φιλανθρωπία και η ελεημοσύνη σου προς πάντας τους έχοντας ανάγκην είναι πολύ μεγάλαι και παρά πάντων ομολογούνται· όθεν παρακαλώ και εγώ την εξοχότητά σου δια τον ξένον Ιωάννην, όπως παραδώσης τούτον εις ημάς, και όστις έχει να είπη τίποτε εναντίον αυτού ενώπιόν σου, δυνάμεθα να τον παρουσιάσωμεν οιανδήποτε ώραν ζητήσης αυτόν». Απεκρίθη προς αυτούς ο ηγεμών ειπών: «Έχω ακούσει παρά πολλών περί του ανθρώπου τούτου, ότι είναι μάγος· εάν λοιπόν δια μαγείας φύγη από σας ούτος, τι θα κάμητε τότε»; Απήντησαν ούτοι προς τον ηγεμόνα: «Ας είναι εις την διάθεσίν σου αντί του Ιωάννου αι κεφαλαί ημών και όλος ο οίκος μετά των υπαρχόντων ημών». Κατόπιν τούτων έδωσε την άδειαν ο ηγεμών ευλαβηθείς τους άνδρας, διότι ήσαν εκ πάντων των κατοίκων της πόλεως τιμιώτεροι και ονομαστότεροι. Εισελθόντες εις την φυλακήν ο Μύρων μετά του υιού αυτού Απολλωνίδου έλυσαν ημάς εκ των σιδήρων, και εκβαλόντες εκ της φυλακής έφερον εις τον οίκον αυτών· είπε δε ο Μύρων προς τον Ιωάννην: «Κάθισον λοιπόν εις τον οίκον του δούλου σου, και μη εξέρχησαι πλέον εις την αγοράν· διότι πονηροί και βάρβαροι είναι οι κάτοικοι της πόλεως ταύτης και υπάρχει φόβος μήπως σε θανατώσωσιν». Απεκρίθη ο Ιωάννης: «Μύρων αδελφέ, δεν με απέστειλεν ο Χριστός δια να ησυχάζω μέσα εις τας οικίας, αλλά με απέστειλεν εις τους βαρβάρους και πονηρούς ανθρώπους, ειπών: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων». Και πάλιν: «Ότι δια πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των ουρανών». Εγώ λοιπόν είμαι έτοιμος δια το όνομα του Χριστού να ατιμάζωμαι και να υποφέρω, να δέρωμαι και να υπομένω, να διώκωμαι και να ευχαριστώ, και με ένα λόγον, καθ΄ εκάστην ημέραν υπέρ του Χριστού να αποθνήσκω».

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ε΄  Περί Χρύσου του Πολιτάρχου.                                                                                               

Υπήρχεν εκεί εις την Φλωράν άνθρωπος τις ονόματι Χρύσος, έχων γυναίκα ονομαζομένην Σελήνην και υιόν μονογενή, όστις ηνωχλείτο υπό ακαθάρτου πνεύματος· ήτο δε ο Χρύσος ούτος πολιτάρχης (πρώτος της πόλεως). Ακούσας λοιπόν ο Χρύσος, ότι ο Ιωάννης μεγάλα σημεία ποιεί, παραλαβών τον υιόν αυτού έρχεται εις την οικίαν του Μύρωνος· ο δε Ιωάννης, ευθύς ως είδεν αυτόν, είπε: «Χρύσε, αι αμαρτίαι σου κατακρατούσι και τυραννούσι τον υιόν σου· μίσησον λοιπόν την δωροληψίαν και την προσωποληψίαν κατά τας δίκας, δια να εύρης έλεος παρά του Θεού· αλλά δια ποίον λόγον ήλθες προς ημάς»; Απεκρίθη ο Χρύσος: «Κύριε, λάβε όσα πράγματα έχω εις τον οίκον μου, και δίωξον το πονηρόν πνεύμα από τον υιόν μου δια να μη αποθάνη κακώς». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ημείς δεν έχομεν ανάγκην εκ των πραγμάτων στο, αλλά χρειαζόμεθα σε και τον υιόν σου». Αποκριθείς ο Χρύσος είπε: «Κύριε, τι πρέπει να πράξω δια να καθαρισθή ο υιός μου»; Είπεν αυτώ ο Ιωάννης: «Πίστευσον εις τον Εσταυρωμένον Ιησούν και θα ίδης την δύναμιν Αυτού». Απεκρίθη ο Χρύσος: «Πιστεύω, Κύριε· μόνον να θεραπευθή ο υιός μου». Τότε κρατήσας ο Ιωάννης της δεξιάς χειρός του παιδός, και σφραγίσας αυτόν τρεις φοράς, εποίησεν ευχήν και αμέσως εδίωξεν απ’ αυτού το πονηρόν πνεύμα· ιδών δε ο Χρύσος το γενόμενον σημείον, εξέστη και έπεσεν επί πρόσωπον προσκυνήσας αυτόν, και είπεν: «Αληθώς, Πάτερ, μετά σου είναι ο Θεός». Την άλλην λοιπόν ημέραν, λαβών ο Χρύσος την γυναίκα και τον υιόν αυτού και χρήματα ικανά, ήλθε προς τον Ιωάννην, λέγων: «Κύριε, λάβε ταύτα και δος εις ημάς την εν Χριστώ σφραγίδα». Λέγει προς αυτούς ο Ιωάννης: «Δια την σφραγίδα του Χριστού δεν χρειάζονται χρήματα, αλλά μόνον πίστις αγαθή· ταύτα δε τα χρήματα, αφού διαμοιράσητε εις τους έχοντας ανάγκην, λάβετε δωρεάν την Χάριν του Χριστού». Και αφού εδίδαξεν αυτούς αρκούντως, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και απέστειλε τούτους μετ’ ειρήνης εις τον οίκον αυτών. Εμείναμεν λοιπόν αρκετόν χρόνον εις τον οίκον του Μύρωνος μη εξερχόμενοι, αλλά πάντας τους πιστεύοντας εντός του οίκου εδίδασκε και εβάπτιζεν.


Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

δ΄  Περί του Βασιλείου και της γυναικός αυτού.                                                                      

Εις την πόλιν εκείνην ήτο έτερος τις πλούσιος ονόματι Βασίλειος, έχων γυναίκα, η οποία ωνομάζετο Χάρις, και η οποία ήτο στείρα. Ούτος λοιπόν ο Βασίλειος, ελθών προς Ρόδωνα τον ανεψιόν του Μύρωνος, άνδρα ευγενή και κατά πάντα λαμπρόν, πλην Έλληνα κατά την θρησκείαν υπάρχοντα, είπε προς αυτόν: «Τι συμβαίνει εις τον οίκον του Μύρωνος του συγγενούς σου, και διατί ούτος περιωρίσθη εις την οικίαν του μετά των ιδικών του και του ξένου εκείνου, και ούτε συναναστρέφεται με ημάς πλέον, ούτε δέχεται ημάς εις συνομιλίαν; Ποία είναι η διδαχή του ανθρώπου εκείνου; Ειπέ μοι, σε παρακαλώ». Είπε προς αυτόν ο Ρόδων: «Πολλοί θαυμάζουσι τον άνδρα τούτον και λέγουσιν ότι εις όσα λέγει δεν αποτυγχάνει ποτέ». Λέγει ο Βασίλειος προς τον Ρόδωνα: «Άραγε δύναται δια των λόγων του, ίνα ποιήση την γυναίκα μου να τεκνοποιήση»; Απεκρίθη ο Ρόδων: «Λέγουσι περί αυτού, ότι και τούτο δύναται να ποιήση». Ταύτα ακούσας ο Βασίλειος, ελθών εις την οικίαν του Μύρωνος, είπεν ότι επιθυμεί να συνομολήση μετά του Ιωάννου· ακούσας δε παρά του Μύρωνος τούτο ο Ιωάννης εδέχθη ευχαρίστως τον Βασίλειον, ο οποίος εισελθών προσεκύνησεν αυτόν· είπε δε προς τον Βασίλειον ο Ιωάννης: «Είθε να πληρώση ο Κύριος πάντα τα ζητήματά σου, και μακάριος ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος δεν επείρασε τον Θεόν εν τη καρδία αυτού. Όμως, ω Βασίλειε, εις τους Ισραηλίτας, οίτινες επείραζον τον Θεόν, ο απείραστος από τον πειρασμών αυτών, ως αγαθός όπου είναι, έδιδε την ευλογίαν αυτού, άλλοτε μεν σχίζων την πέτραν και εξάγων εκείθεν ποταμόν ύδατος δια να πίωσιν οι απειθείς, άλλοτε δε άρτον αποστέλλων προς αυτούς εκ του ουρανού δια να φάγωσιν ακοπιάστως οι αχάριστοί· και άλλοτε τα κρέατα επλήθυνεν εις αυτούς, τόσον ώστε εξήρχοντο από την ρίνα αυτών· αλλά δεν επίστευσαν εις τον τα τοιαύτα θαυματουργήσαντα Θεόν οι αγνώμονες και σκληροί. Και συ λοιπόν, Βασίλειε, μη πειράζης τον Θεόν, δια να μη πάθης κακόν· πίστευε δε εις αυτόν, και πάντα τα αιτήματά σου Αυτός θέλει πληρώσει». Iδών ο Βασίλειος ότι πάντα όσα είχεν εις την καρδίαν του εγνώρισε και του είπεν ο Απόστολος του Χριστού, είπε προς αυτόν: «Και επίστευσα και πιστεύω, διδάσκαλε· όμως παρακαλώ σε, όπως δεηθής του Θεού σου και τεκνοποιήση η γυνή μου». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εάν πιστεύσης, θα ίδης του Θεού μου την δύναμιν»· και πολλά κατηχηθείς ο Βασίλειος παρά του Ιωάννου, εξήλθε του οίκου του Μύρωνος πορευθείς εις τον οίκον αυτού· την δε επομένην ημέραν επανέρχεται μετά της γυναικός του εις την οικίαν του Μύρωνος, και εισελθόντες προσεκύνησαν αυτόν· είπε δε ο Απόστολος προς την γυναίκα του Βασιλείου: «Χαίροις, Χάρις· η Χάρις του Θεού να φωτίση την καρδίαν σού και του ανδρός σου, και να δώση εις σε καρπόν κοιλίας αγαθόν». Και αφού εδίδαξεν αυτούς ικανώς, ήλθεν επ’ αυτούς η Χάρις του Αγίου Πνεύματος και παρεκάλεσαν αυτόν ίνα τους βαπτίση. Αφού λοιπόν εβαπτίσθησαν, παρεκάλουν τον Ιωάννην όπως μεταβή και ευλογήση τον οίκον αυτών· όθεν απελθών και προσευξάμενος, ηυλόγησεν αυτούς και τον οίκον αυτών, και υπέστρεψεν εις τον οίκον του Μύρωνος. Συνέλαβε δε εν γαστρί η γυνή του Βασιλείου, και δια της Χάριτος του Χριστού έτεκεν υιόν, τον οποίον ωνόμασαν Ιωάννην. Ο δε Βασίλειος, λαβών χρυσίον αρκετόν, έφερεν αυτό εις τον Απόστολον προς διάδοσιν εις τους πτωχούς· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ύπαγε, τέκνον μου, και διαμοίρασον τα ιδικά σου υπάρχοντα με τας ιδικάς σου χείρας, και θα έχης θησαυρόν εις τον ουρανόν». Μετά ταύτα, αφού παρήλθον δύο έτη, έληξεν η προθεσμία της ηγεμονίας Λαυρεντίου του ανδρός της Χρυσίππης, όστις αντικατεστάθη υπ’ άλλου· και εισελθών ούτος εις τον οίκον Μύρωνος του πενθερού αυτού, ησπάσατο τον Ιωάννην και είπε προς αυτόν: «Διδάσκαλε, η σύγχυσις των βιοτικών πραγμάτων εσκότισε τον νουν μου και με υστέρησε μέχρι σήμερον της εκ της διδασκαλίας σου ωφελείας· όμως τώρα παρακαλώ την αγίαν σου ψυχήν, όπως δια του φωτισμού του Θεού σου καθαρίσης και την ιδικήν μου συνείδησιν εκ των προτέρων μου αμαρτημάτων». Κατηχήσας λοιπόν τούτον ο Απόστολος του Χριστού, εβάπτισεν αυτόν, και απέλυσεν εις τον οίκον αυτού μετ’ ειρήνης εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.


Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

γ΄  Περί της θυγατρός του Μύρωνος.                                                                                     

Η γυνή του ηγεμόνος καθώς προείπομεν, ήτο θυγάτηρ του Μύρωνος· αύτη δε ιδούσα τους γονείς και τους αδελφούς της πιστεύσαντας εις τον Χριστόν, εζήλωσεν επί καλώ και λέγει προς τον άνδρα αυτής: «Ιδού όλος ο οίκος του πατρός μου επίστευσεν εις τον Εσταυρωμένον, τον οποίον κηρύττει ο Ιωάννης· αποφάσισον λοιπόν να πιστεύσωμεν και ημείς δια να δοξασθή ο οίκος ημών μαζί με τον οίκον του πατρός μου». Είπε δε ο ηγεμών Λαυρέντιος προς Χρυσίππην την γυναίκα αυτού: «Ω γύναι· έως ότου είμαι εις την αρχήν και εξουσίαν ταύτην, δεν δύναμαι να πράξω αυτό το οποίον λέγεις και να γίνω Χριστιανός». Λέγει προς αυτόν η γυνή: «Τώρα μάλιστα, όπου έχεις εξουσίαν, πολύ καλλίτερον δύνασαι να πράξης τούτο· διότι θα είσαι συγχρόνως φρουρός και βοηθός των πιστών». Απεκρίθη ο ηγεμών λέγων: «Γνώριζε, ω γύναι, ότι την θρησκείαν των Χριστιανών πάντες αποστρέφονται και καταδιώκουσιν. Εάν λοιπόν γίνη αυτό, το οποίον λέγεις, αμέσως θα δημιουργηθώσι διαιρέσεις και σχίσματα, και συναχθέντες άπαντες θα κατακαύσωσιν ημάς, ή και μεταβαίνοντες εις τον βασιλέα θα καταγγείλωσιν ημάς προς βλάβην ημών. Προτιμότερον λοιπόν να μένω προσποιούμενος τον ειδωλολάτρην, και κρυφίως να υποστηρίζω και βοηθώ τους πιστεύοντας εις τον Χριστόν, και μετά την συμπλήρωσιν του χρόνου της ηγεμονίας, τότε γίνομαι και εις το φανερόν Χριστιανός λαμβάνων το άγιον Βάπτισμα. Συ λοιπόν λάβε τον υιόν μας και ύπαγε εις τον οίκον του πατρός σου· και αφού διδαχθής ακριβώς υπό του Ιωάννου τα δόγματα της Χριστιανικής πίστεως, βαπτίσθητι μετά του τέκνου ημών. Πρόσεχε όμως, ω γύναι, να μη καταφρονήσης κανενός εκ των όσων ακούσης παρά του Ιωάννου, μηδέ εις εμέ να λέγης εκείνα τα οποία παρ’ αυτού μανθάνεις μυστήρια, αλλά φύλαττε ταύτα μυστικά δια τον εαυτόν σου, έως ότου έλθη ο κατάλληλος καιρός». Ταύτα ακούσασα η Χρυσίππη παρά του ανδρός αυτής, και παραλαβούσα τον υιόν της, ήλθεν εις τον οίκον του Μύρωνος· και εισελθούσα προσεκύνησε πρώτον τον Ιωάννην και είτα τους γονείς και τους αδελφούς αυτής· είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Δια ποίαν αιτίαν ήλθες προς ημάς, τέκνον»; Απεκρίθη εκείνη προς αυτόν: «Πιστεύω, Πάτερ τίμιε, ότι ο Θεός θα εγνώρισεν εις σε την αιτίαν δια την οποίαν ήλθον· πλην και εγώ αναγγέλλω προς σε, ότι από ζήλον θεοσεβείας ήλθον, δια να φωτισθώ υπό σου και συνδοξασθή ο οίκος μου μετά του οίκου του πατρός μου». Λέγει προς αυτήν ο Ιωάννης: «Είθε να φωτίση ο Κύριος την καρδίαν σού, του ανδρός σου, του υιού σου και όλου του οίκου σου». Εκείνη δε πεσούσα επί της γης, προσεκύνησεν αυτόν, και είπε: «Παρακαλώ σε, διδάσκαλε αγαθέ, δος εις εμέ την εν Χριστώ σφραγίδα δια να συναριθμηθώ με τον οίκον του πατρός μου». Είπε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Τέκνον, τούτο πρέπει να γίνη με την γνώμην του ανδρός σου». Απήντησεν η Χρυσίππη εξηγηθείσα πάντας τους λόγους του ανδρός της. Και ακούσας ο Ιωάννης ότι κατά διαταγήν και με την άδειαν του ηγεμόνος η γυνή αυτού ζητεί το Βάπτισμα, εχάρη χαράν μεγάλην· και κατηχήσας και διδάξας αυτήν, και παραγγείλας προς αυτήν ίνα κατά τας εντολάς του Χριστού πολιτεύεται, εβάπτισεν αυτήν μαζί με τον υιόν της. Τότε ο Μύρων έφερε χρήματα πολλά και έδιδε προς την θυγατέρα αυτού λέγων: «Τέκνον, ιδού χρήματα όσα θέλεις, ιδού και η τράπεζά μου εις την διάθεσίν σου, ίνα τρώγητε εξ αυτής συ και ο υιός σου, και μηκέτι απομακρυνθήτε εκ της οικίας μου, μηδέ μεταβήτε πλέον εις τον ηγεμόνα, μήποτε καταφρονήσητε καμμίαν εκ των εντολών του Χριστού». Η δε Χρυσίππη συνεφώνησεν ειπούσα προς τον πατέρα της: «Τα μεν χρήματά σου ας μένωσιν· εγώ δε μετά του υιού μου, μεταβαίνουσα μίαν φοράν εις τον οίκον μου, ευθύς θα μεταφέρω εκείθεν πάντα όσα προς διατροφήν μας χρειάζονται, και θα είμεθα πλέον πάντοτε μαζί σας». Ταύτα ακούσας ο Απόστολος του Χριστού, είπε προς τον Μύρωνα: «Δεν δέχομαι ουδέ συμφωνώ με τους λόγους σού και της θυγατρός σου· διότι ο Χριστός δεν με απέστειλε δια να χωρίζω γυναίκας από των νδρών ή άνδρας από των γυναικών αυτών, και μάλιστα ότι η θυγάτηρ σου μετά γνώμης και συμφωνίας του ανδρός αυτής επίστευσαν εις τον Χριστόν. Ας πορευθή λοιπόν εν ειρήνη εις τον οίκον της· διότι εγώ πιστεύω εις τον αποστείλαντά με Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, ότι και ο ανήρ αυτής συντόμως θα γίνη Χριστιανός· τα δε χρήματα, δια τα οποία είπατε, δανείσατε εις τον Χριστόν καθώς είναι γεγραμμένον: «Ο ελεών πτωχών δανείζει Θεώ». Προς τους ερχομένους λοιπόν και ζητούντας και έχοντας ανάγκην χρημάτων, δίδετε εξ αυτών· διότι είπεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ότι «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»· κι πάλιν αλλαχού είπεν: «Ελεήσατε ίνα ελεηθήτε· δότε και δοθήσεται». Ταύτα και περισσότερα τούτων ειπών ο Ιωάννης, απέστειλε την Χρυσίππην και τον υιόν αυτής εις την οικίαν των· την δε επομένην ημέραν έφερεν ο Μύρων προς τον Ιωάννην χρήματα πολλά, λέγων προς αυτόν· «Λάβε ταύτα, διδάσκαλε, και διαμοίρασον εις τους πτωχούς». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ιδού εδέχθην την προαίρεσίν σου, διότι γνωρίζω ότι είναι αύτη κατά Θεόν· εις δε την ιδικήν σου γνώμην αφήνω τα ιδικά σου, όπως με τας ιδίας σου χείρας δίδης εις εκείνους οι οποίοι έχουσιν ανάγκην». Ο δε Μύρων λοιπόν εις πάντας έδιδε τους έχοντας ανάγκην. Ο δε Θεός επλήθυνε τα αγαθά του εις την οικίαν αυτού, η οποία ήτο ως μία πηγή τρέχουσα αφθόνως δια της Χάριτος του Κυρίου· πάντες δε οι εν τω οίκω του Μύρωνος έχαιρον δια την μετάδοσιν προς τους έχοντας ανάγκην, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

β΄  Περί του Μύρωνος και του υιού αυτού Απολλωνίδου.                                                          

Εις την πόλιν Φλωράν υπήρχεν άνθρωπός τις πλούσιος, ονόματι Μύρων, έχων γυναίκα ονομαζομένην Φωνήν και τρεις υιούς ρήτορας, εκ των οποίων ο μεγαλύτερος είχε δαιμόνιον πνεύμα πύθωνος. Ούτος λοιπόν ο Μύρων, ιδών ημάς, έλαβεν εις τον οίκον αυτού· ως δε εγνώρισεν ο δαίμων την έλευσιν ημών, φοβούμενος ίνα μη διωχθή υπό του Ιωάννου, παρέσυρε και απεμάκρυνε τον νέον μακράν της πόλεως. Ιδών δε ο Μύρων ότι έφυγεν ο υιός αυτού μόλις εισήλθομεν ημείς εις την οικίαν, λέγει προς την γυναίκα αυτού: «Ούτοι οι άνθρωποι, εάν ήσαν καλοί, δεν θα συνέβαινεν εις ημάς το δυστύχημα τούτο, μόλις εισήλθον αυτοί εις τον οίκον μας· πλην ως φαίνεται και καθώς πολλοί λέγουσιν, είναι μάγοι, και μαγεύσαντες τον οίκον ημών, εδίωξαν εξ αυτού τον υιόν μας». Απεκρίθη η γυνή αυτού: «Και αφού οι άνθρωποι ούτοι είναι καθώς λέγεις, διατί δεν διώκεις αυτούς εκ του οίκου ημών, μήποτε διώξωσι και τους άλλους υιούς μας»; Ο δε Μύρων είπε: «Δεν διώκω αυτούς τώρα όπου έπραξαν το κακόν, αλλά θα τους φοβερίσω και θα τους βάλω εις θλίψιν δια να αναγκασθώσι να επαναφέρωσι ζώντα τον υιόν μας, και τότε θα τιμωρήσω αυτούς πικρώς», ήτο δε ο Μύρων πενθερός του ηγεμόνος της Πάτμου. Εγνώρισε δε ο Ιωάννης δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος πάντα όσα είπεν ο Μύρων προς την γυναίκα αυτού, και λέγει προς με: «Τέκνον Πρόχορε, γνώριζε ότι ο Μύρων σκέπτεται κακά εναντίον ημών· ας υποφέρωμεν λοιπόν τους πειρασμούς· διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον εις ημάς μεν ο μισθός θα πλεονάση, εις δε τους ανθρώπους τούτους ο φωτισμός του Χριστού θα αναλάμψη». Ενώ λοιπόν ταύτα ημείς συνωμιλούμεν προς αλλήλους, ήλθεν επιστολή προς τον Μύρωνα, αποσταλείσα παρά του έχοντος το δαιμόνιον μεγαλυτέρου υιού αυτού, η οποία έγραφεν ούτω: «Προς τον ιδικόν μου κύριον και πατέρα Μύρωνα, Απολλωνίδης ο ρήτωρ. Γνώριζε, πάτερ μου, ότι Ιωάννης ο μάγος, τον οποίον εδέχθης εις τον οίκον σου, μαγείας κακάς μεταχειρισθείς, αντί της καλλίστης φιλοξενίας, στέρησιν του τέκνου σας ο άθλιος σας προυξένησε· διότι το πονηρόν πνεύμα, όπου εκείνος έστειλεν εις εμέ, μεγάλως με ετάραξε και μέχρι της πόλεως ταύτης με κατεδίωξε· ενταύθα δε συναντήσας τον καθαρώτατον Κύνωπα, και διηγηθείς εις αυτόν την συμφοράν μου, μοι είπεν ούτος, ότι αδύνατον αλλέως να επανέλθω εις τον οίκον μου ή να γίνω κύριος της πατρικής κληρονομίας ή να απολαύσω της αγάπης των αδελφών μου, εάν δεν παραδώσητε πρώτον εις τα θηρία να φάγωσι τον Ιωάννην τον εξόριστον, τον μάγον και διδάσκαλον των Χριστιανών. Σπεύσον λοιπόν, πάτερ μου, προς τον θάνατον του Ιωάννου, δεικνύων ούτω προς εμέ το τέκνον σου αγάπην και ενδιαφέρον. Υγίαινε». Ταύτην την επιστολήν λαβών και αναγνώσας ο Μύρων, έκλεισεν ημάς αμέσως εις ασφαλές μέρος της οικίας του· αυτός δε μεταβάς εις τον ηγεμόνα ενεχείρισε προς αυτόν την επιστολήν, την οποίαν αναγνώσας εκείνος εταράχθη μεγάλως και εθύμωσεν εναντίον ημών· περισσότερον δε διότι εντός της επιστολής περιείχετο και το όνομα του Κύνωπος, τον οποίον πάντες οι κάτοικοι της Πάτμου είχον ως θεόν δια τα μαγικά αυτού κατορθώματα και εμπαίγματα. Πιστεύσας λοιπόν εις ταύτα ο ηγεμών, διέταξεν ίνα ρίψωσιν ημάς εις τα θηρία· και αποστείλας στρατιώτας, παρέλαβεν ημάς εκ της κατοικίας του Μύρωνος και μας έκλεισεν εις την φυλακήν. Μετά τρεις ημέρας παρουσιάσας ημάς εις το κριτήριον αυτού ο ηγεμών, είπε προς τον Ιωάννην: «Ο μεν μεγαλειότατος και ενδοξότατος βασιλεύς ημών, αν και υπήρχες ένοχος και άξιος καταδίκης, όμως φιλανθρωπίαν άκραν μεταχειρισθείς, εις εξορίαν σε έστειλεν εδώ, δια σωφρονισμόν και αλλαγήν των κακών σου τρόπων· καθώς όμως πάντες βλέπουσι τώρα, συ εις πολύ μεγαλυτέραν κακίαν ανέβης, ώστε και τους ευεργέτας σου να επιβουλεύης. Ποίαν λοιπόν τέχνην μετεχείσθης και εδίωξας εκ της οικίας του τον γυναικάδελφόν μου; Ομολόγησον προ του σε βασανίσω· ειπέ δε εις ημάς και ποίας θρησκείας υπάρχεις». Αποκριθείς δε ο Ιωάννης είπεν: «Εξ Ιεροσολύμων κατάγομαι, και είμαι δούλος του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού του σταυρωθέντος δια τας αμαρτίας των ανθρώπων, και αναστάντος τη Τρίτη ημέρα, και αποστείλαντος εμέ ίνα ευαγγελίζωμαι πανταχού την δόξαν και το φως της αυτού επιγνώσεως». Λέγει προς αυτόν ο ηγεμών: «Δια την ψυχρολογίαν σου ταύτην εστάλης εδώ εξορίαν, και ακόμη επιμένεις εις την πλάνην αυτήν; Παύσον, μιαρώτατε, την ανόητον ταύτην διδαχήν· μάθε να τιμάς τους αθανάτους θεούς και μη θεοποιείς άνθρωπον ο οποίος εθανατώθη δια τας πολλάς του αταξίας. Λοιπόν μη πολυλογής, αλλά συντόμως να επαναφέρης τον συγγενή μου εις την οικίαν του». Απεκρίθη ο Ιωάννης προς τον ηγεμόνα: «Δια να παύσω εγώ από την διδαχήν ταύτην είναι αδύνατον· διότι πάσα η ελπίς της σωτηρίας μου εξ αυτής εξαρτάται. Περί δε του ρήτορος Απολλωνίδου ουδεμίαν ενοχήν γνωρίζω εις τον εαυτόν μου· εάν όμως θέλης αυτόν, ας έλθη προς σε· διότι τώρα θα αποστείλω τον μαθητήν μου δια να φέρη εδώ τον Απολλωνίδην και ό,τι αυτός έχει εναντίον ημών, να είπη ενώπιόν σου». Τότε διέταξεν ο ηγεμών να γίνη ούτω, τον δε Ιωάννην να δέσωσι με αλύσεις και να κλείσωσιν εις την φυλακήν. Είπε δε ο Ιωάννης προς τον ηγεμόνα: «Παρακαλώ, επιτρέψατε πρώτον εις εμέ ίνα γράψω επιστολήν προς τον Απολλωνίδην, και ύστερον δέσατέ με δια των σιδήρων». Ο δε ηγεμών, νομίσας ότι δια της επιστολής ταύτης ο Ιωάννης θέλει να λύση τον Απολλωνίδην εκ της μαγείας, επέτρεψε την γραφήν της επιστολής. Όθεν έγραψεν ο Ιωάννης ούτως: «Ιωάννης ο Απόστολος του Χριστού προς το πνεύμα του πύθωνος, το οποίον κατοικεί εις Απολλωνίδην τον ρήτορα· παραγγέλλω σοι εν ονόματι του Ιησού Χριστού, να εξέλθης από του πλάσματος του Θεού, και να μη εισέλθης πλέον εις αυτόν μήτε εις άλλον άνθρωπον, αλλ’ έξω της νήσου ταύτης εις ερήμους τόπους να είσαι δια παντός». Ταύτην την επιστολήν λαβών εγώ παρά του Ιωάννου μετέβην αμέσως εις τον τόπον εις τον οποίον ήτο ο Απολλωνίδης· ήτο δε το διάστημα έξ μιλίων η απόστασις· ερευνήσας λοιπόν και ευρών αυτόν, μόλις επλησίασα, ευθύς το ακάθαρτον πνεύμα εξήλθεν απ’ αυτού· είπε δε προς με ο Απολλωνίδης: «Διατί εκοπίασας να έλθης μέχρις εδώ, μαθητά του αγαθού διδασκάλου»; Απήντησα εγώ προς αυτόν: «Ήλθον προς αναζήτησίν σου, ω σοφώτατε, δια να επιστρέψης υγιής και καλώς έχων προς τους γονείς και συγγενείς σου». Αφού εξήλθε το δαιμόνιον εκ του Απολλωνίδου, ησύχασεν ούτος κατά την ψυχήν και ήτο πλήρης χαράς· διέταξε δε να ετοιμασθή δι’ εμέ μεν ημίονος, δια τον εαυτόν του δε ίππος· ανελθόντες δε επ’ αυτών επεστρέψαμεν εις την πόλιν Φλωράν. Μόλις εισήλθομεν εις την πόλιν, με ηρώτησεν ο Απολλωνίδης: «Που ευρίσκεται ο διδάσκαλος»; Εγώ δε είπον προς αυτόν, ότι «εις την φυλακήν σιδηροδέσμιον έκλεισεν αυτόν ο ηγεμών δια την ιδικήν σου φυγήν και απουσίαν»· τούτο δε ακούσας εκείνος, δρομαίως ακολουθούντος εμού, έφθασεν εις την φυλακήν· και ιδών αυτόν ο δεσμοφύλαξ προσεκύνησε και ήνοιξε την φυλακήν, εις την οποίαν εισελθόντες και ιδών ο Απολλωνίδης τον Ιωάννην με τας αλύσεις ερριμμένον εις την γην, έπεσε και προσεκύνησεν αυτόν· είτα δε εγερθείς, έλυσεν αυτόν από τα σίδηρα και λαβών τούτον εξήλθεν εκ της φυλακής, ειπών προς τον δεσμοφύλακα: «Εάν σε ερωτήση τις, ειπέ ότι εγώ ο Απολλωνίδης απέλυσα τον άνδρα τούτον». Λαβών δε ημάς εισήγαγεν εις τον οίκον αυτού, όπου ήσαν οι γονείς και οι αδελφοί αυτού πενθούντες και κλαίοντες δια την φυγήν τούτου, και τον οποίον μόλις είδον εχάρησαν χαράν μεγάλην, και εγερθέντες κατεφίλουν αυτόν μετά δακρύων. Ηρώτησεν αυτόν ο πατήρ αυτού ειπών: «Δια ποίαν αιτίαν ανεχώρησας και κατελύπησας ημάς»; Τότε ο Απολλωνίδης διηγήθη προς αυτούς άπαντα καταλεπτώς, και με ποίον τρόπον το πονηρόν πνεύμα του πύθωνος επέπεσεν εις αυτόν, και πως μόλις εισήλθεν ο Ιωάννης εις τον οίκον εδίωξεν αυτόν το πονηρόν πνεύμα, λέγον ότι είναι μάγος και ζητεί να αποκτείνη αυτόν, και ότι δεν επέτρεπεν εις αυτόν ο δαίμων ίνα επιστρέψη εις την οικίαν των, προσθέσας εν τέλει, ότι «μόλις είδον τον μαθητήν του Ιωάννου πλησίον μου, αμέσως έφυγεν απ’ εμού το βάρος του δαίμονος και η ενόχλησις των λογισμών, και μεγάλην ανακούφισιν και ελαφρότητα έλαβεν η ψυχή μου· διότι είδον το πονηρόν πνεύμα να εξέρχηται εκ του στόματός μου κατά τον ίδιον τρόπον με τον οποίον εισήλθεν εις εμέ». Είπε δε ο Ιωάννης προς αυτόν: «Θέλεις, τέκνον, να ίδης την δύναμιν του Εσραυρωμένου; Γνώριζε ότι με την δύναμιν αυτού ημείς όχι μόνον κατά πρόσωπον ελέγχομεν τους ακαθάρτους δαίμονας, αλλά και δι’ επιστολής τούτους αποδιώκομεν». Και λαβών παρ’ εμού την κατά του δαίμονος αποσταλείσαν δι’ εμού επιστολήν, έδειξεν αυτήν προς τον Απολλωνίδην· ούτος δε αναγνώσας εκράτησεν αυτήν· και παραλαβών αυτόν, τον πατέρα και τους αδελφούς αυτού μετέβημεν όλοι ομού εις τον ηγεμόνα, προς τον οποίον ο Απολλωνίδης διηγήθη τα υπό του δαίμονος συμβάντα εις αυτόν πάντα, και ότι δια της βοηθείας του Ιωάννου ηλευθερώθη από του πονηρού πνεύματος· ταύτα δε ακούσας ο ηγεμών εθαύμασε και ηυλαβήθη κατά πολλά τον Ιωάννην, αφήσας ημάς ελευθέρους. ΚΚαθημένων δε ημών εις τον οίκον του Μύρωνος, κατήχησεν ο Ιωάννης πάντας τους εις αυτόν υπάρχοντας, οι οποίοι παρεκάλουν αυτόν ίνα βαπτίση αυτούς· και διδάξας αυτούς ικανώς τα της ευσεβείας μυστήρια, εβάπτισε πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, και εγένετο μεγάλη χαρά και αγαλλίασις εν Χριστώ εις την οικίαν του Μύρωνος.